The Queen’s Gambit: To ματ του Netflix στις μίνι σειρές μετά το Unorthodox

Όταν η νίκη σ’ τα παίρνει όλα, τότε τι σου μένει; Η νέα μίνι σειρά του Netflix με τίτλο “The Queen’s Gambit” ή αλλιώς “Το Γκάμπι της Βασίλισσας” θεωρείται ήδη από πολλούς μία από τις καλύτερες σειρές της μεγάλης streaming υπηρεσίας. Η μίνι σειρά μίας σεζόν βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Γουόλτερ Τέβις που δημοσιεύτηκε το 1983 και αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσης της Μπεθ Χάρμον, μιας σκακιστικής διάνοιας σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο στην δεκαετία του 50 και του 60.

Η 9χρονη Μπεθ μένει ορφανή, όταν η μητέρα της τρακάρει με το αμάξι στο οποίο επέβαιναν και καταλήγει σε ένα ίδρυμα θηλέων, όπου θα μάθει να παίζει σκάκι, στο υπόγειο, μαζί με τον επιστάτη του ιδρύματος. Όταν εκείνος καταλάβει ότι πρόκειται για μια εκπληκτική παίκτρια με κοφτερό μυαλό και μεγάλη αυτοπεποίθηση, την βοηθάει να βρει τον δρόμο της προς την επιτυχία. Ωστόσο, ο δρόμος αυτός δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αφού η Μπεθ σύντομα εθίζεται σε χάπια και αλκοόλ για να ξεπεράσει το άγχος που της δημιουργεί η επιθυμία της για νίκη, καθώς και το τραύμα του παρελθόντος από τον χαμό της μητέρας της. Στην πορεία κατάκτησης του ονείρου, θα την βοηθήσει η θετή της μητέρα, η οποία παλεύει και αυτή με τους δικούς της δαίμονες: το αλκοόλ, το μανιώδες κάπνισμα, τα απωθημένα της μικρής της ηλικίας και με τον διαλυμένο της γάμο.

Για αυτούς που αναρωτιούνται, γκαμπί της βασίλισσας είναι ένα δημοφιλές σκακιστικό άνοιγμα που παίζουν δύο παίκτες σε έναν αγώνα σκάκι. Αν και είναι οι πρώτες κινήσεις, θεωρούνται  σημαντικές για τη ροή και την εξέλιξη της παρτίδας και καθορίζουν συχνά τον νικητή. Το «The Queen’s Gambit», λοιπόν, είναι μια ακόμη μεταφορά ενός έργου που κατορθώνει να κάνει συναρπαστικό ένα σπορ που μπορεί να είναι γεμάτο αδρεναλίνη κι αγωνία, αλλά αποκλειστικά μόνο για τους μυημένους σε αυτό. Τα παιχνίδια σκακιού που βλέπουμε είναι πάντως εντελώς αληθινά. Μάλιστα, ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής Σκακιού Γκάρι Κασπάροφ, συμμετείχε ως σύμβουλος σε αυτές τις σκηνές, ώστε να είναι πιστά αποτυπωμένες στη κάμερα. Όμως κάθε παρτίδα σκάκι γίνεται συναρπαστική καθώς συνδυάζει το παιχνίδι και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της Μπεθ. Έτσι, σε κάθε παρτίδα ανακαλύπτουμε καινούργιες πτυχές του χαρακτήρα της, κάτι το οποίο όπως φαίνεται δεν εκπλήσσει μόνο εμάς αλλά και την ίδια, καθώς πολλά πράγματα τα οποία νόμιζε ότι ήξερε για τον εαυτό της φαίνεται ότι πρέπει να τα επαναπροσδιορίσει. Μάλιστα, μεγάλο μέρος της σειράς επικεντρώνεται και στον εθισμό της Μπεθ με τα ηρεμιστικά και το αλκοόλ καθώς σύμφωνα με την ίδια είναι παράγοντες που οφείλονται στην διαύγεια της κατά την ώρα μελέτης διάφορων στρατηγικών. 

Φυσικά, δεν χρειάζεται να είσαι μετρ του σκακιού για να σε μαγνητίσουν οι κινήσεις και η υποκριτική δεινότητα της Άνια Τέιλορ-Τζόι, της ηθοποιού που απολαύσαμε πρόσφατα και στην ταινία Έμμα. Η Μπεθ είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων χαρακτήρας, απρόβλεπτος και αντισυμβατικός. Η αμερικανο-αργεντινο-βρετανή ηθοποιός, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της, φέρνει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο της ευφυούς αλλά σκοτεινής νεαρής γυναίκας, επισκιάζοντας τις όποιες σεναριακές αδυναμίες. Υποδύεται την Μπεθ Χάρμον με μια ένταση κι αφοσίωση που σε μαγνητίζει στην οθόνη και σε κάνει να πιστέψεις απόλυτα πως αυτό το κορίτσι θα μπορούσε όντως να κερδίσει στο σκάκι ακόμη και τον πιο δύσκολο αντίπαλο οποιαδήποτε στιγμή. Πραγματικά αποτελεί ένα αληθινά φεμινιστικό πρότυπο για τα νεαρά κορίτσια που θέλουν να κυνηγήσουν το όνειρό τους, αλλά έχουν έλλειψη αυτοεκτίμησης.

Το Queen’s Gambit όμως δεν μιλάει μόνο για το σκάκι. Μιλάει και για το ασταθές και απρόβλεπτο ταξίδι προς την ενηλικίωση, για τη μοναξιά, τον αλκοολισμό, την τοξικομανία, τα ψυχολογικά και παιδικά τραύματα, την εμμονή με την τελειότητα και την λατρεία του κοινού και των ΜΜΕ για τα παιδιά-θαύματα. Αλλά κυρίως, για ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής. Να μην εγκαταλείπεις, να πιστεύεις σε σένα κι όσες φορές κι αν πέσεις, να σηκώνεσαι και να παίρνεις αυτό που θες γιατί υπάρχουν πάντα κι άλλες κινήσεις. Όπως στο σκάκι.

Ξεκινώντας λοιπόν από ένα υπόγειο, η σειρά μέσα σε 7 επεισόδια θα αφηγηθεί μια ιστορία εμμονής, ξεχωριστού ταλέντου και εθισμού. Η σειρά των Σκοτ Φρανκ κι Αλαν Σκοτ κάνει όλες τις σωστές κινήσεις για να σας ενθουσιάσει και να σας ωθήσει στην συνεχόμενη προβολή του ενός επεισοδίου μετά το άλλο. Μπορεί το σενάριο να ακολουθεί μια μάλλον γνώριμη πορεία, αλλά ακόμη κι έτσι η σειρά παίρνει τις σωστές αποφάσεις για να σας εντάξει σε έναν κόσμο γεμάτο συναίσθημα, αγωνία, εξερευνώντας ταυτόχρονα με το απαραίτητο ψυχολογικό βάθος τον εσωτερικό κόσμο της νεαρής πρωταγωνίστριας και δουλεύοντας με ιδιαίτερη προσοχή την ανασύσταση μιας εποχής που υπήρξε σύνθετη από πολλές απόψεις. Από τα γυναικεία κινήματα ενδυνάμωσης μέχρι την σκιά του ψυχρού πολέμου το «The Queen’s Gambit» προσθέτει μια σειρά από αποχρώσεις στην παλέτα του, συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που σε κερδίζει ακόμη κι όταν ο αρχικός ενθουσιασμός έχει χαθεί. Είναι άξια, λοιπόν, το πιο ωραίο επτάωρο τηλεοπτικό ματ των τελευταίων ετών.


Πηγές:

https://www.athensvoice.gr/culture/tv/687896_gkampi-tis-vasilissas-mageytiko-drama-toy-netflix

https://www.bovary.gr/art/watch-it/netflix-queens-gambit-giati-kollisame

https://www.checkincyprus.com/article/59975/gkampi-tis-vasilissas-mythistorima-toy-walter-tevis-ginetai-seira-sto-netflix

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/zoi/gkampi-tis-basilissas-i-nea-seira-toy-netflix-poy-mageyei-binteo

https://flix.gr/news/the-queens-gambit-review.html

https://lordoftheseries.gr/the-queens-gambit-to-gkampi-tis-vasilissas-review-choris-spoilers/

https://www.monopoli.gr/2020/10/29/promotional-items/cine-news/425356/the-queens-gambit-giati-oloi-miloun-gi-ayti-ti-nea-mini-seira-tou-netflix/

Into the Night: Η νέα μετα-αποκαλυπτική σειρά που θα σας καθηλώσει

“Into the Night” (Μέσα στην Νύχτα) είναι ο τίτλος της νέας μίνι σειράς επιστημονικής φαντασίας του Netflix που ήρθε από το Βέλγιο και βασίζεται στο μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Jacek Dukaj, με τίτλο “The Old Axolotl”. Το “Into the Night” είναι η πρώτη Βελγική πρωτότυπη παραγωγή της πλατφόρμας και έχει μόνο 6 καθηλωτικά επεισόδια των 35 λεπτών που θα σας μαγνητίσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η υπόθεση είναι διαφορετική και άκρως ενδιαφέρουσα, αφού ακολουθεί ένα μετα-αποκαλυπτικό σενάριο που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις οθόνες μας. Ένας ταξιδιώτης βρίσκεται στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών και ζητά ένα εισιτήριο για να πετάξει προς τη δύση, γιατί, όπως φαίνεται, το φως του ήλιου είναι θανατηφόρο για όλα τα έμβια όντα. Τελικά, αποφασίζει να πάρει την κατάστασει στα χέρια του και εξαναγκάσει τον πιλότο ενός αεροπλάνου με αρχικό προορισμό την Μόσχα να πετάξει προς το άγνωστο, μακριά από τις θανατηφόρες ακτίνες. Έτσι ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στον ίδιον τον ήλιο καθώς ξεχύνονται μέσα στην νύχτα σε μια προσπάθεια επιβίωσης με κάθε κόστος.

«Η ανατολή θα μας σκοτώσει όλους»

Η κεντρική ιδέα προκαλεί την περιέργεια μας και προδιαθέτει για ένα συναρπαστικό ταξίδι αγωνίας, και λίγο πολύ αυτό που υπόσχεται το προσφέρει, χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και χωρίς να αποφεύγει αρκετές κοινοτοπίες και κάποια κλισέ, τα οποία όμως φέρνει εις πέρας με αρκετή επιτυχία.

Λόγω θέματος και συνειρμών με το δυστοπικό σήμερα της ανθρωπότητας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτυπώνει την ιδέα της Αποκάλυψης που όλοι νιώθουμε πως έχει έρθει. Το θέμα της σειράς μπορεί να μην είναι μια φονική πανδημία, ωστόσο η ιδέα και μόνο ότι ο κόσμος φτάνει στο τέλος του με ακαριαίους θανάτους σε κάθε χώρα του πλανήτη εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας, είναι αρκετά ανατριχιαστική για να αναζητήσει κανείς τις ομοιότητες με τη φρίκη των όσων έχει επιφέρει στη ζωή μας η πανδημία.

Η ιστορία πάντως εστιάζει λιγότερο στο τέλος του κόσμου και περισσότερο στη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αυτήν την αξιοπερίεργη ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που θέλει να επιβιώσει πάση θυσία. Ο Ιταλός που έχει σχέση με το NATO και εισβάλλει στο αεροπλάνο διαπράττοντας αεροπειρατεία προσπαθώντας να πάρει τα ηνία της ηγεσίας. Ο πιλότος, η αεροσυνοδός, ο μηχανικός του αεροπλάνου. Μία πρωην στρατιωτικός πιλοτός ελικοπτέρου που βιώνει μία προσωπική τραγωδία. Μία Αφρικανή νοσοκόμια που δουλεύει για έναν πλούσιο ηλικιωμένο με άνοια. Μια Ρωσίδα μητέρα που πηγαίνει τον γιο της για επείγουσα επέμβαση στη Μόσχα. Ένας Βέλγος μηχανικός τηλεπικοινωνιών που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια και να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Ένας Τούρκος επιχειρηματίας με ένα σκοτεινό μυστικό. Ένας λίγο ρατσιστής μεσήλικας σεκιουριτάς. Ο Άραβας υπάλληλος του αεροδρομίου. Μία Αμερικανίδα influencer με ρίζες από Ιταλία και Γαλλία.

Οι χαρακτήρες είναι αρκετοί ( βέβαια μόνο μερικοί επιβάτες πρόλαβαν να επιβιβαστούν στην πτήση που έφυγε εσπευσμένα από τις Βρυξέλλες) αλλά τους δίνεται ένα επαρκές χρονικό διάστημα από τον δημιουργό της σειράς Τζέισον Τζορτζ (του τηλεοπτικού Narcos και του κινηματογραφικού Vice) να αναπτυχθούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρουσιάζουν όλοι ισότιμο ενδιαφέρον. Ίσως δούμε τις ιστορίες τους να ξεδιπλώνονται περισσόερο στην 2η σεζόν, που όπως φαίνεται από το τέλος της 1ης, θα έρθει σύντομα στο Netflix.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι η πολυπολιτισμικότητα των πρωταγωνιστών, η ποικιλομορφία τους και η διαφορετικότητα τους, που δίνει στην σειρά τον επιθυμητό ρεαλισμό ακόμα και όταν οι ανατροπές είναι υπερβολικές για να γίνουν πιστευτές. Ένα πλήθος γλωσσών (κυρίως Γαλλικά, αλλά και Ιταλικά, Γερμανικά, Αραβικά, Ρώσικα, κλπ) και κουλτούρων προβάλλονται καθόλη την διάρκεια της σειράς και εντάσσονται έξυπνα και με μεγάλη φυσικότητα μέσα στην πλοκή. Επίσης, η σειρά φιλοξενεί αντίστοιχα και ένα καστ από ηθοποιούς διάφορων εθνικοτήτων: Jan Bijvoet, Nabil Mallat, Pauline Etienne, Laurent Capelluto, Stéfano Cassetti, Astrid Whettnall, Vincent Londez, Regina Bikkinina, Alba Gaïa Bellugi, Babetida Sadjo, Mehmet Kurtulus και Ksawery Szlenkier.

Μιλώντας για την ιδέα της σειράς, ο εκτελεστικός παραγωγός Tomek Bagiński σχολίασε: «Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η ιδέα της αναπόφευκτης Αποκάλυψης και ότι μπορείς να τρέξεις μακριά της μέσα σε ένα αεροπλάνο μαζί με άλλους ξένους που δεν μιλούν καν την ίδια γλώσσα»

Πηγές:

https://www.ethnos.gr/politismos/sinema/104264_night-i-diethnis-seira-toy-netflix-problepei-telos-toy-kosmoy

https://www.moveitmag.gr/nea/night-season-1-idaniko-gia-binge-watching/62592

https://www.must.com.cy/gr/culture/entertainment/into-the-night-mia-seira-poy-den-moiazei-me-tis-alles

Self Made: Η εμπνευσμένη ιστορία της πρώτης αυτοδημιούργητης μαύρης εκατομμυριούχου της Αμερικής

Η σειρά Self Made: Inspired by the Life of Madam C.J. Walker είναι βασισμένη στη βιογραφία On Her Own Ground της A’Lelia Bundles και μας συστήνει την απίθανη ιστορία της Madam C.J. Walker της πρώτης μαύρης γυναίκας στην Αμερική που κατάφερε να χτίσει από το μηδέν μία αυτοκρατορία και να γίνει εκατομμυριούχος.

Ποια ήταν όμως η Madam C.J. Walker; Η Sarah Breedlove (ή Madam CJ Walker όπως έγινε γνωστή) μέχρι και το 1919 που απεβίωσε, θεωρούνταν η πλουσιότερη αυτοδημιούργητη γυναίκα της Αμερικής. Η περιουσία της δημιουργήθηκε από μια σειρά καλλυντικών για την περιποίηση του δέρματος και των μαλλιών αποκλειστικά για μαύρες γυναίκες, που λάνσαρε μέσω της δικής της εταιρείας, Madam CJ Walker Manufacturing Company. Ορφανή από τα εφτά της, μετακόμισε από τη Λουιζιάνα στο Μισσισσιππή στα δέκα της, μαζί με την αδερφή της και τον ετεροθαλή αδερφό της, όπου ξεκίνησε να δουλεύει σαν οικιακή βοηθός. Για να ξεφύγει από την κακοποίηση του αδερφού της, παντρεύτηκε στα δεκατέσσερα της και απέκτησε μια κόρη, την A’Lelia Walker , η οποία μετέπειτα κληρονόμησε και διεύρυνε την αυτοκρατορία της. Ο τρίτος της γάμος, με τον Charles Joseph Walker, τής χάρισε το ψευδώνυμο με το οποίο έμεινε στην ιστορία. Υπέφερε από έντονη πιτυρίδα, εκτός των άλλων, που προκλήθηκε από δερματικά προβλήματα και αυτή ήταν η έμπνευση της και ο σκοπός της στην δημιουργία ειδικών προϊόντων περιποίησης.

Γύρω στο 1904 εκπροσωπούσε την επιχειρηματία Annie Malone πουλώντας καλλυντικά σε ένα φεστιβάλ στο Σαιντ Λούις. Οι πωλήσεις ήταν οικτρές γιατί τα προϊόντα δεν απευθύνονταν σε μαύρους. Ωστόσο από εκεί ξεκίνησε να αντλεί πληροφορίες έτσι ώστε να δημιουργήσει τη δική της σειρά. Μετά τον γάμο της με τον Walker, πλάσαρε τον εαυτό της ως ανεξάρτητη κομμώτρια και πωλήτρια καλλυντικών, με τον σύζυγό της να βοηθά στον διαφημιστικό τομέα. Ξεκίνησε πουλώντας προϊόντα από πόρτα σε πόρτα, δίνοντας συμβουλές σε μαύρες γυναίκες για το πώς να περιποιηθούν τα μαλλιά τους, και μέχρι τον θάνατό της το 1919 είχε περιουσία γύρω στις 600 χιλιάδες δολλάρια (που σήμερα μεταφράζονται σε σχεδόν 9 εκατομμύρια).

I am a woman who came from the cotton fields of the South. From there I was promoted to the washtub. From there I was promoted to the cook kitchen. And from there I promoted myself into the business of manufacturing hair goods and preparations….I have built my own factory on my own ground.” 

Madam C.J. Walker

Η σειρά λοιπόν επιστρέφει στις αρχές της δεκαετίας του 1900, για να μας αφηγηθεί αυτήν την εξωπραγματική ιστορία της Madam CJ Walker, και το πώς ξεπέρασε τις αντιξοότητες μιας Αμερικής στην αλλαγή του αιώνα, τον φυλετικό και κοινωνικό ρατσισμό, την σεξιστική συμπεριφορά της επιχειρηματικής αγοράς, τρεις αποτυχημένους γάμους και επικές αντιζηλίες για να γίνει η πρώτη αυτοδημιούργητη μαύρη εκατομμυριούχος της Αμερικής.

Tο Self Made βρίθει γυναικείας χειραφέτησης και ειδικά αυτής μέσα στην αφροαμερικάνικη κοινότητα. Η Madam απέκτησε φήμη και χρήματα πουλώντας και κατασκευάζοντας προϊόντα μαλλιών. Ξεκινώντας απο το μηδέν, να πουλά απο πόρτα σε πόρτα, κατάφερε να κατασκευάσει το δικό της εργοστάσιο και σαλόνια ομορφιάς. Τα μαλλιά των μαύρων γυναικών έχουν άμεση σχέση ιστορικά με θέματα ρατσισμού και περηφάνιας ανά τους αιώνες. Έκανε στόχο ζωής να μεταφέρει την εκτίμηση της φροντίδας και ανάδειξης της γυναικείας μαύρης ομορφιάς και κατ΄ επέκταση της δύναμης της. Η χρονική περίοδος λειτουργεί ως υπόβαθρο στον φυλετικό ρατσισμό και την σεξουαλική καταπίεση που αντιμετώπιζαν οι μαύροι στην Αμερική μετά την κατάργηση της δουλείας. Άλλωστε η ίδια ήταν η πρώτη ανάμεσα από έξι αδέρφια που γεννήθηκε ελεύθερη.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Madam C. J. Walker βρίσκεται η Octavia Spencer, η οποία για άλλη μία φορά δίνει μία συγκλονιστική ερμηνεία και κλέβει τις εντυπώσεις, ενώ πρωταγωνιστούν επίσης οι Blair Underwood, Tiffany Haddish, Carmen Ejogo, Garrett Morris, Kevin Carroll και Bill Bellamy.

Το σενάριο της σειράς έχουν γράψει οι Nicole Jefferson Asher και A’Lelia Bundles (η οποία είναι και η δισέγγονη της Madam CJ Walker), ενώ στην σκηνοθεσία βρίσκονται οι Kasi Lemmons  και DeMane Davis.

Η παραγωγή του «Self Made» είχε ξεκινήσει από τον Νοέμβριο του 2016 όταν η Zero Gravity Management εξασφάλισε τα δικαιώματα του βιβλίου της Bundles με σκοπό να μεταφερθεί στην τηλεόραση σαν μίνι σειρά. Παρ’ότι συνάντησε πολλά εμπόδια στην πορεία, η ιδέα παρέμεινε δυνατή και τελικά έλαβε το πράσινο φως από το Netflix για τέσσερα επεισόδια που είναι ήδη διαθέσιμα για θέαση από τις 20 Μαρτίου. Μια καλογυρισμένη βιογραφική σειρά, με υψηλό προφίλ και αξιόλογο cast ότι πρέπει για binge-watching, με γρήγορο ρυθμό που δεν παραβλέπει όμως την ιστορία των χαρακτήρων. 

Για περισσότερες πληροφορίες: http://madamcjwalker.com/

Πηγές:

https://www.must.com.cy/gr/blogs/nakis-antonioy/self-made-mia-synarpastiki-alithini-istoria

https://lordoftheseries.gr/self-made-review/

Πρώτο Trailer Απο Το “Self Made” Του Netflix

http://www.filmboy.gr/2020/02/self-made-trailer-octavia-spencer.html

Η Φόνισσα: το αριστούργημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Η Φόνισσα είναι ένα από τα καλύτερα έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ίσως και το καλύτερο. Πρόκειται για το δεύτερο συγγραφικό έργο του και θεωρείται ένα από τα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα και αποτελείται συνολικά από 17 κεφάλαια. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903, έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Δυστυχώς, αποτελέι το μοναδικό αυτόγραφο των έργων του που δεν έχει διασωθεί.

H «Φόνισσα» κατέχει, κατά γενική ομολογία, ξεχωριστή θέση στο έργο του Παπαδιαμάντη. Ξεχωριστή και με τις δύο σημασίες της λέξης: και ιδιαίτερη και εξέχουσα. Aν δεν υπήρχε η «Φόνισσα», το έργο αυτό θα έμενε λειψό, όσο τουλάχιστον αφορά το πρόβλημα του κακού, πρόβλημα που δεσπόζει στο παπαδιαμαντικό έργο. Xωρίς τη «Φόνισσα» το έργο του Παπαδιαμάντη θα ήταν εντελώς διαφορετικό. Tο κακό που διαπράττει η γραία Xαδούλα δεν είναι το καθημερινό κακό, το συνηθισμένο, το κοινωνικό, αλλά το μέγα κακό, το ριζικό, το ασυγχώρητο.

 Το έργο διαδραματίζεται στην ιδιαίτερη πατρί­δα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη Σκιάθο, όπως σε αρκετά από τα διηγήματα του. Η πλοκή εκτυλίσσεται γύρω από την γριά Χαδούλα ή Φραγκογιαννού, το κεντρικό πρόσωπο, την «Φόνισσα» που σκοτώνει τέσσερα μικρά κορίτσια, θέλοντας έτσι να τα απαλλάξει απ’ τις δυσκολίες και τα πάθη που θα τους έφερνε η ζωή όπως σε όλες τις γυναίκες της εποχής της. Το πρώτο της έγκλημα, διαπράττει ένα βράδυ του Ιανουαρίου, μέσα στο φτωχικό της σπίτι, όντας παραλογισμένη, καθώς συλλογίζεται τον «ανώφελο, μάταιο και βαρύ» βίο της, με θύμα τη νεογέννητη εγγονή της, που ήταν άρρωστη, κι έτσι δεν ενοχοποιείται για το θάνατο της μικρής. Λίγο καιρό αργότερα, για να ξεφύγει απ’ τις τύψεις που τη βαραίνουν πηγαίνει σ’ ένα ερημοκκλήσι. Στην επιστροφή, περνά απ’ το περιβόλι του Γιάννη του Περιβολά που η γυναίκα του ήταν άρρωστη, κλεισμένη μες στο σπίτι και βρίσκει μόνα τους τα δύο μικρά κορίτσια τους να παίζουν δίπλα στη στέρνα. Εκεί, σπρώχνοντάς τα μέσα στο νερό, τα πνίγει και όταν οι γονείς τους εμφανίζονται προσποιείται ότι προσπαθεί να τα σώσει ενώ είναι ήδη νεκρά. Έτσι, γλιτώνει από τις κατηγορίες για το θάνατο των δύο κοριτσιών αλλά λίγο καιρό αργότερα, όταν τυχαία πνίγεται ένα κορίτσι σε ένα πηγάδι και η ίδια συμπτωματικά είναι εκεί κοντά κατηγορείται για τους θανάτους και των τριών και ξεκινά η καταδίωξή της από την αστυνομία. 

«Η γριά Χαδούλα η Φραγκογιαννού ζει στη Σκιάθο. Φτωχή γυναίκα, βγάζει τα προς το ζην πότε ξενοπλένοντας και πότε κάνοντας την κομπογιαννίτισσα. Ο καημός της για την προίκα που δεν πήρε και για τις προίκες που αναγκάστηκε να δώσει για να παντρέψει τα κορίτσια της έκανε να «ψηλώσει ο νους της»

 Η φονική δράση της, όμως, δε σταματά εκεί και πνίγει ακόμα το νεογέννητο ενός βοσκού, στη στάνη του οποίου κρυβόταν απ’ τους χωροφύλακες, ενώ την τελευταία στιγμή σώζονται τα δύο κορίτσια ενός άλλου βοσκού λόγω της έγκαιρης προσέλευσης των χωροφυλάκων. Τέλος, η Φραγκογιαννού, καταδιωκόμενη από τους χωροφύλακες, αποφασίζει να πάει στο ερημητήριο του Αγίου Σώστη, που βρισκόταν σε ένα μικρό τμήμα ξηράς μέσα στη θάλασσα με γέφυρα ένα στενό πέρασμα στεριάς που κάθε τόσο το κάλυπτε η θάλασσα, με σκοπό να εξομολογηθεί τα πάθη της στον πνευματικό γέροντα παπ’ Ακάκιο και μετανοώντας, με την βοήθεια του, να ξενιτευτεί μέσω κάποιου διερχόμενου πλοίου. Ωστόσο, η βρεφοκτόνος, δεν προφταίνει να περάσει το πέρασμα και πνίγεται απ` τα ορμητικά, πικρά και αλμυρά νερά της παλίρροιας « στο μισό του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης». 

Ο Παπαδιαμάντης απεικονίζει με την πένα του σε όλα του τα έργα τη ζωή μέσα στην ελληνική ύπαιθρο και τις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Στο συγκεκριμένο διήγημα περικλείει ατόφια την νεοελληνική κοινωνία προτού αυτή μπει στο αστικό στάδιο της ανάπτυξής της και αρχίζει να επηρεάζεται από ξένα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Διεισδύει, με τρόπο «ανυπόφορα φυσικό», μέσα στην ίδια την ανθρώπινη υπόσταση που γίνεται ένα με τον τόπο και την εποχή. Είναι η ίδια η
παπαδιαμαντική ματιά που συγκρούεται, σχεδόν αναγκαστικά, πάνω στα κοινωνικά τείχη που οδηγούν τους ανθρώπους στη δυστυχία.

«Είναι η σχεδόν άγνωστη γλώσσα που χρησιμοποιεί, αλλά και ο ακατάληπτος κόσμος που περιγράφει, καθώς δεν υπάρχει πλέον ώστε να τον κατανοήσουμε». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι σημειώσεις και τα σχόλια λειτουργούν ως γέφυρες με το παρελθόν και το έργο. «Πρόθεσή μου ήταν να διαβαστεί το έργο από τους νέους ανθρώπους. Τα σχόλια και οι σημειώσεις είναι λαογραφικές, υφολογικές και γραμματολογικές και εξηγούν πράγματα που ο σημερινός αναγνώστης δεν γίνεται να γνωρίζει», λέει ο Κώστας Σταμάτης, που είχε την φιλολογική επιμέλεια της πιο πρόσφατης έκδοσης της ιστορίας από τις εκδόσεις Πατάκη.

Στο προφανές ερώτημα γιατί η «Φόνισσα» εξακολουθεί να μας απασχολεί, η απάντησή του είναι κατηγορηματική: «Εχουμε να κάνουμε με ένα έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πρόκειται για το κορυφαίο έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ενα δυνατό ψυχογράφημα με αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα που έγραψε ο Παπαδιαμάντης. Η Φραγκογιαννού είναι αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης να ζει και να λειτουργεί κανείς μέσα στη φύση της ύπαρξης. Είναι μια δυναμική γυναίκα που οδηγείται σε ακραίες πράξεις, ενώ στο τέλος δεν ξέρουμε αν τιμωρήθηκε από τον Θεό ή την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Η ύστατη σκηνή, η λύτρωση διά του νερού, είναι καθοριστική για την ιστορία. Οι συμβολισμοί του έργου είναι πολλοί και έλκουν την καταγωγή τους από την Παλαιά Διαθήκη και τη δημοτική παράδοση. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως το φαινόμενο της θηλυκτονίας ήταν υπαρκτό και οι παλαιότεροι το γνωρίζουν. Σε περιοχές μακριά από τα αστικά κέντρα, πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν σ’ αυτήν για να μη δώσουν προίκα στις κόρες και να μην κατατμηθεί η μικρή περιουσία της οικογένειας. Η “Φόνισσα” είναι έργο για μελέτη κι όχι για απλό διάβασμα. Ο επαρκής αναγνώστης θα χρειαστεί πολλαπλά κοιτάγματα και ψάξιμο κάτω από το υπέδαφος των λέξεων».

Το βιβλίο έχει δεχθεί μία σειρά αναλύσεων τόσο από λογοτεχνικής , όσο και από εγκληματολογικής και ποινικής προσεγγίσεως σύμφωνα με τα περισσότερα συγγράμματα του Παπαδιαμάντη . Ο τρόπος που ο συγγραφέας προσπάθησε να διεισδύσει στην ψυχήν της ηρωίδος θεωρήθηκε μοναδικός, την στιγμήν που παράλληλα μεταφέρεται στον αναγνώστη ο ευρύτερος περίγυρος του νησιού, η θέση της γυναικός στην μικράν κοινωνίαν και αι αντιθέσεις μεταξύ των φτωχών χωρικών και των αρχόντων της εποχής.

Η Φόνισσα είναι ίσως ο πιο καλογραμμένος και περίπλοκος χαρακτήρας της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η γριά-Χαδούλα, είναι μια γυναίκα της εποχής του Παπαδιαμάντη, μιας ανδροκρατούμενης δηλαδή κοινωνίας. Χαρακτηρίζεται ως μια κατατρεγμένη γυναίκα με πολλές δυσκολίες στη ζωή της που έχει νιώσει τον κοινωνικό ρατσισμό σε κάθε πτυχή του. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, σε όλη της τη ζωή υπηρετούσε κάποιον, είτε αυτός ήταν οι γονείς της, είτε αυτός ήταν ο άντρας της, είτε αυτά ήταν τα παιδιά της. Γι` αυτό και κάτω από τα «φοβερότερα βάθη και πάθη της ανθρώπινης ψυχής», στα όρια του παραλογισμού προσπαθεί να σώσει κάθε άλλο θηλυκό που βρίσκεται αβοήθητο στο δρόμο της. Έτσι, λοιπόν, στην ηλικία που βρίσκεται τώρα διαπράττει μια σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τα απαλλάξει όπως και τις μητέρες τους από μια «βασανιστική» ζωή σαν τη δική της. Νιώθει έτσι πως διαπράττει κοινωνικό καλό, μία θεάρεστη πράξη. Αποτελεί, λοιπόν, ένα τραγικό πρόσωπο, αφού γίνεται θύτης για να προλάβει να μην γίνουν θύματα της μοίρας τους τα θύματά της. Επομένως, δεν φαίνεται να διαπράττει τους φόνους από κακία και μίσος προς τα μικρά κορίτσια, αλλά μέσα στα πλαίσια ενός παραλογισμού από υποσυνείδητη «καλοσύνη» για να τα «σώσει» απ` τη «μαρτυρική» ζωή που επρόκειτο να κάνουν. Λειτουργεί, συνεπώς καλοπροαίρετα εμμέσως απέναντι στα κορίτσια. Σκοτώνει για να ελευθερώσει. Διορθώνει τη φύση, διορθώνει τη ζωή, λυτρώνει τους φτωχούς από την κακή τύχη που είχαν γεννώντας θηλυκό. Διορθώνει μια και καλή τους άδικους νόμους και τις συνήθειες μιας οπισθοδρομικής κοινωνίας.

Είναι η Φραγκογιαννού τρελή; Το ερώτημα έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές του έργου.
Προκύπτει αναπόφευκτα σε όποιον μελετά τη «Φόνισσα», καθώς οι πράξεις αυτής της γυναίκας δεν ανταποκρίνονται στη λογική του μέσου ανθρώπου και μόνο ως εξωλογικές και εξωφρενικές
μπορούν να χαρακτηριστούν. Είναι όμως πράγματι η Φραγογιαννού μια γυναίκα που έχει χάσει τα λογικά της; Είναι μια ψυχοπαθής που διαπράττει φόνους χωρίς να έχει αίσθηση αυτών που κάνει; Είναι μια ηλικιωμένη που έχει το ακαταλόγιστο;

Μέσα από το ίδιο το έργο φαίνεται πως κατά τη διάπραξη των φονικών η Φραγκογιαννού έχει απόλυτη διαύγεια πνεύματος, πλήρη συναίσθηση των πράξεών της. Όταν η Χαδούλα θέλησε να κάνει τον απολογισμό της ζωής της και κατέληξε στο πικρό συμπέρασμα πως «ο βίος της είναι ανωφελής και μάταιος και βαρύς», τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη και ακατανόητη. Ή έπρεπε να σκύψει το κεφάλι στην ανθρώπινη μοίρα και να αγωνιστεί αντιμετωπίζοντας τα μάταια βάσανα της ζωής που τελειωμό δεν έχουν ή καθώς ψηλώνει ο νους της, να επαναστατήσει. Και η Φραγκογιαννού επαναστάτησε με τον τρόπο της.    Συνειδητοποιώντας τη σκλαβιά της απομονώνεται απ’ όλους τους άλλους που αντίθετα μ’ αυτήν ούτε βλέπουν, ούτε καταλαβαίνουν. Το να υπηρετεί τους άλλους δεν αποτελεί γι’ αυτήν λύτρωση, δεν είναι θετική στάση απέναντι στην ζωή, δεν είναι δεσμός και επικοινωνία με τους ανθρώπους, με τη φύση, με το χρόνο και κυρίως δεν είναι δική της επιλογή. Δεν διάλεξε τον τρόπο ζωής της, όπως δεν διάλεξε και την γέννησή της, άλλως θα έβρισκε την δύναμη να αντέξει και τις πίκρες και τα βάσανα και θα έβρισκε νόημα στη ζωή της. Είναι ολομόναχη, ψυχικά ταπεινωμένη, και αμύνεται με κάθε τρόπο να βγει από την φτώχια που της έχει επιβληθεί και όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανθρώπινη δικαιοσύνη, θέλει να πετάξει, να γλυτώσει, να ελευθερωθεί όχι μόνο από τους διώκτες της αλλά από την ίδια της την μοίρα, εκείνη του ανθρώπου που παραλογίστηκε και έχασε τον δρόμο του. Και στο τέλος ελευθερώθηκε.

«…Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέρασμα του Άγιου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης».

Η νουβέλα έχει ανεβή και στη σκηνή ως θεατρική παράσταση, έχοντας δεχθεί μία σειρά διασκευών από πολλούς Έλληνες σκηνοθέτες. Το 1974 γυρίστηκε ως κινηματογραφική ταινία, σε σκηνοθεσία του Κώστα Φέρρη, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Αλκαίου. Το 2014 ανέβηκε στη σκηνή και ως όπερα από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Πηγές:

https://sites.google.com/site/aformesskepseisdimiourgia/h-gynaika-ston-papadiamante/-e-phonissa

https://dromenonblog.files.wordpress.com/2014/06/rpogect-cf86cf8ccebdceb9cf83cf83ceb1.pdf

https://www.kathimerini.gr/974855/gallery/politismos/vivlio/to-yyxografhma-ths-fonissas

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%A6%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1

https://www.public.gr/product/books/greek-books/literature/greek-literature/i-fonissa/prod230028/prod640641pp?gclid=Cj0KCQjw-Mr0BRDyARIsAKEFbedY7p77UOsx43mXHF7Gb2INeUdFxoLFURJ7M-5ayE-AZNeyIor5xa8aApRCEALw_wcB

Mindhunter: Στο μυαλό ενός serial killer

Σειρές αστυνομικού περιεχομένου που σου δείχνουν πως γίνεται το πορτραίτο ενός εγκληματία, έχουν υπάρξει πολλές. Και θα υπάρξουν ακόμα περισσότερες. Η εγκληματολογία άλλωστε είναι το πιο γοητευτικά σκοτεινό μονοπάτι. Το Mindhunter είναι από τις πιο σπουδαίες εκδοχές που υπάρχουν αυτήν την στιγμή, ειδικά μετά το άδοξο τέλος του πρωτοπόρου Criminal Minds.

Το «Mindhunter» μας μεταφέρει στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές του ’80, όπου δύο πράκτορες του FBI διευρύνουν την επιστήμη της εγκληματολογίας εμβαθύνοντας στην ψυχολογία του φόνου και πλησιάζοντας αληθινά «τέρατα». Το τέλος της αθωότητας της αμερικανικής κοινωνίας, οι σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης που συνδέονται άρρηκτα με αρχέγονα ένστικτα και πάνω από όλα η βία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο DNA μας, βρίσκονται όλα εδώ, σε αυτά τα δέκα επεισόδια της πρώτης σεζον. 

Ο Χόλντεν Φορντ και ο Μπιλ Τεντς, οι δύο ειδικοί πράκτορες του FBI και τα ιδρυτικά μέλη του νεοσύστατου Τμήματος Ανάλυσης Συμπεριφοράς. Ο Χόλντεν είναι ένας ιδιαίτερα χαρισματικός πράκτορας που θέλει να ξεφύγει από το κομμάτι της διαμεσολάβησης και να βάλει το όνομα του σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για το έργο των συναδέλφων του και κατ΄επέκταση για την κοινωνία. Μαζί με τον Μπιλ ξεκινούν συνεδριάσεις με διαβόητους δολοφόνους, που δεν χρησιμοποίησαν απλές μεθόδους στα θύματα τους. Ήταν βίαιοι, ήταν κυριαρχικοί, ήθελαν να επιβάλλουν την εξουσία τους και έκαναν προβολές χαρακτηριστικών της μητέρας τους ή ενός προσώπου που τους καταπίεζε, σε άλλους. Το ερώτημα “ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται;” τίθεται στο πρώτο κιόλας επεισόδιο και η εύρεση απάντησης μοιάζει βασανιστική για τους πρωταγωνιστές μας. Η γυναίκα της σειράς είναι η ψυχολόγος της μονάδας και ακαδημαϊκός, Wendy Carr, μία πολύ εύστροφη και καταρτισμένη επαγγελματίας, χωρίς την οποία η μονάδα αυτή δεν θα μπορούσε να συντονιστεί. Προσδίδει επιστημονικό κύρος, αναλύει και στοιχειωθετεί την έρευνα που θα αποτελέσει την απαρχεί της σύγχρονης εγκληματολογίας και του ψυχολογικού profiling των serial killers.

Στην δεύτερη σεζόν οι δύο συνεργάτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πολύπλοκη υπόθεση. Ενώ η Γούεντι αναλαμβάνει τα ηνία των συνεντεύξεων, εκείνοι πρέπει να επιλύσουν μία υπόθεση που περιλαμβάνει περισσότερους του ενός serial killers. Οι δολοφονίες είναι καθημερινό φαινόμενο στην δική τους δουλειά και αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ένα μοτίβο. Ένα μοτίβο που δεν ακολουθείται απαραίτητα από έναν θύτη. Η εμπλοκή με τόσα ιδιάζοντα μυαλά, που έχουν εναγκαλιστεί με περιοχές της νόησης τις οποίες οι κοινωνίες έχουν περιθωριοποιήσει, θα τους φέρει ενώπιον των δικών τους αδυναμιών. Αυτό είναι το Mindhunter.

 Τοποθετημένο το 1977 και έπειτα, το τηλεοπτικό μανιφέστο του Ντέιβιντ Φίντσερ παρουσιάζει μια κοινωνία (από την αστυνομία μέχρι την πανεπιστημιακή κοινότητα) που προσπαθεί να χωνέψει και να κατανοήσει τις αλλαγές που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και να κατανοήσει το «έγκλημα χωρίς αιτία». Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα του Τσαρλς Μάνσον ακούγεται αρκετές φορές στη σειρά και η φωτογραφία του κρέμεται από τοίχους και προβάλλεται σε σλάιντς. Ο φόβος, η οργή, η έλξη, ο θαυμασμός, η αηδία, η παράνοια συγκεντρώνεται στα πρόσωπα ορισμένων ανθρώπων που διέπραξαν τα πιο αποτρόπαια και απάνθρωπα εγκλήματα. Και η πιο σημαντική ερώτηση είναι Γιατί; Η δύσκολη αυτή ερώτηση διερευνάται στο Mindhunter, στην πρώτη προσπάθεια εύρεσης μίας απτής, επεξηγηματικής απάντησης με βαθύτερο νόημα απο το “εν βρασμώ ψυχής”.

«Ο κόσμος μοιάζει πια να μη βγάζει κανένα νόημα, και κατά συνέπεια, ούτε κι αυτά τα εγκλήματα που στη θέση του κίνητρου υπάρχει μόνο ένα κενό που χάσκει, μια μαύρη τρύπα»

Βασισμένο στο βιβλίο του 1996 Mind Hunter: Inside the FBI’s Elite Serial Crime Unit των Τζον Ντάγκλας και Μαρκ Ολσάνκερ, τοφιλόδοξο αυτό πρότζεκτ επιχειρεί να αναμορφώσει ένα αφήγημα των σύγχρονων τεχνών. Ένα αφήγημα που εσχάτως ιντριγκάρει σε μεγάλο βαθμό δημιουργούς και παραλήπτες. Το “Mindhunter” δεν θέλει να δώσει έμφαση στο δέος που αισθανόμαστε μπροστά σε serial killers γιατί τους θαυμάζουμε. Επιδιώκει να εξηγήσει τον τρόμο του καθενός από εμάς απέναντί τους. Οτι δεν κατανοούμε, το φοβόμαστε. Πόσο μάλλον δολοφόνους όπως αυτοί.

Μαζί με τον Ντέιβιντ Φίντσερ στην παραγωγή βρίσκεται και η Σαρλίζ Θερόν, ενώ μέρος σε αυτό το κομμάτι έχουν και οι δύο σεναριογράφοι, ο Τζο Πένχολ και ο Σκοτ Μπακ (Dexter). Ο Τζόναθαν Γκροφ (Glee, The Normal Heart) και ο Χολτ ΜακΚάλανι (Fight Club) είναι το αστυνομικό ντουέτο, ενώ η Άννα Τορβ (Fringe) έχει το ρόλο της ψυχολόγου του FBI. Ο Γκροφ απεικονίζει με ακρίβεια τον ορθολογισμό, την εσωστρέφεια και την εκκνετρική προσωπικότητα του Χόλντεν, ενώ ο Μακάλανι ερμηνεύει υποδειγματικά τον λιγότερο τολμηρό, αλλά περισσότερο πραγματιστή παρτενέρ του. Η Άννα Γκρος προσφέρει το ιδανικό, θηλυκό αντίβαρο σε αυτήν την εξίσωση, αποτελώντας την επιστήμων που τους μυεί στα μυστικά της ψυχανάλυσης, που αναγκάζεται να συνεργαστεί με το FBI για να ξεφύγει από τη θεωρητική προσέγγιση των πραγμάτων και έρχεται αντιμέτωπη με την άγρια πραγματικότητα της αμερικανικής κοινωνίας.

Ο Φίντσερ επέστρεψε δριμύτερος παρουσιάζοντας μια σειρά που περιλαμβάνει όλες τις δημιουργικές του εμμονές: βία, ψυχολογία, αντι-ήρωες και μια λεπτομερή αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής. To “Mindhunter” είναι μια σπουδαία σειρά, γιατί συνεχώς θέτει ερωτήματα. Δεν επιδιώκει εύκολες απαντήσεις, δεν υπερβάλει, στηρίζεται στην έρευνα και στα ίδια τα γεγονότα. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το αναμενόμενο, είτε θα σε δικαιώσει, είτε θα σε εκνευρίσει, ή το πιο σύνηθες, να σου αφήσει μία γλυκόπικρη επίγευση.

Οι δύο πρώτες σεζόν βρίσκονται στο Netflix, ενώ η παραγωγή της 3ης σεζόν έχει παγώσει μέχρι ο Ντέιβιντ Φίντσερ να ολοκληρώσει τις υπόλοιπες δημιουργίες για λογαριασμό της streaming υπηρεσίας.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/10_logoi_pou_kanoun_to_mindhunter_mia_apo_tis_kaluteres_seires_pou_exoume_dei_pote_-2527615.html

https://menshouse.gr/sires-tenies/42630/mindhunter-ola-osa-prepi-na-xeris-gia-ti-nea-sira-tou-netflix

https://menshouse.gr/sires-tenies/62161/mindhunter-criminal-profiling-stin-kalyteri-tou-ekdochi

Mindhunter: μία ψυχολογική σειρά του Netflix

https://www.moveitmag.gr/nea/mindhunter-season-2-kill-em-all/61163

https://www.lifo.gr/articles/tv-series/165313

https://esquire.com.gr/culture/tv/6762/ta-alithina-prosopa-tou-mindhunter

Η Κλέφτρα των Βιβλίων: Μία ιστορία για την δύναμη της ανθρωπιάς

Η Κλέφτρα των Βιβλίων (The book thief) είναι το μυθιστόρημα του Αυστραλού συγγραφέα Markus Zusak το οποίο εκδόθηκε στα αγγλικά το 2005. Το βιβλίο κέρδισε το βραβείο Book Sense Book of the Year -- Children’s Literature της Αμερικανικής Ένωσης Βιβλιοπωλών και το 2013 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Μπράιαν Πέρσιβαλ με ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Μουσικής το 2014.

Το μυθιστόρημα διηγείται την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, της Λίζελ Μέμινγκερ, που μεγαλώνει στη ναζιστική Γερμανία. Όταν η δεκάχρονη Λίζελ φτάνει στο σπίτι των θετών γονιών της λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας χάσει την οικογένειά της, το μόνο που κρατάει στα χέρια της είναι το κλεμμένο εγχειρίδιο ενός νεκροθάφτη, το οποίο δεν μπορεί καν να διαβάσει, αφού δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Αυτή θα είναι και η αρχή της καριέρας της ως κλέφτρας. Τα βιβλία ήταν βέβαια δυσεύρετα εκείνη την εποχή και η οικογένεια της Λίζελ δεν μπορούσε να της τα αγοράσει, έτσι αυτή ξεκίνησε να κλέβει βιβλία προκειμένου να τα διαβάσει. Βιβλία που πετάνε οι ναζί στη φωτιά για να τα κάψουν, βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου, βιβλία που τη συντροφεύουν στις περιπέτειές της παρέα με το φίλο της, Ρούντι, στους δρόμους της πόλης, βιβλία που θα γεμίσουν τις ώρες του άλλου φίλου της, του κυνηγημένου Μαξ. Κι ενώ οι βόμβες των συμμάχων πέφτουν συνεχώς και οι σειρήνες ουρλιάζουν, η Λίζελ μοιράζεται τα βιβλία της με τους γείτονές της στα καταφύγια και βρίσκει σ’ αυτά παρηγοριά. Μέχρι που κάποια μέρα η σειρήνα θα αργήσει να σφυρίξει…

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο θάνατος, πράγμα που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μια ιδέα πρωτότυπη αλλά και συμβολική. Ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος αφηγητής από τον παντεπόπτη θάνατο που εκείνη ειδικά την περίοδο ήταν πανταχού παρών; Ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο θάνατος παρακολουθεί τους χαρακτήρες του βιβλίου, αφηγείται τις ιστορίες τους και συχνά παρεμβαίνει με σχόλια. Δεν μοιάζει όμως με την συνηθισμένη απεικόνιση του σκοτεινού θανάτου με το δρεπάνι στο χέρι, όπως συνήθως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του Ζούσακ είναι ευαίσθητος, λυπάται γι’ αυτούς που αναγκάζεται να μεταφέρει, συχνά τους παίρνει με θλίψη στοργικά στην αγκαλιά του. 

“Πεντακόσιες ψυχέςΆλλες τις κουβάλησα με τα χέρια μου, σαν να κουβαλούσα βαλίτσες. Άλλες τις κουβάλησα στον ώμο μου. Μόνο τα παιδιά κουβαλούσα στην αγκαλιά μου”

Ο παντογνώστης θάνατος γνωρίζει και το μέλλον. Αυτή του η ιδιότητα συμβάλλει σε μια άλλη πρωτοτυπία του Ζούσακ. Συχνά η πρόβλεψη προτρέχει των γεγονότων, αόριστα και υπαινικτικά, όμως αυτό δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αντιθέτως εντείνει την αγωνία του.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου όμως είναι η Λίζελ. Από την αρχή διακρίνουμε τις δυσκολίες που έχει ζήσει κια θα συνεχίσει να ζει. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς γονείς της, ο μικρός εξάχρονος αδελφός της πεθαίνει. Μόνη πια, καταλήγει στην φτωχική οικογένεια των Χούμπερμαν. Στην οδό Χίμελ η Λίζελ θα βρει αγάπη και θα ανακαλύψει το πάθος της για τα απλά πράγματα που μπορούν να την διαφορά. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι μια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χανς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνουν στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.

Θα γνωρίσει τον γείτονα της, τον Ρούντι και θα αναπτύξει στενή φιλία μαζί του. Θα γίνει ο αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της αλλά και το μεγαλύτερο στήριγμα της. Μέσω ενός κυνηγημένου Εβραίου, του Μαξ, που η οικογένεια της υποθάλπτει, η μικρή Λίζελ θα μάθει τι θα πει φαντασία και πως να λέει αυτό που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι. Ακόμη και η γυναίκα του δημάρχου, μια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, θα δεθεί με τη Λίζελ και αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει.

“Υπήρχαν βιβλία παντού! Ράφια φίσκα στα βιβλία στόλιζαν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το χρώμα των τοίχων. Υπήρχαν βιβλία όλων των ειδών και των μεγεθών, μαύρα, κόκκινα, γκρίζα, βιβλία σε όλες τις αποχρώσεις, με περίτεχνα γράμματα στις ράχες τους. Δεν είχε δει πιο όμορφο πράγμα στη ζωή της η Λίζελ Μέμινγκερ.

Μέσα στο ναζιστικό παροξυσμό, την φτώχια και την ανέχεια λόγω του πολέμου θα κυνηγήσει την μεγάλη της αγάπη που δεν είναι άλλη από το διάβασμα βιβλίων. Η Λίζελ είναι δυνατή, γενναία, αληθινή και χαμογελαστή. Παρόλα τα άσχημα πράγματα που της συνέβησαν, πάντα έβρισκε ξανά την δύναμη να σταθεί στα πόδια της και να ξανά χαμογελάσει. Πάντα διεκδικούσε αυτά στα οποία πίστευε και που ποτέ δεν άφηνε κανέναν να την πληγώσει. Δεν φοβήθηκε ποτέ για τον εαυτό της παρα μόνο ανησυχούσε για τους ανθρώπους που αγαπά. Οι λέξεις είναι η συντροφιά και η δύναμη της ακόμα κι όταν οι άνθρωποι σκοτώνουν ανθρώπους και ο φόβος είναι παντού. Στο καταφύγιο θα διαβάζει στους άλλους για παρηγοριά και θα τους δίνει δύναμη να συνεχίσουν στον αγώνα της ζωής παρά τις κακουχίες και την θλίψη.

 “Δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι της, αλλά μπορούσε να νιώσει τα φοβισμένα μάτια τους να κρέμονται από αυτήν καθώς ρουφούσε μέσα της τις λέξεις και τις φυσούσε πάλι έξω. Μια φωνή έπαιζε τις νότες. (…) είδε μόνο τη λειτουργία των λέξεων – να προσαράζουν στα χαρτί, να το χτυπούν ανελέητα για να περπατήσει εκείνη πάνω του”

Το βιβλίο είναι πολύ ατμοσφαιρικό και καλογραμμένο ενώ δεν παραλείπει να παρουσιάσει και την δυστυχία που προκαλεί στους απλούς Γερμανούς πολίτες ο πόλεμος. Οι κάτοικοι της ναζιστικής Γερμανίας έζησαν στερήσεις, πείνα, δυσκολίες και καταπίεση έτσι ώστε ο Χίτλερ να πετύχει τον σκοπό του. Ο Ζούσακ περιγράφει μια διαλυμμένη κοινωνία και εκείνους τους ανθρώπους της που δεν πίστευαν στα ιδεώδη του Χίτλερ και από φόβο ακολουθούσαν τις γραμμές που όριζε το απάνθρωπο φασιστικό κράτος.

Είναι ένα πολύ συγκινητικό βιβλίο που λέει είναι ότι οι άνθρωποι δεν χαρακτηρίζονται από την καταγωγή τους ή το χρώμα τους ή οτιδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι κρίνονται από τους χαρακτήρες τους και τις συμπεριφορές τους. Αυτό τονίζεται τόσο με τη βάναυση και τρομακτική  αδικία των βασανιστηρίων των Εβραίων, αλλά και με τον ανθρωπισμό και την καλοσύνη κατοίκων της Γερμανίας που η ανέχεια και ο φόβος όχι μόνο δεν τους λύγισαν, αλλά τους έκαναν να σταθούν ακόμη πιο δυνατά στα πόδια τους για να υπερασπιστούν τον άνθρωπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του αφηγητή αυτές οι ψυχές ήταν πιο ελαφριές, πιο ήρεμες και ζωντανές όταν τον ακολουθούσαν.

Αλλά το μεγαλύτερο μήνυμα του είναι ενάντια στην φρίκη του πολέμου. Δίπλα στους βομβαρδισμούς, στην πείνα, στον διωγμό, στους νέους που χάνονται, στους πατέρες που επιστρατεύονται, στα παιδιά που φοβόνται, στους ανθρώπους που υποφέρουν ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την αγάπη για τα βιβλία, τους οικογενειακούς δεσμούς, την πατρική στοργή, την αγάπη μίας μητέρας, την αληθινή φιλία, την υποδειγματική ανθρωπιά. Όλα αυτά που μπορούν να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από την βίαιη φύση του και να τον οδηγήσουν στην ειρηνική συνύπαρξη. Μια αξέχαστη ιστορία για τη δύναμη της ανθρωπιάς, για τις ανατροπές της ζωής, αλλά και για την αστείρευτη γοητεία και δύναμη των βιβλίων.

Οι καλύτεροι ήταν εκείνοι που καταλάβαιναν την αληθινή δύναμη των λέξεων. Ήταν εκείνοι που μπορούσαν να σκαρφαλώσουν όσο πιο ψηλά γινόταν. Ανάμεσά τους κι ένα μικρό, κοκαλιάρικο κορίτσι. Ήταν πασίγνωστη στην περιοχή της, η καλύτερη απ’ όλους εκείνους που έριχναν τις λέξεις, επειδή ήξερε πόσο αδύναμος είναι ένας άνθρωπος Χωρίς τις λέξεις.”

Πηγές:

http://anagnostria.blogspot.com/2009/10/blog-post.html

https://voltitses.blogspot.com/2009/01/blog-post_23.html

www.statusupdate.gr/timeline/η-κλέφτρα-των-βιβλίων-βιβλίο/

http://andreaskandreou.blogspot.com/2014/12/blog-post_24.html

http://booksfrien.blogspot.com/2015/06/markus-zusak.html

Quicksand: Η Σουηδική σειρά που παρουσιάζει την τραγικότητα των mass shootings

Η πρώτη σουηδική παραγωγή του Netflix με τίτλο Quicksand (Κινούμενη Άμμος) βασίζεται στο βραβευμένο ομότιτλο best seller της Malin Persson Giolito,που έχει εκδοθεί σε 26 χώρες και ψηφίστηκε ως Αστυνομικό Μυθιστόρημα Νορδικών Χωρών της χρονιάς 2016. H σειρά, που αποτελείται από 6 επεισόδια παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ενώ είναι διαθέσιμη για streaming στο Netflix από τον προηγούμενο Απρίλιο.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τη μαθήτρια Maja Norber, η οποία μετά από μια ένοπλη επίθεση που πραγματοποιείται σε ένα σχολείο στην πιο πλούσια περιοχή της Στοκχόλμης βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες ανθρωποκτονίας. Όταν βγουν στη δημοσιότητα τα τραγικά γεγονότα εκείνης της ημέρας, θα αποκαλυφθούν και οι λεπτομέρειες της σχέσης της με τον άλλο δράστη, Sebastian Fagerman, και της δυσλειτουργικής οικογένειάς του. Ποιος έφταιγε τελικά για το μοιραίο συμβάν;

 Οι κεντρικοί ήρωες, η Μάγια και ο Σεμπάστιαν, είναι δύο έφηβοι που η σχέση τους ξεκινά το καλοκαίρι πριν την τελευταία τάξη του Λυκείου. Ο Σεμπάστιαν είναι ένας νεαρός με προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ η Μάγια είναι φαινομενικά η “υποδειγματική” έφηβη που παρασύρεται από αυτόν. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι δύο αυτοί ήρωες γίνονται συμπαθείς στον θεατή, αλλά ούτε περνούν αδιάφοροι καθ’όλη την διάρκεια της σειράς. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι καλές και σου δείχνουν ακριβώς πώς είναι να βρίσκεσαι στη δική τους θέση. Βεβαια, δεν είναι εύκολο να ταυτιστείς μαζί τους σε προσωπικό επίπεδο καθώς ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη και ζουν μία πλουσιοπάροχη ζωή με ελάχιστους περιορισμούς από τους γονείς τους, ένα αρνητικό χαρακτηριστικό που μαλλόν υποβαθμίζει την σειρά.

Παρακολουθούμε αναδρομικά τα γεγονότα που οδήγησαν στην μαζική δολοφονία των συμμαθητών της, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε την Μάγια τις μέρες που βρίσκεται στη φυλακή και την ημέρα της δίκης. Ποιοι ήταν, γιατί βρέθηκαν εκεί, ποιες είναι οι μεταξύ τους σχέσεις, όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα από την οπτική γωνία της Μάγια και πως την έχουν επηρεάσει ψυχικά και νοητικά. Η ιστορία κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, καθώς δίνονται λίγες πληροφορίες σε κάθε επεισόδιο σχετικά με το συμβάν των πυροβολισμών και διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Στη σειρά θα δει κανείς πως κανένα γεγονός δεν είναι μεμονωμένο και αποκομμένο από τα υπόλοιπα. Όλα συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα. Ενδοοικογενειακή βία, εγκατάλειψη, απληστία, ρατσισμός είναι μόνο μερικά από τα όσα θίγονται μέσα από την προσωπική ζωή των χαρακτήρων. Η πρώτη σκηνή είναι συνταρακτική και οριοθετεί την αιματηρή υπόθεση και την σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου. Σε γενικές γραμμές, είναι μία καλογυρισμένη σειρά, με συγκεκριμένες σκηνές που συγκλονίζουν, που σε κρατάει σε αγωνία και θίγει κοινωνικά θέματα πολύ σημαντικά για την εποχή.

Τα γεγονότα του βιβλίου αλλά και της σειράς, που παραμένει πολύ πιστή σε αυτό, δεν βασίζονται σε κάποια πραγματική ιστορία. Το μόνο περιστατικό με πυροβολισμούς σε σχολείο στην Σουηδία συνέβη το 1961 όπου ένας 17χρονος πυροβόλησε κάποιους μαθητές σε έναν σχολικό χώρο. Την ίδια στιγμή όμως αυτό το θέμα χτυπάει μία ευαίσθητη χορδή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το οποίο έχει συμβάλλει καθοριστικά στο να είναι η σειρά τόσο δημοφιλής στο κοινό εκτός Σουηδίας και Ευρώπης. 370 διαφορετικά χτυπήματα έχουν γίνει σε σχολεία και δημόσιους χώρους μόνο για το 2019 στην Αμερική, γεγονός που καθιστά την συγκεκριμένη σειρά ιδιαίτερα επίκαιρη αλλά και επίπονη, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα του να χάνονται νέες ζωές χωρίς λόγο.

Πηγές:

harpersbazzar.com.au

http://ekritikimas.blogspot.com/2019/04/blog-post_19.html

https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_mass_shootings_in_the_United_States_in_2019

Kινούμενη Άμμος | Η νέα σειρά εγκλήματος του Netflix έρχεται από τη Σουηδία