Η “Ρεβέκκα” του σήμερα και του χθες

Η “Ρεβέκκα”  είναι μία αμερικανική ταινία μυστηρίου. Για πρώτη φορά την απολαύσαμε στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Αυτή η παραγωγή του 1940 βραβεύτηκε και με το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Το κινηματογραφικό αυτό έργο, παραγωγής του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Δάφνη Ντι Μωριέ, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι Λόρενς Ολίβιε, Τζόαν Φοντέιν και Τζούντιθ Άντερσον. Προτάθηκε για 11 βραβεία Όσκαρ, κέρδισε δύο κι αποτελεί τη μοναδική ταινία του Χίτσκοκ που κατάφερε να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο, καθώς και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο Χόλιγουντ. Ο Χίτσκοκ ήταν για πρώτη φορά στη λίστα των υποψηφίων για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά το βραβείο πήγε στο Τζον Φορντ για την ταινία Τα σταφύλια της οργής. Ο μετρ της αγωνίας θα υπήρξε άλλες πέντε φορές υποψήφιος, χωρίς επιτυχία και το 1967 η ακαδημία του παραχώρησε το τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο.

«Ρεβέκκα»: Το σκοτεινό παραμύθι των φαντασμάτων

80 χρόνια μετά, το 2020, η αμερικανική εταιρία Netflix μας χαρίζει το ριμέικ της ταινίας, ένα ακόμη αριστούργημα που δεν έχει να ζηλέψει ( σχεδόν ) τίποτα από το πρωτότυπο έργο. Κι αυτό, διότι το σκηνοθετεί ο Βρετανός Μπεν Γουίτλι, ενώ στους πρωταγωνιστικούς βρίσκονται οι: Λίλι Τζέιμς, Κρίστιν Σκοτ και Άρμι Χάμερ.

Πλοκή

Μια νεαρή συνεσταλμένη γυναίκα, που δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά της, η οποία είναι ορφανή και συνοδεύει την πλούσια δεσποτική και καυστική Αμερικανίδα κυρία Βαν Χόπερ στις διακοπές της, στο Μονακό, γνωρίζεται εκεί με τον πλούσιο αριστοκράτη και χήρο Μαξιμίλιαν “Μάξιμ” Ντε Γουίντερ. Η σύζυγος του Μάξιμ, Ρεβέκκα, έχει πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο σε ατύχημα στη θάλασσα. Οι δυο τους ερωτεύονται, και όταν η εργοδότρια της αποφασίζει να φύγουν από το Μονακό, ο Μαξίμ της ζητά κάπως βεβιασμένα να παντρευτούν κι εκείνη δέχεται. Η κυρία Βαν Χόπερ την προειδοποιεί ότι ο Μάξιμ λάτρευε την πρώτη σύζυγό του και της εύχεται καλή τύχη στη νέα ζωή της.

Έτσι φτάνουν μαζί στο Μάντερλεϊ, την έπαυλη του Μάξιμ, όπου η άπειρη δεύτερη σύζυγος προσπαθεί με δυσκολία να προσαρμοστεί στα καθήκοντα της νέας της θέσης και στην πορεία αναπτύσσει έναν φόβο για την κυρία Ντάνβερς, την οικονόμο του σπιτιού και άλλοτε πιστή σύμμαχο της νεκρής Ρεβέκκα, την οποία είχε μεγαλώσει από παιδί. Η νέα κυρία ντε Γουίντερ αρχίζει να πιστεύει ότι η Ρεβέκκα ήταν η τέλεια γυναίκα και ότι ο Μάξιμ τη λάτρευε, κάτι που δεν θα τους αφήσει ποτέ να ευτυχήσουν. Η επίσκεψη του Τζακ Φαβέλ, παρουσιαζόμενου ως ξαδέλφου της Ρεβέκκα, αλλά στην πραγματικότητα εραστή της, κλονίζει την αφηγήτρια και αποφασίζει να πάρει τα ηνία στο σπίτι, δίνοντας εντολή στην κυρία Ντάνβερς να καταστραφούν και να πεταχτούν τα προσωπικά αντικείμενα της Ρεβέκκα, κάτι που εξοργίζει την οικονόμο αλλά το κρύβει.Η σκηνή, όπου η οικονόμος, προκαλεί τη νεαρή γυναίκα να πέσει από το παράθυρο.

Θέλοντας να χαροποιήσει τον σύζυγό της και για να να αποσείσει τη σκιά του παρελθόντος οργανώνει μια γιορτή μεταμφιεσμένων, όπου η κυρία Ντάνβερς την πείθει να φορέσει ένα κοστούμι που εικονίζεται να φορά σε έναν πίνακα η Καρολάιν ντε Γουίντερ, μια πρόγονος του Μάξιμ. Ερήμην της όμως, το κοστούμι αυτό φορούσε και η Ρεβέκκα σε ένα παρόμοιο πάρτι λίγο καιρό πριν πεθάνει και όταν εμφανίζεται στη σάλα με αυτό, ο Μάξιμ οργίζεται και οι καλεσμένοι παγώνουν, οπότε εκείνη συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη κυρία Ντάνβερς για το παιχνίδι που της έπαιξε. Εκείνη της αποκαλύπτει την απέχθεια της και την πεποίθησή της ότι σαν δεύτερη σύζυγος του Μάξιμ προσπαθεί να υποκαταστήσει τη Ρεβέκκα, αλλά είναι ανίκανη για αυτό. Εκμεταλλευόμενη την ψυχολογική κατάσταση της κοπέλας, η οικονόμος την πείθει σχεδόν να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο, αλλά διακόπτεται από την σειρήνα ενός πλοίου, που έχει μόλις ναυαγήσει στα βράχια κοντά στην παραλία που γειτονεύει με το Μάντερλεϊ.

Αποκαλύπτεται ότι κοντά στο πλοίο που ναυάγησε βρίσκεται το ναυάγιο ενός άλλου πλοίου, του σκάφους της Ρεβέκκα, και μέσα σε αυτό ένα πτώμα, το πτώμα της Ρεβέκκα. Ο Μάξιμ διηγείται στην αφηγήτρια πως η Ρεβέκκα ήταν μια σκληρή, επιπόλαιη και αδίστακτη εγωίστρια που, αφότου παντρεύτηκαν, του αποκάλυψε το πραγματικό της πρόσωπο και έκαναν μια άτυπη συμφωνία. Εκείνος θα την χρηματοδοτούσε και εκείνη θα κρατούσε το προσωπείο της τέλειας αριστοκρατικής κυρίας, ζώντας παράλληλα τη ζωή που ήθελε και απατώντας τον Μάξιμ κατά συρροή. Όταν του αποκάλυψε ότι είναι έγκυος με παιδί από κάποιον εραστή της και ότι σκόπευε να το μεγαλώσει σαν δικό του, ώστε να κληρονομήσει την περιουσία του, εκείνος όρμησε να τη σκοτώσει αλλά, σκοντάφτοντας κάτω, η Ρεβέκκα πέθανε από ατύχημα. Έτσι έκρυψε το σώμα της στο σκάφος και το βύθισε αναγνωρίζοντας το πτώμα μιας φτωχής γυναίκας ως της Ρεβέκκα και αφήνοντας ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που δήθεν έγραψε η Ρεβέκκα.

Η γυναίκα του χαίρεται που δεν αγάπησε ποτέ τη Ρεβέκκα και παρηγορείται για την πιθανότητα να κατηγορηθεί για φόνο ο Μάξιμ. Διενεργούνται ανακρίσεις που με μάρτυρες τον Τζακ Φαβέλ και την κυρία Ντάνβερς προσπαθούν να δείξουν ότι η Ρεβέκκα δολοφονήθηκε. Όμως, ανακαλύπτεται ότι η Ρεβέκκα είχε επισκεφτεί έναν γιατρό ο οποίος της διέγνωσε καρκίνο σε τελικό στάδιο και, αργότερα την ίδια ημέρα, εκείνη ανακοίνωσε δήθεν ότι ήταν έγκυος και προκάλεσε τον Μάξιμ να τη σκοτώσει για να του καταστρέψει τη ζωή, πριν πεθάνει η ίδια. Ο Φαβέλ τηλεφωνεί στην κυρία Ντάνβερς και της αποκαλύπτει ότι η Ρεβέκκα είχε καρκίνο και ότι οι δύο σύζυγοι μπορούν πλέον να ζήσουν ευτυχισμένοι στο Μάντερλεϊ. Εκείνη, έχοντας παρανοήσει, βάζει φωτιά στο Μάντερλεϊ για να μην ζήσουν εκεί ευτυχισμένοι. Η αφηγήτρια σώζεται και συναντά τον Μάξιμ που έχει μόλις φτάσει με αυτοκίνητο, έχοντας δει τις φλόγες από μακριά. Αγκαλιάζονται και η κυρία Ντάνβερς πεθαίνει μέσα στις φλόγες. Η ταινία τελειώνει με ένα κεντητό μονόγραμμα της Ρεβέκκα να καίγεται σε ένα μαξιλάρι.

Η ταινία του 1940

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, όπως είναι πιθανότατα γνωστό, είχε ένα σύνολο από εξαιρετικά έργα στην περίοδο που βρισκόταν στην Αγγλία. Η τελευταία του μάλιστα ταινία εκεί, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα», ήταν βασισμένη και αυτή, όπως και η «Ρεβέκκα» σ’ ένα βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ, συγγραφέως που ο σκηνοθέτης επισκέφθηκε ξανά και στα «Πουλιά» του 1963.

Ο Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, ο μεγιστάνας παραγωγός που την ίδια χρονιά (1939) ολοκλήρωνε το έπος του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», που θα χαρακτήριζε την φήμη του και θα στιγμάτιζε το μετέπειτα έργο του, κάλεσε τον Χίτσκοκ για μια μεταφορά του τραγικού ναυαγίου του «Τιτανικού». Το σχέδιο όμως “ναυάγησε” και ο Σέλζνικ ζήτησε από τον Χίτσκοκ την «Ρεβέκκα».

Η ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης και στην περίφημη συνέντευξή του στον Φρανσουά Τριφό, «δεν είναι ταινία Χίτσκοκ». Εν μέρει έχει δίκιο. Πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, με τη φήμη του υπερεπεμβατικού Σέλζνικ και των ποταμιαίων μνημονίων του που επέβαλλαν στους σκηνοθέτες «του» από τα σκηνικά και τα κοστούμια, μέχρι την διεύθυνση των ηθοποιών και την τροπή του σεναρίου.

Ωστόσο η «Ρεβέκκα», πέραν της αναπόφευκτης λόγω στούντιο και Χίτσκοκ πληρότητάς της, διέθετε πινελιές εδώ κι εκεί που χαρακτήριζαν το ως τότε έργο του σκηνοθέτη. Πινελιές που στην μετέπειτα πορεία θα αποκρυσταλλώνονταν στο αμίμητο στυλ του.

Η ταινία του 2020

Η επιτυχία του ριμέικ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σκηνοθετική δεινότητα του Γουίτλι. Με την αρωγή της τεχνολογίας του 21ου αιώνα, ο ομοεθνής του Χίτσκοκ έδειξε ότι σεβάστηκε τον πρώτο διδάξαντα και ακολούθησε τα βήματά του, ως ένα σημείο. Το χρώμα της εικόνας, δε ζημείωσε καθόλου την πλοκή και το αίσθημα μυστηρίου, αντιθέτως “φώτισε” τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των πρωταγωνιστών.

Όσο για τους πρωταγωνιστές, η Κρίστιν Σκοτ Τόμας συναγωνίζεται σε ερμηνευτική ικανότητα την Τζούντιθ Άντερσον, που είχε κερδίσει τότε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου.

rebecca-04314_r_1.jpg

Η Λίλι Τζέιμς, ακόμη, στον ρόλο της αδέξιας συζύγου, που βυθίζεται στον υποτιθέμενο καλό κόσμο της Βρετανίας του ’30 τα καταφέρνει περίφημα.

Το τέλος της ιστορίας του Χίτσκοκ πιο άμεσο και ποιητικό από το «αμερικανοποιημένο» φινάλε του Γουίτλι, όμως ακόμη κι έτσι το ριμέικ δεν χάνει τη βαρύτητά του έναντι του πρωτότυπου.

Το φάντασμα της Ρεββέκας, η ενσάρκωση δια της απουσίας της του απόλυτου αριστουργήματος, δεν τρόμαξε τον Μπεν Γουίτλι, που έκαψε όπως το «Μάντερλεϊ», τη ρήση της Σύλβιας Πλαθ: «Η τελειότητα είναι τρομερή, δεν μπορεί να κάνει παιδιά»… Και απέδειξε ότι κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά όλοι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Και η «Ρεββέκα» του, (ίσως όχι καλύτερη από εκείνη του Χίτσκοκ, αλλά…) κατάφερε να σταθεί στο ύψος της!

Πηγές

«Ρεβέκκα»: Το σκοτεινό παραμύθι των φαντασμάτων

Είδαμε τη νέα «Ρεβέκκα» στο Netflix: Ο Μπεν Γουίτλι θάμπωσε τον Άλφρεντ Χίτσκοκ

Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη

Η πορεία προς το μέτωπο

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)

Πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139

Ακούστε το εδώ:

Η πορεία προς το μέτωπο, Οδυσσέας Ελύτης

«Ξη­με­ρώ­νο­ντας τ’ Αγιαν­νιού με την αύριο των Φώτων, λά­βα­με τη δια­τα­γή να κι­νή­σου­με πάλι μπρο­στά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα­θη­με­ρι­νές και σκό­λες. Έπρε­πε, λέει , να πιά­σου­με τις γραμ­μές που κρα­τού­σα­νε ως τότε οι Αρ­τι­νοί από Χει­μάρ­ρα ως Τε­πε­λέ­νι. Λόγω που εκεί­νοι πο­λε­μού­σα­νε απ’ την πρώτη μέρα, συ­νέ­χεια, κι είχαν μεί­νει σχε­δόν οι μισοί και δεν αντέ­χα­νε άλλο.

Δώ­δε­κα μέρες κιό­λας εί­χα­με μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συ­νή­θι­ζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τρι­ξί­μα­τα της γης, και δειλά συλ­λα­βί­ζα­με το γά­βγι­σμα του σκύ­λου ή τον αχό της μα­κρι­νής κα­μπά­νας, να που ήταν ανά­γκη, λέει, να γυ­ρί­σου­με με στο μόνο αχο­λόι που ξέ­ρα­με: στο αργό και στο βαρύ των κα­νο­νιών, στο ξερό και στο γρή­γο­ρο των πο­λυ­βό­λων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βα­δί­ζα­με αστα­μά­τη­τα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυ­φλοί. Με κόπο ξε­κολ­λώ­ντας το πο­δά­ρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκα­τα­βού­λια­ζε ίσαμε το γό­να­το. Επει­δή το πιο συχνά ψι­χά­λι­ζε στους δρό­μους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κά­να­με στάση να ξε­κου­ρα­στού­με, μήτε που αλ­λά­ζα­με κου­βέ­ντα, μο­νά­χα σο­βα­ροί και αμί­λη­τοι, φέγ­γο­ντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοι­ρα­ζό­μα­σταν τη στα­φί­δα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βο­λε­τό, λύ­να­με βια­στι­κά τα ρούχα και ξυ­νό­μα­σταν με λύσσα ώρες πολ­λές, όσο να τρέ­ξουν τα αί­μα­τα. Τι μας είχε ανέ­βει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κού­ρα­ση ανυ­πό­φερ­το. Τέλος, κά­πο­τε ακου­γό­τα­νε στα σκο­τει­νά η σφυ­ρί­χτρα, ση­μά­δι ότι κι­νού­σα­με, και πάλι σαν τα ζα τρα­βού­σα­με μπρο­στά να κερ­δί­σου­με δρόμο, πρι­χού ξη­με­ρώ­σει και μας βά­λου­νε στόχο τ’ αε­ρο­πλά­να. Επει­δή ο Θεός δεν κά­τε­χε από στό­χους ή τέ­τοια, κι όπως το’ χε συ­νή­θειο του, στην ίδια πά­ντο­τε ώρα ξη­μέ­ρω­νε το φως….» [1]

Η 28η Οκτω­βρί­ου 1940 υπήρ­ξε ένα γε­γο­νός κα­θο­ρι­στι­κό για την ποί­η­ση του Οδυσ­σέα Ελύτη. Ο ίδιος κα­τα­τά­χθη­κε ως έφε­δρος αν­θυ­πο­λο­χα­γός στη Διοί­κη­ση του Στρα­τη­γεί­ου Α΄ Σώ­μα­τος Στρα­τού. Λί­γους μήνες αρ­γό­τε­ρα, στις 13 Φε­βρουα­ρί­ου 1941,τον με­τέ­θε­σαν στην πρώτη γραμ­μή.

« Η Αλ­βα­νία για τη σω­μα­τι­κή μου υπό­στα­ση ήταν μια πε­ρι­πέ­τεια αβά­στα­χτη. Για την ψυ­χι­κή μου όμως ιστο­ρία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέ­ρουν ότι το κύριο βάρος του πο­λέ­μου το σή­κω­σαν οι αν­θυ­πο­λο­χα­γοί και συμ­βο­λι­κά αυτό θέ­λη­σα να δείξω, ηρω­ο­ποιώ­ντας έναν από αυ­τούς με το « Άσμα» που έγρα­ψα. Από το άλλο μέρος ο πό­λε­μος έγινε η αιτία να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τι είναι ο αγώ­νας. Ομα­δι­κός πλέον και όχι προ­σω­πι­κός. Κα­τά­λα­βα τι ση­μαί­νει να μά­χε­σαι ενταγ­μέ­νος σε μια ομάδα που έχει ορι­σμέ­να ιδα­νι­κά και μά­χε­σαι και συ γι’ αυτό» [2]


«Γι’ αυ­τούς που με φωτιά ή μα­χαί­ρι κί­νη­σαν…


Γι’ αυ­τούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή

Λιώ­ναν το σί­δε­ρο, μα­σού­σα­νε τη γης

Ο Θεός τους μύ­ρι­ζε μπα­ρού­τι και μου­λα­ρο­τό­μα­ρο

Κάθε βρο­ντή ένας θά­να­τος κα­βά­λα στον αέρα

Κάθε βρο­ντή ένας άντρας χα­μο­γε­λώ­ντας άντι­κρυ

Στο θά­να­το – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφ­νου η στιγ­μή ξα­στό­χη­σε κι ήβρε το θάρ­ρος

Κα­τα­μέ­τω­πο πέ­τα­ξε θρύ­ψα­λα μέσ’ στον ήλιο

Κιά­λια, τη­λέ­με­τρα, όλμοι, κέ­ρω­σαν!

Εύ­κο­λα σαν χασές που σκί­στη­κεν ο αγέ­ρας!

Εύ­κο­λα σαν πλε­μό­νια που άνοι­ξαν οι πέ­τρες!

Το κρά­τος κύ­λη­σε από την αρι­στε­ρή μέρια…

Στο χώμα μόνο μια στιγ­μή τα­ρά­χτη­καν οι ρίζες

Ύστε­ρα σκόρ­πι­σε ο κα­πνός κι η μέρα πήε δειλά

Να ξε­γε­λά­σει την αντά­ρα από τα κα­τα­χθό­νια

Μα η νύχτα ανα­ση­κώ­θη­κε σαν πα­τη­μέ­νη oχιά

Μόλις στα­μά­τη­σε για λίγο μέσ’ στα δό­ντια ο θά­να­τος –

Κι ύστε­ρα χύ­θη­κε με­μιάς ως τα χλωμά του νύχια!


Τώρα κεί­τε­ται απάνω στην τσου­ρου­φλι­σμέ­νη χλαί­νη

Μ’ ένα στα­μα­τη­μέ­νο αγέρα στα ήσυχα μαλ­λιά

Μ’ ένα κλα­δά­κι λη­σμο­νιάς στ’ αρι­στε­ρό του αυτί

Μοιά­ζει μπα­ξές που του ‘ φυγαν άξαφ­να τα που­λιά

Μοιά­ζει τρα­γού­δι που το φί­μω­σαν μέσα στη σκο­τει­νιά

Μοιά­ζει ρολόι αγ­γέ­λου που εστα­μά­τη­σε

Μόλις εί­πα­νε «γεια παι­διά» τα μα­το­τσί­νο­ρα

Κι η απο­ρία μαρ­μά­ρω­σε…

Κεί­τε­ται απάνω στην τσου­ρου­φλι­σμέ­νη χλαί­νη.

Αιώ­νες μαύ­ροι γύρω του

Αλυ­χτούν με σκε­λε­τούς σκυ­λιών τη φο­βε­ρή σιωπή

Κι οι ώρες που ξα­νά­γι­ναν πέ­τρι­νες πε­ρι­στέ­ρες

Ακούν με προ­σο­χή`

Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κου­φά­θη­κε,

Όμως κα­νείς δεν άκου­σε την πιο στερ­νή κραυ­γή

Όλος ο κό­σμος άδεια­σε με τη στερ­νή κραυ­γή…


Έτσι καθώς τι­νά­ζε­ται μέσ’ στη βροχή το δέ­ντρο

Και το κορμί αδεια­νό μαυ­ρί­ζει από τη μοίρα

Κι ένας τρε­λός δέρ­νε­ται με το χιόνι

Και τα δυό μάτια πάνε να δα­κρύ­σουν –

Γιατί, ρω­τά­ει ο αιτός, πού’ ναι το παλ­λη­κά­ρι;

Κι όλα τ’ αι­τό­που­λ’ απο­ρούν πού’ ναι το παλ­λη­κά­ρι!

Γιατί, ρω­τά­ει στε­νά­ζο­ντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;

Κι όλες οι μάνες απο­ρούν πού να’ ναι το παιδί!

Γιατί, ρω­τά­ει ο σύ­ντρο­φος, πού να ‘ ναι ο αδερ­φός μου;

Κι όλοι οι σύ­ντρο­φοι απο­ρούν πού να’ ναι ο πιο μι­κρός!

Πιά­νουν το χιόνι, καίει ο πυ­ρε­τός

Πιά­νουν το χέρι και πα­γώ­νει

Παν να δα­γκά­σου­νε ψωμί κι εκεί­νο στά­ζει από αίμα

Κοι­τούν μα­κριά τον ου­ρα­νό κι εκεί­νος με­λα­νιά­ζει

Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζε­σταί­νει ο θά­να­τος

Γιατί ένα τέ­τοιο ανό­σιο ψωμί

Γιατί ένας τέ­τοιος ου­ρα­νός εκεί που πρώτα εκα­τοι­κού­σε ο ήλιος!


Ήταν γεν­ναίο παιδί `

Με τα θα­μπό­χρυ­σα κου­μπιά και το πι­στό­λι του

Με τον αέρα του άντρα στην περ­πα­τη­ξιά

Και με το κρά­νος του, γυα­λι­στε­ρό ση­μά­δι

( Φτά­σα­νε τόσο εύ­κο­λα μέσ’ στο μυαλό

Που δεν εγνώ­ρι­σε κακό ποτέ του)

Με τους στρα­τιώ­τες του ζερβά – δεξιά

Και την εκ­δί­κη­ση της αδι­κί­ας μπρο­στά του

– Φωτιά στην άνομη φωτιά! –

Με το αίμα πάνω από τα φρύ­δια

Τα βουνά της Αλ­βα­νί­ας βρο­ντή­ξα­νε

Ύστε­ρα λυώ­σαν χιόνι να ξε­πλύ­νουν

Το κορμί του, σιω­πη­λό ναυά­γιο της αυγής

Και το στόμα του, μικρό πουλί ακε­λά­η­δι­στο

Και τα χέρια του, ανοι­χτές πλα­τεί­ες της ερη­μί­ας

Βρό­ντη­ξαν τα βουνά της Αλ­βα­νί­ας

Δεν έκλα­ψαν

Γιατί να κλά­ψουν

Ήταν γεν­ναίο παιδί!


Με βήμα πρω­ι­νό στη χλόη που με­γα­λώ­νει

Ανε­βαί­νει μο­να­χός και ολό­λα­μπρος…

Ανε­βαί­νει μο­να­χός και ολό­λα­μπρος

Τόσο πιω­μέ­νος από φως που φαί­νε­ται η καρ­διά του

Φαί­νε­ται μέσ’ στα σύν­νε­φα ο Όλυ­μπος ο αλη­θι­νός

Και στον αέρα ολό­γυ­ρα ο αίνος των συ­ντρό­φων…

Τώρα χτυ­πά­ει πιο γρή­γο­ρα τ’ όνει­ρο από το αίμα

Στους όχτους του μο­νο­πα­τιού συ­νά­ζο­νται τα ζώα

Γρυ­λί­ζουν και κοι­τά­ζου­νε σα να μι­λούν

Ο κό­σμος όλος είναι αλη­θι­νά με­γά­λος

Γίγας που κα­να­κεύ­ει τα παι­διά του

Μα­κριά χτυ­πούν κα­μπά­νες από κρύ­σταλ­λο

Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ου­ρα­νού!


Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρό­φτα­σε να κλά­ψει

Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Λένε για το ζεστό κι αχάι­δευ­το κε­φά­λι του

Για τα με­γά­λα μάτια του όπου χώ­ρε­σε η ζωή

Τόσο βαθιά, που πια να μην μπο­ρεί να βγει ποτέ της!» [3]


Στις 26 Φε­βρουα­ρί­ου 1941 ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της προ­σβλή­θη­κε από κοι­λια­κό τύφο και με­τα­φέρ­θη­κε σε πολύ άσχη­μη κα­τά­στα­ση στο Νο­σο­κο­μείο των Ιω­αν­νί­νων. « Ο Ελύ­της είναι ένας δια­σω­θείς της ασθέ­νειας του πο­λέ­μου και της ασθέ­νειας λόγω πο­λέ­μου…» [4]

Κα­τα­θέ­τει ο ποι­η­τής σε συ­νέ­ντευ­ξή του στο πε­ριο­δι­κό «Παν­σπου­δα­στι­κή» τον Οκτώ­βριο του 1962 γι’ αυτήν την πε­ρι­πέ­τεια που ση­μά­δε­ψε το κα­το­πι­νό του έργο και τον ώθησε να δει δια­φο­ρε­τι­κά τη σχέση ανά­με­σα στην ποί­η­ση , τον ποι­η­τή και την κοι­νω­νία.

« Τι να έκανα εγώ, ένα χα­λα­σμέ­νο παιδί της Αθή­νας. Με κόπο, κόπο ανυ­πο­λό­γι­στο, κα­τά­φε­ρα να είμαι απλώς συ­νε­πής προς την απο­στο­λή μου. Αλλά είδα στα πρό­σω­πα των στρα­τιω­τών μου τη λάμψη που είναι ικα­νός ο ελ­λη­νι­σμός ν’ ανα­δώ­σει όταν πι­στεύ­ει στο δίκιο του. Και γνώ­ρι­σα από κοντά την αψη­φι­σιά του θα­νά­του, την ακα­τά­βλη­τη θέ­λη­ση της ζωής που έγινε τε­λι­κά και δική μου. Στο μέ­τω­πο, αρ­ρώ­στη­σα από βα­ρύ­τα­το τύφο. Τα νερά που πί­να­με όπου βρί­σκα­με , ανά­με­σα στα πτώ­μα­τα των μου­λα­ριών, ήτανε μο­λυ­σμέ­να. Χωρίς να γνω­ρί­ζω τι έχω, χρειά­στη­κε να κάνω τρία με­ρό­νυ­χτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να δια­κο­μι­σθώ στο Νο­σο­κο­μείο των Ιω­αν­νί­νων. Έμει­να εκεί σα­ρά­ντα μέρες με σα­ρά­ντα πυ­ρε­τό, ακί­νη­τος, με πάγο στην κοι­λιά. Με εί­χα­νε απο­φα­σί­σει, αλλά εγώ δεν είχα απο­φα­σί­σει τον εαυτό μου. Θυ­μά­μαι ότι αρ­νή­θη­κα να με με­τα­φέ­ρουν στον μικρό θά­λα­μο των ετοι­μο­θα­νά­των, όπως κά­ποιο άλλο βράδυ αρ­νή­θη­κα να κοι­νω­νή­σω και να εξο­μο­λο­γη­θώ στον παπά που μου φέ­ρα­νε, όταν η κρίση της αρ­ρώ­στειας έφτα­σε στο κα­τα­κό­ρυ­φο. Μόλις αρ­χί­σα­νε οι βομ­βαρ­δι­σμοί, ανοί­γα­νε το δι­πλα­νό μου πα­ρά­θυ­ρο – μην σπά­σουν τα τζά­μια και τι­να­χτούν απάνω μου – και φεύ­γα­νε όλοι στα κα­τα­φύ­για. Έτσι πέ­ρα­σα όλες τις τρο­με­ρές μέρες της Γερ­μα­νι­κής επι­θέ­σε­ως. Κα­τά­μο­νος σ’ έναν έρημο θά­λα­μο, και γε­μά­τος πλη­γές από την από­λυ­τη ακι­νη­σία. Και την ημέρα που κρί­θη­κε ότι είχα γλυ­τώ­σει και άρ­χι­σε να υπο­χω­ρεί ο πυ­ρε­τός, ήρθε η δια­τα­γή να εκ­κε­νω­θεί το Νο­σο­κο­μείο. Με βά­λα­νε όπως όπως σ’ ένα φο­ρείο, που το χώ­σα­νε σ’ ένα φορ­τη­γό αυ­το­κί­νη­το. Η φά­λαγ­γα από τα Γιάν­νε­να ως το Αγρί­νιο πο­λυ­βο­λή­θη­κε οκτώ φορές από τα « στού­κας». Οι φα­ντά­ροι τρέ­χα­νε στα χω­ρά­φια, όμως εγώ ήταν αδύ­να­το να σταθώ όρ­θιος έστω και για μια στιγ­μή. Τε­λι­κά, στο Αγρί­νιο, με πα­ρα­τή­σα­νε σ’ ένα πε­ζού­λι και φύ­γα­νε. Μια καλή κο­πέλ­λα, εθε­λο­ντής νο­σο­κό­μος με άλλη απο­στο­λή, με βο­ή­θη­σε και μ’ έσυρε ως το υπό­γειο μιας κα­πνα­πο­θή­κης, όπου σω­ριά­στη­κα κ’ έμει­να τρεις μέρες. Αλλά τα υπό­λοι­πα δεν έχουν ση­μα­σία για τους άλ­λους. Ση­μα­σία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώ­θη­κα από ένα θαύμα…» [5]

«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διά­βα­ζα στην πράξη, και μ’ ένα σφί­ξι­μο στην καρ­διά μην τύχει και δα­κρύ­σω, αυτά που με ανία και δυ­σφο­ρία διά­βα­ζα ώς τότε στα βι­βλία και για την ιστο­ρία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κά­πο­τε ητ­τη­θεί, όχι εξ αι­τί­ας του, στη Μι­κρα­σία, και που τώρα θα έπαιρ­νε την εκ­δί­κη­σή του. Ετσι το έβλε­πα εγώ. Σαν άχτι μα­κρο­χρό­νιο που έβγαι­νε και ξε­θύ­μαι­νε. Δεν έπαι­ζε ρόλο που ο εχθρός ήταν δια­φο­ρε­τι­κός. Ο εχθρός ήτανε η Τυ­ραν­νία, ήτανε η μορφή του Άδι­κου, που την εί­χα­με υπο­στεί κάτω από δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές επί αιώ­νες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέ­γερ­ση ενα­ντί­ον της Μοί­ρας, χωρίς υπο­λο­γι­σμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορ­φη αφρο­σύ­νη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέ­βα­ζε το γε­γο­νός σε μιαν άλλη σφαί­ρα, ποι­η­τι­κή. Μέσα μου έγινε μια ανα­παρ­θέ­νευ­ση των τριμ­μέ­νων εν­νοιών. Οι λέ­ξεις ξε­φου­σκώ­να­νε και ξα­να­γε­μί­ζα­νε με κα­θα­ρή ουσία. Με τη βο­ή­θεια της ου­σί­ας αυτής βρήκα το θάρ­ρος να ξα­να­προ­φέ­ρω λόγια που ώς τότε φο­βό­μου­να επει­δή τα συ­να­ντού­σα μόνο στα χείλη των κού­φιων πο­λι­τι­κών και των πα­τρι­δο­κα­πή­λων.» [6]

Το Μέ­τω­πο του 1940 στην Αλ­βα­νία, αλλά και οι κα­το­πι­νές εξε­λί­ξεις με την Κα­το­χή, τα Δε­κεμ­βρια­νά και τον Εμ­φύ­λιο ενέ­πνευ­σαν τον Οδυσ­σέα Ελύτη να συν­θέ­σει τα πολύ γνω­στά μας έργα « Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­γα­χό της Αλ­βα­νί­ας» και « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύ­στη­κε όμως ακόμα και έγρα­ψε την «Αλ­βα­νιά­δα», την « Κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές» και τη «Βαρ­βα­ρία».

Η « Αλ­βα­νιά­δα», έργο ημι­τε­λές. Το πρώτο μέρος δό­θη­κε για δη­μο­σί­ευ­ση από τον ποι­η­τή στην « Παν­σπου­δα­στι­κή» συγ­χρό­νως με τη συ­νέ­ντευ­ξη που πα­ρα­χώ­ρη­σε.

«… δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε ποτέ. Με­τα­δό­θη­κε όμως τον Οκτώ­βριο του 1956 από το Ρα­διο­φω­νι­κό Σταθ­μό Αθη­νών, με απαγ­γε­λία Θάνου Κω­τσό­που­λου και Μή­τσου Λυ­γί­ζου, ρα­διο­σκη­νο­θε­σία Νίκου Γκά­τσου και μου­σι­κή Μάνου Χα­τζι­δά­κι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, κα­μιάν απή­χη­ση, μο­λο­νό­τι η ρα­διο­φω­νι­κή πα­ρου­σί­α­ση βοη­θού­σε στην ανά­δει­ξη της ιδιό­τυ­πης τε­χνι­κής του. Ίσως να έφται­γα εγώ, ίσως το θέμα. Γε­γο­νός είναι ότι μου έλει­ψε από κει και πέρα η διά­θε­ση να συ­νε­χί­σω ένα έργο με τόσο με­γά­λες δια­στά­σεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποι­η­τές που μπο­ρούν να γρά­φουν ερή­μην του κοι­νού. Μου χρειά­ζε­ται ο « αντί­κτυ­πος». Κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο: μου χρειά­ζε­ται αυτό που λέμε « αό­ρα­τη πα­ραγ­γε­λία»,η συ­ναί­σθη­ση ότι μια ομάδα αν­θρώ­πων , έστω και μικρή, πε­ρι­μέ­νει κάτι από μένα. Προ­χώ­ρη­σα αρ­κε­τά στο δεύ­τε­ρο μέρος, κ’ ύστε­ρα, ξαφ­νι­κά, στα­μά­τη­σα. Με τρά­βη­ξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρ­χί­σει να ωρι­μά­ζει μέσα μου και που έμελ­λε να ηχή­σει αλ­λοιώς. Ωστό­σο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξα­κο­λου­θεί, προ­σω­πι­κά, να με ικα­νο­ποιεί απο­λύ­τως κ’ έχει εξάλ­λου πάρει κατά κά­ποιο τρόπο το βά­φτι­σμα της δη­μο­σιό­τη­τας, ευ­χα­ρί­στως σας το πα­ρα­χω­ρώ.» [7]

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρό­γραμ­μα της πα­ρά­στα­σης του Εθνι­κού Θε­ά­τρου (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

Ένα μικρό από­σπα­σμα:

« Ένας άγ­γε­λος μ’ αμπέ­χω­νο ανοι­χτό

Αγου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος γύ­ρι­ζε τ’ αντί­σκη­να

Μοι­ρά­ζο­ντας «λά­μπες θυ­έλ­λης».

Η όρ­γη­τα δά­γκω­νε τα σί­δε­ρα

Στα ρο­λό­για μέσα τ’ αρ­γο­κί­νη­τα

Σφυ­ρο­κό­ποι ατσά­λω­ναν ανό­μοιες ώρες…» [8]

Η « Κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές» , συν­θε­τι­κό ποί­η­μα, το οποίο ο Ελύ­της έγρα­ψε μέσα στη να­ζι­στι­κή Κα­το­χή , το 1943. Η λο­γο­κρι­σία το έκοψε. Το ποί­η­μα δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο συ­γκε­ντρω­τι­κό τόμο των Ποι­η­μά­των του Οδυσ­σέα Ελύτη που εκ­δό­θη­κε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποι­η­τής συ­νερ­γά­στη­κε με τον χα­ρά­κτη Δη­μή­τρη Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου, στην Ισπα­νία, ο οποί­ος το φι­λο­τέ­χνη­σε με χα­ρα­κτι­κά . Το ποί­η­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε σε δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση.[9]

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρό­γραμ­μα της πα­ρά­στα­σης του Εθνι­κού Θε­ά­τρου (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

«Η Κα­λω­σύ­νη εδώ που βρέ­θη­κε μες στις λυ­κο­πο­ριές

Πρέ­πει νάχει μπα­ρού­τι στο σελ­λά­χι της

Και να δα­γκά­νει κάμες.


Ακού­γε­ται από την περ­πα­τη­ξιά σου η δόξα

Όπως ακού­γε­ται απ’ το βρό­ντη­μα του μπρούν­τζου ο ήλιος

Με­λα­ψό παλ­λη­κά­ρι

Που ακου­μπάς επάνω στην Ελ­λά­δα

Με το κου­ρά­γιο που ακου­μπά­ει στη μπόρα το έλατο

Και σου παν οι αιώ­νες όπως της πάει της αντρειάς

Το λου­λού­δι στα δό­ντια και το μπαμ

Της πι­στο­λιάς

Πέ­ρα­σαν μες στη μνήμη σου μνή­μες ανέ­μων

Η φωνή σου σκο­τεί­νια­σε σαν δρυ­μός

Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξε­κοι­λιά­ζου­νται άλογα

Δάση να τρων φω­τιές αν­θρώ­πους άν­θρω­πο

Είδες μια πέτρα τρυ­πη­μέ­νη από κραυ­γή θα­νά­του

Να ση­κώ­νει τη σκιά της τέρας

Μια γυ­ναί­κα με ράμ­φος και φτερά

Να σπα­ρά­ζει δεί­χνο­ντας ψηλά

Το φεγ­γά­ρι στο στόμα της φο­βέ­ρας

Τί­πο­τα συ! Μες στην καρ­διά του χρό­νου

Ζώ­νε­σαι γύρω σου το διά­στη­μα

Μέσα στη χώρα που ονει­ρεύ­ο­μαι

Λες, η ματιά του αρ­νιού σκο­τώ­νει τα τσα­κά­λια,

Μέσα στη χώρα τώρα που ονει­ρεύ­ε­σαι

Με­λα­ψό παλ­λη­κά­ρι

Λέω: Η ελ­πί­δα τό­φτα­σε το μπόι της κο­ρα­σιάς

Είν’ έτοι­μη η καρ­διά του αντρός να μα­χαι­ρώ­σει ατσά­λι

Κύττα: σελ­λώ­νει ο άνε­μος τα όνει­ρα

Σπί­θες πε­τούν τα πέ­τα­λα στο πυρρό νέφος

Η μέρα όπου και νάναι με λού­λου­δα μη­λιάς

Θα βγει να σερ­για­νί­σει πάλι στο αρ­χι­πέ­λα­γος!


Τριώ­νι της θαλ­λα­σι­νής νυ­χτιάς` Αλε­τρο­πό­δι

Που σα νεύ­εις με χρυ­σούς σταυ­ρούς

Τα πει­σμα­τά­ρι­κα παι­διά της χί­μαι­ρας`

Και συ εκ­στα­τι­κό μου Ελίκι

Στην αση­μέ­νια ζώνη της μα­τιάς μου

Απόψε

Αγρυ­πνή­σε­τε

Κι όταν φυ­σή­ξει απ’ τα βουνά της ερη­μιάς η για­μπο­λη

Στα­λά­ζο­ντας πικρά στην υπνω­μέ­νη γης

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Σε βά­τους που έφτυ­σαν φωτιά και τώρα κρυώ­νουν

Σε δέ­ντρα που μα­τώ­σαν, σ’ ερη­μοκ­κλη­σιές που ράι­σαν

Σ’ αγκά­θια που φαρ­μα­κώ­σαν ένα φεγ­γά­ρι

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Στις σπα­ραγ­μέ­νες σάρ­κες του γκρε­μού

Στα ρίγη που κρυ­στάλ­λω­σαν τις αγω­νί­ες του λόγ­γου

Για μια στερ­νή φορά

Φω­νά­ζω

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Άστρα, ο χρη­σμός σας δε θα πάει χα­μέ­νος

Παι­διά, ο χαμός, ο χα­λα­σμός, η πείνα

Κι η ανά­γκη τρε­μο­σβυούν στο ψυ­χορ­ρά­γη­μα

Ορ­θώ­σε­τε τ’ αρ­μα­τω­μέ­να χέρια

Ξε­τε­λέ­ψε­τε

Θά­λασ­σα, χί­μαι­ρα, έκ­στα­ση

Ετοι­μά­σε­τε τη χώρα σας

Του χάρου τη φωνή δε θα την ανε­χτού­με

Η μέρα είναι κοντά που θα ψο­φή­σει ο λύκος

Που η απο­νιά θα φάει τις σάρ­κες της

Που θα βου­τή­ξει σε μια δόξα μύρου το βουνό

Και που η ψυχή θ’ ανά­ψει από τις μυ­στι­κές φλο­γί­τσες σας

Όπως και πριν Τριώ­δι, Αλε­τρο­πό­δι, Ελίκι!» [10]

Η «Βαρ­βα­ρία» δεν ολο­κλη­ρώ­θη­κε

Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από τις εφη­με­ρί­δες της επο­χής (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

Το 1977 το Εθνι­κό Θέ­α­τρο συμ­με­τέ­χο­ντας στον εορ­τα­σμό της 28ης Οκτω­βρί­ου 1940 πα­ρου­σί­α­σε μια πα­ρά­στα­ση με « ήθος σύγ­χρο­νης τρα­γω­δί­ας με το ύφος αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας» [11], η οποία στη­ρί­χτη­κε σε απο­σπά­σμα­τα από διά­φο­ρα ποι­ή­μα­τα που εμπνεύ­στη­κε ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της κυ­ρί­ως από τον πό­λε­μο της Αλ­βα­νί­ας. Η επι­λο­γή των απο­σπα­σμά­των έγινε από τους « Προ­σα­να­το­λι­σμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλ­βα­νιά­δα» και « Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας».

«Μέσα από το «Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας» και το «Άξιον Εστί» ξε­τυ­λί­γε­ται όλο το μέγα θάμα, το ελ­λη­νι­κό κι αν­θρώ­πι­νο μαζί, της « Αλ­βα­νιά­δας». Και μνήμη ζω­ντα­νή απλώ­νε­ται σε μια πα­ναρ­μό­νια τοι­χο­γρα­φία, πραγ­μα­τι­κή και υπε­ρού­σια μαζί. Τα πεζά κεί­με­να ιστο­ρούν την αλη­θι­νή πε­ρι­πέ­τεια του πο­λέ­μου. Και η ποι­η­τι­κή έξαρ­ση ει­κο­νί­ζει την υπερ­πραγ­μα­τι­στι­κή εξα­κό­ντι­ση της ψυχής του μα­χη­τή ποι­η­τή. Κα­νέ­νας ψευ­τοη­ρω­ι­σμός δεν χωρεί εδώ. Το μέ­γε­θος του αλη­θι­νού ηρω­ι­σμού ανα­δύ­ε­ται από το μέ­γε­θος της θυ­σί­ας. Και το θάμα βλα­σταί­νει από τις βα­θιές ρι­ζω­μέ­νες στην Ελ­λη­νί­δα φύση ρίζες του αν­θρώ­που, που εξυ­ψώ­νε­ται ως την ισο­θέ­ω­ση της ελευ­θε­ρί­ας με την αξία και τος κάλ­λος της» [12]

Πηγές:

[1] Από­σπα­σμα από το Ανά­γνω­σμα Πρώτο . Οδυσ­σέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκα­ρος Εκ­δο­τι­κή Εται­ρία, Αθήνα 1977, 9η έκ­δο­ση

[2] Από το άρθρο του Χρή­στου Σιάφ­κου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην έκ­δο­ση της Ελευ­θε­ρο­τυ­πί­ας Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθα­νά­των».

[3] Απο­σπά­σμα­τα από το έργο: Οδυσ­σέα Ελύτη, Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας, Ίκα­ρος Εκ­δο­τι­κή Εται­ρία, Αθήνα 1981, 6η έκ­δο­ση

[4, 8 ] Από το άρθρο του Βα­σί­λη Κ. Κα­λα­μα­ρά, Η διαρ­κής λυ­ρι­κή επα­να­μά­γευ­ση. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην έκ­δο­ση της Ελευ­θε­ρο­τυ­πί­ας Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθα­νά­των».

[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δη­μή­τρη Γκιώ­νη «Έζησα το θαύμα της Αλ­βα­νί­ας». Ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της, η ημι­τε­λής «Αλ­βα­νιά­δα» και η συμ­με­το­χή του στον αγώνα. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην «Ελευ­θε­ρο­τυ­πία» το Σάβ­βα­το 22 Οκτω­βρί­ου 2011.

[9] Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για το έργο Η κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές από εδώ

[10] Τα απο­σπά­σμα­τα από το έργο Η κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές εδώ

[11, 12] Από την κρι­τι­κή του Μπά­μπη Κλάρα στην εφη­με­ρί­δα « Η Βρα­δυ­νή» δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 30/10/1977. Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου.

Οδυσσέας Ελύτης: Η πορεία προς το Μέτωπο (Το έπος του 1940 στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη)

Τι έκαναν οι ποιητές μας στον πόλεμο του 1940;

Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Γιώργος Σεφέρης ξύπνησε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι είχε δώσει το γνωστό τελεσίγραφο στον Μεταξά μισή ώρα πριν. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο Υπουργείο Τύπου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν γνώριζε με ποια πλευρά θα συντασσόταν ο Μεταξάς.

Ο Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, μαζί με τον τότε υφυπουργό ανέλαβαν να συντάξουν το κείμενο της επίσημης κήρυξης πολέμου. Ο Γ. Σ. απεχθανόταν ενστικτωδώς τους Ναζί, μολονότι υπηρετώντας στο γραφείο Τύπου ήταν υποχρεωμένος μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο να τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Έχει νηφάλια και με πολλή οξυδέρκεια καταλάβει ότι είναι προς όφελος της Ελλάδας και της επιβίωσής της μέσα στην γεωπολιτική σκακιέρα να ταχτεί με το μέρος των Συμμάχων. Με την διορατικότητα που τον διέκρινε είχε ήδη αναρωτηθεί και απαντήσει για το τι μέλλει γενέσθαι στο μέλλον στην «Τελευταία Ημέρα», ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1939:

Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται πώς πεθαίνει ένας άντρας; Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.

Ο ποιητής, σαραντάρης τότε, ήταν διπλωμάτης καριέρας και τα καθήκοντά του τον υποχρέωσαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση πρώτα στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο.

Το «Όχι» του Μεταξά ενώνει σύσσωμο τον ελληνικό λαό που με υπέρμετρο ενθουσιασμό κινεί για το μέτωπο να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό εχθρό. Στο ημερολόγιο του ο Άγγελος Τερζάκης μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα :

«Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σούρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.» (18 Νοεμβρίου 1940)

Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει εκδώσει την προηγούμενη χρονιά τους «Προσανατολισμούς», την πρώτη ποιητική του συλλογή. Επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και τον Δεκέμβριο βρίσκεται να πολεμά στην ζώνη του πυρός, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Ο χειμώνας του 1940-41 ήταν πρόωρος και ένας από τους βαρύτερους του 20ου αιώνα. Στο μέτωπο της Ηπείρου ο ελληνικός στρατός εκτός από τα εχθρικά πυρά και τους ανελέητους βομβαρδισμούς έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος, την έλλειψη σε τρόφιμα και τις δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό. Τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ελύτης παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο Ιωαννίνων. Γλυτώνει από θαύμα. Όταν αναρρώνει η Ελλάδα βρίσκεται υπό τριπλή κατοχή. Στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», γραμμένο το 1941, ο επιτάφιος θρήνος για τον ανώνυμο μαχητή μέσα στον δυσοίωνο χειμώνα μετατρέπεται σε ύμνο για τα νιάτα, τον έρωτα και την επικράτηση της ζωής.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο μέτωπο

Αντίθετα από τον Ελύτη, ο πρωτοπόρος ποιητής Γιώργος Σαραντάρης δεν γλύτωσε τον θάνατο. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, αρρώστησε από τύφο και πέθανε. Στα Ανοιχτά Χαρτιά ο Ελύτης γράφει:

«Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.»

Ο Άγγελος Σικελιανός, 56 ετών τότε ζήτησε να σταλεί στο μέτωπο. Αν και τελικά δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στο μέτωπο δημοσιεύει πατριωτικά και εμψυχωτικά ποιήματα που μοιάζουν να έχουν γραφεί από κάποιον που πολεμά στην πρώτη γραμμή.

Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, γνωστότερος ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού», βετεράνος πολεμιστής, καθώς είχε πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία, παρόλη την αναπηρία του, υπηρέτησε στην αντιαεροπορική άμυνα με τον βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.

Ο Δ. Ι. Αντωνίου , ο αγαπημένος «Τόνυ» της συντροφιάς λογοτεχνών που γνωρίζουμε ως «γενιά του ‘30», παρέμεινε πλοίαρχος στο δικό του καράβι, το οποίο είχε επιταχθεί για τις ανάγκες του ναυτικού, και το οποίο θα βυθιστεί. Ο Αντωνίου ευτυχώς θα σωθεί.

Ο Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός εραστής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», παρόλο που είχε ήδη πάρει το δίπλωμα ασυρματιστή στα πλοία, βρέθηκε στρατιώτης στην Αλβανία. Με την κατάρρευση του μετώπου γύρισε στην Αθήνα και παρέμεινε στην στεριά μέχρι τη λήξη του πολέμου.

Ο Νίκος Καββαδίας με άλλους δύο στρατιώτες
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (αριστερά)

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Με την υποχώρηση γύρισε πίσω κι αυτός στην Αθήνα και εντάχθηκε στον ΕΑΜ.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος δεξιά γονατιστός,όρθιος πίσω του ο δικηγόρος Άγης Πετροπουλάκης καί δίπλα του ο Ανθυπολοχαγός Ορειβατικού Πυροβολικού Αρτάνης

Ο Τάκης Σινόπουλος επιστρατεύτηκε το 1941 ως λοχίας του υγειονομικού στο Λουτράκι.

Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής δημοκρατίας, εκτοπισμένο στα νησιά. Με την κατοχή επανήλθε στη θέση του στη Νομική σχολή. Το 1941, στις 28 Οκτωβρίου, με αφορμή την πρώτη επέτειο του «Όχι», εκφώνησε στους φοιτητές του λόγο για την μελλοντική κοινωνία που πρέπει να χτίσουν οι νέοι σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Στην μνήμη των Ελλήνων η 28η Οκτωβρίου συμβόλιζε ήδη την άρνηση της υποταγής. Την επομένη απολύθηκε από την Κυβέρνηση των δοσίλογων.

Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941. Την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία εισέρχεται στον πόλεμο με το μέρος του Άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού πολεμά στην Αλβανία. Παρόλη τη σθεναρή αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που υπερασπίζονταν τα σύνορα της Μακεδονίας, ουσιαστικά η «γραμμή Μεταξά» υπερφαλαγγίζεται καθώς τα γερμανικά στρατεύματα εξαπολύουν σφοδρή επίθεση σε δύο μέτωπα, στα σύνορα με την Βουλγαρία και στα ανοχύρωτα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η Ελλάδα σύντομα βρέθηκε κάτω από τριπλή γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή.

Οι κατοχικές αρχές και η λογοκρισία δεν σιώπησαν τις φωνές των ποιητών. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 πεθαίνει ο Κωστής Παλαμάς. Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Την επομένη από νωρίς το πρωί ο λαός της Αθήνας συγκεντρώνεται στο Α’ νεκροταφείο. Ο Άγγελος Σικελιανός με τη βροντερή φωνή του απαγγέλνει τους στίχους που μόλις είχε γράψει:

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Όταν ο εκπρόσωπος της Γερμανικής πρεσβείας προχώρησε να καταθέσει στεφάνι, μόνος από όλο το πλήθος ο «Κολοσσός» Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο. Το πλήθος στην αρχή δειλά και μετά με πάθος τον ακολούθησε. Όπως έλεγαν οι στίχοι του Σικελιανού: «Σ` αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!», μονιασμένη για μια μέρα.

Πηγή:https://www.klik.gr/gr/el/stories/ti-ekanan-oi-poiites-mas-ston-ellino-italiko-polemo-tou-1940/