Τα Αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου

Τά Ἀντικλείδια

Ἡ Ποίηση εἶναι μιά πόρτα ἀνοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς νά βλέπουν
τίποτα καί προσπερνοῦνε. Ὅμως μερικοί
κάτι βλέπουν, τό μάτι τους ἁρπάζει κάτι
καί μαγεμένοι πηγαίνουνε νά μποῦν.
Ἡ πόρτα τότε κλείνει. Χτυπᾶνε μά κανείς
δέν τούς ἀνοίγει. Ψάχνουνε γιά τό κλειδί.
Κανείς δέν ξέρει ποιός τό ἔχει. Ἀκόμη
καί τή ζωή τους κάποτε χαλᾶνε μάταια
γυρεύοντας τό μυστικό νά τήν ἀνοίξουν.
Φτιάχνουν ἀντικλείδια. Προσπαθοῦν.
Ἡ πόρτα δέν ἀνοίγει πιά. Δέν ἄνοιξε ποτέ
γιά ὅσους μπόρεσαν νά ἰδοῦν στό βάθος.
Ἴσως τά ποιήματα πού γράφτηκαν
ἀπό τότε πού ὑπάρχει ὁ κόσμος
εἶναι μιά ἀτέλειωτη ἀρμαθιά ἀντικλείδια
γιά ν’ ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς Ποίησης.
Μά ἡ Ποίηση εἶναι μιά πόρτα ἀνοιχτή.

Ακούστε το εδώ:

«Σαββατοκύριακο» του Τίτου Πατρίκιου

«Ξυπνώντας
Λίγες σταγόνες ύπνο ακόμα στα μαλλιά
Γυμνά πρόσωπα
Γυμνό δωμάτιο
Ένα κρεβάτι τυχαίο
Κορμιά που το κυλινδρικό τους φλούδι
Δεν κρύβει καν λίγη εντεριώνη λησμονιάς…
Δίχως μια λέξη δίχως μια κίνηση
Σαν την ανυπαρξία του πέρα και του εδώθε
Όπως γλιστράει στις σκοτεινές στοές τους
Ζώντας μονάχα τη στιγμή
Που φεύγει
(Που ξέρουμε πως φεύγει)»


Από την ποιητική συλλογή, «Λυσιμελής πόθος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη

Ακούστε το ποίημα:

Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς του Κώστα Κρυστάλλη

Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.

Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.

-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος!
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει!

Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;

Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;
Κι ἂν ἔρθει μέρ᾿ ἀγλύκαντη στὰ ξένα νὰ πεθάνεις,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ στὸ πλάι σου τὰ μάτια νὰ σοῦ κλείσει;
Ποιὸς θὰ σοῦ λούσει τὸ κορμί, ποιὸς θὰ σὲ σαβανώσει;
Στὸ λειψανό σου ποιὸς θἀρθεῖ λουλούδια νὰ σὲ ράνει;
Καὶ ποιὸς μὲ πόνο θὰ ριχτεῖ στὸ νεκροκρέββατό σου
γιὰ νὰ σὲ κλάψει; Ποιὸς θὰ εἰπεῖ γιὰ σένα μοιρολόγι;
Ἄχ! πῶς τοὺς θάφτουν, νἄξερες, καὶ πῶς τοὺς πᾶν᾿ τοὺς ξένους!..
Χωρὶς λιβάνι καὶ κηρί, χωρὶς παπὰ καὶ ψάλτη!

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;
Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν!

Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Πηγή: Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εκδ. Ζήτρος

Ακούστε το εδώ:

Προσδοκία του Δημήτρη Αθανασέλου

Προσδοκία

Εκεί που κατοικώ
δέντρα ξεφυτρώνουν
σ’ άγονα σπίτια
κι οι καμάρες
τρέφουν κισσούς
που μας τυλίγουν σαν σάβανα.

Εκεί που κατοικώ
χάνεται η ζωή•
πού και πού
καρφώνω κάτι σταυρούς
πάνω απ’ τα σπίτια των γνωστών
από φόβο
μην είναι νεκροί.

Εκεί που κατοικώ
Η φωνή δεν μύρισε
συγγνώμη.
Τα μυαλά ξεθώριασαν
και η ελπίδα
χωρίς ευχή.

Εκεί που κατοικώ
Σπόρους κεντώ
Περιμένοντας ν’ ανθίσουν
τα λουλούδια της άνοιξής μου.

Πηγή: Ανάβαση, Δημήτρης Αθανασέλος, εκδ. Πνοή

Ακούστε το εδώ:

Δέησις του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

Δέησις

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
H μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει


στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και να ’ν’ καλοί καιροί—


και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,


η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός που περιμένει.

Πηγή: Ο Θεός του Καβάφη, Γιώργος Ιωαννίδης, εκδ. Δαιδάλεος

Ακούστε το εδώ:

Κύριε Χρειάζεται του Γιώργου Σαραντάρη

Κύριε χρειάζεται

Κύριε χρειάζεται να θάψω κάπου βαθιά τον εαυτό μου
Και να μη με δει ο ήλιος ένα διάστημα
Να ξαναζήσω ελαφρός
Με τη μοίρα του πουλιού
Που τώρα όλο και μου ξεφεύγει
Νάρθει και για μένα η άνοιξη
Χωρίς ν’ αγγίζει με τα πόδια της τη γη
Όταν τραγουδώ κι όταν ευφραίνομαι την πλάση
Να δώσω τ’ όνομά μου στο κάθε πουλί
Που από έναν πύργο αόρατο θα με χαιρετά
Με τους ανθρώπους να με δένει το τραγούδι
Με τα ζώα η σιωπή.

Πηγή: Γιώργος Σαραντάρης, Ποιήματα, εκδ. Ζήτρος

Ακούστε το εδώ:

Ο άγνωστος μεταφραστής και πεζογράφος Καρυωτάκης

Εκτός από το γνωστό και αγαπημένο ποιητικό έργο, ο Καρυωτάκης άφησε και πεζά κείμενα και εξαιρετικές μεταφράσεις, τις οποίες φιλοξενούμε στην ποιητική συλλογή αυτής της εβδομάδας!

Ο μεταφραστής


Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης είναι ένας ποιητής που μας δίνει τη δυνατότητα να συγκρίνουμε την ποίησή του με το έργο άλλων λογοτεχνών χωρίς να περιοριζόμαστε στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Οι αναγνώσεις του, η σχέση του με την ξένη λογοτεχνία και οι επιδράσεις που δέχθηκε από λογοτεχνικά ρεύματα αποδεικνύουν ότι ο Καρυωτάκης είναι ένας συγγραφέας με πολλές όψεις και με εκλεκτικές συγγένειες με συγγραφείς σημαντικούς στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ρομαντικά και συμβολιστικά στοιχεία στην ποίησή του μας κάνουν να καταλάβουμε ότι δεν είχαν ξεπεραστεί και έπρεπε να αντιμετωπιστούν ξανά με διαφορετικούς όρους για να προετοιμάσουν τον μοντερνισμό και την ρήξη με την παράδοση. Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης υπήρξε συστηματικός αναγνώστης, μετέφρασε ποιήματα ξένων λογοτεχνών και διαμόρφωσε τη δική του γενεαλογία. Είναι γνωστό ότι οι μεταφραστικές επιλογές των συγγραφέων αποκαλύπτουν τον δικό τους τρόπο πρόσληψης ενός έργου και μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις επιλογές του Καρυωτάκη. Τα ποιήματα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από εξάρσεις, είναι χαμηλόφωνα, δηλώνουν τη μελαγχολία και την απογοήτευση.

Κατά τη διάρκεια του όποιου μεταφραστικού ενεργήματος ο Καρυωτάκης, όπως κάθε μεταφραστής, είναι πρωτίστως αναγνώστης. Καθώς όμως δεν βαδίζει σε μια μεταφραστική terra incognita, ο Καρυωτάκης είναι συγχρόνως και αναγνώστης μεταφράσεων άλλων μεταφραστών και μάλιστα μια σύνθετη περίπτωση αναγνώστη· ως αναγνώστης λογοτέχνης διαφοροποιείται από τον κοινό αναγνώστη, έχοντας επιπλέον δυνατότητα ανάγνωσης του πρωτοτύπου. Αν η ανάγνωση κάθε μεταφραστή αποβλέπει στη μετάφραση, είναι επομένως μια προμετάφραση (pretraduction), η ανάγνωση του αναγνώστη της μετάφρασης-λογοτέχνη θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μετα-μετάφραση , τα ίχνη της οποίας ενδέχεται να αποτυπώνονται στη γραφή του. Η γραφή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Καρυωτάκη, απολήγει σε νέα μετάφραση ή σε πρωτότυπο ποίημα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται ουσιαστικά για αναμετάφραση, δηλαδή για νέα μετάφραση «στην ίδια γλώσσα, ενός κειμένου ήδη μεταφρασμένου, στο σύνολο του ή εν μέρει». Μια αναμετάφραση, όταν είναι ενεργητική, όταν αναπτύσσει διακειμενικό διάλογο με προηγηθείσες μεταφράσεις, λειτουργεί ερμηνευτικά ως προς το πρωτότυπο όσο και ως προς τη μετάφραση ή τις (ανα)μεταφράσεις του. Και από τη στιγμή που κάθε μετάφραση είναι ερμηνευτική ανάγνωση, η αναμετάφραση συνιστά διπλή ερμηνεία, ερμηνεία της ερμηνείας.

Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει λ.χ. την περίφημη «Μπαλλάντα των κυριών του παλαιού καιρού» του Villon και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή, γι’ αυτό, κι όταν αναγκάζεται για λόγους στιχουργικούς να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δεν μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο Villon, και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο έλληνας μεταφραστής και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του έλληνα αναγνώστη του. Κι αλήθεια, μέσα σ’ όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσει κι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, που αυτή δα κι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ’ τις αντιστοιχίες για τις οποίες μίλησα πιο πριν. Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια, που προηγείται κάποτε της τελειωτικής.

Ο Καρυωτάκης µεταφράζει Francis Viele – Griffin, Paul Verlaine, Heinrich Heine, Comtesse Mathieu de Noailles, Paul – Jean Toulet, Andre – Spire, Laurent Tailhade, Jean Moréas, Francis Carco, Mathurin Régnier, François Villon, Nicolaus Lenau, Charles Baudelaire, Tristan Corbière, Frédéric Mistral, Charles Guérin, Marie von Ebner – Eschenbach, Emile Despax, Georges Rodenbach (Καρυωτάκης, 2008 και Καρυωτάκης, 2009). Ο Καίσαρ Εµµανουήλ µεταφράζει έργα των Edgar Allan Poe, Paul Valéry, Arthur Rimbaud, Stéphane Mallarmé (Εµµανουήλ, 1981), Bliven Bruce, Castor Henry, Chandon G., Crane Stephen, Daco Pierre, Dickens Charles, Gunther John, Guthrie A. B., Hawthorne Nathaniel, Kelly Regina, Kingsley Charles, Krumgold Joseph, McCann Kevin, Merimée Prosper, Pyle Haward, Real Pierre, Reid Mayne, Rilly R., Shakespeare William, Sperry Armstrong, Stevenson Robert, Swift Jonathan, Verne Jules, Winwar Frances, Zola Emile. Ο Κώστας Ουράνης µεταφράζει Edgar Allan Poe, Mark Twain.

Ο πεζογράφος

Το πεζογραφικό του έργο είναι περιορισμένο σε έκταση, αλλά και η πλειονότητα των πεζών που έγραψε ξεφεύγουν από τα τυπικά γνωρίσματα της πεζογραφικής γραφής και πλησιάζουν στην ποιητική πρόζα. Το σημαντικότερο ίσως από όλα τα πεζά του, «Τρεις μεγάλες χάρες», το συναντάμε σε όλες τις ανθολογίες πεζογραφίας. Το πεζογραφικό έργο του Κ. Καρυωτάκη εκτείνεται σε δυο ενότητες: Η πρώτη με τον τίτλο «Τρεις Μεγάλες Χαρές», περιέχει τα αφηγήματα «Καλός Υπάλληλος», «Ένας Πρακτικός Θάνατος» και το «Δεσποινίς Μποβαρύ». Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τα αφηγήματα «Ο Κήπος της Αχαριστίας» και το «Κάθαρσις». Τα κείμενα αυτά δεν ανήκουν σε καμιά από τις γνωστές μορφές πεζογραφίας (το διήγημα π.χ.). Μοιάζουν περισσότερο με λυρικές-ποιητικές αποτυπώσεις και ελλειπτικές εικόνες, και ως αντιδράσεις-προεκτάσεις της αισθητικής του και της ποιητικής του Κ. Καρυωτάκη με τον ελεγειακό σαρκασμό και τη διάχυτη προβληματική που τα χαρακτηρίζουν. Η πεζογραφία του Κ. Κ. όπως βγαίνει από τα κείμενα αυτά, και η κατ’ αυτό τον τρόπο άρθρωσή τους ως προς το μύθο και τη δομή, την υπερλογικότητα και την υπερπραγματικότητά τους, θα πρέπει να θεωρηθεί πρωτοποριακή, όπως εκτιμά ο ίδιος. Ενώ για τη σχέση της αντίληψης αυτής με το ποιητικό του έργο εκτιμά επίσης ότι: «Και στα πεζά αυτά που μοιάζουν με σπαράγματα δημιουργικής αγωνίας και καλλιτεχνικής διεξόδου, υπάρχει η συνέχεια του δρόμου προς τη διαμαρτυρία, τις αποκαλύψεις, την καταγγελία ενός αδιέξοδου κόσμου, όπως και η συνέχεια του ποιητή που υπερασπίζεται τους αρχικούς του στόχους, αυτούς που έθεσε στο επίκεντρο της ποιητικής του δημιουργίας».

Ο συνοδευτικός στίχος του Σολωμού «όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος» στην ενότητα «Τρεις Μεγάλες Χαρές» είναι χαρακτηριστικός για να υπογραμμίσει με τον γνωστό ελεγειακό σαρκασμό του ο ποιητής, ανεστραμμένα, τις τρεις περιπτώσεις «χαράς» των ηρώων του, αντίστοιχες ματαιώσεις και συμβιβασμούς, και υποκαταστάσεις του θρήνου από την παράλογη χαρά. Το βούλιαγμα του υπαλληλάκου εξάλλου στη γραφειοκρατία, την ιεραρχία και την καθημερινότητα, τα πεθαμένα όνειρα, οι καθημερινές ματαιώσεις, τα αδιέξοδα, η φυγή σε μια ψευδαίσθηση ζωής («Καλός Υπάλληλος»), η Χήρα Αρμένισσα πρόσφυγας με τα έξι παιδιά, όπου ο θάνατος ενός παιδιού της είναι μια «ευλογία» και μια «λύτρωση», (« Ένας Πρακτικός Θάνατος»), το αυτομαστίγωμα του ερωτικού αδιεξόδου της εποχής, ο διασπαραγμός του ερωτικού «αντικειμένου» σαν φαντασίωση («Δεσποινίς Μποβαρύ»), είναι το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται η πεζογραφία του Κ. Καρυωτάκη. Ακραίες συλλήψεις, με έντονο το στοιχείο της καταγγελίας και τον αυτοσαρκασμό, ιδιαίτερα στο «Κάθαρσις», όπου φαίνεται να αυτοσχεδιάζει παραληρώντας. Υιοθετώντας κανείς προφανώς την κοινωνική διάσταση της τέχνης, «βλέπει» τον ποιητή να δημιουργεί σε άμεση σχέση και συνάρτηση με τις κοινωνικοϊστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει, να βιώνει και να καθρεφτίζει την εποχή του.

Αυτές τις δύο λιγότερο γνωστές πτυχές του Καρυωτάκη, που είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την ποιητική ιδιότητα και αξίζει να τις ανακαλύψετε όλοι εσείς που όπως εμείς αγαπάτε τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη! Θα βρείτε λοιπόν τα κείμενα και τις μεταφράσεις στο στο έργο του Πεζά και Μεταφράσεις που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αλεξάνδρεια.

Πηγές:

  • https://periodikodentro.wordpress.com/2013/06/02/%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%B5-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC/
  • Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης ως μεταφραστής και ως αναγνώστης μεταφράσεων, Ζητήματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2016
  • Η µεταφραστική δραστηριότητα της « γενιάς του 1920 » : µεταγγίζοντας όψεις πολιτισµού στην ελληνική κοινωνία, Βάλια Τσάιτα – Τσιλιµένη
  • Ο Καρυωτάκης Πεζογράφος, δρ. Επαμεινώνδας Γ. Μπαλούμης

Ειρήνη του Γιάννη Ρίτσου

Ειρήνη

Τ᾿ ὄνειρο τοῦ παιδιοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη
Τ᾿ ὄνειρο τῆς μάνας εἶναι ἡ εἰρήνη
Τὰ λόγια τῆς ἀγάπης κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα
εἶναι ἡ εἰρήνη.
Ὁ πατέρας ποὺ γυρνάει τ᾿ ἀπόβραδο
μ᾿ ἕνα φαρδὺ χαμόγελο στὰ μάτια
μ᾿ ἕνα ζεμπίλι στὰ χέρια του γεμάτο φροῦτα
καὶ οἱ σταγόνες τοῦ ἱδρώτα στὸ μέτωπό του
εἶναι ὅπως οἱ σταγόνες τοῦ σταμνιοῦ
ποὺ παγώνει τὸ νερὸ στὸ παράθυρο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ὅταν οἱ οὐλὲς ἀπ᾿ τὶς λαβωματιὲς
κλείνουν στὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου
καὶ μὲς στοὺς λάκκους ποὔσκαψαν οἱ ὀβίδες
φυτεύουμε δέντρα
καὶ στὶς καρδιὲς ποὔκαψε ἡ πυρκαγιὰ
δένει τὰ πρῶτα της μπουμπούκια ἡ ἐλπίδα
κι οἱ νεκροὶ μποροῦν νὰ γείρουν στὸν πλευρό τους
καὶ νὰ κοιμηθοῦν δίχως παράπονο
ξέροντας πὼς δὲν πῆγε τὸ αἷμα τους τοῦ κάκου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἡ μυρουδιὰ τοῦ φαγητοῦ τὸ βράδυ,
τότε ποὺ τὸ σταμάτημα τοῦ αὐτοκινήτου στὸ δρόμο
δὲν εἶναι φόβος,
τότε ποὺ τὸ χτύπημα στὴν πόρτα
σημαίνει φίλος,
καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου κάθε ὥρα
σημαίνει οὐρανός,
γιορτάζοντας τὰ μάτια μας
μὲ τὶς μακρινὲς καμπάνες τῶν χρωμάτων του,
εἶναι εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἕνα ποτήρι ζεστὸ γάλα
κι ἕνα βιβλίο μπροστὰ στὸ παιδὶ ποὺ ξυπνάει,
τότε ποὺ τὰ στάχυα γέρνουν τό ῾να στ᾿ ἄλλο λέγοντας:
τὸ φῶς, τὸ φῶς
καὶ ξεχειλάει ἡ στεφάνη τοῦ ὁρίζοντα φῶς,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ οἱ φυλακὲς ἐπισκευάζονται νὰ γίνουν βιβλιοθῆκες,
τότε ποὺ ἕνα τραγούδι ἀνεβαίνει ἀπὸ κατώφλι σὲ κατώφλι τὴ νύχτα,
τότε ποὺ τ᾿ ἀνοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ σύγνεφο
ὅπως βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κουρεῖο τῆς συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ὁ ἐργάτης τὸ Σαββατόβραδο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ ἡ μέρα ποὺ πέρασε,
δὲν εἶναι μιὰ μέρα ποὺ χάθηκε,
μὰ εἶναι ἡ ρίζα ποὺ ἀνεβάζει τὰ φύλλα τῆς χαρᾶς μέσα στὸ βράδυ
κι εἶναι μιὰ κερδισμένη μέρα κι ἕνας δίκαιος ὕπνος,
ποὺ νιώθεις πάλι ὁ ἥλιος νὰ δένει βιαστικὰ τὰ κορδόνια του
νὰ κυνηγήσει τὴ λύπη ἀπ᾿ τὶς γωνιὲς τοῦ χρόνου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι οἱ θημωνιὲς τῶν ἀχτίνων στοὺς κάμπους τοῦ καλοκαιριοῦ
εἶναι τ᾿ ἀλφαβητάρι τῆς καλοσύνης στὰ γόνατα τῆς αὐγῆς.
Ὅταν λές: ἀδελφές μου, – ὅταν λέμε: αὔριο θὰ χτίσουμε.
ὅταν χτίζουμε καὶ τραγουδᾶμε,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἡ εἰρήνη εἶναι τὰ σφιγμένα χέρια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι τὸ ζεστὸ ψωμὶ στὸ τραπέζι τοῦ κόσμου
εἶναι τὸ χαμόγελο τῆς μάνας
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν εἶναι ἡ εἰρήνη.
Καὶ τ᾿ ἀλέτρια ποὺ χαράζουν βαθιὲς αὐλακιὲς σ᾿ ὅλη τὴ γῆ,
ἕνα ὄνομα μονάχα γράφουν:
Εἰρήνη.
Τίποτ᾿ ἄλλο. Εἰρήνη.

Πάνω στὶς ράγες τῶν στίχων μου
τὸ τραῖνο ποὺ προχωρεῖ στὸ μέλλον
φορτωμένο στάρι καὶ τριαντάφυλλα,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἀδέρφια,
μὲς στὴν εἰρήνη διάπλατα ἀνασαίνει ὅλος ὁ κόσμος
μὲ ὅλα τὰ ὄνειρά μας
Δῶστε τὰ χέρια ἀδέρφια μου,
αὐτό ῾ναι ἡ εἰρήνη.

Ακούστε το εδώ :

Πιστεύω της Μελισσάνθης

Πιστεύω

Ἡ Ἀγάπη, μόνο, βαστάζει ὅλα τὰ φορτία.
Μπορῶ νὰ βαστάζω ὅλα τὰ φορτία.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ μέγα φορτίο!
Ἡ Ἀγάπη σηκώνει τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ.
Μπορῶ νὰ σηκώνω τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ.
Ἡ Ἀγάπη ὑπομένει τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
Μπορῶ νὰ ὑπομένω τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ πυρά!
Ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὴ ζωή καὶ στὸ θάνατο.
ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὸ θαῦμα.
Μπορῶ νὰ πιστεύω στὴ ζωή καὶ στὸ θάνατο.
Μπορῶ νὰ πιστεύω στὸ θαῦμα.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ θαῦμα!
Ἡ Ἀγάπη προσεύχεται κ᾿ ἐνεργεῖ.
Ἡ Ἀγάπη ἀγρυπνεῖ.
Μπορῶ νὰ προσεύχωμαι καὶ νὰ ἐνεργῶ.
Μπορῶ νὰ ἀγρυπνῶ.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι προσευχή καὶ πράξη!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ μυστική ἀγρυπνία!
Ἡ Ἀγάπη κρατάει ὅλα τὰ χαμόγελα καὶ ὅλα τὰ δάκρυα.
Μπορῶ νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ κλαίω ὅλα τὰ δάκρυα –
γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ χαρούμενη θλίψη!
Ἡ Ἀγάπη δίνει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Μπορῶ νὰ μεταλάβω τὸν ἄρτο καὶ τὸν oίvo
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Μυστικός Δεῖπνος!
Κ᾿ ἡ μεγάλη ὑπόσχεση!
Ἡ Ἀγάπη ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο.
Ἡ Ἀγάπη ἐδώρησε τὸ φῶς.
Πιστεύω στὸν ἄνθρωπο.
Πιστεύω στὴν Ἀγάπη.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ δωρεά!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Ἄνθρωπος!

Ακούστε το εδώ:

Απρόσκλητοι της Ευτυχίας Μισύρη

Απρόσκλητοι

Βγαίνουν κάποιες φορές

τα παιδιά που εγκυμονούμε.

Ζωντανά!

Με σφαλισμένα μάτια

γεμάτα σάλια

και νερά

και αίματα

κρατώντας σφιχτά στα

τρυφερά δάχτυλα τον λώρο

μη χάσουν έπειτα τον δρόμο.

Πεινασμένα κάθονται αντίκρυ

στο στρωμένο τραπέζι

κι αρπάζουν όποια μπουκιά

καρφώσει το πιρούνι.

Χωρίς δόντια κατεβάζουν αμάσητα

τα που μας θρέφουν.

Μένουμε άναυδοι να τα κοιτάμε

με τα καβούκια στα χέρια μας.

“Πρέπει να τα ντύσουμε,

είναι αθώα, θ’ αρρωστήσουν!”

Μα φεύγουν πίσω κι είμαστε εμείς

ξερακιανοί κι ετοιμοθάνατοι

με τεράστιες στρογγυλές κοιλιές.

Όπως αυτοί στις φωτογραφίες

που ποτέ δεν γνωρίσαμε

μα τόσο δήθεν συμπονούμε.

Πηγή: Η πανοπλία, εκδ. Πνοή

Ακούστε το εδώ: