Τα μυστικά της “Έναστρης Νύχτας” του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Η “Έναστρη Νύχτα” του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Πρόκειται ίσως για έναν από τους διασημότερους πίνακες ζωγραφικής παγκοσμίως. Η “Έναστρη Νύχτα” του Ολλανδού μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ, ο οποίος φιλοτεχνήθηκε τον Ιούνιο του 1889 (εικάζεται στις 18 του μηνός) και σήμερα φιλοξενείται στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη (ΜοΜΑ).

Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ (1853 – 1890) υπήρξε Ολλανδός ζωγράφος, ο οποίος εν ζωή δε σημείωσε επιτυχία ούτε αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Χαρακτηριστικό είναι πως όσο ζούσε πούλησε έναν πίνακα (σύμφωνα με άλλες πηγές δύο). Σήμερα, ωστόσο, αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών, καθώς η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται ραγδαία λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό του. Εκφραστής του μεταϊμπρεσιονισμού, είχε γράψει στον αδερφό του, Τεό, πως αντί να χρησιμοποιεί τα χρώματα ρεαλιστικά, προτιμούσε να τα χρησιμοποιεί «πιο αυθαίρετα για να εκφράζομαι πιο βίαια». Του άρεσε να ζωγραφίζει τοπογραφίες και με έναν τρόπο, τα έργα του έχουν αυτή την αίσθηση της ελευθερίας, καθώς ο ίδιος απελευθερωνόταν από τα παραδοσιακά καλλιτεχνικά όρια. Η “Έναστρη Νύχτα” ενσωματώνει αυτό το μοναδικό στυλ έκφρασής του.


«Τώρα ζούμε εδώ, σε έναν κόσμο ζωγραφικής ο οποίος είναι ανείπωτα παράλυτος και στρεβλωμένος. Οι εκθέσεις, τα μαγαζιά με πίνακας, τα πάντα, τα πάντα καταλαμβάνονται από ανθρώπους που όλοι τους παρεμποδίζουν το χρήμα. Και δεν πρέπει να σκεφτείς ότι τα φαντάζομαι αυτά. Ο κόσμος πληρώνει πολλά για το έργο όταν ο καλλιτέχνης είναι νεκρός. Και πάντα υποτιμά τους ζωντανούς καλλιτέχνες, στρεφόμενος αναντίρρητα στα έργα τέχνης εκείνων που δεν είναι πλέον μαζί μας.»


Απόσπασμα από γράμμα του Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην αδερφή του, Willemien van Gogh, στις 20 Ιουνίου 1888

Ο πίνακας εικάζεται ότι απεικονίζει τη θέα από το δυτικό παράθυρό του ασύλου Saint-Paul, στο Saint Rémy της Γαλλίας, όπου ο Βαν Γκογκ κατέφυγε μετά από μία διανοητική του κατάρρευση. Τη θέα αυτή ο Βαν Γκογκ τη δημιούργησε όχι λιγότερες από είκοσι μία παραλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της Έναστρης νύχτας. «Σήμερα το πρωί είδα την εξοχή από το παράθυρό μου, αρκετή ώρα πριν το ηλιοβασίλεμα, με τίποτα άλλο παρά το πρωινό αστέρι, το οποίο έμοιαζε πολύ μεγάλο», γράφει ο Βαν Γκογκ στον αδερφό του, Τεό, περιγράφοντάς του την έμπνευσή του.

Η «Έναστρη Νύχτα» είναι ένας ιδιαίτερα εκφραστικός πίνακας, αλλά και δομημένος με εξαιρετικό τρόπο. Ο Βαν Γκογκ ευθυγράμμισε την εκκλησία σε μια διαγώνιο με το κυπαρίσσι για να δώσει την αίσθηση του βάθους και τοποθέτησε το κεντρικό νεφέλωμα ακριβώς πάνω από το σημείο εκείνο της σύνθεσης που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη «ηρεμία». Η σύνθεση του πίνακα χαρακτηρίζεται παρατακτική στο κάτω μέρος του πίνακα, όπου απεικονίζεται η πόλη, και κυματοειδής στο πάνω μέρος του, όπου απεικονίζεται ο ουρανός με τα αστέρια. Όσον αφορά την προοπτική του, αυτή χαρακτηρίζεται αντίστροφη, καθώς τα αντικείμενα που απομακρύνονται από το θεατή, δε μικραίνουν υποχρεωτικά  (π.χ. τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού).

Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι έντονες αντιθέσεις ψυχρών και θερμών χρωμάτων, κατά κύριο λόγο του κίτρινου και του μπλε. Η ανάλυση χρωμάτων δείχνει πως ο ουρανός ζωγραφίστηκε με κυανό και μπλε του κοβαλτίου και, όσον αφορά τα αστέρια και το φεγγάρι, ο Βαν Γκογκ χρησιμοποίησε τη σπάνια απόχρωση “indian yellow” μαζί με κίτρινο του ψευδαργύρου. Έχει συζητηθεί ιδιαιτέρως η κυριαρχία του κίτρινου χρώματος σε αυτό το έργο αλλά και στα άλλα τελευταία έργα του καλλιτέχνη. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Βαν Γκογκ υπέφερε από δηλητηρίαση από μόλυβδο ή από ένα είδος εγκεφαλικής ασθένειας και ότι αυτό εξηγεί την παράξενη χρήση του χρώματος αυτού στους τελευταίους του πίνακες. Η χρήση του άσπρου και του κίτρινου από το Βαν Γκογκ δημιουργεί ένα σπειροειδές αποτέλεσμα, τραβώντας την προσοχή του θεατή στον ουρανό, την οποία μόνο στιγμιαία θα λέγαμε ότι μας αποσπούν οι κάθετες γραμμές του κυπαρισσιού και της εκκλησίας. Χρησιμοποιεί, ακόμη, σκούρα μπλε και πράσινα χρώματα, καθώς και πράσινο της μέντας για την αντανάκλαση του φεγγαριού. Τέλος, φαίνεται πως ο Βαν Γκογκ αντιδιαστέλλει τη ζωή με το θάνατο, με τα φωτεινά του αστέρια και το ζοφερό, ήρεμο χωριό. Η κύρια πηγή φωτός είναι τα φωτεινά αστέρια και το μισοφέγγαρο, τα οποία μάλιστα περιβάλλονται από μεγάλα φωτοστέφανα.

Όσον αφορά την τεχνική του Βαν Γκογκ φαίνεται ότι χρησιμοποιούσε την ιταλική τεχνική “impasto”, όπου η μπογιά (συνήθως η λαδομπογιά) απλώνεται στον καμβά σε τόσο παχιά στρώματα, με αποτέλεσμα ο πίνακας να αποκτά μια σχεδόν τρισδιάστατη μορφή.

Ο Βαν Γκογκ χρησιμοποιούσε τις υπερβολικές, εκφραστικές του πινελιές για να αισθητοποιήσει το πώς ένιωθε μέσα του και να αποκαλύψει τις προσωπικές του εντυπώσεις για οποιοδήποτε θέμα τυχόν ζωγράφιζε. Με τις αναρίθμητες μικρές του πινελιές και τα παχιά στρώματα μπογιάς, θέτει ουσιαστικά τον πίνακα σε μια αέναη κίνηση. Στο έργο του αυτό, λοιπόν, ο Βαν Γκογκ οι μοναδικές, χοντρές πινελιές του είναι πολύ φανερές και είναι πιθανό οι σοβαρές του κρίσεις να έκαναν ακόμα πιο δραματικό τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν το πινέλο. Ωστόσο, υπάρχει μια συνοχή σε αυτή την τεχνική του που προσδίδει ακόμη περισσότερο βάθος, καθώς και μια πιο πλούσια υφή σε αυτό το έργο τέχνης.

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του πίνακα είναι το γεγονός ότι ο Βαν Γκογκ φαίνεται πως συνέλαβε το βαθύ μυστήριο της κίνησης, της ρευστότητας και του φωτός στο έργο του αυτό και, ειδικότερα, κατάφερε να απεικονίσει το απατηλό φαινόμενο, το οποίο ονομάζεται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα “turbulence” (αναταραχή, κενό αέρος). Στην «Έναστρη Νύχτα» ο Βαν Γκογκ μπόρεσε να συλλάβει το φαινόμενο αυτό με ένα βαθμό  επιτήδευσης και ακρίβειας που ανταγωνίζεται τον τρόπο με τον οποίο φυσικοί και μαθηματικοί είχαν προσπαθήσει να το ερμηνεύσουν σε επιστημονικές εκθέσεις τους. Και όλα συνέβησαν, κατά τύχη ίσως, κατά τα τελευταία και πιο ταραχώδη χρόνια της ζωής του. Ενώ είναι, λοιπόν, πολύ εύκολο να πούμε ότι η ευφυΐα του Βαν Γκογκ του επέτρεψε να απεικονίσει το φαινόμενο της αναταραχής, είναι εξίσου πολύ δύσκολο να εκφράσουμε επακριβώς πόσο όμορφο είναι το γεγονός ότι ο Βαν Γκογκ, σε μια περίοδο έντονων ταλαιπωριών, ήταν με κάποιο τρόπο σε θέση να συλλάβει και να παρουσιάσει μια από τις πιο εξαιρετικά δύσκολες έννοιες που δημιούργησε ποτέ η φύση πριν από τον άνθρωπο, καθώς και να ενώσει το μοναδικό του μυαλό με το βαθύτερο μυστήριο της κίνησης, της ρευστότητας και του φωτός.

Σύμφωνα με μία εκδοχή, η «Έναστρη Νύχτα», ως πίνακας, συμβολίζει την απέραντη δύναμη της φύσης, με το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας και το κυπαρίσσι – που αντιπροσωπεύουν τον άνθρωπο και τη φύση αντίστοιχα – να δείχνουν προς τον παράδεισο. Εξάλλου, αυτός ο συνδυασμός οπτικών αντιθέσεων δημιουργήθηκε από έναν καλλιτέχνη που έβρισκε ομορφιά και ενδιαφέρον στη νύχτα, η οποία, για εκείνον, ήταν «πολύ πιο ζωντανή και πολύχρωμη από τη μέρα».

Μια άλλη ερμηνεία της είναι ότι απεικονίζει την ελπίδα. Φαίνεται ο Βαν Γκογκ να έδειχνε μέσω του πίνακά του πως ακόμα και μια σκοτεινή νύχτα, σαν αυτή που ζωγραφίζει, είναι δυνατό να δει κανείς το φως στα σπίτια των σπιτιών. Επιπλέον, με τα λαμπερά αστέρια που «πλημμυρίζουν» το νυχτερινό ουρανό, υπάρχει πάντα φως να οδηγεί τον άνθρωπο.



«Το βασικό χαρακτηριστικό ενός ζωγράφου, φαντάζομαι, είναι να ζωγραφίζει πολύ καλά. Αυτοί που μπορούν να ζωγραφίσουν, που μπορούν να το κάνουν καλύτερα αποτελούν το σπέρμα από κάτι που θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ καιρό, όσο υπάρχουν δηλαδή μάτια που απολαμβάνουν κάτι που είναι μοναδικά όμορφο



Απόσπασμα από γράμμα του Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην αδερφή του, Willemien van Gogh, στις 20 Ιουνίου 1888

Ορισμένοι κριτικοί τέχνης θεωρούν πως η «Έναστρη Νύχτα» έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και απεικονίζει μια ιστορία από τη Βίβλο. Συγκεκριμένα, στο βιβλίο της Γενέσεως, ο Ιωσήφ ονειρεύτηκε έντεκα αστέρια, τον ήλιο και το φεγγάρι (τα οποία φαίνεται να συνενώνονται εδώ) που συμβόλιζαν τα αδέρφια και τους γονείς του να γονατίζουν μπροστά του. Άλλοι ακαδημαϊκοί πιστεύουν ότι αυτός ο πίνακας αποτελεί σύγκλιση ιστορικών δυνάμεων, καθώς εκείνη την περίοδο οι άνθρωποι γοητεύονταν με την αστρονομία και την αστρολογία, με ανθρώπους σαν τον Ιούλιο Βερν που έγραφαν για ταξίδια στο φεγγάρι.

Θα μπορούσαμε, πάντως, να διακρίνουμε μέσα από τον πίνακα «Έναστρη Νύχτα» έναν τραγικό καλλιτέχνη, γεμάτο άγχος που στην ουσία ήθελε να κάνει τόσα πολλά για την ανθρωπότητα (κάποτε υπήρξε και Ευαγγελιστής), τον οποίο όμως συνεχώς η κοινωνία τον απέρριπτε. Αυτός ο πίνακας εκφράζει την αγάπη του Βαν Γκογκ για τις όμορφες δημιουργίες του Θεού και, μολαταύτα, υπάρχει μια πρόδηλη αίσθηση μοναξιάς σαν να μην είδε κανείς άλλος τον κόσμο όπως τον είδε εκείνος.

«Το να κοιτάζω τα αστέρια πάντα με κάνει να ονειρεύομαι, τόσο απλά όσο ονειρεύομαι τις μαύρες κουκκίδες που αντιπροσωπεύουν πόλεις και χωριά πάνω στο χάρτη. Γιατί, ρωτάω τον εαυτό μου, να μην είναι οι λαμπερές κουκκίδες του ουρανού το ίδιο προσβάσιμες όσο οι μαύρες κουκκίδες του χάρτη της Γαλλίας; Όπως ταξιδεύουμε με το τρένο για το Ταρασκόν ή τη Ρουέν, έτσι ταξιδεύουμε με το θάνατο για τα αστέρια».

ΠΗΓΕΣ:

Το μυστήριο πίσω από το έργο «Αμερικανικό Γκόθικ» του Grant Wood

Το «Αμερικανικό Γκόθικ» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού και δημιουργήθηκε από τον Grant Wood. Αν, όπως λένε, η Μόνα Λίζα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος πίνακας παγκοσμίως, τότε και αυτό είναι το πιο αναγνωρίσιμο έργο της αμερικάνικης ζωγραφικής.

O Grant Wood που γεννιέται σαν σήμερα το 1891, στον πίνακα αυτό που δημιούργησε το 1930, την εποχή που οι ΗΠΑ, έμπαιναν στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης και έψαχνε για μοντέλα που θα μπορούσαν να τον εμπνεύσουν να συλλάβει την ουσία των σκληρά εργαζόμενων μέσων Αμερικανών.

Για αυτό το λόγο, το έργο απεικονίζει ένα κτηματία με την κόρη του, μπροστά από ένα αγροτόσπιτο, και περιγράφει τους παραδοσιακούς ρόλους των 2 φύλων στην αμερικανική αγροτική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το δικράνι στο χέρι του άνδρα, που από τη μια συμβολίζει την χειρωνακτική εργασία με την οποία ασχολούνταν κυρίως οι άνδρες και από την άλλη τον εξουσιαστικό ρόλο που έχει ο πατέρας μέσα στην οικογένεια. Παρά την εσφαλμένη πεποίθηση πολλών ότι πρόκειται για έναν τυχαίο αγρότη και την σύζυγο του, ο Wood, ως μοντέλα για τον πίνακα του αυτόν χρησιμοποίησε την μικρή του αδερφή Nan και τον οικογενειακό τους οδοντογιατρό Byron McKeeby. Και οι δύο ήταν απρόθυμοι στην αρχή αλλά τελικά πόζαραν όταν ο Wood, τους διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν θα τους αναγνώριζε. Τα μοντέλα δε στάθηκαν ποτέ μπροστά από ένα σπίτι όπως φαίνεται στον πίνακα. Μάλιστα, τα δύο μοντέλα ούτε καν πόζαραν μαζί. Ενδιαφέρον επίσης έχει το γεγονός ότι υπήρξε συζήτηση για το κατά πόσο τα δύο μοντέλα απεικόνιζαν ένα ζευγάρι.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο Wood αρχικά τους ζωγράφισε ως ζευγάρι. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Nan Wood βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς ο «σύζυγός» της είχε σχεδόν τα διπλάσιά της χρόνια και έτσι η ίδια έλεγε ότι ο πίνακας απεικόνιζε έναν άνδρα με την κόρη του. Ο ζωγράφος με επιστολή του το 1941, φαίνεται να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της αδερφής του, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δίπλα στον άνδρα είναι η «μεγάλη του κόρη».

Η Nan Wood Graham, που πέθανε τον Δεκέμβρη του 1990, εργάστηκε για την προβολή και την ιστορική μελέτη του συνολικού έργου του αδερφού της. Επειδή, όπως συμβαίνει με όλα τα διάσημα έργα, πολλοί επιδόθηκαν σε ζωγραφικές παρωδίες του «american gothic», η Nan οδήγησε πολλές από τις υποθέσεις αυτές στα δικαστήρια, μια και πίστευε ότι μέσα από τις παρωδίες αυτές εθίγετο το έργο και η προσωπικότητα του αδερφού της.
Aλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σταματήσει την σάτιρα, κι αυτή την στιγμή το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρωδίες του πίνακα αυτού.

Όπως είπαμε παραπάνω, σε αυτόν τον πίνακα βλέπουμε έναν άντρα και μία γυναίκα να στέκονται μπροστά από ένα μικρό, λευκό σπίτι, όπου παρατηρούμε ένα παράθυρο νεογοτθικού ρυθμού. Στο μικρό , γοτθικού ύφους παράθυρο του αγροτόσπιτου, που προβάλει ανάμεσα στις δύο μορφές, οφείλεται και ο τίτλος του πίνακα.

Το σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1881 στο Eldon της Iowa, και ανακηρύχτηκε ιστορικό εθνικό μνημείο το 1974, δεν είναι ανοιχτό για το κοινό. Οι επισκέπτες όμως μπορούν να το φωτογραφίσουν εξωτερικά, όπως ακριβώς έκανε και ο Wood για να μπορέσει να δουλέψει πιο άνετα τον πίνακά του. Μικρή λεπτομέρεια της όλης ιστορίας είναι ότι, το γοτθικό παράθυρο που ενέπνευσε τον αμερικανό ζωγράφο, φυλάσσεται τώρα στο Boulder του Colorado, κι αυτό που φωτογραφίζουν πια οι τουρίστες είναι ένα νεώτερο αντίγραφό του.

Με τη Μεγάλη Ύφεση να επεκτείνεται σε ολόκληρη την Αμερική, αυτό το έργο αντέδρασε και έδωσε την ελπίδα στους αγωνιζόμενους Αμερικανούς που αναζητούσαν θετικά σύμβολα μέσα στη σκληρή δουλειά τους. Αυτό που γέννησε το έργο, εξηγεί ο επιμελητής Haskell, ήταν ένα βαθύς σεβασμός για τις αξίες της κοινότητας και την αυτοπεποίθηση – θεμελιώδους σημασίας έννοιες για τον εθνική ταυτότητα, που παρουσιάστηκε στις μικρές πόλεις και στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των ΗΠΑ. Η ζωγραφική του Wood τον εξύψωσε σε σχεδόν μυθικό βάθρο. “Είναι ξεκάθαρο ότι η διαρκής δύναμη της τέχνης του Wood οφείλεται τόσο στην ψυχαναγκαστική ασάφεια όσο και στην αρχέτυπη εικόνα του Midwestern”, προσθέτει ο Haskell. “Μια ονειρική σιωπή τρέχει καθ ‘όλη τη δουλειά του, ενωμένη με την φαινομενικά βουκολική κομψότητά του. Η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία του Wood να αναπαράγει τον φανταστικό κόσμο της παιδικής ηλικίας του και τα ένστικτά ντροπαλότητας και σεξουαλικής συστολής αποτυπώθηκαν στην τέχνη του, προσδίδοντάς της μια ανατριχιαστική μοναξιά και μια ψυχρή αίσθηση φαντασίας. Με την υποσυνείδητη έκφραση της συγκρουόμενης σχέσης του με την πατρίδα που υποτίθεται ότι λατρεύει, δημιούργησε υπνωτικά έργα που αντιμετωπίζουν τις ανεπίλυτες εντάσεις της αμερικανικής εμπειρίας.
Αυτή η μαγευτική σύγκρουση ενισχυμένων, εξωθημένων συναισθημάτων και στοιχειοθετημένων εννοιών κυριαρχεί στο συνολικό του έργο και στο πίνακα που εξετάσαμε παραπάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στη θέασή του μας προκαλείται δέος.

Πηγές: Wikipedia, Forbes, AthensVoice, Mononews

“Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΓΟΥΙΣΤΛΕΡ”: η αγαπημένη μητέρα του καλλιτέχνη που πόζαρε για τον πίνακα του γιου της


«Η μητέρα του Γουίστλερ» (1871) είναι ο πιο διάσημος πίνακας του James McNeill Whistler , ο οποίος εκτίθεται στο Μουσείο Ορσέ του Παρισιού. 

Στον πίνακα, τον οποίο ο καλλιτέχνης σε στενό κύκλο αποκαλούσε “Μητέρα”, ενώ δημοσίως τιτλοφορήθηκε ως «Διάταξη σε μαύρο και γκρίζο Νο 1», απεικονίζεται μια μεγάλη κυρία, η οποία φορά ένα σφιχτό λευκό φακιόλι στα μαλλιά και κάθεται σε καρτερικά κοιτάζοντας το κενό.

Το μοντέλο που πόζαρε ήταν η μητέρα του ζωγράφου. Λέγεται ότι ένα κορίτσι που πόζαρε για τον ζωγράφο είχε ένα ατύχημα και δεν μπορούσε να ποζάρει. Ο
Whistler ζήτησε από τη μητέρα του να πάρει τη θέση της. Ωστόσο, κουράστηκε να ποζάρει όρθια και έπειτα από μερικές ημέρες της επέτρεπε να καθίσει σε καρέκλα και τελικά τη ζωγράφισε καθιστή.

Ο πίνακας του James McNeill Whistler, θεωρείται το απόλυτο αμερικάνικο σύμβολο της σιωπηλής, εσωτερικής δύναμης, της αντοχής και του πατριωτισμού. Το μοντέλο όμως, η Anna McNeill Whistler πόζαρε και πέθανε, εκτός των ΗΠΑ.

Η Anna, γεννήθηκε το 1804 στη Βόρεια Καρολίνα. Το 1831, παντρεύτηκε τον χήρο George Washington Whistler, ο οποίος είχε ήδη 3 παιδιά και γέννησε μαζί του, δύο γιους. Τον James και τον William. Είχε επίσης άλλους δύο γιους οι οποίοι όμως πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Το 1842 ο σύζυγός της προσλαμβάνεται σαν μηχανικός σιδηροδρόμων στη Ρωσία και έτσι όλη η οικογένεια μετακομίζει εκεί. Το 1849 ο George,πεθαίνει από χολέρα και η  Anna, επιστρέφει στην Αμερική στο Κονέκτικατ. Κατά τη διάρκεια όμως του εμφυλίου πολέμου, αποφασίζει να ακολουθήσει τον William, ο οποίος ήταν χειρουργός στο στρατό. Τον James τον διώχνουν από την στρατιωτική ακαδημία West Point και φεύγει μαζί με τη μητέρα του για το Λονδίνο. Η Anna τον ενθαρρύνει να συνεχίσει να ζωγραφίζει και μάλιστα δέχεται να του ποζάρει κιόλας. Τότε ήταν που James φιλοτέχνησε τον πίνακα «Arrangement in Grey and Black No.1 Portrait of the Artist’s Mother», που έχει μείνει γνωστός ως «Whistler’s Mother». Ο πίνακας πέρα από όλα τα άλλα, αποτελεί λοιπόν μια έκφραση της σχέσης του γιου με τη μάνα. H δύναμή του πηγάζει από αυτήν την αμφίσημη σχέση, που άλλοτε είναι ανακούφιση και άλλοτε βάρος. O ζωγράφος αυτό ακριβώς επιδιώκει να αποτυπώσει, το ζυγοστάθμισμα μεταξύ της αφοσίωσης στον γονέα και την ανάγκη ανεξαρτητοποίησης από εκείνον.

Η Anna πέθανε στο Hastings της Αγγλίας, το 1881 και o James έγραψε στην ταφόπλακα της «Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν έχουν δει, κι όμως έχουν πιστέψει».

Ο πίνακας έχει χαρακτηριστεί ως το πιο διάσημο αμερικανικό έργο που βρίσκεται εκτός των ΗΠΑ.

Πηγές: https://www.mixanitouxronou.gr/i-mitera-tou-gouistler-oi-sybtoseis-pou-kryvei-o-diasimos-pinakas-tis-amerikis-to-montelo-epathe-atyxima-kai-telika-pozare-i-mitera-tou-zografou-kathisti-epeidi-itan-kourasmeni/ , http://www.kathimerini.gr/162341/article/politismos/arxeio-politismoy/o-zwgrafos-kai-h-mhtera-toy

Ο Ελ Γκρέκο και «Το άνοιγμα της Πέμπτης Σφραγίδας της Αποκάλυψης»

Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα πιο εντυπωσιακά έργα του El Greco, του Κρητικού ζωγράφου που άφησε το στίγμα του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική.

“Πορτραίτο άνδρα”, πιθανολογούμενη αυτοπροσωπογραφία του Ελ Γκρέκο

Ο Ελ Γκρέκο γεννήθηκε στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη το 1541, στην περιοχή του Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Η Κρήτη τότε αποτελούσε το κέντρο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας. Ο ζωγράφος εκπαιδεύτηκε αρχικά στην αγιογραφία και στην ηλικία των 26 ετών, έχοντας ολοκληρώσει την εκπαίδευση αυτή ταξίδεψε αρχικά στη Βενετία και έπειτα στη Ρώμη. Δέκα χρόνια αργότερα ο Θεοτοκόπουλος μετακόμισε στο Τολέδο, όπου και παρέμεινε ως το θάνατό του (1614). Η διαμονή του στις πόλεις- σταθμούς της ευρωπαϊκής ζωγραφικής επηρέασε καθοριστικά το ύφος και τις καλλιτεχνικές δημιουργίες του.

Το Άνοιγμα της Πέμπτης Σφραγίδας της Αποκάλυψης, Ελ Γκρέκο, περ. 1608-14

Ο πίνακας που επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε σήμερα έχει, θεωρούμε, ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η σκηνή προέρχεται, όπως μαρτυρά το όνομα του έργου, από την Αποκάλυψη, της Καινής Διαθήκης. Ειδικότερα, αναπαριστά το σημείο όπου ο Χριστός καλεί τον Ιωάννη να παραστεί στο άνοιγμα των επτά σφραγίδων. Με το άνοιγμα της πέμπτης σφραγίδας οι μάρτυρες ανασταίνονται και δέχονται τις λευκές στολές, ως θεϊκό δώρο.

Ο Ιωάννης βρίσκεται στην άκρη του πίνακα, με το βλέμμα υψωμένο προς τον ουρανό, σα να βλέπει ένα εκστατικό όραμα. Τα χέρια του είναι σηκωμένα ψηλά, μια προφητική χειρονομία. Πίσω από τον Ιωάννη και καλύπτοντας τη μεγαλύτερη έκταση του πίνακα βρίσκονται οι μάρτυρες. Είναι γυμνές φιγούρες, που εκτελούν έντονες, ταραγμένες χειρονομίες και δέχονται τις λευκές στολές από έναν άγγελο.

Τα χρώματα του πίνακα είναι σκούρα και ψυχρά και υπάρχει έντονη φωτοσκίαση, η οποία μαρτυρά και τις επιρροές της Ενετικής Αναγέννησης, που είχε δεχθεί ο Ελ Γκέκο. Όλος ο πίνακας αποπνέει ένα αίσθημα μυστικισμού. Οι μορφές μοιάζουν υπερφυσικές, εξαϋλωμένες, δεν έχουν το προσεκτικό τέλειο φινίρισμα, καθώς ο ζωγράφος επιθυμεί να αποδώσει μια ξεχωριστή πνευματικότητα στον πίνακα, όπως πρέσβευε και η βυζαντινή αγιογραφία. Η τεχνική αρτιότητα της ζωγραφικής, με τη δημιουργία άψογων μορφών,  η οποία είχε απογειωθεί κατά την εποχή του Ελ Γκρέκο, αντικαθίσταται ως ένα βαθμό από αφύσικα στενόμακρες φιγούρες, τεχνική των Μανιεριστών ζωγράφων. Σημασία δίνεται στην αποτύπωση της ατμόσφαιρας μιας σκηνής (μυθολογικής/θρησκευτικής), στην εισαγωγή μιας νέας οπτικής στη ζωγραφική, ιδέες τις οποίες υπηρετούσε με την τέχνη του και ο Τιντορέττο. Εξάλλου στην Ισπανία, όπου ζούσε ο Θεοτοκόπουλος, η θρησκεία ήταν άμεσα συνυφασμένα με το μυστικιστικό στοιχείο.

Το έργο «Το άνοιγμα της Πέμπτης Σφραγίδας της Αποκάλυψης» είναι ένας πίνακας που δημιουργεί δέος, με περιεχόμενο υποβλητικό και έντονα συγκινησιακό. Οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές είναι μία στροφή στην καλλιτεχνική έκφραση και για πολλούς αποτελούν μια από τις βασικότερες επιρροές των μετέπειτα κινημάτων του εξπρεσσιονισμού, του υπερρεαλισμού αλλά και του κυβισμού. Ο Ελ Γκρέκο υπήρξε μια καλλιτεχνική ιδιοφυΐα, μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής τέχνης.

ΠΗΓΕΣ:

E. H. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης, Μ.Ι.Ε.Τ.

https://en.wikipedia.org/wiki/El_Greco

es.wahooart.com

El Greco

Η Πρόταση, ένα έργο της Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ

Η Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ πέθανε σαν σήμερα το 1660 και ήταν Ολλανδή ζωγράφος. Η Λέιστερ ζωγράφισε σκηνές της καθημερινότητας, πορτρέτα και νεκρές φύσεις. Μέχρι το 1893 ολόκληρο το έργο της αποδιδόταν στον Φρανς Χαλς, οπότε ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόο πρώτος της απέδωσε επτά πίνακες, έξι από τους οποίους είναι “υπογεγραμμένοι” με το χαρακτηριστικό μονόγραμμα “JL”. Υπέγραφε τα έργα της με μονόγραμμα που έφερε τα αρχικά JL με προσκολλημένο σε αυτά ένα άστρο. Αυτό αποτελούσε λογοπαίγνιο, καθώς “Lei star” σημαίνει “ηγετικό άστρο” στα ολλανδικά, και έτσι αποκαλούσαν τον Πολικό Αστέρα οι Ολλανδοί ναυτικοί της εποχής. “Leistar” ήταν, επίσης, το εμπορικό όνομα της ζυθοποιίας του πατέρα της στο Χάαρλεμ.Με το πλήρες της όνομα υπέγραφε μόνον σποραδικά.

Υπάρχουν κάποιες εικασίες ότι η Λέιστερ ακολούθησε σταδιοδρομία στη ζωγραφική ως συνέπεια της χρεωκοπίας του πατέρα της και της ανάγκης να αποκτήσει προσόδους η οικογένεια. Πιθανόν να σπούδασε ζωγραφική με τον Φρανς Πήτερ ντε Χρέμπερ (Frans Pietersz de Grebber), ο οποίος διατηρούσε εργαστήριο που έχαιρε εκτίμησης στο Χάαρλεμ κατά τη δεκαετία του 1620. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η οικογένεια μετακόμισε στην περιοχή της Ουτρέχτης και εκεί πιθανόν να ήρθε σε επαφή με τους θαυμαστές του Καραβάτζιο.

Αν και ήταν πολύ γνωστή όσο ζούσε και οι σύγχρονοί της την εκτιμούσαν, η Λέιστερ και το έργο της ξεχάστηκαν σχεδόν τελείως μετά τον θάνατό της. Η εκ νέου “ανακάλυψή” της έγινε το 1893: Ένας έμπορος έργων τέχνης αγόρασε ένα πίνακα ως έργο του Φρανς Χαλς, για να ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα ήταν έργο της Γιούντιτ Λέιστερ. Ο πίνακας έφερε την υπογραφή – μονόγραμμα της Λέιστερ, αλλά δεν ήταν δυνατό τότε να αναγνωριστεί. Το 1893 ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόοτ το αναγνώρισε και έγραψε το πρώτο του άρθρο σχετικά με αυτήν.Οι ιστορικοί τέχνης από τότε συχνά την απαξίωναν ως μιμήτρια του Χαλς, αν και η συμπεριφορά τους άρχισε να αλλάζει κατά τα τελευταία χρόνια.

Ειδικευόταν στη δημιουργία πορτρέτων, στα οποία συνήθως περιλάμβανε μία ως τρεις μορφές, που αποπνέουν ευθυμία και απεικονίζονται σε μονόχρωμο περιθώριο. Πολλά πορτρέτα περιλαμβάνουν παιδικές μορφές, ενώ άλλα άνδρες που πίνουν. Η Λέιστερ υπήρξε πρωτοπόρος στις “οικιακές” απεικονίσεις: Δημιούργησε ήσυχες σκηνές με γυναίκες στο σπίτι, συχνά με ένα κερί ή μια λάμπα, συχνά όπως θα τις έβλεπε μια γυναίκα. Η “Πρόταση” (σήμερα στο Mauritshuis) είναι μια ασυνήθιστη παραλλαγή αυτής της καθημερινής σκηνής και παρουσιάζει ένα κορίτσι να του προσφέρεται μη ευπρόσδεκτη προκαταβολή, αντί της συνηθισμένης απεικόνισης μιας πρόθυμης πόρνης. Εν τούτοις, αυτή η ερμηνεία δεν γίνεται πάντα δεκτή.

Ο Meg Lota Brown, καθηγητής αγγλικών στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, και η Kari Boyd McBride, καθηγήτρια Γυναικείων Σπουδών, θεωρούν ότι η πρόταση είναι «ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της Λάιστερ από την περίοδο της μεγαλύτερης καλλιτεχνικής παραγωγής». Η Marianne Berardi, ιστορικός τέχνης που ειδικεύεται στην ολλανδική ζωγραφικής της χρυσής εποχής, αναφέρει ότι είναι “ίσως η πιο αξιοσημείωτη ζωγραφική της”. Το πιο χαρακτηριστικό της σημείο είναι το πόσο διαφορετικό είναι σε άλλους σύγχρονους Ολλανδούς το ζήτημα της “σεξουαλικής προτίμησης”. Η σύμβαση αυτού του είδους ήταν συνηθισμένη και σαφώς και οι δύο ενδιαφέρονται για το σεξ, για τα χρήματα. Όμως ο πίνακας έπρεπε να ήταν διαφορετικός. Το φόρεμα θα ήταν προκλητικό, οι εκφράσεις του προσώπου να υποδηλώνουν και μερικές φορές θα υπήρχε μια τρίτη φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας.

Αντίθετα, στην Πρόταση η γυναίκα δεν απεικονίζεται ως πόρνη, αλλά ως συνηθισμένη νοικοκυρά, που ασχολείται με μια απλή καθημερινή δουλειά. Δεν είναι ντυμένη προκλητικά. Δεν εμφανίζει το στήθος της (αλλά μάλλον η μπλούζα της καλύπτει όλο το στέρνο της). Δεν είναι ορατοί οι αστράγαλοι. Και δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σεξ ή ακόμα και για τον άνδρα. Η σύγχρονη ολλανδική λογοτεχνία ανέφερε το είδος της δραστηριότητας ήταν η σωστή συμπεριφορά για ενάρετες γυναίκες σε στιγμές αδράνειας. Ο Kirstin Olsen παρατήρησε ότι οι άνδρες επικριτές της τέχνης “έχαψαν εντελώς το σημείο” ότι η γυναίκα, σε αντίθεση με άλλα έργα, δεν χαιρετίζει την πρόταση του ανθρώπου ότι λανθασμένα ονόμασε τη ζωγραφική “The Thepting Offer”.

Το μαγκάλι, του οποίου τα λαμπερά κάρβουνα είναι ορατά κάτω από τον ποδόγυρο της φούστας της γυναίκας, ήταν ένας εικονογραφικός κώδικας της εποχής και αντιπροσωπεύει την οικογενειακή κατάσταση της γυναίκας. Ένα μεσοφόρι που τελείωνε κάτω από τη φούστα έδειχνε ότι μια παντρεμένη γυναίκα δεν ήταν διαθέσιμη, όπως εδώ. Ένα όμως που προεξέχει στο μισό κάτω από τη φούστα με το πόδι της γυναίκας να είναι ορατό υποδεικνύει κάποια που μπορεί να είναι δεκτική σε ένα αρσενικό.

Η φεμινιστική ερμηνεία της εικόνας προήλθε σε μεγάλο βαθμό από το έργο του Frima Fox Hofrichter που επεσήμανε το 1975 (Hofrichter 1975) τη διαφορά μεταξύ της ζωγραφικής της Λάιστερ και άλλων του είδους. Σύμφωνα με τον Hofrichter, η γυναίκα στο έργο είναι ένα “αμήχανο θύμα” που παρουσιάζεται συμπαθητικά και θετικά.

Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί τέχνης δεν συμφωνούν απόλυτα με τον Hofrichter. Για παράδειγμα: ο Wayne Franits, καθηγητής καλής τέχνης στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, επικρότησε αργότερα τον Hofrichter, παρατηρώντας ότι μια προσφορά χρημάτων ήταν μια κοινή αρχή ενός “ψαρέματος” εκείνη την εποχή, οπότε η ζωγραφική μπορεί να απεικονίζει μια απλή ειλικρινή απόπειρα στο γάμο. Η Φραντς υποδηλώνει ότι «η αδιαμφισβήτητα υγιεινή δραστηριότητα της γυναίκας παρείχε ένα σημαντικό προηγούμενο για τους μεταγενέστερους πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν την εγχώρια αρετή».

Πολλά από τα άλλα έργα της, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με μουσική, θυμίζουν έργα συγχρόνων του, όπως του συζύγου της, των αδελφών Χαλς, του Γιαν Στέιν και των οπαδών του Καραβάτζιο στην Ουτρέχτη Χέντρικ Τερμπρούγκεν και Χέρριτ φαν Χόντχορστ: Οι πίνακές τους, κυρίως σκηνές της καθημερινότητας σε ταβέρνες ή άλλους χώρους διασκέδασης, ταίριαζαν με το γούστο της ολλανδικής μεσαίας τάξης. Ζωγράφισε λίγα καθαυτό πορτρέτα και το μόνο της ιστορικό έργο είναι “Ο Δαβίδ με την κεφαλή του Γολιάθ”, που δεν απέχει πολύ από το τυπικό της ύφος με μια μόνο μορφή κοντά στο προσκήνιο του κύριου χώρου.

Το αριστούργημα του Henri Matisse, “Ο ΧΟΡΟΣ”


Ο πίνακας “Ο Χορός”(1910) είναι μια ελαιογραφία σε καμβά (260 X 391 εκ.) του Henri Matisse, ο οποίος εκτίθεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης.

Ο πίνακας αναπαριστά πέντε φιγούρες σε κυκλικό σχηματισμό μπροστά από επίπεδο φόντο. Η απόδοση είναι απλοποιημένη, με επίπεδα σχήματα και μορφές χωρίς λεπτομέρειες. Χρησιμοποιούνται σκούρες αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου στο φόντο, ενώ το χρώμα των μορφών είναι βασισμένο στο κόκκινο. Αξιοποιείται η φόρμα, το περίγραμμα και η εκφραστική αξία χρωμάτων ομάδων (θερμά, αντίθετα) δημιουργώντας σχέσεις ισορροπίας και αρμονίας. Μέσα από τις επαναλήψεις της καμπύλης γραμμής και του κόκκινου χρώματος αντανακλάται ρυθμός και κίνηση, ενώ η απουσία προοπτικής δίνει ένα αίσθημα ακαθόριστου χώρου.

Ειδικότερα, οι γιγαντόσωμες φιγούρες χορεύουν ανάμεσα σε γη και ουρανό , παρασυρμένες σε ένα αέναο στροβιλισμό. Πίσω από την φαινομενική απλότητα της σύνθεσης και την αμεσότητα των μορφών και των χρωμάτων κρύβεται ένα σύνθετο πλέγμα από ιδέες και νοητικούς συνειρμούς. Ο χορός γίνεται το συμβολικό όραμα ενός συμπαντικού εναγκαλισμού , στο οποίο η ζωή ερμηνεύεται ως μια κυκλική αρμονία που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα και ρυθμικά .

“Μουσική” (1910)

Το έργο “Ο Χορός” δημιουργήθηκε μαζί με ένα άλλο την “Μουσική” το 1910 για να κοσμήσουν τον χώρο της σκάλας στην μοσχοβίτικη κατοικία του Σεργκέι Σουκίν. Προηγείται ένας πρώτος πίνακας “Χορός Ι” του 1909, ο οποίος κατά τον καλλιτέχνη ήταν απλώς ένα προπαρασκευαστικό σχέδιο. Το 1911 ο Matisse ταξίδεψε στην Μόσχα για να επιβλέψει αυτοπροσώπως την εγκατάσταση των δύο μεγάλων έργων.

“Χορός Ι” (1909)

Πηγές: https://www.henrimatisse.org/the-dance.jsp , https://m.lifo.gr/team/sansimera/52648 , http://photodentro.edu.gr/lor/handle/8521/9316

Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς – Κ. Παρθένης

Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς, Κ. Παρθένης (περ.1920-1925)

Για σήμερα θα παρατηρήσουμε έναν υπέροχο πίνακα του Αλεξανδρινού ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, το «Μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς».

Κωνσταντίνος Παρθένης

Ο Παρθένης θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1878 και πέθανε στην Αθήνα το 1967. Ήταν ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, γνώριζε πέντε γλώσσες και μουσική, ενώ ζωγραφική  σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, κέντρο νεωτερισμού της εποχής, κοντά στον Καρλ Ντίφενμπαχ. Με μητέρα Ιταλίδα και έχοντας ζήσει στη Βιέννη, το Παρίσι, την Αλεξάνδρεια , την Κέρκυρα και την Αθήνα, οι καλλιτεχνικές του επιρροές υπήρξαν ποικίλες.

Στα έργα κατά την περίοδο της πρώτης διαμονής του στην Ελλάδα (μέχρι το 1907 περίπου), είναι εμφανείς οι επιρροές του Συμβολισμόυ (κυρίως από τον Κλιμτ) και της Αρ Νουβώ. Τα χρώματά του είναι ψυχρά, ο ορίζοντας ενιαίος, χωρίς ουρανό, οι παραστάσεις σχηματοποιούνται (διακοσμητική σχηματοποίηση) και χρησιμοποιείται η στιγμογραφία.

Μετά τη διαμονή του στο Παρίσι, ύστερα από το 1910, το ύφος του διαφοροποιείται ελαφρώς, με εμφανείς τις νεωτερικές επιρροές του μεταϊμπρεσσιονισμού, αλλά και των Γάλλων Συμβολιστών. Είναι η πιο ώριμη περίοδος του ζωγράφου. Συγχρόνως, ο Παρθένης ασχολείται με την αγιογραφία. Μελετά τους  βυζαντινούς αγιογράφους, το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, ενώ ασχολείται και με το ρεύμα του Κυβισμού. Όλα αυτά τα ρεύματα και οι ιδέες εναρμονίζονται στο μοναδικό προσωπικό του ύφος. Δημιουργεί αγιογραφίες, και πίνακες εμπνευσμένους από τα ελληνικά τοπία, τη νεότερη ιστορία, αλλά και τη μυθολογία. Η ζωγραφική του διαπνέεται από μέτρο και αρμονία. Τα χρώματα είναι πιο ζωηρά, για να αποδοθεί η φωτεινότητα του ελληνικού τοπίου. Τα σχέδια σα να βγαίνουν από τον κόσμο της ψυχής, εξιδανικευμένα και εξαϋλωμένα. Η ζωγραφική του Παρθένη μεταφέρει τον παρατηρητή σε έναν πλατωνικό κόσμο, όπου η ύλη γίνεται ιδέα  και απαλάσσεται από το βάρος της, μεταστοιχειώνεται.

Ο πίνακας «Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς» αποτελεί έργο της ώριμης περιόδου του ζωγράφου. Δημιουργήθηκε μεταξύ 1920- 1925. Αναπαριστά τοπίο, από λάδι και μολύβι σε μουσαμά, με ένα εκκλησάκι σε ορεινό νησιωτικό τοπίο. Στο συγκεκριμένο πίνακα βρίσκονται συγκεντρωμένα τα χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου ύφους του Παρθένη. Το τοπίο είναι φωτεινό, οι παραστάσεις «τείνουν προς τα άνω» και οι αποχρώσεις βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία.

Ο Παρθένης έλαβε πλήθος εθνικών και διεθνών διακρίσεων. Κοντά του μαθήτευσαν σπουδαίοι νεοέλληνες ζωγράφοι, όπως ο Τσαρούχης και ο Εγγονόπουλος. Υπήρξε, όμως επίσης ένα καλλιτέχνης που πολεμήθηκε στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο και βρέθηκε συχνά αντιμέτωπος με το συντηρητισμό των συναδέλφων του, γεγονός που οδήγησε και στην παραίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών . Ο ζωγράφος απομονώθηκε στην οικογένεια και την τέχνη του, ωστόσο λόγω παράλυσης προς το τέλος της ζωής του διέκοψε κάθε δραστηριότητα. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης πέθανε απομονωμένος, σε συνθήκες ένδειας, τον Ιούλιο 1967, αφήνοντας, ωστόσο, τεράστια κληρονομιά στην καλλιτεχνική ιστορία της χώρας μας.


«Ο Παρθένης άνοιξε τα μάτια μας σε μια ακόμη -έως τότε άγνωστη- μορφή του τόπου μας. Απεκάλυψε μια κρυμμένη έκφρασή της. Άλλαξε την πορεία της καλλιτεχνικής μας όρασης. Σφράγισε με την προσωπικότητά του μια κρίσιμη εποχή».

Μαρίνος Καλλιγάς (διευθ. Εθνικής Πινακοθήκης), Από τον επικήδειο του Κων/νου Παρθένη

ΠΗΓΕΣ:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82

https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painting/mesopolemos/konstantinos-parthenis/to-mikro-ekklisaki-tis-kephalonias.html

www.elculture.gr

http://www.kathimerini.gr/760189/article/proswpa/proskhnio/kwnstantinos-par8enhs-prwtoporos-toy-monternismoy-sthn-ellada

Η ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ: η μυστηριώδης ομορφιά του πίνακα του Ανρί Ρουσό


“Η κοιμισμένη τσιγγάνα”(1897) είναι ένας πίνακας του Γάλλου μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφου, Ανρί Ρουσό.

Ο Ανρί Ρουσό ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που εντυπωσίαζε τον κόσμο με το ακατέργαστο ταλέντο του. Μολονότι δεν πήρε μαθήματα κι άρχισε να ζωγραφίζει μετά τα 40, τα έργα του εξέπεμπαν έναν δυναμισμό και κατέπληξαν το κοινό. Μερικά από τα έργα του απεικονίζουν ζούγκλες, παρόλο που εκείνος δεν είχε πάει ποτέ σε ζούγκλα. Λέγεται πως πήρε την έμπνευσή του από εικονογραφημένα βιβλία και βοτανικούς κήπους στο Παρίσι.

Αυτοπροσωπογραφία του Ανρί Ρουσό

Ο πιο διάσημος πίνακας του έχει τόσο ασυνήθιστο θέμα που δημιουργήθηκε φήμη ότι ήταν πλαστός. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, το λιοντάρι επισκέπτεται την τσιγγάνα που έχει δίπλα το μαντολίνο της σε αυτή την αριστοτεχνική σύνθεση, η οποία με κάποιο τρόπο χρησιμοποιεί σκληρές γραμμές και επίπεδες προοπτικές δημιουργώντας ένα υπέροχο θέαμα. Το έρημο τοπίο μακρινών λόφων και γυμνού εδάφους κάνει παράξενη αντίθεση με τις συνήθεις ζούγκλες του Ρουσό: κανένα άλλο έργο του δεν είναι τόσο λιτό. Όμως τα οριζόντια επίπεδα φωτός κι οι λιγοστές λεπτομέρειες δημιουργούν ισχυρή εντύπωση.

Στην “Κοιμισμένη τσιγγάνα”, ο Ρουσό απεικονίζει σε μία έρημο μια Αφρικανική τσιγγάνα που φορά ένα ανατολίτικο ρούχο. Η τσιγγάνα είναι ξαπλωμένη δίπλα σε ένα ιταλικό έγχορδο μουσικό όργανο και σε μια στάμνα με νερό. Καθένα από αυτά τα αντικείμενα έχουν μεγάλη σπουδαιότητα για την κουλτούρα, στην οποία ανήκουν. Το ανατολίτικο φόρεμα της κοπέλας και το μαντολίνο είναι πολύ συνηθισμένα στους σχετικές κουλτούρες της Ασίας και της Ιταλίας. Ωστόσο, ο Ρουσό αποφασίζει να συνενώσει όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία στον πίνακά του.

Ο Ρουσό ήταν σε μεγάλο βαθμό ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος. Παρόλο που είχε την φιλοδοξία να μπει στην Ακαδημία, αυτό ποτέ δεν έγινε. Πάντως, τα έντονα χρώματά του, η φανταστική εικονοποιία του και η προσεκτική σχεδίαση των έργων του βρίσκονταν σε άμεσο “διάλογο” με το στυλ και το θεματικό μοτίβο μιας νέας γενιάς πρώτης γραμμής ζωγράφων.

Ο Ρουσό περιέγραψε το θέμα του πίνακά του έτσι: “Μια περιπλανώμενη νέγρα, μια μουσικός με το μαντολίνο της, ξαπλώνει με τη στάμνα της δίπλα της (ένα βάζο με πόσιμο νερό), εξαντλημένη από την κούραση και βυθίζεται σε ύπνο βαθύ. Ένα λιοντάρι τυχαίνει να περνά, αντιλαμβάνεται τη μυρωδιά της, μα δεν την καταβροχθίζει. Υπάρχει η ποιητική επίδραση του φεγγαρόφωτος.”

Η φανταστική απεικόνιση να ρεμβάζει πάνω από μία κοιμισμένη τσιγγάνα σε μια νύχτα με φεγγαρόφωτο είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους πίνακες ακόμη και στις μέρες μας.

Πηγές: https://www.mixanitouxronou.gr/anri-royso-o-teloneiakos-poy-zografize-zoygkles-kai-egine-gnostos-otan-ton-anakalypse-o-pikaso-fylakistike-gia-klopi-kai-anoige-ta-parathyra-gia-na-fygei-i-energeia-ton-ergon-toy/ , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%81%CE%AF_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%83%CF%8E , http://www.henrirousseau.net/the-sleeping-gypsy.jsp

“ΠΡΟΒΑ ΜΠΑΛΕΤΟΥ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ” του ζωγράφου της ανθρώπινης κίνησης, Εντγκάρ Ντεγκά

Ο πίνακας «Πρόβα μπαλέτου στη σκηνή» φιλοτεχνήθηκε το 1874 από το Γάλλο Ιμπρεσιονιστή ζωγράφο Εντγκάρ Ντεγκά.

Ο Εντγκάρ Ντεγκά θεωρείται από τους θεμελιωτές του ιμπρεσιονισμού, μολονότι ο ίδιος απέρριπτε τον όρο και προτιμούσε να αποκαλείται ρεαλιστής. Ήταν αναγνωρισμένος ως αυθεντία της κινούμενης ανθρώπινης μορφής και ήταν κυρίως γνωστός για τις χορεύτριες του, που τις απεικόνισε σε πίνακες, χαρακτικά και γλυπτά σε μπρούντζο.

Ο Ντεγκά ασχολήθηκε με τον κόσμο του χορού σχεδόν εμμονικά, γι’ αυτό απεικονίζει τις κοπέλες σε πρόβες ή ντυμένες με φτερά, ενώ περιμένουν την έναρξη της παράστασης. Ήταν ένας οξυδερκής παρατηρητής και ένας παράξενος, αλλά συμπαθητικός χρονικογράφος της καθημερινής ζωής των χορευτριών.

Η συζήτηση γύρω από το πάθος του Ντεγκά για τις χορεύτριες περιστρέφεται και γύρω από το θέμα της πορνείας από την οποία οι μπαλαρίνες, που κατά κανόνα προέρχονταν από τις κατώτερες κοινωνικά και οικονομικά τάξεις, απείχαν ένα μόλις βήμα. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο για τα «μικρά ποντικάκια» (όπως αποκαλούνταν χαϊδευτικά οι χορεύτριες της Όπερας της γαλλικής πρωτεύουσας) να αναζητούν προστάτες ανάμεσα στους πλούσιους θεατές οι οποίοι συγκεντρώνονταν στην πίσω πόρτα.

«Εκτός από την καρδιά μου, αισθάνομαι όλα να γερνούν μέσα μου. Ακόμη και η καρδιά μου έχει κάτι το τεχνητό. Την έχουν ράψει οι χορεύτριες σε ένα πορτοφολάκι από ροζ σατέν, πολύ απαλό ροζ, σαν τα παπούτσια τους».

ο Ντεγκά σε ένα γράμμα του προς τον γλύπτη Αλμπέρ Μπαρτολομέ

Στον πίνακα «Πρόβα μπαλέτου στη σκηνή» (1874), αποτυπώνονται κορίτσια που χορεύουν ντυμένα με το χαρακτηριστικό τούλι της μπαλαρίνας υπό το βλέμμα ενός άνδρα ο οποίος κάθεται πιο πίσω, σε μια καρέκλα, φορώντας στραβά το καπέλο του. Πιθανώς είναι κάποιος συνδρομητής της όπερας. Ένας από αυτούς που πλήρωναν αδρά για να αποκτήσουν το προνόμιο της πρόσβασης στις πρόβες και στις παραστάσεις, αλλά και για να έχουν τη δυνατότητα προσωπικών σχέσεων με τις κοπέλες.

Ο Ντεγκά έδινε διάφορες απαντήσεις όταν τον ρωτούσαν για τη μανία του να ζωγραφίζει χορεύτριες. «Μου αρέσουν τα φορέματά τους» έλεγε τη μια φορά. «Αποτελούν, με έναν τρόπο, τη συνέχεια των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων», απαντούσε την άλλη. Ωστόσο, σοβαρότερη ακούγεται μια τρίτη εκδοχή σύμφωνα με την οποία οι χορεύτριες του προσέφεραν απλώς την πρόφαση για να αποτυπώσει την ανθρώπινη κίνηση, της οποίας υπήρξε αιώνιος θαυμαστής.

Πηγές: https://www.elculture.gr/blog/article/εντγκάρ-ντεγκά-ο-ζωγράφος/ , https://el.m.wikipedia.org/wiki/Εντγκάρ_Ντεγκά

Η «Άρτεμις κυνηγός» του Renoir

Ο πίνακας «Άρτεμις κυνηγός» (1867) είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους πίνακες του Ρενουάρ (Pierre Auguste Renoir), ο οποίος αποτέλεσε μία από τις ηγετικές μορφές του Ιμπρεσιονισμού.

Ο Ρενουάρ λέει ότι μια μέρα ήρθε ένας άντρας για να αγοράσει τον πίνακα αυτόν, αλλά δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν γιατί ο υποψήφιος αγοραστής ήθελε να αγοράσει μόνο το ελάφι. Το υπόλοιπο του πίνακα δεν τον ενδιέφερε!

Η όμορφη κοπέλα του πίνακα (υπάρχει η άποψη ότι πρόκειται για την ερωμένη του καλλιτέχνη) έγινε μία Άρτεμις μόνο από σκοπιμότητα. Ο Ρενουάρ ήταν ένας έξυπνος, ρεαλιστής άντρας, εκτός από μεγάλος καλλιτέχνης. Σχετικά με τον πίνακά του είπε τα εξής: « Δεν είχα σκοπό να κάνω τίποτα άλλο, παρά μία σπουδή στο γυμνό. Ωστόσο, η εικόνα θεωρήθηκε αρκετά άσεμνη, οπότε ζωγράφισα ένα τόξο στο χέρι της κοπέλας και ένα ελάφι στα πόδια της. Πρόσθεσα και το δέρμα ενός ζώου, προκειμένου να κάνω τη γύμνια της να δείχνει λιγότερο προκλητική.» Ο Ρενουάρ ήθελε να παρουσιάσει τον πίνακά του στο Σαλόν του 1867, ωστόσο απορρίφθηκε.

Η «Άρτεμις κυνηγός» είναι ένας από τους λίγους πίνακες, όπου ο Ρενουάρ έκανε χρήση κοπιδιού στη ζωγραφική του. Ήταν εκείνη την περίοδο που ο ίδιος θαύμαζε την τεχνική «impasto» (παχιά στρώματα χρώματος) και τον θαυμάσιο ρεαλισμό του Gustave Courbet. Η εικόνα είναι ξεκάθαρα σκηνή από στούντιο. Ο φωτισμός της γυναικείας μορφής είναι έντονος και το σκηνικό τεχνητό.

Φαίνεται ότι ο Ρενουάρ ακόμη προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του, όταν ζωγραφίζει αυτόν τον πίνακα, όμως το ένστικτο και η ευαισθησία του έχουν ήδη διαμορφωθεί. Για άλλη μια φορά χρησιμοποιεί εδώ ψυχρούς μπλε τόνους (ο Γάλλος καλλιτέχνης ζωγράφιζε με ψυχρούς τόνους στην αρχή της καριέρας του και με θερμότερους όσο πέρναγαν τα χρόνια, αντίθετα με τη συνηθέστερη εξέλιξη). Σε όλο τον πίνακα υπάρχει ένα έκδηλο ενδιαφέρον σε ποικίλες υφές, σε στοιχεία που φανερώνονται μέσα από το χρώμα, την αξία και την ερμηνεία τους. Η ποιότητα του χρώματος ποικίλει από το λείο, άθραυστο ουρανό έως το εμπλουτισμένο, γυαλιστερό δέρμα του ελαφιού, έπειτα προς τους πιο έντονα ζωγραφισμένους βράχους και τελικά το πλούσιο φύλλωμα.

Γενικά οι ψυχροί τόνοι κινούνται από την πάνω αριστερή πλευρά ως την κάτω δεξιά πλευρά του πίνακα, ενώ οι θερμοί τόνοι κινούνται στον αντίθετο άξονα. Το δέρμα ζώου, με το οποίο ο Ρενουάρ ήθελε «να κάνει τη γύμνια της να δείχνει λιγότερο προκλητική» είναι μέρος του «θερμού» άξονα, αλλά οι γραμμές του ακολουθούν την «ψυχρή» κατεύθυνση. Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που ο θεατής θα προσέξει σε αυτόν τον πίνακα, ο οποίος είναι ένας από τους σπουδαίους πίνακες του 19ου αιώνα που απεικονίζουν μορφές και ιδιαιτέρως πλούσιος από ερμηνευτικής απόψεως.

Πηγές: http://www.renoir.net/diana.jsp#prettyPhoto , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B9%CE%B5%CF%81_%CE%A9%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84_%CE%A1%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81#%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1 , https://www.nga.gov/collection/art-object-page.46680.html