Μαρκ Σαγκάλ, ο “παραμυθάς” ζωγράφος της φαντασίας και του συναισθήματος

«Όλα μπορούν ν’ αλλάξουν στον αποθαρρημένο κόσμο μας, εκτός από την καρδιά, την αγάπη του ανθρώπου και τη φιλοδοξία του να γνωρίσει το «θείο». Η ζωγραφική όπως κάθε ποίηση συμμετέχει στο «θείο». Πόσες δυσκολίες πέρασε ο πατέρας μου με εμάς τα εννιά παιδιά του, και παρ’ όλα αυτά ήταν πάντα γεμάτος αγάπη και με τον τρόπο του ήταν ένας ποιητής. Χάρη σ’ αυτόν ένιωσα για πρώτη φορά την ποίηση σε αυτόν τον κόσμο. Μετά την ξαναένιωσα κοιτώντας τις νύχτες το σκοτεινό ουρανό. Μετά έμαθα πως υπάρχει κι άλλος κόσμος. Και αυτό μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Τόσο πολύ συγκινήθηκα».

Ο Marc Chagall γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 7 Ιουλίου του 1887. Ένας απόλυτα συναισθηματικός ζωγράφος, πιστός σε ότι τον συγκινεί. Δοσμένος στην απλότητα των πραγμάτων και πεπεισμένος για τη μαγεία αυτής ακριβώς της απλότητας.

Ο Σαγκάλ γεννήθηκε στο Βιτέμπσκ της Ρωσίας (σημερινή Λευκορωσία) από εβραίους γονείς και πέρασε τα περισσότερα χρόνια του στη Γαλλία. Σπούδασε αρχικά στο Βιτέμπσκ και αργότερα στην Αγία Πετρούπολη όπου σπούδασε με υποτροφία κοντά στον περίφημο  σκηνογράφο Μακστ.

“Εγώ και το χωριό”, Marc Chagall (1911)

Το 1910 έφτασε στο Παρίσι όπου αντιμετώπισε κάποια ψυχρότητα και δυσπιστία από τους ζωγράφους εκπροσώπους της πρωτοπορίας, οι οποίοι θεώρησαν ότι τα έργα του είχαν μια φιλολογική διάθεση. Αντιθέτως οι ποιητές όπως ο Μπλεζ Σαντράρ και ο Απολλιναίρ αναγνώρισαν την ποιητική διάθεση των έργων του και την ιδιαιτερότητα των δημιουργιών του όσον αφορά στη θεματολογία και στην τεχνοτροπία. Επίσης οι Γερμανοί εξπρεσιονιστές της διάσημης επιθεώρησης τέχνης «Der Sturm» αγκάλιασαν τις δημιουργίες του. Το 1914 ο εκδότης της επιθεώρησης, Χέρβαρτ Βάλντεν, οργάνωσε στο Βερολίνο έκθεση έργων του Σαγκάλ που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και συντέλεσε στη διάδοση του εξπρεσιονισμού.

Το 1917 με την επανάσταση ο Σαγκάλ βρέθηκε στη Ρωσία και η σοβιετική κυβέρνηση τον διόρισε επίτροπο Καλών Τεχνών στο  Βιτέμπσκ. Ανασυγκρότησε τη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης  με δασκάλους όπως ο Καζιμίρ Μαλέβιτς και ο Ελ Λισίτσκι και οργάνωσε μια σειρά εκθέσεων. Το 1920 παραιτήθηκε έχοντας διαφωνίες και προβληματισμούς όσον αφορά στα ζητήματα τέχνης σε σχέση με την επανάσταση και τις πρακτικές της. Μετακόμισε στη Μόσχα όπου και ανέλαβε τη διακόσμηση του εβραϊκού θεάτρου.

Το 1922 αποφάσισε να μεταβεί στο Παρίσι όπου έμεινε μέχρι το 1940, όταν η γερμανική κατοχή τον ανάγκασε να καταφύγει στις Η.Π.Α.

Φιλοτέχνησε πολλά έργα με θέμα τα λουλούδια ή τα λουλούδια ως συνοδευτικά στοιχεία σε συνθέσεις με άλλα θέματα. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε «Τέχνη είναι η αδιάκοπη προσπάθεια να συναγωνιστούμε την ομορφιά των λουλουδιών χωρίς ποτέ να το κατορθώσουμε». Ποτέ δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει λουλούδια, ήταν ένα αγαπημένο θέμα των έργων του. Συνήθιζε να περπατάει τακτικά στη φύση και μέσα σε κήπους αντλώντας την έμπνευσή του από τις πασχαλιές, τους κρίνους, τα κόκκινα τριαντάφυλλα, τα χρυσάνθεμα.

“Βιολιστής”, Marc Chagall (1913)

Τα έργα του Σαγκάλ κρίθηκαν από τους Ναζί εκφυλισμένα και όταν η Γαλλία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία, συνελήφθη στη Μασσαλία αλλά κατόρθωσε να σωθεί με αμερικανική παρέμβαση. Το Μάιο του 1941 εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στη Νέα Υόρκη. Έμεινε εκεί για 5 χρόνια και ο θάνατος της γυναίκας του  το 1944 τον βύθισε σε απελπισία. Έλεγε ότι δεν είχε ποτέ τελειώσει έργο του χωρίς τη συγκατάθεση της. Ήταν το μοντέλο του σε πολλούς διάσημους πίνακές του. Επίσης έγραψε συνολικά σαράντα ποιήματα και αρκετά από αυτά την περίοδο της απώλειάς της όπου αποτυπώνει τη βαθιά θλίψη του. «Μη με ψάχνετε σήμερα ούτε αύριο / Έφυγα μακριά από μένα / Είμαι / Σε ένα λάκκο δακρύων».

“Αυτοπροσωπογραφία με επτά δάκτυλα”, Marc Chagall (1913)

Το 1946 επέστρεψε στη Γαλλία αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Γαλλική Ριβιέρα όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, έχοντας πραγματοποιήσει δύο ακόμη γάμους, με την Βιρτζίνια Χάγκαρντ και την Βαλεντίνα Μπρόντσκι.

Η ζωγραφική του Σαγκάλ ορίζεται μέσα από την μαγική και παράδοξη σχέση μεταξύ του φανταστικού και του πραγματικού κόσμου και τη σύνδεσή του με τις παιδικές αναμνήσεις. Αντλεί τα θέματά του από τη ζωή του λαού και τους λαϊκούς μύθους, επίσης σημαντικό ρόλο στις δημιουργίες του παίζει η εβραϊκή παράδοση. Η ποιητική ζωγραφική του συνδυάζει συμβολικά πλάσματα με πραγματικά πρόσωπα, με έναν ανορθόδοξο τρόπο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα παράξενη και ονειρική. Ο Σαγκάλ είναι κατά κύριο λόγο εξπρεσιονιστής με έναν ολότελα δικό του τρόπο. Στον εικαστικό του κόσμο κυριαρχεί μια εξωπραγματική και μυστικιστική διάσταση.

“Παράθυρα της Αμερικής”, Marc Chagall (1977)

Αν και αισθητά επηρεασμένος από τα ρεύματα της εποχής του, κράτησε την ανεξαρτησία του και υπάκουσε στις δικές του εσωτερικές καλλιτεχνικές ορμές και κυρίως ανάγκες. Υποστήριζε πως η τέχνη έχει ανάγκη από μία εκ βάθους επανάσταση, μία επιπλέον διάσταση που δεν μπορούν να φτάσουν ούτε η γεωμετρία του κυβισμού ούτε οι χρωματικές πινελιές του ιμπρεσιονισμού.

«Κάτω ο νατουραλισμός, ο ιμπρεσιονισμός και ο ρεαλιστικός κυβισμός. Με θλίβουν και με περιορίζουν[…] Για μένα η τέχνη είναι κυρίως μια ψυχική κατάσταση », υποστηρίζει ο ίδιος στο βιβλίο του «Η ζωή μου».

Οι γαλλικοί πίνακές του και ιδιαίτερα αυτοί με τα λουλούδια όπως και οι υπέροχες εικονογραφήσεις του για τους μύθους του Λα Φονταίν χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη ευαισθησία. Οι διώξεις των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον επηρέασαν βαθύτατα και αυτό αποτυπώνεται στους πίνακές του με θέμα τις ταλαιπωρίες του λαού αυτού από την εποχή του Χριστού μέχρι και την περίοδο των Ναζί. Επίσης οι πίνακές του με θέμα τη Σταύρωση χαρακτηρίζονται από μια μελαγχολία και μια μυστηριακή ατμόσφαιρα.

“Περίπατος”, Marc Chagall (1918)

Συνέχισε να δημιουργεί μέχρι τα βαθιά του γεράματα και ασχολήθηκε με σκηνικά, κοστούμια, χαρακτικά, τοιχογραφίες. Πέθανε το Μάρτιο του 1985 σε ηλικία 97 ετών στο Saint Paul της νοτιοανατολικής Γαλλίας.

“Γενέθλια”, Marc Chagall (1915)

Μέσα σε καιρούς συγκρούσεων, πάλης και έντονης αναζήτησης ο Marc Chagall κατάφερε να απενοχοποιήσει την παιδικότητα τού ενήλικα. Εκεί βρίσκει καταφύγιο, από εκεί αντλεί την έμπνευσή του, από εκεί βλέπει καθαρότερα. Και τα χρώματα ξεχειλίζουν ελεύθερα, όπως όταν ήμαστε παιδιά. Χωρίς ενοχές. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου, θα ζωγραφίσει σαν πληγωμένο παιδί. Έτσι η πληγή γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητη.
«Με μόνη παρέα το Θεό δακρύζω αληθινά μπροστά στους πίνακες μου. Εκεί θα μείνουν οι ρυτίδες μου, η χλωμή μου όψη, εκεί θα τυπωθεί για πάντα η ρευστή ψυχή μου».
Και ναι, ένα κομμάτι της ψυχής του θα είναι πάντα εκεί. Σε κάθε πίνακά του. Με τόση ειλικρίνεια, όπως αυτή ενός παιδιού. Αλλά και με τόση ευαισθησία, όπως αυτή ενός καλλιτέχνη, ενός ανθρώπου που θυμάται, λησμονεί, ελπίζει, ερωτεύεται, μοιράζεται. Ενός ανθρώπου που δηλώνει πως αγαπάει τη γη, κατά συνέπεια τη ζωή. Στις γήινες μορφές βρίσκει τη μαγεία. Από εκεί αντλεί την έμπνευση και την ποιητικότητα του.

ΠΗΓΗ: http://www.toperiodiko.gr/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA-%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB-%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9/#.XR-LtuszYnQ ,

Αυτοπροσωπογραφία της Φρίντα Κάλο στα σύνορα μεταξύ Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

Ο πίνακας της διάσημης ζωγράφου Φρίντα Κάλο, “Αυτοπροσωπογραφία της Φρίντα Κάλο στα σύνορα μεταξύ Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής” φιλοτεχνήθηκε από την ίδια τη ζωγράφο το 1932.

Πρόκειται για ένα ισχυρό έργο με ηχηρό πολιτικό μήνυμα έως και σήμερα. Η Φρίντα Κάλο στέκει προκλητικά πάνω σε ένα βάθρο στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού. Στο ένα χέρι της κρατά τη μεξικανική σημαία. Στο άλλο ένα τσιγάρο. Πρόκειται για ένα ισχυρό έργο με ηχηρό πολιτικό μήνυμα. Η ίδια παρουσιάζεται σε αυτόν τον πίνακα σε ηλικία 25 ετών.

Η Φρίντα τοποθετεί στο έργο τον εαυτό της, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ του βιομηχανοποιημένου αμερικανικού τοπίου, όπου κυριαρχούν εργοστάσια, ουρανοξύστες και φουγάρα και της μεξικανικής ερήμου, όπου δεσπόζουν τα αρχαία ερείπια, η τοπική βλάστηση κι ένα κρανίο.

Ιδιαίτερα σημαντικό για την ερμηνεία του πίνακα είναι το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής δημιουργίας του. Ειδικότερα, από την έναρξη της μεξικανικής επανάστασης το 1910, έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καλλιτέχνες και διανοούμενοι στο Μεξικό, ήταν στο επίκεντρο ενός μεγάλου debate σχετικά με το μέλλον της χώρας.

Οι κοινές ρίζες των δύο χωρών, Μεξικού και ΗΠΑ, αντιμετωπίζονται με ειρωνεία στον πίνακα αυτό, με φυτά που φθάνουν βαθιά μέσα στο χώμα στη μεξικανική πλευρά, για παράδειγμα και ηλεκτρικά καλώδια που κρέμονται στο βρώμικο μέρος των βορείων συνόρων, από την άλλη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία πίσω από το έργο, το οποίο η Κάλο ζωγράφισε στις ΗΠΑ, την εποχή που ο σύζυγός της Ντιέγκο Ριβέρα εργαζόταν για μια φιλόδοξη τοιχογραφία στο Detroit Institute of Arts. Η ίδια είχε μόλις υποστεί μια αποβολή και λαχταρούσε να επιστρέψει στο Μεξικό, την ίδια στιγμή που ο Ριβέρα συνέχιζε να κυνηγά την επιτυχία στις ΗΠΑ με συμφωνίες για νέες τοιχογραφίες σε όλη τη χώρα.

ΠΗΓΗ: https://www.elculture.gr/blog/article/%cf%80%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%86%cf%81%ce%af%ce%bd%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%bf-%ce%bc%ce%ae%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%b1/

“Wally” του Έγκον Σίλε – η ιστορία του κλεμμένου από τους Ναζί πίνακα

Ο πίνακας Portait of Walburga Neuzil, γνωστού ως «Wally», έργο του διάσημου αυστριακού, εξπρεσιονιστή ζωγράφου Έγκον Σίλε Egon Schiele (1890–1918).

Αναπαριστά το μπούστο και το πρόσωπο μια νεαρής γυναίκας, που γέρνει ελαφρά προς τα εμπρός και κοιτάζει απευθείας τον θεατή, με εκτυφλωτικά, ελαφρά αλλοίθωρα, γαλάζια μάτια. Ο πίνακας έγινε το 1912 και η Βάλι δείχνει πλημμυρισμένη από μελαγχολία ή θλίψη, σαν να νιώθει ότι πλησιάζει ένα κακό τέλος.

Γεννημένη φτωχή, η αυστριακή Walburga Neuzil ή Wally, ήταν πραγματικό πρόσωπο. Έγινε σε ηλικία 15 ετών ένα από τα μοντέλα του διάσημου ζωγράφου Gustav Klimt. Εκείνος την έστειλε στη συνέχεια στον 20χρονο φίλο του ζωγράφο Έγκον Σίλε. Klimt και Σίλε είναι δύο από τους μεγαλύτερους αυστριακούς εξπρεσιονιστές του περασμένου αιώνα.

Η Wally παρότι ανήλικη είχε σκανδαλώδη φήμη, αν και δεν υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες για την σύντομη ζωή της. Έγινε μοντέλο και ερωμένη του Σίλε, καθάριζε το σπίτι του, ασχολιόταν με τα οικονομικά του. Όταν συνέλαβαν τον Σίλε και τον φυλάκισαν επί 24 ημέρες -κατηγορούμενο για σεξουαλική παρενόχληση σε ανήλικη- η Wally έμεινε δίπλα του. Έμειναν μαζί 4 χρόνια και ο Σίλε ζωγράφισε πολλά γυμνά και πορτρέτα της αγαπημένης του.

Μόνο μια φορά έδειξε το πρόσωπό της, στον πίνακα που έμελλε να γίνει αργότερα παγκόσμια διάσημος για την τραγική ιστορία του, στο «Πορτρέτο της Wally».

Lovers – Self-portrait with Wally

Στη συνέχεια γνώρισε μια κόρη καλής οικογένειας, την Edith Harms, και επειδή εκείνη αρνήθηκε να ζήσουν και οι τρεις μαζί, ο Σίλε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Wally, να παντρευτεί και να μετακομίσει με την σύζυγό του στην Βοημία. Το ζευγάρι ήταν άτυχο, το 1918 πέθανε η έγκυος Edith Harms, από επιδημία ισπανικής γρίπης και τρεις ημέρες αργότερα πέθανε και ο Έγκον Σίλε, σε ηλικία 28 ετών.

Η Wally είχε πεθάνει έναν χρόνο νωρίτερα, το 1917, αφού πρώτα δούλεψε ως νοσοκόμα στον Ερυθρό Σταυρό.

Αυτή είναι η πραγματική Wally:

Η σύντομη ζωή του Έγκον Σίλε και της μούσας του Wally, πλούσια σε πάθη και καλλιτεχνικό οίστρο, προκαλεί ακόμη σήμερα το έντονο ενδιαφέρον των φιλότεχνων ανά τον κόσμο και έμελλε να γράψει ιστορία με το διάσημο Πορτρέτο.

Η ιστορικη ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ

Ο πίνακας «Πορτρέτο της Wally» άλλαξε δύο δύο φορές χέρια, μεταξύ 1920 και 1925 και τελικά τον αγόρασε η Εβραία γκαλερίστα Λέα Μποντί, ιδιοκτήτρια της γκαλερί τέχνης Würthle στη Βιέννη.

Στο πλαίσιο των διώξεων εναντίον των Εβραίων (και) της Αυστρίας το 1938, η γκαλερί τέχνης της Λέα Μποντί έκλεισε και όλα τα έργα τέχνης, μεταξύ των οποίων και το Πορτρέτο της Wally, εκλάπησαν κυρίως από τον φιλο-ναζί έμπορο τέχνης του Σάλτσμπουργκ Friedrich Welz. Η ίδια η Λία Μποντί αναγκάστηκε το 1939 να καταφύγει στο Λονδίνο, εξόριστη, όπου και πέθανε το 1969.

Το πορτρέτο άλλαξε πολλά χέρια, και το 1954 πουλήθηκε στον αυστριακό συλλέκτη -εξειδικευμένο σε έργα Klimt και Σίλε, Rudolf Leopold.

Οσο ζούσε η Λέα Μποντί έκανε συνεχείς αγωγές στον Friedrich Welz, και στον Leopold, ο οποίος είχε μεταφέρει τους πίνακες στο ιδιωτικό του Μουσείο, στη Βιέννη, αλλά δεν πρόλαβε να δικαιωθεί.

Το 1998 ο Rudolf Leopold δάνεισε τον πίνακα Πορτρέτο της Wally στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης και οι κληρονόμοι της Λέα Μποντί κατήγγειλαν στις αρχές ότι πρόκειται για τον κλεμμένο πίνακα. Οι αμερικανικές αρχές τον κατάσχεσαν και ξεκίνησε μια ιστορική δίκη, με δεκάδες δικηγόρους και από τις δύο όχθες του Ατλαντικού.

Η δικαστική απόφαση ήρθε 12 χρόνια αργότερα: το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης αποφάσισε ότι ο πίνακας Πορτρέτο της Wally ανήκει πράγματι στην Λέα Μποντί και στους κληρονόμους της και ότι ο Friedrich Welz, ο οποίος ήταν μέλος και συνεργάτης του ναζιστικού κόμματος, τον έκλεψε στη Βιέννη στα τέλη του 1930.

Ο Rudolf Leopold, δεν το έβαλε κάτω. Ξόδεψε 5 εκατομμύρια δολάρια σε δικηγόρους και δέχτηκε να πληρώσει 19 εκατομμύρια δολάρια -αστρονομικό ποσό για έναν πίνακα- στους κληρονόμους της Λέα Μποντί για να τον πάρει πίσω και να τον κρεμάσει στους τοίχους του Μουσείου του. Ο Rudolf Leopold αρνιόταν ως τον θάνατό του, το 2010, ότι ο πίνακας είχε κλαπεί. «Είναι θρύλος ότι ο Welz της τον έκλεψε, εκείνη του τον πούλησε», έλεγε ο διάσημος αυστριακός συλλέκτης, ο οποίος όπως και οι περισσότεροι Αυστριακοί δυσκολευόταν να αναγνωρίσει το παρελθόν και την μοίρα που επεφύλαξε η χώρα του σε εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους και στα υπάρχοντά τους.

Το πορτρέτο της Wally γύρισε λοιπόν το 2010 στην βίλα-Μουσείο του Leopold, στο Grinzing, μια χλιδάτη γειτονιά της Βιέννης. Μαζί με την Wally, το Μουσείο (διαθέτει την μεγαλύτερη συλλογή έργων του Σίλε) τοποθέτησε δίπλα-δίπλα και μια από τις αυτοπροσωπογραφίες του Σίλε, του 1912. Οι λεγόμενοι «αρραβωνιασμένοι» βρίσκονται από τότε εκεί, ενωμένοι για πάντα.

ΠΗΓΗ:

Οι καημοί του βασιλιά – Henry Matisse

Ο Ανρί Ματίς ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ζωγράφους, ένας καλλιτέχνης τον οποίο χαρακτήριζε η αστείρευτη φαντασία και ο διαρκής πειραματισμός. Γεννήθηκε στη βόρεια Γαλλία, σπούδασε νομικά στο Παρίσι και εργάστηκε ως συμβολαιογράφος. Το 1889, η μητέρα του του έφερε σύνεργα ζωγραφικής, ώστε να έχει κάποια ενασχόληση κατά την ανάρρωσή του από σκωληκοειδήτιδα. Αυτό ήταν το έναυσμα ώστε εφεξής η ζωγραφική να γίνει Το πάθος του, η μόνιμη ασχολία του. Το 1891 γράφτηκε στην ακαδημία τεχνών Julian, όπου σπούδασε κοντά σε καλλιτεχνες, όπως ο Οντιλόν Ρεντόν και ο Γκυστάβ Μορώ.

Ο Ματίς υπήρξε ο ιδρυτής του κινήματος του φωβισμού. Χαρακτηριστικά της έκφρασης των φωβιστών ήταν η χρήση ποικιλίας έντονων χρωμάτων, πολλές φορές σε σκοτεινούς τόνους. Οι αντιθέσεις είναι έντονες και οι γραμμές απλές, δεν δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην μορφή, όσο στην εντύπωση που δημιουργούν οι έντονες αποχρώσεις. Εξάλλου, η ελεύθερη και αυθόρμητη αυτή έκφραση αποτυπώνεται και στην ονομασία του κινήματος, η οποία προέρχεται από τη γαλλική λέξη fauve, που μεταφράζεται ως “άγριο θηρίο”.

Ο πίνακας “Οι καημοί του βασιλιά” θεωρείται η τελευταία αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη . Την τελευταία 15ετία της ζωής του ο Ματίς διαγνώστηκε με καρκίνο και ύστερα από μια επέμβαση χρειάστηκε να χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο. Συνέχισε την τέχνη του με το ντεκουπάζ και το κολλάζ, χρησιμοποιώντας χαρτιά σε πλούσιες και έντονες αποχρώσεις, βαμμένα με γκουάς, τα οποία έκοβε στα επιθυμητά σχήματα και τα συνδύαζε σε μικρών διαστάσεων κολλάζ, που αργότερα μετατρέπονταν σε τοιχογραφίες και μεγάλου μεγέθους έργα.

Το συγκεκριμένο έργο είναι εμπνευσμένο από έναν πίνακα του Ρεμπράντ, όπου ο Δαβίδ παίζει άρπα στον θλιμμένο βασιλιά Σαούλ (“Δαβίδ και Σαούλ”, μέσα 17ου αιώνα) .

Ο Ματίς απεικονίζει την ψυχοσύνθεση της τρίτης ηλικίας και τον καταπραϋντικό χαρακτήρα της μουσικής. Η μαύρη φιγούρα στο κέντρο είναι ο ίδιος, είναι καθισμένος σε μια πολυθρόνα, κρατώντας μια κιθάρα κα περιτριγυρίζεται από τις απολαύσεις της ζωής του, σε μια ατμόσφαιρα αναπόλησης. Τα κίτρινα πέταλα που αιωρούνται στο χώρο αποτελούν συμβολισμό της μουσικής, ενώ η πράσινη φιγούρα, που μοιάζει με μια υπηρέτρια, συμβολίζει το εξωτικό στοιχείο, το οποίο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον καλλιτέχνη. Στα δεξιά, μια λευκή φιγούρα χορεύει, εκπροσωπώντας τη γυναικεία φιγούρα και το αισθησιακό στοιχείο.

“Οι καημοί του βασιλιά”, θεωρούνται από πολλούς κριτικούς έργο της πιο πρωτοποριακής περιόδου του ζωγράφου, η οποία ταυτίζεται μάλιστα με τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Η ιστορία του μουσικού Ορφέα μέσα από τη ζωγραφική

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα μουσικής, σαν χθες 21 Ιουνίου, ας αφιερώσουμε το έργο τέχνης της ημέρας στον Ορφέα, τον μυθικό μουσικό της αρχαιότητας κι ας δούμε την ιστορία του μέσα από πίνακες διαφόρων εποχών.

Πλήθος μύθων περιγράφουν τη γέννηση, τη ζωή και το θάνατο του Ορφέα. Σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή ήταν γιος του θεού-ποταμού ή βασιλιά της Θράκης Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης, κόρης του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας του χάρισε τη λύρα, ενώ οι Μούσες τον μύησαν στην τέχνη της μουσικής και της ποίησης.

Ορφεας, ερυθρόμορφο αγγείο, 5ος αιώνας π.Χ.

Έπαιζε μουσική τόσο όμορφη που ημέρωνε ακόμη και τα άγρια ζώα.

“Ο Ορφεας εξημερώνει τα ζώα”, Παντοβανίνο, περ. 1636

Αγαπημένη του ήταν η Δρυαδα Ευρυδίκη, κόρη του Απόλλωνα. Η ευτυχία τους, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ, καθώς η Ευρυδικη την ημέρα του γάμου τους (κατά πολλούς) , δαγκώθηκε από μια Οχιά και ξεψύχησε.

«Άνοιξη» ή «Ο θάνατος της Ευρυδίκης» , Ε. Delacroix, περ. 1863

«Ο θάνατος της α Ευρυδίκης», N. del Abbate, 1571

Ο Ορφεας ήταν απαρηγόρητος, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη.

“Ο Ορφεας θρηνεί το θάνατο της Ευρυδίκης” A. Scheffer, 1814

«Ο Ορφεας στον τάφο της Ευρυδίκης», G. Moreau, 1891

Γι’ αυτό κατέβηκε στον Άδη, ενώπιον της Περσεφόνης και του Πλούτωνα κι έπαιξε μουσική θρηνώντας την αγαπημένη του. Ο θρήνος του ήταν συγκλονιστικός και συγκίνησε τις χθόνιες θεότητες• για λίγο όλα σταμάτησαν να κινούνται στον Κάτω Κόσμο.

“Ο Ορφεας κατεβαίνει στον Άδη για να ζητήσει την Ευρυδίκη” , J. Restout II, 1763

«Ορφεας και Ευρυδίκη», P. Rubens, 1638

Έπειτα από την υπέροχη μουσική του Ορφέα αποφασίστηκε να επιστρέψει η Ευρυδικη στον κόσμο των ανθρώπων μαζί του, αλλά υπό έναν όρο. Μέχρι να βγουν από τον Άδη , ο Ορφέας δε θα έπρεπε να γυρίσει να κοιτάξει καθόλου την αγαπημένη του. Έτσι ξεκίνησε η ανάβαση.

«Ορφέας και Ευρυδικη», Α. Feuerbach, 1869

“Ο Ορφεας οδηγεί την Ευρυδικη έξω από τον κάτω κόσμο”, Camille Coro, 1861

Τον μουσικό, όμως έτρωγε η αμφιβολία. Ακολουθούσε οντως πίσω η Ευρυδικη; Έτσι, γύρισε να την κοιτάξει. Αμέσως η Ευρυδικη επέστρεψε στον Κάτω Κόσμο και ο Ορφέας την έχασε για πάντα.

«Ορφεας και Ευρυδίκη», M. Drölling, 1820

“Ορφεας και Ευρυδίκη”, F. Leighton, 1864

Απαρηγόρητος γύρισε στην πατρίδα του, όπου αρνήθηκε τη λατρεία όλων των θεών, εκτός του Ηλίου. Το τέλος που επεφύλασσε η μοίρα για τον ίδιο ήταν επίσης τραγικό. Όπως λέει η μια εκδοχή του μύθου, τον κατασπάραξαν οι Μαινάδες, κόρες του Διονύσου, καθώς είχε απαρνηθεί τον άλλοτε θεό-προστάτη του. Υπό άλλη εκδοχή, ο Μουσικός σκοτώθηκε βίαια εν είδει εκδίκησης από τς γυναίκες της Θράκης.

«Ο θάνατος του Ορφέα», Ε. Lévy, 1866

O μύθος του χαρισματικού αυτού μουσικού έχει αποτέλεσει πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες του αρχαίου, νεότερου και σύγχρονου κόσμου, όχι μόνο στη ζωγραφική, αλλά και τη λογοτεχνία και την ποίηση. Αναφορές σε εκείνον συναντάμε και στο φιλοσοφικό λόγο, όπως για παράδειγμα στον Πλάτωνα. Η τραγικότητα του Ορφέα έρχεται να αντισταθμίσει το ασύγκριτο χάρισμά του. Η μουσική, που εμφανίζεται ως θείο δώρο, είναι μέσο λύτρωσης για τον καλλιτέχνη, τον εξυψώνει και τον εντάσσει στη σφαίρα του μεταφυσικού. Εξάλλου ο μύθος λέει ότι μετά το θάνατό του, η ψυχή του μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου συνέχιζε να τραγουδά, ντυμένη στα λευκά, για τους Μάκαρες, τους αγαθότερους νεκρούς του Κάτω Κόσμου .

“Ο Θεραπευτής” του Ρενέ Μαγκρίτ

Ο “Θεραπευτής” (1967) είναι ένα από τα οκτώ ζωγραφικά θέματα που μετέφερε σε τρισδιάστατη μορφή ο σουρεαλιστής ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ.  Ο “Θεραπευτής” είναι ένα από τα οκτώ ζωγραφικά θέματα που μετέφερε σε τρισδιάστατη μορφή ο σουρεαλιστής ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ. 

Έχοντας πολύ συγκεκριμένη άποψη για αυτό που ήθελε να κάνει, ο Μαγκρίτ αναζήτησε και τους κατάλληλους τρόπους που θα τον βοηθούσαν να κάνει τα γλυπτά. Έτσι, στο “Θεραπευτή” χρησιμοποίησε το γύψινο εκμαγείο των ποδιών ενός ζωντανού μοντέλου. Το ίδιο έκανε για το κλουβί με το πουλί. 

Ο “Θεραπευτής” έχει ορισμένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία που συνθέτουν το ύφος του Μαγκρίτ: το απρόσμενο, το ασυνήθιστο μέσω του συνηθισμένου και το μυστηριώδες.

Αν και ζωγράφος ο Μαγκρίτ, μεταφέροντας οκτώ πίνακες σε γλυπτά, έδωσε την ευκαιρία για μια διαφορετική οπτική σχετικά με τη λειτουργία των αντικειμένων και των μορφών. Αποκομμένα από το πλαίσιο του ζωγραφικού πίνακα, τοποθετούνται σαν αυτόνομες παρουσίες στο χώρο και αποκτούν, με την αλλαγή της κλίμακας, μια διαφορετική οντότητα. Έτσι και το συγκεκριμένο γλυπτό, είχε πρώτα φιλοτεχνηθεί ως πίνακας ζωγραφικής και κατόπιν έγινε γλυπτό, καλλιτεχνική τακτική του Μαγκρίτ γνωστή και από άλλα ζωγραφικά έργα του. Η φιγούρα του «Θεραπευτή» εμφανίζεται σε αρκετά έργα του καλλιτέχνη από το 1936 και έπειτα. Το 1937 ο ίδιος ο Μαγκρίτ φωτογραφήθηκε σε πανομοιότυπη πόζα με το γλυπτό, με μια κουβέρτα να καλύπτει το κεφάλι του. Η φωτογραφία είχε τον τίτλο “Ο Θεός την όγδοη μέρα”. Πιθανόν ο «Θεραπευτής» να είναι ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας.

Το πρώτο αίσθημα που δημιουργεί το έργο στον θεατή, με το σκούρο χρώμα του και την έλλειψη προσώπου, είναι η ανησυχία. Το κέντρο όμως του έργου είναι ο συμβολισμός του πουλιού. Το πουλί εδώ συμβολίζει το ανθρώπινο πνεύμα. Το σώμα είναι ένα κλουβί που φυλακίζει το πνεύμα, ενώ το πνεύμα μας έχει ανάγκη να ταξιδέψει, να περιπλανηθεί ελεύθερο. Το πνεύμα είναι περίεργο όπως τα μικρά παιδιά, όμως με την πάροδο των χρόνων συναντά κανόνες, εμπόδια, φραγμούς και πεποιθήσεις που το φυλακίζουν στα κάγκελα του κλουβιού. Κάποια στιγμή όμως αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για τον δρόμο μας. Αυτό το σημείο της απορίας, της αμφισβήτησης, της ανάγκης για μια απόφαση παρουσιάζει το έργο. Η ελευθερία του γυρολόγου και η θεραπεία του πνεύματος και της ψυχής ή η ασφάλεια και ο συμβιβασμός του κλουβιού; Ο γυρολόγος-οδοιπόρος κάθεται να ξεκουραστεί στον δρόμο και αναρωτιέται.

ΠΗΓΕΣ: http://www.nationalgallery.gr/el/gluptikh-monimi-ekthesi/sculpture/xenoi-kallitehnes/o-therapeutis-le-therapeute.html , http://www.pi-schools.gr/lessons/aesthetics/eikastika/afises/index.php?id=43&v=1

Τζον Κόνσταμπλ, ο μεγάλος ζωγράφος του αγγλικού τοπίου

Ο Τζον Κόνσταμπλ, ο μεγάλος ζωγράφος του αγγλικού τοπίου, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1776, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους τοπιογράφους. Διακρίθηκε επίσης στην προσωπογραφία.

Έφθασε στην ακμή του μετά τα σαράντα του και αναγνωρίστηκε στην Αγγλία, αφού πρώτα είχε αναγνωριστεί στη Γαλλία, στο Σαλόν του Παρισιού. Ήταν υπέρμαχος του ρομαντισμού και ευαίσθητος χαρακτήρας. Η τέχνη του μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των Ντελακρουά και Ζερικό, ενώ επηρέασε όλους τους μετέπειτα ζωγράφους του Μπαρμπιζόν κι ακόμα και τους ιμπρεσιονιστές.

Η ιδιοφυΐα του Κόνσταμπλ πρωτοανακάλυψε και ακόμη δικαιώνει την τέχνη του αδιαμφισβήτητου νατουραλισμού. Σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Γκέινσμπορο (Gainsborough) ότι κανένα τοπίο εκτός Ιταλίας δεν αξίζει να το ζωγραφίσει κανένας, είπε ότι η τέχνη του θα μπορούσε να βρεθεί κάτω από κάθε φράκτη. 

Όταν ο Κόνσταμπλ ήταν ακόμα φοιτητής, ο Girtin είχε ζωγραφίσει μερικά τοπία εμπνευσμένα από τον Γουόρντσγουορθ (Wordsworth) που επηρέασαν έργα όπως το Malvern Hall. Και, καθώς κατάγονταν από την Ανατολική Αγγλία, ο Κόνσταμπλ είχε δει σίγουρα ολλανδικά τοπία στις τοπικές συλλογές. Η αίσθησή του για το διαδιδόμενο φως, τις σκιές που ρίχνουν τα σύννεφα σε έναν διάπλατο ουρανό με αέρα, πρέπει να έχουν προέλθει από τον Ρόυσνταελ (Ruysdael), καθώς και από τις δικές του παρατηρήσεις.

Καθώς ο Κόνσταμπλ, όπως και όλοι οι επαναστάτες της τέχνης, ήταν ένας πρόθυμος μελετητής της παράδοσης. Είχε την ικανότητα, που συναντάται μόνο σε μεγάλους καλλιτέχνες, να εισέλθει σε έναν τρόπο  ζωγραφικής προφανώς ξένο σε σχέση με το δικό του, και να αντλήσει από αυτόν τα στοιχεία εκείνα που προσφέρουν αιώνια πνευματική ικανοποίηση. Θα μπορούσε να απορροφήσει χωρίς μίμηση. Τα γράμματα του είναι γεμάτα από την κατανόηση του Τιτσιάνο(Titian), Κλώντ(Claude), Γουίλσον(Wilson) και του Γκασπάρ(Gaspard), και αρκετά αργά στη ζωή του θα μπορούσε να μην αναλάβει κάποιο έργο για να αντιγράψει ένα Πουσέν (Poussin) ή ένα Κλωντ.

Ένα πολύ γνωστό απόσπασμα από τη βιογραφία του από τον Λέσλυ (Leslie) περιγράφει τον τρόπο όταν ήταν ακόμα μικρό αγόρι, συστήθηκε στον Τζωρτζ Μπόομοντ (Sir George Beaumont), ο οποίος του έδειξε το αγαπημένο του έργο του Κλωντ, η Άγαρ και ο Ισμαήλ(Hagar and Ishmael), σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη. Ο Κόνσταμπλ, λέει ο Λέσλυ, «κοίταζε πίσω σε αυτό το εξαιρετικό έργο ως μια σημαντική στιγμή στη ζωή του». Μπορούμε να αισθανθούμε την εν μέρει συνειδητή μνήμη αυτής της εικόνας στην πρώτη κατά σειρά ελαιογραφία στην οποία ο Κόνσταμπλ είναι φανερά ο εαυτός του, το Dedham Valeτου 1802. Και απόδειξη του πόσο βαθιά ήταν αυτό το σχέδιο ριζωμένο στο μυαλό του αποτελεί το ότι χρησιμοποίησε την ίδια σύνθεση τόσο αργά όσο το 1828 στον πίνακα σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας. Αλλά αυτή τη φορά η απόσταση από τον Κλώντ είναι πολύ μεγάλη. Το φόντο περιέχει μια ποσότητα της άμεσης παρατήρησης που ο Κλωντ δεν θα μπορούσε να αφομοιώσει στο ιδανικό του σχήμα. Αλλά αξίζει να επιμείνουμε πάνω στην προέλευση της σύνθεσης, επειδή δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή η βαθιά κατανόηση της παράδοσης του ευρωπαϊκού τοπίου ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Κόνσταμπλ ήταν σε θέση να παρουσιάσει μια τέτοια ποσότητα της κανονικής παρατήρηση, χωρίς την επώδυνη κοινοτοπία των μετέπειτα ρεαλιστές.

Ένας άλλος λόγος ήταν η σημασία την οποία αποδίδει σε αυτό που αποκάλεσε «η φωτοσκίαση της φύσης». Η φράση εμφανίζεται κατ ‘επανάληψη σε επιστολές του, και είναι εμφανές από τα συμφραζόμενα ότι ο ίδιος τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει δύο μάλλον διαφορετικά φαινόμενα. Πρώτα εννοούσε το λαμπίρισμα του φωτός, «τις σταγόνες δροσιάς – το αεράκι – την απόλυτη ομορφιά και τη φρεσκάδα, που ούτε ένα από αυτά δεν έχει ακόμη τελειοποιηθεί στον καμβά κανενός ζωγράφου στον κόσμο». Αυτή ήταν η πλευρά του έργου του, που συνήθως θεωρείται πιο πρωτότυπη, και τα τεχνικά μέσα με τα οποία επιτεύχθηκε, οι σπασμένες πινελιές και τα αγγίγματα του καθαρού λευκού με μια σπάτουλα, αποτέλεσαν μια αποφασιστική επιρροή στη γαλλική ζωγραφική. Αλλά με τον όρο «κιαροσκούρο της φύσης» ο Κόνσταμπλ εννοούσε επίσης ότι μια δραματική συνύπαρξη του φωτός και της σκιάς θα πρέπει να διέπει όλες τις συνθέσεις του τοπίου, και να δώσει την βασική νότα του συναισθήματος με βάση το οποίο η σκηνή ήταν ζωγραφισμένη.

Για ένα τοπιογράφο της μόδας που ονομαζόταν Λι, γράφει: “Δεν πίστευα ότι τα πράγματα του ήταν τόσο άσχημα. Παριστάνουν πως μιμούνται τη φύση, αλλά αυτό είναι του ψυχρότερου και του χειρίστου είδους. Όλα είναι εντελώς άψυχα.” Είναι αυτή η αίσθηση της δραματικής ενότητας, όσο και το πάθος του για την φρεσκάδα της φύσης, που διακρίνουν τον Κόνσταμπλ από τους συγχρόνους του. Αναγνώρισε τη θεμελιώδη αλήθεια ότι η τέχνη θα πρέπει να βασίζεται σε μια μοναδική κυρίαρχη ιδέα και ότι η δοκιμή ενός καλλιτέχνη είναι η ικανότητά του να ολοκληρώσει την ιδέα αυτή, για να την εμπλουτίσει, να την επεκτείνει, αλλά ποτέ να μην χάσει την αίσθησή της και ποτέ να μην συμπεριλάβει οποιαδήποτε περιστατικά, όσο σαγηνευτικά και αν είναι, τα οποία δεν είναι τελικά υποδεέστερα από την πρώτη κύρια σύλληψη.

Ένας τέτοιος στόχος μπορούσε να επιτευχθεί απλά στην κλασική ζωγραφική τοπίου όπου οι ιδανικές μορφές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός των λεπτομερειών που αποσπούν την προσοχή. Αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο στο νατουραλιστικό τοπίο, το οποίο ήταν η ανακάλυψή του, όπου οι εντυπώσεις που λαμβάνονται από τα πραγματικά αντικείμενα είναι το βασικό σημείο εκκίνησης.  Και όπου τα μέσα της απλοποίησης δεν έχουν ήδη διαμορφωθεί από την επίδραση του γούστου και της τεχνοτροπίας.

Ίσως κανένας άλλος ζωγράφος (εκτός του Ρούμπενς-Rubens) δεν πέτυχε, όπως έκανε ο Κόνσταμπλ, να υποτάξει τα άπειρα οπτικά δεδομένα του τοπίου σε μια ενιαία εικαστική ιδέα. Μεταγενέστεροι ζωγράφοι είτε έχουν ακυρώσει την ιδέα με το εμπλουτισμό της, ή έχουν προσφέρει την πρώτη αίσθηση, χωρίς να τολμούν να την αξιοποιήσουν. Η δεύτερη πορεία, αν και δημιούργησε τα περισσότερα από τα καλύτερα έργα ζωγραφικής του δέκατου ένατου αιώνα, περιορίζει την κλίμακα και την αίσθηση της μονιμότητας.

Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς πίνακες του Κόνσταμπλ αυτός που είναι πιο κοντά στο κοινό όραμα είναι το Hay Wain. Τα κύρια μοτίβα του έχουν αποτελέσει έμπνευση εκατοντάδων χιλιάδων ημερολογίων, αλλά προσωπικά βρίσκω ότι έχει επιβιώσει αυτής της καταστροφικής δημοτικότητας και παραμένει μια αιώνια αέναη έκφραση γαλήνης και αισιοδοξίας.  Υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και το πάθος του Κόνσταμπλ για τη φύση δεν μπορεί να ζωντανέψει μια τόση ποσότητα από συνηθισμένες παρατηρήσεις. Όπως στο CornField (χωράφι με τα καλαμπόκια), τον πίνακα που επιλέχτηκε μετά τον θάνατό του να τον αντιπροσωπεύσει στην National Gallery (Εθνική Πινακοθήκη).  Αλλά είναι βαρετός μόνο στους τελειωμένους του πίνακες.. Στα σκίτσα του η δύναμη της αίσθησης είναι πάντοτε αρκετά δυνατή για να τα σηκώσει πάνω από την κοινοτοπία. Στο «πλήρους μεγέθους σκίτσο» για το Hay Wain, ο ενθουσιασμός του τον οδήγησε σε ένα ελεύθερο, παρόμοιο με των ζωγράφων χειρισμό, ο οποίος με τη σειρά του τροποποίησε το όραμά του. Και στο σπουδαιότερο έργο του, ο νατουραλισμός είναι ανεπτυγμένο σε μεγαλύτερο βαθμό από την πεποίθησή του ότι αφού η φύση ήταν η καθαρότερη αποκάλυψη της θέλησης του Θεού, η ζωγραφική τοπίων, αντιλαμβανόμενη με το πνεύμα της ταπεινής αλήθειας, θα μπορούσε να είναι ένα μέσο μετάδοσης ηθικών ιδεών.

Hay Wain

ΠΗΓΕΣ: http://www.kathimerini.gr/261584/article/epikairothta/kosmos/tzon-konstampl-enas-apo-toys-prwtoys-monternoys , http://users.sch.gr/vasilatis/Landscape%20into%20Art/Istoselida%20G1/h%20topiografia%20toy%20jonh%20contable.htm , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%BF%CE%BD_%CE%9A%CF%8C%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BB

“Φιγούρα στο παράθυρο” – Η σχέση του Σαλβαδόρ Νταλί με την αδερφή του

Ο πίνακας «Φιγούρα στο παράθυρο» δημιουργήθηκε το 1925, όταν ο Dali ήταν μόλις 21 ετών. Καθώς η Gala δεν είχε μπει ακόμη στη ζωή του, η αδερφή του ζωγράφου, η Ana Maria αποτελούσε έμπνευση για τον ίδιο. Η ίδια ήταν ιδιαίτερα υποστηρικτή τις παραμονές της έκθεσης του Νταλί στις Galeries Dalmau στην Barcelona. Δεν μας εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι οι πίνακες του καλλιτέχνη που απεικονίζουν την Ana Maria αντικατοπτρίζουν τους πειραματισμούς του με διάφορες τεχνικές και στυλ.

Τις ώρες που πόζαρα ως μοντέλο για τους πίνακές του, ποτέ δεν κουραζόμουν να κοιτάζω το τοπίο, το οποίο ήδη και πάντοτε ήταν ένα μέρος μου. Πάντα με ζωγράφιζε δίπλα σε ένα παράθυρο και τα μάτια μου είχαν τον χρόνο να απορροφήσουν όλες τις μικρές λεπτομέρειες.

Η Ana Maria σχολιάζοντας τον τρόπο που ο αδερφός της, Salvador, την ζωγράφιζε ενσωματώνοντας το καταλανικό τοπίο

Σε αρκετούς πίνακές του δοκιμάζει μια απλοποιημένη απεικονιστική τεχνική με απαλές ελαφρώς γεωμετρικές γραμμές, εξερευνώντας παράλληλα μια μεγάλη ποικιλία παλαιότερων και σύγχρονων τεχνικών απεικονιστικής ζωγραφικής, συμπεριλαμβανομένων των Ιταλών ζωγράφων novecento.

Καθώς περνούσε ο χρόνος, η σχέση μεταξύ της Ana Maria και του Salvador έπαιρνε άσχημη τροπή. Ο Dali είχε δηλώσει : “Κάποιες φορές φτύνω στο πορτρέτο της μητέρας μου και πραγματικά το απολαμβάνω. Η Ana Maria δεν αντέχει αυτή την αισχρή συμπεριφορά.”

Η ίδια έγραψε για τον αδελφό της στο βιβλίο της με τον τίτλο «Salvador Dali, Seen through the eyes of his sister» (“Ο Σαλβαδόρ Νταλί μέσα από τα μάτια της αδερφής του”) που εκδόθηκε το 1949. Ο Dali ήταν εξαιρετικά αναστατωμένος για αυτό και το ανέφερε θυμωμένα κάθε λίγο.

Τελικά, το 1954 ο ζωγράφος δημιούργησε ένα πίνακα με τίτλο «Young Virgin Autosodomized by her Own Chastity» (“Νεαρή παρθένα αυτοσοδομιζόμενη με τα κέρατα της δικής της αγνότητας”). Η θέση, τα μαλλιά, το τοπίο και η χρωματική παλέτα σχετίζονται εμφανώς με τον πίνακα «Φιγούρα στο παράθυρο», ωστόσο εδώ λείπει η γαλήνη και οι “αθώες” γραμμές, ενώ και ο τίτλος είναι τουλάχιστον περίεργος. Θεωρείται πως ο πίνακας αυτός ήταν η εκδίκηση του καλλιτέχνη για το βιβλίο της αδερφής του.

ΠΗΓΕΣ: https://mydailyartdisplay.wordpress.com/2013/03/16/figure-at-a-window-by-dali-1925-and-young-virgin-autosodomized-by-her-own-chastity-by-dali-1954/ , https://www.semifind.gr/news/view/Nea/5575/diasimoi-pinakes-zografikis-poy-kryvoyn-endiaferonta-mystika

Το διάβασμα στη ζωγραφική

Το διάβασμα εκτός από μια αγαπημένη ασχολία την βιβλιοφάγων υπήρξε θεματικός άξονας σε πολλούς πίνακες προερχόμενους από διάφορες εικαστικές περιόδους και διάφορα εικαστικά ρεύματα. Συγκεντρώσαμε σε ένα μοναδικό εικαστικό αφιέρωμα τους αγαπημένους μας πίνακες για να τους θαυμάσετε και να καταλήξετε σε έναν δικό σας αγαπημένο. Καλή ανάγνωση και καλή απόλαυση της τέχνης:

Young Man Reading by Candle Light – Matthias Stomer

Man Reading – John Singer Sargent

Man Reading – Dirk Von Hoogstraten

Albert Ranney Chewett – A Young Man Reading

Pierre-Auguste-Renoir The Reader

Rhonda Hurwitz

Saint Jerome Writing (1606) by Caravaggio

Johann Hamza:A Gentleman Reading in the Library

Fernand Toussaint – Peaceful reading

Francis John Wyburd

Thomas Benjamin Kennington, Lady Reading by a Window

Mrs. Duffee Seated on a Striped Sofa, Reading Her Kindle, After Mary Cassatt

Young Girl Reading, Jean-Honoré Fragonard

Charles Edward Perugini : In The Orangery

Reading by Lamp Light — Delphin Enjolras

Γιώργος Ιακωβίδης

Girl Reading – George Cochran Lambdin

William McGregor Paxton – Υπηρέτρια που διαβάζει. 1910.

lbert Anker (1831-1910), Μια αναγνώστρια.

Seymour Joseph Guy. Reading girl

Joseph Rodefer Decamp, Λιακάδα του Ιουνίου. 1902

Carl Holsøe, Γυναίκα που διαβάζει στο πρωινό φως.

Edouard John Mentha ή Μenta, Υπηρέτρια που διαβάζει σε βιβλιοθήκη

Charles West Cope, Μια ζωή που περνά ευχάριστα. 1862.

Jean Baptiste Camille Corot, Γυναίκα που έχει διακόψει το διάβασμα. 1870.

Jean Camille Baptiste Corot, Kοπέλα που διαβάζει.

Dante Gabriel Rossetti, Το όνειρο της ημέρας. 1880

Θάλεια Φλωρά Καραβία, Αγόρι που διαβάζει.

A reading girl – Renoir

EDUARDO LEON GARRIDO – THE SKETCHBOOK

Γιάννης Τσαρούχης

GYULA BENCZUR – READING WOMAN IN THE FOREST

FEDOR BRONNIKOV – PORTRAIT OF A LADY WITH A BOOK

Auguste Toulmouche, Dolce for niente. 1877

Auguste Toulmouche, Στη βιβλιοθήκη

Alfred Stevens, Νεαρή γυναίκα που διαβάζει. 1856

Girl Reading – Emil Brack

Laura Muntz Lyall

Lauritz Andersen Ring – At Breakfast (1898)

Pierre-Auguste Renoir Two Girls Reading

Berthe Morisot, Γυναίκα που διαβάζει

Mary Cassatt – Reading Le Figaro

Διαβάζοντας ένα βιβλίο – James Tissot

Mother and Child Reading – Frederick Warren Freer

Girl reading, Pablo Picasso

Girl reading, Pablo Picasso

Η εποχή του καλοκαιριού μέσα από την τέχνη της ζωγραφικής

Το καλοκαίρι, η αγαπημένη εποχή του χρόνου για παιδιά και ενήλικες, αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα της ζωγραφικής. Ο ήλιος, η θάλασσα, τα νησιά, τα χρώματα, τα λουλούδια, τα φρούτα, οι συνήθειες, η ενδυμασία, οι ομπρέλες και τα καπέλα, τα παιχνίδια και τα τοπία, όλα είναι παρόντα σε αυτούς τους 20 πίνακες που επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε. Απολαύστε τους!

«Το Ψάθινο Καπέλο», Νικόλαος Λύτρας
«Ύδρα», Κωνσταντίνος Παρθένης
«Παραλιακό Τοπίο», Κωνσταντίνος Παρθένης
«Σαντορίνη», Κωνσταντίνος Μαλέας
«Ο κήπος του Μονέ στο Vétheuil», Claude Monet
«Τοπίο στην Ταϊτή», Paul Gauguin
«Ένα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί Grande Jatte», Georges Seurat
«Κήπος στην Sainte-Adresse», Claude Monet
«Ακροθαλασσιά II», Paul Gauguin
«Κολυμβητές στην Asnières», Georges Seurat
«Βάρκα με πανί», Νικόλαος Λύτρας
«Καλοκαιρινή Ημέρα» ,Berthe Morisot
«Το καλοκαίρι» , Edward Henry Potthast
«Καλοκαιρινές απολαύσεις» ,Edward Henry Potthast
«Καλοκαίρι» , Edward Hopper
«Καλοκαιρινές Διακοπές» ,Edward Henry Potthast
«Η λιακάδα του δεύτερου ορόφου» ,Edward Hopper
«Νεκρή φύση καλοκαιρινών λουλουδιών» , Eugene Henri Cauchois
«Καλοκαιρινή αναχώρηση» , Pino
«Καλοκαιρινές αναμνήσεις» , Sally Swatland

ΠΗΓΕΣ: https://frapress.gr/2018/06/13-pinakes-poy-myrizoyn-kalokairi/ , https://www.elniplex.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%80%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AE-2/