Οι χαμένοι πίνακες του Ντιέγκο Βελάσκεθ

Ντιέγκο Βελάθκεθ ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους της περιόδου του μπαρόκ, γνωστός κυρίως για τις προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε ως καλλιτέχνης της αυλής του βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππου Δ´. Αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της τέχνης, με σημαντική επίδραση στη ζωγραφική του 19ου αιώνα, ειδικότερα στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Δυστυχώς, κάποιοι από τους πίνακες του μεγάλου ζωγράφου χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου, και όμως εκατονταετίες αργότερα εμφανίστηκαν ξανά σε μέρη που κανένας δεν θα σκεφτόταν να ψάξει.

«Το πορτρέτο της Ολυμπίας Μαϊνταλκίνι Παμφίλι» -που φιλοτέχνησε στα μέσα του 17ου αιώνα ο κορυφαίος Ισπανός ζωγράφος Ντιέγο Βελάσκεθ βρέθηκε φέτος στην Ολλανδία.

Επί σχεδόν 300 χρόνια και συγκεκριμένα, από το 1724, ο πίνακας θεωρείτο χαμένος, ή κατά μία εκδοχή, κατεστραμμένος. Ωστόσο, σήμερα, η προσωπογραφία μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες γυναικείες προσωπικότητες στην Ιστορία, επανήλθε στο φως στο Άμστερνταμ, αποκαταστάθηκε και  θα βγει σε δημοπρασία από τον οίκο Sotheby’s.

Με εκτιμώμενη τιμή στα 2-3 εκατ. στερλίνες, τον πίνακα θα διεκδικήσουν μεγάλοι συλλέκτες και διεθνή Μουσεία, καθώς, όπως τονίζει ο Τζέιμς ΜακΝτόναλντ, ειδικός σε κλασσικούς ζωγράφους του Sotheby’s, «ο Βελάσκεθ είναι ένας από τους αδιαφιλονίκητους τιτάνες της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ζωγραφικής. Η προσωπογραφία αυτή αναμφίβολα εξερεθίζει το ενδιαφέρον και των ειδικών, αλλά και των θαυμαστών του Βελάσκεθ».

Ο πίνακας υποβλήθηκε σε εξαντλητικές εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί η αυθεντικότητά του και κατόπιν να αποκατασταθεί, προτού έλθει η στιγμή που θα παρουσιασθεί στους επίδοξους πλειοδότες του, 18 μήνες μετά την απόκτησή του από τον ολλανδικό Οίκο δημοπρασιών.

Επίσης, το μεγάλο ενδιαφέρον για τον πίνακα οφείλεται και στη μυθολογία που τον περιβάλλει, καθώς αναπαριστά μία από τις πιο επιδραστικές και με μεγάλη επιρροή γυναίκες του 17ου αιώνα στη Ρώμη. 

Η Ολυμπία Μαϊνταλκίνι Παμφίλι ήταν η «σκιώδης δύναμη» πίσω από τον παπικό θρόνο και νύφη, αλλά και -όπως θρυλείται- ερωμένη του Πάπα Ιννοκέντιου του 10ου. Η επονομαζόμενη και «Πάπισσα» (Παπέσσα), η Ντόνα Ολύμπια ήταν διαπρύσια φεμινίστρια, η οποία δεν δίσταζε να υπερασπισθεί τις πόρνες της Ρώμης. 

Σύμφωνα με τη συγγραφέα του βιβλίου «Ερωμένη του Βατικανού, η αληθινή ιστορία της Ολυμπίας Μαϊνταλκίνι», Ελεανόρ Χέρμαν, ήταν μία «σταρ της ροκ την εποχή του μπαρόκ».

«Γυναίκες απ′ όλο τον καθολικό κόσμο πήγαιναν στη Ρώμη και κάθονταν έξω από το παλάτι της για να ζητωκραυγάσουν στο πέρασμα της άμαξάς της».

«Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς μία γυναίκα με τέτοια ταπεινή καταγωγή μπόρεσε να ανέλθει σε τέτοια αξιώματα, διοικώντας τις υποθέσεις του παπικού κράτους και της Καθολικής Εκκλησίας, ενός θεσμού όπου οι γυναίκες -τότε, αλλά και τώρα- αποκλείονται από κάθε βαθμίδα της εξουσίας του», προσθέτει η ίδια.

Η Ντόνα Ολυμπία καθόριζε την εξωτερική πολιτική και διόριζε καρδιναλίους. Βασιλείς και εστεμμένες απ′ όλη την Ευρώπη της έστελναν δώρα, χρυσό και διαμάντια, για να αποσπάσουν την εύνοιά της. Ο Πάπας Ιννοκέντιος δεν ελάμβανε καμία απόφαση, εάν πρώτα δεν συμβουλευόταν τη νύφη του.

«Οι κάτοικοι της Ρώμης άπλωναν επιγραφές πάνω από κάθε αναφορά με το όνομα του Πάπα, που έγραφαν Πάπας Ολυμπία 1η. Χαράσσονταν δε μετάλλια με τη μορφή της φέρουσα την παπική τιάρα και καθισμένη στον θρόνο του Αγίου Πέτρου», προσθέτει η Χέρμαν.

Βεβαίως, δεν ήταν αγαπητή στο παπικό περιβάλλον. Ένα καρδινάλιος μιλούσε για «την τερατώδη δύναμη μίας γυναίκας μέσα στο Βατικανό». Σύγχρονός της τόνιζε πως ποτέ άλλοτε ένας Πάπας είχε επιτρέψει «να άγεται και να φέρεται με τόσο απόλυτο τρόπο από μία γυναίκα», ενώ άλλος καρδινάλιος ονείδιζε το γεγονός ότι η διακυβέρνηση της Ρώμης «βρισκόταν στα χέρια μίας πόρνης».

Μία πλειάδα από καλλιτέχνες της Ρώμης, ζωγράφοι, μουσικοί, θεατρικοί συγγραφείς, έχαιραν της προστασίας και της βοήθειάς της. Αυτή βρισκόταν πίσω από την παραγγελία για την κατασκευή της Πηγής των Τεσσάρων Ποταμών (Φοντάνα ντέι Κουάτρο Φιούμι), το εκθαμβωτικό συντριβάνι στην Πλατεία Ναβόνα, που σήμερα είναι ένα από τα πιο δημοφιλή τουριστικά αξιοθέατα στην Αιώνια Πόλη.

«Ήταν μία γυναίκα με έντονα πάθη, κοφτερό μυαλό και μεγάλη γοητεία, η οποία προστάτευε αδύναμες γυναίκες από την αδικία των ανδρών. Επίσης ήταν άπληστη, υπολογίστρια και συχνά πολύ ψυχρή», τονίζει η ίδια συγγραφέας.

Λίγο μετά τον θάνατό της από βουβωνική πανώλη, το 1657, η Καθολική Εκκλησία έσπευσε να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτής της τολμηρής γυναίκας που κυβερνούσε τους πάντες.

Πολλά χρόνια νωρίτερα όμως, ο Βελάσκεθ πραγματοποιούσε το δεύτερο ταξίδι του στη Ρώμη και η διάσημη αυτή γυναίκα κάθισε ως μοντέλο του: «ο χρωστήρας του συνέλαβε τον χαρακτήρα της και σε αυτήν την προσωπογραφία μπορεί κάποιος να δει την αυστηρή και αταλάντευτη προσωπικότητά της», τονίζει ο ΜακΝτόναλντ.

Σήμερα έχει γίνει γνωστό, πως ο πίνακας κατέληξε στην Ολλανδία, όπου στη δεκαετία του ’80 εκτέθηκε σε δημοπρασία υπό την περιγραφή «ανώνυμου, της Ολλανδικής σχολής». Αγοράσθηκε από ιδιώτη συλλέκτη, ο οποίος τον κληροδότησε στον σημερινό του ιδιοκτήτη.

«Όταν μας έφεραν στον Sotheby’s τον πίνακα, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι επρόκειτο για έναν Βελάσκεθ. Όμως ένας συνάδελφος εντόπισε ένα μονόγραμμα και έναν αριθμό αρχείου στο πίσω μέρος του. Είδα λίγο αργότερα τον πίνακα και δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία πως, μόλο που είχε υποφέρει από το πέρασμα του χρόνου, επρόκειτο για το πορτραίτο που ο Βελάσκεθ φιλοτέχνησε με θέμα την Ντόνα Ολυμπία».

Ο οίκος έθεσε τον πίνακα στη διάθεση των ειδημόνων για τη ζωγραφική του Βελάσκεθ στη Βρετανία και σε όλον τον κόσμο. Όπως θυμάται ο ΜακΝτόναλντ «λίγο, λίγο, το ψηφιδωτό συμπληρωνόταν στη θέση του. Ήταν πολύ εντυπωσιακό. Όποιος έβλεπε τον πίνακα μαγευόταν από αυτόν, που για πολύ καιρό θεωρούνταν χαμένος και πιθανώς κατεστραμμένος για πάντα, αλλά τώρα αναδυόταν από τις στάχτες του».

Ένα ακόμη έργο τέχνης, ο πίνακας με τον «Ανώνυμο ιππότη» που για χρόνια βρισκόταν «παραμελημένος» στις αποθήκες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) πλέον αποδίδεται στον μεγάλο μαέστρο του πινέλου, Ντιέγκο Βελάσκεθ.

Σύμφωνα με τον Χαβιέρ Πορτούς, επικεφαλής συντηρητή του τμήματος ισπανικής ζωγραφικής έως το 1700 του Μουσείου του Πράδο, ο πίνακας αποτελεί μία προσωπογραφία του Χουάν ντε Κόρδοβα, εμπορικού απεσταλμένου του βασιλιά Φιλίππου Δ’ στη Ρώμη, που είχε βοηθήσει τον σεβιλιάνο ζωγράφο στην αγορά έργων για λογαριασμό του μονάρχη, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ιταλία.

Στη μελέτη του ο Πορτούς υποστηρίζει πως ο πίνακας ενδέχεται να έχει φιλοτεχνηθεί, κατά τη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού του Βελάσκεθ στην Ιταλία (1649-51) και πως ο πίνακας τούτος έχει πολλά κοινά με την αντίστοιχη προσωπογραφία του ντε Παρέχα (1650), που βρίσκεται επίσης στο ΜΕΤ, αλλά και με τα κατοπινά του πορτραίτα.

Ο Πορτούς αφιέρωσε τρία χρόνια στη μελέτη αυτού του πίνακα με το «άγνωστο μοντέλο» και βρίσκει στην αυθορμησία της εκτέλεσής του το καλύτερο πειστήριο και εγγύηση της πατρότητάς του. Είναι κλασσικό δείγμα ενός Βελάσκεθ που με λιγοστές πινελιές κατορθώνει να δώσει ένα πλούσιο αποτέλεσμα.

Εκτελεσμένο με περισσή ελευθερία και μικρά τελειώματα, δεν νοιάζεται να αμβλύνει τα περιγράμματα του μοντέλου, αδιαφορώντας εάν διακρίνονται οι πινελιές. Οι αυτοσχεδιασμοί του είναι σοφά υπολογισμένοι, με σιγουριά και με μία δόση έπαρσης. Η επιφάνεια του πίνακα μοιάζει με έναν αναβρασμό από πινελιές, που δείχνουν να μην είναι συντονισμένες μεταξύ τους, που όμως εάν κάποιος κάνει ένα-δύο βήματα πίσω βλέπει πως όλα βρίσκονται στη φυσική τους θέση.

Ο Πορτούς διακρίνει στην ακατάστατη κόμη του μοντέλου, την φυσικότητα του Βελάσκεθ, του ζωγράφου που με τον καλύτερο τρόπο εξέφρασε το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης: αληθοφάνεια, παράστημα, αξιοπρέπεια και εγγύτητα προς το πραγματικό. Ιδίως εκείνο που του τράβηξε την προσοχή είναι η «βρώμικη πινελιά» στην εκτέλεσή του, την πρόθεση του δημιουργού να μην αναζητήσει ένα «πολύ καθορισμένο» τελικό αποτέλεσμα. Τα όρια του προσώπου δεν είναι ολότελα καθορισμένα, «αλλά αμφίσημα», τονίζει. «Όλο το προφίλ του μοντέλου είναι πολύ δυναμικό. Στη ζώνη του στήθους, ή στο πίσω μέρος του αυχένα έχουν διαλυθεί οι γραμμές ανάμεσα στο σώμα και το υπόβαθρο μέσα σε μία πλατιά φωτεινή ζώνη», γράφει ο ίδιος, τονίζοντας πως είναι ένα διάστικτο πορτραίτο, χαρακτηριστικό του ύφους του Βελάσκεθ. Αλλά και το φόντο του πίνακα είναι ουδέτερο, άπειρο, το τίποτα, με μία σκιά που διατρέχει και περιβάλλει με θαυμαστό τρόπο όλα τα υπόβαθρα και στους υπόλοιπους πίνακες του Βελάσκεθ

Ακόμα ένας πίνακας αποκαλύφθηκε ότι ανήκει στον Ισπανό καλλιτέχνη πριν ένα χρόνο. To μουσείο Prado στη Μαδρίτη παρουσίασε ένα “άγνωστο” πορτρέτο του βασιλιά Φιλίππου Γ’ που αποδίδεται στον Ντιέγο Βελάσκεθ, το οποίο ανακάλυψε αμερικανός συλλέκτης που το δώρισε στο μουσείο.

“Είμαι ευτυχής και περήφανος που ο “μικρός πίνακάς” μου μπόρεσε να βρεθεί εδώ στη Μαδρίτη”, δήλωσε ο συλλέκτης Ουίλιαμ Μπ. Τζόρνταν, ειδικός της ισπανικής ζωγραφικής, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του πίνακα στη Μαδρίτη.

Το έργο παρουσιάζει τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ’ που κυβέρνησε από το 1598 έως το 1621. Σύμφωνα  με το Μουσείο του Πράδο, το πορτρέτο χρονολογείται στο 1627 και είναι ένα σχέδιο που πραγματοποιήθηκε για άλλο έργο του Βελάσκεθ “Lα expulsion de los Moriscos” το οποίο καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1734 πριν από την κατασκευή του μουσείου. Η έκθεση περιλαμβάνει και άλλους πίνακες που έχουν σχέση με το πορτρέτο, κυρίως έναν Τιτσιάνο που παρουσιάζει τον Φίλιππο Γ’ παιδί, και πίνακες που φέρεται να ενέπνευσαν τον μεγάλο ζωγράφο για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο. Τον Δεκέμβριο του 2016, ο Τζόρνταν δώρισε το “Πορτρέτο του Φίλιππου Γ’” στους Αμερικανούς Φίλους του Μουσείο του Πράδο. Το ίδρυμα το μετέφερε στη συνέχεια στο μουσείο για έκθεσή του στη μόνιμη έκθεση. Ο Αμερικανός ανακάλυψε τον πίνακα το 1988 που έφερε τίτλο “Πορτρέτο ενός άνδρα” και είχε αποδοθεί σε άλλον ζωγράφο, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας στο Λονδίνο. Μετά τις εργασίες αποκατάστασης του πίνακα, ο Τζόρνταν εξέφρασε την υπόθεση ότι επρόκειτο για Βελάσκεθ. Το Prado το επιβεβαίωσε έπειτα από μελέτη του έργου και σύγκρισή του με άλλους πίνακες του ζωγράφου.

Πηγές: https://m.huffingtonpost.gr/amp/entry/o-chamenos-pinakas-toe-velasketh-kai-e-ischere-yenaika-piso-apo-to-portreto-tes-papissas-ntona-olempia_gr_5d10802ae4b0a39418652f10/# , https://www.newsit.gr/kosmos/thammeno-diamanti-stis-apothikes-mouseiou-apokalyfthike-pos-einai-ergo-tou-ntiego-velasketh/2756436/amp/

Ιλιά Ρέπιν,ο σπουδαίος Ρώσος προσωπογράφος και φίλος του Τολστόι

“Αυτοπροσωπογραφία”, Ιλιά Ρέπιν

Ο Ιλιά Γεφίμοβιτς Ρέπιν ήταν Ρώσος ζωγράφος ιστορικών θεμάτων και μέγιστος προσωπογράφος. Θεωρείται, μάλιστα, ένας από τους κορυφαίους προσωπογράφους στην ιστορία της ζωγραφικής.

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 5 Αυγούστου του 1844, κοντά στο Χάρκοβο της σημερινής Ουκρανίας. Παιδί φτωχής οικογένειας έφτασε στην Πετρούπολη για να σπουδάσει τις τέχνες.
Με υποτροφία που έλαβε από την ακαδημία τεχνών της Πετρούπολης επισκέφτηκε τη Γαλλία και την Ιταλία σε χρόνους που οι εικαστικές τέχνες διαμόρφωναν νέες προτάσεις.

Με την επιστροφή του στη Ρωσία αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους ζωγράφους της μεγάλης χώρας. Ανήκε στο «Σύνδεσμο των Περιπλανώμενων» που δημιουργήθηκε το 1870 στην Πετρούπολη με πρωτοβουλία των Ρώσων ζωγράφων Ιβάν Κραμσκόι, Γκριγκόρι Μιασογιέντοφ, Νικολάι Γκάυ και Βασίλι Περόφ.

Οι καλλιτέχνες αυτοί εμφορούμενοι από δημοκρατικά ιδεώδη, εμπνέονταν από την ιδέα να φέρουν την τέχνη κοντά στο λαό, οργανώνοντας κινητές εκθέσεις στη ρωσική ύπαιθρο.
Εκτός από τις προσωπογραφίες μερικά από τα έργα του που εντυπωσίασαν στην εποχή τους και εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν είναι «οι Βαρκάρηδες του Βόλγα» (1870 – 1873), «Η σύλληψη του προπαγανδιστή» «Ο Άγιος Νικόλαος των Μύρων σώζει τρεις αθώους από το θάνατο» (1888),  «Κοζάκοι του Ζαπορόζιε» (1891, Ρωσικό Μουσείο, Αγία Πετρούπολη), «Μπουκέτο» (1892) «Ο γάμος του Νικολάου Β΄ και της Μεγάλης Δούκισσας Αλεξάνδρας Ο Ιλιά Ρέπιν με τον Λέοντα Τολστόι στο σπίτι του συγγραφέα στη Γιάσναγια ΠολιάναΦεοντόροβνα» (1894, «Ο Πούσκιν απαγγέλλοντας το ποίημά του ενώπιον του Γκαβρίλα Ντερζάβιν κατά τη διάρκεια των εξετάσεων στο Λύκειο Τσάρκογιε Σελό στις 8 Ιανουαρίου 1815» (1911).

Παθιασμένος με τη ζωγραφική ο Ιλιά Ρέπιν έγραφε:

«Λατρεύω της τέχνη της καλοσύνης. Την αγαπώ και την ζηλεύω. Μαζί της μεθάω. Όπου κι αν είμαι, όσο κι αν διασκεδάζω κάπου, είναι πάντα και παντού στη σκέψη μου. Οι καλύτερες ώρες της ζωής μου στη χαρά και στη θλίψη. Όλες οι ώρες που είμαι με την τέχνη σκιάζουν όλες τις άλλες πλευρές της ζωής μου».

Μετά την επανάσταση ο Ιλιά Ρέπιν παρέμεινε στην Κουόκαλα της Φινλανδίας, όπου και πέθανε το Σεπτέμβριο του 1930.

Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΛΕΟΝΤΑ ΤΟΛΣΤΟΙ
Ο Ρέπιν δεξιά με το Λέοντα Τολστόι

Ο Ρέπιν ευτύχησε να φιλοτεχνήσει πορτρέτα τεράστιων προσωπικοτήτων όπως του Μαξίμ Γκόργκι, του Πάβελ Μιχαήλοβιτς Τρετιακόφ, του Αντόν Ρούμπινσταϊν, του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Όμως ο Ιλιά Ρέπιν –  εκεί που ξεχώρισε και μας άφησε μια σημαντική παρακαταθήκη, είναι τα πορτρέτα και στιγμές από τη ζωή του Λέοντα Τολστόι.

“Ο Λέων Τολστόι αναπαυόμενος στο δάσος”, Ιλιά Ρέπιν

Ο ζωγράφος είχε στενή φιλία με το μεγάλο συγγραφέα και τον επισκέφτηκε πολλές φορές στο σπίτι του στη Γιάσναγια Πολιάνα. Ο Ρέπιν άρχισε να ζωγραφίζει τον Τολστόι από το 1878 και για σχεδόν τριάντα χρόνια φιλοτέχνησε περίπου 25 πίνακες.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
“Ο Ιβάν ο Τρομερός σκοτώνει τον γιο του”, Ιλιά Ρέπιν
“Δεν τον περίμεναν!”, Ιλιά Ρέπιν
“Τι ελευθερία!”, Ιλιά Ρέπιν
“Ο Αλέξανδρος Γ’ δέχεται προκρίτους αγροτικών περιοχών”, Ιλιά Ρέπιν

ΠΗΓΕΣ: https://www.timesnews.gr/ilia-repin-rosos-zografos-istorikon-thematon-ke-megistos-prosopografos/ , http://peritexnisologos.blogspot.com/2017/12/1844-1930.html , https://ikariologos.gr/ilia-repin-den-ton-perimenan/

“Οι Τρεις Ηλικίες της Γυναίκας” του Gustav Klimt

Οι Τρεις Ηλικίες της Γυναίκας είναι ελαιογραφία (180×180 cm) του Gustav Klimt, που ολοκληρώθηκε στην Αυστρία το 1905. Το έργο τοποθετείται στην Χρυσή Περίοδο του Κλιμτ, που περιλαμβάνει και άλλα δημοφιλή έργα, όπως το “Φιλί”. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη χρήση στολισμού και τη χρήση χρυσής και μεταλλικής μπογιάς. Το έργο αυτό είναι επίσης μέρος του κινήματος Αρτ Νουβό, λόγω της χρονικής περιόδου και των διακοσμητικών του στοιχείων. Σήμερα εκτίθεται στη Galleria Nazionale d’Arte Moderna στη Ρώμη της Ιταλίας.

Ο πίνακας παρουσιάζει τρεις γυναίκες σε διαφορετικές φάσεις ηλικίας, συμβολίζοντας τον κύκλο της ζωής. Οι τρεις γυναίκες είναι στο κέντρο του καμβά, και είναι το κεντρικό κομμάτι του έργου. Το φόντο έχει έλλειψη βάθους, πράγμα που το κάνει να φαίνεται αρκετά δισδιάστατο. Τα χρώματα είναι ουδέτερα και δημιουργούν ένα ξεκούραστο εφέ. Είναι φανερή στον Κλιμτ η κοινή χρήση χρωματιστών μοτίβων στα έργα του. Επίσης, υπάρχουν δύο κατακόρυφες αύρες μέσα στις οποίες βρίσκονται οι γυναίκες. Οι δύο νεότερες βρίσκονται σε μία μπλε αύρα που έχει ρευστά μοτίβα ψυχρών χρωμάτων. Η γηραιή γυναίκα βρίσκεται σε μία αύρα μόνη της, η οποία είναι γεμάτη με ένα λιγότερο ρευστό μοτίβο, με περισσότερους ευδιάκριτους διαχωρισμούς. Τα χρώματα αυτής της αύρας είναι θερμά και γήινα, σε αντίθεση με τους ψυχρότερους τόνους της προηγούμενης αύρας. Η γυναίκα και οι αύρες αλληλεπικαλύπτονται ελαφρά. Το πόδι της νεότερης γυναίκας πηγαίνει πίσω από την αριστερή αύρα, ενώ το κεφάλι της γηραιότερης έρχεται μπροστά από τη δεξιά αύρα.

Η νεαρότερη φιγούρα, ένα παιδί, συνδέεται με τη νεαρή γυναίκα, η οποία είναι η μητέρα της. Είναι τα μόνα δύο άτομα του πίνακα που αγγίζονται, ενώ επίσης έχουν ένα αραχνοΰφαντο μπλε ύφασμα να καλύπτει τα πόδια τους. Και οι δύο γυναίκες έχουν κλειστά τα μάτια τους. Η νεαρή γυναίκα έχει λουλούδια γύρω από το κεφάλι της, τα οποία συμβολίζουν την ομορφιά και την άνοιξη. Τα μαλλιά της είναι ανοιχτόχρωμα και πλούσια, σε αντίθεση με αυτή της γηραιότερης γυναίκας, η οποία διαχωρίζεται από τις άλλες δύο. Έχει το κεφάλι της στραμμένο αλλού και σκυφτό. Οι επιδράσεις του γήρατος είναι προφανείς μέσω του χαλαρού δέρματος, της πρησμένης κοιλιάς και των εμφανών φλεβών. Επίσης, διαφέρει από τη νεαρή γυναίκα και το παιδί στο ότι και τα δύο δικά της πόδια είναι τα μόνα που φαίνονται. Αυτό συμβαίνει ώστε ο παρατηρητής να μπορεί να δει την ασχήμια της ηλικίας της σε όλο το σύνολό της.

Έχει ενδείξεις της τεχνικής ζωγραφικής ιμπάστο, η οποία είναι κοινή στη δουλειά του Κλιμτ. Οι καλλιτεχνικές μέθοδοί του συμπεριλάμβαναν μείξη διαλυτών στεγνώματος στη μπογιά ζωγραφικής, ώστε να διαβεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε ανεπιθύμητη γυαλιστερή όψη. Επίσης, επεξεργαζόταν ξανά τα έργα του, πράγμα το οποίο περιόριζε τον αριθμό των έργων που μπορούσε να δημιουργήσει ανά χρόνο. 

Το 1911 ο πίνακας πήρε το χρυσό μετάλλιο στην Διεθνή Έκθεση της Ρώμης. Η ηλικιωμένη γυναίκα του πίνακα είναι εμπνευσμένη από το γλυπτό του Auguste Rodin “Old Courtesan”. Το μαύρο χρώμα ήταν ασυνήθιστο για τα περισσότερα έργα του Κλιμτ όμως παρουσιάζεται στα τελευταία συμβολικά έργα του. Την τελευταία περίοδο πριν τον θάνατο του Klimt τα περισσότερα έργα του έχουν σκούρο και μουντό φόντο που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τα πολλά διακοσμητικά στοιχεία και τα έντονα φωτεινά χρώματα των μορφών.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/Οι_Τρεις_Ηλικίες_της_Γυναίκας , http://mysteliospaths.blogspot.com/2014/04/blog-post.html ,

Η καλοκαιρινή δροσιά μέσα από τους πίνακες του Vladimir Volegov

Ο “βασιλιάς του καλοκαιριού”, ο Αύγουστος, μόλις έφτασε και εμείς γιορτάζουμε τον ερχομό του με ένα αφιέρωμα στους γεμάτους καλοκαιρινή αύρα και δροσιά πίνακες ενός Ρώσου ζωγράφου, του Vladimir Volegov. Ο Vladimir Volegov, γεννημένος το 1957, είναι ένας Ρώσος καλλιτέχνης γνωστός για τους ρεαλιστικούς του πίνακες. Με τη δραματική χρήση του χρώματος και των υφών δημιουργεί πορτραίτα, θα λέγαμε, όμορφων γυναικείων μορφών, τις οποίες απεικονίζει σε μια παγωμένη, ωστόσο ζωντανή στιγμή, ενώ στον υπόλοιπο πίνακα κυριαρχεί μια έκρηξη χρωμάτων του σκηνικού.

Ας απολαύσουμε το όμορφο καλοκαιρινό του έργο!

ΠΗΓΗ: https://www.catherinelarosepoesiaearte.com/2019/07/vladimir-volegov-summer-wind.html

Το πολεμικό Τεμεραίρ, ο αγαπημένος πίνακας του τοπιογραφου Γ. Τέρνερ.

Στο σημερινό αφιέρωμά μας θα σας παρουσιάσουμε έναν άκρως ενδιαφέροντα πίνακα με ξεχωριστή ιστορία και ποικίλα συμβολικά επίπεδα. Πρόκειται για μία ελαιογραφία του Άγγλου τοπιογράφου William Turner, με τίτλο “Το πολεμικό Τεμεραίρ οδηγείται στον πολεμικό ναύσταθμο για να βυθιστεί ένδοξα“.

Ο William Turner είναι ο μεγαλύτερος άγγλος ρομαντικός ζωγράφος. Ανέδειξε την τέχνη της τοπιογραφίας και έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Στους πίνακες του δεν αποτυπώνει απλώς τοπία με τρόπο νατουραλιστικό. Οι τοπιογραφίες του μεταφέρουν επίσης εντυπώσεις και συναισθήματα, σε μία διάσταση που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη φυσική πραγματικότητα. Εμπεριέχουν ένα στοιχείο φαντασιακό, ενίοτε νοσταλγικό, που κάνει τον παρατηρητή να δώσει μία προσωπική ερμηνεία και ένα προσωπικό νόημα στην τέχνη που βλέπει. Αυτή η πρωτοποριακή για την εποχή της οπτική είναι και ο λόγος που ο Τέρνερ θεωρείται πρόδρομος του ιμπρεσιονισμού.

Ο συγκεκριμένος πίνακας, εκτός από το γεγονός ότι αποτυπώνει μία πραγματική ιστορική στιγμή, έχει ιδιαίτερη συμβολική διάσταση, ώστε να συγκινεί ακόμα και μη Άγγλους παρατηρητές. Το μαχητικό Τεμεραίρ ήταν ένα ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο 98 κανονιών, το οποίο έπλευσε πρώτη φορά το 1798. Στη συνείδηση του αγγλικού λαού, έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου, καθώς συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Το 1801 είχε ξεσπάσει στο πλοίο εξέγερση η οποία κατεστάλη με αιματηρές συγκρούσεις. Η σημαντικότερη όμως στιγμή το μαχητικού ήταν ο απεγκλωβισμός της ναυαρχίδας Victory του ναυάρχου Νέλσον, μετά το θανάσιμο πυροβολισμό του, στην ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, το 1805. Το 1838, όντας πλέον σε αχρηστία, το πλοίο ρυμουλκήθηκε προς το νότιο ανατολικό Λονδίνο ώστε να διαλυθεί σε παλιοσίδερα.

Το συμβολικό βάθος του έργου εξαρτάται από την οπτική του εκάστοτε παρατηρητή : μπορεί να συμβολίζει όχι μόνο την παρακμή του αγγλικού ναυτικού, αλλά και το πέρασμα στην βιομηχανική εποχή, ή γενικότερα την μετάβαση από το παλιό, οικείο και γνώριμο προς κάτι καινούργιο, με νέες προοπτικές. Το μαχητικό σκάφος τοποθετείται στα αριστερά του πίνακα, στοιχείο παράδοξο αν σκεφτούμε ότι αποτελεί το θέμα του πίνακα. Ρυμουλκείται από ένα ατμοκίνητο σκάφος και η κίνηση των δύο αυτών πλεούμενων, όπως αποκαλύπτεται από τα κύματα που δημιουργούν, είναι το μόνο στοιχείο έντασης στο κατά τ’άλλα γαλήνιο, ατμοσφαιρικό τοπίο ενός ήλιου που δύει. Ο Τέρνερ χρησιμοποιεί για να απεικονίσει το μαχητικό πλοίο τόνους του λευκού και το γκρίζο κυρίως, δημιουργώντας την αίσθηση μίας σχεδόν εξαϋλωμένης φιγούρας. Ταυτόχρονα όμως το πλοίο είναι ζωγραφισμένο σε όλο του το μεγαλείο, με τα κατάρτια και τα κανόνια του, αν και είναι γνωστό ότι διαφορα μέρη του σκάφους είχαν αφαιρεθεί προτού αυτό ρυμουλκηθεί προς διάλυση. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αποδίδεται και φόρος τιμής στο ιστορικό αυτό πολεμικό πλοίο.

Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι το καράβι δεν φέρει τη σημαία του αγγλικού ναυτικού, αλλά μία λευκή σημαία η οποία υποδεικνύει ότι το πλοίο σε εκείνη τη φάση ήταν προϊόν εμπορικής εκμετάλλευσης. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένα ιστιοφόρο φαίνεται να ρυμουλκείται από ένα ατμοκίνητο, φανερώνει και το πέρασμα στην βιομηχανική πλέον φαση της ιστορίας. Στο βάθος του πίνακα διακρίνονται και άλλα “εξαϋλωμένα” ιστιοφόρα σε ακινησία, συμβολίζοντας πιθανώς το τέλος της φασης της ιστιοπλοΐας. Το παλιό ιστιοφόρο, που αξιοποιούσε την ενέργεια της φύσης κατά κάποιον τρόπο μοιάζει να παραδίδει τα όπλα του στη μηχανή, καθώς έχει φτάσει μια εποχή ακμάζουσας τεχνολογικής εξέλιξης. Συγχρόνως, ωστόσο, η ομορφιά του μαχητικού έρχεται σε αντίθεση με τους μαύρους τόνους και τον καπνό του μηχανοκίνητου ρυμουλκού.

Ακόμη, ο Τέρνερ για συμβολικούς προφανώς λόγους έχει δώσει στο πλοίο και το ρυμουλκό του κίνηση αντίθετη από εκείνη που ιστορικά ακολούθησαν, καθώς οι εκβολές του Τάμεση,το σημείο διάλυσης του πλοίου βρισκόταν στα νοτιοανατολικά. Το μεταβατικό στάδιο, επομένως, χρωματίζεται με την αίσθηση του αγνώστου, του αβέβαιου και το καράβι μπορεί να λάβει μια απόλυτα μεταφορική διάσταση.

Το έργο αυτό είχε ιδιαίτερο νόημα για τον Τέρνερ, ο οποίος είχε έντονα πατριωτικά αισθήματα. Ο ζωγραφος αποκαλούσε τον πίνακα “My dear” , δεν επιθυμούσε να τον πουλήσει, ούτε να τον δανείσει σε ιδιωτικές εκθέσεις, αλλά ήθελε να τον δωρίσει στο αγγλικό κράτος, όπως και το σύνολο των έργων του. Ο πολυσηζητημένος πίνακας, που από την πρώτη του παρουσίαση ελαβε τις καλύτερες κριτικές, σήμερα εκτίθεται στην εθνική πινακοθήκη της Αγγλίας.

Η “Ανθισμένη Αμυγδαλιά” του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας. Του άρεσε το φως της περιοχής και αφιερώθηκε στη ζωγραφική.

Τον Φεβρουάριο του 1890, μετά και από την απογοήτευση που είχε από το φευγιό του πολύ στενού του φίλου, επίσης ζωγράφου, Πολ Γκογκέν, ο οποίος τον είχε επισκεφθεί – εκείνη  η περίοδος υπήρξε από τις ευτυχέστερες της ταλαιπωρημένης ζωής του Βαν Γκογκ – αλλά τον είχε εγκαταλείψει γιατί δεν άντεξε τις παραξενιές του, ο Βαν Γκογκ βρίσκονταν  στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμύ της Αρλ.

Τότε έλαβε ένα γράμμα από το Παρίσι και τον αδελφό του Τεό. Τα  δυο αδέλφια ήταν πολύ δεμένα και ο Τεό στήριζε και συντηρούσε τον αδελφό του.

Στο γράμμα αυτό με ημερομηνία Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 1890, ο Τεό του έγραφε ότι είχε αποκτήσει τον πρώτο του παιδί, ένα γιό και του είχε δώσει το όνομά του – Βίνσεντ.

 Την χαρά και αισιοδοξία που του χάρισε η είδηση, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ την εξέφρασε ζωγραφίζοντας  μια ανθισμένη αμυγδαλιά,  με φόντο τον καταγάλανο ουρανό μέσα στο φως της Αρλ που τόσο πολύ αγαπούσε και δώρισε το έργο στο ζευγάρι – τον Τεό και την Τζο –  για να τον κρεμάσουν πάνω από το κρεβατάκι του μωρού τους.

 Ο Τεό έγραψε σε επόμενο γράμμα στον αδελφό του, ότι  το μωρό κοιτούσε  τον πίνακα και έδειχνε γοητευμένο.

Το έργο είναι πιθανότατα εμπνευσμένο από τις ιαπωνικές στάμπες. Είχε ήδη έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη, από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλές φορές μιμείται την τεχνοτροπία της, όταν παρακολουθούσε μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αμβέρσας. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης, σε δεύτερο πλάνο, κάποια στοιχεία της ιαπωνικής τέχνης.

Ο Βαν Γκογκ επηρεασμένος θετικά από τον ερχομό του νεογέννητου και της άνοιξης που έκανε την εμφάνισή της μέσα στα μικρά νιόβγαλτα λουλουδάκια της αμυγδαλιάς, θέλησε να ζωγραφίσει και άλλα έργα με το ίδιο θέμα και να κάνει μια ολόκληρη σειρά – εξάλλου τα ανθισμένα δέντρα ήταν αγαπημένο του θέμα από την πρώτη στιγμή που εγκαταστάθηκε στην Αρλ –  όμως δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του καθώς  η ψυχική του υγεία κλονίστηκε με μια ακόμα κρίση, την οποία όταν ξεπέρασε είχε πια τελειώσει η ανθοφορία στις αμυγδαλιές. Στην συνέχεια ζωγραφίζει αρκετές παραλλαγές με κλαδιά αμυγδαλιάς, άλλωστε τα ανθισμένα δέντρα αντιπροσώπευαν για τον Βαν Γκογκ την αφύπνιση και την ελπίδα.

Παιδί της Άνοιξης και ο ίδιος–γεννήθηκε τέλη Μάρτη–έχει απεικονίσει σε πολλά από τα έργα του την ανθισμένη ύπαιθρο. Ο ίδιος ήταν ένας ζωγράφος με ευμετάβλητο ψυχισμό και πολλές κρίσεις κατάθλιψης. Επηρεασμένος από το κίνημα το ιμπρεσιονισμού, αν και ο ίδιος θεωρείται μετα-ιμπρεσιονιστής, χρησιμοποιεί το χρώμα με τέτοιο τρόπο που σε πολλά από τα έργα του το αποτέλεσμα είναι εκτυφλωτικό.

Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.

Από το ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμύ, έφυγε τον Μάιο εκείνης της χρονιάς και πριν τελειώσει το καλοκαίρι, ο ίδιος  έκλεισε  τον κύκλο της ζωής του, αυτοκτονώντας στα 37 του χρόνια. 

Είχε προλάβει να ζωγραφίσει μόνο 10 χρόνια κι όμως στο σύντομο πέρασμά του από τη γη, κατόρθωσε να συνταράξει τον κόσμο της Τέχνης κι ας είχε μπορέσει να πουλήσει μόνο ένα έργο.

Σήμερα, οι πίνακες του – όταν πωλούνται – φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη τιμών. 

«Η επιτυχία είναι μερικές φορές το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης σειράς αποτυχιών», έχει γράψει ο Βίνσεντ βαν Γκογκ.

Το έργο του «Blossoming Almond Tree» (Ανθισμένη Αμυγδαλιά),  που ζωγράφισε για να το χαρίσει στον νεογέννητο ανιψιό του τον Φεβρουάριο του 1890 – κι ας μην τον είδε ποτέ –  βρίσκεται  στο Μουσείο Vincent van Gogh στο Άμστερνταμ.

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο καλλιτεχνικό από το να αγαπάς κάποιον» έγραψε επίσης, ο αντισυμβατικός, ευαίσθητος  και παθιασμένος καλλιτέχνης. 

ΠΗΓΕΣ: https://www.trikalanews.gr/ao_8eios_binsent_ban_gkogk_kai_i_an8ismeni_amugdalia/ , https://artviews.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B1%CE%BD-%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%BA-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%B1/ , http://www.museumstore.gr/amandier-en-fleurs-almond-blossom-vincent-van-gogh-tea-cup.html

Έντουαρντ Χόπερ, ο ζωγράφος της ανθρώπινης μοναξιάς

«Είναι δύσκολο για μένα να γνωρίζω εκ των προτέρων τι θα ζωγραφίσω. Όλα έρχονται σιγά σιγά».

Έντουαρντ Χόπερ, ζωγράφος

Έντουαρντ Χόπερ υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στο Νίακ της Νέας Υόρκης και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη. Από το 1900 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Νέα Υόρκη όπου αρχικά είχε πάει για σπουδές, ζώντας την καθημερινότητα της μεγαλύτερης μητρόπολης των Η.Π.Α.

Μεσούσης της εφηβείας του αποφάσισε να ασχοληθεί με την ζωγραφική. Το ένστικτο τον έσπρωξε στα χρώματα, τις μπογιές και τα πινέλα. Οι γονείς του, που δεν συμφωνούσαν με αυτή την προοπτική, τον παρότρυναν να ασχοληθεί με την εικονογράφηση, που συγγενεύει με την ζωγραφική. Οι γονείς του ενδιαφέρονταν περισσότερο για την επαγγελματική του αποκατάσταση έχοντας την πεποίθηση ότι η εργασία πρέπει να αποδίδει λεφτά. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε σπουδές εικονογράφησης, αλλά στον πρώτο χρόνο τα παράτησε και επέστρεψε εκ νέου στη ζωγραφική.

“Πρωινός ήλιος” (1952)

Το 1906, σε ηλικία 24 ετών, ο Έντουαρντ Χόπερ φεύγει για το Παρίσι. Ο νεαρός εικονογράφος που έμελλε να γίνει ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου, γνωρίζει την ποίηση του Μπωντλαίρ, τα έργα του οποίου έμελλε να διαβάζει και να απαγγέλλει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Επηρεάζεται όσο κανένας άλλος ομότεχνος της εποχής του από την Ευρωπαϊκή ζωγραφική και από την τεχνοτροπία ζωγράφων, όπως ο Βελάθκεθ και Γκόγια. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ ήρθε αντιμέτωπος με μια κοινωνία που του φάνηκε «τρομακτικά σκληρή και ωμή». Ξεκινά να αποτυπώνει τη μοναξιά του ανθρώπου των αρχών του 20ού αιώνα με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό από τους καλλιτέχνες της εποχής του.

“Γραφείο σε μικρή πόλη” (1953)

Οι πίνακες του Χόπερ εκφράζουν τη μοναξιά, την αποξένωση και την έλλειψη επικοινωνίας, γράφουν οι κριτικοί. Φτιάχνει ένα εξωπραγματικό σκηνικό και εκεί τοποθετεί τους ήρωές του, λες και βγαίνουν από ένα διήγημα και προσπαθούν να διηγηθούν τις ιστορίες τους.

“Sailing” (1911)

Όταν επιστρέφει στις ΗΠΑ, πουλά τον πρώτο πίνακά του, το “Sailing” (1911), το 1913 στην τιμή των 250 δολαρίων. Δουλεύει ασταμάτητα καλλιεργώντας το προσωπικό του στιλ, ενώ το 1925 με ένα μεταχειρισμένο Dodge, αρχίζει τα ταξίδια του αποτυπώνοντας μια αλλιώτικη Αμερική στα μοτέλ του εθνικού οδικού δικτύου, στα καφεστιατόρια και στα βενζινάδικα. Αντλούσε έμπνευση από τις μεγαλουπόλεις, τις μικρές επαρχιακές πόλεις και τα παραθαλάσσια τοπία.

Ενώ, λοιπόν, η Αμερική ζει το ρυθμό του μεσοπολέμου και των ξέφρενων πάρτι, μέσα στις πολύβουες πόλεις και τους ουρανοξύστες, ο Χόπερ επιμένει στην καταγραφή  της ανθρώπινης μοναξιάς και της μελαγχολίας στις μητροπόλεις και την ανία της επαρχίας. Ο Χόπερ διέσχισε την Αμερική πέντε φορές από το 1941 έως το 1955, ζωγραφίζοντας μοναχικούς και αινιγματικούς ανθρώπους, λυπημένους και σκεπτικούς ανθρώπους, τοπία που λούζονται σε ένα κινηματογραφικό φως, δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται ο πιο κινηματογραφικός ζωγράφος. Επηρέασε όχι μόνο εικαστικούς αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο  Χίτσκοκ, ο Βέντερς, ο Ντάριο Αρτζέντο, ο Σαμ Μέντες και ο Ρίντλεϊ Σκοτ. Ο Χόπερ πέθανε σε ηλικία 85 ετών, στο στούντιό του στη Νέα Υόρκη. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του – περισσότερα από 3.000 έργα- κληροδοτήθηκαν στο Whitney Museum of American Art.

Ο Έντουαρντ Χόπερ και η σύζυγός του

Μεγαλύτερη μούσα του, η σύζυγός του Τζοζεφίν Νιβίσον Χόπερ, μοντέλο σε πολλούς πινακές του. Ωστόσο και εκείνη υπήρξε διάσημη ζωγράφος – για ένα διάστημα, μάλιστα, ήταν πιο γνωστή από τον ίδιο. Οι New York Timesτο 1924 είχαν κάνει ολόκληρο αφιέρωμα στην δουλειά της με αφορμή έκθεσή της στο Μουσείο του Μπρούκλιν.

“Ο Ανατολικός Άνεμος φυσά πάνω από το Γουιχόκεν” (1934)

“Ο Ανατολικός Άνεμος φυσά πάνω από το Γουιχόκεν είναι ο τίτλος που έδωσε ο ζωγράφος σε πίνακά του, ο οποίος το 2013 πουλήθηκε σε τιμή ρεκόρ, σε δημοπρασία, για περισσότερα από 40 εκατομμύρια ευρώ. Ο Χόπερ είχε ζωγραφίσει αυτά τα τέσσερα σπίτια, πάνω από τον ποταμό Χάντσον το 1934, συνοδεύοντας το έργο του με έναν στίχο: «Μόνο το γρασίδι, το νεκρό γρασίδι που ποτέ δεν έχει κοπεί, γνωρίζει κατά πού φυσάει ο άνεμος».

Παρά τη μεγάλη αποδοχή που είχαν οι ελαιογραφίες του, ο Χόπερ στην αρχή προτιμούσε τις ακουαρέλες και μάλιστα ζωγράφιζε μ’ αυτή την τεχνική σχεδόν τα πάντα, από παραλίες μέχρι τις κατοικίες στη Νέα Αγγλία.

“Τα νυχτοπούλια” (1942)

Τα νυχτοπούλια είναι ένας από τους διασημότερους πίνακες του καλλιτέχνη. Ο τίτλος ανήκει στη σύζυγό του, η οποία παρατήρησε πως ο ένας από τους άνδρες έχει στην πραγματικότητα το ράμφος ενός πουλιού για μύτη. Η ίδια θα γράψει αργότερα στην αδερφή της : «Ο Εντ μόλις τελείωσε έναν πολύ καλό πίνακα. Μια καντίνα τη νύχτα με τρεις φιγούρες. Τα Νυχτοπούλια είναι ένα καλό όνομα γι’ αυτό το έργο. Ο Εντ πόζαρε στον καθρέφτη για τις ανδρικές φιγούρες και εγώ για τη γυναικεία. Το δούλευε επί ενάμιση μήνα».

Ο Έντουαρντ Χόπερ πέθανε το 1967. Η σύζυγός του άφησε την περιουσία και τα έργα του στο Μουσείο για την Αμερικανική Τέχνη, Γουίτνεϊ. Έναν χρόνο αργότερα έφυγε και εκείνη από τη ζωή, αφήνοντας στο μουσείο και τα δικά της έργα, συνολικά περισσότερα από 3.000 κομμάτια.

“Δυτικό μοτέλ” (1957)

Αντίθετος με τον σουρεαλισμό και πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες της ποπ αρτ, όπως ο Ουόρχολ, ο ίδιος επιθυμούσε να παραμένει ανώνυμος. Τα έργα του που απεικονίζουν τη στροφή της Αμερικής από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τη δεκαετία του εξήντα. Μια χαμένη Αμερική που αναζητά την ταυτότητά της, μέσα από τις εικόνες μιας μεγαλούπολης, δίνοντας έμφαση στις λεπτομέρειες. Κτίρια με προσόψεις από τούβλο, σωλήνες γκαζιού, μπαρ, κινηματογράφοι, γραφεία, ξενώνες, βενζινάδικα, η τάση φυγής των ανθρώπων, έρημοι νυχτερινοί δρόμοι. Ήρωες που υιοθετούν όποια ιστορία θέλει το κοινό και ο αγοραστής. Ένα αφήγημα πάντοτε σε εξέλιξη.

ΠΗΓΕΣ: https://diastixo.gr/epikaira/storyteller/8139-edward-hopper , http://www.artmag.gr/art-history/artists-faces/item/6178-edward-hopper , https://www.elculture.gr/blog/article/o-%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b1%cf%81%ce%bd%cf%84-%cf%87%cf%8c%cf%80%ce%b5%cf%81-%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bc%ce%b1%ce%bb%cf%89%cf%84%ce%af%ce%b6%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%bf/

Γιάννης Τσαρούχης: η Αγιογραφία δίπλα στη σύγχρονη τέχνη και η λαϊκή παράδοση δίπλα στα κλασικά πρότυπα.

20 Ιουλίου του 1989, σε ηλικια 79 ετών, πεθαινει στην Αθήνα ο Γιάννης Τσαρούχης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες καλλιτέχνες, υπεύθυνος για τη διάδοση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης στο εξωτερικό.

Η καταγωγή του ήταν από τα Ψαρά, αλλά μέχρι τα 17 του χρόνια μεγάλωσε στον Πειραιά και ύστερα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα ευκατάστατη οικογένεια, με κοσμοπολίτικο αέρα. Η ζωή στον Πειραιά, οι εικόνες από το λιμάνι, τα νεοκλασικά κτίρια -να σημειωθεί ότι ο ζωγράφος είχε περάσει μέρος των παιδικών του χρόνων στην έπαυλη της θείας του, Δέσποινας Μεταξά- αλλά και οι φτωχές λαϊκές συνοικίες και το θέατρο σκιών επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την ζωγραφική του Τσαρούχη.

Ο ζεϊμπέκικος

Η μετακόμιση του στην Αθήνα συμπίπτει χρονικά με μια πιο εντατική και πιο σοβαρή ενασχόληση με την ακουαρέλα, όπως λέει ο ίδιος ο Τσαρούχης. Σε ηλικία 19 ετών τα πρώτα του έργα εκτίθενται στο άσυλο τέχνης και αυτό γίνεται για να φοιτήσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου πολυτεχνείου από το 1929. Καθηγητές του υπήρξαν επιφανείς έλληνες ζωγράφοι όπως ο Ιακωβίδης, ο Βικάτος, ο Θωμόπουλος και ο Παρθένης.

Παράλληλα με τις σπουδές του στη σχολή καλών τεχνών μαθητεύει κοντά στον Φώτη Κόντογλου. Ο τελευταίος παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ύφους του Τσαρούχη, καθώς τον φέρνει κοντά στην ελληνική και βυζαντινή λαϊκή πνευματική παράδοση και του διδάσκει την τέχνη της αγιογραφίας. Ο Τσαρούχης ενδιαφέρεται επίσης για την παρασημαντική, την οποία διδάσκεται την ίδια εποχή. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια του μεγάλου αγιογράφου προς τον Τσαρούχη, όταν τον πρωτογνώρισε και είδε τα πρώτα έργα του:

«Μου ‘παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού».

Οι τέσσερις εποχές

Την ίδια εποχή οι ενασχολήσεις του Γιάννη Τσαρούχη δεν περιλαμβάνουν μόνο την κοσμική ζωγραφική και την αγιογραφία. Ασχολείται επίσης και με το θέατρο, αναλαμβάνοντας αρχικά την σκηνογραφία και την σχεδίαση κοστουμιών. Θα αναπτύξει σταδιακά σπουδαίες συνεργασίες με εξέχοντα πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, όπως η Έλλη Παπαδημητρίου και ο Κάρολος Κουν, αλλά και με θεατρικές παραγωγές στο εξωτερικό. Θα συμμετάσχει και στην ίδρυση της Λαϊκής Σκηνής, το 1934, ενώ το 1977 θα ανέβασει και ο ίδιος μια θεατρική παράσταση, τις Τρωάδες του Ευρυπίδη.

Πορτραίτο της Τζένης Καρέζη, που σήμερα βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του κτηρίου της Βουλής των Ελλήνων.

Κοστούμι που σχεδίασε για τη Μαρία Κάλλας, όταν εκείνη υποδύθηκε τη Μήδεια , το 1958

Το καλλιτεχνικό στυλ του Τσαρούχη αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στη σκηνοθεσία. Σε εκείνον οφείλεται η παρουσία ναυτών με χορευτικά σε λαϊκά κέντρα, στον ελληνικό κινηματογράφο.

Αφού αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών ταξίδεψε αρχικά στην Κωσταντινούπολη και ύστερα στην Ιταλία και το Παρίσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με τα έργα των αναγεννησιακών ζωγράφων, των ιμπρεσιονιστών και εκπροσώπων νεότερων κινημάτων, όπως Ανρί Ματίς.

Η πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα έγινε το 1938 στην Αθήνα, στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Μέσα στα επόμενα χρόνια συνήψε συμβόλαια με γκαλερί του Παρισιού και της νέας Υόρκης, ενώ συνεχίζει την σκηνογραφία και το σχεδιασμό κοστουμιών. Υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και επίσης συμμετείχε στην έκθεση Μπιενάλε της Βενετίας, μαζί με τον Αντώνη Μόραλη.

Το 1967, σε ηλικία 57 ετών εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και πεθαίνει 22 χρόνια αργότερα στην ελληνική πρωτεύουσας. Το ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη είναι ο θεματοφύλακας της καλλιτεχνικής του παραγωγής, ενώ από το 1981, στο σπίτι του στο Μαρούσι λειτουργεί το μουσείο Γιάννη Τσαρούχη.

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82

https://www.mixanitouxronou.gr/giannis-tsarouchis-o-zografos-pou-ithele-na-gini-akrovatis-ke-i-gonis-tou-ton-proorizan-gia-michaniko-i-dikigoro/

http://www.nikias.gr/ell/product/%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82-%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82

Καραβάτζιο, ο μαέστρος του κιαροσκούρο

Σαν σήμερα το 1610 φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 39 ετών ο μεγαλοφυής ζωγράφος Καραβάτζιο, ο οποίος σφράγισε την εποχή του Μπαρόκ και, παρά τη σύντομη ζωή του κατάφερε να εισαγάγει ένα προσωπικό του ύφος, τον “Καραβατζισμό”.

Στην εφηβεία του, πιθανότατα περί τα τέλη του 1588, ο αδέκαρος και πάντοτε περιπετειώδης Καραβάτζιο μετακομίζει στη Ρώμη, όπου εργάζεται σε εργαστήρια γνωστών ζωγράφων. Το ευέξαπτο του χαρακτήρα του ωστόσο και το ασύλληπτο ταλέντο του τον κάνουν να μη στεριώνει πουθενά, με τον ίδιο να αλλάζει συνεχώς εργαστήρια καθώς οι περισσότεροι ζωγράφοι έβλεπαν με φθόνο πως ο νεαρός ήταν καλύτερος από τους ίδιους στο σχέδιο.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Μικελάντζελο Μερίζι, όμως έμεινε γνωστός με το όνομα Καραβάτζιο. Έχασε πολύ μικρός, μόλις 6 ετών, όλη του σχεδόν την οικογένεια από την πανούκλα που έπληξε την Ευρώπη και το τραυματικό αυτό γεγονός επηρέασε καθοριστικά τον ψυχισμό του μικρού Μικελάντζελο. Ο ορφανεμένος νεαρός δεν έχει άλλη επιλογή παρά να πάρει τους δρόμους, σύντομα ωστόσο θα έρθει σε επαφή με «μια ομάδα ζωγράφων και ξιφομάχων που ζούσαν με το πρότυπο nec spe, nec metu, “χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο”» .

Λίγο αργότερα, έμελλε να αρρωστήσει βαριά από τη φτώχεια και τις κακουχίες και να περάσει έξι μήνες σε νοσοκομείο απόρων. Εκεί ζωγραφίζει ένα από τα πρώιμα αριστουργήματά του, τον «Νεαρό Βάκχο» (1593-1594), που θεωρείται ως αυτοπροσωπογραφία του.

Το 1597 ο Καραβάτζιο κέρδισε τον διαγωνισμό για τη διακόσμηση του παρεκκλησίου Contarelli μέσα στη βασιλική του San Luigi dei Francesi της Ρώμης. Το έργο έμελλε ωστόσο που παρέδωσε να προκαλέσει τόσο την Εκκλησία όσο και το φιλότεχνο κοινό, κάνοντας τον άγιο πιο «γήινο» από ποτέ: ο χρωστήρας του Καραβάτζιο απομακρύνθηκε με τόλμη από τη συνήθη λατρευτική αναπαράσταση των αγίων και τον φώτισε με ένα σαφώς ρεαλιστικότερο φως, γεγονός απαράδεκτο για την εποχή. 

Ο Καραβάτζιο συνέχισε να προκαλεί τα χρηστά ήθη με τις «γήινες» αναπαραστάσεις του: η πρησμένη κοιλιά και τα γυμνά πόδια της Παρθένου Μαρίας στον «Θάνατο της Παρθένου» συγκέντρωσαν τη μήνη της εκκλησίας και το έργο απορρίφθηκε ως ιερόσυλο από τους Καρμελίτες που το είχαν παραγγείλει. Ο αντισυμβατικός τρόπος που προσέγγιζε τα θρησκευτικά θέματα, αποτυπώνοντας τους αγίους ως κοινούς θνητούς, θα ήταν ο κύριος λόγος που θα στερούσε από τον Καραβάτζιο την επίσημη αναγνώρισή του ως κορυφαίου ζωγράφου…

 Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη (1598-1599)

Το αμφιλεγόμενο των παραστάσεών του και η επιδίωξη της πρόκλησης το μόνο που έκαναν ωστόσο ήταν να πυροδοτούν κι άλλο την επιτυχία του ζωγράφου. Όσο μεγάλωνε βέβαια η φήμη του, τόσο αυξανόταν και ο βαθμός αναταραχής στη ζωή του: ο ίδιος ήταν βίαιος και κυκλοθυμικός, με τις δραστικές αλλαγές διάθεσης να προκαλούν πλήθος καυγάδων. Ταυτοχρόνως, αφηνόταν συχνά στα θέλγητρα του ποτού και του τζόγου.

Μια από τις περίφημες μονομαχίες του, όταν επιτέθηκε σε συνάδελφο ζωγράφο και τον τραυμάτισε, θα κατέληγε σε σύντομη περίοδο φυλάκισης το 1603. Τα επόμενα χρόνια θα έβλεπαν τον χαρακτήρα του ζωγράφου να γίνεται ακόμα πιο ευέξαπτος και ευερέθιστος, με πλήθος βίαιων επεισοδίων να σημαδεύουν τη ζωή του: το 1604 εκσφενδονίζει πιάτο με αγκινάρες καταπάνω σε σερβιτόρο, ενώ την επόμενη χρονιά επιτίθεται σε φρουρούς με πέτρες. Παρατηρεί ο βιογράφος του σχετικά: «Έπειτα από ένα δεκαπενθήμερο δουλειάς, θα περνούσε τους επόμενους 1-2 μήνες κομπάζοντας, πάντα με το σπαθί στο πλευρό του και τον υπηρέτη του να τον ακολουθεί, πηγαίνοντας από καπηλειό σε καπηλειό, μονίμως έτοιμος να εμπλακεί σε καυγά».

Νάρκισσος (1597–1599)

Το βίαιο του χαρακτήρα του θα κλιμακωνόταν τελικά το 1606, έπειτα από αναρίθμητα δείγματα της καταστρεπτικής του μανίας, όταν σκότωσε έναν γνωστό μαστροπό της Ρώμης, τον Ρανούτσιο Τομασόνι, για λόγους που δεν είναι γνωστοί. Ο Καραβάτζιο τραυματίστηκε στη συμπλοκή, κατάφερε ωστόσο να διαφύγει.

Ο ζωγράφος εγκατέλειψε τη Ρώμη αμέσως μετά το φονικό, ενώ λίγο αργότερα θα καταδικαζόταν ερήμην σε θάνατο: ήταν πλέον φυγάς. Ο Καραβάτζιο αναζήτησε καταφύγιο σε μια σειρά από περιοχές, όπως τη Νάπολη, τη Μάλτα και τη Σικελία, με τη φήμη του ωστόσο να προηγείται: παρά το γεγονός ότι έτρεχε για να γλιτώσει τη ζωή του, έβρισκε πάντα χρόνο να εμπλακεί σε νέες περιπέτειες.

Συνέχισε, ωστόσο, να εργάζεται ως ζωγράφος και, μάλιστα, ήδη πασίγνωστος στα ιταλικά κρατίδια, αναλαμβάνοντας ακόμα και παραγγελίες εκ μέρους της Εκκλησίας, παρά το γεγονός ότι η αστυνομία του Βατικανού τον κυνηγούσε σε όλη τη χώρα Συνέχισε, ωστόσο, να εργάζεται ως ζωγράφος. Το πολυτάραχο της ζωής του περνά πλέον στο έργο του, και δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά: ο ζωγράφος φοβάται για τη ζωή του, είναι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού, μετακινείται συνεχώς και αναγκάζεται να κοιμάται πλέον με τα ρούχα του και το μαχαίρι στο προσκεφάλι.

Η Έκσταση της Μαρίας Μαγδαληνής (1606)

Τα βίαια ξεσπάσματά του δεν έχουν πλέον τέλος: τον Ιούλιο του 1608 βρίσκεται και πάλι στη Μάλτα, όπου επιτίθεται σε ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, με τον ζωγράφο να συλλαμβάνεται και να φυλακίζεται για το περιστατικό, κατάφερε ωστόσο να αποδράσει έπειτα από έναν μήνα πίσω από τα κάγκελα.

Οι ιππότες δεν ξέχασαν βέβαια τον βίαιο φιλοξενούμενό τους και, σύμφωνα με τους βιογράφους του, εκείνοι κρύβονταν πίσω από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του στη Νάπολη το 1609: κάποιος επιτέθηκε στον Καραβάτζιο από πίσω έξω από καπηλειό και τον τραυμάτισε σοβαρά, παραμορφώνοντας το πρόσωπό του. Η επίθεση θα είχε πρωτοφανή επίδραση στη σωματική και νοητική του κατάσταση: η όρασή του επηρεάστηκε από το περιστατικό, όπως και τα χέρια του, γεγονός που είναι έκδηλο στους κατοπινούς πίνακες που φιλοτέχνησε.

Ενώ βρισκόταν πλέον στο γειτονικό λιμάνι της Ρώμης, το Πόρτο Εκόλε, στις 18 Ιουλίου 1610, κυκλοφόρησε η είδηση για τον θάνατό του, κάτω από αδιευκρίνιστες μάλιστα συνθήκες. Η ακριβής αιτία του χαμού του (αρρώστια, δολοφονία ή άλλος λόγος) συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας (και έριδας).

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Αγόρι που δαγκώνεται από σαύρα (1593-1594)

Στα πρώιμα έργα του Καραβάτζιο κυριαρχεί η καθαρότητα των περιγραμμάτων και η σχεδιαστική ακρίβεια. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η γλυπτικότητα των αντικειμένων και των σωμάτων μέσα σε μια ατμόσφαιρα ερωτικής φόρτισης. Στα ώριμα έργα του προστίθεται ένα ουδέτερο σκοτεινό φόντο. Ο Καραβάτζιο ρίχνει πάνω σε σημεία των μορφών ένα φως πλάγιο, σχεδόν νυχτερινό που καταργεί το φως της μέρας αναδεικνύοντας την φορτισμένη ενέργεια στο εσωτερικό.

Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής (Νέος με κριό) (1602)

Πρόκειται για την τεχνική του κιαροσκούρο(των έντονων αντιθέσεων που προκαλεί το φως) και του τενεμπρισμού(ύφος που χαρακτηρίζεται από μεγάλες βαθύχρωμες ή σκοτεινές επιφάνειες που συνδυάζονται με μικρότερες περιοχές κατάλληλα φωτισμένες με τη χρήση χρώματος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δραματικών φωτοσκιάσεων) που πρώτος ο Καραβάτζιο χρησιμοποίησε με τέτοια ένταση και μαεστρία. Αυτή η επαναστατική τεχνική του, με τον επιλεκτικό φωτισμό των μορφών που προβάλουν μέσα από βαθιά σκιά,  αποτέλεσε κύριο χαρακτηριστικό της ζωγραφικής του Μπαρόκ. Εισήγαγε, επίσης, το ιδίωμα της θεατρικότητας που επίσης ακολουθήθηκε πιστά από τους μετέπειτα ζωγράφους.

Μέδουσα (1597)

Ο Καραβάτζιο θεωρήθηκε νατουραλιστής, όμως ο νατουραλισμός του ήταν ασυνήθιστος. Κατήργησε εντελώς τις ρητορικές αντιθέσεις και τις υφολογικές εκλεπτύνσεις των μανιεριστών του 16ου αιώνα. Με τον Καραβάτζιο «καταργείται» ουσιαστικά ο ιδεαλισμός της Αναγέννησης. Ο μεγάλος Ιταλός ζωγράφος απομακρύνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την εξιδανικευμένη απόδοση των θρησκευτικών θεμάτων, μεταφέροντάς τα στο επίπεδο της λαϊκής εκδοχής της καθημερινότητας. Μάλιστα, τα μοντέλα του τα αναζήτησε στους δρόμους και τα ζωγράφισε ρεαλιστικά σαν τα βιβλικά επεισόδια να συνέβαιναν μπροστά του.

Η μεταστροφή του Αγίου Παύλου (1601)

Για παράδειγμα, στο έργο του «Η Μεταστροφή του Αγίου Παύλου» (1601), ο Άγιος Παύλος είναι ένας άξεστος νεαρός στρατιώτης, ενώ ένας ρυτιδωμένος και φαλακρός χωρικός βαστάει το άλογό του. Ο πίνακας, με τις ρεαλιστικές μορφές σε φυσικό μέγεθος, αποτελεί μια ανοιχτή πρόσκληση για συμμετοχή στο «μυστήριο της μεταστροφής». Είναι χαρακτηριστικό ότι το δραματικό στοιχείο γίνεται καλύτερα αντιληπτό αν ο θεατής παρατηρήσει τον πίνακα γονατιστός από την είσοδο του παρεκκλησίου (στη Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο της Ρώμης).

Η προδοσία του Χριστού (1602) (Στα δεξιά ο Καραβάτζιο)

Ωστόσο, η ιδιαίτερη αυτή απόδοση των θρησκευτικών θεμάτων από τον Καραβάτζιο, θεωρήθηκε αρκετές φορές στην εποχή του ιερόσυλη από τις θρησκευτικές αρχές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αναγκάστηκε να ζωγραφίσει δεύτερες εκδοχές των πινάκων του όπως των μορφών του Αγίου Ματθαίου (παρεκκλήσι Κονταρέλι), της Παρθένου Μαρίας κ.α.

ΠΗΓΕΣ: https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82 , https://www.newsbeast.gr/portraita/arthro/577826/o-maestros-tou-fotos-karavatzio

Αφιέρωμα στον πρωτοπόρο του Τσέχικου αρτ-νουβό, Άλφονς Μούχα

Σαν σήμερα το 1939 φεύγει από τη ζωή ο Άλφονς Μούχα, σπουδαίος Τσέχος ζωγράφος και ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του Τσεχικού Αρτ-Νουβό. Στο έργο του έχει αφιερωθεί το Μουσείο Μούχα στην Πράγα.

Όπως γράφει η Marta Kadlečíková στο βιβλίο της «Alphonse Mucha»,”o Μούχα φοβόταν το φθινόπωρο και συχνά υπέφερε από γρίπη. Ήταν πολύ κοινωνικός και είχε μια ραφιναρισμένη συμπεριφορά απέναντι στις γυναίκες. Είχε μια λαμπερή επιδερμίδα και όμορφα, υγιή δόντια. Ήταν ζηλιάρης και αισιόδοξος με μεγάλη δόση ελαφρότητας.”

Γεννήθηκε στην πόλη Ίβαντσιτσε (Ivančice) στη Μοραβία  (σημερινή Τσεχία). Γεννημένος τον 19ο αιώνα παρέμεινε ένας άνθρωπος του 19ου  αιώνα μέχρι το τέλος της ζωής του και μόνο έτσι κατόρθωσε ν’ αφήσει το χαρακτηριστικό του αποτύπωμα στο στυλ της περιόδου, ένα στυλ που όσο ζούσε ονομαζόταν «το στυλ του Μούχα», πιστό στα αισθητικά ιδανικά του αιώνα του. Στο σχολείο απουσίαζε πολύ συχνά από τα μαθήματα, έλεγε ψέμματα και οι μόνοι καλοί βαθμοί που είχε ήταν στη ζωγραφική και το τραγούδι. Έτσι απέτυχε να εισαχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Πράγας. Εργάστηκε ως υπάλληλος για 2 χρόνια και έπειτα πήγε στη Βιέννη όπου έμαθε να κατασκευάζει θεατρικά σκηνικά».

Όταν μια φωτιά κατέστρεψε το 1881 το Ring Theater, δούλεψε ως ανεξάρτητος ζωγράφος. Ο κόμης Καρλ Χούεν του Μίκουλοφ προσέλαβε τον Μούχα για να διακοσμήσει με τοιχογραφίες το κάστρο Χρουσοβάνυ Εμάχοφ και συμφώνησε να χρηματοδοτήσει την εκπαίδευση του Μούχα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Ο Μούχα δυο χρόνια αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι και σπούδασε στις Ακαδημίες Ζυλιέν και Κολαρόσσι, ενώ συγχρόνως έκανε εικονογραφήσεις σε περιοδικά και διαφημίσεις.

Το 1894 ο Μούχα προσφέρθηκε να δημιουργήσει μία αφίσα λιθογραφία που θα διαφήμιζε ένα θεατρικό έργο με πρωταγωνίστρια την Σάρα Μπερνάρ, την πιο διάσημη ηθοποιό του Παρισιού, στο Θέατρο της Αναγέννησης. Η Σάρα Μπερνάρ (Sarah Bernhardt) ήταν μια θρυλική Γαλλίδα ηθοποιός του θεάτρου και του πρώιμου κινηματογράφου, για την οποία έχει ειπωθεί ότι ήταν «η πιο φημισμένη ηθοποιός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος». Ο ζωγράφος Άλφονς Μούχα την είχε ως μοντέλο σε πολλά Αrt Νouveau έργα του.

Την 1η Ιανουαρίου 1895, η διαφήμιση της Γκισμόντα εμφανίστηκε στους δρόμους της πόλης και μέσα σε μία νύχτα έγινε διάσημη. Η Μπερνάρ ήταν τόσο ικανοποιημένη, ώστε έκλεισε συμβόλαιο έξι χρόνων με τον Μούχα.

«Μετά από πολλά χρόνια απίστευτης δουλειάς με πολλές παραγγελίες, που του έφερε και μεγάλη δημοσιότητα, κατάφερε να κάνει την επιθυμία του πραγματικότητα και να δημιουργήσει για τους συμπατριώτες του το έργο του, Slav Epic… 

…Πέθανε πριν κλείσει τα 79, ακριβώς 4 μήνες μετά από τότε που οι Ναζί κατέλαβαν τη Βοημία και τη Μοραβία. Η μοίρα κάποιες φορές χτυπά σκληρά τους ευνοούμενούς της – θα μπορούσε να είχε φύγει λίγους μήνες νωρίτερα ή να είχε ζήσει ακόμα έξι χρόνια, αλλά όχι. Και ο  Άλφονς πίστευε τόσο πολύ σε αυτή!»  

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΛΦΟΝΣ ΜΟΥΧΑ

Η Μοντ Άνταμς ως Ζαν Ντ’ Αρκ, 1909, Metropolitan Museum

Ζωγραφισμένη στο Σικάγο το 1909, αυτή η εικόνα απεικονίζει την Αμερικανή ηθοποιό Maude Adams στο ρόλο της Joan of Arc στο έργο του Friedrich Schiller, «The Maid of Orleans», την οποία υποδύθηκε στο Στάδιο του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ στις 22 Ιουνίου 1909. Το πορτραίτο έγινε ειδικά για το γκαλά μιας νύχτας και παρουσιάστηκε ως αφίσα για την εκδήλωση. Ο Mucha σχεδίασε επίσης τα κοστούμια και τα σκηνικά και επόπτευσε την σκηνοθεσία. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της ηθοποιού, ο πίνακας χρησίμευσε ως αφίσα για το λόμπι του Empire Theatre στη Νέα Υόρκη, στο οποίο η Adams έπαιζε τακτικά. Ο Mucha σχεδίασε το περίτεχνο, επιχρυσωμένο πλαίσιο.

Αυτή η αφίσα διαφήμισε το έργο Lorenzaccio, που γράφτηκε από τον Alfred de Musset και εμφανίστηκε στο Παρίσι το 1890. Ο χαρακτήρας του Lorenzaccio βασίστηκε στο Lorenzo the Magnificent, ένα μέλος της οικογένειας των Medici που κυβέρνησε την πόλη – κράτος της Φλωρεντίας κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Τον έπαιξε η ηθοποιός Sarah Bernhardt και αυτή είναι η εικόνα της που βλέπουμε στην αφίσα. Είναι ντυμένη με ένα πολυτελές κοστούμι της μαύρης περιόδου, μ’ ένα στιλέτο να κρέμεται από τη ζώνη και κρατά ένα βιβλίο. Ο Lorenzaccio χάνεται στη σκέψη του, αναρωτιέται πώς να σώσει τη Φλωρεντία από έναν καταζητούμενο με δύναμη κατακτητή. Ο κατακτητής αντιπροσωπεύεται από τον δράκο στο πάνω μέρος της εικόνας. Η σιωπηρή χρωματική παλέτα του μπλε-χακί, του χρυσού και του μαύρου, σε συνδυασμό με τις μακριές άκρες της εικόνας, καθιστούν αυτή την αφίσα τυπικό παράδειγμα της περιόδου και του έργου του Alphonse Mucha. Παρόλο που ο Mucha αντιστάθηκε στην ύπαρξη ετικέτας Art Nouveau καλλιτέχνης, αυτή η εκτύπωση ταιριάζει στο art nouveau στυλ.

Τα JOB ήταν ένα δημοφιλές εμπορικό σήμα του τσιγαρόχαρτου που παραγόταν από την Republic Tobacco στο Perpignan της Γαλλίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1890, η εταιρεία προσέλαβε τον καλλιτέχνη τέχνης Art Nouveau, Alphonse Mucha, καθώς και πολλούς άλλους καλλιτέχνες, για να σχεδιάσουν διαφημιστικές αφίσες για το εμπορικό σήμα.

Ο Mucha συνέστησε μια αιωνόβια μακρυμαλλούσα θεά, που κρατούσε ένα στριφτό τσιγάρο. Εμπνεύστηκε την εικόνα από τους Sibyls του Michelangelo από το παρεκκλήσι της Σιξτίνης. Η εικόνα της αφίσας ήταν τόσο δημοφιλής που πωλήθηκε ως λιθογραφία.

Αυτή ήταν η πρώτη σειρά διακοσμητικών πάνελ του Mucha και έγινε μια από τις πιο δημοφιλείς σειρές του. Ήταν τόσο δημοφιλής, που ο Mucha κλήθηκε από τον Champenois να παράγει τουλάχιστον δύο ακόμη σύνολα με βάση το ίδιο θέμα το 1897 και το 1900.

Η ιδέα της προσωποποίησης των εποχών δεν ήταν κάτι νέο – παραδείγματα μπορούσαν να βρεθούν στα έργα των παλαιών κυρίων και άλλων εκδόσεων του Champenois. Ωστόσο, οι νύμφες που μοιάζουν με τις εποχιακές απόψεις της υπαίθρου, έφεραν νέα πνοή στο κλασικό θέμα. Στα τέσσερα πάνελ που φαίνονται εδώ, ο Mucha καταγράφει τις διαθέσεις των εποχών – την αθώα Άνοιξη, το αποπνικτικό καλοκαίρι, το γόνιμο φθινόπωρο και τον παγωμένο χειμώνα και όλες μαζί αντιπροσωπεύουν τον αρμονικό κύκλο της φύσης.

ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΠΑΝΕΛ

Όπως δηλώνει ο τίτλος, αυτό το κομμάτι των Παρισινών ασχολιών του  Mucha ήταν αφιερωμένο στη δημιουργία εσωτερικών διακοσμήσεων. H Art Nouveau, επίσης γνωστή ως Μοντέρνο Στυλ, δεν ήταν μόνο ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά ως κάποιο βαθμό κι ένα κίνημα που δεν στερείται κοινωνικών οπτικών. Ένα από τα σλόγκαν της υποστήριζε ότι οι φτωχοί είχαν δικαίωμα στην ομορφιά, όπως και οι πλούσιοι. Αυτές οι λιθογραφίες ήταν σχετικά φτηνές και κάποιες φορές  χρησιμοποιούνταν ως διακοσμήσεις οθόνης. Ωστόσο υπήρχαν και πολυτελείς λιθογραφίες από μετάξι. Τα διακοσμητικά αυτά πάνελς ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή, αφού όλοι μπορούσαν να τα αγοράσουν.

Δεξιά είναι η «La Topaze» (1900), ένας από τους τέσσερις στη σειρά  πολύτιμους λίθους (Les Pierres Précieuses) του Alphonse Mucha.

Ήταν χαρακτηριστικό για τον Mucha, ότι ακόμη και σε περιπτώσεις που αφορούσαν διαφημίσεις μη-ποιητικών προϊόντων, όπως ποδήλατα ή τσιγαρόχαρτα, να χρησιμοποιεί πάντα σαν μόνιμο μοτίβο του μια γυναικεία φιγούρα. Το κάθε προϊόν αναφερόταν βάσει του τίτλου του πόστερ ή της ίδιας της εικόνας που ο ζωγράφος είχε επιλέξει για να διαφημίσει το προϊόν.

Το Slav Epic είναι ένας κύκλος 20 μεγάλων καμβάδων που ζωγράφισε ο Τσέχος αρ νουβό ζωγράφος Alphonse Mucha μεταξύ 1910 και 1928. Ο κύκλος απεικονίζει τη μυθολογία και την ιστορία των Τσέχων και άλλων σλαβικών λαών. Το 1928, αφού ολοκλήρωσε το μνημειώδες του έργο, ο Mucha έδωσε τον κύκλο στην πόλη της Πράγας, υπό την προϋπόθεση ότι η πόλη θα οικοδομήσει ένα ειδικό περίπτερο γι’ αυτό. Πριν από το 2012, το έργο αποτέλεσε μέρος της μόνιμης έκθεσης στο κάστρο της πόλης Moravský Krumlov στην περιοχή της Τσεχίας. Το 2012, και τα 20 έργα μεταφέρθηκαν και παρουσιάζονται μαζί στο ισόγειο του παλατιού Veletržní σε έκθεση που διοργάνωσε η Εθνική Πινακοθήκη στην Πράγα.

ΠΗΓΕΣ: https://3pointmagazine.gr/alphonse-mucha/ , https://www.travel2prague.cz/gr/odigos-polis/moyseia-pinakothikes/erga-toy-megaloy-tsechoy-zografoy-alfons-moycha.html