Ο ποιητής της οδύνης, ο κληρονόμος πουλιών Μίλτος Σαχτούρης

Σαν σήμερα στις 29 Μαρτίου 2005 έφυγε από τη ζωή ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές, τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία. Στο τέταρτο έτος της Νομικής το 1944 αποφάσισε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο και να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη: την ποίηση.

Έχοντας ήδη από το 1938 δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο «Μίλτος Χρυσάνθης» ένα διήγημα στο περιοδικό «Εβδομάδα», ο Σαχτούρης πρωτοέγραψε ποίηση το 1941. Δυο χρόνια αργότερα γνώρισε τους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Εγγονόπουλο και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον τελευταίο. Ήταν, όμως, ο Ελύτης εκείνος που τον παρότρυνε να εμφανιστεί στο χώρο των γραμμάτων ως ποιητής, στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» το 1944.

Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Η Λησμονημένη», βιβλίο, το οποίο «είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα», όπως θα δηλώσει αργότερα ο ίδιος. Το 1948 εξέδωσε τη συλλογή «Παραλογαίς» και ακολούθησαν πολλές άλλες, με κορυφαία για πολλούς την «Με το πρόσωπο στον τοίχο» το 1952.

Αν και στην αρχή τουλάχιστον της μακρόχρονης πορείας του κατακρίθηκε από πολλούς, ειδικά από τους ποιητές της γενιάς του ’30, οι κριτικοί δεν άργησαν να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στο έργο του σημαντικού αυτού ποιητή. Όσον αφορά τα κυρίαρχα θέματα του έργου του, αυτά αφορούν την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής. Ο Σαχτούρης θεωρείται ότι επηρεάστηκε σημαντικά από το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και παρά τη κυρίαρχη θέση του παραλόγου και του συμβολισμού στα ποιήματά του, δεν θεωρείται ότι εντάχθηκε ποτέ πλήρως στο ρεύμα αυτό.

O Βρασίδας Καραλής σε κείμενό του στο περιοδικό «Διαβάζω» με τίτλο «Το μυστήριο της ένοχης συνείδησης στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», αναφέρει: «Κανένας άλλος ποιητής μας δεν έχει ποτίσει τις εμπειρίες του στην αποσαθρωτική μαγγανεία της ενοχής όσο ο Μ. Σαχτούρης. Οσο και αν άλλοι ερωτοτρόπησαν με αυτό το ρίζωμα, όπως λόχου χάρη ο Δ. Σολωμός στον «Λάμπρο», ο Κ. Καβάφης στα πρώιμα ποιήματά του, ο Κ. Καρυωτάκης στα τελευταία του ποιήματα, όλοι αυτοί βρήκαν τρόπο να ξεφύγουν ή να υπεκφύγουν τον τρομακτικό φόβο του εξατομικευμένου οράματος που γεννάει την ενοχή και τη μετατρέπει σε βάση πνευματικότητας. Ο Σολωμός απέδρασε σε μια άσαρκη και άφυλη anima mundi· Ο Καβάφης σε έναν ερωτισμό της περιέργειας για το ανδρικό σώμα, ενώ ο Καρυωτάκης κατέφυγε στη λαγνεία του κατοπτριζόμενου κορμιού του.

Μπορεί όμως κάποιος να αισθάνεται ενοχή μόνο και μόνο επειδή μισεί τη μητέρα του ή επειδή είναι ομοφυλόφιλος ή επειδή δεν είναι ωραίος σαν τον Απόλλωνα;… Αυτές οι επιδερμικές και ανόητες φοβίες δεν διανοίγουν ποτέ την ατομική εσωτερικότητα στη θεωρία της ίδιας της τυχαιότητας και μοναξιάς· δεν στρέφουν το υποκείμενο προς τον εαυτό του. Το απομονώνουν σε ένα δωμάτιο, απ’ όπου μοίρεται και κλαίγεται επειδή δεν αρέσει, επειδή το φαινόμενο δεν θεμελιώνει μια σχέση ελκτική προς το βλέμμα που το αντικρίζει. Από αυτές δυστυχώς τις παιδικές αφέλειες, με όλη τη γοητεία της αμέριμνης αθωότητας, είναι γεμάτη η ποίηση, και ειδικά η ελληνική σε βαθμό απελπισίας.

Με τον Μ. Σαχτούρη όλα αυτά καταρρέουν και διαλύονται· και μαζί του οι δημοτικοφανείς τρόποι μιας ύπαρξης χωρίς εσωτερικές σχέσεις, συγκρούσεις και διλήμματα. Πρώτη λογοτεχνική αφετηρία του έργου του είναι ο παραμερισμός της τοπιογραφίας του Οδ. Ελύτη, του Γ. Σεφέρη, του Α. Εμπειρίκου, ακόμα και του Ν. Εγγονόπουλου. Σε όλη τη γλωσσική ευφορία και ευτοπία αυτών των συγγραφέων, την πίστη τους στην αρτιμέλεια της γλώσσας και την τελειοποιησιμότητα του κόσμου διά του μύθου, ο Μ. Σαχτούρης αντιτάσσει ένα κολαστήριο ψυχών, μια ακοινώνητη γλώσσα, το άσμα μιας ρημαγμένης Κασσάνδρας».

Ο ίδιος μιλάει για την ποίηση του: Θέλω να πλησιάζουν την ποίησή μου με αγάπη μόνο, χωρίς διανοητικές τάσεις και προεκτάσεις που αγνοώ. Ο Ισαάκ Μπράιτον, ας πούμε, δεν ξέρω καν ποιος είναι, ούτε ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι. Στους πέντε χιλιάδες που αγόρασαν τελευταία τα ποιήματά μου θα υπάρχουν 100-200 άνθρωποι που καταλαβαίνουν, άσχετα από τη μόρφωσή τους. Το έχω ξαναπεί, στο Μαρούσι, προ πολλών ετών, ένας τσαγκάρης με γνώσεις Δ’ Δημοτικού διάβαζε τη «Λησμονημένη» κι έκλαιγε εξηγώντας μου πως είναι ερωτικό ποίημα – αυτό που είναι από τα πλέον δύσκολά μου.

Πάντα ορισμένοι με μια ευαισθησία αλλιώτικη, που έχουν ανάγκη την ποίησή μου, θα με καταλαβαίνουν. Μερικοί θυμώνουν όταν τους επισημαίνεις την έλλειψη ευαισθησίας που τους αποκλείει από τη μέθεξη. Ένας συνταγματάρχης μπορεί να παραδεχτεί ότι δεν καταλαβαίνει τον Μπετόβεν, αλλά επιμένει ότι μπορεί και κρίνει όλη την ποίηση. Δεν χρειάζεται να έχεις σχέση με την ποίηση για να συγκινηθείς. Εκείνο που με ικανοποιεί περισσότερο απ’ όλες τις κριτικές και τα γραφόμενα είναι οι ομολογίες μερικών νέων παιδιών ότι βρήκαν στην ποίησή μου κάποιον που συμπάσχει μαζί τους. Ήταν σαν να προέβλεψα τα δύσκολα χρόνια μας.

Δεν εκτιμώ όσους πετάγονται από το ένα θέμα στο άλλο και αλλάζουν το ύφος σαν πουκάμισο. Είναι κάτι που με ενοχλεί και στον Πικάσο. Η λεγόμενη ανανέωση. Εγώ πιστεύω ότι ένας γνήσιος ποιητής έναν κόσμο έχει, και αυτόν εκφράζει. Το είπε και ο Παλαμάς: «Το ίδιο τραγούδι πάντα να λες, είτε γελάς είτε κλαις». Εκτιμώ τον Ρουό και τον Σαγκάλ που διατήρησαν το στυλ τους ως το τέλος.Ο γνήσιος ποιητής πρέπει να βρει το «μηχανάκι» του. Να καταλήξει κάπου… Κι εγώ στις «Παραλογαίς» άρχισα να κάνω δοκιμές, για να καταλήξω οριστικά στο «Με το πρόσωπο στον τοίχο».

Ο ποιητής είναι άχρηστος. Είναι είδος πολυτελείας. Βοηθάει ορισμένους μόνο ευαίσθητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχει αυτή η ζωή. Ίσως, και παρόλο που δηλώνω έτσι αφοριστικά την αχρηστία του ποιητή, βλέπω οπωσδήποτε την έστω περιορισμένη κοινωνική λειτουργία του. Υπάρχει αυτή η αντίφαση. Ο κόσμος γελάει όταν δηλώνεις ποιητής, άλλωστε τα περισσότερα ειδύλλιά μου τελειώσανε άμα τη δηλώσει της ποιητικής μου ιδιότητος. Πολλοί ντρέπονται. Όχι, εγώ ήμουν ανέκαθεν τρελός, επαναστατημένος. Το πλήρωσα ακριβά αυτό, αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ.

Κέρδισα πάρα πολλά πράγματα από τον υπερρεαλισμό, αλλά ποτέ δεν ήμουν καθαρόαιμος υπερρεαλιστής. Έχω οφειλές παντού και κυρίως στις μεγάλες ξένες λογοτεχνίες. Οι νέοι παίρνουν αίμα από τους παλιούς και προχωρούν τον δρόμο τους – εννοείται οι νέοι που έχουν ταλέντο, γιατί οι άλλοι, οι κακοί, απλώς μιμούνται. Η ρήξη, όταν υπάρχει, είναι φαινομενική. Στον υπερρεαλισμό υπήρχε ήδη ο Απολινέρ, και γρήγορα προσυνεταιρίσθησαν τον Λοτρεαμόν και τον Ιερώνυμο Μπος. Μου αρέσει πάρα πολύ (ο Μπος) αλλά γνώρισα το έργο του αφού είχα γράψει τα περισσότερα ποίηματά μου. Νέος, είχα επηρεαστεί πολύ από τις εικόνες του Νταλί – αυτού του κατεργάρη και λιγάκι απατεώνα. Μου αρέσουν ακόμα από τους Έλληνες ο Παρθένης, ο Μπουζιάνης κι ο Εγγονόπουλος. Από τον τελευταίο έμαθα πολλά πράγματα. Είχα τη χαρά να τον κάνω συντροφιά τρία χρόνια καθημερινώς, τότε που μίλαγε ακόμα με τους ανθρώπους – ήταν αληθινά σοφός.

Πηγή:LiFO

Tvx.gr

20 ποιήματα για την Ποίηση

1. Τα Αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. ‘Ομως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
‘Ισως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Γιώργης Παυλόπουλος
Από τη συλλογή “Ποιήματα 1943-2008”, εκδ. Κίχλη

2.Ο ποιητής

Πρέπει να ‘ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ‘κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

Τζένη Μαστοράκη
Από τη συλλογή “Διόδια”, εκδ. Κέδρος

3.Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Την μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.

Μίλτος Σαχτούρης
Από την συλλογή “Άπαντα 1945-1998”, εκδ. Κέδρος

4.Ο ελεγκτής

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Μίλτος Σαχτούρης
Από την συλλογή “Άπαντα 1945-1998”, εκδ. Κέδρος

5.Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής.

Μίλτος Σαχτούρης
Από την συλλογή “Άπαντα 1945-1998”, εκδ. Κέδρος

6.Τρία κρυφά ποιήματα

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός
όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο
που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα
μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις
στους κρατήρες των οβίδων
μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις
για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά
σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις
πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι
κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων
για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου
πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις
σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις
εκεί στην άκρη του νερού
εκεί στη πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, να ‘σαι πολύ προσεχτικός
όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο
που κουβαλάς στον ώμο.

Άρης Αλεξάνδρου

Από την ανθολογία του Αντώνη Φωστιέρη, Η λέξη στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, περ. Η λέξη, τεύχ. 200, Απρίλιος-Ιούνιος 2009

7. Φωτόδεντρο

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά
και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχειαλφάβητο
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή

συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα
στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα
μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές
φράγκικες ή σλάβικες
που αν τύχει και βαλθείς να την αποκαταστήσεις
πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες
μέσω της δικής σου πάντοτε
Όμως
ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία
ότι παίζουνε παιδιά
κι ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς
να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν
στο χέρι τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης
Από τη συλλογή “Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά”, 1971, Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008), εκδ. Ίκαρος.

8. Άτιτλο

Η ποίηση είναι ένα ταξίδι
Σ’ άγνωστη χώρα.
Η ποίηση είναι ταυτόσημη
Με την παραγωγή ραδίου.
Για μια και μόνο λέξη
Λιώνεις χιλιάδες τόνους
Γλωσσικό μετάλλευμα.

Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι

9. Άτιτλο

Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων
Τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό
τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική
ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.

Τάκης Σινόπουλος

10. Άτιτλο

Τι νομίζεις, λοιπόν κατά βάθος η ποίηση

είναι μια ανθρώπινη καρδιά

φορτωμένη όλο τον κόσμο.

Νικηφόρος Βρεττάκος

11. Άτιτλο

Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές δεμένες
στα καμπανάκια των άστρων- αν τους τραβήξεις,
μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα.
Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα στην ερημιά
βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα
των στίχων τους σ? ένα ρυάκι,
ύστερα χάνονται ονειροπαρμένα μες στο δάσος,
πνίγονται στο χρυσό πηγάδι της σελήνης-
ένα σωστό ποίημα όμως ποτέ δεν καθυστερεί
σε μια γωνιά του ρεμβασμού.
Είναι πάντα στην ώρα του, λέει παρών
στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

Γιάννης Ρίτσος
Από την συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. Κέδρος

12. Το πρώτο σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
και απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

13. Άτιτλο

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

– Το τι δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δεν μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω : κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Μανόλης Αναγνωστάκης
Από τη συλλογή “Ποιήματα 1941-1971”, εκδ. Νεφέλη

14. Άτιτλο

Διερώτηση για μην κάθομαι άεργος
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επιδέσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Νίκος Καρούζος

15. Εσύ και το ποίημα

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου
τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει
για σένα

Τάκης Σινόπουλος
Από τη συλλογή “Η νύχτα και η αντίστιξη”

16. Άτιτλο


Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε

τον πρώτο στίχο μου.

Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ –

αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.

Τάσος Λειβαδίτης

17. Άτιτλο


Αν γράφω ποιήματα είναι γιατί το ξέρω
Όλα τ’ αλφάβητα του κόσμου έχουνε λιώσει
Όλες οι λέξεις κι όλ’ οι στίχοι έχουν τελειώσει
Οι μέρες το κουτσό τους πόδι μού χτυπάει την πόρτα
Το λυσσασμένο σάλιο τους το γυάλινο τους γέλιο
Και τα ποιήματα
Τ’ ασημικό που δε θα το πουλήσω
– Ποιος τ’ αγόραζε; –
Μια προδομένη υπόθεση λοιπόν
Μια πλήρης ήττα.

Αντώνης Φωστιέρης
Από τη συλλογή “Σκοτεινός έρωτας”, 1977

18. Άτιτλο

Non multa sed multum (κατάσταση και ανύψωση του Καβάφη)
Κανένας παλαιότερος τόσο σημερινός στη ρωμιοσύνη,
τη γλώσσα τη χειραγώγησε στην ύπνωση
της ακέραιης φλόγας οπού μάταια
σηκώνει των σκοταδιώνε τα καπάκια,
τη γλώσσα του την πήρε δώθε-κείθε και την έκανε
μια σύριγγα για ενδοφλέβιο τραγούδι
καταναλίσκοντας αργά τους δύσκολους
ενιαυτούς των ελληνίδων λέξεων
αποστηθίζοντας ολάκερο το θάνατο
σε δέκα-δεκαπέντε στίχους
μ’ εκείνη τη μαβιά φωτιά στα μάτια του Φερνάζη
με εκλεκτή συγκίνηση με ιδεώδη λάθη
με χάρισμα χαρούμενο στα ερειπωμένα βάθη.
Τι είναι όμως που κομίζει τα ποιήματα
τι είναι που με δαύτα επωάζει την άβυσσο;
Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας
τι είναι – λέγε μου εσύ – τα θάλλοντα ποιήματα;
Μην είναι τα ασημοφώτιστα οστά της Ειμαρμένης;

Νίκος Καρούζος
Από τη συλλογή “Αναμνηστική λήθη”, 1982

19.Ο Δαρείος

Ὁ ποιητής Φερνάζης τό σπουδαῖον μέρος
τοῦ ἐπικοῦ ποιήματός του κάμνει.
Τό πῶς τήν βασιλεία τῶν Περσῶν
παρέλαβε ὁ Δαρεῖος Ὑστάσπου. (Ἀπό αὐτόν
κατάγεται ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Εὐπάτωρ). Ἀλλ’ ἐδῶ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ ἀναλύσει
τά αἰσθήματα πού θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος:
ἴσως ὑπεροψίαν καί μέθην· ὄχι ὅμως — μᾶλλον
σάν κατανόησι τῆς ματαιότητος τῶν μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται τό πρᾶγμα ὁ ποιητής.

Ἀλλά τόν διακόπτει ὁ ὑπηρέτης του πού μπαίνει
τρέχοντας, καί τήν βαρυσήμαντην εἴδησι ἀγγέλλει.
Ἄρχισε ὁ πόλεμος μέ τούς Ρωμαίους.
Τό πλεῖστον τοῦ στρατοῦ μας πέρασε τά σύνορα.
Ὁ ποιητής μένει ἐνεός. Τί συμφορά!
Ποῦ τώρα ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Εὐπάτωρ,
μ’ ἑλληνικά ποιήματα ν’ ἀσχοληθεῖ.
Μέσα σέ πόλεμο — φαντάσου, ἑλληνικά ποιήματα.

Ἀδημονεῖ ὁ Φερνάζης. Ἀτυχία!
Ἐκεῖ πού τό εἶχε θετικό μέ τόν «Δαρεῖο»
ν’ ἀναδειχθεῖ, καί τούς ἐπικριτάς του,
τούς φθονερούς, τελειωτικά ν’ ἀποστομώσει.
Τί ἀναβολή, τί ἀναβολή στά σχέδιά του.

Καί νά ‘ταν μόνο ἀναβολή, πάλι καλά.
Ἀλλά νά δοῦμε ἄν ἔχουμε κι ἀσφάλεια
στήν Ἀμισό. Δέν εἶναι πολιτεία ἐκτάκτως ὀχυρή.
Εἶναι φρικτότατοι ἐχθροί οἱ Ρωμαῖοι.
Μποροῦμε νά τά βγάλουμε μ’ αὐτούς,
οἱ Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Εἶναι νά μετρηθοῦμε τώρα μέ τές λεγεῶνες;
Θεοί μεγάλοι, τῆς Ἀσίας προστάται, βοηθῆστε μας. —

Ὅμως μές σ’ ὅλη του τήν ταραχή καί τό κακό,
ἐπίμονα κ’ ἡ ποιητική ἰδέα πάει κ’ ἔρχεται—
τό πιθανότερο εἶναι, βέβαια, ὑπεροψίαν καί μέθην·
ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος.

Κωνσταντίνος Καβάφης

20. Άτιτλο

Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν ταβρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα
Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί

Γιώργος Σεφέρης

Τι είναι η η ποίηση; 15 ποιητές και όχι μόνο μας απαντούν…

Τι είναι Ποίηση;

1. «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τί είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε.» Paul Valery

2. «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.» Ανδρέας Εμπειρίκος

3. «Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.» Μανώλης Αναγνωστάκης

4. «Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.» Κώστας Καρυωτάκης

5. «Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.» Πλάτων

6. «Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.» Ezra Pound

7. «Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση· δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.» Τ. S. Eliot

8. «Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου.» Wallace Stevens

9. «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις, αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένε.» Κική Δημουλά

10. «Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας.» Οδυσσέας Ελύτης

11. «Η ποίηση είναι μια λύτρωση ατομική – αν όχι ανάδειξη. Μπορείς μιαν άκρη μόνο της αλήθειας να σηκώσεις, να ρίξεις λίγο φως στην πλαστογραφημένη σου ζωή.»
Τίτος Πατρίκιος

12. «Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.»
Νικηφόρος Βρεττάκος

13. «Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε.»
Edgar Allan Poe

14. «Ποίηση είναι η θεοποίηση της πραγματικότητας.»
Edith Sitwell

15. «Ποίηση είναι ένας αντίλαλος που ζητάει από μια σκιά να χορέψουν.»
Carl Sandburg

«Οι ψευτομορφωμένοι», ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για την ημιμάθεια και την υποκρισία

Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει:

ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ό,τι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι` αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ` όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τούς κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΛΕΓΑΜΕ «ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων», νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.

ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ κατά βάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν τη χρησιμοποιεί σωστά.

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕ γλώσσα των κουλτουριάρηδων είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξειςκαι από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ` ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δεν βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;

ΡΩΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΑ ΤΙΣ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ` αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δεν λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ και γι` αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε. Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται.

ΒΕΒΑΙΑ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΩΤΑ στο μυαλό. Πάντως μ` αυτά και μ` αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πώς είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;

ΒΕΒΑΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξήλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλλας, που γράφουν ό,τι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΠΩΣ ΕΤΣΙ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΕΤΑΙ η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές της Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις; Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΥ οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους.Δεν θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ` όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ` όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.

ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΥΤΟ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΣ, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη» και τα συναφή. Μέσα σ` αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20 Μαρτίου 1931). Είναι Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομά του είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Το 2011 αρνήθηκε να παραλάβει το Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011. «Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Η απάντησή του έκανε μεγαλύτερο θόρυβο από το ίδιο το βραβείο σε μια κοινωνία που δεν ακούει πια τους ποιητές της…

Πηγή: Τι λες τώρα;

Ο έρωτας μέσα από τα μάτια του Γεώργιου Σεφέρη

Μέσα από τα γράμματα στη γυναίκα του ο Σεφέρης συντάσσει τα δικά του “μικρά ερωτικά δοκίμια” … Απολαύστε τα ✍️❤️

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»

«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις»

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….»

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.»

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ’ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….»

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;»

«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ»

«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

Πηγή: www.doctv.gr

“Ο ποιητής της ήττας”, Μανόλης Αναγνωστάκης

Σαν σήμερα γεννιέται ο «ποιητής της ήττας», ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ένας ποιητής που σε δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς δεν σώπασε, αλλά ενέπνευσε και στιγμάτισε μέσω της ποίησής του μια ολόκληρη εποχή. Όταν έκρινε απαραίτητο να υποχωρήσει το έκανε, όχι όμως από αδυναμία ή φόβο αλλά προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα σε νέες φωνές να εκφραστούν. Λόγω της αντιστασιακής του δράσης συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δε θανατώθηκε. Η ποίησή του ενείχε την ελπίδα, το φως, που στο τέλος θα έλαμπε και θα φώτιζε καθετί σκοτεινό και ανήλιο. Λανθασμένα θεωρήθηκε ότι εξέφρασε την απελπισία και την ήττα μέσω της ποίησής του. Εξέφρασε την αβεβαιότητα και την αποξένωση που γεννά ο πόλεμος για το αύριο. Άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου του 2005 ταλαιπωρημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιοαγγειακά προβλήματα, αλλά κατάφερε να μετατρέψει την ποίησή του σε εφαλτήριο για τις επόμενες γενιές.

Η ζωή του Μανόλη Αναγνωστάκη

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννιέται στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1925 (αν και ανεπιβεβαίωτες φήμες αναφέρουν ότι γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου). Οι γονείς του είχαν καταγωγή από το Ρέθυμνο (το πατρικό του σπίτι υπάρχει ακόμα στην Κρήτη) ενώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι ο παππούς του ποιητή διετέλεσε βουλευτής της κυβέρνησης Βενιζέλου.

Ο Αναγνωστάκης παρά την αδιαμφισβήτητη κλίση του στη λογοτεχνία και δη στην ποίηση, αρχικά σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κι έλαβε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Το 1955 μετέβη στη Βιέννη, προκειμένου να συμπληρώσει το γνωστικό πεδίο του γύρω από την ειδικότητά του κι έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως ακτινολόγος.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου συμμετείχε στην ΕΠΟΝ ως μέλος του φοιτητικού κινήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Λόγω της πολιτικής του δράσης συνελήφθη και καταδικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο αλλά η εκτέλεση της ποινής του δεν πραγματοποιήθηκε.

Στην πορεία των χρόνων κατάφερε να παρουσιάσει πλούσιο λογοτεχνικό έργο στρεφόμενος αποκλειστικά στην ποίηση ενώ συμμετείχε σε αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά είτε δημοσιεύοντας ποιήματά του είτε ως αρχισυντάκτης. Έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας και αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 23 Ιουνίου 2005 λόγω καρδιαγγειακών και αναπνευστικών προβλημάτων.

Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στα λογοτεχνικά δρώμενα το 1942 μέσω της συμμετοχής του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Δύο χρόνια αργότερα, στην καρδιά του πολέμου συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» από το πόστο του αρχισυντάκτη. Επρόκειτο για ένα περιοδικό το οποίο στόχευε να εμπνεύσει τους Έλληνες και να αναπτερώσει το ηθικό τους αίσθημα, ώστε να συμμετέχουν στον πόλεμο, κυρίως μέσω της λογοτεχνίας.

Το 1945 αποφασίζει να εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές» και μάλιστα με δικά του έξοδα. Για 35 (!) χρόνια ο ποιητής θα εκδίδει όλες τις ποιητικές συλλογές του ιδία δαπάνη.  Το 1979 όμως, είναι το έτος κατά το οποίο ο ποιητής θα εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή χωρίς να καταβάλλει δικά του χρήματα για την έκδοσή της.

Ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης προκειμένου τα ποιήματά του να λάβουν μεγαλύτερη προβολή, ώστε να νιώσουν οι Έλληνες την ελπίδα ότι τίποτα δεν χάθηκε, συνήθιζε να τα δημοσιεύει σε περιοδικά γράφοντας παράλληλα και αρκετά κριτικά σημειώματα. Συγκεκριμένα, δημοσίευσε ποιήματά του (λογοτεχνικά και πολιτικά) στην εφημερίδα «Αυγή», στα «Νέα Κείμενα», στη «Συνέχεια» (1973), ενώ ήταν μέλος στην εκδοτική ομάδα των «Δεκαοχτώ κειμένων» (1970). Την τριακονταετία 1941-1971 δημοσίευσε 88 ποιήματα και το 1979 εκδόθηκε συλλογικός τόμος με όλα του ποιήματα. Από το 1983 κι έπειτα, μετά το ιδιωτικό του σχόλιο «Υ.Γ.», αποφάσισε να σωπάσει. Τους λόγους εξήγησε αργότερα ο ίδιος:

«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», […]  «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Είχε ξεκαθαρίσει σε μια σπάνια συνέντευξή του ότι «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης έμμεσα είχε προαναγγείλει την σιωπή του μέσω του ποιήματος «Στόχος» (1970):

Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Σπάνια φωτογραφία με τον Μίκη Θεοδωράκη(αριστερά) και τον Μανόλη Αναγνωστάκη (δεξιά)

Ποιήματά μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από κορυφαίους συνθέτες όπως είναι οι: Θάνος Μικρούτσικος, Μίκης Θεοδωράκης, Μιχάλης Γρηγορίου, Γιάννης Μαρκόπουλος, και Δημήτρης Παπαδημητρίου. Μάλιστα, το πιο γνωστό ποίημα του Αναγνωστάκη «Μιλώ» μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Λόγω της εξαιρετικής του ποίησης τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης (1986), Το Μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας (2002) και αναγορεύθηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Αναγνωστάκης ανήκε λογοτεχνικά στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Χαρακτηρίστηκε ως «ποιητής της ήττας», καθώς τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι ποιητές συνάδελφοί του ένιωσαν ή και συνειδητοποίησαν ότι τα όνειρα και οι στόχοι της Αριστεράς διαψεύστηκαν με το χειρότερο τρόπο. Η ποίησή του στηρίχτηκε στην αξία της μνήμης, στις αναφορές για τα παιδικά του χρόνια, τη φιλία και την ταύτιση ποίησης-ζωής. Δεν υποχώρησε, παρά μόνο για να στραφεί στον εσωτερικό του κόσμο, προκειμένου να προστατέψει τα συναισθήματα και τις αξίες που στη σύγχρονη εποχή κινδυνεύουν να χαθούν. Δε σιώπησε, αλλά έδωσε την ευκαιρία να εκφραστούν νέες φωνές μέσω της ποίησης. Ο ίδιος δεν ήταν απαισιόδοξος ούτε κι απελπισμένος. Ούτε και η ποίησή του πρέπει να χαρακτηρίζεται απαισιόδοξη κι ας σπάει τα όρια της απελπισίας κι ας δημιουργεί την αίσθηση του μάταιου. Είναι λογικό να γράφει τέτοιους στίχους εν καιρώ πολέμου. Κατά βάθος η ποίησή του κρύβει την ελπίδα, το φως που θα λάμψει πάλι και θα γεμίσει με αισιοδοξία τον καθένα διαλύοντας καθετί σκοτεινό και ανοίκειο.

«Ο Αναγνωστάκης υπήρξε φίλος μου από το ‘50 μέχρι που πέθανε. Είχαμε συνδεθεί πριν το ‘50 και όταν φυλακίστηκε είχα τολμήσει να αλληλογραφώ μαζί του. Από τότε η αλληλογραφία μας συνεχίστηκε και όταν αποφυλακίστηκε και αργότερα όταν έβγαλα το περιοδικό «Διαγώνιος» δημοσίευσα μελέτη για το έργο του. Τότε πολλοί δεν τον ήξεραν ή δεν τον χώνευαν επειδή δεν ήταν ορθόδοξος κομμουνιστής. Καθιερώθηκε όμως στη γενική εκτίμηση ως ο μοναδικός αριστερός ποιητής ο οποίος δεν αναμασούσε τα άρθρα του «Ριζοσπάστη». Αξίζει όχι μόνο γιατί είχε μεγάλο ταλέντο αλλά και τα μάτια του ανοιχτά ώστε να μην αναμασά κομματικές ρετσέτες που είχαν υποδείξει οι κομματικοί του φίλοι», είπε για τον Αναγνωστάκη ο φίλος του και επίσης ποιητής, Ντίνος Χριστιανόπουλος.

«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις, εν ονόματι σκοπιμοτήτων δικών μας αυτή τη φορά. Αυτό μας ρίχνει σε έναν φαύλο κύκλο λειψής ενημέρωσης και κακής πληροφόρησης των νεώτερων γενιών».


Μανόλης Αναγνωστάκης.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82 , https://www.sansimera.gr/biographies/174 , https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%C2%AB%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AE%CF%84%CF%84%CE%B1%CF%82%C2%BB-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7 . https://filologika.gr/manolis-anagnostakis/

Αντρέ Μπρετόν, ο πατέρας του Υπερρεαλισμού

Λίγα λόγια για τον ίδιο:

Ο Αντρέ Μπρετόν γεννήθηκε σαν χθες το 1896. Ήταν γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Θεμελιωτής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού. Σπούδασε αρχικά ιατρική στο Παρίσι. Το 1924 δημοσίευσε το πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού. Το 1926, μαζί με αρκετούς ομοϊδεάτες του, προσχωρεί στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, αργότερα όμως διαγράφεται. Αντιπροσωπευτικά έργα της πολυτάραχης αυτής περιόδου είναι το πεζογράφημα Άσκοπα βήματα (1924), το δοκίμιο Ο υπερρεαλισμός και η ζωγραφική (1928), η Νατζά (1928): ιστορία της τυχαίας συνάντησης με μιαν αινιγματική γυναίκα η οποία τον γοητεύει. Σε συνεργασία με τον Σουπώ συνθέτει μια σειρά από κείμενα (πεζά, ποιήματα, αφορισμοί) χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αυτόματης γραφής, τα οποία αποτέλεσαν το βιβλίο Champs Magnetiques (Τα Μαγνητικά Πεδία). Το έργο αυτό, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα αυτού που αργότερα ονόμασε ο ίδιος “γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός” αναφερόμενος στο κίνημα του Υπερρεαλισμού και προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις του, ως ασκούμενος γιατρός, πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι των ψυχιατρικών κλινικών. Το 1931 παντρεύεται τη Ζακλίν Λαμπά που του εμπνέει το Τρελός έρως (1937). Ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική διαδίδοντας τον υπερρεαλισμό. Αν και ήρθε συχνά σε ρήξη με πολλούς παλαιούς ομοϊδεάτες του, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ακαταπόνητος και ασυμβίβαστος οραματιστής της ολικής απελευθερωτικής επανάστασης. Άλλα αντιπροσωπευτικά έργα του: Τα μαγνητικό πεδία (1920), Τα συγκοινωνούντα δοχεία (1932), Αρκάνα 17 (1945), Ποιήματα (1948).Έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966. Στον τάφο του, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή “Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου”.

Λίγα λόγια για την πρωτοπορία του:

Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Οργανώνει την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και τον Οκτώβριο του 1924 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του κινήματος, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών αρχών.

“ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα ουσιαστικό. Γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα λογικό έλεγχο, πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια.”
(Ορισμός του υπερρεαλισμού από το Πρώτο Μανιφέστο του Breton σε μετάφραση Ανδρέα Εμπειρίκος)

Το Δεκέμβριο του 1924 ο Μπρετόν ιδρύει άλλο ένα λογοτεχνικό περιοδικό της υπερρεαλιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο “La Revolution Surrealiste” (Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση).

Μέλημα και αποστολή “η εδραίωση της αλήθειας στον κόσμο”.

“Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός”, θα γράψει στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. “Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου. […] Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις”.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν:

Ο Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!

Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!

Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!

από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970

Εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Αισθανόμουνα όπως θα αισθάνετο ένας αρχαίος Ελλην, αν συναντούσε τον Απόλλωνα. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Επικοινωνούσα πέραν του ορίζοντος, με την καθολικότητα του σύμπαντος.
Επραγματοποιείτο ανυπαρξία των οριζόντων σαν φράγμα, που δημιουργεί η κυκλικότητα της Γης και, σα να μετείχαμε όλων αυτών, εις βάθος, ύψος και πλάτος. Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς, ο Τανγκύ, ο Περέ, ο Ελυάρ. Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην Πλας Μπλανς συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση, για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χαίγκελ, τον Μαρξ, τον Εγκελς, τον Φρόυντ”.

Λίγα δείγματα του έργου του:

Φασματικές στάσεις [Απόσπασμα]

Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.

Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα

Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει

μια γυναίκα τόσο ωραία

που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη

χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως

είναι τόσο ωραία

που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή

Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών

καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές

και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα

κατάματα

όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα

Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια

του αέρος

ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς

Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει

το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις

και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα

κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα

Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων

γραμμάτων

όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι

αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών

για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να

σμίξουν

Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα

των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω

από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης

μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον

εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα

του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από

θάμνους γιομάτους πέπλους

και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη

αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης

εκτάσεως

αυτού που δεν θα ξαναδώ πια

εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου

που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων


Εγώ είμαι ανοίξετε

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Πηγές : Νόστιμον ήμαρ, Βικιπαίδεια

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ (THE RAVEN) TOY EDGAR ALLAN POE

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
Κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
Μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
Σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
«Κανένας ξένος», σκέφτηκα “οπού χτυπά τη πόρτα,
                               Αυτό θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο.

Θυμάμαι, ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
Και κάθε λάμψη της φωτιάς σαν φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα· μάταια προσπαθούσα
Να δώσει με παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο,
Για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
Όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
                                              Για πάντα ούτε όνομα.

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
Με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
Και για να πάψει το άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
Σηκώθηκα φωνάζοντας: “Θα είναι κάποιος ξένος
Που ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου –
                           Αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι».

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
«Κύριε», είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρήστε,
Γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
Ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα» –
Κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα –
             Σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
Γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
Η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
Μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
Κι “Ελεονόρα!” μοναχά ακούγονταν η ηχώ
Από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
                                   Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
Άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
«Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
Ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο
Ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
           Θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο».

Άνοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
Με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα εμπήκε
Και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλει λίγο,
Επήγε και εκάθισε, στη πέτρινη Παλλάδα
Απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                                   Κουνήθηκε, εκάθισε, και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
Tη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει,
«Χωρίς λοφίο;», ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου
Δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό Κοράκι,
Που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!»
 Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια».

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
Ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα,
Αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
Καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
Γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
Ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
Απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                            «Ποτέ πια!».

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
Δεν είπε άλλη λέξη πια, σα να ‘ταν η ψυχή του
Από τις λέξεις: «Ποτέ πια», γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
Να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
«Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις».
Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια».

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ’πε
Πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
«Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει
Θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
Που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
Που θα ’λεγεν ολημερίς και του ’καμε να λέει
Λυπητερά το «Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα».

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
Κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
Και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
Τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
Το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
Σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                              «Ποτέ Πια!».

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
Χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
Που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με εκαίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
Του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
Στο μέρος που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας,
Εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
                                                                                     Πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
Από ένα θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
Και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
Ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
«Ναυαγισμένε», εφώναξα, «αναβολή σου στέλνει
Με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
Για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Ελεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
Εκείνην όπου χάθηκε”.  Και το Κοράκι είπε:
                                               «Ποτέ από δω και πια!».

Είπα: «Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
Είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε, εσύ,
Είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
Αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
Πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
Της λύπης κάνα βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!», μα κείνο απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

«Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
Που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
Εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
Πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
Εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»;
Και το κοράκι απάντησε:
                                                «Ποτέ από δω και πια!».

«Ας γίνει η μαύρη λέξη σου το σύνθημα να φύγεις»,
Εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει, μπροστά του.
«Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
Ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
Ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
Ενθύμιση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
Βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που έχεις μπήξει
Και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!»
Και το Κοράκι απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
Στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
Και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
Όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
Ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
Να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
Που φαίνεται στο πάτωμα.
                                                   Ποτέ από δω και πια!

Οι εικόνες προέρχονται από την έκδοση του ποιήματος το 1882, τη μοναδική που κυκλοφορούσε τότε στις ΗΠΑ, σε εικονογράφηση του Gustave Doré.

Ακούστε το ποίημα εδώ. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Κωστής Παλαμάς: 6 σπουδαίες ποιητικές συνθέσεις του που πάντα θα ξεχωρίζουν

Ο Κωστής Παλαμάς, «ο ποιητής που σκέπασε με τον ίσκιο του μισόν αιώνα της πνευματικής μας ιστορίας» (Θεοτοκάς, 1994) γεννιέται σαν σήμερα, 13 Ιανουαρίου του 1859, στην Πάτρα. Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ο Παλαμάς εξελίχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία στην πνευματική ζωή της Ελλάδας για 60 χρόνια. Το σπουδαίο έργο του, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές και προβάλλει την Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, διαβάζεται έως σήμερα και εμείς ξεχωρίσαμε έξι μόνο συνθέσεις του που αγαπήθηκαν και ξεχωρίζουν από τότε έως και τώρα.

1. “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897)

Αποτελούν μία μικρή συλλογή από 40 ποιήματα στιχουργικά ομοιόμορφα (τρία τετράστιχα με εναλλαγή ιαμβικών και αναπαιστικών στίχων, μία “ρωγμή” στην παράδοση του καθιερωμένου ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου στίχου). Είναι εκείνη η ποιητική δημιουργία, στην οποία εμφανίζεται – για πρώτη φορά – στην ελληνική ποίηση ο συμβολισμός και χαρακτηρίζεται από το μεγαλόπνοο ύφος του ποιητή και τη σύνθεση της αρχαίας με τη σύγχρονη παράδοση.

37


Η γη μας γη των άφθαρτων
αερικών και ειδώλων,
πασίχαρος και υπέρτατος
θεός μας είν’ ο Απόλλων.

Στα εντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ο Εσταυρωμένος
είν’ ολόμορφος Άδωνις
ροδοπεριχυμένος.


Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη·
ο Μέγας Παν δεν πέθανεν,
όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!

2.  “Ο Τάφος” (1898)

Μία ακόμη μικρή ποιητική σύνθεση, περιορισμένη σε ένα αποκλειστικό θέμα, το θρήνο για το θάνατο του μικρού γιου του ποιητή Άλκη σε ηλικία μόλις 4 ετών. Ο πόνος του Παλαμά “γέννησε” μια βαθύτατα λυρική συλλογή ποιημάτων.


Ἥσυχα καὶ σιγαλά,
διψώντας τὰ φιλιά μας,
ἀπὸ τ᾿ ἄγνωστο γλιστρᾶς
μέσα στὴν ἀγκαλιά μας.


Ὡς κ᾿ ἡ βαρυχειμωνιὰ
μ᾿ αἰφνήδια καλοσύνη
κ᾿ ἥσυχη καὶ σιγαλὴ
σὲ δέχτηκε κ᾿ ἐκείνη.


Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ 
σὲ χάιδευεν ὁ ἀέρας,
τῆς νυχτὸς ἠλιόφεγγο
κι ὀνείρεμα τῆς μέρας.


Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
μᾶς γέμιζες τὸ σπίτι,
γλύκα τοῦ κεχριμπαριοῦ
καὶ χάρη τοῦ μαγνήτη.


Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
ζοῦσε ἀπὸ σὲ τὸ σπίτι,
ὀμορφιὰ τ᾿ αὐγερινοῦ
καὶ φῶς τοῦ ἀποσπερίτη.


Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
φεγγάρια, ὢ στόμα, ὢ μάτι, 
μίαν αὐγούλα σβήσατε
στὸ φονικὸ κρεββάτι.


Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
καὶ μ᾿ ὅλα τὰ φιλιά μας,
γύρισες πρὸς τ᾿ ἄγνωστο
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀγκαλιά μας.


Ἥσυχα καὶ σιγαλά,
ὢ λόγε, ὢ στίχε, ὢ ρίμα,
σπείρετε τ᾿ ἀμάραντα 
στ᾿ ἀπίστευτο τὸ μνῆμα!

3. “Η Φοινικιά” (ποιητική συλλογή “Η Ασάλευτη ζωή”)

Από την σημαντικότατη ποιητική συλλογή του Παλαμά “Η Ασάλευτη ζωή” ξεχωρίσαμε το ποίημα Η “Φοινικιά” (“το σπουδαιότερο ποίημα του Παλαμά” σύμφωνα με το Νάσο Βαγενά). Πρόκειται για ένα μεγάλο ποίημα σε δεκατρισύλλαβες οχτάβες έξοχες στιχουργικά, ένα από τα λυρικότερα και αρτιότερα, μα και ένα από τα πιο δυσνόητα ποιήματα του. Γράφεται το 1900, μία χρονική στιγμή που αποτελεί καμπή για τον ποιητή, καθώς στο εξής θα οδηγηθεί σε μεγαλύτερες συνθέσεις, στα “μεγαλύτερα οράματα”, εγκαταλείποντας το λυρικό βάθος που προσέγγισε με τη “Φοινικιά” του.


Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;


Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.


Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;

4. “Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907)

Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα της ποίησης του Παλαμά. Είναι ένα συνθετικό ποίημα αποτελούμενο από δώδεκα “λόγους”. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά. Περνώντας μέσα από όλες τις φάσεις της άρνησης, ο ήρωας με το βιολί του συμφιλιώνεται στο τέλος με τη ζωή. Τα λόγια του Προφήτη στο όγδοο λόγο, τα ένιωσαν κάποιοι σύγχρονοι σαν πραγματικά προφητικά για το έθνος:

για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!


5. “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910)

Το δεύτερο μεγαλόπνοο έργο του, μία ποιητική επική σύνθεση από δώδεκα, επίσης, “λόγους” και αυτή σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Η ποιητική τέχνη του Παλαμά βρίσκεται εδώ στην πλήρη της ωριμότητα και δεν είναι τυχαίο που ο ίδιος ο ποιητής το θεωρούσε το σπουδαιότερό του έργο.

Τρίτος Λόγος (απόσπασμα)


[…]
Εσ’ είσαι που κορώνα σου φορείς το Βράχο; Εσ’ είσαι,
Βράχε, που το ναό κρατάς, κορώνα της κορώνας;
Ναέ, και ποιος να σ’ έχτισε, μες στους ωραίους ωραίο,
για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Εσένα;
Σ’ εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή, και Μούσα·
λόγος το μάρμαρο έγινε, κ’ η ιδέα τέχνη, και ήρθες
στη χώρα τη θαυματουργή που τα στοχάζεται όλα
με τη βοήθεια των Ωρών των καλομετρημένων,
ήρθες απάνου απ’ τους λαούς κι απάνου απ’ τις θρησκείες,
κυκλώπειε, λυγερόκορμε και σα ζωγραφισμένε.
Όμοια τα πολυτίμητα παντοτινά μαγνάδια,
ίδια στη στέγνια, στη νοτιά, στο φως και στο σκοτάδι,
που χέρι δεν ξεϋφαίνει τα, και χρόνια δεν τα φτείρουν, 
και μάτι δε μπορεί να βρη πώς απαρχής πλεχτήκαν,
κι ανήμπορ’ είναι η μαστοριά να τα ξαναρχινήση,
στοιχιά γιατί τ’ αργάστηκαν από δροσοσταλίδες
και νέραϊδοι με τους αφρούς και αγγέλισσες με αχτίδες.
Έτσι κ’ εσύ. Ούτε δύνοσουν αλλού, ναέ, να ζήσης,
παρά όπου πρωτοφύτρωσες. Ανθός, κ’ η Αθήνα γάστρα. 

6. Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων (1895)

Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο ποίημα αυτό, του οποίου η συγγραφή ανατέθηκε στον Παλαμά ένα χρόνο πριν την αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων. Ο Ύμνος μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο συνθέτη Σπυρίδωνα Σαμάρα, έγινε ο επίσημος ύμνος των Αγώνων και ακούγεται στην ελληνική γλώσσα σε κάθε Ολυμπιάδα έως και σήμερα.

Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατον, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψ’ εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού.

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών Αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ’ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός.

 

 

Γιατί αγαπάμε την ποίηση του Ν. Καββαδία (10+1 λόγοι)

Ίσως να μην το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά σίγουρα όλοι μας καμία στιγμή στη ζωή μας έχουμε ακούσει ή σιγοτραγουδήσει στίχους της ποίησης του Ν. Καββαδία, αφού μεγάλο μέρος του έργου του έχει μελοποιηθεί από πολλούς εξαιρετικούς Έλληνες συνθέτες. Αυτό που πρέπει να κάνουμε,όμως, είναι να φροντίσουμε να πέσει στα χέρια μας κάποια από τις συλλογές του και να βυθίστουμε στα ποίηματά του. Γιατί; Ορίστε 10+1 λόγοι από εμάς!

1. Γιατί η ποίηση του σε ταξιδεύει σε μέρη μακρινά.

2. Γιατί αποτυπώνει με τον πιο “αυτοβιογραφικό” τρόπο την καθημερινότητα των ναυτικών.

3. Γιατί είναι ο καλύτερος “εραστής” της θάλασσας.

4. Γιατί η ποίηση του αποπνέει σε κάθε στροφή και στίχο μια μουσικότητα που σε παρασέρνει.

5. Γιατί η γραφή του είναι απλή (πλην του ναυτικού λεξιλογίου), καθαρή και στρωτή.

6. Γιατί η ευαισθησία που περικλείει το έργο του είναι ανεπανάληπτη.

7. Γιατί εκτός από σπουδαίος ποιητής ήταν και σπουδαίος άνθρωπος (αν δεν μας πιστεύετε διαβάστε επόμενο μας άρθρο με όχι τόσο γνωστές πτυχές της ζωής του).

8. Γιατί υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20υ αιώνα.

9. Γιατί αγάπησε κάθε σπιθαμή της γης και του νερού όσο κανείς άλλος.

10. Γιατί τα ποιήματα του κατακλύζονται από αλληγορίες.

(10+1) Γιατί πρέπει, βρε αδελφέ, να μάθουμε εν τέλει ποια είναι η Φάτα Μοργκάνα και τι έκανε εκείνο το θρυλικό αφρικανικό μαχαίρι.

©Στο δρόμο της Ποίησης