Φάουστ του Γκαίτε, η ιστορία του ανθρώπου που “πούλησε” την ψυχή του στο διάβολο.

Το έργο

Ο «Φάουστ» είναι το κλασικό αριστούργημα του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα Γιόχαν φον Γκαίτε. Ο σατανικός Μεφιστοφελής βάζει στοίχημα με το Θεό ότι θα καταφέρει να κερδίσει την ψυχή του σεβάσμιου Δρ. Φάουστ. Ο Μεφιστοφελής κατεβαίνει στη Γη και εμφανίζεται αρχικά στον Φάουστ με τη μορφή ενός σκύλου. Του τάζει όσους «θησαυρούς» θελήσει ζητώντας ως αντάλλαγμα τη ψυχή του. Ο Φάουστ συναινεί σε ένα μονοπάτι σκοτεινό και καταστροφικό. Συνοδευμένος από τον συκοφάντη μπαίνει σε καταγώγια που δε θα έμπαινε ποτέ, συνομιλεί με κακά πνεύματα και παρασύρει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Μαργαρίτα σε έναν έρωτα που θα την οδηγήσει σε τραγικό τέλος. Κατά τη διάρκεια αυτού του τα «ταξιδιού» ο Φάουστ μετανιώνει για τη συμφωνία ωστόσο κατά πως φαίνεται είναι μη αναστρέψιμη.

Ο Γκαίτε αρχίζει να γράφει τον Φάουστ το 1772 και συνεχίζει με διαλείμματα δεκαετιών μέχρι το 1832, χρονιά που πεθαίνει. Είναι ένα έργο ζωής, άκρως απαιτητικό, που ο ποιητής αφιέρωσε όλη του την ώριμη περίοδο. «Εντέλει χρειάστηκε μια πράγματι μεγάλη απόφαση», γράφει ο ίδιος «για να μπορέσω να επεξεργαστώ το έργο στο σύνολό του». Δεν είναι άξιο απορίας, αν σκεφτούμε την πολυφωνία του και το εύρος της έκτασής του.

Ποιος ήταν ο Φάουστ σύμφωνα με την γερμανική παράδοση

Σύμφωνα με τη γερμανική παράδοση, ο Δρ. Γιόχαν Φάουστ φαίνεται πως υπήρξε ένα πραγματικό πρόσωπο. Ήταν γιος ενός χωρικού από τη Βαϊμάρη. Είχε όμως κι έναν πλούσιο, άκληρο θείο που κατοικούσε στη Βυρτεμβέργη και που ανέλαβε να τον σπουδάσει Θεολογία, η οποία θεωρούνταν τότε η πιο σπουδαία επιστήμη. Ο Φάουστ πήρε το δίπλωμά του, έγινε δόκτορας, αλλά καθώς ήταν ένα επιπόλαιος και ασύνετος νέος, περιφρόνησε την Αγία Γραφή και άρχισε να ζει έκλυτα.

Γιόχαν Φάουστ (1480 – 1540)

Όταν ο Φάουστ πληροφορήθηκε ότι στην Κρακοβία λειτουργούσε μια μεγάλη σχολή Μαγείας, στην οποία φοιτούσαν διαπρεπείς επιστήμονες της εποχής και ασχολούνταν με τη μελέτη των Χαλδαϊκών, Περσικών, Αραβικών και Ελληνικών Γραμμάτων, αλλά και με τους εξορκισμούς, τη νεκρομαντεία, τις γητειές, τα φίλτρα, αμέσως αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θεολογία και να ασχοληθεί με τις απόκρυφες επιστήμες.

Έτσι, κλείστηκε στο εργαστήριό του και σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να μάθει μαθηματικά και αστρολογία, ενώ έγινε συγχρόνως θαυμάσιος φαρμακοποιός, θεραπεύοντας τους ασθενείς του με βότανα.

Ένα βράδυ που βρέθηκε σε κάποιο πυκνό δάσος της Βυρτεμβέργης, χρησιμοποίησε τις πολυσύνθετες γνώσεις του και με καταχθόνια μέσα, κατόρθωσε να καλέσει τον Διάβολο. Όταν τελικά τον είδε μπροστά του, δεν τα έχασε. Έπιασε την κουβέντα μαζί του και ύστερα από συζήτηση πολλής ώρας, υποσχέθηκε να του παραδώσει την ψυχή του, υπό τον όρο ότι κι ο Διάβολος θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Φάουστ, όταν θα τις ζητούσε. Προκειμένου να είναι σίγουρος ο Διάβολος για την τήρηση της μεταξύ τους συμφωνίας, έβαλε τον νεαρό επιστήμονα να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το ίδιο του το αίμα.

Βυρτεμβέργη

Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, η ζωή του Φάουστ γέμισε ηδονές και απολαύσεις, που του παράσχονταν αθρόα από τον Μεφιστοφελή, τον εν τη Ανατολή ηγεμόνα της Κολάσεως. Κάθε Κυριακή συνήθιζε να καλεί τους μαθητές του σε λουκούλλεια συμπόσια στο σπίτι του, όπου τους προσέφερε με μοναδική ευκολία ό,τι πιο εκλεκτό θα μπορούσε να γευτεί ανθρώπινος ουρανίσκος.

Σε κάποια σύναξη, ένας από τη συντροφιά του έτυχε να αναρωτηθεί αν πραγματικά η Ωραία Ελένη του Μενέλαου ήταν τόσο όμορφη, όσο την περιέγραψε ο Όμηρος.

Ο Μεφιστοφελής πετώντας πάνω από τη Βυρτεμβέργη (λιθοθραφία του Ευγένιου Ντελακρουά)

Τότε, ο Φάουστ συμμερίστηκε την απορία και επικαλέστηκε τη βοήθεια του προστάτη του, Μεφιστοφελή, ο οποίος αμέσως ανταποκρίθηκε στην επιθυμία του και παρουσίασε το όραμα της θρυλικής Ελένης μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των θαμπωμένων μαθητών του.

Σε λίγο, το όραμα εξαφανίστηκε, αλλά επανήρθε το ίδιο κιόλας βράδυ στο σπουδαστήριο του Φάουστ, όχι ως οπτασία αυτή τη φορά, αλλά ως γυναίκα αληθινή με σάρκα και οστά και ο Φάουστ δε μπορούσε να συγκρατήσει τη σαρκική του επιθυμία να πλαγιάσει μαζί της.

Ο Μεφιστοφελής επισκέπεται τον Φάουστ στο σπουδαστήριό του

Από αυτή την ένωση, σύμφωνα με τη γερμανική παράδοση, γεννήθηκε ένα πανέμορφο παιδί, που κάποια στιγμή ο Μεφιστοφελής το έφερε στον Φάουστ από τον Άλλο Κόσμο.

Όσο τα χρόνια περνούσαν, τύψεις άρχισαν να τον αναστατώνουν, γι’ αυτό ζήτησε να επισκεφθεί την κόλαση, για να διαπιστώσει πώς θα ήταν εκεί μετά τον θάνατό του. Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν φρικώδες! Μάλιστα, οι εντυπώσεις από την σοκαριστική επίσκεψή του βρέθηκαν καταγεγραμμένες σ’ ένα ογκωδέστατο σημειωματάριο στο σπίτι του.

Κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όπου το συμβόλαιο έφτασε στη λήξη του. Τα μεσάνυχτα, λοιπόν, εκείνης της καθοριστικής ημέρας, σφοδρότατος, μανιασμένος άνεμος ταρακούνησε συθέμελα την οικία του Φάουστ, σαν να σκόπευε να την κατεδαφίσει.

Οι μαθητές του ξύπνησαν κάθιδροι και τρομοκρατημένοι από τον αποκρουστικό συριγμό κι έτρεξαν αμέσως στο γραφείο του δασκάλου τους. Το γραφείο ήταν άδειο, όμως το πάτωμα και οι τοίχοι έσταζαν αίματα, σαν να είχε διαπραχθεί εκεί ένα ειδεχθέστατο, αγριότατο έγκλημα. Ο Διάβολος είχε συντρίψει το κεφάλι του Φάουστ και είχε συνθλίψει όλα τα οστά του.

Το άγαλμα του Μεφιστοφελή γητεύοντας τους σπουδαστές του Φάουστ

Φάουστ και τέχνες

Το έργο δέχτηκε όταν πρωτοανέβηκε στη σκηνή κριτική, λόγω του ρηξικέλευθου περιεχόμενού του. Σαφώς στη συνέχεια αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Γερμανία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ενέπνευσε όλες τις τέχνες: την ποίηση, τη λογοτεχνία, την γλυπτική, τη ζωγραφική και όπως είναι επόμενο τον κινηματογράφο…

Και αν η υπόθεση του θεατρικού έργου σας φαίνεται οικεία είναι μάλλον γιατί έχετε δει την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου “Αλίμονο στους νέους” με τη Μάρω Κοντού και τον Δημήτρη Χορν. Η υπόθεση αποτελεί παραλλαγή του μύθου του Φάουστ και αφορά έναν ηλικιωμένο, τον Ανδρέα (Δημήτρης Χορν), που είναι διατεθειμένος να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, προκειμένου να ξαναπάρει πίσω τη νιότη του. Η ευχή του δείχνει να πραγματοποιείται, όταν ο διάβολος ανταποκρίνεται στην επιθυμία του και τον κάνει έναν γοητευτικό, αλλά φτωχό τριαντάρη. Έτσι κατορθώνει να πλησιάσει και να κερδίσει αρχικά την καρδιά της Ρίτας (Μάρω Κοντού), μιας όμορφης νεαρής που εποφθαλμιά. Την νεαρή όμως διεκδικεί και ο επίσης ηλικιωμένος γείτονας και φίλος του, Αγησίλαος (Σπύρος Μουσούρης), ο οποίος στα νιάτα -πλέον- του Ανδρέα έχει να αντιπαρατάξει το γεγονός ότι είναι οικονομικά ευκατάστατος, κάτι που δείχνει να γέρνει την πλάστιγγα στην απόφαση της Ρίτας υπέρ του, μια απόφαση που στηρίζει και η κυρία Ελένη (Σμάρω Στεφανίδου), μητέρα της Ρίτας. Τη στιγμή που φαίνεται να χάνει το παιχνίδι, ο Ανδρέας ξυπνά και διαπιστώνει ότι όλα συνέβησαν στο όνειρό του ενόσω είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. Σοφότερος πλέον, ο Ανδρέας αποφασίζει να συμβάλλει στην αποκατάσταση της Ρίτας με τον αγαπημένο της, τον νεαρό σοφέρ του (Ανδρέας Ντούζος), στηρίζοντας το ζευγάρι οικονομικά.

Μπορείτε να ακούσετε το έργο στο “Θέατρο της Τετάρτης” εδώ

Απόσπασμα από το έργο

“Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και γιατρική,
και αλί μου και θεολογία
με κόπο και μ’ επιμονή·
και να με δω με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα!
Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα,
και σέρνω δέκα χρόνια τώρα
από τη μύτη εδώ κι εκεί
τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί
κανένας κάτι να γνωρίζει!
Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει.
Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί,
γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί·
δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν,
κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν —
έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη,
δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι
καλό στον κόσμο να το διδάξω,
να τον φωτίσω, να τον αλλάξω.
Ούτ’ έχω δα καλά και πλούτο,
δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο.
Μήτε σκυλί έτσι θα ‘θελα να ζει!
Γι’ αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί,
μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει
κι η δύναμή του μη μου δείξει
κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ
να μην παιδεύουμαι να πω
ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι
βαθιά τον κόσμο συγκρατεί,
κάθε αφορμή και σπόρο ν’ αντικρίσω
και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω.
Να ‘βλεπες, φως του φεγγαριού,
τον πόνο μου στερνή φορά,
τις ώρες του μεσονυχτιού,
που εδώ σε πρόσμενα συχνά,
πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό
σύντροφο σ’ είχα θλιβερό:
Αχ! να μπορούσα στις ψηλές
μ’ εσέ ν’ ανέβαινα κορφές,
με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα,
στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ,
κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό
στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα”!

Μπορείτε να διαβάσετε ολοκληρωμένο το έργο εδώ

Βιβλίο

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στα ελληνικά σε μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη εδώ

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε: Ο μεγαλοφυής λογοτέχνης

Σαν σήμερα, στις 22 Μαρτίου του 1832, σε ηλικία 83 ετών, ο Γιόχαν Γκαίτε αφήνει την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στη Βαϊμάρη της Γερμανίας από καρδιακή ανεπάρκεια. Τα τελευταία του λόγια φημολογείται πως ήταν «Περισσότερο φως!», απευθυνόμενος σε έναν υπηρέτη να ανοίξει τις κουρτίνες την ίδια στιγμή που ο ίδιος έψαχνε αόρατες επιστολές στον αέρα.

Τα νεανικά χρόνια

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου του 1749 στη Φρανκφούρτη. Η οικογένειά του ήταν από τις πιο εύπορες της πόλης. Ο πατέρας του Γκαίτε είχε σπουδάσει νομική στην Λειψία και παντρεύτηκε την κόρη του δημάρχου της Φρανκφούρτης. Η οικογένεια απέκτησε πολλά παιδιά αλλά όλα, πέρα από τον Γκαίτε και την αδερφή του πέθαναν σε μικρή ηλικία. Εξαιτίας της οικονομικής άνεσης, ο Βόλφγκανγκ είχε τη δυνατότητα να μορφωθεί. Έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και έμαθε αρκετές ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Παράλληλα διδάχτηκε χορό, ιππασία και κηπουρική. Μέσα στο ιδιαίτερα καλλιτεχνικό περιβάλλον της οικογένειάς του, ο Γκαίτε είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με τη λογοτεχνία και να αποστασιοποιηθεί από τον συντηρητισμό του ρωμαιοκαθολικισμού.

Το 1765, ο Γκαίτε έπειτα από προτροπή του πατέρα του ταξίδεψε στη Λειψία για να σπουδάσει Νομική. Ωστόσο, η στείρα αποστήθιση απαρχαιωμένων νομικών όρων απομάκρυνε τον Γκαίτε από τις σπουδές του. Αντιθέτως, ξεκίνησε να γράφει πιο συστηματικά ποιήματα και να διαβάζει μανιωδώς λογοτεχνικά βιβλία. Μετά από τρία χρόνια, ο Γκαίτε επέστρεψε, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, στη γενέτειρα του. Μετά από ένα μακροχρόνιο πρόβλημα υγείας, τελικά ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές τουτο 1771, γύρισε στη Φρανκφούρτη και ξεκίνησε να ασκεί τη δικηγορία για μικρό χρονικό διάστημα και με διακοπές. Το 1772, παράτησε οριστικά μια μελλοντική σταδιοδρομία στη νομική και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική δημιουργία. Ήδη από την εφηβεία έγραφε ποιήματα, ωστόσο κατέστρεψε σχεδόν το σύνολό τους.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου»

Το 1774 αποτέλεσε χρονιά ορόσημο για τον Γκαίτε. Στα 24 του το έργο «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», που κυκλοφόρησε αρχικά ανώνυμα, έκανε γνωστό τον Γκαίτε και πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας. Πρόκειται για μια συλλογή γραμμάτων του Βέρθερου, ενός ταλαντούχου νεαρού, με φοβερές ευαισθησίες που έβαλε τέλος στη ζωή του.

Ο Γκαίτε, που έζησε ανάλογες εμπειρίες με τον Βέρθερο, διέθετε τη θαυματουργή ικανότητα να ταυτίζεται με τον ήρωά του στα πάθη. Ο Βέρθερος αγαπά παράφορα -αλλά αδυνατεί να κατακτήσει- τη Λόττε, τη μνηστή και μετέπειτα γυναίκα ενός φίλου του. Ποθεί την εξιδανικευμένη εικόνα της και ξοδεύεται ψυχικά, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Σ’ αυτό το δράμα της απουσίας, βυθίζεται στην ανία και τη μελαγχολία, ζηλεύει, κλαίει, γίνεται το έμβλημα του mal de vivre. Μοναχικός και απροσάρμοστος, φετιχιστής και νάρκισσος, αποκλεισμένος στον ερωτικό του πόθο, πληγωμένος και παράφορος, διακατέχεται από μια πνοή αφανισμού και αναζητά την αιώνια ελευθερία του θανάτου.

Το έργο διαδόθηκε και αγαπήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Φημολογείται πως σημειώθηκαν αρκετές απόπειρες αυτοχειρίας μετά τη δημοσίευση του έργου, που ύστεροι ψυχολόγοι το απέδωσαν στο λεγόμενο “Werthers effect”, δηλαδή στην ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα του βιβλίου.

Φάουστ

Μετά τα πάθη του νεαρού Βερθέρου, ο Γκαίτε γράφει το «Φάουστ», έργο που αποτελεί το σήμα-κατατεθέν του Γκαίτε. Η συγγραφή του τον απασχόλησε για παραπάνω από τρεις δεκαετίες. Το έργο αποτελείται από δύο μέρη και κατά γενική ομολογία αποτελεί το έργο- δράμα των Γερμανών. Το 1809 δημοσιεύτηκε το πρώτο μέρος και ο Γκαίτε τιμήθηκε με τον Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής από τον Ναπολέοντα. Το δεύτερο και τελευταίο μέρος του Φάουστ, μετά από απαίτηση του Γκαίτε, δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Μέρος της θεματικής του έργου, που αφορούσε την πώληση της ψυχής του ανθρώπου στον διάβολο για εξουσία επί του φυσικού κόσμου, προκάλεσε αίσθηση και έτσι το έργο παραμένει διάσημο ακόμη και σήμερα με αρκετές μεταφορές στην όπερα.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, είναι ένας άνθρωπος μορφωμένος, που στη ζωή του έχει καταφέρει να υλοποιήσει κάθε του επιθυμία, εκτός από μία. Δεν έχει βιώσει τον έρωτα. Στη συνειδητοποίηση αυτή ξεκινάει μια διαμάχη που εκτυλίσσεται μέχρι το τέλος του έργου, ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο σατανικός Μεφιστοφελής του χαρίζει νιότη και ό,τι άλλο θελήσει με αντάλλαγμα τη ψυχή του…

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τον πρώτο μονόλογο του Φάουστ:

“Αχ! σπούδασα φιλοσοφία και νομική και γιατρική, και αλί μου και θεολογία με κόπο και μ’ επιμονή· και να με δω με τόσα φώτα, εγώ μωρός, όσο και πρώτα! Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα, και σέρνω δέκα χρόνια τώρα από τη μύτη εδώ κι εκεί τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί κανένας κάτι να γνωρίζει! Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει. Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί, γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί· δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν, κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν — έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη, δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι καλό στον κόσμο να το διδάξω, να τον φωτίσω, να τον αλλάξω. Ούτ’ έχω δα καλά και πλούτο, δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο. Μήτε σκυλί έτσι θα ‘θελα να ζει! Γι’ αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί, μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει κι η δύναμή του μη μου δείξει κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ να μην παιδεύουμαι να πω ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι βαθιά τον κόσμο συγκρατεί, κάθε αφορμή και σπόρο ν’ αντικρίσω και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω. Να ‘βλεπες, φως του φεγγαριού, τον πόνο μου στερνή φορά, τις ώρες του μεσονυχτιού, που εδώ σε πρόσμενα συχνά, πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό σύντροφο σ’ είχα θλιβερό: Αχ! να μπορούσα στις ψηλές μ’ εσέ ν’ ανέβαινα κορφές, με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα, στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ, κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα”!

Το ταξίδι στη Σικελία και ο θαυμασμός στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό

Για δύο ολόκληρα χρόνια, ο Γκαίτε πραγματοποίησε ένα ταξίδι περισυλλογής στην Ιταλική χερσόνησο. Εκεί είχε την ευκαιρία να έρθει κοντά με τον Ρωμαϊκό και τον Ελληνικό πολιτισμό. Ο χρόνος που πέρασε στην Ιταλία επηρέασε καθοριστικά την αισθητική του συγγραφέα, ενώ η Σικελία τον εντυπωσίασε βαθύτατα. «Το να επισκεφτώ την Ιταλία χωρίς να δω τη Σικελία, είναι σαν να μην είδα καθόλου την Ιταλία, επειδή η Σικελία είναι κλειδί για τα πάντα» ανέφερε ο Γκαίτε. Το 1788, επέστρεψε στη Βαϊμάρη, ανανεωμένος, γεμάτος εμπειρίες και με τρομερή έμπνευση.

Ό,τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι και η Ελλάδα για την οικουμένη. 

Δυο ακόμη ποιήματα του:

Νυχτερινό Τραγούδι

Σαν θα κοιμάσαι στο μαξιλάρι
Άκουσε λίγο, για μια στιγμή
Πως παίζει η λύρα μου με το δοξάρι
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Παίζει η λύρα μου με το δοξάρι
Πως ο Ουρανός γλυκά ευλογεί
Το αιώνιο συναίσθημα, τη θεία χάρη
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Το θείο συναίσθημα, η θεία χάρη
Που μ’ ανεβάζει ψηλά την ψυχή
Μακριά απ’ τα γήινα χθόνια βάρη
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Μακριά απ’ τα γήινα χθόνια βάρη
Η μορφή σου με προσκαλεί
Δεμένος με τη δροσιά που ‘χεις πάρει
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Δεμένος με τη δροσιά που ‘χεις πάρει
Σου μιλώ – στ’ όνειρό σου – στ’ αυτί
Αχ! Στο απαλό σου το μαξιλάρι
Κοιμήσου! Τι άλλο θες πιο πολύ;

Ο Ξωτικοβασιλιάς

Ποιος μες στην άγρια νυχτιά σαν άνεμος καλπάζει;
Ένας πατέρας που τον γιο του αγκαλιά κρατά
Κρατάει το αγόρι του σφιχτά και το σκεπάζει
Με ασφάλεια και θαλπωρή, ήρεμα και ζεστά

Γιε μου, γιατί το πρόσωπο σου κρύβεις μ’ αηδία;
Πατέρα μου, δεν είδες τον Ξωτικοβασιλιά;
Δεν πρόσεξες το στέμμα του, το σκήπτρο, τον μανδύα;
Είναι η ομίχλη μοναχά, μόνο η συννεφιά

Έλα μαζί να φύγουμε αγόρι μου καλό
Έλα και τα πιο όμορφα θα παίξουμε παιχνίδια
Άνθη γλυκά, πολύχρωμα στολίζουν τον γιαλό
Και θα σου ‘δώσει η μάνα μου, ολόχρυσα στολίδια

Πατέρα μου δεν πρόσεξες; Δεν άκουσες πατέρα;
Ο βασιλιάς των Ξωτικών μιλάει μες στη βραδιά
Ησύχασε αγόρι μου, άκουσες τον αέρα
Που πιάστηκε στις φυλλωσιές και τρέμουν τα κλαδιά

Η πιο όμορφη κόρη μου πιστά σε περιμένει
Θέλεις, αγόρι μου γλυκό, με μένανε να ‘ρθεις;
Κι ένα τραγούδι θα σου πει με μουσική θλιμμένη
Και θα χορέψει ένα χορό μέχρι να κοιμηθείς

Πατέρα μου, Πατέρα μου, στ’αλήθεια δεν κοιτάζεις
Οι κόρες Του, τα ξωτικά μου ρίχνουνε ματιές
Αγόρι μου, Αγόρι μου, σου λέω μην τρομάζεις
Είναι μονάχα οι σκιές που ρίχνουν οι ιτιές

Σε αγαπώ τόσο πολύ, πανέμορφό μου αγόρι
Πατέρα μου ο Βασιλιάς πλησίασε ξανά
Θα ‘ρθεις μαζί μου κι αν δεν θες θα έρθεις με το ζόρι
Με πλήγωσε ο Βασιλιάς, και η πληγή πονά

Τρομάζει ο πατέρας του, στον έρημο το δρόμο
Κρατάει το παιδί σφιχτά και τρέχει πιο γοργά
Κι έφτασε στο καλύβι του μ’ ένα μεγάλο τρόμο
Μα το παιδί του πέθανε κι είναι πολύ αργά

Ακούστε και το ποιήμά του “Ο Ξωτικοβασιλιάς” , σε μουσική του Σούμπερτ: