Ραμανούτζαν: η ιστορία ενός σπουδαίου μαθηματικού στην μεγάλη οθόνη

Χειμώνας 1913.

Η Ευρώπη βράζει. Οι στρατοί παρατάσσονται. Στην Αγγλία οι εργάτες κάνουν απεργίες, όμως στο Κέμπριτζ τίποτε δεν έχει αλλάξει. Φυσικοί και μαθηματικοί αισθάνονται Θεοί της επιστήμης που σπάνια καταδέχονται να ρίξουν μια ματιά πέρα από τη μύτη τους. Ο διασημότερος των μαθηματικών, ο 36χρονος Χάρντι, είναι ο πιο μεθοδικός «Απόστολος της Απόδειξης».

Στο πρόσωπό του συνυπάρχουν η πιο αμείλικτη, απαιτητική μαθηματική πλευρά, με την πιο επιεική, αμφιλεγόμενη ελευθεριότητα του πνεύματος. Εργάζεται άοκνα, διαβάζει καθημερινά τους Τάιμς, κάνει ενθουσιώδεις μαθηματικές διαλέξεις, παίζει τένις, παρακολουθεί μανιωδώς αγώνες κρίκετ, και δηλώνει φανατικός αρνησίθεος. Η καριέρα του είναι εδραιωμένη, η ζωή του άνετη, το μέλλον του εξασφαλισμένο.

Ώσπου ένα πρωί, φτάνει στα χέρια του μια επιστολή από την Ινδία.

Ένας ασήμαντος 26χρονος Ινδός, ένας υπάλληλος, ένας αυτοδίδακτος μαθηματικός, ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, τολμά να παραθέσει στον καθηγητή Χάρντι τις λύσεις σε δεκάδες ανεπίλυτα, σημαντικότατα θεωρήματα και ένα σωρό παράξενες διατυπώσεις γνωστών μαθηματικών εννοιών. Ο Χάρντι συγκλονίστηκε – ήταν κάτι σαν προσβολή. Παράτησε το χειρόγραφο και βυθίστηκε ξανά στις σελίδες των Τάιμς. Όμως, τα έξαλλα θεωρήματα και οι αποδείξεις του Ραμανουτζάν γέμισαν τις ώρες του με ανησυχία. Σιγά σιγά, σαν σε παράξενη μετάλλαξη, κοιτώντας τη χειρόγραφη επιστολή, άρχισε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη αυτού του άγνωστου. Παραδεχόταν, πλέον, πως κρατούσε το δημιούργημα ενός μαθηματικού μέγιστης ποιότητας, με εξαιρετική πρωτοτυπία και δύναμη φαντασίας – μια σπάνια μαθηματική ιδιοφυία. Ο Χάρντι κίνησε γη και ουρανό να του φέρουν τον Ραμανουτζάν στην Αγγλία.Ο Ραμανουτζάν επιζητούσε επαφή με τους ευρωπαίους τιτάνες της μαθηματικής διανόησης, όμως δεν ήθελε να αφήσει την αγαπημένη του Ινδία.

Τελικά, από τα χαμόσπιτα του Μαντράς βρέθηκε στα επιβλητικά κτήρια του Κέμπριτζ, στο ανοίκειο πολιτιστικό, κοινωνικό και επιστημονικό περιβάλλον της Αγγλίας – «από τα αλώνια, στα σαλόνια» της διανόησης.Επί 5 χρόνια, αποκλεισμένος από την πατρίδα του εξαιτίας του πολέμου, άφησε την οικογένειά του, τον παραδοσιακό τρόπο ζωής του και παρέμεινε στην αφιλόξενη Μεγάλη Βρετανία, φιλοτεχνώντας μέσα από 21 σπουδαίες δημοσιεύσεις μια αθάνατη μαθηματική κληρονομιά.Ανέκαθεν ήταν δεκτικός σε μεταφυσικές εικοτολογίες και πίστευε πως η μαθηματική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τους ανθρώπους – απλώς περιμένει την ανακάλυψή της. Διαβάζοντας ένα παμπάλαιο εγχειρίδιο μαθηματικών ανακάλυψε όλα όσα οι συνομίληκοί του διδάσκονταν στα πιο φημισμένα πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Οι αριθμοί και οι μαθηματικές τους σχέσεις , στο μυαλό του Ραμανουτζάν, συνέδεαν μεταξύ τους τα διάφορα μέρη του Σύμπαντος. Κάθε νέο του θεώρημα συνιστούσε ένα ακόμη κομμάτι του απροσμέτρητου Άπειρου. Δήλωνε απερίφραστα πως καμιά εξίσωση δεν είχε νόημα γι’ αυτόν αν δεν εκφράζει μια σκέψη του Θεού. Ήταν απλός, εύθικτος ακόμη και σε ασήμαντες παρατηρήσεις. Οι ανάγκες του ήταν στοιχειώδεις. Δεν ήταν επηρμένος, ήταν επίμονος, εργαζόταν σκληρά, εξέπεμπε μια ιδιότυπη γοητεία και επιδείκνυε υψηλή νοημοσύνη σε όλα – όχι μόνο στα μαθηματικά.Όμως, δεν άντεχε το κλίμα, τις διατροφικές συνήθειες και το κοινωνικό περιβάλλον της Δύσης. Σχεδόν μόνιμα άρρωστος, είχε περιόδους πλούσιας επιστημονικής παραγωγής που του εξασφάλισαν την ύψιστη τιμή για επιστήμονα, υπήκοο του βρετανικού Στέμματος: τον τίτλο του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρίας.Οι εργασίες του δεν έχουν ακόμη αποκαλύψει τα μυστικά τους.Τα θεωρήματά του εφαρμόζονται σε περιοχές της επιστήμης –όπως στη χημεία των πολυμερών, στους υπολογιστές, ακόμη και στην, εντελώς άγνωστη, τότε, μελέτη του καρκίνου– που ο ίδιος δεν είχε καν φανταστεί.

Η ταινία

Πάνω στο βιβλίο «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» του Ρόμπερτ Κάνιγκελ που τυχαία έπεσε στα χέρια του σκηνοθέτη Ματ Μπράουν και που τον μάγεψε η ιστορία, βασίζεται η εν λόγω ταινία. Έχοντας κερδίσει τον συγγραφέα αλλά και τους παραγωγούς Έντουαρντ Ρ. Πρέσμαν και Τζιμ Γιανγκ, ο Μπράουν ξεκίνησε την αναζήτηση του βασικού πρωταγωνιστή. Ο κλήρος έπεσε στον Ντεβ Πατέλ («Slumdog Millionaire», «The Secong Best Exotic Marigold Hotel») που δέχθηκε αμέσως. Όσο για τις απαιτήσεις του ρόλου και την συνεργασία του με τον μεγάλο Τζέρεμι Άιρονς, εξομολογείται: « Μερικές φορές το να μην χρειάζεται να μιμηθείς συμπεριφορές ή κινήσεις που βλέπεις σε ένα βίντεο, σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία για έναν ηθοποιό. Και είχα την φοβερή βοήθεια του Τζέρεμι Άιρονς – η συνεργασία μαζί του είναι όνειρο για κάθε ηθοποιό και ήταν ό,τι περίμενα. Έχει καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ και είναι φοβερά γενναιόδωρος, κάτι που έκανε εύκολο να χτίσουμε την σχέση μαθητή-δασκάλου. Είναι επίσης πολύ αφοσιωμένος στην δουλειά και το γύρισμα, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά – είναι πραγματικά καταπληκτικός».

Από την άλλη ο οσκαρικός Άιρονς, αναφέρει ότι: «Αυτό που βρήκα συναρπαστικό στο πρότζεκτ, είναι ότι δεν ήξερα τίποτα για την ιστορία ή τον Ραμανουτζάν, και βρήκα την εξερεύνηση του κόσμου των μαθηματικών φοβερά ενδιαφέρουσα. Συνειδητοποίησα ότι ένας κόσμος που σε μένα φαίνεται εντελώς στεγνός και αδιάφορος, μπορεί να μοιάζει γεμάτος πάθος και μυστήριο και δέος για κάποιους άλλους. Με προσέλκυσε επίσης η σχέση των δύο ηρώων: ο Χάρντι, ένας στερεοτυπικά εσωστρεφής και συγκρατημένος Άγγλος, παίρνει τον Ραμανουτζάν από μια ζωή γεμάτη χρώμα, ζέστη και συναίσθημα και τον φέρνει σε μια κρύα χώρα στο χείλος του πολέμου. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι στον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζαν την ζωή, αλλά είχαν κοινό το πάθος τους για τα μαθηματικά. Τελικά, αυτό ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μια δυνατή φιλία». Για τον ρόλο του ο Άιρονς, χρησιμοποίησε ως βάση μια ατάκα/περιγραφή του Χάρντι αναφορικά με τα χρόνια που πέρασε με τον Ραμανουτζάν ως «το μοναδικό ρομαντικό περιστατικό της ζωής του». Ο ηθοποιός εξομολογείται ότι: «Είναι, βέβαια, μια δύσκολη σχέση να ορίσεις και να καταλάβεις σήμερα. Η δήλωση του Χάρντι έχει παρερμηνευθεί κατά τη γνώμη μου. Εμείς σήμερα θεωρούμε ότι η λέξη ρομαντικός συνδέεται με την ερωτική αγάπη αποκλειστικά, αλλά δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Η λέξη ρομαντικός μπορεί να αναφέρεται σε εκείνη την περίοδο στη ζωή σου όπου όλα μοιάζουν πιο ζωηρά και πιο χρωματιστά, και αυτό νομίζω ότι εννοούσε ο Χάρντι. Σίγουρα, πάντως, τα χρόνια κατά τα οποία συνεργάστηκε με τον Ραμανουτζάν ήταν η περίοδος στην οποία ήταν περισσότερο περήφανος για την δουλειά του και περισσότερο ευτυχισμένος». Όλα αυτά ακούγονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και όπως και να το κάνουμε, οι πραγματικές ιστορίες πάντα έχουν ένα κλικ συμπάθειας παραπάνω στο ταινιόφιλο κοινό. Είδαμε και αγαπήσαμε τέτοιες τα τελευταία χρόνια που αναγνωρίστηκαν και πρωταγωνίστησαν στα μεγαλύτερα κινηματογραφικά βραβεία ανά την υφήλιο.

Μια από τις θέσεις που σωστά διατυπώνει ατακαριστά αυτή η ταινία είναι πως «Η μεγάλη γνώση συχνά πηγάζει απ’ τις ταπεινότερες καταβολές». Η μεγάλη τέχνη επίσης. Σε αυτήν επουδενί ανήκει τούτη η βρετανική παραγωγή (από έναν σκηνοθέτη και σεναριογράφο που, τουλάχιστον ακόμα, στη δεύτερη μεγάλου μήκους του, δεν… μετράει), η οποία προστίθεται στο υποσύνολο – μακρυνάρι που απαρτίζεται απ’ τα μπούστα υπαρκτών «ο (σπουδαίος αλλά) άγνωστος Χ» προσωπικοτήτων τα οποία καταστρέφει η πιασάρικη, bigger than life απεικόνισή τους στο πανί. Το χειρότερο: προτείνοντας σε επίπεδο γραφής μια αντιδιαφορική εξίσωση, με το εξαγόμενο να υπολείπεται αισθητά του προτύπου – που, φυσικά, είναι «Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», εδώ στο περιόδου και με exotica εκθέτη κλάσμα του.

Διατηρώντας ως άξονα την 5χρονη σχέση αλληλοτροφοδότησης τού χαρισματικού Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν με τον Γκόντφρεϊ Χάρντι (μαρτυρίες από τα απομνημονεύματα τού δεύτερου είναι ανεπίσημα η βάση της ιστορίας, με επίσημη τη μοναδική βιογραφία τού πρώτου που υφίσταται, δια χειρός Ρόμπερτ Κάνιγκελ), ο Μπράουν αθροίζει στο standard δυναμικής κρατούμενο του διπόλου «Άγγλος, ακαδημαϊκός, άθεος, δημοκράτης, παντρεμένος με την επιστήμη του και είλωτάς της» απ’ τη μια και «Ινδός, άνευ πτυχίου, ταπεινής κάστας και συχνά χωρίς πόρους, πιστός Βραχμάνος, με γυναίκα και μάνα αλάργα, ιδιοφυία» απ’ την άλλη τούς παράγοντες «ρατσισμός» και «πανεπιστημιακό κατεστημένο» αρχικά, «Πρώτος Παγκόσμιος» και «ψυχοσωματικές δοκιμασίες» στη συνέχεια. Το γινόμενο; Την κλασική καταστασιακή ακολουθία «λεκτική διαφωνία ανάμεσα στους δύο ήρωές μας και πάλη στο χαρτί ή στον μαυροπίνακα με τα νούμερα που πρέπει να βγουν και πειραγματάκια απ’ τον φιλικό ή προσκόμματα απ’ τον εχθρικό περίγυρο και πέρασμα στην Ινδία (ενίοτε δια της αναπόλησης) όπου οι δύο γυναίκες της ζωής τού ξενιτεμένου είναι στα μαχαίρια = απειροστική πλοκή» διακόπτουν μόνο υποδιαστολές αλλά σπανίως με αξία – και δεν εννοώ αριθμητική αλλά αφηγηματική.

Και πώς να είναι η λύση ο φιλικά προσκείμενος προς το δίδυμό μας Μπέρτραντ Ράσελ (ο Νόρθαμ πιο κόντρα από ποτέ) ως κομπάρσος στην απόξω ενώ πολεμάει εντός κολεγίου με χιουμοράκι για το φιλοσοφικό πολιτικό του όραμα ή ένα ζέπελιν που βομβαρδίζει το Λονδίνο με τον επισκεπτόμενο Ταμίλ μας σε κίνδυνο (add CGI), όταν η τριγωνομετρία τού εν προόδω και ανθρώπινου πλησιάσματος ανάμεσα στον ξερακιανό Βρετανό οπαδό τής τεκμηρίωσης των θεωρημάτων και τον Γκάνγκα Ντιν τής θεϊκής διαίσθησης του χορού των ψηφίων περνάει απ’ την καλοπροαίρετη θεωρία στην κάπως νιανιά πράξη, με τον ένα να προπαγανδίζει στεντόρεια την αλλαγή στις μουχλιασμένες τάξεις των συναδέλφων του και τον άλλο να ψαύει το άγαλμα του παλιού fellow Νεύτονα αδημονώντας για την αναγνώριση, τα πρακτικά ανταλλάγματα της οποίας θα του επιτρέψουν να επανενωθεί με την παιδική αγαπημένη του;

Ο ρατσισμός, διαχρονική τετραγωνική ρίζα τού εχθρικού προς την αλλοδαπή διάνοια κατεστημένου, υποσημειώνει σωστά τα τεκταινόμενα εδώ. Αλλά ως ίντριγκα που διαιρεί ακόμα και σε επίπεδο αλληλογραφίας τα νταλκαδιασμένα ερωτευμενάκια μουγκανίζει μια ιερή αγελάδα τού είδους τού ρομαντικού melo (βλ. «κακιά πεθερά»), ενώ οι σχετικές, διάσπαρτες στο δεύτερο ήμισυ νοερές αναδρομές τού «μαυριδερού» Αϊνστάιν μας στη συζυγική Αρκαδία του επιχειρούν ακόμη πιο άγαρμπα να μαζέψουν το μπερδεμένο σάρι τής καρδιάς και του μυαλού του. Αυτά προτού μια σεκάνς παραίσθησης κάνει το σφάλμα να λογαριαστεί μιγαδικά εφετζίδικα με το έτερο κινηματογραφικό αλγεβρικό πρότυπο τού Μπράουν, το «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος», καθώς τα… δέκατα των κακουχιών έχουν πολλαπλασιάσει την παθολογία τού χαρακτήρα και μαζί τη δραματικότητα τής μυθοπλαστικής μοίρας τού Ραμάνουτζαν.

Καθώς δεν παίζεις τις χάντρες τού άβακα από πλήξη, η συνάρτηση δεν θα λογιζόταν ως ελλειπτική σε τέτοιο βαθμό, εάν η διδασκαλία τού επιρρεπούς στον σεντιμενταλισμό τής μάσκας τού προσώπου Πατέλ είχε αφαιρέσει από τις εκφράσεις του – και η posh γκαρνταρόμπα του δεν τον εξέθετε χαρακτηριστικά, ειδικά εκείνο το ανθρακί κασμιρένιο παλτό (άπαξ, για δευτερόλεπτα). Αντίθετα, μαζί με τις μουσικές υπογραμμίσεις, το φλέγμα σε ατάκες και κάποια γκαγκ που θα λατρέψουν οι καταρτισμένοι στο γνωστικό πεδίο (κάντε υπομονή για το όψιμο δις ξεπέταγμα του φετίχ των οπαδών τού Ραμάνουτζαν, του 1729), ο Άιρονς ανήκει στα συν, παρά το ότι η φιγούρα του αρτιώνεται αξιωματικά πλάι σ’ εκείνη τού προστατευομένου του και την ψιλοκαπελώνει. Πριν απ’ τους τίτλους τέλους ξέρετε τι διαμέριση σας επιφυλάσσουν για φόρτιση, κλασικά: δύο πραγματικές φωτογραφίες τού τιμώμενου (σχεδόν οι μόνες διασωθείσες, ευτυχώς αντίθετα με το ρηξικέλευθο έργο του) και μετάτιτλοι για το τι απέγινε, ως μνημόσυνο της προσφοράς του σε όλους εμάς. «Το Παιχνίδι της Μίμησης», που λέγαμε. Ολοκληρώματα είναι αυτά;

Η ιστορία

«Κύριε, κατάλαβα από το γράμμα σας ότι ανυπομονείτε να με έχετε στο Κέιμπριτζ. Από το πανεπιστήμιο μου ξεκαθάρισαν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχώ για τα έξοδα και το επίπεδο των αγγλικών μου και ότι θα μπορώ να παραμείνω χορτοφάγος εκεί. Άρα μαζί με τον κύριο Λίτλγουντ μπορείτε να αναλάβετε να με φέρετε στην χώρα σε λίγους μήνες». Με αυτά τα λόγια ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, ένας φτωχός Ινδός επαρχιώτης, ενημέρωσε τον σπουδαίο άγγλο μαθηματικό Γκόντφρεϊ Χάρντι ότι αποδεχόταν την πρόταση να μαθητεύσει στο πλευρό του….

Ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν γεννήθηκε με ένα χάρισμα: Έβλεπε τον κόσμο μέσα από τους αριθμούς. Κι ο μικρός Ινδός, από πολύ νωρίς, ήθελε να παίξει μαζί τους. Ωστόσο, η ινδική επαρχία της δεκαετίας του 1880 δεν ήταν το πλέον ευνοϊκό μέρος για βαθύτερες αναζητήσεις και προχωρημένες μαθηματικές αναλύσεις. Ο πατέρας του Ραμανουτζάν εργαζόταν σε ένα μαγαζί με υφάσματα και η μητέρα του έψελνε στον τοπικό ναό. Τίποτα από το παραδοσιακό οικογενειακό του υπόβαθρο δε δικαιολογούσε την εμμονή και για την αγάπη του για τις αριθμητικές πράξεις. Πριν ακόμα πάει σχολείο έλυνε με ευκολία ασκήσεις που δυσκόλευαν παιδιά δημοτικού. Μέχρι την ηλικία των 11 είχε εξαντλήσει τη σχολική ύλη των μαθηματικών και άρχισε να επεκτείνεται σε πιο προχωρημένες έννοιες. Αναζητούσε ακαδημαϊκά βιβλία, δημιουργούσε δικά του θεωρήματα και κατακτούσε διακρίσεις σε τοπικούς διαγωνισμούς. Στο γυμνάσιο, λόγω έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού, ο Ραμανουτζάν ανέλαβε και χρέη καθηγητή. Στην πραγματικότητα όμως είχε τεράστια κενά στα μαθηματικά κορυφαίου επιπέδου. Μία αυτοδίδακτη διάνοια Ωστόσο τα υπόλοιπα μαθήματα τον άφηναν αδιάφορο. Έτσι, όταν αποφοίτησε από το σχολείο, δεν κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του σε υψηλότερο επίπεδο. Φυσικά, η αγάπη του για τα μαθηματικά δεν υποχώρησε. Στον ελεύθερό του χρόνο εξακολουθούσε να μελετάει και να επινοεί δικά του θεωρήματα….

Η πρώτη του επαφή με τον ακαδημαϊκό κόσμο των μαθηματικών ήρθε μετά το 1910, όταν ο Ραμανούτζαν γνώρισε τον ιδρυτή της Ινδικής Μαθηματικής Εταιρίας, Ραμασουάμι Άιερ. Ο Άιερ διάβασε τα τετράδια με τις σημειώσεις του νεαρού Ινδού και αμέσως εντυπωσιάστηκε. Αποφάσισε να τον συστήσει σε συναδέλφους του στην πόλη Μαντράς, όπου βρισκόταν το ομώνυμο πανεπιστήμιο….

Ωστόσο, αυτό που είχε ανάγκη ο Ραμανουτζάν ήταν δουλειά. Οι σπουδές έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε, ήταν πλέον οικογενειάρχης, καθώς πρόσφατα είχε παντρευτεί μία δεκάχρονη συμπατριώτισσά του. Αλλά εκτός από το νέο σπίτι που είχε να συντηρήσει, έπρεπε να αντιμετωπίσει και ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που απαιτούσε χειρουργική επέμβαση. Και τα χρήματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Έτσι, χάρη στη διαρκή επικοινωνία του με τους καθηγητές του Μαντράς και της Μαθηματικής Εταιρείας, αλλά και χάρη σε καινοτόμες μαθηματικές δημοσιεύσεις που είχε κάνει σε μεγάλο επιστημονικό περιοδικό, εξασφάλισε μία θέση γραμματέα τρίτης κλάσης στο λογιστήριο του λιμανιού του Μαντράς. Ήταν μία τυποποιημένη κι εύκολη δουλειά που του άφηνε αρκετό ελεύθερο χρόνο προκειμένου να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη, τα μαθηματικά. Βέβαια, ο Άιερ και οι καθηγητές του Μαντράς που γνώριζαν τις δυνατότητες και το σπάνιο ταλέντο του, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να το χαραμίσει. Έτσι, τον παρότρυναν να έρθει σε επικοινωνία με βρετανούς μαθηματικούς. Προώθησαν τη δουλειά του σε ομολόγους τους σε μεγάλα πανεπιστήμια της Βρετανίας και τον βοήθησαν να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους. Οι αρχικές απαντήσεις ήταν διστακτικές. Οι βρετανοί μαθηματικοί αναγνώριζαν το ταλέντο του νεαρού Ινδού αλλά επισήμαιναν το γεγονός ότι του έλειπε το γνωστικό υπόβαθρο για να γίνει δεκτός στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αναγνώριζαν όμως ότι αυτός ο σχεδόν αμόρφωτος νέος ήταν μαθηματική ευφυΐα. Ο Ραμανουτζάν βέβαια δεν το έβαλε κάτω και ξεκίνησε να επικοινωνεί αυτοπροσώπως με ανθρώπους από το Κέιμπριτζ. Τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους καθηγητές Γκόντφρεϊ Χάρντι και Τζον Λίτλγουντ. Οι δύο μεγάλοι μαθηματικοί ενθουσιάστηκαν τόσο από το έργο του Ινδού που τον προσκάλεσαν να ταξιδέψει στην Αγγλία. Εκείνος, αν και αρχικά αρνήθηκε, μετά από πολλές πιέσεις και διαβεβαιώσεις ότι οι συνθήκες εκεί θα ήταν ιδανικές, συμφώνησε να δεχθεί την πρότασή τους….

Στις 14 Απριλίου του 1914 ο Ραμανουτζάν έφτασε για πρώτη φορά στο Κέιμπριτζ. Όμως ήταν γεμάτος τύψεις που είχε αφήσει την οικογένεια του πίσω στο Μαντράς και φόβο διότι βρισκόταν ολομόναχος σε μία ξένη χώρα, του πήρε αρκετό καιρό μέχρι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ομολογουμένως, ο Χάρντι και ο Λιτλγουντ τον βοήθησαν αρκετά να συμπληρώσει τα κενά του και να βάλει σε μια τάξη τα ευρήματά του. Στο πλευρό τους ο Ινδός διέπρεψε. Μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων, διατύπωσε μια πληθώρα από μαθηματικούς τύπους, οι οποίοι ήταν τόσο προχωρημένοι που μετέπειτα εξετάστηκαν σε βάθος και άνοιξαν νέους ερευνητικούς ορίζοντες. Τα συμπεράσματα που διατύπωσε ήταν τόσο πρωτότυπα, όσο και αντισυμβατικά. Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα συγκαταλέγονται οι Πρώτοι Αριθμοί Ραμανουτζάν και η Συναρτήση Θήτα Ραμανουτζάν. Το 1916 τού απονεμήθηκε πτυχίο Θετικών επιστημών και δύο χρόνια αργότερα, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων επιστημόνων, εκλέχθηκε μέλος της Μαθηματικής Εταιρίας του Λονδίνου και ύστερα, της Βασιλικής Εταιρίας. Ήταν ο δεύτερος Ινδός στην ιστορία που εξασφάλιζε μία τέτοια περίοπτη θέση, αλλά και ένα από τα νεότερα μέλη του οργανισμού….

Παρά το νεαρό της ηλικίας του η μαθηματική κληρονομιά που άφησε ήταν τεράστια. Τόσο οι μαθηματικοί της περιόδου εκείνης, όσο και μεταγενέστεροι επιστήμονες δεν δίστασαν να συγκρίνουν τον Ινδό με προσωπικότητες όπως ο Τζακόμπι, ο Όιλερ, ο Αρχιμήδης κι ο Νεύτωνας. Κι αυτό διότι πέρα από το έργο του, ο Ραμανουτζάν μοιραζόταν με αυτές τις ιστορικές διάνοιες ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Το πηγαίο μαθηματικό τους ταλέντο δεν ήταν κάτι επίκτητο, αλλά έρεε από μέσα τους. Όπως επισήμαινε ο Χάρντι στα γραπτά του, ο Ραμανουτζάν, πέρα από το εντυπωσιακό γεγονός ότι ήταν πλήρως αυτοδίδακτος, λειτουργούσε διαισθητικά. Ο Χάρντι, ο Λίτλγουντ και οι υπόλοιποι μεγάλοι μαθηματικοί της περιόδου ήταν στυγνοί ορθολογιστές. Ένθερμοι υποστηρικτές της μαθηματικής απόδειξης και της αυστηρότητας, αποζητούσαν λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα μέσω μιας συγκεκριμένης λογικής και μεθοδευμένης πορείας σκέψης. Από την άλλη, ο Ραμανουτζάν λειτουργούσε ως επί το πλείστον διαισθητικά. Ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος που είχε μάθει να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Όπως υποστήριζε, οι αριθμοί μιλούσαν στην ψυχή του κι δίχως να ξέρει ακριβώς το λόγο, οι λύσεις και οι καινοτόμες ιδέες του έρχονταν αβίαστα. Σήμερα, η συνεισφορά και το ταλέντο του μεγάλου μαθηματικού έχουν αναγνωριστεί διεθνώς. Θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία μαθηματικά μυαλά του 20ου αιώνα και τα θεωρήματά του μελετούνται ακόμη. Τον Δεκέμβριο του 2011 η κυβέρνηση της Ινδίας διακήρυξε την ημέρα των γενεθλίων του Ραμανούτζαν (22 Δεκεμβρίου) ως ετήσια «Εθνική Ημέρα των Μαθηματικών» καθώς και το έτος 2012 ως «Εθνικό Χρόνο των Μαθηματικών» προς τιμήν του.…

Μέσα από τη συγκλονιστική ιστορία του Ραμανουτζάν μαθαίνουμε πώς πρέπει συμπεριφερθούμε σε μια ιδιοφυία μόλις διαπιστώσουμε την ύπαρξή της. Ο Χάρντι, ο αριστοκράτης άγγλος μαθηματικός με τις ασυναγώνιστες ακαδημαϊκές περγαμηνές, «μεταχειρίστηκε» τον εύθραυστο Ραμανουτζάν σαν ένα σπάνιο

άνθος που δεν θα ανεχόταν να «μπουκώσει» με τη μεθοδικότητα που απαιτούσε η μαθηματική γνώση. Όμως, η κοινωνία της εποχής, δεν έκανε το ίδιο.

Πόσοι ακόμη Ραμανουτζάν διαβιούν σήμερα στην Ινδία, άγνωστοι, δίχως αναγνώριση; Πόσοι βρίσκονται στην Αμερική και τη Μεγάλη Βρετανία, αποκλεισμένοι σε φυλετικά ή οικονομικά γκέτο, με την αμυδρή γνώση ότι υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι πέρα από τον δικό τους;

Πηγή : http://www.mixanitouxronou.gr/srinivasa-ramanoytzan-o-aytodidaktos-indos-mathimatikos-poy-sygkrinetai-me-ton-archimidi-kai-ton-neytona/

www.lifo.gr

www.ert.gr

www.freecinema.gr

Η Άννα των Αγρών επέστρεψε

Η «Anne With an E» μεταφέρει στη μικρή οθόνη τη σειρά βιβλίων «Anne of Green Gables» που έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα η Καναδή συγγραφέας Lucy Maud Montgomery. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια σειρά από βιβλία που δυστυχώς δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά ακόμα. Σε όλα αυτά, παρακολουθούμε την ιστορία μιας δεκατριάχρονης ορφανής την οποία στέλνουν να ζήσει με δύο αδέλφια αγρότες της στη νήσο Prince Edward Island στον Καναδά. Παρακολουθούμε τη ζωή και την πορεία της, την εξέλιξη τόσο τη δική της όσο και των άλλων ηρώων που την πλαισιώνουν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η “Άννα των Αγρών” όπως αποδίδεται στα ελληνικά εμφανίζεται στην μικρή οθόνη. Μεγάλη επιτυχία είχε γνωρίσει και η εκδοχή της την δεκαετία του ’80, όπως και οι σειρές κινουμένων σχεδίων που έχουν βασιστεί στο έργο.

Δημιουργός της σειράς είναι η Moira Walley-Beckett. Κι αν δεν σας θυμίζει κάτι το όνομα, αξίζει απλώς να σημειώσουμε πως η συγκεκριμένη έχει συμμετάσχει και στην παραγωγή του “Breaking Bad”.

Από την πρώτη στιγμή μεταφέρεσαι σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον και νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του σκηνικού. Η φύση αποτυπώνεται στην καλύτερη μορφή της, η φωτογραφία έχει υπέροχα χρώματα και σχεδόν μυρίζεις τα λουλούδια που κοσμούν το καπέλο της μικρής Άνν. Το περιβάλλον παίζει πολύ βασικό ρόλο στη σειρά. Η Άνν μοιάζει να είναι μέρος του και να το απολαμβάνει και μαζί της και ο θεατής ερωτεύεται τον Καναδά.

Ένα ταλαιπωρημένο κορίτσι που μεγάλωσε εισπράττοντας την κακή μεταχείριση των οικογενειών που τη φιλοξενούσαν κατά καιρούς, αλλά και και των υπολοίπων παιδιών του ορφανοτροφείου όπου ζούσε. Η Άνν όμως πάντα κουβαλούσε την ελπίδα και την αγάπη στη ζεστή καρδιά της. Συγκίνηση, χαρά, φιλία, έρωτας, οικογένεια. Τόσες έννοιες, τόσα μοναδικά συναισθήματα. Και όλα αυτά έχει την ευκαιρία να τα ζήσει στο νέο της σπιτικό. Στην αρχή, όμως, ούτε εκεί θα είναι καλοδεχούμενη. Η καλή της διάθεση, η εφευρετικότητα, η ευστροφία και η ζεστασιά που κρύβει στην καρδιά της θα κάνουν την κοινότητα να την αγαπήσει. Η Άνν παρουσιάζεται σαν ένας χαρακτήρας που συνδυάζει την πυγμή και την ευαισθησία και αυτό την κάνει μοναδική. Ξέρει να μάχεται για αυτά που αγαπά, αλλά είναι συγχρόνως ένα παιδί που αν και δεν έχει εισπράξει αγάπη, κρύβει τόση πολλή μέσα της. Η αγάπη αυτή θα μετουσιωθεί σε μια βαθιά φιλιά με την Νταϊάνα και τον Κόλιν, σε μια οικογενειακή θαλπωρή με την Μαρίλλα και τον Μάθιου και σε έναν γοητευτικό παιδικό έρωτα με τον Γκίλμπερτ. Ο τρόπος που εξελίσσονται όλες αυτές οι σχέσεις μαζί με την ίδια την Άνν καθιστούν την σειρά τόσο ξεχωριστή και αγαπητή.

Η νεαρή Amybeth McNulty που υποδύεται την Ανν την ενσαρκώνει ακριβώς με τον τρόπο που την είχαν αποτυπώσει στο μυαλό τους οι αναγνώστες. Εκφραστική, ευφάνταστη, μοναδική, με το απαραίτητο “νεύρο”, την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας αλλά και την πυγμή ενός δυναμικού κοριτσιού και μελλοντικά μιας ξεχωριστής για την εποχή της γυναίκας. Και το υπόλοιπο καστ είναι σαφώς εξαιρετικό, με τον Γκίλμπερτ να κλέβει την παράσταση όσο προχωράει το έργο και ο έρωτας τους με την Άνν.

Οι διάλογοι, οι ρήσεις είναι η αγγλική γλώσσα σε όλη της τη δόξα. Κάθε επεισόδιο περιγράφει και μια περιπέτεια που βιώνει η μικρή Άνν στη νέα της ζωή.Και οι περιπέτειες αυτές περιλαμβάνουν νέα πρόσωπα και καταστάσεις, ενώ φέρνουν στην επιφάνεια σπουδαία μηνύματα. Το έργο θίγει με τρόπο λεπτό διάφορα θέματα που μας απασχολούν σήμερα όπως τη θέση της γυναίκας, το σεβασμό στη διαφορετικότητα είτε αυτή έχει να κάνει με τον σεξουαλικό προσανατολισμό είτε με το φύλο είτε με την φυλή, την φιλία, τον έρωτα.

Εκτός από τα μαγευτικά σκηνικά, τα κουστούμια είναι πολύ προσεγμένα, ενώ οι χαρακτήρες έχουν αποδοθεί με τρόπο μοναδικό, αν και όχι ταυτόσημο με αυτό του βιβλίου, ωστόσο αρκετά εκσυγχρονισμένοι ώστε να περνούν μηνύματα του σήμερα και του αύριο. Για τους λάτρεις των σειρών εποχής, αλλά και για όσους αγαπούν τις όμορφες ιστορίες με σημαντικά νοήματα και ενδιαφέρουσα πλοκή η σειρά αυτή δε θα τους αφήσει ασυγκίνητους. Ολοκληρώθηκε με την 3η σεζόν και είναι διαθέσιμη στο Netflix. Πολλοί από εμάς που την λάτρεψαν ελπίζουν να συνεχιστεί γιατί η Άνν έχει σίγουρα πολλά πράγματα να μας πει, να μας δείξει και να μας μάθει ακόμα…

Πηγές: https://www.athensvoice.gr/culture/tv/600138_telos-gia-ti-seira-ann-e-i-mipos-ohi

Anne with an E: Τρυφερή και υπέροχη!

Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, η ρομαντική ιστορία των 80′ s

Μετανάστευση, πόλεμοι και ταξίδια από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Αγάπη και μάλιστα παράνομη, αλλεπάλληλες οικογενειακές τραγωδίες. Φτώχεια και αμύθητα πλούτη, ίντριγκες και εκκλησιαστικές φιλοδοξίες.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται στις 500 σελίδες του βιβλίου, «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», ένα μπεστ σέλερ που κατάφερε να ξεπεράσει τα τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα και να μεταφραστεί σε τουλάχιστον είκοσι γλώσσες. Εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο ερωτεύτηκαν τον γοητευτικό πρωταγωνιστή του βιβλίου, Ραλφ ντε Μπρικασάρ, ο οποίος στην ιστορία του βιβλίου ξεκινάει από απλός ιερέας εξορισμένος στην Αυστραλία και καταλήγει καρδινάλιος στο Βατικανό. Την ίδια …υστερία είχε προκαλέσει και ο Ρετ Μπάτλερ από το «Όσα παίρνει ο άνεμος», ενώ πολλοί έσπευσαν να συγκρίνουν την εκδοτική επιτυχία των δύο βιβλίων, καθώς η συνταγή της επιτυχίας ήταν παρόμοια.

Το βιβλίο εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1978 από τις εκδόσεις Ζάρβανος (και το 2000 από το Bell), στην Αμερική όμως είχε κυκλοφορήσει έναν χρόνο νωρίτερα και αμέσως έγινε τεράστια εκδοτική επιτυχία. Ήταν το δεύτερο βιβλίο της Αυστραλέζας – νευροφυσιολόγου στο επάγγελμα – Κoλίν ΜακΚάλοου η οποία είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ για να διδάξει στην Ιατρική Σχολή του Γέιλ στο Κονέκτικατ. Της άρεσε τις νύχτες να κάθεται στο γραφείο της και να γράφει και πάντα έψαχνε ένα τρόπο να εξασφαλίσει τα γεράματά της, πράγμα που δεν της υποσχόταν η επιστημονική έρευνα. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τιμ» ήταν μια ερωτική ιστορία ενός πνευματικά καθυστερημένου νεαρού άντρα και μιας κατά πολύ μεγαλύτερής του γυναίκας, που κυκλοφόρησε το 1974.

Ωστόσο δεν είχε μεγάλη απήχηση και δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά άνοιξε στην Κολίν ΜακΚάλου τον δρόμο. Οι ειδικοί είδαν σε αυτή ένα ταλέντο που θα οδηγούσε σε εμπορική επιτυχία. Πριν καν γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά της, ο εκδοτικός οίκος Avon Books φρόντισε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα για μια έκδοση τσέπης έναντι του αστρονομικού ποσού των 1,9 εκατ. δολαρίων.

Η πλοκή του βιβλίου είχε τη συνταγή της εμπορικής επιτυχίας. Ένας καθολικός παπάς, ο Ραλφ ντε Μπρικασάρ, με εμφάνιση ζεν πρεμιέ, ερωτεύεται τη νεαρή Μέγκι Κλίρι που τη γνωρίζει από μωρό και κάνει μαζί της έναν γιο, ο οποίος θα γίνει επίσης παπάς. Η επιτυχία Αν και οι κριτικοί «έθαψαν» το βιβλίο σε εφημερίδες και περιοδικά, χαρακτηρίζοντας το ως σκουπιδοσαπουνόπερα, το αναγνωστικό κοινό είχε διαφορετική άποψη όπως φάνηκε από τις πωλήσεις. Επρόκειτο για ένα καθαρά λαϊκό ανάγνωσμα. Στις 500 σελίδες του βιβλίου εκτυλισσόταν μια οικογενειακή τραγωδία που απλωνόταν σε τρεις γενιές, χωρίς διαστροφές αλλά με πολλή δυστυχία και απλά συναισθήματα που εύκολα μπορούσαν να αγγίξουν τον καθένα. Ίσως γι’ αυτό κέρδισε με τόση ευκολία το πλατύ κοινό. Ήταν «τόσο ρομαντικό και καθαρό», έγραψε η Αλις Τέρνερ στους «New York Times», «που μπορούσες άνετα να το κάνεις δώρο στη θεία Τίλι, αλλά και να το πάρεις μαζί σου στη θάλασσα χωρίς να ντρέπεσαι για την επιλογή σου».

Η μεταφορά στη μικρή οθόνη Λίγο αργότερα το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, όπου τον ρόλο του Ραλφ ντε Μπρικασάρ ενσάρκωσε ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν. Ο ηθοποιός κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά τον ρόλο του ιερωμένου με την αδύναμη σάρκα και την τεράστια θρησκευτική φιλοδοξία. Δίπλα του ήταν η πανέμορφη Μέγκι, τον ρόλο της οποίας ανέλαβε η ηθοποιός Ρέιτσελ Γουόρντ. Ο έρωτας ενός παπά και μιας καλλονής ήταν ανυπέρβλητο θέαμα για την εποχή του. Η μίνι τηλεοπτική σειρά προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική τον Μάρτιο του 1983, ενώ ένα χρόνο αργότερα την είδαμε και στην Ελλάδα από την ΕΡΤ. Η σειρά κατάφερε να καθηλώσει παγκοσμίως 110 εκατ. τηλεθεατές.

Bryan Brown και η Rachel Ward Από τα πρώτα κιόλας γυρίσματα, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα τον “τηλεοπτικό” της άντρα, Λουκ, τον Bryan Brown.

Ήταν τόσο δυνατός ο έρωτας τους, που τους οδήγησε μετά το τέλος των γυρισμάτων στα σκαλιά της εκκλησίας. Είναι μαζί μέχρι σήμερα και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Όσο για το Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, πολλές φορές, ήρθε σε σύγκρουση με τον σκηνοθέτη και τον παραγωγό για το ρόλο του. Εκείνοι ήθελαν έναν παπά πιο φιλόδοξο και υπόγειο, ενώ αυτός τον φανταζόταν πιο ρομαντικό και ευαίσθητο. Μάλιστα μια φορά πάνω στη λογομαχία, χτύπησε με τη γροθιά του μια κάμερα με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι του. Όταν τέλειωσαν οι λήψεις ακολούθησε ένα πρόγραμμα ολιστικών και χαλαρωτικών διακοπών που κράτησε 17 μέρες. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε οπαδός των ανατολίτικων μεθόδων και θεραπειών.

Η συγγραφέας του βιβλίου «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας». Έγινε παθύπλουτη, παράτησε τα πάντα και παντρεύτηκε έναν νεαρότερο άνδρα.

Το 1983, προβλήθηκε στην Αμερική η τηλεοπτική σειρά “Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” και ένα χρόνο μετά, ήρθε και στην Ελλάδα. Η υπόθεση της σειράς αναφερόταν στην ιστορία της οικογένειας Κλίρι που μετανάστευεσε από τη Νέα Ζηλανδία στην Αυστραλία, στις αρχές του 1900. Ένας ρομαντικός έρωτας αναπτύσσεται μεταξύ του παπά της περιοχής και της κόρης της οικογένειας. Το έργο βασίζεται στο μπεστ σέλερ, της Αυστραλέζας νευροφυσιολόγου Colleen McCullough και εκδόθηκε το 1977. Ήταν τέτοια η επιτυχία του που η νευροφυσιολόγος εισέπραξε το αστρονομικό ποσό των 1.9 εκατομμυρίων δολλαρίων. Μετά από αυτό, εγκατέλειψε στα 46 της χρόνια τη δουλειά της και πήγε να ζήσει για πάντα σε ένα απομονωμένο νησί του Ειρηνικού. Εκεί παντρεύτηκε έναν άντρα κατά δεκατρία χρόνια νεότερο της.

Πηγές:https://www.mixanitouxronou.gr/ta-poulia-pethenoun-tragoudontas-to-best-seler-pou-xeperase-ta-30-ekatommiria-antitipa-ke-egine-petichimeni-tileoptiki-sira/

«Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»: το μπεστ σέλερ που έγινε πετυχημένη τηλεοπτική σειρά Ο πάτερ Ραλφ ήταν γκέι και η Μέγκυ ερωτεύτηκε τον άντρα που μίσησε στο σήριαλ !!!

Οι συγκινητικές και νοσταλγικές Φάλαινες του Αυγούστου

Οι «Φάλαινες του Αυγούστου» του Ντέιβιντ Μπέρρυ, συμπυκνώνουν αυτήν την πολύ καίρια παραδοχή για την ανθρώπινη ύπαρξη και το διάβα της Οντότητας στον χωροχρόνο. Με βασικές ηρωίδες, δύο ηλικιωμένες αδερφές, στη δύση τους και με εντελώς διαφορετικές στάσεις ζωής, σε ένα περιβάλλον το ίδιο «ηλικιωμένο» με αυτές, με φίλους και γείτονες να μοιράζονται την ίδια «χωροταξία» στην κλίμακα του βίου, ο Ντέιβιντ Μπέρρυ δημιουργεί μια απλοϊκή φαινομενικά συνύπαρξη, με χαμηλούς, υποτονικούς διαλόγους, διαχέοντας την καθημερινότητα σε ένα σκηνικό τοπίο ανοιχτό στους ορίζοντες του ωκεανού.

Στη συγκινητική αυτή ιστορία οι δύο εντελώς αντίθετου χαρακτήρα γριούλες αγωνίζονται να επιβιώσουν μόνες τους και να ολοκληρώσουν το ταξίδι της ζωής τους με αγάπη και αξιοπρέπεια. Η Σάρα, μικρότερη ηλικιακά, έχει αναλάβει να φροντίζει την ογδονταεξάχρονη αδελφή της Λίμπυ. Ο θάνατος καραδοκεί σε κάθε τους βήμα. Η νεότερη τον ξορκίζει, η πιο ηλικιωμένη τον αποζητά. Η σύγκρουση των δύο κόσμων είναι αναπόφευκτη. Η μια ελπίζει στο μέλλον, αγωνίζεται ως το τέλος, η άλλη παραιτείται και ζει αναπολώντας το παρελθόν. Ο χρόνος, βαρύ φορτίο στις πλάτες τους, κυριαρχεί. Η εποχή τους έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μοιάζουν σαν τις φάλαινες που περιμένουν να έρθουν. Είναι ένα σπάνιο είδος που εξαφανίζεται, αλλά που ακόμα υπάρχει.

Έχουν κατι από Τσεχωφικά πρόσωπα οι ήρωές του. Ή μάλλον από γερασμένους Τσεχωφικούς ήρωες: H Σάρα Ουέμπερ, θα μπορούσε να είναι μια γερασμένη Ιρίνα απ΄τις Τρεις Αδερφές ή η Λίμπι Στρονγκ, μια ηλικιωμένη Νίνα, η Τίσα Ντοτ σίγουρα σε πιο νεαρή ηλικία θα ήταν πιθανότατα η Σόνια από τον Θείο Βάνια , ο Τζόσουα Μπράκετ έχει κάτι από τον Φιρς του Βυσσινόκηπου κοκ. Είναι αυτό το κλίμα νοσταλγίας μιας χαμένης νιότης που είναι διάχυτο στο έργο, είναι αυτή η αναπόληση ενός παρελθόντος που γεννούσε ελπίδες, η καθίζηση ενός παρόντος, και ένα μέλλον που δεν φαίνεται στον ορίζοντα να έρχεται. Γιατί αυτές είναι οι Φάλαινες του έργου. Το μέλλον, που ονειρεύονται, που περνάει μπροστά από τα μάτια τους, που το περιμένουν και το προσδοκούν και αυτό χρόνο με το χρόνο, όλο και αραιότερα κάνει την εμφάνισή του μέχρι την οριστική εξαφάνιση του ως σπάνιο στην αρχή και ανύπαρκτο τελικά είδος. Ο Αύγουστος σηματοδοτεί το τέλος της θέρμης του καλοκαιριού και της νιότης, ο Σεπτέμβριος την απαρχή του φθινοπώρου και της σοβαρής ωριμότητας και ο Νοέμβριος το τέλος του φθινοπώρου, την προαγγελία του ψύχους και εντέλει του θανάτου.

Και είναι αυτός ο Νοέμβρης που η υπερήλικη Λίμπι, καθηλωμένη πια στο καρότσι προσδοκά, παραδομένη στην αναμονή του τέλους, κατασταλαγμένη (ή μήπως όχι;) πως ό,τι ήταν να πάρει από τη ζωή, το πήρε, και ό,τι ήταν να δώσει το έδωσε, αγνοεί επιδεικτικά και σαρκάζει τη γεμάτη ζωή και φροντίδα αδερφή της, την Σάρα που και αυτόν τον Αύγουστο περιμένει να αγναντέψει στο πέλαγο το πέρασμα των φαλαινών και αρνείται πεισματικά να φτιαχτεί παράθυρο για αυτόν τον λόγο. Για την Λίμπι η ζωή δεν έχει πια αξία, για την Σάρα είναι ανεκτίμητη. Η Σάρα βλέπει ζωή (μια φώκια) να κολυμπά, η Λίμπι βλέπει απλά ένα κούτσουρο να επιπλέει. Για τη Λόμπι «τα γηρατειά είναι ένα νησί που το περιβάλλει θάνατος».


«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» παρουσιάζεται από τις 18 Οκτωβρίου 2019 στο Θέατρο Χώρα.

Ο συγγραφέας, μέσα από το πανανθρώπινο και διαχρονικό του έργο, δημιουργεί ένα αντεστραμμένο καθρέπτη. Η δύναμη της ζωής έρχεται αντιμέτωπη με τη δύναμη του θανάτου. Τα γηρατειά προβάλλουν τη λάμψη της αλλοτινής νιότης. Το παρόν φωτίζει το παρελθόν. Το δράμα χαμογελά σαρκαστικά στην προσωρινότητα και στο εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης.Το γέλιο εναλλάσσεται με το δάκρυ.

Παντού και πάντα όμως πρωταγωνιστεί το βασικό μεγάλο ερώτημα. Πώς ζει κανείς την ιστορία της ζωής του και πώς θέλει να δει το τέλος της.

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη θεατρική περίοδο 2001-2002 από το Εθνικό θέατρο σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη. Τους βασικούς ρόλους κρατούσαν οι: Αντιγόνη Βαλάκου, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Νέλλη Αγγελίδου και Γιώργος Τσιτσόπουλος.

«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» έγιναν ταινία το 1987 σε σκηνοθεσία Λίντσει ΄Αντερσον, με πρωταγωνίστριες τη Μπέτυ Ντέιβις και τη Λίλιαν Γκις στο ρόλο των δύο ηλικιωμένων αδελφών. Χάρισε κιόλας στην μια εξ αυτών Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου.

Η παράσταση δε δίνει τέλος. Οι Λίμπι και η Σάρα, βλέπουν επιτέλους στον ορίζοντα του ωκεανού, τις φάλαινες να περνούν. Είναι όμως φάλαινες; είναι κούτσουρα; είναι τα μάτια της ψυχής που βλέπουν αυτά που θέλουν να δουν.

Με μια μοναδική σκηνοθεσία που χρωματικά και μουσικά σε μεταφέρει στην εποχή αλλά και στον συναισθηματικό κόσμο των ηρωίδων που σαν τραγικές φιγούρες ταλαντεύονται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ανάμεσα στην επιθυμία για ζωντάνια και στη διάθεση για παραίτηση. Ένα δράμα ανθρώπινο, γήινο και αληθινό.

Πηγές: https://tetragwno.gr/theater/kritiki-theatrou/kritiki-oi-falaines-toy-aygoystoy-apo-ton-petro-zoylia-sto-theatro-chora-perimenontas-ton-noemvri

«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» στο Θέατρο Χώρα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9_%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85

Joker: μια ταινία που αλλάζει τα δεδομένα του μαζικού σινεμά

Ξεκινώντας τη στήλη μας αυτή θα παρακάμψουμε την επιθυμία μας να σας προτείνουμε ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία διότι είχαμε την τύχη να δούμε το νέο εγχείρημα της DC να ξεφύγει από την πεπατημένη και σίγουρα πετυχημένη συνταγή του Batman και να εισέλθει στον κόσμο της αντίρροπης δύναμης, του κακού, του Joker.

Βρισκόμαστε λοιπόν το 1981 στο Gotham City. Ο Arthur Fleck ακροβατεί μεταξύ της φτώχειας, της ψυχικής διαταραχής από την οποία πάσχει και την μοναξιά. Ζει σε άσχημες συνθήκες διαβίωσης με την κατάκοιτη μητέρα του, την φροντίδα της οποίας έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου , δουλεύοντας παράλληλα ως κλόουν. Ακολουθεί μια, όχι και τόσο βοητική θα παρατηρούσε κανείς, θεραπεία σε δημόσιο οργανισμό και παίρνει 7 διαφορετικά χάπια για να μην νιώθει «τόσο άσχημα όλη την ώρα».

Όνειρο του είναι να γίνει κωμικός stand up, κάτι που δεν καταφέρνει, αφού δεν είναι σε θέση να καταλάβει, παρά τη διαρκή ενασχόλησή του, την παρατήρηση, τις σημειώσεις του τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους γύρω του να γελάνε, όχι να γελούν προσποιητά όπως πράττει αυτός, αλλά με την ψυχή τους. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν του, η βία στο πρόσωπό του, ο παραγκωνισμός από την κοινωνία και το περιβάλλον του, ο χλευασμός, η αδικία και η ανισότητα που τον θέτουν στο περιθώριο της ζωής, η διακοπή του θεραπευτικού προγράμματος οπλίζουν το χέρι του. Δεν το οπλίζουν όμως με ένα οποιοδήποτε όπλο, αλλά με απογοήτευση, με αγανάκτηση, με μίσος, με κυνισμό, στοιχεία που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε τέρας. Η διαφορετικότητα και η μη αποδοχή της, καταστρέφουν τον εύθραυστο ψυχισμό του, καταρρίπτουν κάθε λογική και κάθε ενοχή ή τύψη.

Σε μια από τις σκηνές όπου ο Arthur πηγαίνει σε έναν κινηματογράφο να συναντήσει αυτόν που πίστευε πως ήταν πατέρας του, στην μεγάλη οθόνη προβάλλεται το ‘’Μοντέρνοι Καιροί’’ το αριστούργημα του Chaplin. Σε μια καθόλου τυχαία αναφορά. Καθώς η εν λόγω βουβή ταινία διαπραγματεύεται μεταξύ άλλων το μεγάλο οικονομικό και χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας, σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων. Η παρηκμασμένη Gotham City δεν απέχει πολύ από αυτή την κατάσταση. Μαστίζεται από άδικο καταμερισμό του πλούτου που οδηγεί σε φτωχοποίηση των πολιτών της. Οι τελευταίοι, χωρίς κανένα έρεισμα σε έναν κόσμο που μοιάζει διαρκώς να τους καταδιώκει, εξαγριώνονται, εξεγείρονται έναντι των κρατούντων και των εχόντων και σύμβολο αυτού του ταξικού αγώνα τους τοποθετούν τον Joker που χωρίς ουδεμία πολιτική ευαισθησία ή επαναστατική διάθεση φαίνεται απλώς να απολαμβάνει το χάος.

Στην ταινία αυτή όπως γίνεται φανερό και από την περιγραφή που σας παραθέσαμε, Joker θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άνθρωπος και όχι απλά ο χαρακτήρας ενός κόμικ. Ίσως βέβαια δίχως αυτό να μην απολάμβανε την παγκόσμια εμβέλεια και προβολή σε τέτοια βαθμό, αλλά σίγουρα το νόημα της ταινίας δεν θα άλλαζε. Γιατί, για πρώτη ίσως φορά σε ταινίες τέτοιου είδους, το νόημα του έργου κρυβόταν πολύ βαθύτερα από την απεικόνιση ενός χαρακτήρα, πολύ βαθύτερα από τα συνταρακτικά εφέ, τη «χολιγουντιανή δράση», τις crowd pleasing σκηνές και τα ευτυχισμένα τέλη. Δεν πρόκειται για ένα δημιούργημα προσφοράς άρτου και θεάματος, αλλά για μια ψυχογραφική αποτύπωση μιας διαταραγμένης προσωπικότητας και μιας ρημαγμένης κοινωνίας που πάλλονται αλλεπάλληλα, που άλλοτε συγκλίνουν, τέμνονται και άλλοτε κινούνται παράλληλα. Μετά τη στιγμή εκείνη όμως της τομής τίποτα δε θα είναι το ίδιο ούτε για τη μεν ούτε για τη δε.

Ο Todd Phillips εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από δύο ταινίες-σταθμούς του θρυλικού σκηνοθέτη. Το ‘’King Of Comedy’’ σε πρώτο λόγο αλλά και τον εμβληματικό αντιήρωα τιμωρό ‘’Ταξιτζή’’. Μάλιστα ο Robert De Niro πρωταγωνιστής στα δυο προαναφερθέντα υποδύεται τον Murray Franklin παρουσιαστή late night εκπομπής με τον οποίο ο Arthur έχει εμμονή και ονειρεύεται να εμφανιστεί στο σόου του ως καλεσμένος για να κάνει stand up. Στο King Of Comedy, ο De Niro έπαιζε έναν εκκολαπτόμενο ψυχοπαθή κωμικό ο οποίος είχε και εκείνος εμμονή με έναν παρουσιαστή και ήθελε διακαώς να εμφανιστεί στην εκπομπή του, αυτό ήταν το βασικό premise το οποίο στο Joker είναι ένα μέρος του σεναρίου όμως οι ομοιότητες και οι επιρροές είναι αρκετές.

Η ταινία είναι μια ατόφια μελέτη του χαρακτήρα που θέτει έστω και στο παρασκήνιο να εντάσσει κοινωνικά ζητήματα και θέματα που σήμερα, στον δικό μας αληθινό κόσμο, μοιάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ, μια πρωτοτυπία που θυμίζει ταινίες όπως V For Vendetta και το Watchmen . Το σκοτεινό αυτών των ταινιών έγκειται, όχι στο κοινώς αποδεκτό τρομακτικό, δεν τοποθετείται στο χώρο του υπερφυσικού ούτε μετριέται με το πόσο αίμα θα χυθεί σε σκηνές βίας, αλλά στην διείσδυση στην ανθρώπινη φύση. Η τελευταία είναι ζοφερή, όπως και η συνειδητοποίηση του τι είναι ικανή να πράξει.

Ένα τέτοιο εγχείρημα, καθόλου δημοφιλές σε μια εποχή που το μεγαλύτερο μέρος του κοινού επιδιώκει μέσω ταινιών τρόμου να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια κατάσταση φόβου, που καταδιώκει την αδρεναλίνη αλλά αναμένει τις ταινίες των σούπερ ηρώων για να απολαύσει τα εφέ και να χειροκροτήσει το happy end, θυμίζει τις κινηματογραφικές δεκαετίες του ’90 και τον Martin Scorsese και σίγουρα αποτελεί ρίσκο. Ωστόσο, είναι σίγουρο ότι θα ικανοποιήσει όλους εκείνους που αγαπούν το σινεμά ακριβώς για το μεγαλείο της υποκριτικής τέχνης που κρύβεται πίσω από αυτό. Και ο Joaquin Phoenix μας χαρίζει μια συγκλονιστική ερμηνεία.

Δεν μας φάνηκε καθόλου περίεργο που στο Φεστιβάλ της Βενετίας το κοινό χειροκροτούσε όρθιο επί οκτώ λεπτά. Η διακύμανση των συναισθημάτων του, ο τρόπος προσέγγισης των δυσχερειών που εμφανίζονται στη ζωή του που σταδιακά σβήνουν κάθε ελπίδα του για λίγη αγάπη, για λίγη αποδοχή, για λίγο φως, η ψυχική διαταραχή και η αντικοινωνικότητα είναι δύσκολο έργο για έναν ηθοποιό, όμως ο Joaquin υπηρετεί την τέχνη του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έχοντας χάσει βάρος για το ρόλο φαίνεται λεπτός, εύθραυστος, πεινασμένος. Οι κινήσεις του είναι ακριβείς: το πώς κινείται, τρέχει, κάθεται, καπνίζει, μαζεύεται. Η συνήθης έντασή του εδώ είναι στο φουλ και είναι μαγευτική, πολλές φορές δυσβάσταχτη. Τέτοιον Joker σίγουρα δεν έχουμε ξαναδεί.

Ο θεατής ανεμπόδιστα, στο έργο μοιάζει να τοποθετείται κοντά στον κακό, να νιώθει για αυτόν συμπάθεια και οίκτο και να αντιλαμβάνεται την σταδιακή μετατροπή του, καθώς παρουσιάζονται με ιδιαίτερη σαφήνεια και γλαφυρότητα όλα εκείνα τα αίτια που οδηγούν τον άνθρωπο στην αυτο(- και όχι μόνο-) καταστροφή. Μέσα από τη διαδικασία της ταύτισης, αφού ο Joker φέρει στοιχεία και σκέψεις που όλοι έχουμε και τρέφουμε οδηγείται κανείς τελικά στην κάθαρση. Η ταινία αμφιταλαντεύεται μεταξύ τρόμου και συμπόνιας, διαταραχής και ειλικρίνειας, φαντασίας και πραγματικότητας. Και σε αυτήν την αμφιταλάντευση έγκειται όλη η μαγεία της που την διαφοροποιεί από τις ταινίες κόμικ και από τους προκατόχους της θα έλεγε κανείς. Ο ψυχογραφικός τόνος, κάτι που ιδιαίτερα εκτιμάμε στην τέχνη, σπάνια χρησιμοποιείται πια στην έβδομη τέχνη, αλλά όταν αυτό συμβαίνει με επιτυχία κάνουμε λόγο για ένα αριστούργημα.

Το μαζικό σινεμά αλλάζει και προχωρά ένα βήμα παρακάτω. Για αυτούς που θέλουν να το ακολουθήσουν, μη χάσετε αυτή την ταινία.

Πηγές: https://schoolofrock.gr/joker-kritiki-tainias/