Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν: «Μετανάστες». Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο, δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν. Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε. Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία. Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά στα σύνορα, προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε, χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε. Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας, περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα, μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει. Όμως κανένας μας δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα.
Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια, Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια. Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει. Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.
Τ’ αεροπλάνα από πάνω να στενάξουν στον ουρανό ψηλά «Είναι νεκρός» να γράψουν. Μαβιές κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια, Τα μαύρα γάντια οι τροχονόμοι έχουνε στα χέρια.
Ανατολή και Δύση, αυτός, Βορράς και νότος, Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθος. Ήταν το φως και η νύχτα μου, τραγούδι, πάθος. Πίστευα αιώνια στην αγάπη. Μα ήταν λάθος.
Τ’ αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε. Αδειάστε τον ωκεανό, διώξτε τα δάση, Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.
Απρίλιος 1936
Από τη συλλογή: Η ασπίδα του Αχιλλέα, Γ.Χ. Ώντεν, μτφρ: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες
Αυτό το Σάββατο, αυτόν τον μήνα θα γνωρίσουμε έναν νέο ποιητή. Ο Γιάγκος Πλατής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι μουσικός και αρθρογράφος. Από μικρός άρχισε να γράφει στίχους, ιστορίες και κείμενα. Αγαπάει τα ταξίδια, το σινεμά, το διάβασμα και όλα αυτά που κρύβουν τις απολαύσεις των μικρών στιγμών. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήρθε σαν επιστέγασμα όλων αυτών κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος. Είναι ένα σύνολο κειμένων και συγκεκριμένα πεζών, τραγουδιών και ποιημάτων. Πρόκειται για μια ημερολογιακού τύπου ποιητική συλλογή που αναφέρεται σε ιστορίες που έχουμε όλοι βιώσει. Ένα βιβλίο που μιλάει για τις ηλιόλουστες και τις συννεφιασμένες μέρες της ζωής, για τον έρωτα και τον θάνατο, αλλά και για τη μουσική που κρύβει ο καθένας μέσα του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Ζώντας σε ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεχόμενα να είμαστε υποκριτικά γελαστοί και να βιαζόμαστε ασθμαίνοντας νωχελικά και κουρασμένα, ξεχνάμε όλα αυτά που μας έχουν σημαδεύσει, μας έχουν καθορίσει και δεν τα κοιτάμε κατάματα. Αφήνουμε στην άκρη όλα αυτά που τη νύχτα δε μας αφήνουν να κοιμηθούμε ήρεμα. Όλα αυτά που βγαίνουν στην επιφάνεια όταν ακούμε μια ζεστή μελωδία ή όταν αισθανόμαστε το άδικο γύρω μας και προτιμάμε να το καταπιούμε και να κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Οι σκόρπιες λέξεις εδώ μέσα μιλάνε για εκείνη την πλευρά της ζωής που περνώντας από τις όχθες της, βγαίνουμε πιο δυνατοί και ελεύθεροι. Αυτά τα κείμενα μιλάνε για την απώλεια, τη θλίψη, την οργή, τη μοναξιά, τον αποχωρισμό. Μιλάνε όμως και για την αγάπη, τη φιλία, τον έρωτα, την εσωτερική δύναμη και για το φως που έρχεται όταν περνάμε από το σκοτάδι. Για εκείνο το φωτάκι που αναβοσβήνει στην άκρη του τούνελ… Είναι μικρά κομμάτια του παζλ ενός προσωπικού μύθου.
Για να τον γνωρίσουμε, όμως, καλύτερα τον καλέσαμε να απαντήσεις στις ερωτήσεις μας:
Από ποια ηλικία ασχολείστε με την ποίηση είτε διαβάζοντας είτε γράφοντας;
Άρχισα να γράφω και να διαβάζω κάπου στο γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια, βέβαια, των φοιτητικών μου χρόνων, μπήκα πιο βαθιά στον χώρο της ανάγνωσης και οι ορίζοντές μου άνοιξαν διάπλατα.
Μπορείτε με πέντε επίθετα να χαρακτηρίσετε την ποιητική σας συλλογή;
Φωτεινή, σκοτεινή, αστική, εσωτερική, λυρική
Ποιο ήταν το κίνητρο συγγραφής και δημοσίευσης της ποιητικής σας συλλογής;
Το κίνητρο της συγγραφής πηγάζει από μια ενδόμυχη επιθυμία έκφρασης. Αυτή η επιθυμία κινείται δυναμικά και πρέπει οπωσδήποτε να βγει! Το κίνητρο της δημοσίευσης, από την άλλη, ήταν έντονα συναισθηματικό, καθώς ήθελα να στείλω τα δικά μου μηνύματα για τη ζωή με τον δικό μου τρόπο.
Ποια είναι η πηγή έμπνευσής σας;
Μεγάλο ρόλο παίζουν τα βιώματα, τα οποία δε χρησιμοποιούνται πάντα αυτούσια και σίγουρα δεν είναι πάντα δικά μου. Επίσης, όσο ο καιρός περνάει, συμπεραίνω πόσο σημαντική είναι και η σχέση με τον εαυτό μου στο γράψιμο. Από κει και πέρα, έχω πιάσει τον εαυτό μου να εμπνέεται από οτιδήποτε παρατηρώ στην καθημερινότητα, όπως ένα πουλί που πετάει, τα σημεία της πόλης ή η θάλασσα.
Ποιοι είναι οι λογοτέχνες ή εν γένει οι άνθρωποι που θαυμάζετε και λειτουργούν σαν πρότυπο για εσάς;
Οι λογοτέχνες είναι πάρα πολλοί. Μου αρέσουν οι καταραμένοι ποιητές, η γενιά των μπιτ, αλλά και καινούριοι συγγραφείς όπως ο Ισιγκούρο ή η Ρόουλινγκ. Θεωρώ τον Καβάφη ως την επιτομή του ποιητικού οργασμού και του απλού συνοψισμού της ζωής. Γενικότερα, νομίζω ότι θαυμάζω τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, παραδέχονται τα λάθη τους, συγχωρούν αλλά δεν ξεχνούν, καταλαβαίνουν και ακούν πολύ περισσότερο από ό, τι κρίνουν και προσπαθούν στη ζωή που διανύουμε να προσφέρουν έστω μια μικροσκοπική ψηφίδα στο πελώριο ψηφιδωτό του χωροχρόνου.
Συμφωνείτε με την φράση του Έλιοτ: «Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν. Οι κακοί ποιητές κακοποιούν αυτό που παίρνουν. Οι καλοί ποιητές το κάνουν είτε καλύτερο είτε, τουλάχιστον, διαφορετικό. Ο καλός ποιητής μετατρέπει τη λεία του σε ολοκληρωμένο συναίσθημα, το οποίο είναι μοναδικό, και τελείως διαφορετικό από το πρωτότυπο.»; Σε ποια κατηγορία θα εντάσσατε αυτήν την στιγμή τον εαυτό σας;
Σπουδαίος ο Έλιοτ! Εξαιρετική ερώτηση! Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να εντάξω τον εαυτό μου σε κάποια κατηγορία. Γράφω όπως νιώθω και φυσικά η ωρίμανση και η εξέλιξη δε σταματούν ποτέ. Έχω πολλά να μάθω, να γράψω, να πετάξω και να διαβάσω ακόμα… Σχετικά με τις κατηγορίες, πάντως, θέλω να προσθέσω ότι η ποίηση βρίσκεται και στις παύσεις, τα σημεία στίξης και τις σιωπές που εννοούνται ανάμεσα στις μελωδικές γραμμές και τις εικόνες που δημιουργούν οι λέξεις. Επίσης, δεν υπάρχει παρθενογένεση και πάνω σε αυτό προτείνω τα βιβλία του Kleon Austin σε όποιον δεν τα έχει διαβάσει! Πέραν αυτών, δε μου αρέσει όταν ένα ποίημα μου βγάζει μια επιτηδευμένη διάθεση ή έχει απλοϊκή μορφή, αλλά και πάλι όλα αυτά είναι υποκειμενικά. Αναμφίβολα, όμως, το μεγαλείο και η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα. Άλλο το απλό και άλλο το απλοϊκό.
Πώς είναι το ελληνικό ποιητικό τοπίο για τους νέους λογοτέχνες;
Θα απαντήσω με μια φράση ενός αγαπημένου μου μουσικού, του Κωνσταντίνου Βήτα. «Η ποίηση δε μας γυρίζει ποτέ την πλάτη, τρέφεται από τη ζωή των ανθρώπων που είναι γεμάτη πόνο, δυσκολίες, συγκρούσεις και χαρές».
Αν μπορούσατε να ζούσατε σε ένα ποίημα, ποιο θα επιλέγατε και για ποιο λόγο;
Θα ζούσα στο «Αν» του Κίπλινγκ γιατί με γεμίζει δύναμη, σε όλα τα ποιήματα του Καβάφη γιατί είναι μικρές ψυχογραφικές σοφίες της ζωής και στην πιο όμορφη θάλασσα του Ναζίμ Xικμέτ γιατί μου χαρίζει ελπίδα!
Πώς οραματίζεστε το λογοτεχνικό σας μέλλον;
Θέλω να κάνω πολλά ακόμα! Θέλω να γράψω και να μιλήσω για τον κόσμο αλλά και να δημιουργήσω καινούριους, αν μπορώ να το πω έτσι… Θέλω η γραφή μου να γίνεται όλο και πιο λιτή και περιεκτική. «Μια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις και θα είναι απλές», Τζακ Κέρουακ.
Τι συμβουλή θα δίνατε στους αναγνώστες της συλλογής σας; Πώς πρέπει να την προσεγγίσουν;
Δε θα τους έδινα καμία συμβουλή! Ας την προσεγγίσει ο καθένας όπως νομίζει.
Μπορείτε να προμηθευτείτε την συλλογή του από τη σελίδα του Οσελότου (www.ocelotos.gr) – βρίσκεται στην κατηγορία “Ποίηση”. Μπορείτε να διαβάσετε και λίγες σελίδες σε ένα μικρό funzine που υπάρχει, ώστε να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Μπορείτε να το βρείτε στα εξής σημεία:
Οσελότος (Αθήνα, Ιωάννινα)
Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)
Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)
Πολιτεία (Αθήνα)
Ευριπίδης (Χαλάνδρι)
Ψαράς (Θεσσαλονίκη)
Τζανακάκης (Αθήνα)
Σίμος (Αθήνα)
Παιάν (Αθήνα)
Αποσπερίτης (Ναύπλιο)
Βιβλιονέτ (ηλεκτρονικά)
Μετά από προσωπική παραγγελία, μπορείτε να το προμηθευτείτε από οποιοδήποτε φυσικό ή ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο επιθυμείτε.
Μια ανθολογία ξεχωριστή από άλλες γνωρίσαμε αυτήν την εβδομάδα. Και αυτό που την κάνει ξεχωριστή δεν είναι απλώς το γεγονός πως σε λίγες σελίδες φώλιασε η σύγχρονη ποίηση από τον Παπατσώνη μέχρι τον Ρίτσο και τον Γκάτσο, αλλά πως αυτές τις σελίδες συγκέντρωσε ένας από τους κορυφαίους της γενιάς του και αγαπημένος μας ποιητής, ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ο τελευταίος, με σημαντικότατο ποιητικό και δοκιμιακό έργο, παραμερίζει την προσωπική του λογοτεχνική παραγωγή και μας συστήνει 22 ποιητές. Αφορμή για αυτήν την πρωτότυπη και ποικιλόμορφη γνωριμία απετέλεσε η εκπομπή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Το 1987 ξεκινά διαβάζοντας ποιήματα ελασσόνων ποιητών της προπολεμικής περιόδου, ποιήματα, όπως τα έλεγε ο ίδιος, «λυρικά μιας εποχής στους παλιούς ρυθμούς». Η επιλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1990 με τίτλο «Η χαμηλή φωνή» από τη Νεφέλη. Αυτήν έρχεται να συμπληρώσει η ανθολογία αυτή, η οποία δημοσιεύεται πρώτη φορά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ενώ εντός συναντά κανείς και τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αναγνωστάκης στον Γιώργο Ζεβελάκη. Το άξιο αναφοράς στοιχείο είναι πως συνοδεύεται από ηχητικό ντοκουμέντο, στο οποίο οι αναγνώστες έχουν πρόσβαση σκανάροντας το QR code που θα βρουν στο βιβλίο.
Ο Αναγνωστάκης προετοίμαζε μια σειρά είκοσι δεκαπενταλέπτων με θέμα την πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα. Ο ποιητής διαλέγει να την αποκαλέσει «νεωτερική», αντί για «μοντέρνα» ή «σύγχρονη ποίηση», αξιοποιώντας έναν όρο καθιερωμένο από τον Αλέξανδρο Αργυρίου. Μιλά για τον διαφορετικό τρόπου «κατασκευής» των ποιημάτων, εστιάζοντας στα σημεία της διαφοράς, στους κανόνες που ακολουθούσε ο παλιότερος ποιητής, από τους οποίους ο νεωτερικός επιλέγει να αποστήσει. Για εκείνον, ο ελεύθερος στίχος λειτουργεί σαν μια απελευθέρωση. Αυτή η μοναδική αίσθηση ελευθερίας αντανακλάται το δίχως άλλο και στην κατάργηση της προσωδίας και την μη επιβολή του προσωπικού κώδικα του κάθε ποιητή στον αναγνώστη του. Έτσι, δεν κάνουμε λόγο μονάχα για μια τυπική διαφοροποίηση, για μια αλλαγή που αφορά αποκλειστικά την μορφή αλλά για μια ουσιώδη μεταστροφή της ποίησης. Σε όλα αυτά συνέβαλε χωρίς αμφιβολία η «καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού», που επέτρεψε την συμπόρευση του πεζού και του ποιητικού λόγου, του κατακλεισμού της ποιητικής δημιουργίας από τον γλωσσικό πλούτο του συνόλου της ελληνικής γλώσσας και όχι αποκλειστικά από καλλωπισμένες «ποιητικές λέξεις». Μας καλεί να απαγκιστρωθούμε από συντηρητικότερες τάσεις που χαρακτήριζαν την παραδοσιακή ποίηση και να αφεθούμε σε πιο ακραίες ή ενίοτε ακόμα και προκλητικές τάσεις για την εποχή στην οποία εμφανίστηκαν. Πια όλες αυτές οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις προσπεράστηκαν και οι ποιητές συγκαταλέχθηκαν δικαίως στους κλασικούς της δικής μας μετανεωτερικής εποχής. Στην ανθολογία του δεν καθοδηγείται από τις προσωπικές του προτιμήσεις και, μιας και επιδιώκει να είναι αντικειμενικός, φρόντισε να μην παραλείψει κανέναν καταξιωμένο στην κοινή συνείδηση ποιητή, χαρίζοντάς μας κυριολεκτικά ένα πανόραμα της «νεωτερικής ποίησης».
Πιάνοντας κανείς στο βιβλίο στα χέρια του μαγεύεται από το διαπεραστικό του χρώμα, ενα χρώμα που ταιριάζει και στο έργο και την ποιητική προσωπικότητα του Αναγνωστάκη. Με το μεγάλο του σχήμα και τις προσεγμένες εναλλαγές μεταξύ των ανθολογούμενων ποιητών σύντομα σε προσκαλεί να ανακύψει το ακόμα πιο ενδιαφέρον περιεχόμενό του.
Η ευαίσθητη ματιά του Αναγνωστάκη, η βαθιά του επαφή με τα ελληνικά γράμματα αποκρυσταλλώνεται έντονα στις επιλογές του. Χωρίς να παραλείψει κανέναν ποιητή μας βυθίζει σε μια θάλασσα δημιουργίας. Σε αυτήν την θάλασσα απολήγουν πολλοί διαφορετικοί μεταξύ τους ποταμοί. Άλλοι έχουν ορμητικά υπερρεαλιστικά κύματα, άλλοι έχουν πηγές στην ελληνική παράδοση, άλλοι έχουν τάσεις συμβολιστικές και άλλοι έχουν επάλξεις σε λογοτεχνικά έργα ξένων καλλιτεχνών. Πάντως όλα έχουν μια κοινή πορεία, η φωνή που γεννιέται από μέσα τους είναι αδιακόσμητη, είναι πρωτόγονη, είναι ελεύθερη, έρχεται σε ρήξη με αυτά που η ποίηση στον ελλαδικό χώρο είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Η ανθολογία είναι σίγουρα μια πολύ καλή ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τους ποιητές και αν κάποιος μας τραβήξει έντονα το ενδιαφέρον να εμβαθύνουμε αργότερα στο έργο του. Εμείς χαρήκαμε που ξαναθυμηθήκαμε σε αυτό το ποιητικό ταξίδι αγαπημένους μας συνοδοιπόρους και ήρθαμε σε επαφή με κάποιους που δεν είχαμε γνωρίσει ποιητικά. Για αυτό τον λόγο την προτείνουμε σε όλους εκείνους τους ακόρεστους αναζητητές της ομορφιάς και της νεωτερικότητας, στους φανατικούς αναγνώστες του Αναγνωστάκη που μέσα από τις επιλογές του αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικότητάς του αλλά και σε όλους εσάς που όπως εμείς αγαπάτε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.
«Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης… Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι —αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι— της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά». – Μανόλης Αναγνωστάκης
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους, τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο. Πάντα εκεί. Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή, καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια. Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας δεν είναι πια απ΄τη στέρηση μα από την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους, είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
Σε χιλιάδες αντίτυπα κόλλησαν την άσφαλτο στο χώμα, να μη σε προλαβαίνουν τα μάτια να μη σε καίνε οι ανάσες καθώς χάνεσαι στην πρώτη στροφή . Να απλώνεται γρήγορα η απόσταση και να μην βλέπεις για πολύ τη μάνα και τον πατέρα στην άκρη του δρόμου. Να μην ακούς το ρέμα του καημού.
Από δώδεκα χρονών φεύγω, κάθε δεκαπέντε μια επιστροφή, τότε, ήταν και οι άλλοι που γύριζαν Χριστούγεννα και Λαμπρή. Μια σταλιά παιδάκια κλωνάρια μόνα τι σημασία έχει πια!
Όλο φεύγω, κι ούτε ένα απ’ τα καλάθια που μαζεύαμε τα σύκα και τα σταφύλια δεν πήρα για ενθύμιο. Κι ακόμα, Μάνα, δε σου είπα πόσο ήθελα να μου χαϊδέψεις μια φορά τα μαλλιά και το πρόσωπο κι ας γδέρνουν τα χέρια σου.
Αν μ’ αγαπάς, αν νοιάζεσαι για μένα να το λες έγραψα σ’ ένα τραγούδι. Εμείς ποτέ δε λέγαμε τίποτα. Πώς αλλιώς θα αντέχαμε τόσους αποχαιρετισμούς.
Ο Rainer Maria Rilke γεννήθηκε το 1875 στην Πράγα. Τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίζονταν από κακουχίες, αφού ως φιλάσθενος με ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και ευαισθησία δυσκολεύονταν να φοιτήσει σε στρατιωτικές σχολές , πράγμα για το οποίο τον προόριζε ο πατέρας του, που αργότερα από τους βιογράφους του χαρακτηρίστηκε εγκληματικό. Το 1892 ξεκινά τις Νομικές Σπουδές και το 1893 αρραβωνιάζεται με τη Valery von David-Rhonfeld,η σχέση του με την οποία έρχεται σε ρήξη μετά τη δημοσίευση της αλληλογραφίας μεταξύ τους από την ίδια[1]. Συνεργάζεται με το περιοδικό «Νέα Γερμανία και Νέο Έζλας» και το 1895 ξεκινά τις Φιλοσοφικές του Σπουδές. Το 1897 γνωρίζεται με τη Lou Andreas-Salome, ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο της ζωής του. Σε ένα ταξίδι του στη Ρωσία γνωρίζει τους: Leo Tolstoi, Drouhin,Pasternak, Vogeles, Becker, και τη γλύπτρια Clara Westhoff, την οποία παντρεύεται το 1901. Το 1905 και για ένα χρόνο διατελεί γραμματέας του διάσημου γλύπτη August Rodin. Η ψύχρανση των σχέσεων τους όμως ένα χρόνο αργότερα συντελεί στην αποχώρηση του Rilke. Το 1907 βέβαια, συμφιλιώνονται ξανά. Το 1914 γνωρίζει τη Lulu Albert-Lasard και συζούν. Εκείνη, το 1915 ζωγραφίζει το μοναδικό πορτραίτο του ποιητή καθήμενου. Το 1919 καταφεύγει στην Ελβετία ζητώντας άσυλο. Το 1926 συναντά τον Paul Valery. Την ίδια χρόνια πληγωμένος στο χέρι, από τα αγκάθια τριαντάφυλλων, που έκοβε, στον κήπο του, εκδηλώνεται οξεία λευχαιμία, από την οποία έπασχε. Μετά από μακρύ αγώνα φεύγει από τη ζωή στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 σε ένα νοσοκομείο στην Ελβετία. Όλη του τη ζωή ταξίδεψε σε πάρα πολλές χώρες, αναζητώντας μια πνευματική πατρίδα.
Ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν το έργο του
Ο Rilke έζησε σε μια ταραγμένη εποχή, που χαρακτηρίζονταν από θρησκευτικές διαμάχες, ηθική κατάπτωση ,παγκόσμια αναστάτωση[2] και κοινωνικές ζυμώσεις που κατέληξαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος στιγμάτισε το έργο του. Επιπρόσθετα, οι αναζητήσεις και ανακαλύψεις στην περιοχή των επιστημών του ανθρώπου (Δαρβίνος, Μαρξ, Νίτσε, Μπερζόν, Φρόυντ) οδήγησαν σε μια ραγδαία αλλαγή της ευαισθησίας και μια σειρά καλλιτεχνικών εξεγέρσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός όσον αφορά τη ζωγραφική και ο συμβολισμός όσον αφορά την ποίηση που διαμορφώνουν το ύφος και τον στίχο του ποιητή. Βέβαια, πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι στο νεανικό του έργο ήταν εμφανείς οι επιρροές του από τον Τριακονταετή πόλεμο, τους ήρωες και τα μεγάλα πνεύματα εκείνης της εποχής. Επίσης, τα πρώτα του διηγήματα καθορίστηκαν κατά μεγάλο βαθμό από το έργο του Detlev Liliencram και οι πρώτες του δραματικές απόπειρες από το νατουραλισμό.
Ο Ρίλκε (αριστερά) με τον Βαλερύ (δεξιά)
Έργο
Ο Rilke εντάσσεται στο ρεύμα του συμβολισμού. Παρ’ όλα αυτά παρουσιάζει στα ποιήματά του στοιχεία ρομαντισμού. Όπως αναφέραμε παραπάνω, επηρεάστηκε από το γαλλικό ιμπρεσιονισμό.
Από όλα του τα έργα πιο γνωστό είναι οι «Ελεγείες του Ντουίνο», που οφείλουν τον τίτλο τους στον Πύργο του Ντουίνο, κοντά στην Τεργέστη[3] όπου εμπνεύστηκε το έργο τώρα έχει καταστραφεί[4]. Η φιλία του Rilke με την ιδιοκτήτριά του, την Πριγκίπισσα Maria von Thurn und Taxis-Hohenloe, έχει σχολιαστεί πλούσια. Το βιβλίο μεταφράζεται ολόκληρο. Η ευφορία του αισθήματος, των αισθήσεων σε καθαρότητα θαυμαστή, του πνεύματος σε λαμπρότητα ορμής, εξουσιάζουν αμέσων εκείνον που είναι ικανός να αφεθεί, να διαποτιστεί από την αβρότητα της ποίησης αυτής, που ο πυρήνας της είναι εντούτοις μια αδάμαστη δύναμη, γράφει αναφερόμενη στο έργο του αυτό η Ζωή Καρέλλη[5].Ο ρομαντισμός του μας πηγαίνει πολύ μακριά, μας γυρεύει όλο και μια καινούργια συγκατάθεση, μια καινούργια ψυχική βίωση. Κάθε φορά που το ανοίγουμε ξέρουμε πως έχουμε να περάσουμε ένα σύνορο. Και πως ό,τι βρίσκεται πέρα απ’ αυτό, ποτέ δεν είχε πάψει να μας ανήκει[6]. Ή σύμφωνα με τον Κλέοντα Παράσχο, αυτά ιδίως τα δέκα «Ελεγεία του Ντουίνο», το ωραιότερο και πιο ώριμο έργο του Rilke, είναι ό,τι πιο ρευστό, πιο μουσικό, πιο έξω και μακριά από κάθε πλαστικό σχήμα, παρουσίασε η ποίηση των τελευταίων χρόνων, καθαρή ουσία ψυχική και ροή, αν μπορεί κανένας να πει, ψυχική[7] .
Ο Rilke αποτελεί την προσωποποίηση της ευαισθησίας, αποκρυσταλλωμένης σε τόνους τόσο λεπτούς, τόσο μουσικούς, τόσο βαθιά ενοραματικούς, δίνοντας τις πνευματικές αισθήσεις του για να βιώνουμε το άγνωστο, να βλέπουμε πέρα από το ορατό και, για να ακούμε, να παραβιάζουμε αυτή την τρομερή σιωπή των ζωντανών πραγμάτων. Κι όλα αυτά απλά μόνο για αυτό το κάλλος που παιδεύει ηθικά και ολοκληρώνει τον άνθρωπο σε αρετή και κατανόηση. Προκειμένου να μιλήσει κανείς για αυτόν, θα πρέπει να φτάσει στα βάθη της πιο αυστηρής σιωπής, ως τις πιο βαθειές ρίζες της αρχέτυπης ανθρωπιάς ακλουθώντας τον. Η λεκτική μουσική του, ο στίχος του, η τελειότητα της μορφής ου η σχεδόν παρνασσιακή είναι μορφικά στοιχεία που ιδιάζουν και χρωματίζουν ολόκληρο το ποιητικό έργο του Rilke. Ο Rilke είναι ένας ασύγκριτος οραματιστής των πραγμάτων, ένας ποιητής που έδωσε νέα κατεύθυνση στο λυρισμό και τον ανανέωσε, βαφτίζοντάς τον σε βαθύτατες πηγές ενστικτώδους και βαθύτατου μυστικισμού. Ο Rilke είναι από τους ποιητές στους οποίους η μοντέρνα ποίηση οφείλει ένα μέγιστο μέρος της αξίας της και της ουσίας της. Ό,τι έκανε ο Ρεμπώ και ο Γαλλικός Συμβολισμός έως τον Βαλερύ, στη μορφή του ποιητικού λόγου, το έκανε ο Rilke στο εσωτερικό του, στον τομέα που η ψυχή γίνεται άμεσα ποίηση και μύθος. Ποιητής αρχαγγελικός αλλά και σε πολλά απρόσιτος, επιβάλλεται περισσότερο σαν μυστήριο και λιγότερο σα νοητός λόγος. Για να νιώσουμε τον Ρίλκε, πρέπει να έχουμε διαρκώς υψωμένα τα μάτια μας στο βραδινό ουρανό ή να βλέπουμε τον γύρω μας κόσμο, ψάχνοντάς του γνωρίσματα και φωνές και ψιθυρίσματα ουρανίων παραδείσων, όπως σημειώνει σε ραδιοφωνική του εκπομπή ο Αντρέας Καραντώνης.
Θεωρείται σπουδαίος, καθώς έδειξε πόσες άπειρες δυνατότητες περιέχει ακόμα η Γερμανική γλώσσα, η πιο πλούσια σε καίρια έκφραση απ’ όλες τις λατινογενείς γλώσσες της Ευρώπης. Την πλούτισε με καινούργιες λέξεις και εκφράσεις, νεολογώντας κατά τον πιο νόμιμο, αλλά πάντα απίθανα ποιητικό τρόπο, έτσι που, για να τον κατανοήσει κανείς δεν αρκεί πια η γνώση της γλώσσας, αλλά η δημιουργική φαντασία που θα βρίσκεται σε απόλυτη επικοινωνία και σε στενή συνεργασία με τη συμβολογλωσσοπλαστική αντίληψη του ίδιου του ποιητή. Οι δικές του αισθητικές αρχές που διαμόρφωσε, συνέπεσαν με τις αρχές του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού, οπότε είναι ο ίδιος και το έργο του αυτοί που βοήθησαν στην εκκόλαψη του εξπρεσιονιστικού κινήματος στη Γερμανία. Τέλος συνέβαλε στην εξέλιξη του ρωσικού ακμεϊσμού, εφόσον αρκετοί ρώσοι λογοτέχνες μελέτησαν και στηρίχτηκαν στο έργο του, όπως: Μαρίνα Τσβετάγεβα, Μπόρις Πάστερνακ και Πάουλ Τσέλαν.
Το έργο του διαχωρίζεται σε δύο φάσεις: νεανικό και ωριμότητας:
Νεανικό
Ωριμότητας
Χειρόγραφο 81 σελίδες (αρχεία Βαϊμάρης) (1892)
«Δύο ιστορίες της Πράγας», «Για να γιορτάσω τον εαυτό μου» (1899) «Οι τελευταίοι» (διήγημα), «Βιβλίο των εικόνων (ποιήματα), «Καθημερινή ζωή» (δίπραχτο δράμα), «Ράινερ Μαρία Ρίλκε» (μονογραφία) (1902)
«Ζωή και τραγωδία» (πρωτόλειο βιβλίο) , «Εικόνες και φύλλα ημερολογίου» (επιστολές) (1893)
Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του. κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του. Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα, νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια, κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα, να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια. Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ’ οι νιες, οι πεθαμένες αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες – να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες, και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες. Κ’ ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια, σκυμμένα νάναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε, να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε. Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι! Αχ, έτσι αθώα, κ’ έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει, που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ άγιάση!