Βιβλιοπρόταση: τα πάθη του νεαρού Βερθέρου του Γκαίτε

Ο συγγραφέας

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε γεννήθηκε στην Φρακφούρτη στις 28 Αυγούστου 1749. Η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα εύπορη, γεγονός που του προσέφερε τη δυνατότητα, για να αποκτήσει μια πολύ καλή μόρφωση. Ο μικρός Γιόχαν από μικρός εκδήλωσε την κλίση του προς τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και το θέατρο. Διδασκόταν κατ’ οίκον, κλασικούς συγγραφείς, γλώσσες (ελληνικά, λατινικά, αγγλικά, γαλλικά) και πολλά άλλα θέματα.

Στα 15 του χρόνια έγραψε τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία στη συνέχεια κατέστρεψε. Το 1765 μετέβη στη Λειψία, όπου ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική, ύστερα από επιθυμία του πατέρα του. Εκεί, ήλθε σε επαφή με το έντονο ελληνικό στοιχείο της πόλης. Η αγάπη του για την Ελλάδα και τους έλληνες, τον οδήγησαν στο να αφιερώσει πολλά έργα του στην ελληνική αρχαιότητα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι από αυτόν ξεκίνησε και η «εμμονή» της Γερμανικής Κουλτούρας με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική, Ο Γκαίτε ασχολήθηκε και με τις εικαστικές τέχνες.

Το 1767 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο, με αφορμή έναν άτυχο έρωτα. Το 1769 αρρώστησε, γεγονός που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Φρανκφούρτη και ένα χρόνο αργότερα, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική και άρχισε να ασκεί τη δικηγορία. Παράλληλα, παρακολουθούσε μαθήματα ιατρικής, χημείας και βοτανικής.

Η αυτοκτονία ενός φίλου του το 1774 έγινε η αιτία για να γράψει “ τα πάθη του νεαρού Βέρθερου” δημιουργώντας έτσι, το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα. Το μυθιστόρημα που λάτρεψε ο Ναπολέοντας και που έγινε το λάβαρου του πνευματικού και ηθικού κινήματος, του χάρισε την πανευρωπαϊκή αναγνώριση, στην ηλικία των 25 χρόνων.

Ο Γκαίτε αντιπαθούσε ιδιαίτερα την Εκκλησία και χαρακτήριζε την ιστορία της “συνονθύλευμα πλανών και βίας”. Έγινε εκπρόσωπος ενός ολόκληρου κινήματος, όταν υποστήριξε στο ποίημά του “Προμηθέας” ότι ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει στον εαυτό του και όχι στους θεούς.

Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος, 70 χρόνια πριν το Δαρβίνο, διατύπωσε τη θεωρία της ενότητας και της συνέχειας στη φύση, παρατηρώντας τις μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ των ειδών. Ήταν από τους πρωταγωνιστές της κίνησης “Κλασικισμός της Βαϊμάρης” και εμπνευστής της ιδέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τις λογοτεχνίες άλλων δυτικών χωρών, της Αραβικής, Περσικής και Αρχαιοελληνικής.

Το 1806 παντρεύτηκε με την Κριστιάνε Βούλπιους, με την οποία είχε ήδη αποκτήσει ένα γιο από το 1789, χρονιά κατά την οποία ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, της οποίας ο ίδιος υπήρξε θαυμαστής.

Υπήρξε ένας από τους γίγαντες του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πνεύματος. Διακρίθηκε ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, φιλόσοφος, ζωγράφος, θεολόγος, επιστήμονας και πολιτικός. Πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για μία από τις κορυφαίες διάνοιες όχι μόνο της Γερμανίας αλλά ολόκληρου του κόσμου.

Το magnus opus είναι το μνημειώδες έργο του “Φάουστ”, το δημιούργημα ολόκληρης της ζωής του, πάνω στο οποίο δούλεψε για 60 χρόνια και το οποίο ολοκληρώθηκε με τον δεύτερο τόμο, ένα χρόνο πριν το θάνατό του.

Άλλα έργα του είναι “ταξίδι στην Ιταλία”, “Ερμάνος και Δωροθέα”, “Έγκμοντ”, “τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ”, “Ιφιγένεια εν ταύροις”, “Γκαιτς φον Μπερλίχινγκεν”, η αυτοβιογραφία του “Ποίηση και Αλήθεια”, “Κλαβίγκο”, “επιστολές από την Ελβετία”, “ρωμαϊκές ελεγείες”, “Περσεφόνη”και πολλά άλλα.

Διαβάστε περισσότερα στο αφιέρωμα μας για τον Γκαίτε εδώ

Το βιβλίο

Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου (γερμανικά: Die Leiden des jungen Werthers‎) είναι χαλαρό αυτοβιογραφικό επιστολικό μυθιστόρημα του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1774. Μια αναθεωρημένη έκδοση ακολούθησε το 1787. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της περιόδου Sturm und Drang (Στουρμ ουντ Ντρανγκ) στη γερμανική λογοτεχνία και επηρέασε το μεταγενέστερο ρομαντικό κίνημα. Ο Γκαίτε, ηλικίας 24 ετών, ολοκλήρωσε τον Βέρθερο σε πεντέμισι εβδομάδες εντατικής γραφής τον Ιανουάριο-Μάρτιο του 1774. Η δημοσίευση του βιβλίου έθεσε αμέσως τον συγγραφέα στις κορυφαίες διεθνείς λογοτεχνικές προσωπικότητες και παραμένει το πιο γνωστό από τα έργα του.

Η πλοκή

Τα περισσότερα πάθη του Βέρθερου, ενός νεαρού καλλιτέχνη με ευαίσθητο και παθιασμένο ταμπεραμέντο, είναι γράμματα που στέλνει στον φίλο του Βίλχελμ. Αυτά δίνουν μια εμπεριστατωμένη εικόνα της διαμονής του στο φανταστικό χωριό Βάλχαϊμ (με βάση το Γκαρμπενχάιμ, κοντά στο Βέτσλαρ), όπου οι αγρότες τον έχουν γοητεύσει με τους απλούς τρόπους τους. Εκεί γνωρίζει τη Καρλόττα, μια όμορφη νεαρή κοπέλα που φροντίζει τα αδέλφια της μετά το θάνατο της μητέρας τους και την ερωτεύεται παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ότι είναι αφοσιωμένη σε έναν άντρα που ονομάζεται Άλμπερτ και είναι έντεκα χρόνια μεγαλύτερος της.

Τους επόμενους μήνες ο Βέρθερος αναπτύσσει μια στενή φιλία με την Καρλόττα και τον Άλμπερτ παρά τον πόνο που νοιώθει. Η θλίψη του τελικά γίνεται τόσο μεγάλη που αναγκάζεται να φύγει από το Βάλχαϊμ και να πάει στη Βαϊμάρη, όπου γνωρίζει τον Φρόιλαϊν φον Β. Μπερδεύεται πολύ όταν επισκέπτεται ξεκάθαρα έναν φίλο και απροσδόκητα αντιμετωπίζει την εβδομαδιαία συγκέντρωση ολόκληρου του αριστοκρατικού συνόλου. Δεν τον δέχονται και του ζητούν να φύγει αφού δεν είναι ευγενής. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Βάλχαϊμ, όπου υποφέρει ακόμα περισσότερο από πριν, εν μέρει επειδή η Καρλόττα και ο Άλμπερτ έχουν παντρευτεί. Κάθε μέρα γίνεται μια βασανιστική υπενθύμιση ότι η Καρλόττα δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει την αγάπη του. Από λύπη για τον φίλο της και σεβασμό προς τον σύζυγό της, αποφασίζει ότι ο Βέρθερος δεν πρέπει να την επισκέπτεται τόσο συχνά. Την επισκέπτεται για τελευταία φορά και αμφότεροι συγκινούνται, αφού της απαγγέλλει ένα απόσπασμα της μετάφρασης του Οσσιανού.

Ακόμη και πριν από αυτό το συμβάν ο Βέρθερος είχε υπαινιχθεί ότι ένας μέρος του ερωτικού τριγώνου – η Καρλόττα, ο Άλμπερτ ή ο ίδιος ο Βέρθερος – έπρεπε να πεθάνει για να λυθεί η κατάσταση. Ανίκανος να βλάψει κανέναν άλλον ή να εξετάσει σοβαρά τη δολοφονία, ο Βέρθερος δεν βλέπει άλλη επιλογή παρά να αυτοκτονήσει. Αφού συνέταξε μια αποχαιρετιστήρια επιστολή που βρέθηκε μετά το θάνατό του, γράφει στον Άλμπερτ ζητώντας του τα δύο του πιστόλια, με το πρόσχημα ότι πρόκειται «για μια περιπέτεια». Η Καρλόττα δέχεται το αίτημα με μεγάλη συγκίνηση και στέλνει τα πιστόλια. Ο Βέρθερος αυτοπυροβολείται στο κεφάλι αλλά πεθαίνει δώδεκα ώρες αργότερα. Θάφτηκε κάτω από ένα δέντρο που ανέφερε συχνά στις επιστολές του. Στην κηδεία δεν παρευρέθηκε κανένας κληρικός, ούτε ο Άλμπερτ ή η Καρλόττα. Το βιβλίο τελειώνει με έναν υπαινιγμό ότι η Καρλόττα μπορεί να πεθάνει από μια σπασμένη καρδιά.

Αποσπάσματα από τα πάθη του νεαρού Βέρθερου:

«Αχ αυτό το κενό, αυτό το τρομακτικό κενό, που νιώθω εδώ στο στήθος! Συχνά σκέφτομαι πως αν μπορούσα μια φορά, μόνο μια φορά να τη σφίξω πάνω στην καρδιά μου, όλο αυτό το κενό θα γέμιζε.»

“Αχ! Τι είναι αυτό που νοιώθω να διατρέχει τις φλέβες μου, όταν το δάχτυλό μου αγγίζει τυχαία το δικό της, όταν τα πόδια μας συναντηθούν τυχαία κάτω από το τραπέζι! Τραβιέμαι πίσω σαν να ‘χω αγγίξει φωτιά και μια μυστική δύναμη με τραβάει πάλι μπροστά, ένας ίλιγγος καταλαμβάνει τις αισθήσεις μου. – Ω, και η αθωότητά της, η αγνότητα της ψυχής της δεν νοιώθει πόσο με βασανίζουν αυτές οι μικρές οικειότητες. Όταν, καθώς μιλάμε, ακουμπάει το χέρι της πάνω στο δικό μου, και πάνω στο άναμμα της συζήτησης με πλησιάζει έτσι που η ουράνια ανάσα της φτάνει στα χείλη μου… νομίζω πως βυθίζομαι σαν να μ’ έχει χτυπήσει κεραυνός. – Και, Βιλέλμ, αυτόν τον ουρανό, αυτήν την εμπιστοσύνη, αν ποτέ τολμήσω να… Με καταλαβαίνεις. Όχι, η καρδιά μου δεν είναι τόσο διεφθαρμένη! Αλλά αδύνατη, πολύ αδύνατη! Και μήπως αυτό δεν είναι διαφθορά”;

“Είναι για μένα ιερή. Κάθε πόθος σωπαίνει ενώπιών της. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει όταν είμαι κοντά της νιώθω την ψυχή μου να πάλετε σε όλα μου τα νεύρα. Έχει μια μελωδία που την παίζει στο πιάνο με αγγελική δύναμη, τόσο απλά και με τόση ψυχή! Είναι το αγαπημένο της τραγούδι και το νιώθω να με ξαλαφρώνει από κάθε πόνο, κάθε σύγχυση και κάθε μαύρη σκέψη ακόμα όταν την ακούω να παίζει έστω και την πρώτη νότα”.

“Τίποτα απ’ όσα έλεγαν οι αρχαίοι για τη μαγική δύναμη της μουσικής δεν μου φαίνεται τώρα απίθανο. Τι δύναμη ασκεί επάνω του αυτή η μελωδία! Και πως εκείνη ξέρει να την παίζει στην κατάλληλη στιγμή, συχνά τη στιγμή που θα ‘θελα να φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι μου! Η σύγχυση και το σκοτάδι της ψυχής μου διαλύονται και αρχίζω ν’ αναπνέω πάλι πιο ελεύθερα”.

“Α εσείς οι λογικοί άνθρωποι! Πάθος! Μέθη! Παραφροσύνη! Κάθεστε εκεί ήρεμοι και απαθείς, εσείς οι ενάρετοι, κατακρίνετε τον πότη, απεχθάνεστε τον τρελό, προσπερνάτε σαν τους ιερείς, και, σαν τους Φαρισαίους, ευχαριστείτε το Θεό που δεν σας έκανε όμοιους μ’ εκείνους. Έχω μεθύσει πολλές φορές, τα πάθη μου ποτέ δεν απείχαν πολύ από την τρέλα και δεν μετανιώνω ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, γιατί, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έμαθα να κατανοώ ότι όλους τους ξεχωριστούς ανθρώπους, αυτούς που πραγματοποίησαν κάτι μεγάλο, κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο, ανέκαθεν τους θεωρούσαν μεθυσμένους και τρελούς”.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε: Ο μεγαλοφυής λογοτέχνης

Σαν σήμερα, στις 22 Μαρτίου του 1832, σε ηλικία 83 ετών, ο Γιόχαν Γκαίτε αφήνει την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στη Βαϊμάρη της Γερμανίας από καρδιακή ανεπάρκεια. Τα τελευταία του λόγια φημολογείται πως ήταν «Περισσότερο φως!», απευθυνόμενος σε έναν υπηρέτη να ανοίξει τις κουρτίνες την ίδια στιγμή που ο ίδιος έψαχνε αόρατες επιστολές στον αέρα.

Τα νεανικά χρόνια

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου του 1749 στη Φρανκφούρτη. Η οικογένειά του ήταν από τις πιο εύπορες της πόλης. Ο πατέρας του Γκαίτε είχε σπουδάσει νομική στην Λειψία και παντρεύτηκε την κόρη του δημάρχου της Φρανκφούρτης. Η οικογένεια απέκτησε πολλά παιδιά αλλά όλα, πέρα από τον Γκαίτε και την αδερφή του πέθαναν σε μικρή ηλικία. Εξαιτίας της οικονομικής άνεσης, ο Βόλφγκανγκ είχε τη δυνατότητα να μορφωθεί. Έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και έμαθε αρκετές ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Παράλληλα διδάχτηκε χορό, ιππασία και κηπουρική. Μέσα στο ιδιαίτερα καλλιτεχνικό περιβάλλον της οικογένειάς του, ο Γκαίτε είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με τη λογοτεχνία και να αποστασιοποιηθεί από τον συντηρητισμό του ρωμαιοκαθολικισμού.

Το 1765, ο Γκαίτε έπειτα από προτροπή του πατέρα του ταξίδεψε στη Λειψία για να σπουδάσει Νομική. Ωστόσο, η στείρα αποστήθιση απαρχαιωμένων νομικών όρων απομάκρυνε τον Γκαίτε από τις σπουδές του. Αντιθέτως, ξεκίνησε να γράφει πιο συστηματικά ποιήματα και να διαβάζει μανιωδώς λογοτεχνικά βιβλία. Μετά από τρία χρόνια, ο Γκαίτε επέστρεψε, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, στη γενέτειρα του. Μετά από ένα μακροχρόνιο πρόβλημα υγείας, τελικά ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές τουτο 1771, γύρισε στη Φρανκφούρτη και ξεκίνησε να ασκεί τη δικηγορία για μικρό χρονικό διάστημα και με διακοπές. Το 1772, παράτησε οριστικά μια μελλοντική σταδιοδρομία στη νομική και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική δημιουργία. Ήδη από την εφηβεία έγραφε ποιήματα, ωστόσο κατέστρεψε σχεδόν το σύνολό τους.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου»

Το 1774 αποτέλεσε χρονιά ορόσημο για τον Γκαίτε. Στα 24 του το έργο «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», που κυκλοφόρησε αρχικά ανώνυμα, έκανε γνωστό τον Γκαίτε και πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας. Πρόκειται για μια συλλογή γραμμάτων του Βέρθερου, ενός ταλαντούχου νεαρού, με φοβερές ευαισθησίες που έβαλε τέλος στη ζωή του.

Ο Γκαίτε, που έζησε ανάλογες εμπειρίες με τον Βέρθερο, διέθετε τη θαυματουργή ικανότητα να ταυτίζεται με τον ήρωά του στα πάθη. Ο Βέρθερος αγαπά παράφορα -αλλά αδυνατεί να κατακτήσει- τη Λόττε, τη μνηστή και μετέπειτα γυναίκα ενός φίλου του. Ποθεί την εξιδανικευμένη εικόνα της και ξοδεύεται ψυχικά, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Σ’ αυτό το δράμα της απουσίας, βυθίζεται στην ανία και τη μελαγχολία, ζηλεύει, κλαίει, γίνεται το έμβλημα του mal de vivre. Μοναχικός και απροσάρμοστος, φετιχιστής και νάρκισσος, αποκλεισμένος στον ερωτικό του πόθο, πληγωμένος και παράφορος, διακατέχεται από μια πνοή αφανισμού και αναζητά την αιώνια ελευθερία του θανάτου.

Το έργο διαδόθηκε και αγαπήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Φημολογείται πως σημειώθηκαν αρκετές απόπειρες αυτοχειρίας μετά τη δημοσίευση του έργου, που ύστεροι ψυχολόγοι το απέδωσαν στο λεγόμενο “Werthers effect”, δηλαδή στην ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα του βιβλίου.

Φάουστ

Μετά τα πάθη του νεαρού Βερθέρου, ο Γκαίτε γράφει το «Φάουστ», έργο που αποτελεί το σήμα-κατατεθέν του Γκαίτε. Η συγγραφή του τον απασχόλησε για παραπάνω από τρεις δεκαετίες. Το έργο αποτελείται από δύο μέρη και κατά γενική ομολογία αποτελεί το έργο- δράμα των Γερμανών. Το 1809 δημοσιεύτηκε το πρώτο μέρος και ο Γκαίτε τιμήθηκε με τον Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής από τον Ναπολέοντα. Το δεύτερο και τελευταίο μέρος του Φάουστ, μετά από απαίτηση του Γκαίτε, δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Μέρος της θεματικής του έργου, που αφορούσε την πώληση της ψυχής του ανθρώπου στον διάβολο για εξουσία επί του φυσικού κόσμου, προκάλεσε αίσθηση και έτσι το έργο παραμένει διάσημο ακόμη και σήμερα με αρκετές μεταφορές στην όπερα.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, είναι ένας άνθρωπος μορφωμένος, που στη ζωή του έχει καταφέρει να υλοποιήσει κάθε του επιθυμία, εκτός από μία. Δεν έχει βιώσει τον έρωτα. Στη συνειδητοποίηση αυτή ξεκινάει μια διαμάχη που εκτυλίσσεται μέχρι το τέλος του έργου, ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο σατανικός Μεφιστοφελής του χαρίζει νιότη και ό,τι άλλο θελήσει με αντάλλαγμα τη ψυχή του…

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τον πρώτο μονόλογο του Φάουστ:

“Αχ! σπούδασα φιλοσοφία και νομική και γιατρική, και αλί μου και θεολογία με κόπο και μ’ επιμονή· και να με δω με τόσα φώτα, εγώ μωρός, όσο και πρώτα! Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα, και σέρνω δέκα χρόνια τώρα από τη μύτη εδώ κι εκεί τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί κανένας κάτι να γνωρίζει! Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει. Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί, γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί· δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν, κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν — έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη, δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι καλό στον κόσμο να το διδάξω, να τον φωτίσω, να τον αλλάξω. Ούτ’ έχω δα καλά και πλούτο, δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο. Μήτε σκυλί έτσι θα ‘θελα να ζει! Γι’ αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί, μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει κι η δύναμή του μη μου δείξει κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ να μην παιδεύουμαι να πω ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι βαθιά τον κόσμο συγκρατεί, κάθε αφορμή και σπόρο ν’ αντικρίσω και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω. Να ‘βλεπες, φως του φεγγαριού, τον πόνο μου στερνή φορά, τις ώρες του μεσονυχτιού, που εδώ σε πρόσμενα συχνά, πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό σύντροφο σ’ είχα θλιβερό: Αχ! να μπορούσα στις ψηλές μ’ εσέ ν’ ανέβαινα κορφές, με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα, στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ, κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα”!

Το ταξίδι στη Σικελία και ο θαυμασμός στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό

Για δύο ολόκληρα χρόνια, ο Γκαίτε πραγματοποίησε ένα ταξίδι περισυλλογής στην Ιταλική χερσόνησο. Εκεί είχε την ευκαιρία να έρθει κοντά με τον Ρωμαϊκό και τον Ελληνικό πολιτισμό. Ο χρόνος που πέρασε στην Ιταλία επηρέασε καθοριστικά την αισθητική του συγγραφέα, ενώ η Σικελία τον εντυπωσίασε βαθύτατα. «Το να επισκεφτώ την Ιταλία χωρίς να δω τη Σικελία, είναι σαν να μην είδα καθόλου την Ιταλία, επειδή η Σικελία είναι κλειδί για τα πάντα» ανέφερε ο Γκαίτε. Το 1788, επέστρεψε στη Βαϊμάρη, ανανεωμένος, γεμάτος εμπειρίες και με τρομερή έμπνευση.

Ό,τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι και η Ελλάδα για την οικουμένη. 

Δυο ακόμη ποιήματα του:

Νυχτερινό Τραγούδι

Σαν θα κοιμάσαι στο μαξιλάρι
Άκουσε λίγο, για μια στιγμή
Πως παίζει η λύρα μου με το δοξάρι
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Παίζει η λύρα μου με το δοξάρι
Πως ο Ουρανός γλυκά ευλογεί
Το αιώνιο συναίσθημα, τη θεία χάρη
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Το θείο συναίσθημα, η θεία χάρη
Που μ’ ανεβάζει ψηλά την ψυχή
Μακριά απ’ τα γήινα χθόνια βάρη
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Μακριά απ’ τα γήινα χθόνια βάρη
Η μορφή σου με προσκαλεί
Δεμένος με τη δροσιά που ‘χεις πάρει
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Δεμένος με τη δροσιά που ‘χεις πάρει
Σου μιλώ – στ’ όνειρό σου – στ’ αυτί
Αχ! Στο απαλό σου το μαξιλάρι
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Ο Ξωτικοβασιλιάς

Ποιος μες στην άγρια νυχτιά σαν άνεμος καλπάζει;
Ένας πατέρας που τον γιο του αγκαλιά κρατά
Κρατάει το αγόρι του σφιχτά και το σκεπάζει
Με ασφάλεια και θαλπωρή, ήρεμα και ζεστά

Γιε μου, γιατί το πρόσωπο σου κρύβεις μ’ αηδία;
Πατέρα μου, δεν είδες τον Ξωτικοβασιλιά;
Δεν πρόσεξες το στέμμα του, το σκήπτρο, τον μανδύα;
Είναι η ομίχλη μοναχά, μόνο η συννεφιά

Έλα μαζί να φύγουμε αγόρι μου καλό
Έλα και τα πιο όμορφα θα παίξουμε παιχνίδια
Άνθη γλυκά, πολύχρωμα στολίζουν τον γιαλό
Και θα σου ‘δώσει η μάνα μου, ολόχρυσα στολίδια

Πατέρα μου δεν πρόσεξες; Δεν άκουσες πατέρα;
Ο βασιλιάς των Ξωτικών μιλάει μες στη βραδιά
Ησύχασε αγόρι μου, άκουσες τον αέρα
Που πιάστηκε στις φυλλωσιές και τρέμουν τα κλαδιά

Η πιο όμορφη κόρη μου πιστά σε περιμένει
Θέλεις, αγόρι μου γλυκό, με μένανε να ‘ρθεις;
Κι ένα τραγούδι θα σου πει με μουσική θλιμμένη
Και θα χορέψει ένα χορό μέχρι να κοιμηθείς

Πατέρα μου, Πατέρα μου, στ’αλήθεια δεν κοιτάζεις
Οι κόρες Του, τα ξωτικά μου ρίχνουνε ματιές
Αγόρι μου, Αγόρι μου, σου λέω μην τρομάζεις
Είναι μονάχα οι σκιές που ρίχνουν οι ιτιές

Σε αγαπώ τόσο πολύ, πανέμορφό μου αγόρι
Πατέρα μου ο Βασιλιάς πλησίασε ξανά
Θα ‘ρθεις μαζί μου κι αν δεν θες θα έρθεις με το ζόρι
Με πλήγωσε ο Βασιλιάς, και η πληγή πονά

Τρομάζει ο πατέρας του, στον έρημο το δρόμο
Κρατάει το παιδί σφιχτά και τρέχει πιο γοργά
Κι έφτασε στο καλύβι του μ’ ένα μεγάλο τρόμο
Μα το παιδί του πέθανε κι είναι πολύ αργά

Ακούστε και το ποιήμά του “Ο Ξωτικοβασιλιάς” , σε μουσική του Σούμπερτ: