Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: ένας απρόσμενα αινιγματικός πίνακας του Μαγκρίτ

Ο Βέλγος σουρεαλιστής ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ ζωγράφισε to 1964 τον πίνακα «Ο Γιος του ανθρώπου» (“The son of man”) σαν μια αυτοπροσωπογραφία .

Ο πίνακας απεικονίζει έναν άντρα που φοράει ένα παλτό και ένα καπέλο μπόουλερ, ο οποίος στέκεται μπροστά από έναν χαμηλό τοίχο, πίσω από τον οποίο φαίνεται η θάλασσα και ο συννεφιασμένος ουρανός. Το πρόσωπο του άντρα κρύβεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ένα μεγάλο πράσινο μήλο. Ωστόσο, μπορεί κανείς να διακρίνει τα μάτια του άντρα από τις άκρες του μεγάλου μήλου. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι το αριστερό χέρι της αντρικής μορφής μοιάζει να γέρνει κάπως προς τα πίσω στο σημείο του αγκώνα.

Σχετικά με τον πίνακα, ο Μαγκρίτ είπε: «Το μήλο κρύβει εν μέρει το πρόσωπο. Ένα αυτονόητο αντικείμενο (το μήλο) κρύβει το εμφανές (αλλά άγνωστο) πρόσωπο. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια. Καθετί που βλέπουμε κρύβει κάτι άλλο και πάντα θέλουμε να δούμε τι κρύβεται κάτω από αυτό που βλέπουμε. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον σε αυτό, το οποίο είναι κρυμμένο και δεν μας αφήνει να το δούμε αυτό που είναι ορατό. Αυτό το ενδιαφέρον μπορεί να πάρει τη μορφή ενός ήσυχου έντονου αισθήματος, ένα είδος σύγκρουσης μέσα μας, θα μπορούσε να πει κανείς, ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που κρύβεται πίσω από αυτό που βλέπουμε.»

Στις αρχές του 1946 ο Μαγκρίτ ζωγράφιζε τόσο με το ρεαλιστικό όσο και με το ιμπρεσιονιστικό του στυλ. Κάποια από τα έργα του, όπως ο πίνακας «Ο Γιος του ανθρώπου» κινούνταν ήδη προς πιο έντονους χρωματισμούς. Αυτό το κάπως ακραίο στυλ του, το οποίο βρίσκεται εγγύτερα στο στυλ του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, επρόκειτο να εξελιχθεί στα τέλη του 1947, όταν προσκλήθηκε από τη Γκαλερί του Faubourg το Μάιο του 1948 να παρουσιάσει την πρώτη δική του ατομική έκθεση στο Παρίσι.


“Τα να είναι κάποιος σουρεαλιστής σημαίνει να αφαιρέσει από το μυαλό του όλες τις προηγούμενες εικόνες, και να δώσει προσοχή σε αυτό που ποτέ δεν έχει ιδωθεί.”

René Magritte

Πηγές: https://www.renemagritte.org/the-son-of-man.jsp

Η λεία, ένα έργο του Θεοδώρου Ράλλη, πιο επίκαιρο από ποτέ

Η λεία

Ο Ράλλης Θεόδωρος καταγόταν από μεγάλη οικογένεια της Χίου, εργάστηκε για σύντομο διάστημα στον εμπορικό οίκο Ράλλη-Μαυρογιάννη στο Λονδίνο, εγκατέλειψε όμως την επιχειρηματική καριέρα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι. Εκεί σπούδασε ζωγραφική κοντά στον ακαδημαϊκό δάσκαλο και οριενταλιστή καλλιτέχνη Jean-Leon Gerome, έως το 1880 περίπου. Το 1873 έλαβε μέρος στο Σαλόν των Απορριφθέντων. Από το 1875 και έως το τέλος της ζωής του συμμετείχε ανελλιπώς στα επίσημα γαλλικά Σαλόν, στις Παγκόσμιες Εκθέσεις στο Παρίσι (1878, 1889 – αργυρό μετάλλιο, 1900 – εκτός συναγωνισμού, μέλος της κριτικής επιτροπής του ελληνικού τμήματος) αλλά και σε πολλές άλλες εκθέσεις εντός και εκτός Γαλλίας. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο στα Ολύμπια του 1888 και στη Διεθνή Έκθεση των Αθηνών το 1903. Το 1885, χρονιά που έλαβε εύφημο μνεία στο Σαλόν και το Σταυρό του Σωτήρος στην Ελλάδα, απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα. Επισκέφτηκε επανειλημμένως την Ελλάδα καθώς και πολλές χώρες της Ανατολής, αντλώντας θέματα για τους πίνακές του. Διατηρούσε εργαστήριο και στο Κάιρο, όπου περνούσε τους χειμερινούς μήνες από το τέλος της δεκαετίας του 1880 έως το 1904, αναπτύσσοντας αξιόλογη καλλιτεχνική δραστηριότητα.

Ο πίνακας που θα δούμε σήμερα είναι “η λεία”. Η δραματική σκηνή που βλέπουμε εδώ τοποθετείται στο εσωτερικό μιας ορθόδοξης εκκλησίας, μπροστά στο βημόθυρο. Έχει προηγηθεί άγριος βανδαλισμός και ιεροσυλία από τους Τούρκους, που έχουν απογυμνώσει την εκκλησιά από τα πολύτιμα σκεύη της, που τα βλέπουμε συσσωρευμένα στο δάπεδο. Η πρωταγωνίστρια, ωστόσο, της σκηνής είναι η όμορφη ημίγυμνη Ελληνοπούλα που βρίσκεται δεμένη στα στασίδια της εκκλησιάς. Το πρόσωπό της μαρτυρεί πόνο, αγανάκτηση και θυμό.

Η σκηνή αυτή έχει ζωγραφιστεί με ακρίβεια και δεξιοτεχνία που χαρακτήριζαν τον γαλλικό ακαδημαϊσμό, ο οποίος είχε πάρα πολύ επηρεαστεί από τη φωτογραφία. Η κόκκινη ζώνη είναι το μόνο έντονο χρώμα σε αυτό τον πίνακα, όπου κυριαρχούν οι καστανόχρωμοι τόνοι.

Οσον αφορά το συμβολισμό της θα λέγαμε δεδομένου του χρόνου δημιουργίας της ότι η γυμνή ελληνόπουλα δεν είναι καμιά άλλη πάρα η ίδια η χώρα, της οποίας έχει βεβηλωθεί κάθε ιερό και όσιο. Αυτή κατασπαραγμένη, πληγωμένη, απογυμνωμένη έχει αφεθεί έρμαιο στα χέρια των αδίστακτων τυχοδιωκτών που μπορεί να έχουν το προσωπείο των συμμάχων, όπως οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ωστόσο το βλέμμα της δεν μοιάζει παραδομένο. Αντιθέτως, προσπαθεί να λύσει τα δεσμά της. Ο θυμός αποτυπώνεται έντονα στο βλέμμα της που γίνεται απειλητικό σε εκείνον που την κοιτάζει. Είναι απειλητική απέναντι στο ζωγράφο που την απαθανατίζει, στον βασανιστή της ή σε αυτόν που δε τη βοηθά να φύγει από τα δεσμά της- τον καθένα από εμάς; Αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ…

Πηγή:https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painting/h-astikh-taxi-kai-oi-zographoi-tis/orientalismos/i-leia.html

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΕΝΑΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΝΤΑΛΙ

Ο πίνακας “Το πρόσωπο του πολέμου” (“La Cara de la Guerra”) είναι ένας από τους γνωστότερους πίνακες του Ισπανού υπερρεαλιστή ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί που πέθανε σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια.

Ο πίνακας δημιουργήθηκε στην Καλιφόρνια, στο τέλος του πολέμου του 1940. Το φρικτό πρόσωπο του πολέμου με μάτια γεμάτα με ατελείωτο θάνατο, αναφερόταν περισσότερο στον Ισπανικό Εμφύλιο πάρα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν είχε παρουσιάσει ακόμη τέτοιες φρικτές εικόνες, ικανές να εμπνεύσουν τον Νταλί. Ο τρόμος σε αυτόν τον πίνακα γίνεται περισσότερο εμφανής λόγω των καφέ αποχρώσεων, οι οποίες κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται.

Εξετάζοντας την ανεκδοτολογική πλευρά της ιστορίας του έργου, αξίζει να αναφερθεί ότι ο Νταλί είχε δηλώσει πως αυτός ήταν ο μόνος πίνακας, όπου μπορούσε να δει κανείς το πραγματικό αποτύπωμα του χεριού του (στην κάτω δεξιά γωνία).

Στο ημερολόγιό του ο Νταλί έγραφε: «Οι δύο πιο ενεργητικοί κινητήρες που κάνουν το καλλιτεχνικό και υπερευαίσθητο μυαλό του Σαλβαδόρ Νταλί να λειτουργεί είναι, πρώτον, η λίμπιντο, ή αλλιώς το ερωτικό ένστικτο και δεύτερον, η αγωνία του θανάτου…ούτε μια στιγμή της ζωής μου δεν περνά χωρίς να με συνοδεύει η υπέροχη Καθολική, Αποστολική και Ρωμαϊκή εικόνα του θανάτου, ακόμη και στις πιο λεπτές και άστατες φαντασίες μου».

Πηγές: https://www.dalipaintings.com/the-face-of-war.jsp

Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα

Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα. περ. 1595

Το daily art αφιέρωμά μας σήμερα αφορά στον πίνακα του Μικελάντζελο Μερίτζι -ή διαφορετικά Καραβάτζιο- «Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα», ένα πραγματικά πρωτοποριακό έργο, έναν πίνακα που «ανοίγει τα μάτια» τόσο σε σχέση με το ζωγράφο, όσο και με την εποχή του.

Ο πίνακας χρονολογείται γύρω στο 1595 και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.  Απεικονίζει ένα αγόρι το οποίο αντιδρά στο τσίμπημα μιας σαύρας και ενστικτωδώς τραβάει το χέρι του. Ο Καραβάτζιο εδώ έχει δημιουργήσει μία ιδιαιτέρως εκφραστική μορφή, έχει απαθανατίσει ένα στιγμιότυπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της ζωγραφικής (ενσταντανέ).

O Caravaggio

Ο πίνακας είναι χαρακτηριστικός του ύφους του μεγάλου ζωγράφου. Η προέλευση του ιδιαίτερου αυτού στυλ δεν μπορεί να προσδιοριστεί πλήρως, σύμφωνα με τους αναλυτές. Διακρίνονται οι επιρροές από το δάσκαλό του, Σιμόνε Πετερτσάνο, ο οποίος φημιζόταν για την «Όμορφη και καλαίσθητη ζωγραφική του», αλλά και από τη σχολή του Μιλάνου. Στα χρόνια της νιότης του Καραβάτζιο είχε δημιουργηθεί στο Μιλάνο μια νέα σχολή, η οποία απέρριπτε το επικρατούν επιτηδευμένο ύφος του Μανιερισμού. Οι συγκεκριμένοι  ζωγράφοι αντλούσαν έμπνευση από την καθημερινότητα και πρωτοπορούσαν στη χρήση του φωτός, δίνοντας έμφαση στην ακριβή απόδοση των σκιών ζωγραφίζοντας ακόμη και νυχτερινές σκιές.

Ο Καραβάτζιο εξέλιξε την τεχνική της φωτοσκίασης (chiaroscuro). Μία πηγή φωτός «χτυπά» μόνο τα μέρη του σώματος ή τα πρόσωπα που επιθυμεί ο καλλιτέχνης και όλος ο υπόλοιπος πίνακας βυθίζεται στο σκοτάδι. Αυτό προσδίδει στον πίνακα δραματικότητα, ένταση, ενώ συγχρόνως αναδεικνύει την ικανότητα του καλλιτέχνη στη χρήση των χρωμάτων.

Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο ξεχωρίζει στον πίνακα είναι η έκφραση του αγοριού. Ο Καραβάτζιο δημιουργούσε ως επί το πλείστον μορφές με βλέμμα σκοτεινό και ύφος που δε θυμίζει σε τίποτα τις εξιδανικευμένες μορφές των μέχρι τότε καλλιτεχνών, που ακτινοβολούν από ομορφιά και υγεία. Εξάλλου ο Καραβάτζιο είχε ζήσει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του και συναναστρεφόταν με ανθρώπους του υποκόσμου, τις μορφές των οποίων αποτύπωνε στους πίνακές του.

Το συγκεκριμένο έργο πιθανώς να έχει και αλληγορική σημασία. Ίσως ο πόνος που απεικονίζεται να είναι ένας πόνος που συνδέεται με τον έρωτα. Η παραπάνω ερμηνεία στηρίζεται και στο ότι ο ώμος του αγοριού απεικονίζεται γυμνός, ενώ πίσω από το αυτί του έχει ένα λουλούδι, γεγονός από το οποίο συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για εκδιδόμενο νεαρό.

Το «Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα» είναι ένας πίνακας-σταθμός στην ιστορία της τέχνης. Είναι μια καινοτομία, ένα στιγμιότυπο στο οποίο αποτυπώνεται η ιδιοφυία και η πρωτοπορία του Καραβάτζιο, ο οποίος με τη θεματολογία και την τεχνική του επηρέασε όλη τη μετέπειτα ζωγραφική.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Lambert, Gilles Kαραβάτζιο εκδ.TASHEN/ΓΝΩΣΗ, Aθήνα 2005

Gombrich, E.H. Το Χρονικό της Τέχνης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1998

es.wikipedia.org

https://www.touringclub.it/itinerari-e-weekend/itinerario-nei-luoghi-di-caravaggio-dove-andare-per-scoprire-michelangelo-merisi

ΜΑΘΗΜΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ: ΜΙΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΙΝΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΕΡΜΕΕΡ

Ο πίνακας ζωγραφικής “Μάθημα Μουσικής” (“The Music Lesson”) από τον Γιαν Βερμέερ, ο οποίος είναι μια ελαιογραφία σε καμβά, φυλάσσεται στη Βασιλική Συλλογή του Λονδίνου.

Απεικονίζει μία γυναίκα μαθήτρια και έναν άντρα (πιθανόν να είναι ο δάσκαλός της) σε ένα μάθημα μουσικής. Το στόμα του άντρα είναι ελαφρώς ανοιχτό, δίνοντας την εντύπωση ότι τραγουδά, καθώς η μαθήτριά του παίζει μουσική. Υποδηλώνεται έτσι ότι υπάρχει μία στενή σχέση μεταξύ τους και ότι η αγάπη της μουσικής τους ενώνει. Αυτό ήταν και ένα συχνό θέμα των Ολλανδών ζωγράφων της εποχής.

Ο Βερμέερ χρησιμοποιεί γραμμική προοπτική και δημιουργεί την αίσθηση του βάθους και του χώρου στο σκηνικό του δωματίου. Συνήθιζε να απεικονίζει τα ίδια αντικείμενα στους πίνακες του, όπως το ύφασμα της κουρτίνας, τη λευκή κανάτα, διάφορα όργανα μουσικής, πάτωμα από πλακάκια, καθώς και παράθυρα που διαχέουν το φως και δημιουργούν σκιάσεις. Ο συγκεκριμένος πίνακας είναι από τους λίγους που κράτησε ο ζωγράφος στο σπίτι του έως το θάνατό του το 1675, οπότε και η οικογένειά του τον πούλησε στη Βασιλική συλλογή του Λονδίνου.

Όσο γαλήνιοι και ήρεμοι και αν δείχνουν επιφανειακά, οι πίνακες του Βερμέερ είναι συνήθως γεμάτοι από σύμβολα πάθους και κραυγαλέου ερωτισμού. Εδώ η νεαρή γυναίκα παίζει ένα μουσικό όργανο της εποχής που συνδεόταν με την αγνότητα και φαίνεται απολύτως απορροφημένη στη μελέτη της. Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ματιά στον καθρέφτη που βρίσκεται ακριβώς από πάνω της, βλέπουμε ότι κοιτάζει από τον άντρα και όλη της η προσοχή είναι στην πραγματικότητα πάνω του. Η στάμνα με το κρασί πάνω στο τραπέζι είναι ένα αφροδισιακό, ενώ το μεγάλο έγχορδο όργανο στο πάτωμα θεωρείται φαλλικό σύμβολο μέχρι σήμερα.

Πηγές: https://en.wikipedia.org/wiki/The_Music_Lesson , https://www.telegraph.co.uk/culture/art/art-features/11449077/10-paintings-with-hidden-meanings.html

Ορελί, ένας πίνακας του Περικλή Βυζάντιου

Η ιστορία πίσω από τον πίνακα “Ορελί” του Περικλή Βυζάντιου…

Όπως αφηγείται ο ίδιος: “H μεγαλύτερή μου χαρά ήταν όταν η Oρελί μου έλεγε: «Allons nous coucher» και μ’ έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε για ύπνο στην κρεβατοκάμαρή μας. Άναβε ένα κερί σε ένα μπρούτζινο σαμντάνι επάνω στον κομό. Eγώ γρήγορα γρήγορα γδυνόμουνα και φόραγα τη μακριά πουκαμίσα κι έμπαινα στο κρεβάτι κι έκανα πως κοιμόμουνα, ενώ με το ένα μάτι ανοιχτό παρακολουθούσα το γδύσιμο της Oρελί μπροστά στον καθρέφτη και τη θαύμαζα. H Oρελί ήτανε καλοφτιαγμένη, ψηλή, με άφθονα καστανά μαλλιά. Βέβαιη πως εγώ κοιμάμαι, γδυνότανε σιγά σιγά, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Tα διάφορα νταντελωτά μεσοφόρια, μεγάλα λεπτά εσώρουχα περασμένα με ροζ κορδέλες, της έπεφταν στα ωραία της πόδια, και γυμνή εντελώς σκούπιζε με μια κρέμα το πρόσωπό της σκυμμένη προς τον καθρέφτη. Mα εγώ δεν έβλεπα μονάχα τη ράχη της· μέσα στον καθρέφτη διέκρινα και το σφιχτό και στέριο στήθος, που πολλές φορές το κρατούσε με τα ωραία της χέρια και το καμάρωνε και η ίδια. Στο τέλος φορούσε μια μακριά νυχτικιά με κεντήματα στο στήθος και στις άκρες των μανικιών, πλησίαζε το κερί, το έσβηνε, κι ερχότανε στο μικτό κρεβάτι μου να με σκεπάσει καλά. Έσκυβε και με φιλούσε στο μέτωπο. Eγώ, φυσικά, έκανα πως κοιμόμουνα, και ούτε ανέπνεα, γιατί φοβόμουνα μήπως ακούσει την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά…”