Στη «Συνάντηση» (εκδόσεις Ίκαρος, 2007) ο ζωγράφος είναι ξεκάθαρος ως προς αυτή του την επιλογή του, να συμβιώνει με τους ποιητές αλλά και να προσπαθεί να εικονογραφήσει εκείνες τις λέξεις που φτερούγισαν μέσα του, του προκάλεσαν συναισθήματα, τον καθόρισαν και συνεχίζουν ακόμα να μένουν επιδραστικά στο είναι του μα και στο άπειρο της δημιουργίας του. «Η ροή της ποίησης και αυτή της ζωγραφικής είναι δυο ανυπότακτα ποτάμια που τρέχουν παράλληλα… Όταν η ζωγραφική συνομιλεί με την ποίηση, δεν υποτάσσεται σ’ αυτήν. Διατρέχει μαζί μ’ αυτήν σε διαφορετικές διαδρομές έναν κοινό εκφραστικό τόπο με κοινούς στόχους, έχοντας το βλέμμα στραμμένο η μια στην άλλη».
Η βαθύτερη σχέση του Γιάννη Ψυχοπαίδη με την ποίηση είναι μακρά, συστηματική, συνεχής και δοκιμασμένη μέσα στα χρόνια, και αποτελεί ένα βασικό τμήμα στο ευρύτερο πλαίσιο του δημιουργικού του έργου.
Η συλλογή του περιλαμβάνει έργα διαφορετικών τεχνικών, όπως χαρακτικά, ακουαρέλες και ελαιογραφίες, καθώς και μία σειρά με πορτρέτα των ποιητών.
Μια εικαστική συνομιλία με την Οδύσσεια του Ομήρου, τον Παρμενίδη, τον Ηρώνδα, τον Κάλβο, τον Μπάυρον, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Εμπειρίκο, τον Σαχτούρη, την Δημουλά, μέχρι και τον Κοντό, τον Φωστιέρη, τον Βλαβιανό, τον Κυπαρίσση, τον Μεταξά, τον Σιώτη.
«Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έχει ξεκινήσει και συνεχίζεται μέχρι σήμερα αυτός ο ζωντανός εικαστικός/ποιητικός διάλογος, ο οποίος φέρνει κοντά δυο αυτόνομες εκφραστικές γλώσσες που η καθεμιά ζητά να χαθεί μέσα στην άλλη, αλλά μαζί διαφυλάττει και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά καθεμιάς.
Η ζωγραφική αντλεί εδώ τους χυμούς της δικής της έμπνευσης από τους ρυθμούς, τις εντάσεις και τις σιωπές, το ξεχωριστό αίσθημα και την ψυχική ατμόσφαιρα του ποιητικού λόγου. Αναζητώντας τη βαθύτερη επικοινωνία με τον στίχο κάθε ποιητή, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης αφήνεται μέσα στο δικό του ποιητικό κλίμα, στη δική του εικόνα και βίωμα του κόσμου, ώστε ισότιμα η εικόνα του λόγου και ο λόγος της εικόνας να γεννήσουν μια νέα αλήθεια.
Έτσι αλλάζει κάθε φορά το ζωγραφικό λεξιλόγιο και σε κάθε νέα προσέγγιση της ζωγραφικής με την ποίηση χαράσσεται ένας νέος εικαστικός δρόμος, μια νέα μορφολογική εκδοχή, μια νέα συνάντηση των αισθημάτων και των ψυχικών κραδασμών, τόσο διαφορετικών αλλά και τόσο συγγενών στον πυρήνα των μορφών της έκφρασης, όπως είναι το σχέδιο, το χρώμα και ο λόγος.»
«Στη συγκεκριμένη σειρά έργων παρουσιάζεται η συνεχής σχέση του Ψυχοπαίδη με μια σειρά ποιητών που χαράσσουν τον δρόμο του στον κόσμο. Τα έργα του περνούν, από τα χειρόγραφα σε στίχους που δεν εικονογραφεί, αλλά αφήνει να διαγράφονται μέσα στα έργα του ως υπόνοιες, προτάσεις, πλάγιες απόψεις ή στιγμές που σε υποβάλουν χωρίς αποχρώντα λόγο, σχόλιο ή επεξήγηση. Αν δεν ξέραμε λόγω του τίτλου της έκθεσης και έργων, το θέμα, θα βλέπαμε τα έργα να ξεδιπλώνονται μπροστά μας μέσα από τις διαφορετικές χειρονομίες και μεταμορφώσεις της εικόνας και του χρώματος που πρώτα από όλα δημιουργούν την αίσθηση μιας απόστασης ή μιας απουσίας».
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Από το 1963 μέχρι το 1968 σπούδασε χαρακτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στη συνέχεια ζωγραφική, με υποτροφία του γερμανικού κράτους, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου (1970-1976).
Υπήρξε μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Α» τη δεκαετία του 1960 και μέλος της εικαστικής ομάδας του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης· ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές» (1971-1973)· ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (Αθήνα 1974-1976)· μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «10/9» του Μονάχου (1975)· προσκεκλημένος του Καλλιτεχνικού Προγράμματος του Δυτικού Βερολίνου DAAD (1977).
Από το 1977 μέχρι και το 1986 έζησε και εργάστηκε στο Βερολίνο. Από το 1986 μέχρι το 1992 έζησε και εργάστηκε στις Βρυξέλλες. Το 1994 εκλέχθηκε καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου δίδαξε έως το 2012. Το 2013 εκλέχθηκε ομότιμος καθηγητής.
Από το 1966 μέχρι σήμερα έχει κάνει πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης, έχει λάβει μέρος σε πολλές σημαντικές ομαδικές εκθέσεις σε γκαλερί, πινακοθήκες και μουσεία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, όπως Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ισπανία, Ιρλανδία, Αλβανία, Ιαπωνία, Βέλγιο, Αλγερία, Κύπρο, Σουηδία, Ισραήλ, Ιράν, Τουρκία, Αγγλία, Καναδά, Ρουμανία, Αίγυπτο, Πολωνία, Ολλανδία, Ιταλία, Αμερική και Κίνα.
Ο Ναζίμ Χικμέτ, ο γαλανομάτης λυρικός Τούρκος , όπως τον είχε αποκαλέσει ο Θάνος Μικρούτσικος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στην χώρα και την γενιά του. Έχει αποδοθεί στα Ελληνικά, ως επί το πλείστον από τον Γιάννη Ρίτσο και έχει μελοποιηθεί από τον Μάνο Λοϊζο, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους Έλληνες συνθέτες. Ωστόσο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις οι μελοποιήσεις του δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστές. Σε αυτό μας το άρθρο, επιχειρήσαμε να τις μοιραστούμε μαζί σας για να γνωρίσετε και μουσικά αυτόν τον πολύ αγαπημένο άνθρωπο, τον Ναζίμ Χικμέτ.
Η πιο όμορφη θάλασσα
Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος, 1983
Θα γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο απ’ όλα, δε στο `χω πει ακόμα.
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος
Μικρόκοσμος
Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος, Πρώτη Εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη, 1975
Και να τι θέλω τώρα να σας πω μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά κι η γη μας τόσο δα μικρή
Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος
Μονάκριβή μου
Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος,1983
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Δήμητρα Χριστοδούλου, Λένα Καλλέργη για Τρίτη 26/11!
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Τίτος Πατρίκιος και Μαρία Πατακιά για Τρίτη 12/11!
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Χάρης Βλαβιανός & Γιάννης Δούκας, για αύριο 5/11
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019 Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019 Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019 Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019 Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Σαν σήμερα, 21 Ιουλίου του 1928 νωρις το απόγευμα, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή του με μια σφαίρα στην καρδιά. Βρίσκεται στην Πρέβεζα, όπου έχει μετατεθεί στο Γραφείο Μετοικισμού και Αποκαταστάσεως προδφύγων, ύστερα από έντονη διαμάχη του ως συνδικαλιστή, με το Υπουργείο Πρόνοιας, η οποία οδήγησε σε συνεχόμενες αποσπάσεις του από την Αθήνα. Ο ποιητής αφήνει πίσω του μια επιστολή.
Αυτή δημοσιεύθηκε το 1938, λογοκριμένη στα σημεία που βρίσκονται σε αγκύλες, ώστε να μη δίνονται στοιχεία για τις καταστάσεις που δημιουργησαν στον ποιητή την τραγωδία του όπως ο ίδιος αναφέρει. Πλέον γνωρίζουμε ότι εκτός από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, τη σύφιλη, και τις ιδιαίτερα δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες που βίωνε για χρόνια, ο Καρυωτάκης γνώριζε ότι σύντομα θα συνετασσόταν ισχυρό κατηγορητήριο προς το πρόσωπό του από το υπουργείο Προνοίας.Τα παραπάνω θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ψυχολογική κατάρρευση του ποιητή.
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. [Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.] Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. [Ήμουν άρρωστος.]
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη καριωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επι δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Πάνε 5 χρόνια από τότε… Μέσα σε αυτά βλέπω τον εαυτό μου να μεγαλώνει, να ωριμάζει, να αλλάζει. Αυτό που δεν έχει αλλάξει ούτε λίγο είναι το σκίρτημα στην καρδιά μου κάθε φορά που τα χέρια μου αγγίζουν ένα βιβλίο, που τα μάτια ανοιγοκλείνουν εκστατικά πάνω από ένα ποίημα, που στα αυτιά μου ηχεί μετά μελοποιημένο. Που και που ψάχνω τους ανθρώπους και τους τόπους πίσω από τις λέξεις. Σπάνια τους βρίσκω, μάλλον θα έλεγα τους επινοώ. Σε αυτή τη διαδικασία αναζήτησης, αποδόμησης της ποιητικής και ταυτόχρονης ανοικοδόμησης μιας προσωπικής εικόνας του κόσμου δεν φεύγουν ποτέ τα λόγια που μοιράστηκε μαζί μου εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα, ο Τίτος Πατρίκιος: «Η ποίηση γράφεται από και για τους ανθρώπους, αλλά και από και για τον ποιητή».
Ας τα πάρουμε όμως όλα από την αρχή. Ακόμα στο σχολείο, είχα την τύχη χάρις σε έναν καθηγητή μου να επισκεφθώ τον Τίτο Πατρίκιο στο σπίτι του προκειμένου να τον γνωρίσω και να τον ρωτήσω τις απορίες μου για τη λογοτεχνική άβυσσο. Τις μέρες πριν βάλθηκα να διαβάζω με μανία τα ποίηματά του, που προηγουμένως απλά μπορεί να είχα ακούσει. Στην αρχή μου φαινόταν λίγο πιο ξένα από την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη που σαν αναγνώστρια ήμουν πιο εξοικειωμένη. Η μικρή τους έκταση, η περιεκτικότητά τους, τα γεγονότα που περιέγραφαν δε θύμιζαν σε τίποτα όλα όσα είχα μέχρι τότε μελετήσει. Η διαφορετικότητα αυτή, ωστόσο, τα έκανε ελκυστικά και όξυνε την περιέργειά μου να γνωρίσω τον δημιουργό τους. Είχα διαλέξει το αγαπημένο μου, είχα κρατήσει σημειώσεις, είχα διαβάσει και ξαναδιαβάσει στοιχεία για τη ζωή του, ήξερα τι ήθελα να μάθω από αυτόν. Ξεκίνησα λοιπόν με λουλούδια στο χέρι, φλόγα στην καρδιά και ανυπομονησία στο μυαλό.
Όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα του Τίτου Πατρικίου στο Παγκράτι, βρέθηκα σε ένα σπίτι που έμοιαζε όπως ακριβώς φαντάζεται κανείς το σπίτι ενός ποιητή. Γεμάτο βιβλία, από τα οποία δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου, με χειρόγραφα και αφιερώσεις του Ρίτσου και του Αναγνωστάκη και μια δόση παλιάς Αθήνας σε κάθε γωνία του. Ο κ. Πατρίκιος εκεί στην είσοδο μας χαιρέτησε χαμογελαστά και εγκάρδια. Δεν αργήσαμε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση, αν και διστακτικά μιλούσαμε, γιατί εκείνη την μέρα θέλαμε μονάχα να ακούμε. Σαν σφουγγάρια έτοιμα να απορροφήσουν την γνώση, τη σοφία μιας αυθεντίας, έτσι τουλάχιστον θαρρώ πως τον έβλεπα. Όμως αυτός που στεκόταν μπροστά μου ήταν ένας άνθρωπος ταπεινός, με επίγνωση των πραγμάτων και εμπειρία ζωής. Οι ρυτίδες του προσώπου του, βέβαια , ερχόταν σε αντίθεση με την οξυδέρκεια του μυαλού που μαρτυρούσε έναν σκεπτόμενο ενήλικα και το ζεστό και ευγενικό χαμόγελο που έμοιαζε με εκείνο ενός παιδιού.
Η αλήθεια είναι πως δε θυμάμαι πολλά από εκείνη τη συζήτηση. Υποπτεύομαι θα είναι όλα καταγεγραμμένα στο μικρό, λευκό σημειωματάριο που κουβαλούσα μαζί μου. Θυμάμαι, όμως το πιο σημαντικό.. Θυμάμαι πως ένιωσα κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής αυτής ιδεών και απόψεων, αλλά και μετά. Θυμάμαι πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατέληξα πόσο αναγκαία είναι η ποίηση στη ζωής μας, σε χαλεπούς και μη καιρούς. Θυμάμαι πως συνειδητοποίησα πως κάποιες φορές πιο αξιοθαύμαστο από το έργο είναι το πρόσωπου που κρύβεται πίσω από αυτό. Θυμάμαι πόσο ανοικτά, διαλλακτικά μιλούσε. Η ποίηση δεν είναι μονάχα προνόμιο μερικών, ούτε ως προς την γραφή, ούτε προς την ανάγνωσή της. Εκεί κατέληξα. Θυμάμαι πως σκέφτηκα πως δεν ήταν αδύνατο να υπηρετήσω και εγώ, στο μέτρο που θα μπορέσω. Για λίγο ένιωσα μικρή, μπροστά σε έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη. Δεν άργησε η ιδέα αυτή να με εγκαταλείψει και να αντικατασταθεί από έναν πιο βαθύ και ουσιαστικό σεβασμό και θαυμασμό .
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, το κορίτσι που έβγαινε από την ίδια πόρτα από την οποία εισήλθε πριν λίγες ώρες, ήταν πολύ πιο συνειδητοποιημένο για τις επιθυμίες, τους στόχους της και τη σχέση της με την ποιητική τέχνη. Αυτή η διαφορά που παρατήρησα και εγώ με σημάδευσε. Και καρφώθηκε στο μυαλό μου: « Η λογοτεχνία είναι ισχυρότερη από τις αποτυχίες της». Θα προσπαθώ και ας αποτυγχάνω, τουλάχιστον θα το κάνω στο βωμό της.
Κάθε φορά που διαβάζω το βιβλίο με την αφιέρωσή του, κάποιο ποίημα, ή ακούω κάποιο από αυτά μελοποιημένα, ταξιδεύω σε αυτή τη συνάντηση, τη συνειδητοποίηση, την αλλαγή και δε νιώθω τίποτα άλλο παρά ευγνωμοσύνη.
Μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη, προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου.
Απομαγνητοφώνηση:
ΘΕΜΑ : Η Ελένη ως νοητική εποπτεία από τον Όμηρο έως τον Ελύτη
…….Ο γερο-Πρίαμος, ο πιό φρόνιμος, ανάμεσα στους Τρώες, ο εκατοχρονίτης, εκείνος ο βασιλιάς Πρίαμος, από την πλευρά των Τρώων ο Πρίαμος, από την πλευρά των Ελλήνων, σαν φρόνιμος άνθρωπος, ο γερο-Νέστορας, όπως ξέρετε.Λοιπόν, εκεί είναι κάποιοι που γνωρίζουνε και λέει, αυτός εκεί μακρυά που βλέπεις είναι ο Αγαμέμνονας, αυτός είναι ο Μενέλαος, αυτός είναι ο Αίαντας, με το επταβόηον κέρας, την ασπίδα με τα εφτά δέρματα βοδιού…Τούτος είναι.. γι’αυτό λέγεται τοιχοσκοπία ονομάστηκε η ραψωδία από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους.
Εκείνη τη στιγμή, έρχεται και ανεβαίνει επάνω στις επάλξεις, στο τείχος, η Ελένη. Συνοδεύεται από δύο κυρίες των τιμών, θα λέγαμε, που κρατάνε το λευκό της πέπλο που φοράει κι ανεβαίνει, προφανώς, θέλοντας να μεταφέρει κάποιο μήνυμα στον πεθερό της, γιατί ήταν νόμιμη και ευλογητή γυναίκα του Πάρη, του Αλέξανδρου-Πάρη, στο πεθερό της να μεταφέρει ένα μήνυμα, δηλαδή κάποια ικετήρια παράκληση, έ… να γίνουν σπονδές και θυσίες στο ναό της θεάς Αθηνάς, για να εξευμενιστεί η θεά διότι έχει στραφεί με ιδιαίτερη οργή εναντίον των Τρώων, εκείνη τη στιγμή, και τα λοιπά.
Εκείνη τη στιγμή λοιπόν πλησιάζει η Ελένη κοντά στους γέροντες που κάθονται εκεί και συζητούν και βλέπουν. Όταν λοιπόν έρχεται κοντά και τη γνωρίζουν και βλέπουν ότι αυτή είναι η Ελένη, εκεί ο Όμηρος βάζει στο στόμα του Πριάμου, τους ακόλουθους στίχους: Θα σας τους πω στο άγιο πρωτότυπο και θα σας τους μεταφράσω :
Σημαίνουν αυτοί οι στίχοι: Χαλάλι, τόσοι παιδομοί για μιά τέτοια γυναίκα, στους Τρώες και στους Αχαιούς με τις καλές κνημίδες. Με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη.
Αυτή είναι όλη, η μόνη και η όλη περιγραφή που γίνεται της Ελένης από τον Όμηρο. Τα σημεία στα οποία σταματάμε εδώ, είναι πρώτον: αυτή η λέξη, η φοβερή λέξη, φρικτά, μοιάζει στην όψη, θα το πούμε, – πού είναι η κιμωλία μου; – αινώς, λέει ο Όμηρος, έτσι, αυτό θα πει φρικτά, αινώς, φρικτά μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές.
Η λέξη αυτή, αμέσως μας δίνει την εικόνα του ωραίου. Η ομορφιά σκοτώνει, αγαπητοί μου φίλοι. Η ομορφιά σκοτώνει. Το κάλλος, η ομορφιά, είναι η αρχή του τρομερού, θα μας πει ένας νέος, Ευρωπαίος ωραίος λυρικός, ο Ρίλκε, στις Ελεγείες του Ντουίνο, γιατί η ομορφιά είναι η αρχή του τρομερού που μόλις την αντέχουμε και γαλήνια περιφρονεί και να μας καταστρέψει ακόμη. Η ομορφιά σκοτώνει.
Και από δω κάνοντας μιά προέκταση με μία μεγάλη… έτσι να πούμε ένα άλμα, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί όλοι οι μεγάλοι έρωτες μέσα στην ιστορία ή όπως τους έζησαν οι ποιητές, έχουνε την καταστροφή. Θυμάστε, λέγαμε κάποια μέρα σε άλλες συναρτήσεις ότι δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, που να μην έχει μέσα του την καταστροφή. Εκείνο είναι που τον δικαιώνει και τον οδηγεί σε ακραία ακμή, που τον κάνει αρχέτυπο.
Λοιπόν, η ομορφιά σκοτώνει. Αυτό το μεγάλαιο κεφάλαιο, ν’ αρχίσουμε να πούμε γιατί σκοτώνει και τί είναι η ομορφιά, να δώσουμε δηλαδή την κατηγορία του ωραίου, όπως λέμε στην αισθητική, σ’ αυτό τον κλάδο της φιλοσοφίας.
Ομορφιάς έχουμε δύο είδη: έχουμε το ωραίο, το pulchrum, λατινικός όρος, ωραίο, κανονικές μορφές, έ; – αναλογίες, τομές, το όρισε ο Fechner, πρέπει να υπάρχουν ωρισμένες αναλογίες στη μορφή, στην όψη. Αυτό που λέμε ένα ωραίο τριαντάφυλλο, μία ωραία μορφή, μία ωραία γυναίκα, ένα ωραίο πρόσωπο, ένας ωραίος άντρας, μιά ωραία δύση του ηλίου, μιά ωραία ανατολή, έ; – ένα ωραίο…. η θάλασσα, απλές μορφές, αυτή είναι η κατηγορία του ωραίου.
Αλλά υπάρχει και το υπέροχο, σαν κατηγορία ομορφιάς, μας λέει ο Καντ, στην Κριτική του καθαρού λόγου, Kritik der Urtheilskraft στην αισθητική του δηλαδή, το υπέροχο είναι εκείνο που είναι μιά ανώτερη μορφή, από αυτό το αυτό….. και να πει το pulchrum, το ωραίο που έχει μέσα της τον κίνδυνο. Δηλαδή, ένας κεραυνός, όταν σκάζει δίπλα μας και καταλάβει ο τόπος και μας πιάνει αυτή η φρίκη στον ήχο του, έ; – Τι ομορφιά που έχει! Αλλά σκοτώνει. Μιά τρικυμία, μιά άγρια τρικυμία! Έχει ομορφιά μέσα της. Με κίνδυνο. Ένας σεισμός! Αυτό είναι το υπέροχο! Das Erhabene.
Όταν λέει λοιπόν, φρικτά μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές, θέλει να βάλει κι’αυτή την κατηγορία του υπέροχου. Εντάξει. Όλα αυτά τα πράγματα δεν δικαιολογούν το γεγονός ότι η Ελένη είναι η πιό όμορφη γυναίκα και θα είναι και στο μέλλον.
Κάποια άλλα στοιχεία που πρέπει εδώ να προσέξουμε, θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τί σημαίνει αυτή η κρίση του Πριάμου, αυτή η περιγραφή δηλαδή.
Το πρώτο είναι ότι … ποιός μιλάει για ποιόν; Μιλάει ένας γέροντας εκατό χρονών, γεμάτος φρόνηση, γεμάτος ανθρώπινη σοφία, γεμάτος ανθρώπινη πείρα, έ; – Δε μιλάει ένα τζόβενο, ένας έφηβος που είδε μιά ωραία γυναίκα και ξαφνικά κόπηκε στα δύο, έρωτας κεραυνός και δεν ξέρει τί λέει. Μιλάει ένας φρόνιμος άνθρωπος. Έτσι. Να πάθουμε όσα πάθαμε, έ; – δέκα χρόνια τώρα, σφαγή, λοιμός, πείνα, καταστροφή, αγωνία, να πάθουμε όσα πάθαμε, κι’άλλα γι’αυτή τη γυναίκα. Ένας φρόνιμος το λέει.
Και δεύτερον: ποιός είναι αυτός ο φρόνιμος; Είναι εκείνος που θάχε κάθε λόγο να μιλήσει με σκυλίσιο τρόπο, να βρίσει δηλαδή, και να ελεεινολογήσει και να ατιμάσει την Ελένη. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η αιτία της συμφοράς του λαού του. Απλά και μόνο να θυμήσουμε το γεγονός ότι ως τη στιγμή εκείνη, στο δέκατο χρόνο του πολέμου που γίνονται αυτά, ως τη στιγμή εκείνη, ο Αχιλλέας του είχε σκοτώσει είκοσι παιδιά, του Πριάμου. Είκοσι παιδιά. Επομένως, τι γνώμη εξ’αντικειμένου, θα λέγαμε, έπρεπε νάχει γι’αυτή τη γυναίκα, που είναι η πέτρα του σκανδάλου, που λέμε. Και όμως. Έ; Έμμεσα πιά συνάγεται το τί γυναίκα πρέπει να ήτανε, για να μιλάει αυτός ο φρόνιμος και ο πολύπαθος, έτσι, για την Ελένη. Αλλά, παρά ταύτα, δε φτάνουμε στο σημείο να πούμε ότι είναι η γυναίκα που προεξόφλησε την ομορφιά του αιώνια θηλυκού, όπως μας λέει ο Γκαίτε, και στο μέλλον. Μία γυναίκα μπορεί να γεννηθεί πιό ωραία.
Εδώ, για να κατανοήσουμε αυτό το σημείο, θα πρέπει πάλι να σκεφτούμε κάτι άλλο. Τί; Πως ήτανε αυτή η Ελένη; Για να πούμε ότι είναι η γυναίκα, η αξεπέραστη ομορφιά. Ήταν ψιλή, ήταν λιγνή, ηταν καμαροφρύδα; έ; Είχε ψιλό λαιμό, είχε ωραίες κνήμες, τί μέση; Τα στήθη της; Ήταν πλούσιο το στήθος της; “Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά”, θα πει ο Σεφέρης στη δική του Ελένη. Ρούσα ήταν; Τα κινήματά της, τα μάτια της, πως ήταν γαλανά, μαύρα; Για κοιτάξτε. Κανένα απ’αυτά τα στοιχεία. Δεν μας δίνει κανένα συγκεκριμένο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό. Τι σημαίνει αυτό; Εδώ είναι η επίνοια και η εφεύρεση του Ομήρου. Την άφησε την Ελένη να την πλάσει ο καθένας μας όπως θέλει, κι όσο μπορεί κι όπου μπορεί και φτάνει με τη φαντασία του. Διότι αν μούλεγε ότι είχε μεγάλα στήθη, θάλεγα, ξέρεις εμένα μου αρέσουν οι μικροβύζες. Αν μούλεγε ότι είναι ξανθιά, η Μέριλιν Μονρόε, να πούμε, θάλεγα, ξέρεις, εμένα μ’αρέσει η Ρόμυ Σνάϊντερ, πούναι καστανή. Αν μούλεγε τούτο, εκείνο, περιόριζε δηλαδή την ομορφιά, καταλάβατε; Την περιόριζε, την έκανε πεπερασμένη, που σημαίνει ότι της αφαιρούσε το στοιχείο του απείρου. Ενώ τώρα, έτσι όπως την έδωσε, η Ελένη είναι το σύμβολο που έχουμε, η ιδέα που έχουμε, η αισθητική καλλιέργεια, σε τελική ανάλυση, που έχει ο καθένας μας, που τον οδηγεί πού; Για την ομορφιά.
Για να το πούμε πολύ απλά, θα σας θυμίσω ένα στίχο, έναν ωραίο στίχο του Ναζίμ Χικμέτ, του ωραίου αυτού τούρκου …………….. πάνω από σωβινιστικές μερικότητες, που λέει σ’ένα τραγούδι του, οι πιό ωραίοι έρωτες, είναι εκείνοι που δε ζήσαμε. Αυτό το πράγμα κάνει ο Όμηρος εδώ. Είναι εκείνο που, δεν μιλάμε για κορυφές πιά, είναι μία ακραία μορφή ομορφιάς. Μιλάμε γιά ύψος. Και στο ύψος δε βρίσκουμε άκρη. Ανοιγόμαστε σε μιά άπειρη διάσταση. Είναι δηλαδή μια εφεύρεση, ένα τρικ, αν θέλετε, που επινόησε ο Όμηρος, αν και είναι συνηθισμένο και γιά άλλες μορφές αυτό, αλλά χαρακτηριστικά με την Ελένη,που προεξοφλεί ότι και στο μέλλον δε θα γεννηθεί γυναίκα καλύτερη από την Ελένη. Ωραιότερη, η Belle Ellene.
Πάει καλά λοιπόν ως εδώ. Ερχόμαστε στο δεύτερο τώρα σημείο. Γιατί αυτή την υπέροχη γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, οι Έλληνες τη θελήσανε μοιχαλίδα και άπιστη; Ρε αδερφέ, ήταν ανάγκη μ’αυτή τη ρετσινιά τη φοβερή; Εδώ, αγαπητή φίλοι, έχουμε ένα από τα πιό σημαντικά σημεία της ελληνικής φιλοσοφίας, της ελληνικής κοσμοθεωρίας και της ελληνικής ηθικής. Είναι μεγάλο το κεφάλαιο αυτό. Γιατί τη θελήσανε πόρνη αυτή τη γυναίκα και άπιστη. Ξελογιάστηκε με τον ωραίο αυτό Πάρη, κάτω εκεί, στους πορτοκαλεώνες της Λακεδαίμονας και στους καλαμιώνες του Ευρώτα και σηκώθηκε και έφυγε. Μα μιά γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, επιτρέπεται να τη θέλουμε άπιστη και μοιχαλίδα;
Το κεφάλαιο είναι πολύ μεγάλο, θάπρεπε να γίνει ειδική ανάλυση επάνω σ’αυτό, γιατί κατεβάζει ολόκληρη την ψυχολογία κι ολόκληρη τη φιλοσοφική ανθρωπολογία κάτω, και θέτει μπροστά στα πόδια μας..Θα σας το πω πολύ συνεπτυγμένα όμως. Πολύ συνοπτικά. Και είναι και η ουσία, το κεντρικό σημείο της ελληνικής ηθικής. Δεν είναι αυτό που λένε, που ακούμε στην τρέχουσα να λένε, ότι μία ωραία γυναίκα δεν ανήκει, δεν μπορεί να ανήκει ποτέ σε ένα μόνο άντρα. Έτσι λέει ο κόσμος, η αρβύλα και τα λοιπά. Μιά ωραία γυναίκα δεν μπορεί να ανήκει σε έναν άντρα. Το πιό ισχυρό αρσενικό, είναι προορισμένο από τη φύση να την κατακτά. Και κατά τούτο είναι δραματική αυτή η γυναίκα. Δε λέω τραγική φύση, αλλά είναι δραματική. Το πιό; Αν κάτι ασυνείδητα από τη φύση της τη φέρνει, να θέλει, ίσως πληρώνει τα λύτρα της στην ευδοκία, στην εύνοια που της έδωσε η φύση να την κάνει τόσο όμορφη. Πληρώνει τα λύ… Είναι προορισμένη δηλαδή να κατακτιέται από το πιό ισχυρό, όταν λέμε πιό ισχυρό εννοούμε πιό ωραίο, αλλά ωραίο, έχουμε πει κι άλλη φορά, είναι βασικά κατηγορία δύναμης και νόησης η ομορφιά, έ; Μην τα λέμε αυτά, τα έχουμε ξαναπεί. Να κατακτιέται από το πιό ισχυρό αρσενικό γι’αυτό δε μπορεί να ανήκει σε έναν άντρα, που σημαίνει κάπου, μοιχαλίς ή άπιστη. Αυτή η ερμηνεία, είναι μιά ερμηνεία που μπορεί να φτάσει μέχρι σ’ένα σημείο, αλλά δεν είναι εκείνο το βαθύτερο που εκφράζει τους Έλληνες. Το βαθύτερο που εκφράζει τους Έλληνες…και γι’αυτό θέλησαν να πλάσουν έτσι την Ελένη, δηλαδή μοιχαλίδα, είναι το γεγονός ότι την ανθρώπινη φύση μέσα στον ορίζοντα της ηθικής, έτσι; μέσα στην κατηγορία της ηθικής, την είδανε οι Έλληνες σαν μία φυσική απορροή, μέσα από τη φυσική πραγματικότητα.Εάν φύγουμε από την ηθική και πάμε στη φύση, εκεί δεν υπάρχει πίστη και απιστία ανάμεσα στα φύλλα, στο αρσενικό και στο θηλυκό. Δεν υπάρχει πίστη. Είναι άλλοι οι νόμοι που λειτουργούν. Και βέβαια το σωστό, το ακέραιο, το αληθινό, δεν είναι η παράσταση που σχηματίζουμε από την οποιαδήποτε ηθική μιάς εποχής ή ενός πολιτισμού και τα λοιπά, αλλά είναι η παράσταση που σχηματίζουμε από τη φυσική οδηγία. Και η φυσική οδηγία, εν προκειμένω, όταν θέλουμε να φτάσουμε πιά σ’αυτά τα βάθη, σ’αυτούς τους μυχούς, σ’αυτό το βαθύτερο κοίτασμα της φυσικής πραγματικότητας, των φυσικών νόμων, μας λέει ότι είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού, να μην ανήκει αυτή η έννοια της κατοχής και της κτήσης που έχουμε, σε παντρεύτηκα, με παντρεύτηκες, είσαι κτήμα μου, είμαι κτήμα σου.. Η ιδιοκτησία είναι κλοπή, είπε ο Pouldot, από τους τοπικούς σοσιαλιστές, τον περασμένο αιώνα. Λοιπόν. Κι’αυτό είναι που σκοτώνει τον έρωτα, γιατί τον περιορίζουμε, τον εγκλωβίζουμε και τα λοιπά.
Εν πάσει περιπτώσει, αυτές οι απόψεις πάνε κάπως κόντρα, έ; – Εναντιώνονται στις τρέχουσες ηθικές αντιλήψεις και μάλιστα σε μία αστική, μικροαστική ή μεσοαστική αντίληψη.Θα ιδούμε, από την άλλη πλευρά, για να κατανοήσουμε αυτό το πράγμα, ότι και μέσα στην ιστορία, ποτέ δεν εφαρμόστηκε ο νόμος της μονογαμίας, γι’αυτό σας έλεγα κάποτε, το ου μοιχεύσεις, η όγδοη εντολή του Μωσαϊκού Νόμου, είναι, ό,τι το πιό απάνθρωπο, επινόησε, καθιέρωσε και επέβαλλε η Ιστορία, στην Ηθική. Είναι μιά δαμόκλειος… είναι μιά σπάθα, που κατεβαίνει και κόβει κεφαλές. Γι’αυτό το μόνο νόημα που έχει αυτή η εντολή, έχουμε ξαναπεί, είναι σταθερά, μέσα στην Ιστορία, να παραβαίνεται. Γιατί παραγνωρίζει την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που θα λέγαμε, στην έσχατη και πιό επιεική περίπτωση, για το γεγονός ότι θέλησαν οι Έλληνες την Ελένη μοιχαλίδα, είναι ότι είδανε αυτό το βάθος της ανθρώπινης φύσης που δε σημαίνει ότι εισάγει την ερωτική αναρχία ή την ηθική αναρχία.
Το πρόβλημα αυτό, μας δόθηκε η ευκαιρία, νομίζω, και το θίξαμε προχθές, που μιλήσαμε για Πλατωνικό Έρωτα, θυμάστε; Το πρόβλημα είναι, νάσαι πάντα ηθικά εγρήγορος και να αγωνίζεσαι. Κι αν πέσεις, να μπορέσεις να ξανασηκωθείς. Εκεί είναι η ομορφιά και η δραματικότητα, αν θέλετε, και το μεγαλείο, ο πόνος και η οδύνη, που έχει η ηθική, σα ζωντανή ηθική, που λειτουργεί με αίμα και με οστά και όχι με σχηματοποιημένες λύσεις και συνταγές και εντολές και σχήματα, να δίνουμε αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος – εδώ θα συμφωνήσετε μαζί μου – εγώ επιχειρώ… δεν οικειοποιούμαι αυτές τις θέσεις, μην τα αποδίδετε σ’εμένα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τον Όμηρο, έτσι; Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι από την άποψη της ιστορικής εξέλιξης και της ιστορικής πείρας, το δίκιο είναι με τους Έλληνες και όχι με τους Εβραίους, με το ου μοιχεύσεις, δηλαδή. Η απιστία είναι μέσα στους κανόνες και πάντα … Απόδειξη το γεγονός, που έχουμε πει πολλές φορές, ότι σήμερα στους τρεις ο ένας χωρίζει. Τι θα πει χωρίζει; Έχει προηγηθεί απιστία. Έχει προηγηθεί μοιχεία ας το πούμε. Έχει προηγηθεί, το γνήσιο αυτό φυσικό κοίτασμα της Ελένης, όπως τη θελήσανε οι Έλληνες. Αλλά. Για νάχουμε και ολοκληρωμένη την εικόνα, πρέπει να πούμε και κάτι άλλο. Εάν ο Όμηρος μας έδωσε την Ελένη μοιχαλίδα, μ’αυτό το στίγμα, μ’αυτή τη ρετσινιά, και στεκόμαστε κριτικά και με επιφυλάξεις απέναντί του, μιά περιορισμένη ηθική αντίληψη, εν πάσει περιπτώσει, αν δώσουμε τα νόμιμα του δικαίου, του δικαιώματος αυτής της αντίληψης, μη ξεχνάμε από την άλλη μεριά ότι ο Όμηρος μας έδωσε και το αντίθετο, τον άλλο πόλο. Η Ελένη άπιστη, αλλά μας έδωσε και την Πηνελόπη, την πιστή. Την Πηνελόπη την πιστή. Και δεν έχουμε σταθεί στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τί σημαίνει Πηνελόπη πιστή, στην Οδύσσεια. Κοιτάξτε να δείτε. Απλοποιούμε, αγαπητοί μου φίλοι. Για φανταστείτε μιά ωραία γυναίκα, στα είκοσι, εικοσιπέντε της χρόνια, που φεύγει, που έχει πλήρη ερωτική εμπειρία και ερωτική λειτουργία. Όμορφη, θηλυκό, βρυαρό, πλούσιο, τρυφερό, γεμάτο, που θέλει και διψάει το αρσενικό, να το’χει και να το χαίρεται, κάθε μέρα. Φανταστείτε ξαφνικά να μένει μόνη της, μέσα στα δώματα, και να περιμένει είκοσι χρόνια να γυρίσει ο άντρας της. Φέρτε στο μυαλό σας, κάντε μία ψυχική μετάθεση, και φέρτε το σε μία σύγχρονη γυναίκα. Μία, από σας, που είσαστε όλες ζωντανές. Λοιπόν. Τι σημαίνει είκοσι χρόνια να καίγεται και να σταυρώνεται και να πεθαίνει το θάνατο μέσα σ’αυτή τη στέρηση, τη θεία στέρηση, την πενία, που λέει ο Πλάτων. Και να μπορέσει να αντέξει αυτό το πράγμα. Ποιά θα το άντεχε; Κάποιες θα το αντέχανε, αλλά ποιές; Με την έννοια αυτή, η Πηνελόπη είναι μία νοητική εποπτεία, όπως λέμε, ένας τύπος που έχει πλάσει η παγκόσμια λογοτεχνία, άκρως δραματική. Εγώ δε λέω, καθόλου λιγότερο δραματική από τον Οδυσσέα, που πλέει στις θάλασσες και ταξιδεύει, αυτός γνώρισε και τον έρωτα σε όλα του τα μεγαλεία, έ; ………… ofurk (?) στον έρωτα.
Λοιπόν. Αυτή την εποπτεία όμως τη νοητική, σαν αντίθετο πόλο, μας την έδωσε ο Όμηρος. Ένας αντίλογος δηλαδή και μία απάντηση ότι αυτή είναι η Ελένη αλλά αυτή είναι και η Πηνελόπη. Πάει λοιπόν αυτό. Δε θα επιμείνω άλλο στην εικόνα που μας παρουσιάζει ο Όμηρος για την Ελένη, για να πάμε τώρα σε άλλα πράγματα, να ιδούμε πως επεξεργαστήκανε αυτή την υπέροχη μορφή, άλλες σπουδαίες στιγμές της κλασσικής, ελληνικής πρώτα, Τέχνης και ναρθούμε λίγο και στη νεώτερη.
Ο δεύτερος, αγαπητοί μου φίλοι, που δούλεψε αυτό το μοτίβο, αυτό το θέμα, το θέμα Ελένη, μετά τον Όμηρο, είναι ο Στησίχορος. Ο Στησίχορος είναι ένας λυρικός ποιητής, της χορικής ποίησης μάλιστα, δωρικής καταγωγής, δωριαίας, κάτω από τα δωρικά φύλλα της Πελοποννήσου, ο οποίος λέγεται και Στησίχορος διότι, κατά μία εκδοχή, έστησε χορόν, καθώς άρχιζε ο χορός, η λυρική έγινε μελική, και η μελική, έγινε χορική ποίηση. Λυρική με λύρα, μέλος τραγουδούσανε κιόλας, χορική χορεύανε. Εκεί λοιπόν, είχανε κάποιες κινήσεις που κάνανε και σε μιά στιγμή κάνανε τέσσερα-πέντε βήματα και στεκόντουσαν, ας πούμε. Έστησε χορόν. Και μετά, αυτό που λέμε στροφή-αντιστροφή, μετά στην Τραγωδία και λοιπά. Λοιπόν. Ο Στησίχορος, αναφέρεται μία υπέροχη ιστορία από τους Έλληνες για το Στησίχορο. Σκέφτηκε μιά μέρα την Ελένη σα μοιχαλίδα και τον έπιασε οργή. Και πιάνει και γράφει ένα pamflet, ένα λίβελλο. Πιάνει μιά ωδή και της ψέλνει τα εξ’αμάξης, που λέμε. Άτιμη, πόρνη, ελεεινή, φόνισσα, τούτα κείνα, με αφορμή τη μοιχεία της δηλαδή, ποιός είδε το Θεό και δεν τόνε φοβήθηκε! Τί της καταμαρτύρησε, που λέμε… Εκείνη λοιπόν, όταν τελείωσε την ωδή, και το ευχαριστήθηκε κι’όλας, τάψαλλε, ξέρουμε, κι’΄άλλους ποιητές που ήταν και μισογύνηδες, έτσι; Κάποιοι λυρικοί, σπουδαίοι, ένας Σιμωνίδης Αμοργίνος, και λοιπά. Όταν λοιπόν τελείωσε αυτή την ωδή, – αχ, της τάψαλλα και ησύχασα, είπε. Ηρέμησε ο άνθρωπος! Εκείνη τη στιγμή, τυφλώθηκε, κατά την παράδοση. Έχασε το φως του. Χωρίς να υπάρχει λόγος. Δεν ήταν καταρράκτης, δεν ήταν γλαύκωμα. Έχασε το φως, τυφλώθηκε. Βρε τι έπαθα, στα καλά καθούμενα, το φως του… Έμεινε μερικές μέρες εκεί τυφλός, και τότε, εκεί του ήρθε ολίγο ο νους και αρχίνησε να λέει: Βρε, ποιός είμαι εγώ, που έβρισα την Ελένη; Την Ελένη! Τη Διογέννητη Ελένη! Την κόρη του Δία! Τη θεά! Που τη γέννησε σαν ωραίος κύκνος με τη λύρα, κάτω εκεί στον Ευρώτα. Αυτή την υπέροχη γυναίκα, το αξεπέραστο πρότυπο της ομορφιάς και της θηλυκότητας. Ποιός είμαι εγώ ο άθλιος, ο ελεεινός, που έβρισα την Ελένη; Τούρθαν οι τύψεις. Κι αμέσως πιάνει, αγαπητοί μου φίλοι, και γράφει μία πάλιν ωδή, μία άλλη ωδή, ωδή γράφει πάλιν, στην οποία ωδή, πέφτει εκεί, ένδακρυς και ικέτης και ζητάει συγγνώμη και λέει: συγχώρεσέ με, μεγάλη Θεά. Βρέθηκα σε μιά στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, σε μιά στιγμή ποιητικής και καλλιτεχνικής και ηθικής έκπτωσης, και σε έβρισα. Εσένα, το πιό αγνό, το πιό υπέροχο, το πιό όμορφο πλάσμα που αξιώθηκε να γεννήσει η φύση. Συγχώρεσέ με, αν έχεις τη μεγαλοψυχία. Και αμέσως, ξαναβρήκε το φως του. Απ’αυτό το πάλιν ωδή, σώθηκε σε όλες τις γλώσσες, ελληνικά πρώτα, και μετά και στις ευρωπαϊκές και τα λοιπά, η λέξη παλινωδία. Έτσι; Που λέμε μην παλινωδείς, λέω και ξελέω. Έτσι; Η λέξη παλινωδία, να ξέρετε ότι έχει την καταγωγή της εδώ, από το Στησίχορο.
Αυτή η ιστορία παραδίδεται και μάλιστα εκεί μας λέει πιά ο… εισηγείται, δε θυμάμαι αν το κάνει εδώ, ή, εάν πιά παίρνει την αφορμή, εδώ να φτάσουμε στο τρίτο μεγάλο σημείο, στον τρίτο κόμβο της επεξεργασίας της Ελένης, στον Ευρυπίδη. Αλλά ας το κατηγορήσουμε στον Ευρυπίδη, γιατί δε θυμάμαι εάν λέει ο Στησίχορος ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Ο τρίτος μεγάλος που ασχολήθηκε με την Ελένη και Απαία η τιμή πάλι εδώ, είναι ο τρίτος τη τάξει μεγάλος τραγικός, ο Ευρυπίδης. (να μου σβύνει κάποιος τον πίνακα, θα σας χαλάσω τις αυτές… γελάει ) Ο Ευρυπίδης, στις δεκαεπτά σωσμένες, από τις ογδόντα περίπου τραγωδίες που έγραψε, μας έγραψε και μιά Ελένη. Που τύχη αγαθή, θα λέγαμε, πολύ καλότυχοι είμαστε, σώθηκε αυτή η Τραγωδία του. Έχει τον τίτλο Ελένη. Εκεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Ευρυπίδης εισηγείται, εισάγει και επεξεργάζεται μία νέα εκδοχή για την Ελένη, η οποία δεν υπάρχει στον Όμηρο. Τι μας λέει; Μας λέει ότι η Ελένη της Σπάρτης δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Στον Όμηρο δεν υπάρχει αυτό. Τι θα πει δεν πήγε ποτέ στην Τροία; Μας λέει ότι όταν πήγε να την αρπάξει ο Πάρης, ο Αλέξανδρος- Πάρης και την έβαλε κει κάτω, στο νησάκι Κρανάη, – ποιόν έχουμε από το Γύθειο; – στο νησάκι Κρανάη, από κει την πήρε, στο Γύθειο, στο Μαραθονήσι, που λένε, στο Λακωνικό κόλπο, στο μυχό, είναι ένα μικρό νησάκι κι από κει την έβαλε στο πλοίο και την πήρε. Όταν λοιπόν την έβαλε στο πλοίο, την αγκάλιασε, στα χέρια του αγκαλιά και την πήρε στο πλοίο για να φύγει, να πάει στα Πέργαμα, στην Τροία δηλαδή, εκείνη τη στιγμή επενέβη η θεά Ήρα, η οποία αγαπούσε εξεχόντως, ευνοούσε δηλαδή τους Δωριείς και μάλιστα το βασιλιά της Σπάρτης, το Μενέλαο, και δε θέλησε να του κάνει τέτοια ατιμία και έβαλε στην αγκαλιά του άρπαγος, του Πάρη, το είδωλο της Ελένης. Το είδωλο. Πως γίνεται αυτό;Έ, με λίγη ποιητική ελευθερία, φανταστείτε, κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και τον βλέπουμε εκεί. Αυτό είναι είδωλο, δεν είναι υλικό πράγμα.
Πέστε ότι τό κανε η θεά, τού δωσε, έτσι, υλική υπόσταση, και του βάζει το είδωλο της Ελένης και την αληθινή Ελένη την παίρνει, την έβαλε σ’ένα άλλο πλοίο και την έστειλε στην Αίγυπτο, στα παλάτια του βασιλιά Νηρέα, νομίζω. Εκεί, στις εκβολές, στο Δέλτα του Νείλου. Την έστειλε και της λέει… Ανάθεσε στο βασιλιά εκεί, να τη φυλάει στο παλάτι, ωσότου μια μέρα θα ρθεί ο σύζυγός της και θα την πάρει. Και περίμενε εκεί, αγνή, – έ; – πιστή, καθαρή, αμόλυντη, η Ελένη, δέκα ολόκληρους χρόνους. Και στην Τροία πήγε, ποιος Πήγε το είδωλο της Ελένης. Αυτή είναι η ιστορία, και μας λέει μετά πώς, ύστερα, η Τραγωδία αυτή, ύστερα από μύριες περιπέτειες, κατάφερε και ανακάλυψε ο Μενέλαος ότι είναι εκεί κάτω και την έφερε στη Σπάρτη. Έτσι λήγει, δεν είναι Τραγωδία, είναι… δεν είναι τραγική υπόθεση, είναι δραματική, όπως λέγαμε, κάθε φορά που κάναμε τη διάκριση ανάμεσα σε τραγικό και δραματικό, γιατί λήγει καλά, δε λήγει με καταστροφή.
Μας λέει λοιπόν.. Τώρα δε βρίσκει κανείς πού είναι η ουσία σ’αυτό το ποίημα που έπλασε ο Ευρυπίδης. Εντάξει, μας λέει μιά διαφορετική ιστορία. Υπάρχει μιά φοβερή ουσία! Υπάρχει μιά ουσία που θα μας κάνει, θα μας αφήσει άναυδους! Δε θα σας την πω αυτή τη στιγμή, θα σας την πω, μην αγωνιάτε, σήμερα θα σας το πω, αλλά θα σας το πω στην κατάλληλη θέση, όταν θα μιλήσουμε για την Ελένη του Γιώργου Σεφέρη.
Σαν κατακλείδα κλείνοντας, διότι ο Γιώργος Σεφέρης, τη δική του Ελένη που έπλασε, στην τελευταία περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας, την ενεπνεύσθη από την Ελένη του Ευριπίδη Εκεί λοιπόν θα πούμε πού είναι η ουσία και τί φοβερή πάλι ιδέα έπιασε ο Ευριπίδης μ’αυτή την Ελένη! Για να’ρθούμε στην τέταρτη μεγάλη κορφή, μετά τον Ευριπίδη, ώχ! εδώ θέλω λίγο γερά νεύρα, έ; – στον Πλάτωνα. Πώς ο ωραίος αυτός αρσενοκοίτης, επεξεργάστηκε αυτό το υπέροχο πρότυπο, την Ελένη, Ο Πλάτων λοιπόν. Λέμε: Όμηρος, έτσι; Στησίχορος, Ευριπίδης, Πλάτων. Kαι θα σταματήσουμε εκεί, να μην πάμε… ο Γοργίας έχει πλέξει, ο περίφημος αυτός σοφιστής, ένα ωραίο εγκώμιο στην Ελένη, την ύμνησε, αλλά έχουν σωθεί λίγα, δεν έχει σωθεί,νομίζω, ολόκληρο το αυτό… και είναι μάλλον ένα γύμνασμα ρητορικό, οι σοφιστές ήταν και ρήτορες, αλλά εκεί τους πλέκει ωραία το εγκώμιο ο Γοργίας.
Πάμε λοιπόν στον Πλάτωνα. Στον Πλάτωνα έχουμε μία κορυφή, στην επεξεργασία του ειδώλου, που είναι αυτόχρημα της ίδιας ποιότητας με τον Ευρυπίδη και με τον Όμηρο, θάλεγα. Κοιτάξτε τί γίνεται: την Ελένη, του δίνει αφορμές για επεξεργασίες και ορθώματα καλλιτεχνικά, του Πλάτωνα, η Ελένη, στο διάλογο Φαίδρος.Ο Φαίδρος, ο Πλατωνικός Φαίδρος. Σας έχω πει πολλές φορές και τόχετε εντυπώσει πιά. Ο Πλατωνικός Φαίδρος είναι το ωραιότερο ερωτικό ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στο βαθμό, αγαπητοί φίλοι, που είναι ένας επαρκής αναγνώστης, δε βρίσκω πιό ΟΜΟΡΦΟ και πιό μεγάλο κατόρθωμα, στο χώρο της ερωτικής ποίησης, από τον Πλατωνικό Φαίδρο. Σας έλεγα κάποτε μάλιστα, ότι εδώ αναπτύσσει και τη θεωρία των Ιδεών, στοιχειωδώς. Καθώς επίσης και πολλά άλλα πράγματα λέει εδώ, ποιός είναι ο συγγραφέας, αυτά που λέμε που ψάχνουμε να βρούμε ο μεγάλος συγγραφέας, τα κριτήρια και τα λοιπά, υπέροχο!Μας λέει τους υπέροχους μύθους των Τεττίγων, του Θεύθ, του Θαμούζ, τις ανακαλύψεις, τις εφευρέσεις, τι κακό φέρνουν οι εφευρέσεις, χίλια δύο υπέροχα πράγματα, αλλά είναι ο κατ’εξοχήν ερωτικός διάλογος.
Για να δείτε, θα σας πω λίγα λόγια, είμαστε υποχρεωμένοι, να σας δώσω την εικόνα, έτσι; – τη σκηνογραφία του διαλόγου, για να ιδούμε πώς φτάνει στην Ελένη. Ένα πρωϊ, έτσι αρχίζει ο Φαίδρος, ένα πρωϊ, ένας ωραίος έφηβος, ο Φαίδρος, βρίσκει στην Αγορά, στην Αρχαία Αγορά, εκεί που την είδαμε προχθές, που είχαμε πάει στην Ακρόπολη, κάτω, να περιφέρεται ο Σωκράτης. Πάντα σε στοές, σε κρήνες, ο Σωκράτης, έ; – σε άλση και τα λοιπά. Πήγε λοιπόν και τον παίρνει από κοντά. – Καλημέρα, Σωκράτη. – Καλώς τον ωραίο, τον πάγκαλο!Τον Σωκράτη τον ετρέλαινε η ομορφιά, μας λέει σε πολλούς Διαλόγους ο Πλάτων, στο Θεαίτητο, κυρίως, όπου έβλεπε ωραίο αγόρι, ωραίο έφηβο… Του λέει: ξέρεις, ο Φαίδρος, θέλω να σου πω κάτι. – Πες το μου Χθες, του λέει, μού στειλε ένα γράμμα ερωτικό ο Λυσίας, ο ρήτορας Λυσίας. Θυμάστε, στο Γυμνάσιο μαθαίναμε Λυσίου Υπέρ Αδυνάτου , που μαθαίναμε. Μού στειλε ένα γράμμα, λέει, και μου τα ρίχνει κατευθείαν, μου την έριξε (γελάει) που λέτε σεις, στη γλώσσα σας, η νέα γε … (μου την έπεσε), μου την έπεσε, που λέτε στη γλώσσα σας, η νέα γενεά. Λοιπόν. Μού χει γράψει ένα γράμμα, μ’έχει ζαλίσει. Σαν το κοτόπουλο είμαι, του λέει. Δεν ξέρω, είμαι έτοιμος να εν δώσω – Και τί κάθεσαι; του λέει ο Σωκράτης. Άμα σούχει γράψει τέτοια πράγματα…- Κοίταξε, του λέει, προτού πάρω τις όποιες αποφάσεις, ο Φαίδρος, μιλάμε τώρα, ερχόμαστε, κάνουμε μία πολύ συνοπτική αναφορά στο φαινόμενο ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, είναι τεράστιο το πρόβλημα, δεν μπορούμε να το επεξεργαστούμε σήμερα, η σχέση, ως γνωστόν, ήτανε ανάμεσα στον έφηβο από δεκαπέντε έως είκοσι, εικοσιδύο χρονών και στον ώριμο άντρα, από σαράντα έως πενήντα χρονών. Ο ώριμος ήταν ο εραστής, που έπαιζε το ρόλο του παιδαγωγού, έκανε “καλόν καγαθόν”, έφτανε μιά στιβαρή και ρωμαλέα προσωπικότητα εξωτερικά και εσωτερικά, από γυμνάσματα μέχρι καλλιέργειες πνευματικές, το ρόλο του παιδαγωγού, και ο ερώμενος, ήταν το αγόρι, ο ωραίος αυτός έφηβος, που η ομορφιά του, η ομορφιά του και η δροσιά του, το ίουλον και το χνούδι και τα τούτα και τα κείνα, ενέπνεε, διότι υπάρχει μιά ιδιότυπη αντίληψη στους Έλληνες, και όχι μόνο στους Έλληνες, για την ομορφιά, πώς μπορούσε ένα αγόρι, άντρας, να συγκινεί άντρα, από την άλλη μεριά έχουμε το ανάλογο φαινόμενο του λεσβιακού έρωτα, έτσι; Η Σαπφώ και τα λοιπά, γυναίκα με γυναίκα, αυτό που λέμε σήμερα… αχ, σήμερα πού έχουμε φτάσει… σε τι εκπεσμούς… Λοιπόν. Είναι μεγάλο το κεφάλαιο αυτό, η απλή εκδοχή που μας λένε οι καλλιτέχνες, οι γλύπτες, οι ζωγράφοι, οι ποιητές, και τα λοιπά, είναι ότι από πλευράς καθαρά αντικειμενικής, ένα αντρικό σώμα, σαν ομορφιά, αισθητικά, είναι πολύ πιό άρτιο, πολύ πιό τέλειο, από ένα γυναικείο, έστω και αν αυτή η γυναίκα είναι η Ελένη, το σώμα.
Λοιπόν.Πολύ συνοπτικά, πολύ γενικά, σας λέω, να μην αρχίσω την ιστορία, πώς άρχισε το φαινόμενο, πώς εξελίχθηκε, πώς τους λέγανε, ονοματολογίες, είναι ολόκληρη φιλολογία, σας λέω. Σας παραπέμπω εκεί. Ελπίζω να σας δώσω και βιβλιογραφία καμιά φορά, κάπου έχω, μου είχε στείλει πέρσι, ένας μετεκπαιδευόμενος, μία άρτια βιβλιογραφία! Χάζεψα όταν την είδα! Απ’όλους τους αρχαίους, δηλαδή, τί λένε γι’αυτό το … τους μεγάλους συγγραφείς. Λοιπόν. Του λέει, αυτό κι αυτό, είμαι ζαλισμένος με το γράμμα που μούστειλε. –
Εντάξει, του λέει ο Σωκράτης.- Όχι, λέει, θέλω πρώτα να στο διαβάσω. Και να μου πεις η γνώμη σου. Να μου πεις, αν πράγματι είναι σωστή η κρίση μου. – Να μου το διαβάσεις του λέει ο Σωκράτης. Πάμε, του λέει, από δω, από την Αγορά. – Πού να πάμε; – Πάμε να καθίσουμε εκει πέρα, στο ποταμάκι, στον Ιλισσό, εκεί στα πόδια του Αρδηττού λόφου, που είναι το Καλλιμάρμαρο, που λέμε σήμερα, έρεε το ποταμάκι τότε, μέσα σε πλατάνια, δροσιές, (δεν ξέρω τα βάρβαρα….. ) εκεί που είναι η οδός Καλλιρόης σήμερα, απέναντι από τις στήλες. Πήγαν λοιπόν, καθίσαν εκεί, ξυποληθήκανε, βάλανε και τα πόδια τους να τα βρέχει το νεράκι, και πιάνει και του διαβάζει το γράμμα, του Λυσία. – Πές μου, του λέει, δεν είναι πράγματι ωραίο γράμμα;Του λέει ο Σωκράτης:
– Απορώ πώς κάθεσαι! Αυτό δεν είναι γράμμα, παιδί μου. Αυτό, του λέει, κόβει κεφαλές. Ωραιότερο γράμμα, δεν θα μπορούσα να ακούσω να μου διαβάζουν.
– Είδες που στά λεγα, του λέει ο Φαίδρος, είδες που στά λεγα;
– Έχεις δίκιο, του λέει, όρμα του!
-Δε μου λες, του λέει, του κάνει μιά επίθεση ο Φαίδρος. Εσύ, τάχα, του λέει, δεν θα μπορούσες να γράψεις ένα τέτοιο γράμμα;
-στο Σωκράτη. Τον κοιτάζει ο Σωκράτης, μ’ εκείνη την ειρωνία, την τραγική ειρωνία.
– Καϋμένε μου, του λέει. Σου γράψω γω, σου γράψω γράμμα μόνο τέτοιο; Σου καλουπώσω άγαλμα εγώ! Άγαλμα! Εκατό φορές καλύτερο!
– Γράφτο! του λέει ο Φαίδρος.
– Πάρε χαρτί και μολύβι και γράφε, του λέει ο Σωκράτης.
Και πιάνει λοιπόν και του υπαγορεύει ένα γράμμα, ερωτικό. Που παίζει το ρόλο ο Σωκράτης εδώ του εραστή, που προσπαθεί να πείσει τον ερώμενο ότι πρέπει να δεχτεί να γίνει ο ερώμενός του, να δημιουργήσουν αυτό το δεσμό. Όταν λοιπόν τελειώνει το γράμμα, διάβασε, τώρα, του λέει, στο Φαίδρο. Και πες μου αν σ’αρέσει.
Το διαβάζει ο Φαίδρος και λέει: έχεις δίκιο, Σωκράτη. Ωχριά το γράμμα του Λυσία, μπροστά σ’αυτό το γράμμα που μού γραψες εσύ. Κανείς δε μπορεί να γράψει καλύτερο!Είδες που στάλεγα; – του λέει ο Σωκράτης. Εκείνο που πρέπει να ειπωθεί όμως εδώ, είναι ότι η όλη επεξεργασία του προβλήματος, ήτανε απάνω σε μία τακτική ή σε ένα επίπεδο μηχανιστικό. Δηλαδή. Το ερωτικό γράμμα πού χε γράψει ο Λυσίας στο Φαίδρο, τού λεγε ότι οφείλεις να διαλέξεις απ’όλους τους ώριμους άντρες, τους επίδοξους εραστές, εμένα για εραστή σου. Διότι θα είναι η καλύτερη επιλογή που έχεις να κάνεις διότι εάν διαλέξεις εμένα έχεις να πάρεις αυτό, κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό. Θα κερδίσεις όλα αυτά τα πράγματα. Χίλια δύο! Φερεγγυότητα, πλούτο, ιδέες, καλλιέργεια, παιδαγωγική, αξιοπιστία, ότι δεν θα τον προδώσει, ότι δεν θα τον διαβάλλει, θα τον κατασυκοφαντήσει, θα τον εξευτελίσει, χίλια δυό πράγματα! Και συ θα μου δώσεις, λέει, αυτό, που θα μου δώσεις. Ήτανε δηλαδή ένα ερωτικό γράμμα, απάνω σε μιά… στη διαδικασία του do ut des, που λέμε. Σου δίνω, για να μου δώσεις. Σου δίνω για να μου δώσεις. Αυτό είναι έρωτας. Αυτό πράγματι γίνεται. Στην πιό χυδαία, στην πιό απλή, έτσι; – στην πιό εμπράγματη εκδοχή, αυτό γίνεται.Σου δίνω για να μου δώσεις. Όταν συναντιούνται δύο, να πούμε, και… σ’αυτή την οαριστήν, την ερωτική συνάντηση, o ένας δίνει στον άλλον και παίρνει από τον άλλον, είναι δηλαδή μία εμπορική σύμβαση. Ένα είδος τέτοιας, μηχανιστικής, συμπεριφοράς, – καταλάβατε; Κι απάνω σ’αυτό το μοτίβο είχε γράψει το γράμμα ο Λυσίας. Και βεβαίως ο Σωκράτης, ήταν υποχρεωμένος να του απαντήσει στο ίδιο ύφος. Στην ίδια προβληματική και στην ίδια …
Εκεί λοιπόν ήταν που υπερείχε το γράμμα του Σωκράτη. Εκείνη τη στιγμή, που έχει μείνει εκστατικός ο Φαίδρος, μπροστά στην ανάγνωση του γράμματος του Σωκράτη, γίνεται κάτι παράξενο! Κάτι αλλόκοτο, αγαπητοί μου φίλοι.
Ξαφνικά αναποδογυρίζει το μάτι του Σωκράτη, να φανεί το ασπράδι. Μιά ταραχή και μιά σύγχυση, σαν τις αυτές .. τις.. κρίσεις ή τις εκστάσεις που πάθαινε ο Βοναπάρτης πριν απ’τις μεγάλες μάχες, όταν έπιανε τα σχέδια, πώς θα την κάνω, εκεί γινότανε τέρας! Γύριζε το μάτι του ανάποδα! Γιατί αυτό ήταν η φοβερή σύλληψη, εκείνο που δεν το πήρε κανένας άλλος, έτσι; Αναποδογυρίζει το μάτι του Σωκράτη, πέφτει κάτω σε μιά κατάσταση υστερίας, σελληνιασμός! Τον έπιασε μιά κρίση…
– Τί έπαθες του λέει ο..
– Ι……. Φαίδρε, του λέει, ω, Φαίδρε καλέ, ώ ρε Φαίδρε, τι κόντεψα να πάθω!
– Τι έπαθες Σωκράτη; – του λέει
– Δεν έπαθα αλλά θα το πάθω, του λέει. Θα πάθω εκείνο που έπαθε ο Στησίχορος. Θα τυφλωθώ! Θα με τυφλώσει ο έρωτας! Γιατί; Γιατί τον ύβρισα! Τί είναι αυτά τα πράγματα που έπιασε ….. αυτό είναι ο έρωτας; Ντετερμινιστική διαλεκτική, εμπόριο, συναλλαγή, τέτοια αισχρή και ωμή, να πάρω για να πάρεις, σα να πουλάμε κρομμύδια και σκόρδα;
– Ι……Και πέφτει κάτω και ικετεύει, Ω, θείε έρωτα συγχώρεσέ με,που πρόφτασα την τελευταία στιγμή και γλύτωσα γιατί τώρα θα περιγράψω τον αληθινό έρωτα. Τώρα θα πω ποιός είναι ο έρωτας! Κάνει δηλαδή την παλινωδία του ο Σωκράτης προτού τυφλωθεί. Κάνει την παλινωδία του, με την έννοια ότι περιγράφοντας μ’αυτό τον χυδαίο τρόπο τον αυτόν.. και περιγράφει πιά τον έρωτα σαν ουσία, σα βάθος, σαν πέμπτη ουσία, σαν την ομορφιά, σαν τον βαθύτερο κοσμικό Νόμο που κυβερνάει ολόκληρο το σύμπαν. Η αγάπη που τον ήλιο κινάει και τάλλα τ’αστέρια. Έτσι τελειώνει πάντοτε τα τρία μέρη της Κωμωδίας του ο Δάντης. Κι ο Αριστοτέλης θα μας πει, ο Θεός είναι αγάπη, έρωτας δηλαδή με την έννοια του κινούντος-ακινήτου, ως ερωμένου.
Σας τόχω πει ποτέ αυτό; Αυτό είναι συγκλονιστικό! Τι λέει; Ο Αριστοτέλης μας λέει ότι ο Θεός είναι.. από έρωτα έπλασε τον κόσμο και ο έρωτας είναι αυτός που κινεί τον κόσμο, κατά την εξής έννοια: είναι το κινούν ακίνητον ο Θεός που έπλασε και όλα γυρίζουν γύρω, γύρω του, από μία ερωτική αναζήτηση. Τι σημαίνει αυτό, πολύ απλά; Φέρτε στο μυαλό σας την εξής εικόνα: ένας έφηβος ερωτεύεται ένα κορίτσι, μία κόρη, στα δεκαοχτώ της χρόνια. Έρωτας σφοδρότατος! Η κόρη δεν το ξέρει. Και κάθεται μες το σπίτι της, διαβάζει τα μαθήματά της, κεντάει σαν την Αρετή του Ερωτόκριτου, κάνει τις αυτές της… , είναι χαρούμενη, τραγουδάει, γελάει, και τα λοιπά. Ο νέος όμως έχει άγριο έρωτα! Και δεν της έχει πει ακόμη τίποτα. Και όλη η σκέψη του είναι κολλημένη απάνω της. Τι κάνει τώρα,πού είναι, τρέχει στο σπίτι της μήπως τη δει από το παράθυρο, γυρίζει γύρω-γύρω, κάνει κύκλους, ό,τι κάνει το κάνει για να σταθεί μιά μέρα άξιος όταν θα την ζητήσει, – να τι έκανα εγώ και τα λοιπά, εμπνέεται, εργασι … όλες οι κινήσεις, όλες οι δράσεις, όλες οι σκέψεις, εμπνέονται δηλαδή από το αντικείμενο του έρωτά του. Έτσι μας λέει ο Αριστοτέλης είναι και ο Θεός. Έπλασε τα πλάσματά του κι από ένα φοβερό έρωτα, όλα γυρίζουν γύρω από αυτόν κι αυτός δεν ξέρει τίποτα! Όπως η κόρη δεν ξέρει τίποτα! Κι αυτό, λέει, είναι το κινούν ακίνητον, ως ερώμενον, ο Αριστοτέλης, – ο έρωτας. Κάτι ανάλογο λοιπόν, αυτόν τον έρωτα, με όλο αυτό το βάθος και όλη την ουσία και όλη την ευγένεια, αυτό το άρωμα, τώρα, λέει, θα το περιγράψω, ο Σωκράτης. Κι αρχίζει λοιπόν να μας περιγράφει την εικόνα του αυθεντικού έρωτα.
Εδώ θα σταματήσω. Δεν θα πω πώς περιέγραψε την εικόνα του αυθεντικού έρωτα γιατί τα ξέρουμε. Είναι εκείνο το άρμα της ψυχής, που λέγαμε προχθές, με τα δύο κακά άλογα, έ; – Ο Ηνίοχος στη μέση, η άγρια πάλη που γίνεται, – έ; – Οι δυνάμεις, από τη μία να συναντηθούν τα κακά άλογα, επιπηδάν, να ζευγαρώσουν, και τούτα, από την άλλη το σεμνό άλογο, με την αιδώ και τα λοιπά, που αντιστέκεται, η βούληση, ο Ηνίοχος που δεν αφήνει, και όοολη αυτή η ιστορία που είδαμε, αυτά τα υπέροχα πράγματα, αυτό το βάθος και η ομορφιά, η μαγεία και η δραματικότητα της ελληνικής ηθικής, όπως λέγαμε, είναι πιά αυτό το πράγμα που μας λέει ο Σωκράτης κι εκεί δίνεται και η λύση, από μία οπτική, η λύση αυτή, που την έχει αποσιωπήσει η σεμνότυφη παιδεία μας, ότι δεν αποκλείεται ο Σωκράτης να είχε και ερωτική, -πώς το λένε; – σωματική επαφή με τους μαθητές του, ή και όπως τα είπαμε τότε, “την υπό των πολλών μακαριστήν αίρεσιν ειλέσθειν τε και διεπραξάσθην”, “και διαπραξαμένω”, άπαξ, θα το ξανακάνουν, πλην “σπανία δε”, που λέγαμε, όλα αυτά τα πράγματα. Αυτή λοιπόν είναι η Ελένη στον Πλάτωνα. H περίφημη παλινωδία μέσα, που του δίνει αφορμή δηλαδή να περιγράψει μ’αυτόν τον υπέροχο τρόπο, το ερωτικό φαινόμενο.
Θα αφήσω τους αρχαίους, για να πάμε σε μία πιά νεώτερη, πολύ μεγάλη μορφή, που δούλεψε την Ελένη… λίγο-πολύ, όλους τους ποιητές, και στην ευρωπαϊκή μέσα λογοτεχνία, η Ελένη τους έχει απασχολήσει, αλλά θα πάμε σε ένα ακραίο μέγεθος, που έχει τις αξιώσεις, της ίδιας ποιότητας, όπως είναι ο Πλάτων, όπως είναι ο Ευρυπίδης και τα λοιπά. Θα σας πω μόνο πώς είδε ο Γκαίτε την Ελένη, ο μεγάλος αυτός γερμανός ποιητής, ο Ολύμπιος Γκαίτε, όταν λέμε Γκαίτε εννοούμε ο Ευρωπαίος καλλιτέχνης,ποιητής, θεωρητικός, και όλα αυτά τα πράγματα. Πώς την είδε λοιπόν ο Γκαίτε την Ελένη και θα τελειώσουμε, ύστερα, θα κάνουμε μία σύντομη επισκόπηση, πώς την είδανε πιά οι Νεοέλληνες μεγάλοι ποιητές, τέσσερα-πέντε αναστήματα, πολύ μεγάλα, να τελειώσουμε την εισήγησή μας.
Ο Γκαίτε, όπως ξέρετε αγαπητοί μου φίλοι, το μεγάλο του αυτό έργο, η Τραγωδία είναι ο Φάουστ, δούλεψε όπως λέγαμε πενήντα χρόνια, είχαμε μιλήσει, στην ερώτηση της Μαργαρίτας, να μην τα ξανα-υπενθυμίζουμε και τα λοιπά. Ο Φάουστ έχει δύο μέρη: πρώτον και δεύτερον. Φάουστ eins και Φάουστ zwei. Το πρώτο μέρος είναι τέσσερεις, τεσσερσίμισυ περίπου χιλιάδες στίχοι κα το δεύτερο μέρος είναι επτά χιλιάδες στίχοι.Και τα δύο δηλαδή, μας δίνουν μία Ηλιάδα σχεδόν. Το έργο αυτό το δούλευε σε πενήντα χρόνια και εκεί υπάρχει, να πούμε, όλη η σοφία του.. όλες οι δεξαμενές του ευρωπαϊκού πνεύματος. Το δεύτερο μέρος, ο Γκαίτε, του δίνει υπότιτλο Die Tragedie vom Helena. H Tραγωδία της Ελένης. Αυτή η Ελένη, είναι η Ελένη της Σπάρτης. Και μας λέει εκεί, βέβαια ακολουθεί τη ροή, την υπόθεση, την πλοκή του μύθου του, με το Φάουστ, με το Μεφιστοφελή, όλες αυτές οι ιστορίες, η γνώση του κόσμου, η εμπλοκή με την πείρα και την πίκρα και τη μαγεία του κόσμου, όλα αυτά τα σημεία και τα τέρατα που λέει, αλλά συνεχώς παρουσιάζεται η Ελένη, είναι δηλαδή η διοίκουσα γραμμή, η σπονδυλική στήλη, θάλεγε κανείς, ε…. με πολλούς τρόπους την ανασταίνει, δηλαδή, την Ελένη, αυτός την ανάστησε – κάτι ανάλογο θα επιχειρήσει να κάνει και ο Καζαντζάκης στην Οδύσσεια, αλλά αυτουνού… θα πάθει νεκροφάνεια, θα βγει βρυκόλακας η Ελένη, δε θα αναστηθεί, όπως και ο Οδυσσέας του, του Καζαντζάκη δυστυχώς δε θα αναστηθεί στην Οδύσσειά του, γι’αυτό δε διαβάζεται – έχει διαβάσει κανείς σας την Οδύσσεια ολόκληρη, του Καζαντζάκη; Να κάνουμε και εφαρμογές, έ; Να κάνουμε και εφαρμογές.
Λοιπόν. Του Γκαίτε η Ελένη αναστήθηκε όμως. Ζωοδοτήθηκε και ξαναπερπάτησε, σαν την Ελένη του Ομήρου. Λοιπόν. Στο τέλος, η όλη του ιδέα είναι, για να μη τα πολυλογώ, αν θέλετε να μάθετε ελληνική ιστορία, ελληνική γεωγραφία, κλασσική εννοώ, ελληνική μυθολογία, θα πάτε να διαβάσετε το δεύτερο Φάουστ του Γκαίτε. Δεν ξέρετε τι λέει για την Ελλάδα εκεί! Ολα τα λέει και τα περιγράφει λεπτομερώς. Από κοντά του θα τον ακολουθήσει ο Χέλντερλιν, την ίδια εποχή, παρ’ότι αυτοί οι δύο μεγάλοι ευρωπαίοι ποιητές δεν ήρθαν ποτέ στην Ελλάδα. Δεν ήρθαν, δεν την είδαν, δεν την επισκεφθήκανε, όπως ο Μπάϋρον, παραδείγματος χάριν, ενώ ζήσαν και την επανάσταση, και τα λοιπά. Ο Γκαίτε, μάλιστα, έχει προφητεύσει και τη δολοφονία του Καποδίστρια, σας τόχω πει, από τους Μαυρομηχαλαίους, ένα-δυό χρόνια προτού πεθάνει.
Λοιπόν. Γιατί μας βάζει την Ελένη, μέσα στο Φάουστ ο Γκαίτε; Την Ελένη τη βάζει σαν σύμβολο της κλασσικής ιδέας. Αυτό που λέμε το κλασσικόν, όχι το κλασσικιστικόν. Το κλασσικόν. Η κλασσική αντίληψη ζωής και Τέχνης, έτσι; Κλασσική Ελλάδα, Κλασσικός κόσμος, Κλασσική Γραμματεία, Κλασσική Τέχνη. Το Κλασσικό. Το κλασσικό είναι μία τεχνοτροπία, όπως λέμε το ρομαντικό, ο παρνασσισμός, ο συμβολισμός – έ; , ο υπερρεαλισμός, τούτα-κείνα, ο ιμπρεσσιονισμός, εξπρεσσιονισμός, όλα αυτά τα πράγματα, είναι μία τεχνοτροπία, ένας τρόπος δηλαδή με τον οποίον γράφεις, και στους αντίποδές του έχει το ρομαντικό, το ρομαντισμό,αλλά εδώ κάνουμε μία πρώτη βασική παρατήρηση. Είναι οι δύο μόνες τεχνοτροπίες που συνιστούν και ολοκληρωμένους τρόπους ζωής. Δεν είναι απλώς τεχνοτροπία το κλασσικό. Σύμφωνα μ’αυτή την αντίληψη, μπορείς να ζήσεις από το Α ως το Ω, ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία. Το ίδιο και το ρομαντικό. Πράγμα που δεν μπορούμε να ισχυριστούμε με τις άλλες αυτές… αισθητικές κατηγορίες, παραδείγματος χάριν με τον υπερρεαλισμό. Δεν μπορείς να ζήσεις με τον υπερρεαλισμό. Υπερρεαλιστικά δεν μπορείς να ζήσεις. Μπορείς να γράψεις Τέχνη, να συγκινείς και τα λοιπά, αλλά να ζήσεις, όχι. Γι’αυτό ακριβώς είναι και μερικότερα αυτά τα φαινόμενα και κάποτε εξαντλούνται ενώ το κλασσικό και το ρομαντικό είναι ανεξάντλητα.
Λοιπόν. Μας παίρνει λοιπόν την Ελένη και τη βάζει στο δεύτερο Φάουστ, με την έννοια ότι πίσω από αυτό το σύμβολο, υπάρχει η κλασσική Ελλάδα. Και η αντίληψη που είχαν οι Έλληνες για τη ζωή, η κοσμοθεωρία τους και η αντίληψη αυτή, όπως ήρθε στη νεώτερη εποχή και επηρέασε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, μετά την Αναγέννηση. Από την άλλη μεριά όμως, υπάρχει το ρομαντικό. Το άλλο μισό. Ο ρομαντισμός είναι αντίθετο πράγμα. Δεν είναι τώρα της στιγμής, να πιάσουμε να δώσουμε τα βασικά γνωρίσματα, τι είναι κλασσικό, τι είναι ρομαντικό, απλώς σας δίνω την εικόνα και αφορμές για προβληματικές προσωπικές. Δυστυχώς, πολλά πράγματα θα τελειώσουμε και δε θα προφθάσουμε να τα πούμε.
Λοιπόν. Ο ρομαντισμός είναι η Ευρώπη. Το ρομαντικό πνεύμα. Γι’αυτό η Ευρώπη, ο Ρομαντισμός, αρχίζει με τον Οсean, μας λέει ο Σολωμός μας, τον 3ο μ.Χ. αιώνα, αυτόν τον Σκώτο αοιδό και φτάνει, αποκορυφώνεται την εποχή, στα τέλη του 18ου αιώνα – έτσι; Λαμαρτίνος, θυμηθείτε εκεί, όλος…. Ουγκώ, όλος αυτός ο αγώνας, ο ρομαντισμός στην Ευρώπη, η εποχή της Schturm und Drang, oρμής και θύελλας, που λένε στη Γερμανία, ρομαντικοί, και φτάνει στην Ελλάδα, έρχεται καθυστερημένος και πιά όταν έχει περάσει η ακμή του στην Ευρώπη, άρρωστος δηλαδή, και πολύ καθυστερημένος, η ρομαντική σχολή των Αθηνών, που λέμε, οι Φαναριώτες, μετά το 1830, όλα αυτά τα κινήματα, αντίθετα από τη σχολή του Σολωμού, τους Επτανησιώτες, που έχουνε περισσότερο κλασσικίζοντα χαρακτήρα. Λοιπόν.
Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν για τον Γκαίτε ήταν: μπορούν αυτά τα δύο ρεύματα, που είναι αντίθετα, το κλασσικό και το ρομαντικό ή η Αρχαία Ελλάδα και η Ευρώπη, ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός, μπορούν αυτά τα δύο να συνδυαστούν, να αποτελέσουν μία εύκρατη, μία οργανική σύνθεση και να μας δώσουν το τέλειο; Εκεί είναι τα δύο μισά, που εάν είναι δυνατόν να τους γίνει η σύνθεση η σωστή, θα μας δώσουν το τέλειο. Κι’αυτό το πρόβλημα ερευνά εισάγοντας την Ελένη. Ρομαντισμός, θα πρέπει ίσως να πούμε δυό-τρία στοιχεία για να καταλάβετε, σαν εντελώς βασικές πληροφορίες, Α-Β, που λέμε η Ευρώπη είναι ρομαντική, ο σκοτεινός μεσαίωνας, που είναι η μήτρα, δέκα αιώνες κείται ο νέος άνθρωπος, ο Ευρωπαίος, στο Μεσαίωνα, για να τον τινάξει η Αναγέννηση και ναρθεί σαν σύνθεση κλασσικών, ελληνικών και λατινικών στοιχείων και από την άλλη μεριά χριστιανικών στοιχείων. Ο ρομαντισμός λοιπόν, είναι αυτό το σκοτεινό, το ομιχλώδες, τα δάση εκεί της Βόρειας Ευρώπης, με τις μάγισσες, φέρτε στο μυαλό σας τον Μακμπέθ, του Σαίξπηρ, το ακαθόριστο, αυτή η φαντασία, να δουλεύει έτσι τα πάθη, το συναίσθημα. Συναίσθημα, αυτό είναι ρομαντικό. Ενώ το κλασσικό, είναι λογική περισσότερο, είναι καθαρότητα, είναι επιστήμη, είναι εμπειρία, πιστεύω πρώτα στα μάτια μου και μετά προχωρώ. Εδώ είναι και η αντίθεση που σας λέω, υπάρχει πολύ μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στην Αρχαία Ελλάδα και στο Χριστιανισμό, στη Χριστιανική διδασκαλία. Αυτά τα πράγματα είναι ασυμβίβαστα, είναι η φωτιά με το νερό. Γι’αυτό πολεμήσανε με τόση μανία οι Χριστιανοί τους πρώτους αιώνες και τα σπάσανε όλα τα κλασσικά, δεν αφήσαν τίποτα, έ; Κι ήρθε ο Θεοδόσιος και δεν άφησε ούτε σχολές, έκλεισε τις σχολές, ούτε θέατρα, ούτε αγώνες γυμναστικούς, υπάρχει μιά φοβερή σύγκρουση εδώ η οποία δεν είναι φαινομενική, είναι από τις μεγάλες κοσμικές αντινομίες, που μας λεει ο Καντ. Δεν συμπληρώνονται (?) ποτέ αυτά τα πράγματα.
HelenMenelaus
Λοιπόν. Η ιδέα του Γκαίτε ήταν, μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα πράγματα και να μας δώσουν το τρίτο, το τέλειο πιά; Και πάνω σ’αυτό δούλεψε την παράστασή του με την Ελένη. Μας παρουσιάζει λοιπόν την Ελένη, την οποίαν, τη φέρνει στη Σπάρτη, την ανεβάζει απάνω στο Μυστρά, όχι κλασσική Σπάρτη πιά αλλά ο ρομαντικός Μυστράς, με το Μεσαίωνα, οι Βιλλεαρδουίνοι, τα Κάστρα, το Χρονικό του Μωρέως, θυμάστε, η πρώτη κατάκτηση της πόλης … την ανεβάζει απάνω στο ρομαντικό Μυστρά, φέρνει και το Φάουστ από την Ευρώπη, το ρομαντικό Φάουστ, και τους παντρεύει. Τους παντρεύει λοιπόν, τον Ιππότη, αυτό το Φάουστ, την έκφραση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και την Ελένη, την κλασσική μορφή με το ρομαντικό. Τους παντρεύει, τους φέρνει εις γάμου κοινωνίαν, που λέμε, προσπαθώντας να ιδεί εάν από τη σύνδεση αυτή θα βγεί το τέλειο,που θάναι οργανικό, θάναι …..
Λοιπόν. Πράγματι. Μετά από εννέα μήνες, αυτός ο γάμος δίνει έναν υπέροχο καρπό. Γεννιέται ένα αγοράκι, ο Εyphoreon: Ευφορίων. Ο Ευφορίων. Eyphoreon, το λέει ο Γκαίτε. Ένα υπέροχο αγοράκι, το οποίον από μικρό είναι θαυματουργό και τί δεν κάνει, αυτό το αγοράκι! Πίσω από αυτό το σύμβολο ο Γκαίτε θα σαρκώσει την εικόνα του Μπάϋρον, που την εποχή εκείνη κατεβαίνει στην Ελλάδα. Βλέπετε υπάρχουν εσωτερικοί οιρμοί, που την εποχή εκείνη κατεβαίνει στην Ελλάδα ο Μπάϋρον και μάλιστα, όπως ξέρουμε θα πεθάνει στην Ελλάδα, ο ρομαντικός Μπάϋρον. Μας δίνει λοιπόν… γεννιέται αυτό το παιδάκι, από τον καρπό του έρωτα του Φάουστ και της Ελένης, του κλασσικού και του ρομαντικού, αλλά το παιδάκι αυτό είναι θνησιγέννητο. Όταν θα γεννηθεί, μετά από λίγο θα πεθάνει. Η ιδέα, δηλαδή, του Γκαίτε, είναι πιά ότι αυτά τα δύο πράγματα δεν μπορούν να οδηγηθούν σε οργανική σύνθεση, να δέσουν. Έχουνε τέτοιες αντίθετες δυνάμεις μέσα τους, εσωτερικές και διαλυτικές, που ποτέ δε θα φτάσουν στη χρυσή σύνθεση. Εκεί θα καταλήξει όλη η σοφία του Γκαίτε. Ότι πιά ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τον ελληνικό πολιτισμό. Μπορεί να πήρε πολλά στοιχεία, να τα αφομοίωσε, κάτω από την οδηγία και την επίδραση της χριστιανικής διδασκαλίας, γιατί η Ευρώπη είναι χριστιανισμός, έτσι; Μην το ξεχνάμε. Η Ευρώπη είναι τα πεντακόσια εκατομμύρια του Πάππα. Τα εφτακόσια εκατομμύρια του Πάππα, Ευρώπη και Αμερική. Ο Πάππας κυβερνάει, δεν κυβερνάνε οι Βοstpon πώς τους λέτε; Και Major. Πώς τον λένε το Γάλλο; Ντεμιρέλ. Το Γάλλο το… Μιτεράν, Μιραμπώ, παρολίγο να πω… Μιραμπώ. Λοιπόν. O Πάππας είναι αυτός που κυβερνάει. H Eυρώπη είναι χριστιανική και ο Νίτσε λέει κάπου, τέσσερι άνθρωποι τη χτίσαν την Ευρώπη, σας τόχω ξαναπεί, έ; Ένας ωραίος ποιητής πάναγνος, ένας φοβερά πονηρός οργανωτής, ο Παύλος, που την έκανε κοσμικό σύστημα, η Μαρία, αυτή η πάναγνη κόρη και ο Πέτρος, που είναι η βάση, η πέτρα, πάνω στην οποία χτίστηκε, είναι η συνέχεια των αποστόλων, ο Πέτρος, το Βατικανό, δηλαδή.
Μεγάλες ιστορίες, τα αφήνουμε αυτά. Η ιδέα του Γκαίτε είναι ότι αυτά τα δύο πράγματα δε μπορούν να συνδεθούν και θα μείνουν, γι’αυτό δίνει να πεθαίνει ο καρπός. Εδώ θέλω να κάνω τώρα μία σύνδεση, μιά σύνδεση με τον μεγάλο μας Σολωμό. Σας λέω πολλές φορές, σας έλεγα όλο το χρόνο πολλές φορές, τι γίγαντας ποιητής είναι ο Σολωμός! Και μου λέγατε, σας έβλεπα να αμφιβάλλετε, στα μάτια σας τόβλεπα, τί μας λέει τώρα… ο Σολωμός.. Αυτή η φοβερή πρόταση του Ελύτη στο “Άξιον Εστί” , ο Σολωμός είναι ένας από τους πέντε ή δέκα μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων και όλων των λαών. Πάσχα των Ελλήνων, έλεγε ο … – είχαμε Πάσχα προχθές, λέει ο Σικελιανός. Ημέρα της Λαμπρής, θα πει ο Σολωμός. Δε θα πει Πάσχα, εβραϊκή λέξη. Λαμπρή! Όπως βγήκε μέσα από τη λαχτάρα και την ομορφιά και την ευσέβεια του Έλληνα. Λαμπρή! Ξέρετε πόσο χάος αισθητικό και χάος μεγαλοσύνης, υπάρχει ανάμεσα στους δύο ποιητές ; Απ’αυτή μόνο τη λέξη! Ημέρα της Λαμπρής! Και θα μας δώσει τις περίφημες αυτές τρεις οκτάβες, που είναι ίσως από τα καλύτερα ελληνικά ποιήματα.
Λοιπόν ο Σολωμός, όλη του τη ζωή, από τη στιγμή που άρχισε να γράφει και συνειδητοποιήθηκε, την πέρασε μέσα σε μία φρικτή αγωνία, συμπληγάδες πέτρες, να ενώσει το ρομαντικό με το κλασσικό. Για να βρει το τρίτο είδος, μικτό, αλλά νόμιμο, όπως το λέει, το τρίτο είδος, το μικτό, αλλά νόμιμο, η σύνθεση η μεγάλη, με το οποίον αυτό ύφος να επιχειρήσει να κάνει την Τέχνη του. Αυτό, μας τόχει πει μ’εκατό φωνές, θα το βρείτε στα γράμματά του, στα γράμματα προς τον πατέρα του Γεράσιμου Μαρκορά, θα το βρείτε μέσα στο… πέστε το…. μέσα στους στοχασμούς του ποιητή, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ότι, άχ, λέει, στους φίλους του, πόσο χαίρομαι που δεν σας βασανίζει αυτό που με βασανίζει εμένα, να συνθέσω το ρομαντικό με το κλασσικό, και να φέρει σαν άκρα παραδείγματα του κλασσικού, τον Όμηρο. Και σαν άκρα παραδείγματα του ρομαντικού, του ρομαντισμού, τρεις Ευρωπαίους ποιητές, το Δάντη, τον Σαίξπηρ και τον Γκαίτε. Εδώ πάει, τον Γκαίτε λιγώτερο. Τον Δάντη και τον Σαίξπηρ. κυρίως. Και όλος του ο αγώνας είναι να συνθέσει αυτά τα δύο πράγματα και να μπορέσει να δώσει ποίηση. Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Ότι ο Σολωμός δεν μας έδωσε ποίηση. Γιατί δεν μας έδωσε ποίηση, αγαπητοί μου φίλοι; Γιατί συντρίφτηκε μέσα σ’αυτά τα χασματικά του μετέωρα. Σ’αυτή την αδυνατότητα. Ο Σολωμός δεν το επεξεργάστηκε θεωρητικά το πρόβλημα σαν τον Γκαίτε. Ο Γκαίτε το επεξεργάζεται θεωρητικά, γι’αυτό μας καταλήγει με τον Ευφορίωνα, ότι θα πεθάνει ο Ευφορίωνας. Ο Σολωμός, τόζησε στην πράξη, όχι σαν θεωρητικός. Αλλά σαν αγωνιστής, με την έννοια ότι προσπάθησε να κάνει ποίηση. Μ’αυτή τη σύνθεση και αυτό, επειδή δεν μπορεί να γίνει αυτή η σύνθεση, το τρίτο είδος το μικτό αλλά νόμιμο, όπως το λέει, τρίτο είδος μικτό αλλά νόμιμο, επειδή δε μπορεί να γίνει η σύνθεση αυτών των πραγμάτων, γι’αυτό δε μας έγραψε ο Σολωμός και δεν μας άφησε ποίηση, αλλά μας άφησε αποσπάσματα, μόνο φραγκμέντα, στίχους, που κάθε ένα απόσπασμα όμως, κάθε ένας στίχος, αγαπητοί μου φίλοι, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, στην τελευταία φάση του Σολωμού, – ξέρετε πόσο βαραίνει; Για δέκα τόμους. Πάτε να διαβάσετε, εκείνος που κατανοεί βαθειά ποίηση και τέχνη, ένα… όταν λέει ο στίχος… ο Σολωμός, το στίχο: “ολίγο φως και μακρινό, σε μέγα σκότος κι’έρμο” .. , να μπορέσει να αναγνώσει κανείς και να ερμηνεύσει αυτό το στίχο. Θέλει να γράψει δέκα τόμους! Όταν λέει ο Σολωμός στα Τελικά του, “αχ, πού είν’ο ύπνος ο γλυκός και τ’όμορφο όνειρό του”… ένας στίχος, δέκα τόμους θα γράψει! Όταν λέει ο Σολωμός “άγγελε, μόνο στ’όνειρο, μου δίνεις τα φτερά σου”, δέκα τόμους θα γράψεις! Και για να φτάσεις σε μιά τέτοια αυτή… μπορεί να βασανιζότανε ένα, δυό, τρία χρόνια, αυτό που λέγαμε.. Ποιές είναι οι κατηγορίες της Τέχνης; Ο Σολωμός λοιπόν δεν μας έδωσε ποίηση διότι στην πράξη επεχείρησε να κάνει, γιαυτό συντρίφτηκε, αυτό που θεωρητικά το έκανε ο Γκαίτε την ίδια εποχή και το δούλεψε. Ο μεγάλος Γκαίτε. Κάπου, ο Ελύτης, σε μιά στιγμή του ευνοημένη, τόπιασε αυτό, και μας τόπε σε δύο ωραίους στίχους, έλα δω Γιώργη, που έχεις κοντά σου το “Άξιον Εστί”, πούν’ο Γιώργης; Πες τους ωραίους αυτούς στίχους, που λέει … μετά.. θα σας τους πω εγώ. Θα μας τους σχολιάσει ο Γιώργος.
Πρώτον. Οι περίφημοι εκείνοι στίχοι, που λέει, κάπου: “Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδερφοί, όπου και να θολώνει ο νούς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη“. Αλλά έχει δύο στίχους θεωρητικούς, που δεν τους κατάλαβε και ο Ελύτης. Είμαι βέβαιος, την ώρα που τους έγραφε, δεν ήξερε τί γράφει. Λέει: – δεν ήξερε, δηλαδή αυτό κάνουν οι μεγάλοι ποιητές, ο poete vates που λένε, ο μάντης ποιητής (η μούσα, η έμπνευση) η μούσα είναι αυτή, ναι, η μανία, δηλαδή. Γιά κοιτάξτε δύο στίχους, λέει: “Ποιητής”, – στο Δοξαστικό, το τρίτο μέρος στο ” Άξιον Εστί“, “Ποιητής, που δουλεύει το μαχαίρι, στο ανεξήτηλο τρίτο του χέρι“. Για κοιτάξτε, τί θέλει να πει ο Ελύτης. “Ποιητής, που δουλεύει το μαχαίρι, στο ανεξήτηλο τρίτο του χέρι”. Ποιό είναι το τρίτο χέρι; Δύο χέρια έχουμε. Ετούτο και κείνο. Ποιό είναι το τρίτο χέρι; Που είναι και το ανεξίτηλο, το πραγματικό; Ήτανε αυτό το ύφος που αναζήτησε ο Σολωμός, σε όλη του τη ζωή. Τον πρόφτασε δηλαδή τον Γκαίτε, στην ίδια εποχή, ο Γκαίτε προηγήθηκε, όπως πρόφτασε και τη φοβερή σφαγή που έγινε ανάμεσα στον Νίτσε και το Βιλαμόβιτς, που σας έλεγα, που περιέγραψε, που κατηγορεί τον Ευρυπίδη, γιατί σκότωσε την αρχαία τραγωδία, που λέει ότι ο μεγαλότολμος Αισχύλος, την υποψιάστηκε, το ρομαντισμό, που θαρθεί μετά από οκτώ αιώνες στην Ευρώπη, αυτά όλα στους στοχασμούς του ποιητή, χίλια δύο άλλα πράγματα, και, όπως προέβλεψε λοιπόν αυτή τη φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στο Νίτσε και στο Βιλαμόβιτς, έτσι δούλεψε και στα επίπεδα του Γκαίτε, πολύ πιό αγνός όμως, γιατί αυτός έσπασε και τα μούτρα του κι έπεσε μέσα και συντρίφτηκε, εκεί που ο Γκαίτε, μακριά από την Ευρώπη, αυτό το πράγμα το είδε σαν θεωρητικός και το επεξεργάστηκε με τον τρόπο που επεξεργάστηκε. Θα μου πείτε: Αυτά βγαίνουν εμμέσως. Με την ίδια την Ελένη, έχει καμιά σχέση ο Σολωμός; Όπως θα ιδούμε έχει ο Ελύτης, έχει ο Σεφέρης, έχει, ξέρω εγώ, ο Σικελιανός, έχει ο Καβάφης. Για την Ελένη μας έχει δώσει ένα μόνο στίχο, ο οποίος δεν υπάρχει στην κλασσική έκδοση του Λίνου Πολίτη, που έχει κάνει ο “Ίκαρος”, θα τον βρείτε στα αυτόγραφα έργα του, τις φωτοτυπίες δηλαδή, που τις φωτοτυπήσανε, τα χειρόγραφα που τα φωτοτύπησε ο Λίνος Πολίτης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο οποίος όμως αυτός στίχος, είναι από εκείνους τους στίχους που λέμε βαραίνει, βαραίνει, όσο ένα κυβικό εκατοστό από μάζα μελανής οπής. (γελάει)
Θυμάστε που σας έλεγα πόσο βαραίνει, ένα κυβικό εκατοστό μάζα, ένα ζάρι δηλαδή, δέκα εις την δεκάτην πέμπτη γραμμάρια, ένα δισεκατομμύριο τόνους δηλαδή. Ποιός είναι ο στίχος; “και την Ελένη αστόχησα κι έλεγα, μνήσθητί μου“. Το “μνήσθητί μου” ο παπάς το λέει για να τον ακούσουμε, τη φριχτή ώρα του θανάτου, που πεθαίνουμε, “και την Ελένη αστόχησα κι έλεγα, μνήσθητί μου”. Για μιά στιγμή την έχασα, δηλαδή, την Ελένη, και χάνομαι. Αυτός ο στίχος είναι από τον “Κρητικό“, το απόσπασμα, το περίφημο εκείνο ποίημα, το απόσπασμα ο “Κρητικός” και θα σας πω, είναι αξιόλογο, ότι αυτό το “μνήσθητί μου”, θα σας δώσω τη γραφή για να δείτε, στο “Σολωμό” μου τόχω βάλει, στο βιβλίο που είχα γράψει παλαιότερα στα νιάτα μου για το Σολωμό, τόχω βάλει μετωπίδα, όταν γρα…συμπεριλαμβάνω τον “Κρητικό” γιατί πιστεύω ότι είναι το καλύτερο κομμάτι του, το γράφει ως εξής: “μνί-σθι-τί μου” , όλα γιώτα, μία λέξη, φωνητική γραφή. Φωνητική, ούτε ορθογραφίες, ούτε τίποτα. Άλλωστε η γραφή του Σολωμού ξέρετε ότι είναι τέτοια, έ; Δεν υπάρχουν ούτε ορθογραφίες, τίποτα, από τα αυτά… Πόσο μακριά έβλεπε, δηλαδή, ή πόσο βλέπει, σε δύο αιώνες, γιατί δε θα γίνουμαι ποτέ, θα εξαφανιστούμε…
Έχω την ιδέα, θα σας πω κάτι πολύ μελαγχολικό, εάν εισαγάγουμε το λατινικό αλφάβητο και μεις, όπως τόκανε ο Ατατούρκ με τους Τούρκους, θα εξαφανιστούμε μέσα στην Ευρώπη. Είναι φοβερό αυτό που σας λέω. Και σαν υπόθεση ακόμη. Αλλά δεν μπορεί να φανταστεί κανείς, τί τραγική μοίρα που έχουμε εμείς, ο μόνος λαός, μέσα στα εκατόν ογδόντα έθνη του ΟΗΕ, που έχουμε μία γλωσσική παράδοση τόσο ισχυρή, με τέτοιο πλούτο και με τέτοια δύναμη και που ζουν στις εκατό οι πενήντα λέξεις, όπως τις έλεγε ο λαός μας την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα, και είμαστε τόσο απομονωμένοι από την Ευρώπη με το αλφάβητο αυτό, γιατί τα γράμματά μας τα βλέπουνε όπως βλέπουμε εμείς… , – σταματήσατε ποτέ σε Κινέζικα; σταματήσατε ποτέ σε Γιαπωνέζικα; σταματήσατε ποτέ στη γραφή του Ισραήλ; ‘Ετσι τα βλέπουνε. Δέκα Γερμανοί μούχαν πει, κατά καιρούς που έκανα στη Γερμανία, πότε, τέλος πάντων, θα βάλετε το λατινικό αλφάβητο, να σας διαβάσουμε και εμείς. Αντιμετωπίζουμε ένα δίλημμα φοβερό, απάνω σ’αυτό, γιατί ένας λόγος είναι να βάλεις το λατινικό αλφάβητο! Ένα δίλημμα φοβερό, σαν αυτό που αντιμετώπισε ο Σολωμός, με το κλασσικό και το ρομαντικό και συντρίφτηκε. Είναι μεγάλη ιστορία, θα μας πάει σε άλλα νερά…
Λοιπόν, τελειώνω με το Σολωμό και κάνω, πολύ, σε τρία λεπτά τελειώνω, πολύ σύντομες αναφορές. Σικελιανός, δεν έπιασε η Ελένη του, όπως δεν έπιασε τίποτα του Σικελιανού, έχει κάτι ωραίους στίχους, πολλά έχει γράψει για την Ελένη, την περίφημη εκείνη “κι ανάμεσα στ’αδέρφια της,που ακροποδίζουν το βουνό, σκυμμένη μέσα σε πέπλο αθάνατο, κατηφοράει σαν το νερό η Ελένη“, – από τον Ταϋγετο που κατεβαίνει, ανάμεσα στους Διοσκούρους, – ε; στον Κάστορα και στον Πολυδεύκη, Δυοσκούροι, οι κούροι του Διός, τα αδέρφια της, οι δύο αστερισμοί που βλέπουμε πάνω τώρα να μεσουρανούν, το βράδυ, στις δέκα η ώρα, έντεκα, οι Δίδυμοι, που λέμε, και είναι, νομίζω, και τώρα η εποχή των Διδύμων, έ; Τα ζώδιά σας και οι βλακείες τους. Οι Δίδυμοι δεν είναι τώρα; Το ζώδιο των Διδύμων είναι. Λοιπόν. Ο Ταύρος είναι. Μετά είναι οι Δίδυμοι. Τώρα είναι ο Αλντεμπαράν! Ω, τι έχουμε να πούμε αύριο για το Αλντεμπαράν του Εμπειρίκου ! Λοιπόν. Τίποτα, δε στάθηκε τίποτα για το (Σικελιανό) , είπε, αλλά δεν την άγγιξε την Ελένη. Την Ελένη την άγγιξε ο Καβάφης. Προσέξτε! Με την εξής ιδιοτυπία. Ο Καβάφης δεν έχει γυναίκες μές την ποίησή του. Το ξέρουμε αυτό. Τέσσερεις,πέντε μορφές, αλλά αυτές σεβάσμιες γυναίκες, η Κρατησίκλεια, αυτή η ωραία Σπαρτιάτισσα, η μάνα του Κλεομένη του Β’ και δυό-τρεις άλλες, να πούμε, Αλεξάνδρα και Ιαναίος, και τέτοια, δεν έχει γυναίκα γιατί έχει τους εφήβους, είχε τη γνωστή αυτή… ωραία , τον ελληνικό έρωτα, ομοφυλοφιλική συμπεριφορά του, αλλά το σύμβολο της Ελένης, θα μπορούσε να πει κανείς, το πέρασε μέσα στο ιδεώδες ζεύγος του Πατρόκλου και του Αχιλλέα, οι οποίοι ήτανε ερωτικό ζευγάρι, όπως ξέρετε, έτσι; Ερώμενος ο Αχιλλέας και εραστής ο Πάτροκλος. Αυτά μας τα λέει.. θα τα διαβάσετε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Αλλά και άλλες \ μαρτυρίες… , όπως επίσης ερωτικό ζευγάρι ήτανε ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, οι δύο αυτοί τυραννοκτόνοι που παραδίδονται, πηγαίνετε στο Θουκυδίδη να τα βρείτε αυτά. Και βέβαια για τον…. είπαμε ομοφυλοφιλικό έρωτα στην Ελλάδα, δεν έχουμε καιρό.. να ιδείτε τί .. λέει ο Πίνδαρος, έβλεπε ένα αγοράκι δώδεκα χρονών και λέει “λυώνω, όπως λυώνει το κερί της κερύθρας τον Ιούλιο”, ή τι λέει ο Φειδίας ή τι λέει ο Σοφοκλής, είναι άλλα πράγματα, μας στέλνουνε μακριά. Τώρα απλώς, έτσι, αφορμές σας δίνω, αλλά μετά φόβου Θεού τα πλησιάζουμε αυτά.
Λοιπόν. Το ζευγάρι αυτό, ο Αχιλλέας και Πάτροκλος, οι περίφημοι, είτε “Η Κηδεία του Σαρπηδόνος” είτε τα περίφημα ” Άλογα του Αχιλλέως”, θάλεγε κανείς, μέσα από την ομοφυλική του ιδιαιτερότητα την ερωτική, συμπε… Εκείνος που πολλά έχει να πει για την Ελένη, αλλά όχι βέβαια στα βάθη του Σολωμού, – για το Θεό δηλαδή! – , μη μας ακούσουνε, είναι ο Ελύτης που όπως σας έχω πει και άλλοτε, το όνομά του το πήρε από το ΕΛ – της Ελένης, Ελ, Ελένη, Ελευθερία, Ελλάδα, και λοιπά, το Υ grecum, το μόνο ελληνικό γράμμα, παγκόσμια, το Υ grecum, το υ το ποτηράκι, που λέτε, και η αρχαιοπρεπής κατάληξη – ΤΗΣ. Μας έχει δώσει και δύο-τρία ωραία ποιήματα για την Ελένη ο Ελύτης, ήδη από τους Προσανατολισμούς, έτσι; “κι όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα“, “με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι“, και άλλα μετά, “η Ελένη με το πρόσωπο και με το πλάι, “κάτασπρο γιασεμί και μυ και μυ και μυστικέ μου Αποσπερίτη, φέρτε με, φέρτε με στη Κρήτη και μη και μη ρωτάτε το γιατί ” . “Ελένη, σελήνη, σελήνη, Ελένη σελήνη αναβρυτή, Ελένη χώρα του Ήδυπνου, πόρπη ασημένια Ελένη“…. , μας έχει δώσει πολλά ωραία, ο Ελύτης, και σταματάμε στο Γιώργο Σεφέρη.
Τρία λεπτά και τελειώνουμε. Η περίφημη Ελένη του Σεφέρη, είναι της ύστερης ποιητικής δημιουργίας του Γιώργου Σεφέρη, μετά το 1950, είναι στο “Ημερολόγιον Καταστρώματος Γ’“, …Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», στα ποιήματα για την Κύπρο, την ενεπνεύσθη από κει, και εδω, σαν πηγή, δεν λαβαίνει πιά τον Όμηρο, αλλά λαβαίνει τον Ευρυπίδη. Μας λέει ότι – θυμάστε, εκεί, ότι πήγανε και πολεμούσαν δέκα χρόνια, οι Έλληνες, στην Τροία, και σκοτωνόντουσαν και γέμισε ο Σκάμανδρος κουφάρια, “και τα κορμιά μας σαν τα σταρόσπυρα στις μυλόπετρες”, που τ’αλωνίζανε, γιατί; “Γιά ένα πουκάμισο αδειανό, για μιάν Ελένη“. Ο κλασσικός στίχος. Για κάτι που δεν υπήρχε, δηλαδή, για ένα στόχο που δεν υπήρχε, τούτα και κείνα. Αυτή είναι η ιδέα του Ευρυπίδη, βέβαια, στην Τραγωδία, αυτό που σας είπα τώρα, ξαναγυρίζουμε στον Ευριπίδη, γι’αυτό έχει και μετωπίδα στο ποίημά του αυτό ο Σεφέρης, τους στίχους αυτούς του Ευρυπίδη, κάποιους στίχους από την Ελένη,που λέει “ουκ εύα εις Πέργαμα Τροίας”, δεν πήγε ποτέ στην Τροία, ούτε μπήκε στα “γαλαζόπλωρα καράβια”, “αλλ’είδωλον ην”, το είδωλό της ήταν αυτό που πήγε. Το ερώτημα, εδώ απάνω, αγαπητοί μου φίλοι, είναι το εξής: από τον Ευρυπίδη ο Σεφέρης απλά το μιμήθηκε και θέλησε να του δώσει και μιά πολιτική απόχρωση, με την ασβολερή μοίρα της Κύπρου, τώρα με την κατοχή από τους Άγγλους, την εποχή εκείνη που τόγραφε, και τα λοιπά.
Γιατί πολεμούσαν οι Έλληνες δέκα χρόνια στην Τροία; Για ένα στόχο. Για ένα σκοπό. Υπήρχε στόχος και σκοπός. Και για αυτό τον στόχο τάδωσαν όλα. Φύγανε, αφήσανε οικογένειες, πατρίδες, χωριά, περιουσίες, πλούτη, ειρήνη, χαρά, έρωτες και πηγαίναν και σκοτωνόντουσαν μέχρι τέλους και μέχρις εσχάτων. Ποιός ήταν αυτός ο στόχος; Να πάρουν την Ελένη. Η Ελένη δεν ήταν στην Τροία. Που σημαίνει ότι πίσω από αυτό το στόχο, δεν υπήρχε νόημα, δεν υπήρχε ουσία. Ο στόχος ήταν μία απάτη. Ήταν κάτι δηλαδή χωρίς λόγο, μιά ανοησία, μιά απάτη. Ως εδώ πάει καλά. Από εδώ το πράγμα γίνεται δραματικό και καταντάει τραγικό και μπορούμε να καταλάβουμε την ιδέα του Ευρυπίδη.
Μήπως, μήπως και όλοι αυτοί οι στόχοι που έχουμε και εμείς στη ζωή μας, δεν έχουνε ένα αντίκρυσμα, δεν έχουνε ένα κοίτασμα; Δεν έχουν μιά πραγματικότητα; Είναι μία απάτη; Και την παθαίνουμε και εμεις, όπως εκείνοι που πολεμούσαν για το τίποτα και πεθαίνανε; Μήπως όλη η ζωή μας είναι χωρίς λόγο; Που εισάγεται πιά ένας πεσσιμισμός, μιά απαισιοδοξία, μιά …
Αυτό το πρόβλημα από την αρχαία εποχή απασχολεί τους έλληνες στοχαστές, και μάλιστα την εποχή που, έγραφε, είχε προηγηθεί του Ευρυπίδη, το είχανε επεξεργαστεί οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι και το είχαν κλείσει κάτω από τη φοβερή αυτή στέγη, στην ιστορία της φιλοσοφίας που λέμε γιγαντομαχία της “περί της ουσίας”. Εδώ γίνεται γιγαντομαχία, ουσία υπάρχει ή δεν υπάρχει;
ΤΕΛΟΣ
Ώρα για…
Λίγη μυθολογία…
1.Ποια ήταν η Ωραία Ελένη;
Ο μύθος της, πολύ περίπλοκος, εξελίχτηκε πολύ από τα ομηρικά έπη και ύστερα και φορτώθηκε με στοιχεία πολύ διαφορετικά, που προοδευτικά κάλυψαν την αρχική αφήγηση. Στα ομηρικά έπη η γενεαλογία της είναι ακόμη σαφής· κόρη του Δία και της Λήδας, έχει ως «ανθρώπινο» πατέρα τον Τυνδάρεο και αδελφούς τους Διοσκούρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Αδελφή της είναι η Κλυταιμνήστρα. Αλλά από πολύ νωρίς η Ελένη θεωρήθηκε κόρη του Δία και της Νέμεσης. Η Νέμεση, προσπαθώντας να αποφύγει τον Δία, διέτρεξε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ άλλαζε συνέχεια μορφή. Στο τέλος μεταμορφώθηκε σε χήνα. Ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο και μ’ αυτή τη μορφή ενώθηκε μαζί της στον Ραμνούντα, στην Αττική. Ύστερα από την ένωση αυτή, η Νέμεση γέννησε ένα αυγό, που το εγκατέλειψε μέσα σε ένα ιερό δάσος. Ένας βοσκός το ανακάλυψε και το έφερε στη Λήδα. Εκείνη το έβαλε μέσα σε ένα καλάθι και, τον καιρό που έπρεπε, άνοιξε το αυγό και γεννήθηκε η Ελένη, την οποία η Λήδα ανέθρεψε σαν να ήταν δική της κόρη.
Η παράδοση, που θεωρεί τη Λήδα μητέρα της Ελένης, διηγούνταν με ανάλογο τρόπο πως ο Δίας είχε ενωθεί μαζί της με τη μορφή κύκνου και πως αυτή είχε γεννήσει ένα αυγό, από όπου βγήκε η κόρη της. Ή ακόμη πως είχε γεννήσει δύο αυγά· από το ένα βγήκαν η Ελένη και ο Πολυδεύκης και από το άλλο η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας. Εκτός και αν, σύμφωνα με μία τελευταία εκδοχή, η Ελένη, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης βγήκαν από το ίδιο αυγό, ενώ η Κλυταιμνήστρα, κόρη του Τυνδάρεου, γεννήθηκε με φυσιολογικό τρόπο.
Άλλες ακόμη παραδόσεις θεωρούσαν την Ελένη κόρη του Ωκεανού ή της Αφροδίτης. Της αποδίδουν επίσης ως αδελφές, εκτός από την Κλυταιμνήστρα, την Τιμάνδρα και τη Φυλονόη.
2.Ο (παρεξηγημένος;) έρωτας της Ελένης και του Μενέλαου
Εδώ, λοιπόν, μπαίνει στην ιστορία η Ελένη, προικισμένη που ήταν με θεϊκή ομορφιά. Το δώρο αυτό όμως την έβαζε συνεχώς σε μπελάδες. Κοριτσάκι ήταν την είδε ο Θησέας, ο γνωστός ήρωας, και μπήκε στον πειρασμό να την απαγάγει, πράγμα που και έκανε, προκαλώντας έτσι την οργή των αδελφών της, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, οι οποίοι για να σώσουν την αδελφή τους κατέστρεψαν την Αθήνα, το βασίλειο του Θησέα (μύθος που μας θυμίζει την μετέπειτα χρόνια έχθρα μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών). Αυτό βέβαια είναι το τίμημα του να είσαι ημίθεος, πόσο μάλλον παιδί του Δία. Διότι η ομορφιά της Ελένης δεν ήταν τυχαία. Στην πραγματικότητα η μητέρα της, η Λύδα δεν την έκανε με τον Τυνδάρεω αλλά με τον Δία ο οποίος είχε πάρει τη μορφή ενός λευκού κύκνου, γεννώντας έτσι δύο αυγά μέσα από τα οποία βγήκαν ο παντοδύναμος Πολυδεύκης και η πανέμορφη Ελένη.
Αφού οι Διόσκουροι κατάφεραν να την βρουν και την σώσουν, η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη μεγαλώνοντας μαζί με τα αδέλφια της και τους Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Και κάπου εκεί ένας έρωτας άρχισε να γεννιέται μεταξύ της Ελένης και του Μενέλαου που εκείνον τον καιρό φύλαγε τα κοπάδια του Τυνδάρεου.
Μεγάλωσαν οι Ατρείδες και ήρθε η ώρα να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Επέστρεψαν στις Μυκήνες και βοήθεια από τη Σπάρτη και σκότωσαν τον Θυέστη. Έτσι ο Αγαμέμνονας, ως μεγάλος γιος, έγινε ο βασιλιάς των Μυκηνών και ζήτησε για γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα, την αδελφή της Ελένης. Όσο για τον Μενέλαο, επέστρεψε στη Σπάρτη κοντά στην αγαπημένη του Ελένη, γνωρίζοντας πως σε λίγο καιρό θα την έχανε για πάντα. Γιατί η Ελένη έφτασε σε ηλικία γάμου και δεκάδες βασιλιάδες και πρίγκιπες ήρθαν να τη ζητήσουν.
Σχεδόν όλοι όσοι πήραν μέρος αργότερα στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγοί, επισκέφτηκαν το παλάτι του Τυνδάερου με όνειρο να κάνουν δική τους την Ελένη. Ανάμεσα τους ο Αχιλλέας, ο Αίαντας, ο Διομύδης και ο Οδυσσέας. Όλοι τους έπρεπε να περάσουν αθλητικές δοκιμασίες και όποιος έβγαινε πρωταθλητής θα έκανε την Ελένη γυναίκα του. Όμως ήταν δύσκολο να στεφθεί ο νικητής ανάμεσα σε τόσους ήρωες, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να τραβηχτούν όπλα και να ξεσπάσει τρομερός καβγάς.
Τη λύση την έδωσε ο Οδυσσέας. Και ποια λύση ήταν αυτή. Να άφηναν την ίδια την Ελένη να διαλέξει τον άντρα που ήθελε για σύντροφο της.
Έτσι κι έγινε. Η Ελένη αφέθηκε μέσα στα βασιλόπουλα να επιλέξει. Όμως αυτός που επέλεξε δεν ήταν βασιλιάς. Ήταν ο Μενέλαος. Ο παιδικός της φίλος, ο εκλεκτός της καρδιάς της.
Εδώ, λοιπόν, μπαίνει στην ιστορία η Ελένη, προικισμένη που ήταν με θεϊκή ομορφιά. Το δώρο αυτό όμως την έβαζε συνεχώς σε μπελάδες. Κοριτσάκι ήταν την είδε ο Θησέας, ο γνωστός ήρωας, και μπήκε στον πειρασμό να την απαγάγει, πράγμα που και έκανε, προκαλώντας έτσι την οργή των αδελφών της, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, οι οποίοι για να σώσουν την αδελφή τους κατέστρεψαν την Αθήνα, το βασίλειο του Θησέα (μύθος που μας θυμίζει την μετέπειτα χρόνια έχθρα μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών). Αυτό βέβαια είναι το τίμημα του να είσαι ημίθεος, πόσο μάλλον παιδί του Δία. Διότι η ομορφιά της Ελένης δεν ήταν τυχαία. Στην πραγματικότητα η μητέρα της, η Λύδα δεν την έκανε με τον Τυνδάρεω αλλά με τον Δία ο οποίος είχε πάρει τη μορφή ενός λευκού κύκνου, γεννώντας έτσι δύο αυγά μέσα από τα οποία βγήκαν ο παντοδύναμος Πολυδεύκης και η πανέμορφη Ελένη.
Αφού οι Διόσκουροι κατάφεραν να την βρουν και την σώσουν, η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη μεγαλώνοντας μαζί με τα αδέλφια της και τους Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Και κάπου εκεί ένας έρωτας άρχισε να γεννιέται μεταξύ της Ελένης και του Μενέλαου που εκείνον τον καιρό φύλαγε τα κοπάδια του Τυνδάρεου.
Μεγάλωσαν οι Ατρείδες και ήρθε η ώρα να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Επέστρεψαν στις Μυκήνες και βοήθεια από τη Σπάρτη και σκότωσαν τον Θυέστη. Έτσι ο Αγαμέμνονας, ως μεγάλος γιος, έγινε ο βασιλιάς των Μυκηνών και ζήτησε για γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα, την αδελφή της Ελένης. Όσο για τον Μενέλαο, επέστρεψε στη Σπάρτη κοντά στην αγαπημένη του Ελένη, γνωρίζοντας πως σε λίγο καιρό θα την έχανε για πάντα. Γιατί η Ελένη έφτασε σε ηλικία γάμου και δεκάδες βασιλιάδες και πρίγκιπες ήρθαν να τη ζητήσουν.
Σχεδόν όλοι όσοι πήραν μέρος αργότερα στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγοί, επισκέφτηκαν το παλάτι του Τυνδάερου με όνειρο να κάνουν δική τους την Ελένη. Ανάμεσα τους ο Αχιλλέας, ο Αίαντας, ο Διομύδης και ο Οδυσσέας. Όλοι τους έπρεπε να περάσουν αθλητικές δοκιμασίες και όποιος έβγαινε πρωταθλητής θα έκανε την Ελένη γυναίκα του. Όμως ήταν δύσκολο να στεφθεί ο νικητής ανάμεσα σε τόσους ήρωες, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να τραβηχτούν όπλα και να ξεσπάσει τρομερός καβγάς.
Τη λύση την έδωσε ο Οδυσσέας. Και ποια λύση ήταν αυτή. Να άφηναν την ίδια την Ελένη να διαλέξει τον άντρα που ήθελε για σύντροφο της.
Έτσι κι έγινε. Η Ελένη αφέθηκε μέσα στα βασιλόπουλα να επιλέξει. Όμως αυτός που επέλεξε δεν ήταν βασιλιάς. Ήταν ο Μενέλαος. Ο παιδικός της φίλος, ο εκλεκτός της καρδιάς της.
Κι έτσι το ζευγάρι παντρεύτηκε και έζησε ευτυχισμένο. Αργότερα απέκτησαν ένα κοριτσάκι, την Ερμιόνη. Και όταν ο Τυνδάρεως πέθανε από γηρατειά, τη θέση του πήρε ο Μενέλαος και έγινε βασιλιάς της Σπάρτης.
Την ευτυχία τους όμως ήρθε να ταράξει ο μικρός γιος του Πρίαμου, ο Πάρης. Αυτός ήρθε ως φιλοξενούμενος του Μενέλαου με τον οποίο είχαν γίνει φίλοι πριν από λίγο καιρό στην Τροία, όταν ο πρώτος έσωσε τη ζωή του δεύτερου από ένα αγριογούρουνο. Ο Πάρης όμως είχε άλλα σχέδια καταφθάνοντας στην Σπάρτη. Είχε έρθει για να πάρει το δώρο που του είχε τάξει η θεά Αφροδίτη σε αντάλλαγμα του Μήλου της Έριδος που της χάρισε ως ομορφότερη από τις τρεις θεές που τον είχαν θέσει για κριτή.
Και το δώρο αυτό δεν ήταν άλλο από την ίδια την Ελένη.
Η Ελένη, από τη μεριά της δεν ήθελε να αφήσει ούτε τον άντρα της ούτε και το παιδί της. Οι αναμνήσεις από την απαγωγή του Θησέα και την καταστροφή της Αθήνας της είχαν αφήσει σημάδια. Δεν ήθελε να ξαναπεράσει τα ίδια και χειρότερα για χάρη του νεαρού Τρώα. Όμως αναγκάστηκε να υποκύψει στο όνομα της θεάς. Κι έτσι, μια νύχτα που ο Μενέλαος έλειπε στην Κρήτη για να βρεθεί αναγκαστικά στο πλάι του φίλου του, του Ιδομενέα, έφυγε με τον Πάρη.
Κατά μία έννοια υπήρξε απαγωγή. Δεν έφυγαν οι δυο τους αφού ο Πάρης έκλεψε μαζί με την Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέλαου, μαζί και κάποιες γυναίκες του παλατιού. Ο φίλος του ο Αινείας προσπάθησε να τον συνετίσει μα ο Πάρης ήταν αρκετά άπληστος για να σταματήσει. Και μόνο που είχε σβήσει από μέσα του την αγαπημένη του Οινώνη, μια νύμφη με την οποία ήταν παντρεμένος, αυτό αρκούσε
για να φανερώσει την αλαζονεία του.
Τα νέα έφτασαν στον Μενέλαο ο οποίος πληγωμένος τόσο από την γυναίκα του όσο και από την ασυγχώρητη συμπεριφορά του φιλοξενούμενου του, ταξίδεψε ως την Τροία για να λύσει το θέμα ειρηνικά. Οι Τρώες όμως δεν τον δέχτηκαν κι έτσι ο Μενέλαος γύρισε στην Σπάρτη ταπεινωμένος. Ο αδελφός του, ο Αγαμέμνονας, ο οποίος εδώ και καιρό έκανε βλέψεις να κατακτήσει την Τροία, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Θα καλούσε όλους τους βασιλιάδες της Ελλάδας να πολεμήσουν στο πλευρό των Ατρειδών όπως είχαν ορκιστεί να κάνουν την μέρα που η Ελένη διάλεξε τον Μενέλαο για σύζυγο της.
Η συνέχεια είναι σε όλους μας γνωστή. Δεκάδες στρατοί συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα για να σαλπάρουν μέχρι την Τροία και να πολεμήσουν για χάρη της Ελένης και του Μενέλαου. Δέκα ολόκληρα χρόνια κράτησε ο πόλεμος και χιλιάδες Έλληνες και Τρώες έχασαν την ζωή τους, ανάμεσα τους μεγάλοι ήρωες όπως ο Αχιλλέας και ο Έκτορας. Σκοτώθηκε και ο Πάρης από τον Φιλοκτήτη κι έτσι ο Μενέλαος έχασε την ευκαιρία του να τον εκδικηθεί. Ο Διήφοβος, αδελφός του Πάρη, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Να κάνει δική του την Ελένη με αποτέλεσμα να νιώσει την οργή του Μενέλαου όταν ο Δούρειος Ίππος μπήκε στην Τροία και οι Έλληνες έλυσαν την πολιορκία.
Τώρα, έπειτα από τόσον καιρό αγωνίας, σφαγής, πόνου, αίματος και δακρύων, το ζευγάρι ήταν και πάλι μαζί. Η ώρα τους να επιστρέψουν στην πατρίδα και στην κόρη τους, είχε φτάσει.
Ή έτσι πίστευαν.
Ο Μενέλαος και η Ελένη, πέρα από τα δέκα χρόνια που έκαναν να ανταμώσουν, χρειάστηκαν άλλα οχτώ για να γυρίσουν στην Σπάρτη. Μια τρομερή φουρτούνα έξω από την Λακωνία έστειλε το καράβι τους μακριά, σε χώρες που δεν είχαν επισκεφτεί. Πέρασαν από την Συδώνα, την Αιθιοπία, την Κύπρο, την Φοινίκη και την Λιβυή. Στην Αίγυπτο τους φιλοξένησε η βασίλισσα Πολυδάμια η οποία χάρισε στην Ελένη ένα μαγικό βότανο που όποιος το έπινε, ξεχνούσε τα δυσάρεστα του παρελθόντος.
Για να φτάσουν τελικά στην Σπάρτη έπρεπε πρώτα να βρουν τον Πρωτέα, τον Γέρο της Θάλασσας και να πάρουν το χρησμό του. Μετά από πολλές περιπέτειες ο Μενέλαος κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον Πρωτέα για να μάθει σε ποιους θεούς έπρεπε να θυσιάσει και ποιον δρόμο να ακολουθήσει.
Ο Πρωτέας αποκάλυψε τα πάντα στον Μενέλαο και μαζί με αυτά τις τύχες των συντρόφων του. Του είπε για την ταλαιπωρία του Οδυσσέα και για την δολοφονία του αδελφού του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο, τον γιο του Θυέστη. Όμως του είπε και κάτι ευχάριστο. Ότι ο Μενέλαος και η Ελένη δεν θα αποχωρίζονταν ποτέ ξανά ο ένας τον άλλον και θα ζούσαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα. Και όταν θα έκλειναν τα μάτια τους θα πήγαιναν στα Ηλύσια Πεδία όπου θα συνέχιζαν να ζουν αγαπημένοι για όλη την αιωνιότητα.
Και έτσι έγινε. Ο Μενέλαος και η Ελένη, οι δυο παιδικοί φίλοι που χτυπήθηκαν από την μοίρα να ζουν χωριστά στα ωραιότερα χρόνια της ζωής τους, επιτέλους βρήκαν γαλήνη μετά θάνατον. Και παραμένουν ερωτευμένοι και αγαπημένοι μακριά από τις έχθρες, τις αδικίες και τον πόλεμο, εκεί όπου ξεκουράζονται οι ήρωες και εραστές μιας αλλοτινής εποχής.
3. Το τέλος της Ωραίας Ελένης
Την τραγικότητα του ρόλου της γυναίκας που “έστειλε” χιλιάδες άνδρες να πολεμήσουν στον δεκαετή πόλεμο της Τροίας όλοι τον γνωρίζουμε. Η ωραία Ελένη μισήθηκε, υμνήθηκε κατηγορήθηκε και ενέπνευσε. Όμως τι απέγινε η ωραία Ελένη; Ποιο ήταν το τέλος της; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.
Μετά την φυγή της από την Σπάρτη, μετά τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, μετά την πολυτάραχη επιστροφή της στην Σπάρτη, μετά τον θάνατο του Μενέλαου, η Ελένη βρέθηκε ανάμεσα σε δύο προγόνους που την απεχθάνονταν: τον Νικόστρατο και τον Μεγαπένθη. Τότε πήρε την απόφαση να ξαναφύγει, αυτή την φορά μόνη, -κατά μία άλλη εκδοχή εξορίστηκε από τους γιους του Μενέλαου-, για να βρεθεί με μια παιδική της φίλη. Ταξίδεψε μέχρι την Ρόδο και μετέβη στην αργολική αποικία της Ρόδου, όπου βασίλευε η Πολυξώ, χήρα τότε από τις πολλές του Τρωικού πολέμου. Η Ελένη αναζητούσε επιτέλους καταφύγιο κοντά σε μια γυναίκα στις παιδικές της αναμνήσεις. Η Πολυξώ όμως ήθελε να εκδικηθεί για τον άντρα της τον Τληπόλεμο. (Παυσανίας – 3.19.9-11). Όπως πολλές άλλες γυναίκες επέρριπτε στην Ελένη την ευθύνη για τον χαμό του. Αλλά υποδέχθηκε την Ελένη ευγενικά. Για πρώτη φορά δεν παρενοχλούσαν την Ελένη άντρες.
Μια μέρα ονειροπολούσε ξαπλωμένη στην μπανιέρα, όταν εισέβαλαν μερικές θεραπαινίδες της Πολυξούς μεταμφιεσμένες σε Ερινύες. Την έσυραν έξω γυμνή ενώ έσταζε ακόμη νερά και την κρέμασαν σε ένα δέντρο, σε ένα πλάτανο, δέντρο αγαπημένο της θεάς Αφροδίτης αλλά και της Εκάτης. Αργότερα οι Ρόδιοι αφιέρωσαν ναό δίπλα στον πλάτανο που την είχαν βρει κρεμασμένη και λατρεύτηκε σαν Ελένη Δεντρίτις. Η Ελένη των δέντρων, η δενδρίτις τιμήθηκε με πλήθος γονιμικά αφιερώματα. Η δεντρολατρεία φαίνεται πως είναι θέμα πολλών μυκηναϊκών έργων τέχνης. Έτσι συναντάμε στον μύθο την Αριάδνη, θεά της Κρήτης να απαγχονίζεται μόνη της όπως έκανε και η Ηριγόνη της Αττικής, ενώ η Άρτεμις η απαγχονισμένη, είχε ιερό στην Κονδυλαία της Αρκαδίας.
Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι η Ελένη μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου έζησε με τον Μενέλαο. Ο Ευριπίδης (Ορ. 1629 κ.ε.) την είχε ανεβάσει στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, Ορέστη και Πυλάδη, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας.
Άλλοτε πάλι λέγεται ότι η Ιφιγένεια τη θυσίασε στην Ταυρίδα ή ότι η Θέτιδα τη σκότωσε στο ταξίδι της επιστροφής για να εκδικηθεί τον θάνατο του Αχιλλέα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση η Ελένη παντρεύτηκε τον Αχιλλέα και έζησαν μαζί στο νησάκι Λευκή. Έκαναν μάλιστα και ένα γιο, τον Ευφορίωνα.
Η Ελένη έζησε περιτριγυρισμένη από τον έρωτα μερικών αντρών, από το μίσος πολύ περισσοτέρων και εκείνο όλων των γυναικών. Έτσι η Ελένη επέδειξε την ίδια άσεμνη θρασύτητα των θεαινών, όταν εμφανίστηκε μια νύχτα στον Όμηρο και του έδωσε την εντολή να γράψει ένα έπος για τους πολεμιστές του Τρωικού πολέμου, θέλοντας να παρουσιάσει τον θάνατό τους πιο ζηλευτό από των άλλων, και κατά κάποιο τρόπο χάρη στην τέχνη του Ομήρου, αλλά ιδιαίτερα εξαιτίας της, εκείνο το έπος είναι τόσο θελκτικό και διάσημο ανάμεσα σε όλα.
Αντί να κλάψει τις ενοχές της, παρήγγειλε, σαν βασίλισσα, την Ιλιάδα στον Όμηρο, για να την υμνήσει. Η λογοτεχνία υπάκουσε στο κέλευσμά της απορροφώντας την αφροδίσια μαγεία της. Ο Στησίχορος -που μας διηγείται την ιστορία του ο Πλάτωνας στον Φαίδρο- την κατηγόρησε ως “δίγαμη και τρίγαμη, αυτή που εγκαταλείπει τους άντρες”. Χρειάστηκε να τυφλωθεί και να αναιρέσει τα λόγια και τις κατηγορίες του για την Ελένη και να επανέλθει απολογητικά λέγοντας: “Δεν είναι αληθινός τούτος ο λόγος· δεν μπήκες στα υπερήφανα καράβια κι ούτε έφτασες στης Τροίας το κάστρο”.
Η ένταση ανάμεσα στο είδωλο και το σώμα της Ελένης, σαν είδωλο και μια ομορφιά που εκκολάφτηκε από το αυγό της Ανάγκης, ήταν πολύ δυνατή. Για πολλά χρόνια οι Έλληνες δεν κατάφεραν να την αντέξουν. Στον Όμηρο το σώμα και το είδωλο συνυπάρχουν σιωπηλά. Μετά το Όμηρο, ο κόμπος που τα σφίγγει σε ένα και μόνο πλάσμα χαλαρώνει όλο και περισσότερο, μέχρι που διαχωρίζονται. Από την μια πάντα θα υπάρχει η ένοχη γυναίκα με τους πολλούς άντρες, επανειλημμένα πουλημένη για την ομορφιά της, όπως μια οποιαδήποτε εταίρα. Από την άλλη θα εμφανίζεται η Ελένη, θύμα της ουράνιας μοχθηρίας.
Με έναν εσωτερικό κόσμο αμφισβητήσιμο και με πρόθεση να επιδεικνύεται και να εξαπατά, η ωραία Ελένη για αιώνες υπέμεινε προσβολές και βλαστήμιες. Αλλά ήταν πάντα η μοναδική γυναίκα στην οποία ο Δίας, επέτρεψε να τον αποκαλεί πατέρα.
Πηγές: Ρ.Καλλάσο” Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας”. Ρ.Γκρέιβς “Οι Ελληνικοί Μύθοι” και “Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας” της Δήμητρας Μήττα
«Η απαρηγορία» – Μεγάλη Εβδομάδα Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα, διορατικά μυρίζουν όταν κάτι δεν πάει καλά, κάτι απογοητεύει πάλι. Η Μεγάλη Εβδομάδα, όπως στάζει κερί και τάμα στη θρησκόληπτη ανάμνηση, στην άθεη απουσία. Η Κυριακή του Νυμφίου, όπως αναστατώνει, βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο στις αφίξεις. Οι διάφοροι Νυμφίοι, που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται, κάποια διήμερη εκδρομή, κάποια ευκολότερη θρησκεία που την ασπάζονται. Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή σε κάθε βήμα, όπως κατασταλάζεις για το έθιμο, έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες. Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι, περιμένουν αυγά και τσουρέκι. Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή, τα περιστύλια της υπομονής, τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις τον ετήσιο Ιούδα, που αργεί να ’ρθεί από το ράφτη, από τον κουρέα. Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα. Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση κι η απαρηγορία, ο νηστικός της ήχος όπως λιποθυμάει στα εαρινά αρμόνια των καθολικών απογευμάτων. Οι αργίες, οι αργοπορίες, οι αγριότητες, όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας. Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε κι έφτιαξε τη ζωή του. Η Μυροφόρος έλλειψις, που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει. Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων τη Μεγάλη Εβδομάδα και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια. Η Αγία Επανάληψη, η θαυματουργή, η αχειροποίητος, όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα, θαμμένη, σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας, σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον. Όπως την πιστεύω.
«Μεγάλη Πέμπτη» Υπαίθριος καιρός. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο. Φορτωμένες. Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι. Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες οι λιποψυχίες μας. Ατελής η ελαιογραφία. Να ξαναδοκιμάσω. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο. Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά η αστραφτερή τού τοπίου αγνότητα. Φύσει καταδότρια η αθωότης. Αυτή δεν μας παρέδωσε για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια στην απώλειά της; Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι. Τη θάλασσα.
(Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου», 1971 –συγκεντρωτική έκδοση «Κική Δημουλά, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998)
«Μεγάλη Πέμπτη» Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι για την Ανάστασή σου. Την πιστεύω αλλά με θλίβει όπως μάς θλίβουν γοερά και κάτι άλλα θαύματα που επαληθεύτηκαν αλλόκοτα: με το μη μένοντας κοντά μας όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ. Να αναστηθείς βεβαίως ποιος νεκρός δεν το θέλει ποιος υποψήφιος. Αλλά να έμενες κάτω, εδώ να μένεις ο πλησίον μας. Όσα μας έταξες το είδες δε γίνονται εκεί πάνω εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου. Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα πετρώδη ακανθόσπαρτη γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά ίνα άρεις –Συ είπας– όσα χάσαμε επ’ αυτής. Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις μία βδομάδα εδώ και μιά στο πατρικό σου; Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς να επιβληθείς στη διανομή σου. Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά από εδώ εκεί από κει εδώ η ζωή και ο θάνατος. Όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν. Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια ορατούς λογαριασμούς ή σε αγγίζω Ιησού ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.
(Από τη συλλογή «Ήχος Απομακρύνσεων», εκδ. Ίκαρος, 2001)
«Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής» Αδρανείς. Σε παρασύρει η φωτογραφία σου ότι το έχεις δίπορτο όποτε θέλεις είσαι τάχα εδώ κι όποτε θες κατέρχεσαι. Σ’ εξαπατούν επίσης τα φουσκωμένα λόγια της ανοίξεως δήθεν ότι τα άνθη της συμπαρασύρουν σε ανάσταση κι άλλα εσταυρωμένα χώματα. Άκουσέ με, πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου. Ας σπρώξει λίγο και το Μεγάλο Σάββατο γεροδεμένο είναι σήκωσε θεία κλοπή ασήκωτη και στα ουράνια μοναχό του την ανέβασε. Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος ακάνθινο.
(Από τη συλλογή «Χλόη θερμοκηπίου», εκδ. Ίκαρος, 2005)
«Μεγάλο Σάββατο» Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν οι άγιες μέρες μεταξύ τους κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου όχι για να εισέλθω μολονότι κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ με προϋπηρεσία έντιμη μακρά έξωθεν του Νυμφώνος. Βγες άφοβα. Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ το φίλημα εκείνο που έριξες από το ύψος ευγενέστατης ευχής Καλή Ανάσταση και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε στο δίσκο τού εθίμου; ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα περιγελαστική; ήταν μιά γενναιόδωρη έμπνευση πτωχής αδιαφορίας; Σε ρωτώ γιατί δεν είδα ταμπελίτσα δεν είδα να αναγράφεται το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης ούτε και είδα τυπωμένη τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά. Ανώνυμο τελείως λαθραίο δηλαδή το πώς να αισθανθώ.
(Από τη συλλογή «Χλόη θερμοκηπίου», εκδ. Ίκαρος, 2005)
Σαν σήμερα το 1798 γεννιέται στη Ζάκυνθο ο μεγαλύτερος ποιητής του 19ου αιώνα, ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός. Ήταν ο αρχηγός της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Ύμνο, ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τη δημοτική.
Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1789 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1859, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκλη, ήταν γυναίκα του λαού. Έμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε ηλικία δέκα χρονών, συνοδευόμενος από τον οικοδιδάσκαλό του καθολικό αββά Σάντο Ρόσσι, πήγε στη Βενετία και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας.
Τα ενδιαφέροντα του ήταν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός στιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξάλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.
Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Έλληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.
Δύο διαδοχικές υπογραφές του ποιητή: Dionisio Salamon και Dionisio Solomòs
Άρχισε τότε να διαβάζει τον Χριστόπουλο, να μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, να παρακολουθεί όλη την πριν απ’ αυτόν ποιητική παραγωγή (τη λεγομένη προσολωμική), ώσπου να είναι σε θέση να γράψει ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ποίημα του, που έδειξε στον Τρικούπη ήταν η «Ξανθούλα». Το 1823 έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στο Μεσολόγγι. Τον ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Στα 1826 γράφει τον «Λάμπρο» και τη «φαρμακωμένη». Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποιία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων».
Το σπίτι του Σολωμού στην Κέρκυρα, που σήμερα στεγάζει το κερκυραϊκό Μουσείο Σολωμού
Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, και ζει εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες για μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας. Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πριν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μία δεύτερη ποιητική αναγέννηση.
Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Ήταν όμως ήδη Έλληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μία μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα για ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».
Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ’ ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου. Ήταν τόσο γενική και στερεή η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος για τον ποιητή.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1859, κυκλοφόρησαν τα «Άπαντα» του Σολωμού, σε έκδοση και με πρόλογο του Ιάκωβου Πολυλά, ενός από τους οξυνούστερους παράγοντες του φιλολογικού του κύκλου, που έμεινε πλέον και ο ηγέτης του κύκλου αυτού. Μάλιστα σε αυτό ακριβώς το έργο του Πολυλά χαρακτηρίζεται ο Σολωμός για πρώτη φορά ως “εθνικός ποιητής”.
Το 1864 οι πρώτες στροφές από τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού ορίστηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ήταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα. Η επιβολή του ονόματός του σε ευρύτερα στρώματα έφερε ως επακόλουθο και την ευρύτερη διάδοση του έργου του, που άσκησε σιγά-σιγά την επήρεια του επί μία εικοσαετία και τελικά αποτέλεσε την αφετηρία, για ένα ξεκίνημα των νέων ποιητών, πάνω σε καινούριες βάσεις και έξω από τους θρήνους και ολοφυρμούς των ρομαντικών.
Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ο Σολωμός έδειξε, ότι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δεν υπήρχε κι όπου όλα – γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα – ήταν αισθητικά οργανωμένα, αλλά όχι και εγκεφαλικά. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε δροσιά, φυσικότητα και παρθενικότητα. Ο Σολωμός πέτυχε, μία θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας.
Είχε μία θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπουμε και στο «Διάλογο» του (όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος), και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μία παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.
Οι πρώτες του δοκιμές σε μία γλώσσα, που δεν τη χρησιμοποίησε ακόμα με την ευχέρεια της μητρικής γλώσσας, έδωσαν λαμπρά αποτελέσματα με στροφές ειδυλλιακές, γεμάτες φως, διαύγεια και ιδεαλιστική πνοή. Κατακτώντας σιγά – σιγά το γλωσσικό του όργανο και ζώντας τον παλμό, του Αγώνα και την αγωνία του επαναστατημένου Έθνους, έντυσε τις εμπνεύσεις του με τα χτυποκάρδια των πολεμιστών. Έδωσε ποιητικό νόημα στην Εθνεγερσία. Έγινε η έκφραση των αισθημάτων του καιρού του και της πατρίδας του. Και με τόσο βαθιά συναίσθηση ευθύνης, ώστε, μπρος στο τέλειο και το ιδεώδες, που επιδίωκε, να γράφει και να ξαναγράφει τις ποιητικές του συνθέσεις σε διάφορα σχεδιάσματα, ώσπου να πετύχει να συνδυάσει την πιο τέλεια μορφή με το πιο υψηλό περιεχόμενο.
«… Ο Σολωμός, – γράφει ο Α. Καραντώνης – γύρεψε να συγχωνέψει σε μία τέλεια και καθαρή, απλή όσο και βαθιά μορφή μουσικού ποιητικού λόγου, όλες τις ιδιότητες και τις ενέργειες του ανθρώπου – από το πιο αυθόρμητο ψυχικό σκίρτημα ως τη φιλοσοφική ενόραση και την πνευματική σύλληψη της Θείας Δημιουργίας, συνταιριασμένες με μία ανώτερη αντίληψη του Χρέους».
Το σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυΐα του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την Ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.
Χειρόγραφο του ποιητή από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”