Η Άννα των Αγρών επέστρεψε

Η «Anne With an E» μεταφέρει στη μικρή οθόνη τη σειρά βιβλίων «Anne of Green Gables» που έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα η Καναδή συγγραφέας Lucy Maud Montgomery. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια σειρά από βιβλία που δυστυχώς δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά ακόμα. Σε όλα αυτά, παρακολουθούμε την ιστορία μιας δεκατριάχρονης ορφανής την οποία στέλνουν να ζήσει με δύο αδέλφια αγρότες της στη νήσο Prince Edward Island στον Καναδά. Παρακολουθούμε τη ζωή και την πορεία της, την εξέλιξη τόσο τη δική της όσο και των άλλων ηρώων που την πλαισιώνουν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η “Άννα των Αγρών” όπως αποδίδεται στα ελληνικά εμφανίζεται στην μικρή οθόνη. Μεγάλη επιτυχία είχε γνωρίσει και η εκδοχή της την δεκαετία του ’80, όπως και οι σειρές κινουμένων σχεδίων που έχουν βασιστεί στο έργο.

Δημιουργός της σειράς είναι η Moira Walley-Beckett. Κι αν δεν σας θυμίζει κάτι το όνομα, αξίζει απλώς να σημειώσουμε πως η συγκεκριμένη έχει συμμετάσχει και στην παραγωγή του “Breaking Bad”.

Από την πρώτη στιγμή μεταφέρεσαι σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον και νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του σκηνικού. Η φύση αποτυπώνεται στην καλύτερη μορφή της, η φωτογραφία έχει υπέροχα χρώματα και σχεδόν μυρίζεις τα λουλούδια που κοσμούν το καπέλο της μικρής Άνν. Το περιβάλλον παίζει πολύ βασικό ρόλο στη σειρά. Η Άνν μοιάζει να είναι μέρος του και να το απολαμβάνει και μαζί της και ο θεατής ερωτεύεται τον Καναδά.

Ένα ταλαιπωρημένο κορίτσι που μεγάλωσε εισπράττοντας την κακή μεταχείριση των οικογενειών που τη φιλοξενούσαν κατά καιρούς, αλλά και και των υπολοίπων παιδιών του ορφανοτροφείου όπου ζούσε. Η Άνν όμως πάντα κουβαλούσε την ελπίδα και την αγάπη στη ζεστή καρδιά της. Συγκίνηση, χαρά, φιλία, έρωτας, οικογένεια. Τόσες έννοιες, τόσα μοναδικά συναισθήματα. Και όλα αυτά έχει την ευκαιρία να τα ζήσει στο νέο της σπιτικό. Στην αρχή, όμως, ούτε εκεί θα είναι καλοδεχούμενη. Η καλή της διάθεση, η εφευρετικότητα, η ευστροφία και η ζεστασιά που κρύβει στην καρδιά της θα κάνουν την κοινότητα να την αγαπήσει. Η Άνν παρουσιάζεται σαν ένας χαρακτήρας που συνδυάζει την πυγμή και την ευαισθησία και αυτό την κάνει μοναδική. Ξέρει να μάχεται για αυτά που αγαπά, αλλά είναι συγχρόνως ένα παιδί που αν και δεν έχει εισπράξει αγάπη, κρύβει τόση πολλή μέσα της. Η αγάπη αυτή θα μετουσιωθεί σε μια βαθιά φιλιά με την Νταϊάνα και τον Κόλιν, σε μια οικογενειακή θαλπωρή με την Μαρίλλα και τον Μάθιου και σε έναν γοητευτικό παιδικό έρωτα με τον Γκίλμπερτ. Ο τρόπος που εξελίσσονται όλες αυτές οι σχέσεις μαζί με την ίδια την Άνν καθιστούν την σειρά τόσο ξεχωριστή και αγαπητή.

Η νεαρή Amybeth McNulty που υποδύεται την Ανν την ενσαρκώνει ακριβώς με τον τρόπο που την είχαν αποτυπώσει στο μυαλό τους οι αναγνώστες. Εκφραστική, ευφάνταστη, μοναδική, με το απαραίτητο “νεύρο”, την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας αλλά και την πυγμή ενός δυναμικού κοριτσιού και μελλοντικά μιας ξεχωριστής για την εποχή της γυναίκας. Και το υπόλοιπο καστ είναι σαφώς εξαιρετικό, με τον Γκίλμπερτ να κλέβει την παράσταση όσο προχωράει το έργο και ο έρωτας τους με την Άνν.

Οι διάλογοι, οι ρήσεις είναι η αγγλική γλώσσα σε όλη της τη δόξα. Κάθε επεισόδιο περιγράφει και μια περιπέτεια που βιώνει η μικρή Άνν στη νέα της ζωή.Και οι περιπέτειες αυτές περιλαμβάνουν νέα πρόσωπα και καταστάσεις, ενώ φέρνουν στην επιφάνεια σπουδαία μηνύματα. Το έργο θίγει με τρόπο λεπτό διάφορα θέματα που μας απασχολούν σήμερα όπως τη θέση της γυναίκας, το σεβασμό στη διαφορετικότητα είτε αυτή έχει να κάνει με τον σεξουαλικό προσανατολισμό είτε με το φύλο είτε με την φυλή, την φιλία, τον έρωτα.

Εκτός από τα μαγευτικά σκηνικά, τα κουστούμια είναι πολύ προσεγμένα, ενώ οι χαρακτήρες έχουν αποδοθεί με τρόπο μοναδικό, αν και όχι ταυτόσημο με αυτό του βιβλίου, ωστόσο αρκετά εκσυγχρονισμένοι ώστε να περνούν μηνύματα του σήμερα και του αύριο. Για τους λάτρεις των σειρών εποχής, αλλά και για όσους αγαπούν τις όμορφες ιστορίες με σημαντικά νοήματα και ενδιαφέρουσα πλοκή η σειρά αυτή δε θα τους αφήσει ασυγκίνητους. Ολοκληρώθηκε με την 3η σεζόν και είναι διαθέσιμη στο Netflix. Πολλοί από εμάς που την λάτρεψαν ελπίζουν να συνεχιστεί γιατί η Άνν έχει σίγουρα πολλά πράγματα να μας πει, να μας δείξει και να μας μάθει ακόμα…

Πηγές: https://www.athensvoice.gr/culture/tv/600138_telos-gia-ti-seira-ann-e-i-mipos-ohi

Anne with an E: Τρυφερή και υπέροχη!

5 καλλιτέχνες που αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον

Οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη από την αρχή της ανθρωπότητας ως σήμερα. Κάποιοι έμειναν στην ιστορία για το έργο τους αλλά και έχαιραν αναγνώρισης όσο ήταν ακόμα εν ζωή. Αυτοί κατόρθωσαν να επωφεληθούν σημαντικά και οικονομικά από το πάθος τους, ενώ άλλοι έζησαν φτωχικά αφιερωμένοι με κάθε κόστος στην τέχνη τους. Σίγουρα το έργο που παρήχθη από όλους είναι μοναδικό. Ωστόσο, παραμένει άξια θαυμασμού η αυταπάρνηση ορισμένων και ο διαρκής αγώνας να εκφραστούν σε εποχές που πιθανόν το έργο τους να μην ήταν καλοδεχούμενο διότι ήταν πολύ πρωτοποριακό ή απλώς διαφορετικό από το σύνηθες και εξ’ ου μη αποδεκτό. Συγκεντρώσαμε μια ενδεικτική λίστα με πέντε από αυτούς που θα δείτε πως σήμερα το έργο όλων, ανεξαιρέτως , αποτελεί πηγή έμπνευσης και αισθητική απόλαυση αλλά και αντικείμενο εμπορίας.

1. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Κατά κύριο λόγο αυτοδίδακτος, ο Vincent van Gogh δημιούργησε πάνω από 900 έργα ζωγραφικής και 1.100 έργα σε χαρτί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που εργάστηκε ως καλλιτέχνης. Ένας από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της σύγχρονης εποχής, δεν είχε όρεξη για τάξεις και μαθήματα. Διδάχθηκε από τη μητέρα του, αφού οι προσπάθειές της να του παρέχει εκπαίδευση εκτός σπιτιού, ναυάγησαν. Στα 16 του εργαζόταν ως βοηθός εμπόρου τέχνης. Προσπάθησε να γίνει πάστορας, αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Στη συνέχεια φοίτησε για ένα εξάμηνο σε μια ιεραποστολική σχολή και παρόλο που δεν συνέχισε, εργάστηκε ως ιεραπόστολος το 1879. Εκείνη την εποχή ο αδελφός του, Theo, είδε μερικά από τα σκίτσα του και τον παρότρυνε να ασχοληθεί με την τέχνη. Ο Van Gogh έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από την Académie Royale des Beaux-Arts των Βρυξελλών το 1880. Για το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του, επικεντρώθηκε στη ζωγραφική και ανέπτυξε ένα έντονα προσωπικό στυλ που τροφοδότησε το μεγάλο του μεγάλο έργο. Η συναισθηματική αναταραχή του καθρεφτίζονται στους στροβιλισμούς που κάνει το πινέλο του στον καμβά, και το στυλ του σφυρηλατείται μέσω της διαρκούς εξάσκησης αλλά και της ευτυχίας και της δυστυχίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έζησε φτωχικά βασισμένος στο εισόδημα του αδελφού του και οι πίνακές του δεν συνάντησαν παρά χρόνια αργότερα την αναγνωρισιμότητα που τους άξιζε.

2. Κλωντ Μονέ

Ίσως ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του κινήματος του ιμπρεσιονισμού. Τα έργα του, τα οποία συχνά απεικονίζουν τοπία με θέματα εμπνευσμένα από τη φύση, δίνουν συχνά περισσότερη βαρύτητα στην εντύπωση που δημιουργούν τα χρώματα παρά στην ακριβή απόδοση των μορφών. Μάλιστα, ο όρος “Ιμπρεσιονισμός”, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον κριτικό τέχνης Λουίς Λιρόι φέρεται να προήλθε από πίνακα του Μονέ, με τον οποίο συμμετείχε το 1874 στην πρώτη έκθεση της ομάδας των Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι, με τίτλο “Impression, soleil levant”. Αν και ο εν λόγω πίνακας χαίρει σήμερα ιδιαίτερης εκτίμησης και θεωρείται ένα από τα αντιπροσωπευτικά δείγματα του κινήματος του “Ιμπρεσιονισμού”, ο Μονέ, εκείνη την περιόδο, δεν ήταν παρά δέκτης κακών κριτικών, τόσο από το κοινό, όσο και από τους κριτικούς, οι οποίοι θεωρούσαν τα έργα του άμορφα, ημιτελή και άσχημα. Μάλιστα, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του έζησαν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, ενώ τα έργα του άρχισαν κάπως να κινούνται εμπορικά μόλις γύρω στο 1880.


3. Γιοχάνες ή Γιαν Βερμέερ


Το πλέον γνωστό έργο του είναι το “Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι” (περ. 1665). Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι πίνακές του προσαρμόζονται στην κυρίαρχη τάση της ολλανδικής ηθογραφικής ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταδικάζονται η αμαρτία και τα ανθρώπινα πάθη, με απώτερο στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ανάδειξη της «ενάρετης» ζωής. Για τα δεδομένα της εποχής του ολοκλήρωσε πολύ μικρό αριθμό έργων, περίπου πενήντα από τα οποία τριάντα πέντε έχουν διασωθεί. Ωστόσο, ακόμα και αυτός ο μικρός αριθμός έργων δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της αριστοκρατικής κοινωνικής τάξης την εποχή εκείνη, κυρίως λόγω της τεχνοτροπίας του Βερμέερ, η οποία συγκινούσε περισσότερο την αγροτική μεσαία τάξη. Το 1675 ο Βερνέρ δανείστηκε χρήματα στο Αμστερνταμ, χρησιμοποιώντας την πεθερά του ως εγγυητή. Λίγο αργότερα, απεβίωσε αφήνοντας σημαντικά χρέη στην οικογένειά του.


4. Πωλ Σεζάν


Αν και θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της μοντέρνας τέχνης, τα έργα του δεν έτυχαν αναγνώρισης στις εκθέσεις της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Μάλιστα, όλα τα έργα του με τα οποία επιχείρησε να συμμετάσχει στις εκθέσεις αυτές από το 1864 έως και το 1869 δεν έγιναν δεκτά! Απομονωμένος, έζησε μακριά από το καλλιτεχνικό κέντρο του Παρισιού στην Προβηγκία της νότιας Γαλλίας με τα έργα του να επικεντρώνονται σε μία περιορισμένη θεματολογία νεκρής φύσης, τοπίων και προσωπογραφιών. Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον ιμπρεσιονισμό θεωρείται η πρόσθεση καθαρών γεωμετρικών στοιχείων που αργότερα επηρέασαν το κίνημα του κυβισμού. Έτσι, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρά ειρωνεία της τύχης η συμμετοχή του το 1907 στη φθινοπωρινή έκθεση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, λίγους μόνο μήνες μετά το θάνατό του.


5. O Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ


Ιδιαίτερα γνωστός για τις αφίσες που επιμελήθηκε για το καμπαρέ Μουλέν Ρουζ, ο Λωτρέκ ήταν στενός φίλος του Βαν Γκογκ (τον οποίο μάλιστα ζωγράφισε) αλλά και του Σεζάν, χωρίς ωστόσο να επιτύχει μεγαλύτερη εν ζωή αναγνώριση. Αν και γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, πέθανε πάμπτωχος στη Μονμάρτρη, αλκοολικός και έχοντας προσβληθεί από σύφιλη, σε ηλικία μόλις 37 ετών. Καθ’όλη του τη ζωή υπέφερε από αναπηρίες και χρόνια προβλήματα υγείας, ενώ έπασχε και από πυκνοδυσόστωση, νόσο που χαρακτηρίζεται από καθυστερημένη σύγκλειση των κρανιακών ραφών, κοντό ανάστημα και σκελετικές ανωμαλίες, η οποία τελικά πήρε το όνομα του και έμεινε γνωστή ως σύνδρομο “Λωτρέκ”.

Πηγή: www.doctv.gr
https://www.clickatlife.gr/culture/story/38768

Μικρές Κυρίες: Ένα μεγάλο έργο

Οι Μικρές κυρίες μας μεταφέρουν στην εποχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Είναι η ιστορία της οικογένειας του πάστορα Μαρτς ο οποίος κατατάχτηκε στο στρατό των Βορείων και άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερις κόρες να τα βγάλουν πέρα ενώσω λείπει μακριά.

Η Λουίζα Μέυ Άλκοτ (1832-1888) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πενσυλβανία. Επειδή ο πατέρας της ήταν παιδαγωγός και διαφωνούσε με την παιδαγωγική που ακολουθούσαν στον καιρό του, η Λουίζα Μέυ διδάχτηκε κατ’ οίκον από τον ίδιο και φίλους διανοούμενους της οικογένειας με ‘σχολικά’ εγχειρίδια τα βιβλία των Χένρι Νταίηβιντ Θορώ, Ναθάνιελ Χόθορν και άλλων. Κριτική εκείνων των παιδαγωγικών απόψεων διαβάζουμε στο κεφ. 7 όταν η Έιμυ, η μικρότερη αδελφή, εγκαταλείπει το σχολείο εξαιτίας της ταπείνωσης που υπέστη από τον δάσκαλό της όταν μοίρασε τα απαγορευμένα γλειφιτζούρια στις συμμαθήτριές της. Η θέση της συγγραφέως για την εκπαίδευση είναι, όπως και το γεγονός ότι αναγκάστηκε μαζί με τις αδελφές της να εργαστεί λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια, παραδείγματα που τεκμηριώνουν την άποψη των μελετητών ότι το έργο της Άλκοτ περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Οι Μικρές κυρίες θεωρήθηκαν το κατ’ εξοχήν κοριτσίστικο ανάγνωσμα της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας καθώς πρόβαλε την επιθυμητή εικόνα της αμερικανίδας της εποχής της: το ρόλο της στην κοινωνία και τις αρετές που όφειλε να διαθέτει κάθε γυναίκα (ηθική ακεραιότητα, αυταπάρνηση, γενναιοδωρία, ατομική στάση, δημόσια παρουσία).Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται καθαρά στις ταυτότητες των αδελφών Μαρτς.

Οι τέσσερις αδελφές

Η Μεγκ, η μεγαλύτερη, έχει θέση μητέρας για τις μικρότερες. Τις διαπαιδαγωγεί ώστε να γίνουν πραγματικές ‘μικρές κυρίες’ και αντιπροσωπεύει όσα ορίζουν την εύρυθμη λειτουργία της οικογενειακής εστίας.Η Τζο είναι ατίθαση, ένα αγοροκόριτσο που ήθελε να είναι αγόρι- ο γιος μου, όπως έλεγε ο πατέρας της. Είναι εκείνη που παίρνει πρωτοβουλίες για βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογένειας: πουλάει τα γραπτά της και τα μαλλιά της σε μια συμβολική κίνηση άρνησης να υποταχτεί στο στερεότυπο του φύλου της. Μας παρουσιάζεται, όπως έχει επισημανθεί, ως ένας χαρακτήρας με πρώιμη φεμινιστική συνείδηση.Η Μπεθ, η μουσικόφιλη, γλυκιά και μαζεμένη, είναι η ειρηνοποιός της οικογένειας χάρη στην έμφυτη πραότητα που διαθέτει.Η Έιμυ, η μικρότερη, μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, είναι η εγωκεντρική καλλιτέχνης που αντιδρά στην οικογενειακή γραμμή περί του λιτού βίου. Είναι αυτή που περισσότερο απ’ όλες νοιάζεται για τα ωραία πράγματα και αντιπαθεί τη φτώχια.

Το άθροισμά τους είναι η γυναίκα που ονειρευόμασταν στη δεκαετία του ʼ70: ένα ατρόμητο πλάσμα γεμάτο αρετές και φιλοδοξίες, εξαιρετικά ευφυές, αλλά και εύθραυστο κατά περίπτωση, μια κοπέλα που δεν δέχεται τη μοίρα της αδιαπραγμάτευτα, αλλά ταξιδεύει, ερωτεύεται, γράφει θεατρικά έργα – και ξέρει κιόλας να μαντάρει μια κάλτσα αν χρειαστεί. Είναι η γυναίκα που θα ικανοποιούσε όχι μόνο εμάς, αλλά και τις μητέρες μας. Μια καλλιτέχνης της ζωής, με το κεφάλι στα σύννεφα και τα πόδια στη γη.

Η γοητεία που άσκησαν αυτά τα μυθιστορήματα στα κορίτσια όλου του κόσμου –από το 1868 που γράφτηκε το πρώτο ώς το 1960 όπου άρχισαν να απασχολούν συνολικά τις δυτικές κοινωνίες τα πολύπλοκα ζητήματα φύλου– οφείλεται στην παραπληρωματικότητα των αδερφών Μαρτς. Τι μαγνητική έλξη ασκεί πάνω μας το πρότυπο μιας γυναίκας που τα κάνει όλα με πάθος: υποφέρει, συγχωρεί, αρρωσταίνει, μάχεται, δημιουργεί, αναζητά και… δεν βρίσκει!

Το ανοιχτό τέλος των Μικρών κυριών (το γεύμα των παντρεμένων πια κοριτσιών, μετα συζύγων και τέκνων, για τα εξήντα χρόνια της μητέρας Μαρτς) είναι ένα εύρημα που μόλις σήμερα συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποίησα κι εγώ στο πρώτο μου μυθιστόρημα Γιάντες. Δεν αποκλείεται οι πηγές της έμπνευσης να βρίσκονται στο βιβλίο της Λουίζας Μέι Άλκοτ.

Οι διασκευές

Το μυθιστόρημα της Άλκοτ, όπως πολλά κλασικά μυθιστορήματα, κυκλοφορεί στα ελληνικά ως επί το πλείστον διασκευασμένο για παιδιά.Ήδη από τον 19ο αιώνα, διασκεύαζαν παλαιότερα έργα τα οποία θεωρούνταν κατάλληλα για νεαρές ηλικίες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: η λεγόμενη κλασική λογοτεχνία είναι μια πηγή προσιτή και ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασκευάσει και να γράψει, επί της ουσίας, ένα καινούργιο έργο. Το θέμα των διασκευών για παιδιά είναι παλιό και γνωστό, είτε αφορά έργα γραμμένα αρχικά για ενηλίκους είτε για παιδιά της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το έργο. Οι Μικρές κυρίες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με τον γάλλο μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας Marc Soriano, υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις για τις διασκευές, εξίσου έγκυρες και βάσιμες.Η πρώτη θεωρεί ότι οι αναγνώστες πρέπει να διαβάζουν το πρωτότυπο έργο όταν είναι σε θέση να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν και όχι μια περίληψη της πλοκής του.Η δεύτερη, εμπεριέχει δύο σκέλη:Το πρώτο θεωρεί ότι με τις διασκευές δίνεται η δυνατότητα στα παλαιά λογοτεχνικά έργα να προσεγγίσουν στα πλαίσια της κοινής μας λογοτεχνικής κληρονομιάς το σύγχρονο κοινό.Το δεύτερο ότι οι αναγνώστες οδηγούνται, και συνηθίζουν λόγω των απλοποιήσεων, συντομεύσεων, κ.ά., στην παθητική ανάγνωση. Για να αποφευχθεί αυτό το δεύτερο, ο Soriano θέτει μία προϋπόθεση: την ‘ηθική’ δέσμευση απέναντι στο έργο ώστε να μην προδίδεται ο χαρακτήρας του. Αλλά και πάλι αυτό είναι ασαφές με αποτέλεσμα κάθε διασκευαστής να επιλέγει κατά την κρίση του τι θα κρατήσει και τι θα παραλείψει από το πρωτότυπο.

Χαρακτηριστικό των διασκευών είναι ότι αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά έργα ως έναν καμβά με ήρωες και μύθο και συνοπτικά πλέκουν τα γεγονότα που τους στοιχειοθετούν. Ακολουθώντας αυτή την πρακτική, τίθεται το θέμα του κατά πόσον οι διασκευές προσφέρονται για πολυεπίπεδη ανάγνωση όπως το πρωτότυπο έργο, ή αντίθετα, εξαφανίζοντας την ιστορικότητά του, περιορίζουν το εύρος του.Παραδειγματική είναι η περίπτωση των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν. Πριν από εξήντα περίπου χρόνια εκδόθηκε στην Ελλάδα διασκευασμένο σχεδόν το σύνολο του έργο του. Αν συγκρίνουμε τα πρωτότυπα με τις διασκευές τους θα παρατηρήσουμε ότι λείπουν, εκτός από ολόκληρα κεφάλαια, οι παράγραφοι με τις ατελείωτες και λεπτομερείς περιγραφές για τοπία, καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα. Την εποχή που διασκευάστηκε ο Βερν, επικρατούσε η άποψη ότι κουράζουν τον αναγνώστη, κάτι που εν μέρει ισχύει μέχρι σήμερα. Αφαιρέθηκαν λοιπόν όλα εκείνα που μπορούσαν να διαβαστούν σε κάποια εγκυκλοπαίδεια ή, στις μέρες μας, όσα προσφέρει μια περιήγηση στο διαδίκτυο. Ωστόσο παρά την κοπτοραπτική που υπέστησαν, όλοι ως παιδιά χαρήκαμε τα βιβλία του Βερν.Ένας από τους τρόπους για να προσπεραστεί ο σκόπελος της παλαιότητας είναι ο σχολιασμός του πρωτοτύπου και ο εμπλουτισμός του με εικόνες και επεξηγηματικά σχόλια (ιδιαίτερα στη σειρά Κλασική λογοτεχνία, εκδ. Ερευνητές). Η πολυσημία και η ιστορικότητα διατηρούνται και ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει για να καταλάβει, αφού όλα υπάρχουν στο βιβλίο του.Οι διασκευές ήταν και εξακολουθούν να είναι ένα σίγουρο χαρτί για τους εκδότες γιατί τα έργα είναι γνωστά στο ευρύ κοινό όπως και οι συγγραφείς που τα διασκεύασαν (οι πρώτοι, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Τσουκαλάς, Ταρσούλη , οι νεότεροι Ζαραμπούκα, Πούλος, Αγγελίδου, Τασάκου, κ.ά.).

Μικρές κυρίες: μια απογυμνωμένη οικογενειακή ιστορία εποχής

Συγκρίνοντας πέντε ελληνικές εκδόσεις (κυκλοφορούν σύμφωνα με τα στοιχεία της Βιβλιονέτ τουλάχιστον 24 για διαφορετικές ηλικίες) με το αγγλικό πρωτότυπο, έχουμε τις εξής εκδοχές του μυθιστορήματος:1. Στις εκδ. Καστανιώτη κυκλοφορεί η μοναδική πλήρης μετάφραση του 1ου μέρους του μυθιστορήματος, η οποία περιλαμβάνει και τα 23 κεφάλαιά του.2. Στις εκδ. Άγκυρα (ανατύπωση του 2006) μας προτείνεται η μετάφραση του Γ. Τσουκαλά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα συντομότερο έργο, αφού λείπουν κάποια από τα κεφάλαια του πρωτοτύπου, ενώ παράλληλα υπάρχουν πολλά στρογγυλέματα. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το περιστατικό στο σπίτι των Χούμελ (κεφ. 2). Θυμίζουμε ότι οι Χούμελ ήταν μετανάστες γερμανικής καταγωγής και στο πρωτότυπο υπάρχουν φράσεις στα γερμανικά. Στη μετάφραση του Τσουκαλά έχουν αφαιρεθεί, με συνέπεια να χάνεται η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ ήταν καταρχήν κράτος μεταναστών. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι το κείμενο, αν και στρογγυλεμένο, διατηρεί στοιχεία από το ιδεολογικό πλαίσιο του πρωτοτύπου Ως παράδειγμα αναφέρουμε την ιδέα για τη φιλανθρωπία που ήταν μια από τις αξίες της αστικής τάξης του 19ου αιώνα.

  1. Στις εκδ. Παπαδόπουλος, το έργο απλώνεται σε 8 κεφάλαια που καθένα τους αποτελεί σύμπτυξη και συγχώνευση δύο ή παραπάνω κεφαλαίων. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι περιγραφικοί. Για παράδειγμα το κεφ. 5 με τίτλο Όπου δυο μυστικά φανερώνονται, ένα τηλεγράφημα φτάνει και η Τζο κόβει τα μαλλιά της συμπυκνώνει τα κεφ. 14- 15 του πρωτοτύπου.
  2. Στις εκδ. Άγκυρα έχουμε 20 κεφάλαια, και ένα, το 21ο , που κάνει γέφυρα με το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο Οι μικρές κυρίες παντρεύονται το οποίο αυτονομήθηκε και εκδόθηκε ως ξεχωριστό βιβλίο.
  3. Στις εκδ. Μίνωας το έργο περιλαμβάνει με αφαιρέσεις και συμπτύξεις 21 κεφάλαια.
  4. Στις Εκδ. Πατάκη περιλαμβάνει επίσης 21 κεφάλαια. Προστίθεται όμως πολύ σωστά το 2ο μέρος που ολοκληρώνει το μυθιστόρημα.

Δύο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για την εξαφάνισή του από τις υπόλοιπες εκδόσεις: είτε γιατί αυτό το μέρος αναφέρεται στην ενήλικη ζωή των αδελφών και τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και άρα δεν αφορά τις μικρές αναγνώστριες είτε, στην έκδ. του Καστανιώτη, επειδή ακολουθήθηκε η κινηματογραφική ταινία και το βιβλίο εντάχτηκε στη σειρά Το βιβλίο στον κινηματογράφο.

  1. Απ’ όλες τις διασκευές απαλείφθηκε το κεφάλαιο 13ο , ένα κεφάλαιο ‘προτεσταντικής ηθικής’ όπου τα κορίτσια παίζουν τις προσκυνήτριες και δουλεύουν στο ύπαιθρο.

Διαπιστώνουμε ότι στα ‘νέα κείμενα’ των διασκευών οι επεμβάσεις στον κορμό του έργου είναι πολύ δραστικές. Έγκειται λοιπόν στο διασκευαστή να κρατήσει τα στοιχεία που πιστεύει ότι εξακολουθούν να αντέχουν στο χρόνο.Απ’ όλες τις διασκευές του μυθιστορήματος έχει εν μέρει αφαιρεθεί το ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία η Άλκοτ έγραψε το μυθιστόρημά της. Όσα απαλείφθηκαν αφορούν τον προτεσταντισμό (το βιβλίο εκδόθηκε το 1868), την προτεσταντική παιδαγωγική και ηθική, τη θρησκευτικότητα. Απαλείφθηκαν γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ενδιαφέρουν αφού είναι μακριά από το σημερινό κοινό, παρόλο που απηχούν το πνεύμα της ‘βαθιάς Αμερικής’ που εξακολουθεί να υφίσταται και να χαρακτηρίζει τους λόγους των αμερικανών προέδρων του 20ου και του 21ου αιώνα.Συχνά οι αφαιρέσεις σχετίζονται με την προσωπικότητα και τη συγγραφική κατεύθυνση του διασκευαστή. Η Μ. Αγγελίδου, για παράδειγμα, (εκδ. Παπαδόπουλος), η οποία υποστηρίζει προγράμματα δημιουργικής γραφής για παιδιά, έκρινε ότι το παιχνίδι των κοριτσιών με τη συγγραφή και την ενασχόληση με τη Λέσχη Πίκγουικ (κεφ. 10 του πρωτοτύπου) είναι σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Έτσι, ενώ δεν μεταφέρει επακριβώς το σχετικό απόσπασμα με τα κείμενα που είχαν συγγράψει οι ηρωίδες, το περιγράφει σε λίγες γραμμές με σκοπό όχι μόνο να δώσει στο σημερινό αναγνώστη την ιστορική πληροφορία για τα παιχνίδια που έπαιζαν εκείνη την εποχή τα παιδιά, αλλά και να του δώσει ένα σχετικό βάρος. Την ίδια επιλογή κάνει ο Κ. Παπαδόπουλος στην εξαιρετική διασκευή των εκδ. Πατάκη. Αντίθετα στις διασκευές των εκδ. Άγκυρα και Μίνωας (κεφ. 8), δεν υπάρχει αναφορά στη Λέσχη και το μόνο που αναφέρεται είναι το περιστατικό με το θάνατο του καναρινιού και την κηδεία του. Δηλαδή έγινε μια προσαρμογή με έμφαση σε κάτι συνηθισμένο και διαχρονικό, αυτό της αμέλειας των παιδιών να φροντίζουν σωστά τα ζωάκια τους.

Τελικά, τι προσλαμβάνουν οι σημερινοί αναγνώστες από τις διασκευασμένες Μικρές κυρίες;

Το ‘κλασικό’ στις Μικρές κυρίες περιορίζεται στα διαχρονικά στοιχεία που θεωρείται ότι διαθέτει: τις όψεις της οικογενειακής ζωής, τον διαπαιδαγωγικό ρόλο που ασκούν οι ενήλικοι στα παιδιά, τις σχέσεις μεταξύ αδελφών, την κοινωνική ζωή, τις φιλίες, τα παιχνίδια, όλα όσα συγκροτούν εν συντομία τη φυσιολογική καθημερινότητα μιας οικογένειας που θα μπορούσε να είναι η δική μας.Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν τα σημερινά παιδιά διαβάζουν ένα ευχάριστο βιβλίο στο οποίο εύκολα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.Από την άλλη, διαβάζουν ένα έργο εν πολλής ‘εκσυγχρονισμένο’ που απέχει πολύ από αυτό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα κλασικά της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας.

Παρά τα όσα επισημάναμε, έχουν ποιότητα οι διασκευές; Τίθεται θέμα πιστότητας; Και ποια εκδοτική επιλογή είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο; Η μετάφραση του μέρους ή η διασκευή του πλήρους έργου;Θα λέγαμε ότι εξαρτάται από το αν διακρίνουμε να υπάρχει η, έστω και ασαφής, ηθική δέσμευση του διασκευαστή απέναντι στο έργο στην οποία αναφέρεται ο Marc Soriano. Από κει και πέρα ο αναγνώστης αποφασίζει τι θέλει να διαβάσει!

Πηγές:

Μικρές κυρίες στον κόσμο των διασκευών

https://www.kathimerini.gr/855176/interactive/epikairothta/ta-vivlia-poy-agaphsame/mikres-kyries

Outlander, μια σειρά που δεν πρέπει να χάσεις

Εάν είσαι λάτρης της ιστορίας, το ” ταξίδι στο χρόνο” ανήκει στα αγαπημένα σου θέματα μυθοπλασίας και τρέφεις μια ιδιαίτερη αγάπη για τη Σκωτία, το Outlander είναι μια σειρά που πρέπει να δεις. Η Κλαιρ βρίσκεται κυριολεκτικά χαμένη στο χρόνο και αυτό είναι ένα γεγονός που αλλάζει ριζικά τη ζωή της. Όμως σε όποια εποχή της Σκωτίας και αν βρισκόμαστε κάποιες αξίες είναι διαχρονικές. Παραλλάσσοντας τη γνωστή φράση, ένα αίτημα διαρκεί για πάντα: “Ελευθερία, έρωτας και ουίσκι”.

Το 2014 το κανάλι STARZ αποφάσισε να μεταφέρει στη μικρή οθόνη τα βιβλία της Diana Gabaldon. Κάθε σεζόν της σειράς βασίζεται αντίστοιχα και σε ένα βιβλίο. Τη στιγμή αυτή προβάλλεται η τρίτη(και ίσως καλύτερη) σεζόν της σειράς. Η μεταφορά έγινε με πολύ σεβασμό στο πρωτότυπο με αποτέλεσμα μια άριστη παραγωγή. Φοβερή σκηνογραφία που ταξιδεύει το θεατή, σενάριο με την υπογραφή του Ronald D. Moore και ένα υπέροχο cast ηθοποιών, περιέχει η συνταγή επιτυχίας του Outlander.

Η σειρά έχει μια έντονη Σκωτσέζικη χροιά, πέρα από το ότι είναι γυρισμένη κυρίως στη Σκωτία, όπου και εξελίσσεται η ιστορία. Τα εθνογραφικά και λαογραφικά στοιχεία της εποχής έχουν προσαρμοστεί στην ιστορία με το μεγαλύτερο δυνατό τρόπο. Με την ίδια προσοχή περιγράφονται και τα ιστορικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα την περίοδο εκείνη. Προσωπικά μου τράβηξε το ενδιαφέρον ότι πολλοί διάλογοι γίνονται στη Σκωτική Γαελική γλώσσα, την οποία μιλούσαν στη Σκωτία το 18ο αιώνα. Αποτέλεσμα εικόνας για outlander season 1 frank and claire Για μια ακόμα φορά θα σταθώ στους τίτλους αρχής και συγκεκριμένα στο τραγούδι. Η μουσική παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες. Η κατάλληλη μουσική μπορεί υποβάλει το θεατή στο επιθυμητό κλίμα και να απογειώσει μια σειρά ή μια ταινία. Αντίστοιχα οι κακές μουσικές επιλογές έχουν τη δύναμη ακόμα και να κάνουν το θεατή να χάσει το ενδιαφέρον του.

Δε θέλω να πω πολλά για την υπόθεση της σειράς γιατί αξίζει να τη δει κανείς χωρίς να γνωρίζει ώστε να απολαύσει τις ανατροπές. Με λίγα λόγια λοιπόν, βρισκόμαστε στα 1946, έξι μήνες μετά το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου. Η Κλαιρ Ράνταλ, μια στρατιωτική νοσοκόμα κατά τη διάρκεια του πολέμου, ξαναβρίσκεται με το σύζυγό της. Προκειμένου να καλύψουν το διάστημα που ζούσαν χωριστά εξαιτίας του πολέμου, ταξιδεύουν για αναψυχή στη Σκωτία, την περίοδο του Samhain( την παγανιστική γιορτή στην οποία βασίστηκε το Halloween). Στο χωριό που μένουν οι κάτοικοι τηρούν ακόμα κάποια από τα έθιμα της παλαιάς εορτής. Υπάρχει μια μυστηριακή ατμόσφαιρα που καταβάλει ακόμα και τους δύο ήρωες παρόλο που δεν πιστεύουν και θεωρούν τα πράγματα αυτά προκαταλήψεις. Η μοίρα και συγκεκριμένα οι θρύλοι αυτή πρόκειται να τους χωρίσουν ξανά. Η ηρωίδα ενώ εξερευνά την περιοχή, περνά μέσα από έναν κύκλο μονόλιθων στα Χάιλαντς και μεταφέρεται ως δια μαγείας στη Σκωτία του 1743. Αρχικά προσπαθεί να παλέψει με τη λογική το παράλογο αυτό γεγονός αλλά γρήγορα θα πρέπει να αποδεχτεί την κατάσταση. Γίνεται ξαφνικά μια “Σάσεναχ” , μια ξένη σ’ έναν τόπο που μαστίζεται από τον πόλεμο και τις διαμάχες των φατριών.

Το «Outlander» διαθέτει ρομαντισμό, γιατί σε δυο χρόνους βάζει δυο έρωτες που είναι και το θέμα του: στα 1945 και τη σχέση με το σύζυγο Φρανκ, οπότε κάποια παλιά σύννεφα πρέπει να φύγουν (εξού και ο νέος μήνας του μέλιτος στα Χάιλαντς της Σκοτίας), και στα 1743, οπότε η Κλερ γνωρίζει τον όμορφο Σκοτσέζο επαναστάτη Τζέιμι που αντιτίθεται στην ιστορία της, τη δική της ιστορία και του Άγγλου άνδρα της. Η καρδιά της φτερουγίζει και μαζί με το χρόνο που την παγιδεύει συνδράμει και εκείνη. Το όλο πράγμα είναι και ρομαντικά σκηνοθετημένο, ιδιαίτερα στην εποχή του 18ου αιώνα (που κατέχει και τη μερίδα του λέοντος αφηγηματικά, μέχρι τούδε), με την άγνοια, την αγνότητα, τη βαρβαρότητα, την αμάθεια και την ανοησία που τη χαρακτηρίζει.

Καταλαβαίνω πώς μπορεί κάποιους αυτή η σειρά να τους συνεπάρει και να μπουν με χαρά στην κάψουλα του χρόνου μαζί με μια όμορφη γυναίκα. Σκέφτηκα τότε, πόσο συχνά βλέπουμε στο τιμόνι των εικόνων να είναι μια γυναίκα. Καθόλου συχνά. Δεν έχει παρά να αποδείξει ότι αξίζει το ταξίδι σου μαζί της. Δεν έχει παρά το starz, στη συνέχεια, να μας το αποδείξει.

Τέλος, ας ακούσουμε όλοι το μαγευτικό τραγούδι των τίτλων του Outlander (το οποίο υφίσταται μικροαλλαγές ανά σεζόν με κριτήριο τον εκάστοτε τόπο δράσης!

Dali Atomicus: μία από τις πιο εμπνευσμένες φωτογραφίες όλων των εποχών

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Νταλί να αιωρείται κρατώντας ένα πινέλο στα χέρια. Δίπλα του πετούν στον αέρα τρεις γάτες, νερό και μια καρέκλα. Τραβήχτηκε το 1948 από τον Αμερικανό φωτογράφο Φίλιπ Χάλσμαν με τον οποίο ο σουρεαλιστής ζωγράφος συνεργαζόταν από το 1941. Μαζί δημιούργησαν τρία χρόνια αργότερα και την περίφημη φωτογραφία «In Voluptas Mors» η οποία εικονιζόταν στο πόστερ της ταινίας «Η σιωπή των αμνών».

Η συγκεκριμένη φωτογραφία ονομάστηκε «Dali Atomicus» καθώς την εμπνεύστηκαν από τον πίνακα ζωγραφικής που βρίσκεται το δεξί μέρος της φωτογραφίας….

Χρειάστηκε 6 ώρες για να δημιουργηθεί. Ο φωτογράφος υποστήριξε με χαρά την δημιουργική ιδέα του φίλου του.Το καβαλέτο και η εικόνα τοποθετήθηκαν στο ταβάνι, η καρέκλα κρατιόταν από έναν βοηθό, ο Νταλί χοροπηδούσε, οι γάτες χοροπηδούσαν και το νερό έπεφτε παντού. Αυτό έγινε 28 φορές.

Ο Νταλί ήθελε να δημιουργήσουν μια σουρεαλιστική φωτογραφία, που θα ήταν ορόσημο της συνεργασίας τους. Η τεχνολογία και το photoshop δεν ήταν στη διάθεση των φωτογράφων εκείνη την εποχή, γι’αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποίησαν ήταν τρεις γάτες, κουβάδες με νερό, ένας πίνακας ζωγραφικής και μερικοί βοηθοί, ανάμεσα στους οποίους η γυναίκα και η κόρη του Χάλσμαν. Ο Χάλσμαν καθόταν πίσω από την κάμερα, και μετρούσε μέχρι το τρία. Τότε, οι βοηθοί πετούσαν τις γάτες και το νερό, ενώ μια βοηθός καθόταν στα αριστερά του πορτρέτου και κρατούσε την καρέκλα στον αέρα. Στο 4 ο Νταλί πηδούσε και ο φωτογράφος αποτύπωνε το στιγμιότυπο. Μετά από κάθε προσπάθεια οι βοηθοί ηρεμούσαν τις γάτες, οι βοηθοί σκούπιζαν τα νερά και ο Χάσλμαν πήγαινε στο σκοτεινό θάλαμο για να εμφανίσει το αρνητικό φιλμ. Στη συνέχεια επέστρεφε και ζητούσε να κάνουν μια ακόμη προσπάθεια.

Όπως έγραφε ο φωτογράφος στο βιβλίο του»‘Έξι ώρες και 28 προσπάθειες για να ικανοποιήσει το αποτέλεσμα την τελειομανία μου. Οι βοηθοί μου και εγώ ήμασταν βρώμικοι και εξαντλημένοι, μόνο οι γάτες έμοιαζαν καινούργιες».

Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό LIFE και οι αναγνώστες να ενθουσιάστηκαν από το στιγμιότυπο και ήταν περίεργοι να μάθουν πως δημιουργήθηκε. Θεωρείται ως η φωτογραφία που άλλαξε τη μοντέρνα προσωπογραφία και τον τρόπο που οι φωτογράφοι απαθανάτιζαν τα μοντέλα τους. Το περιοδικό Life δημοσίευσε ένα βίντεο, στο οποίο η κόρη του Χάλσμαν περιγράφει πώς τραβήχτηκε η φωτογραφία:

Πηγή: https://www.mixanitouxronou.gr/pos-travixtike-i-sourealistiki-fotografia-tou-ntali-tin-epoxi-pou-den-ypirxe-photoshop-xreiastikan-28-prospatheies-kai-treis-gates-pou-petousan-ston-aera/

Οι ‘χολιγουντιανοί’ Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ

Oι ‘Αθλιοι γράφτηκαν για όλα τα έθνη. Δεν ξέρω αν θα διαβαστούν απ’ όλους, όμως εγώ για όλους τούς έγραψα. (…)». Όπου ο άνθρωπος ζει αμόρφωτος και απελπισμένος, όπου η γυναίκα πουλάει το κορμί της για μια μπουκιά ψωμί, όπου το παιδί υποφέρει από αγραμματοσύνη κι από έλλειψη παιδείας, το βιβλίο των Αθλίων χτυπά την πόρτα φωνάζοντας δυνατά: » -Ανοίξτε μου! Έρχομαι για σας!». Στο σκοτεινό σημείο όπου βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άθλιος ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που αγωνιά κάτω απ’ όλα τα κλίματα και τα καθεστώτα, που στενάζει σ’ όλες τις γλώσσες είχε δηλώσει ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Οι Άθλιοι (1862), το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Πραγματεύεται τις ζωές πολιτών της Γαλλίας, οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, για μια περίοδο άνω των είκοσι ετών, που περιλαμβάνει τους ναπολεόντειους πολέμους, αλλά και τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Το έργο εστιάζει στις προσπάθειες του πρωταγωνιστή Γιάννη Αγιάννη, ενός πρώην καταδίκου, γνωστού στη φυλακή με τον αριθμό 24601, ο οποίος προσπαθεί να επανεντάξει τον εαυτό του στην κοινωνία, και επιπλέον μελετά την επίδραση των πράξεων του ήρωα για χάρη της κοινωνικής αναγνώρισης. Στο μυθιστόρημα εξετάζεται η φύση του καλού και του κακού και ο νόμος σε μία εκτεταμένη ιστορία που περιλαμβάνει θέματα όπως την ιστορία της Γαλλίας, την αρχιτεκτονική του Παρισιού, την πολιτική, την ηθική φιλοσοφία, το νόμο, τη θρησκεία και τα είδη και τη φύση του έρωτα και της οικογενειακής αγάπης. Οι Άθλιοι είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό κυρίως μέσω της πληθώρας των θεατρικών και κινηματογραφικών τους μεταφορών, με διασημότερη το ομώνυμο μιούζικαλ, το οποίο είναι ευρέως γνωστό ως «Λε Μιζ» (Les Miz).

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μιούζικαλ των Αλέν Μπουμπλίλ, Κλοντ-Μισέλ Σόνμπεργκ (οι οποίοι έγραψαν και ένα τραγούδι αποκλειστικά και μόνο για την κινηματογραφική μεταφορά-Suddenly) και Χέρμπερτ Κρέτζμερ (που υπογράφει τους στίχους), το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ. Η ιστορία του μιούζικαλ ξεκίνησε το 1978, με τους συνθέτες να ξεκινούν τη μουσική προσαρμογή του έργου του Ουγκώ, που ανέβηκε πρώτη φορά το 1980 στα γαλλικά. Το πρώτο μεγάλο θεατρικό ανέβασμα του μιούζικαλ, που σηματοδοτεί και τυπικά την έναρξη της πολύχρονης πετυχημένης θεατρικής πορείας του-που ξεπέρασε ακόμα και το ρεκόρ που μέχρι πρότινος κατείχε το μιούζικαλ Cats, έλαβε χώρα το 1985 στο Λονδίνο.

Τη σκηνοθεσία της ταινίας υπογράφει ο βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χούπερ και στο κινηματογραφικό σενάριο βρίσκουμε μαζί με τους Μπουμπλίλ, Σόνμπεργκ (που υπογράφει και τη μουσική) και Κρέτζμερ και τον δύο φορές υποψήφιο για Όσκαρ Γουίλιαμ Νίκολσον (Gladiator, Shadowlands), που ανέλαβε να προσδώσει τον απαιτούμενο ρεαλισμό στο κινηματογραφικό σενάριο, διατηρώντας το DNA του σόου. Στην παραγωγή της ταινίας εκτός του Κάμερον Μάκιντος που υπογράφει και τη θεατρική παραγωγή, βρίσκουμε τους Τιμ Μπίβαν και Έρικ Φέλνερ (Working Title Films) και την Ντέμπρα Χέιγουορντ. Σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Μάκιντος αναφορικά με την επιτυχία – φαινόμενο του μιούζικαλ «Οι Άθλιοι είναι από τα καλύτερα κοινωνικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο Ουγκώ δημιούργησε χαρακτήρες και έγραψε για καταστάσεις διαχρονικές και παγκόσμιες. Αν σε αυτό προσθέσεις τη δύναμη της μουσικής του Σόνμπεργκ, την ευφυΐα των πρωτότυπων, γαλλικών στίχων του Μπουμπλίλ και τη διαχρονική γραφή του Κρέτζμερ, μπορεί κανείς να καταλάβει την τεράστια επιτυχία της παράστασης». Μάλιστα, ο Μάκιντος πολλές φορές είχε δεχτεί προτάσεις για τη μεταφορά του μιούζικαλ στη μεγάλη οθόνη και πολλές ακυρώσεις και αναβολές στο ενδιάμεσο, μέχρι που εμφανίστηκαν οι δύο παραγωγοί της εταιρείας Working Title Films.

Σχολιάζει ο σκηνοθέτης Τομ Χούπερ «Είναι μια κολοσσιαία προσπάθεια. Ήμουν ευτυχής που ανέτρεχα συχνά στο βιβλίο για να προχωρήσω στην προσαρμογή του έργου. Όλοι από την αρχή ήθελαν να δημιουργήσω ένα, τηρουμένων των αναλογιών, αυτόνομο έργο κι όχι ένα κινηματογραφικό μιούζικαλ. Η μουσική είναι έξοχη και οι στίχοι τόσο δυνατοί που σου επιτρέπουν, όπως κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο να το προσεγγίσεις και να το αποκωδικοποιήσεις «παίζοντας» με τα νοήματα και το ρυθμό.» Μάλιστα, αναφορικά με τον τρόπο που γυρίστηκε η ταινία (με τους ηθοποιούς να τραγουδάνε ζωντανά την ώρα των γυρισμάτων) σχολιάζει ο σκηνοθέτης «Ήθελα να δημιουργήσω μια εναλλακτική πραγματικότητα στην ταινία, με τους ηθοποιούς να επικοινωνούν μεταξύ τους τραγουδώντας. Έτσι, όλη η δημιουργική ομάδα του μιούζικαλ ενεπλάκη και στην ταινία, και μάλιστα κάποιοι στίχοι γράφτηκαν εκ νέου, με βάση το κείμενο που είχε γράψει ο Νίκολσον. Πήρα ένα μεγάλο ρίσκο επιλέγοντας να βάλω τους ηθοποιούς να τραγουδούν ζωντανά, καθώς δεν ήθελα να φαίνεται τίποτα ψεύτικο, πράγμα αναπόφευκτο αν τραγουδάνε playback, όσο καλός κι αν είναι ο συγχρονισμός τους.» Το όλο εγχείρημα επικρότησε και ο σκηνοθέτης του μιούζικαλ Στίβεν Μπρούκερ.

Για ένα τέτοιο εγχείρημα, ο σκηνοθέτης ήθελε μονάχα τους καλύτερους γι’ αυτό κι έγινε κανονική ακρόαση. Ήδη, εννιά μήνες πριν ξεκινήσει η ταινία, ο Χούπερ κάθισε πάνω από 3 ώρες με τον βραβευμένο με Τόνι και Emmy ηθοποιό Χιου Τζάκμαν να δοκιμάσουν, με το σκηνοθέτη να καταλήγει «Ήταν η πιο συναρπαστική ακρόαση που έχω κάνει. Η υποκριτική του Χιου μέσα από το τραγούδι είναι απαράμιλλη. Βγάζει τέτοιο συναίσθημα, τραγουδώντας που ίσως δε θα έβγαινε αν ακολουθούσε ένα κείμενο. Είναι τόσο άνετος και άψογος όταν τραγουδάει που πιστεύεις πως το τραγούδι είναι το πρωταρχικό μέσο επικοινωνίας του.» …. Πάνω σε αυτό ο Χιου Τζάκμαν δήλωσε ότι θα του φαινόταν πιο δύσκολο να τραγουδήσει στα ψεύτικα παρά να τραγουδάει live με τη δική του φωνή, ενώ συμπληρώνει «Ήταν ο πλέον απαιτητικός, σωματικά και συναισθηματικά ρόλος της καριέρας μου, μέχρι σήμερα. Ο ρόλος απαιτούσε να εφαρμόσω το σύνολο των πραγμάτων που έχω μάθει αναφορικά με την κινηματογραφική και θεατρική υποκριτική. Είναι ρόλος ζωής.» Μάλιστα, για να είναι ρεαλιστικός, ο ηθοποιός έχασε πάνω από 15 κιλά, ώστε να είναι πειστικός ως εξαθλιωμένος φυλακισμένος και για το λόγο αυτό τρεφόταν πολύ περιορισμένα, κάνοντας ταυτόχρονα εντατική γυμναστική γιατί ο Αγιάννης είναι παροιμιώδης για τη ρώμη του, ενώ 36 ώρες πριν το γύρισμα αποφάσισε να κόψει και το νερό για να είναι ρεαλιστικά αφυδατωμένος και οστεοποιημένος.

Αφού είχε βρεθεί ο Αγιάννης, ήταν η σειρά του Ιαβέρη να πάρει σάρκα κι οστά στο πρόσωπο του Ράσελ Κρόου, ο οποίος μάλιστα ξεκίνησε και την καριέρα του σε μιούζικαλ –κάτι που αγνοούσε αρχικά ο σκηνοθέτης. Αν συνυπολογίσει κανείς πως ο Κρόου είναι και στη ζωή του πολύ καλός μουσικός και τραγουδιστής, και πως ήθελε διακαώς να κάνει και πάλι μιούζικαλ, η απόφαση να ενσαρκώσει εκείνος τον Ιαβέρη, έναν αστυνομικό με μια πολύ συγκεκριμένη ηθική και κατανόηση του τι είναι καλό και τι κακό, φαντάζει ιδανική.

Στο ρόλο της Φαντίν βρίσκουμε την εξαϋλωμένη (έχασε πάνω από 10 κιλά για το ρόλο και κουρεύτηκε και γουλί σχεδόν για να είναι και εικονικά η μάρτυρας που είναι η Φαντίν) Αν Χάθαγουεϊ, παλιά «γνώριμη» του συγκεκριμένου μιούζικαλ, καθώς σε ηλικία 7 ετών η μητέρα της είχε πάρει εργάτριας ρόλο στο μιούζικαλ και κατόπιν ενσάρκωσε και την Φαντίν. Επομένως, η Αν ήξερε από τη μητέρα της τι απαιτούσε ο ρόλος. Όπως κι ο Τζάκμαν, η Χάθαγουεϊ παίζει τραγουδώντας και αυτό φαντάζει τελείως φυσικό, με τα κοντινά πλάνα, ιδίως στο σπαραχτικό I Dreamed A Dream, να παρασύρουν το θεατή στο πάθος της. Ο σκηνοθέτης της ταινίας μίλησε για αυτήν την ερμηνεία με τα καλύτερα λόγια: “Η Αν ήταν μια εξαιρετική ερμηνεύτρια ακόμα και σε live. Το τραγούδι αυτό σε αφήνει άφωνο. Είναι τόσο ωμό και ειλικρινές. Έγινε έτσι γιατί ποτέ δε θα μπορούσε να ακουστεί σαν playback”.

Στο ρόλο της Κοζέτ (πηγή φωτός, ελπίδας και αγάπης) βρίσκουμε την Αμάντα Σέιφριντ, γνωστή από την ταινία Mamma Mia!, η οποία στα 15 της είχε υποδυθεί την Κοζέτ και σε σχολική παράσταση, ενώ το Μάριο ενσαρκώνει ο Έντι Ρέντμαϊν που είχε συνεργαστεί με τον Χούπερ στην τηλεοπτική σειρά Elizabeth I.

Στο ρόλο της Επονίν βλέπουμε την ταλαντούχα Αγγλίδα ηθοποιό Σαμάνθα Μπαρκς, στην πρώτη της κινηματογραφική ταινία, που ενσάρκωσε τον ίδιο ρόλο και στο Λονδίνο και η οποία αποτελεί προσωπική επιλογή του παραγωγού της παραγωγού του μιούζικαλ.

Την κωμική νότα στην ταινία δίνουν η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και ο Σάσα Μπάρον Κοέν στο ρόλο των Θεναρντιέ, με το τραγούδι Master of the House, χάρη στην ερμηνεία τους, να απογειώνεται.

Το καστ συμπληρώνουν οι Άαρον Τβάιτ, Ίζαμπελ Άλεν (που παίζει και στο θέατρο τη μικρή Κοζέτ), Ντάνιελ Χάτελστοουν (που έπαιξε το ρόλο και στην ομώνυμη παράσταση στο West End), και Νατάλια Ουάλας (η μικρή Επονίνα) ενώ πολλά μέλη της αυθεντικής παραγωγής του Μπρόντγουεϊ εμφανίζονται στην ταινία. Ειδικότερα, η βραβευμένη με Τόνι για την ερμηνεία της ως Επονίν Φράνσις Ρουφέλ που στην ουσία δημιούργησε το ρόλο στην παραγωγή του 1985 του Barbican Centre, ενσαρκώνει το ρόλο μιας πόρνης στο τραγούδι των Lovely Ladies, ο υποψήφιος για Τόνι Κολμ Γουίλκινσον, ο Γιάννης Αγιάννης και συμπρωταγωνιστής της Ρουφέλ στην ίδια παράσταση υποδύεται τον Επίσκοπο της Ντιν, από τον οποίο ο Γιάννης Αγιάννης κλέβει τα ασημένια κηροπήγια και οι Μπέρτι Καρβέλ, Μάικλ Τζίμπσον, Ντάνιελ Έβανς, Κέιτι Σεκόμπ, Κίλλιαν Ντόνελι, Φρα Φι, Κάρολιν Σιν, Κέιτι Φλίτγουντ, Χάνα Γουάντινχαμ και Έιντριαν Σκάρμποροου.

Τα γυρίσματα κράτησαν 12 βδομάδες, με γυρίσματα εξωτερικά σε Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (Β΄γυναικείου ρόλου, make up, κομμώσεων), τρεις Χρυσές Σφαίρες (α΄ ανδρικού ρόλου, β΄γυναικείου ρόλου, καλύτερου μιούζικαλ) και τέσσερα βραβεία BAFTA (β΄γυναικείου ρόλου, παραγωγής, ήχου, make up).

Μοναδικό στοιχείο του έργου: τα γεμάτα νόημα και μελωδία οπερικής υφής τραγούδια της που αποδόθηκαν όμορφα και προσεγμένα από τους συντελεστές. Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποια εξ αυτών:

https://www.youtube.com/watch?v=eqqSa9n2ZQk&fbclid=IwAR3NktsyxIcmgfqvDqiAMnZi9ZPvwHLPlb0elrQSuJPI7KkIV2LLMV1vycg

Πηγές:

https://camerastyloonline.wordpress.com/2013/02/14/les-miserables-by-tom-hooper/

Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, η ρομαντική ιστορία των 80′ s

Μετανάστευση, πόλεμοι και ταξίδια από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Αγάπη και μάλιστα παράνομη, αλλεπάλληλες οικογενειακές τραγωδίες. Φτώχεια και αμύθητα πλούτη, ίντριγκες και εκκλησιαστικές φιλοδοξίες.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται στις 500 σελίδες του βιβλίου, «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», ένα μπεστ σέλερ που κατάφερε να ξεπεράσει τα τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα και να μεταφραστεί σε τουλάχιστον είκοσι γλώσσες. Εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο ερωτεύτηκαν τον γοητευτικό πρωταγωνιστή του βιβλίου, Ραλφ ντε Μπρικασάρ, ο οποίος στην ιστορία του βιβλίου ξεκινάει από απλός ιερέας εξορισμένος στην Αυστραλία και καταλήγει καρδινάλιος στο Βατικανό. Την ίδια …υστερία είχε προκαλέσει και ο Ρετ Μπάτλερ από το «Όσα παίρνει ο άνεμος», ενώ πολλοί έσπευσαν να συγκρίνουν την εκδοτική επιτυχία των δύο βιβλίων, καθώς η συνταγή της επιτυχίας ήταν παρόμοια.

Το βιβλίο εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1978 από τις εκδόσεις Ζάρβανος (και το 2000 από το Bell), στην Αμερική όμως είχε κυκλοφορήσει έναν χρόνο νωρίτερα και αμέσως έγινε τεράστια εκδοτική επιτυχία. Ήταν το δεύτερο βιβλίο της Αυστραλέζας – νευροφυσιολόγου στο επάγγελμα – Κoλίν ΜακΚάλοου η οποία είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ για να διδάξει στην Ιατρική Σχολή του Γέιλ στο Κονέκτικατ. Της άρεσε τις νύχτες να κάθεται στο γραφείο της και να γράφει και πάντα έψαχνε ένα τρόπο να εξασφαλίσει τα γεράματά της, πράγμα που δεν της υποσχόταν η επιστημονική έρευνα. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τιμ» ήταν μια ερωτική ιστορία ενός πνευματικά καθυστερημένου νεαρού άντρα και μιας κατά πολύ μεγαλύτερής του γυναίκας, που κυκλοφόρησε το 1974.

Ωστόσο δεν είχε μεγάλη απήχηση και δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά άνοιξε στην Κολίν ΜακΚάλου τον δρόμο. Οι ειδικοί είδαν σε αυτή ένα ταλέντο που θα οδηγούσε σε εμπορική επιτυχία. Πριν καν γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά της, ο εκδοτικός οίκος Avon Books φρόντισε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα για μια έκδοση τσέπης έναντι του αστρονομικού ποσού των 1,9 εκατ. δολαρίων.

Η πλοκή του βιβλίου είχε τη συνταγή της εμπορικής επιτυχίας. Ένας καθολικός παπάς, ο Ραλφ ντε Μπρικασάρ, με εμφάνιση ζεν πρεμιέ, ερωτεύεται τη νεαρή Μέγκι Κλίρι που τη γνωρίζει από μωρό και κάνει μαζί της έναν γιο, ο οποίος θα γίνει επίσης παπάς. Η επιτυχία Αν και οι κριτικοί «έθαψαν» το βιβλίο σε εφημερίδες και περιοδικά, χαρακτηρίζοντας το ως σκουπιδοσαπουνόπερα, το αναγνωστικό κοινό είχε διαφορετική άποψη όπως φάνηκε από τις πωλήσεις. Επρόκειτο για ένα καθαρά λαϊκό ανάγνωσμα. Στις 500 σελίδες του βιβλίου εκτυλισσόταν μια οικογενειακή τραγωδία που απλωνόταν σε τρεις γενιές, χωρίς διαστροφές αλλά με πολλή δυστυχία και απλά συναισθήματα που εύκολα μπορούσαν να αγγίξουν τον καθένα. Ίσως γι’ αυτό κέρδισε με τόση ευκολία το πλατύ κοινό. Ήταν «τόσο ρομαντικό και καθαρό», έγραψε η Αλις Τέρνερ στους «New York Times», «που μπορούσες άνετα να το κάνεις δώρο στη θεία Τίλι, αλλά και να το πάρεις μαζί σου στη θάλασσα χωρίς να ντρέπεσαι για την επιλογή σου».

Η μεταφορά στη μικρή οθόνη Λίγο αργότερα το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, όπου τον ρόλο του Ραλφ ντε Μπρικασάρ ενσάρκωσε ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν. Ο ηθοποιός κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά τον ρόλο του ιερωμένου με την αδύναμη σάρκα και την τεράστια θρησκευτική φιλοδοξία. Δίπλα του ήταν η πανέμορφη Μέγκι, τον ρόλο της οποίας ανέλαβε η ηθοποιός Ρέιτσελ Γουόρντ. Ο έρωτας ενός παπά και μιας καλλονής ήταν ανυπέρβλητο θέαμα για την εποχή του. Η μίνι τηλεοπτική σειρά προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική τον Μάρτιο του 1983, ενώ ένα χρόνο αργότερα την είδαμε και στην Ελλάδα από την ΕΡΤ. Η σειρά κατάφερε να καθηλώσει παγκοσμίως 110 εκατ. τηλεθεατές.

Bryan Brown και η Rachel Ward Από τα πρώτα κιόλας γυρίσματα, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα τον “τηλεοπτικό” της άντρα, Λουκ, τον Bryan Brown.

Ήταν τόσο δυνατός ο έρωτας τους, που τους οδήγησε μετά το τέλος των γυρισμάτων στα σκαλιά της εκκλησίας. Είναι μαζί μέχρι σήμερα και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Όσο για το Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, πολλές φορές, ήρθε σε σύγκρουση με τον σκηνοθέτη και τον παραγωγό για το ρόλο του. Εκείνοι ήθελαν έναν παπά πιο φιλόδοξο και υπόγειο, ενώ αυτός τον φανταζόταν πιο ρομαντικό και ευαίσθητο. Μάλιστα μια φορά πάνω στη λογομαχία, χτύπησε με τη γροθιά του μια κάμερα με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι του. Όταν τέλειωσαν οι λήψεις ακολούθησε ένα πρόγραμμα ολιστικών και χαλαρωτικών διακοπών που κράτησε 17 μέρες. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε οπαδός των ανατολίτικων μεθόδων και θεραπειών.

Η συγγραφέας του βιβλίου «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας». Έγινε παθύπλουτη, παράτησε τα πάντα και παντρεύτηκε έναν νεαρότερο άνδρα.

Το 1983, προβλήθηκε στην Αμερική η τηλεοπτική σειρά “Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” και ένα χρόνο μετά, ήρθε και στην Ελλάδα. Η υπόθεση της σειράς αναφερόταν στην ιστορία της οικογένειας Κλίρι που μετανάστευεσε από τη Νέα Ζηλανδία στην Αυστραλία, στις αρχές του 1900. Ένας ρομαντικός έρωτας αναπτύσσεται μεταξύ του παπά της περιοχής και της κόρης της οικογένειας. Το έργο βασίζεται στο μπεστ σέλερ, της Αυστραλέζας νευροφυσιολόγου Colleen McCullough και εκδόθηκε το 1977. Ήταν τέτοια η επιτυχία του που η νευροφυσιολόγος εισέπραξε το αστρονομικό ποσό των 1.9 εκατομμυρίων δολλαρίων. Μετά από αυτό, εγκατέλειψε στα 46 της χρόνια τη δουλειά της και πήγε να ζήσει για πάντα σε ένα απομονωμένο νησί του Ειρηνικού. Εκεί παντρεύτηκε έναν άντρα κατά δεκατρία χρόνια νεότερο της.

Πηγές:https://www.mixanitouxronou.gr/ta-poulia-pethenoun-tragoudontas-to-best-seler-pou-xeperase-ta-30-ekatommiria-antitipa-ke-egine-petichimeni-tileoptiki-sira/

«Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»: το μπεστ σέλερ που έγινε πετυχημένη τηλεοπτική σειρά Ο πάτερ Ραλφ ήταν γκέι και η Μέγκυ ερωτεύτηκε τον άντρα που μίσησε στο σήριαλ !!!

10 μελοποιημένα διαμάντια του Ναζίμ Χικμέτ

Ο Ναζίμ Χικμέτ, ο γαλανομάτης λυρικός Τούρκος , όπως τον είχε αποκαλέσει ο Θάνος Μικρούτσικος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στην χώρα και την γενιά του. Έχει αποδοθεί στα Ελληνικά, ως επί το πλείστον από τον Γιάννη Ρίτσο και έχει μελοποιηθεί από τον Μάνο Λοϊζο, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους Έλληνες συνθέτες. Ωστόσο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις οι μελοποιήσεις του δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστές. Σε αυτό μας το άρθρο, επιχειρήσαμε να τις μοιραστούμε μαζί σας για να γνωρίσετε και μουσικά αυτόν τον πολύ αγαπημένο άνθρωπο, τον Ναζίμ Χικμέτ.

  1. Η πιο όμορφη θάλασσα

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος, 1983

Θα γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο `χω πει ακόμα.

μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

  1. Μικρόκοσμος

Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος, Πρώτη Εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη, 1975

Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

  1. Μονάκριβή μου

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος,1983

Μονάκριβή μου

Μονάκριβή μου ἐσὺ στὸν κόσμο

μοῦ λὲς στὸ τελευταῖο σου γράμμα:

«πάει νὰ σπάσει τὸ κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου,

Ἂν σὲ κρεμάσουν, ἂν σὲ χάσω θὰ πεθάνω».

Θὰ ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις,

Ἡ ἀνάμνησή μου σὰν μαῦρος καπνὸς

θὰ διαλυθεῖ στὸν ἄνεμο.

Θὰ ζήσεις, ἀδελφή με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆς καρδιᾶς μου

Οἱ πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν πιότερο ἀπό ῾να χρόνο

τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Ὁ θάνατος

Ἕνας νεκρὸς ποὺ τραμπαλίζεται στὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ

σὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θάνατο δὲν ἀντέχει ἡ καρδιά μου.

Μὰ νά ῾σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,

ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χέρι ἑνὸς φουκαρᾶ ἀτσίγγανου

περάσει στὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ

ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲς στὰ γαλάζια μάτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο.

Στὸ σούρπωμα τοῦ στερνοῦ μου πρωινοῦ

θὰ δῶ τοὺς φίλους μου καὶ σένα.

Καὶ δὲ θὰ πάρω μαζί μου κάτου ἀπὸ τὸ χῶμα

παρὰ μόνο τὴν πίκρα ἑνὸς ἀτέλειωτου τραγουδιοῦ.

Γυναίκα μου

Μέλισσά μου μὲ τὴ χρυσὴ καρδιὰ

Μέλισσά μου μὲ τὰ μάτια πιὸ γλυκὰ ἀπ᾿ τὸ μέλι

Τί κάθησα καὶ σοῦ ῾γραψα πὼς ζήτησαν τὸ θάνατό μου.

Ἡ δίκη μόλις ἄρχισε

Δὲν κόβουν δὰ καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ἔτσι τὸ κεφάλι

ὅπως ἕνα γογγύλι.

Ἔλα, ἔλα, μή μου σκᾶς

Αὐτὰ εἶναι μακρινὰ ἐνδεχόμενα.

Ἂν ἔχεις τίποτα λεφτὰ

Ἀγόρασέ μου ἕνα μάλλινο σώβρακο

Μοῦ μένει ἀκόμα κείνη ἡ ἰσχιαλγία στὸ πόδι

Καὶ μὴν ξεχνᾶς πὼς ἡ γυναίκα ἑνὸς φυλακισμένου

Δὲν πρέπει νά ῾χει μαῦρες ἔγνοιες.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Ύμνος στη Ζωή

Συνθέτης: Θανάσης Πολυκανδριώτης, Πρώτη Εκτέλεση:Στέλιος Καζαντζίδης, 1995

Ύμνος στη Ζωή

Τι όμορφο που είναι να ζεις

να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο

τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς

τι όμορφο που είναι να ζεις

σαν παιδί

να απορείς και να ζεις.

Το όμορφο που είναι να ζεις

να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη

τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης

τι όμορφο που είναι να ζείς

σαν παιδί

να απορείς και να ζεις!

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Ταξιδεύοντας

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

Ταξιδευοντας

Ταξιδεύοντας ανοίγουμε τις πόρτες

κλείνουμε τις πόρτες

δρασκελάμε τις πόρτες

και στο τέρμα του μοναδικού μας ταξιδιού

μήτε πολιτεία μήτε και λιμάνι

Το τραίνο εκτροχιάζεται,

το πλοίο ναυαγεί,

τ’ αεροπλάνο συντρίβεται

Ο χάρτης είναι ζωγραφισμένος σε πάγο

Αν είχα δικαίωμα, δικαίωμα εκλογής

Να ξαναρχίσω ή όχι τούτο το ταξίδι

τούτο το ταξίδι Θα το ξανάρχιζα,

Θα το ξανάρχιζα,

Θα το ξανάρχιζα.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Λίγα γαρούφαλλα

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες

Στον κάμπο θα `χουν κιόλας οργώσει τη γης

Ρίχνουν το σπόρο

Έχουν μαζέψει τις ελιές

Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου

Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών

Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό

μέσα στην Προύσα.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Το δίχτυ

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Πάνω σ’ αυτή την όχθη

στο θαλασσινό κατώφλι

η βροχή σαν δίχτυ με τυλίγει

Τις μέρες της βροχής άσπρη σημαία

άσπρη σημαία στο κατάρτι υψώνεται

Βρέχει και ξαφνικά είναι εύκολο

εύκολο το να πεθάνεις

και το ίδιο εύκολο το θάνατο να περιμένεις

το θάνατο να περιμένεις.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Όπως ο Κερέμ

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι

Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω

Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω

Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει

Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή

Θα γίνεις στάχτη

Στάχτη σαν τον Κερέμ

Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

Και εγώ του λέω

Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ

Αν δεν καώ εγώ

Αν δεν καείς εσύ

Αν δεν καούμε εμείς

Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Χιονίζει μες στη νύχτα

Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος, Πρώτη Εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη, 1975

Χιονίζει μες στη νύχτα

Ούτε ν’ ακούς μια φωνή απ’ τον άλλο κόσμο

Ούτε να βάζεις μες στο υφάδι των στίχων

πράματα αμύθητα

Ούτε ν’ αναζητάς τη ρίμα σάμπως χρυσικός

Ούτε όμορφα λόγια, ούτε μεγάλη πέννα.

Τούτο το βράδυ ― ευλογημένος νάναι ο Θεός ―

είμαι πιο πάνου

πολύ πιο πάνου απ’ όλα τούτα.

Τούτο το βράδυ

ένας τραγουδιστής είμαι των δρόμων

είναι γυμνή η φωνή μου δίχως μπιχλιμπίδια

Γυμνή φωνή που τραγουδάει για σένα

ένα τραγούδι που δε θαν τ’ ακούσεις.

Χιονίζει μες στη νύχτα

Κ’ είσαι μπροστά στις πύλες της Μαδρίτης

Έχεις μπροστά σου ολάκερη στρατιά από πολιτείες

Μια στρατιά που σκοτώνει ό,τι πιο ωραίο στον κόσμο ετούτο

Τη νοσταλγία, την ελπίδα, τα παιδιά, τη λευτεριά.

Χιονίζει μες στη νύχτα.

Απόψε μπορεί να ξεπαγιάζουν

τα μουσκεμένα πόδια σου.

Χιονίζει

Και ίσως ενώ σε σκέφτουμαι

την ίδια τούτη τη στιγμή

μπορεί και να σε βρίσκει η σφαίρα

Και τότε πια ούτε χιόνι, ούτε άνεμος.

Χιονίζει.

Εσύ που τώρα μπρός στις πύλες της Μαδρίτης λες «δε θα περάσουν»

Υπήρχες δίχως άλλο κι από πριν.

Ποιος είσουν; πούθε ερχόσουν; ποιά ήταν η δουλειά σου;

Μπορεί και να ’χεις έρθει απ’ τα ορυχεία της Αστούριας

Μπορεί στο μέτωπό σου ένας επίδεσμος ματόβρεχτος

Να κρύβει μια λαβωματιά που πήρες στο Βορρά

Μπορεί και να ’ταν το ντουφέκι σου

πούριξε τη στερνή τη σφαίρα

όταν τα γιούνγκερς καίγαν το Μπιλμπάο.

Ή μπορεί νάσουν κάνας μεροκαματιάρης

στο αγρόχτημα ενός κάποιου κόμητα Φερνάντο Βαλεσιέρο ντε Καρτόμπαν

Ή μπορεί νάχες στην Πουέρτα ντέ Σολ κανένα μικρομάγαζο

και να πουλούσες φρούτα με τα χτυπητά της Ισπανίας χρώματα.

Μπορεί να μην είχες καν επάγγελμα

Μπορεί και νάχες μια ωραία φωνή

Μπορεί και νάσουν σπουδαστής ή της φιλοσοφίας ή του δικαίου

και νάχουν μείνει τα βιβλία σου κάτου απ’ τις ρόδες

των ιταλικών θωρακισμένων.

Μπορεί στον ουρανό να μην πιστεύεις

ή μπορεί νάχεις μες στον κόρφο σου

κανένα σταυρουλάκι περασμένο σ’ ένα σπάγγο.

Ποιός είσαι, πώς σε λένε, πόσο χρόνων είσαι;

Δεν έχω δει, μήτε θα ιδώ το πρόσωπό σου.

Μπορεί ‒ ποιός ξέρει ‒ να θυμίζει αχνά τα πρόσωπα

εκείνων που τσακίσαν τον Κολτσάκ στη Σιβηρία.

Μπορεί πάλι να μοιάζει με το πρόσωπο εκεινού

που κείται στο πεδίο της μάχης του Τουμλουμπουνάρ

Ακόμη μπορεί νάσαι ολόιδιος το πορτραίτο

του Ροβεσπιέρου.

Δεν άκουσες ποτέ σου τ’ όνομά μου, κι ούτε θα τ’ ακούσεις.

Ανάμεσό μας είναι θάλασσες, βουνά,

αυτή η καταραμένη μου ανημπόρια

κ’ η Επιτροπή της μη – επεμβάσεως.

Δε μπορώ μήτε νάρθω στο πλευρό σου

μήτε και να σου στείλω ένα κασόνι με φυσίγγια

ή λίγα φρέσκα αυγά

ή ένα ζευγάρι μάλλινα, τσουράπια.

Κι ωστόσο ξέρω πως τα πόδια σου

ριζωμένα στις πύλες της Μαδρίτης

κρυώνουνε σα δυο γυμνά παιδιά

και ξέρω ακόμη

πως ό,τι ωραίο κι ό,τι μεγάλο υπάρχει

ό,τι μεγάλο κι ό,τι ωραίο θα βρει μια μέρα ο άνθρωπος

(ετούτο πούναι η τρομερή λαχτάρα της ψυχής μου)

το ξέρω πως χαμογελάει μέσα στα μάτια του φρουρού μου,

μπρος στις πύλες της Μαδρίτης,

και ξέρω ακόμη πως εχτές, αύριο, κι απόψε βράδυ

αχ, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο

παρά μονάχα να τον αγαπάω.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Τι όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Επιστολές και Ποιήματα

(Αποσπάσματα)

Τί όμορφο που΄ ναι να σε συλλογιέμαι

μες από τους θορύβους του θανάτου

και της νίκης

να συλλογιέμαι εσένανε μες απ΄ τη φυλακή

Να το να χέρι σου σ΄ ένα ύφασμα

γαλάζιο, ξεχασμένο

και να μες στα μαλλιά σου

σαν ένας άλλος άνθρωπος μέσα σε μένα

είναι η ευτυχία να σ΄ αγαπώ.

Τί όμορφο που ΄ναι να σε συλλογιέμαι

να γράφω όλο για σένα

να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα

μες στο κελί μου

μια λέξη που ‘χες πει την τάδε μέρα

στο τάδε μέρος, όχι η λέξη η ίδια

μα αυτός ο τρόπος που είχε μέσα της

να κλείνει όλο τον κόσμο.

Για σένα θα σκαλίσω ακόμη τόσα πράγματα

θα φτιάξω ένα μικρό κουτί, ένα δαχτυλίδι

θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι

και ξαφνικά, πετιέμαι ορθός

τρέχοντας να χουφτώσω του παραθυριού τα κάγκελα

και να φωνάξω στο γαλάζιο ουρανό της λευτεριάς

όλα μου τα τραγούδια που ΄γραψα για σένα.

……………………………………………………………………….

Μέσα σ ΄αυτή τη νύχτα τη χινοπωριάτικη

ολόγιομος είμαι απ΄ τα λόγια σου

Λόγια αιώνια σαν τον χρόνο, σαν την ύλη,

λόγια βαριά σαν το χέρι,

λόγια σπιθοβόλα σαν τ΄ άστρα.

Απ΄ την καρδιά σου, απ΄ το μυαλό σου

από τη σάρκα σου.

Τα λόγια σου με φτάνουν

τα λόγια σου κατάφορτα από σένα

τα λόγια σου μητέρα

τα λόγια σου γυναίκα

τα λόγια σου φίλη.

Ήταν θλιμμένα, ήταν πικρά, ήταν χαρούμενα

κατάφορτα από ελπίδα

ήταν γενναία και ηρωικά

ήταν Άνθρωποι.

……………………………………………

Αυτό που ‘ναι χειρότερο

είναι να ΄χει κανείς τη φυλακή εντός του.

………………………………………………………………

Κι εγώ γεμάτος απ΄ την απουσία σου

φορτωμένος με την ανυπομονησία

μεγάλων ταξιδιών

περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό

μέσα στην Προύσα.

………………………………………………………………..

Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα

ζεσταίνοντας τα χέρια μας

στη φωτιά της μεγάλης οργής μας

και της άγιας ελπίδας μας.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

Ελπίζουμε να σας άρεσαν!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: μια διείσδυση στο σύμπαν του κοσμοκαλόγερου

Ο Μίλαν Κούντερα έγραψε για τον Παπαδιαμάντη πως είναι ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος. Εκθειαστικά ήταν επίσης τα λόγια του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά, του Πορφύρα και άλλων μεγάλων ονομάτων της ελληνικού πνεύματος.

Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας την ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ηθογραφικό μυθιστόρημα.Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Σαν σήμερα, 3 Ιανουαρίου του 1911, έφυγε από τη ζώη ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο «κοσμοκαλόγερος» της πεζογραφίας μας γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 στη Σκιάθο από πατέρα ιερέα και θεοσεβούμενη μητέρα. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά αδέλφια, τα δύο εκ των οποίων πέθαναν σε μικρή ηλικία. Γοητευμένος από τα ξωκλήσια της Σκιάθου, τα συμπεριέλαβε σε πολλά έργα του, ενώ το λογοτεχνικό του έργο είναι ευρύ και από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γράφει ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του: Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, ‘οπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, ‘οπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας.

Λόγω της οικονομικής του κατάστασης, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Τα οικονομικά του Παπαδιαμάντη καλυτέρευσαν όταν άρχισε να απασχολείται στην εφημερίδα «Ακρόπολη», του Βλάση Γαβριηλίδη, με μισθό 250 δραχμών το μήνα, καθώς και να συνεργάζεται και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Παρόλο που εισέπραττε αρκετά χρήματα που του επέτρεπαν αξιοπρεπή διαβίωση, τα ξόδευε εξ’ ολοκλήρου στην… ταβέρνα του Κεχριμάνη όπου σύχναζε επί 27 συναπτά έτη, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς και ίσα που μπορούσε να καλύψει τα έξοδά του.

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.Ζούσε φτωχικά σε φτηνά δωμάτια ενώ οι περιγραφές συνθέτουν το προφίλ ενός ανθρώπου σχεδόν κουρελή, εξαρτημένου από το ποτό και το τσιγάρο, ο οποίος βυθιζόταν στη μοναξιά του και είχε ελάχιστους φίλους. Αγαπημένη του συνήθεια να ψάλλει στον Άγιο Ελισαίο στην Πλάκα.

Τον Μάρτιο του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο αγαπημένο του νησί, εξακολουθώντας να δουλεύει ως μεταφραστής έργων για λογαριασμό του Γιάννη Βλαχογιάννη. Η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται ώσπου στις 3 Ιανουαρίου 1911 άφησε την τελευταία του πνοή και μαζί με αυτήν, έναν λογοτεχνικό θησαυρό αποτελούμενο από 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες και άρθρα.

Το έργο-σταθμός στην καριέρα του που ενέπνευσε κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες ήταν «Η φόνισσα». Παρόλο που γράφτηκε το 1902, μοιάζει τόσο σύγχρονο όσο και διαχρονικό.

Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ᾿ αυτούς που ζουν παράμερα απά τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βρήκε το υλικό του στις καρδιές των παιδιών, των γυναικών, των ανίσχυρων γερόντων και το ένωσε με την ομορφιά της θάλασσας και της Σκιάθου, αγκαλιάζοντας στις περιγραφές του όλες τις αμμουδιές, τα λιμανάκια, τις χαράδρες, τα υψώματα και τα «ρόδινα ακρογιάλια» του αγαπημένου του νησιού. Και μπολιάζοντας τις παιδικές του αναμνήσεις με τα θρησκευτικά του βιώματα, τα δικά του βάσανα, την ευαισθησία του και τον ποιητικό του οίστρο, κατάφερε να αναδείξει το ντόπιο ήθος σε αἰσθητικὸ και πνευματικό γεγονός.

Γι᾿ αυτό και διαβάζεται -ἀπ’ όσους διαβάζεται- μέχρι σήμερα. Όχι μόνο επειδὴ είναι σπουδαίος συγγραφέας, αλλά επειδή στο έργο του αποθησαυρίζεται «ο παράξενος τρόπος των Ελλήνων», όπως το έθεσε ο πρόωρα χαμένος Χρήστος Βακαλόπουλος. Επειδή, με άλλα λόγια, στις σελίδες του βρίσκεται το κλειδί της ἐθνικής μας ιδιαιτερότητας, που ακόμα προσπαθούμε να την ορίσουμε, στριμωγμένοι ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Η είδηση του θανάτου του γέμισε πένθος όχι μόνο τους συντοπίτες του, αλλά όλη την Ελλάδα. Πολλοί λογοτέχνες, που όσο ήταν εν ζωή δεν είχαν γράψει κουβέντα για το έργο του, συνέθεσαν εγκωμιαστικά κείμενα. Ο εκδοτικός Οίκος Φέξη ξεκίνησε το 1912-1913 την έκδοση 11 τόμων με τα έργα του. Μέχρι τότε, κανένας άλλος οίκος δεν είχε εκδώσει σε βιβλίο τα πεζογραφήματά του και οι αναγνώστες του τα διάβαζαν από τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για να βιοποριστεί. Όσο ζούσε όμως, δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο – ήταν όλα τους διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του Γ. Δροσίνη, από τη στιγμή που άφηνε κείμενό του σε κάποιο γραφείο, «οὔτε τὸ συλλογίζουνταν πιά, οὔτε ζητοῦσε νὰ μάθει πότε θὰ δημοσιευθεῖ, οὔτε καὶ διορθώσεις ἔβλεπε ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο: τὰ χειρόγραφά του ἦταν ἔκθετα ριγμένα στὴ βρεφοδόχο τοῦ Βρεφοκομείου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλὰ κακοτυπώθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη φορά…».



Έτσι εξηγείται και ο ισχυρισμός του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του χαλκιδαίου φιλολόγου που αφοσιώθηκε στη μελέτη και την ανάδειξη του παπαδιαμαντικού έργου, ότι ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να έχουμε μια πλήρη και ακριβή έκδοση των «Απάντων» του. Η ακρίβεια και η πληρότητα, λέει, είναι αρετές που εξασφαλίζονται όταν ο ίδιος ο συγγραφέας φροντίζει την έκδοση, ή τουλάχιστον όταν έχει διασωθεί όλο του το αρχείο. Εκείνο του Σκιαθίτη όμως, όποιο κι αν ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί.

Σήμερα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης διδάσκεται στα σχολεία, σε πανεπιστήμια και σεμινάρια, ενώ εξακολουθεί να συγκινεί μικρούς και μεγάλους με το μεγαλείο της πένας του. Το έργο του, διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκε άμεσα από το νησί που γεννήθηκε και πέθανε, τη Σκιάθο, το νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος, αλλά και από τους ανθρώπους του, τις πραγματικές ιστορίες των οποίων μετέφερε στα έργα του. Ο Αλέξανδρος Παπανδιαμάντης, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» όπως συχνά αποκαλείται, υπήρξε ένας άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του και έγραψε τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας.

Αποτιμώντας το έργο του ο Άγγελος Μαντάς γράφει: «Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη κατέχει πρωτεύουσα θέση στὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἡ διηγηματογραφία του διακρίνεται γιὰ τὸ ρεαλισμό της, ποὺ φτάνει πολλὲς φορὲς μέχρι τὸ νατουραλισμό. Ἡ αὐστηρὴ καὶ ἀκριβολόγος θεώρηση τόσο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του, ὅσο καὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς του, ἡ βαθιὰ στοχαστικὴ καὶ ἐλεγκτικὴ ματιά του πάνω στὰ κοινωνικὰ δρώμενα, ἡ ἀνάδειξη ὡς κεντρικῶν ἡρώων τοῦ ἔργου του ὄχι συνηθισμένων τύπων, ἀλλὰ ἰδιόρρυθμων καὶ περιθωριακῶν, ἀνθρώπων ναυαγισμέμων κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά, καὶ ἡ συχνὴ παραπομπὴ στὴ μικρὴ ἀνθρώπινη ὁμάδα, ποὺ ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀποκτᾶ καθολικὲς διαστάσεις, δίνει στὸ ρεαλισμό του ἕνα χαρακτήρα κριτικὸ καὶ θεολογικὸ ταυτόχρονα.

Ἡ ποικιλία τῶν ἀφηγηματικῶν τεχνικῶν καὶ ἡ γλώσσα του παράγουν μίαν ἔντονη ποιητικότητα. Ἡ γλώσσα του εἶναι στὴ βάση της ἡ καθαρεύουσα τῆς ἐποχῆς, ἐμπλουτισμένη ὡστόσο μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς, διαποτισμένη ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας καὶ διανθισμένη, ἰδίως στοὺς διαλόγους, μὲ στοιχεῖα τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, «θησαυρισμένη», κατὰ τὸν Ἐλύτη, «ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας». Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτὴ κάνει τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς τυπικῆς ἠθογραφίας τῆς ἐποχῆς του καὶ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη νὰ ἀναδεικνύεται «ποιητὴς τοῦ πεζοῦ λόγου».

Σε αντίθεση με το δημοσιογραφικό σινάφι, το λογοτεχνικό φάνηκε εξαρχής επιφυλακτικό απέναντί του. Μόνο οι δημοτικιστές τον είδαν με μια κάποια συμπάθεια. Ο ίδιος, πάντως, μόνο του Παλαμά και του Νιρβάνα αξιώθηκε να διαβάσει κριτική. Έπρεπε να πεθάνει για να εγκωμιαστεί. Έκτοτε, δύο ήταν τα θέματα που τέθηκαν στο μικροσκόπιο: η γλωσσική ιδιαιτερότητά του και ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε την εθνική-λαϊκή ψυχή.

Άλλοι χαρακτήρισαν την καθαρεύουσά του προβληματικὴ (βλ. Τερζάκης), σχολαστική ή ξεπερασμένη, κι άλλοι, από τον Τ. Άγρα ως τον Ελύτη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ως μία γλώσσα που κουβαλάει πάνω της στρώσεις αιώνων, αφομοιώνοντας αρμονικά στοιχεία αρχαία, βυζαντινά, εκκλησιαστικά και νεοελληνικά. Ούτε όμως ο Νιρβάνας, ούτε ο Παλαμάς, ούτε ο Ξενόπουλος είδαν τα γραπτά του ως φωτογραφικές απεικονίσεις και μόνο της ζωής στον γενέθλιο τόπο του. Η… ρετσινιά της ηθογραφίας ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του ᾿40. Κι ενώ σήμερα υπάρχει ομοφωνία ως προς τις ποιητικές διαστάσεις της γλώσσας του (κάτι που αναγνώρισε δημόσια και ο Σεφέρης το 1952, συγκαταλέγοντάς τον στους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές), ιδού τι έγραφε στην «Ιστορία» του ο Κ. Θ. Δημαράς: «Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα απὸ ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή. Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη». Μια αστοχία που μνημονεύεται ακόμη…

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το παπαδιαμαντικό σύμπαν ταυτίστηκε θετικά με την έννοια της Ορθοδοξίας (βλ. Λορεντζάτος, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναράς), προσεγγίστηκε με εργαλεία ψυχαναλυτικής κριτικής (βλ. Γκι Σονιέ, Π. Μουλλάς), και έδωσε επιχειρήματα σε μελετητὲς όπως ο Λάκης Προγκίδης για να συγκρίνουν τον δημιουργό του με τους θεμελιωτές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Κάθε εποχὴ και με τον Παπαδιαμάντη της.

Έργο με ξεχωριστὴ θέση στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» κατέχει και τη μερίδα του λέοντος στις μεταφράσεις του στο εξωτερικό. Η νο ιστορία της Φραγκογιαννούς που παραβαίνει το «οὐ φονεύσεις» για καλὸ σκοπὸ -πνίγει με τα χέρια της δύο νεογέννητα κοριτσάκια για να λυτρώσει και τα ίδια και τους γονείς τους απὸ τα βάσανα της κοινωνίας- μία ιστορία που χρεώνει το απόλυτο κακὸ όχι σ᾿ ένα διεστραμμένο τέρας αλλὰ σ᾿ έναν συνηθισμένο άνθρωπο, έχει μεταφραστεί στ᾿ αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικὰ και τα ιταλικά, αλλὰ και στα βουλγαρικά, τα ρουμανικά, τα καταλανικά, τα δανέζικα…


Πλήρης κατάλογος με τα μεταφρασμένα διηγήματά του δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη. Στο σχετικὸ αρχείο πάντως του ΕΚΕΒΙ, αναφέρονται 41 ξένες εκδόσεις, για το διάστημα 1968-2009. Η πιο πρόσφατη, που ειναι ίσως και η σημαντικότερη, απλώνεται στον συλλογικὸ τόμο «The boundless garden» (ἐκδ. Denise Harvey), όπου συμπράττουν μεταξὺ άλλων μεταφραστὲς όπως ο Πίτερ Μάκριτζ και ο Ντέιβιντ Κόνολι, και όπου χάρη στην κατατοπιστικὴ εισαγωγή του ιερωμένου και διακεκριμένου πανεπιστημιακού στο Μόντρεαλ Λάμπρου Καμπερίδη, παρέχονται όλα τα απαραίτητα κλειδιὰ για την κατανόηση του παπαδιαμαντικού κόσμου στο αγγλοσαξονικὸ κοινό.

Πηγή: https://m.tvxs.gr/mo/i/51224/f/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7.html

https://m.lifo.gr/articles/book_articles/264982/aleksandros-papadiamantis-o-syggrafeas-poy-apothisayrise-ton-parakseno-tropo-ton-ellinon?utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1578049720

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΙ, Ο ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

10 ταινίες βασισμένες σε βιβλία που αγαπήσαμε την δεκαετία που πέρασε

Είναι αλήθεια πως από την αρχή της ζωής του κινηματογράφου αυτός συνδέθηκε στενά με τη λογοτεχνία αφού έδωσε χρώμα, ήχο και εικόνα σε σελίδες αγαπημένων βιβλίων και ψυχή σε ήρωες που μέχρι τότε ζούσαν μόνο μέσα στο μυαλό του κοινού. Αυτή η δεκαετία υπήρξε αρκετά παραγωγική “φέρνοντας στη ζωή” αμέτρητους χαρακτήρες της πιο σύγχρονης θα μπορούσαμε να πούμε λογοτεχνίας. Ωστόσο, κάποια κλασσικά διαμάντια έλαμψαν τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη οθόνη. Αυτό μας δυσκόλεψε να ξεχώρισουμε 10 αγαπημένες, μια για κάθε χρόνο ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία. Κάποιες χρονιές υπήρχε σοβαρή έλλειψη, ενώ κάποιες άλλες δεν αποφασίζαμε ποια να πρωτοδιαλέξουμε. Εστίασαμε σε ταινίες που ήταν βασισμένες σε εξαιρετικά βιβλία και που αποδόθηκαν με όμορφο τρόπο. Δείτε παρακάτω την λίστα μας, πείτε μας αν συμφωνείτε, αν διαφωνείτε, ποια παραλείψαμε και ποια κατά τη γνώμη σας ήταν ο καλύτερος συνδυασμός καλής μεταφοράς και ενός αξιόλογου έργου. Αναμένουμε τη δική μας γνώμη.

1. Inception (2010)

Το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν είναι από τις ταινίες που μπορεί να δεις και να μην καταλάβεις πολλά, αλλά δεν την ξεχνάς ποτέ. Αυτό το συνεχές πέρα-δώθε ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα και η βύθιση σε όνειρο-μέσα σε όνειρο-μέσα σε όνειο ήταν εντυπωσιακό αλλά άφησε πολύ κόσμο μπερδεμένο.Δεν είναι η μοναδική ταινία με το τέλος της να χωρά πολλές αναγνώσεις, αλλά σίγουρα αποτελεί την «επιτομή» του διφορούμενου κινηματογραφικού φινάλε, με επίκεντρο μια σβούρα. Το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν, μια σκοτεινή ταινία με αστυνομική και ψυχολογική πλοκή, αγαπήθηκε για το σενάριο, τα πρωτοποριακά εφέ, αλλά και την αίσθηση του «ανολοκλήρωτου» που άφηνε μόλις άναβαν τα φώτα στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα που μισθώνει τις υπηρεσίες της σε όσους θέλουν να αποσπάσουν κάθε είδους πληροφορίες. Η μέθοδος της ομάδας είναι να παραβιάζει τα όνειρα των στόχων ώστε να εισβάλλει στο υποσυνείδητο και να κλέψει τα στοιχεία.

Ωστόσο, επειδή το «ταξίδι» στο υποσυνείδητο, πολύ περισσότερο ενός άλλου ανθρώπου, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, κάθε μέλος της ομάδας έχει έναν δικό του τρόπο να μην μπερδεύει το όνειρο με την πραγματικότητα. Ο ήρωας της ταινίας, τον οποίο ερμηνεύει ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, χρησιμοποιεί μία σβούρα την οποία γυρνάει. Αν η σβούρα πέσει, τότε βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Στην τελευταία σκηνή ο ήρωας επιστρέφει το σπίτι και στα παιδιά του. Για να καταλάβει αν το ζει όντως αυτό,, γυρίζει την σβούρα και τρέχει να αγκαλιάσει τα παιδιά του. Η ταινία τελειώνει, χωρίς να μάθουμε αν έπεσε ή όχι.

Το μυστικό άντεξε οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, ο διάσημος ηθοποιός Μάικλ Κέιν, ο οποίος έπαιξε στην ταινία, αποκάλυψε το πραγματικό τέλος, με έναν μάλλον παράδοξο τρόπο. Μιλώντας στο κοινό μια πρόσφατη προβολή της ταινίας, ο Κέιν είπε πως όταν διάβασε το σενάριο ήταν πολύ μπερδεμένος, διότι δεν καταλάβαινε ποιες σκηνές ήταν το όνειρο. Ο Νόλαν του είπε: «’Οποτε είσαι στη σκηνή είναι και η πραγματικότητα». «Οπότε καταλαβαίνετε: εάν είμαι μέσα, είναι η πραγματικότητα. Εάν δεν είμαι στη σκηνή, τότε είναι όνειρο». Στην τελευταία σκηνή βρίσκεται και ο Κέιν.

2. Το άλογο του πολέμου (2011)

Ο Αλμπερτ είναι δεκατεσσάρων χρόνων. Ζει σε μια φάρμα με τη βιοπαλαιστή μητέρα του και τον μέθυσο, επιπόλαιο πατέρα του. Οταν ο πατέρας του Αλμπερτ αγοράσει ένα πανάκριβο, υπέροχο πουλάρι, ο Αλμπερτ θ’ αναλάβει να το εκπαιδεύσει αλλά και να βρει τρόπο ώστε το ζώο να βοηθήσει στο βιοπορισμό τους. Το άλογο, ο Τζόι και ο Αλμπερτ θα γίνουν αχώριστοι φίλοι. Μόνο που όταν η σοδειά της οικογένειας αγροτών πάει κατά διαβόλου και ο Πρώτος Παγκόσμιος ξεσπάσει, ο πατέρας του Αλμπερτ θα πουλήσει το άλογο στο Βρετανικό Στρατό. Κι εκεί θα ξεκινήσει μια οδύσσεια για τον Τζόι που θ’ αλλάξει χέρια και χώρες και στρατόπεδα, αλλά θα κρατήσει σταθερή την αγάπη του για τον Αλμπερτ, σταθερότερη από την αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Η ιστορία του «War Horse» ξεκίνησε ως δημοφιλές παιδικό βιβλίο, έγινε θεατρικός θρίαμβος και συνεχίζει την πορεία του, στα χέρια του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Εκεί μεταμορφώνεται σε μια ωδή στο βιοπαλαιστή, στις απλές αξίες της ανθρωπιάς, της πίστης και της αγάπης, με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ βρίσκεται στο έδαφός του, δημιουργώντας, στην ουσία, την τέλεια ταινία που θα ήθελε ο ίδιος να δει. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία ταυτόχρονα παιδική και ενήλικη. Το κεντρικό θέμα είναι απόλυτα ανθρωπιστικό, περισσότερο από αντιπολεμικό: ο άνθρωπος βγάζει τον καλύτερό του εαυτό όταν εμμένει στα βασικά του ένστικτα, την επιβίωση, την αλληλοβοήθεια, την αγάπη, την προστασία. Και μπορεί όλα να τα καταστρέψει όταν παραδοθεί στη φιλαργυρία, τον ανταγωνισμό, την εκδίκηση, την πλεονεξία, τον πόλεμο. Κι αυτά όλα η ταινία τα παρουσιάζει όχι διδακτικά, αλλά με τον πιο απλό, όμορφο, άμεσο τρόπο.

Ταυτόχρονα, ο Σπίλμπεργκ κάνει μια ταινία-μεταφορά των αγαπημένων του ταινιών της χρυσής αμερικανικής εποχής του Τζον Φορντ. Ολόκληρη η ουσία και η μορφή τους βρίσκεται στο «Αλογο του Πολέμου». Η αλώβητη ηθική, οι απλοί, σταράτοι άνθρωποι της γης, τα ανοιχτά τοπία με τον πλατύ ορίζοντα, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και με τον άνθρωπο, τα μαγικά ηλιοβασιλέματα που νομίζεις ότι έχουν χρωματιστεί με Technicolor. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία του Τζον Φορντ, που έχει σκηνοθετήσει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Είναι επίσης μια κλασική ταινία – της Disney, συγκεκριμένα – όπου ο κεντρικός ήρωας είναι το άλογο, το ζώο και ο άνθρωπος περνά σε δεύτερη μοίρα, όπως ακριβώς στην αγαπημένη της παιδικής μας ηλικίας «Μαύρη Καλλονή».

Η αθωότητα του ανθρώπου και η αθωότητα του κινηματογράφου είναι οι δυο άξονες στους οποίους κινείται ο Σπίλμπεργκ και, ως σκηνοθέτης – μάγος, παραθέτει μαγικές σκηνές, με κορύφωση το τρέξιμο του Τζόι, του όμορφου αλόγου, μέσα από τα στρατόπεδα των κρυμμένων στα χαρακώματα αντιπάλων, προς την ελευθερία ή το θάνατο. Ωστόσο, ο Σπίλμπεργκ δεν προσθέτει κάτι στο είδος του σινεμά που επιλέγει να μιμηθεί – τι να προσθέσεις, άλλωστε, στο «Searchers»; – δε μεταμορφώνει την ταινία σε δική του, απλώς την ξανακάνει, κατά κάποιον τρόπο, με μεγαλειώδη ακρίβεια, αλλά χωρίς προσωπική προσθήκη. Το «Αλογο του Πολέμου», δηλαδή, δεν είναι καν μια μεταμοντέρνα ταινία, ή ένας φόρος τιμής: είναι η απόδειξη ότι ο Σπίλμπεργκ μπορεί να κάνει σινεμά όπως οι σπουδαιότεροι σκηνοθέτες της Αμερικής του ’50. Οπότε θα μπορούσε κανείς και να ισχυριστεί, ότι εάν είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε κατά παραγγελία στη μεγάλη οθόνη τις ταινίες του Τζον Φορντ, το «Αλογο του Πολέμου» δεν έχει λόγο ύπαρξης.

Παρόλ’ αυτά κι αν κάποιος αποσυνδεθεί εντελώς από την κινηματογραφική ιστορία, το «Αλογο του Πολέμου» συγκινεί βαθειά το θεατή και τον προστατεύει μ’ ένα περιτύλιγμα παλιομοδίτικης σιγουριάς στην ανθρώπινη δύναμη και την παιδική ψυχή. Το να καταφέρεις ν’ αναπαράγεις τα κάδρα του Τζον Φορντ δεν είναι μικρό επίτευγμα, όπως και το να μπορέσεις με την πιο απλή, τετριμμένη ιδέα να κάνεις έναν ενήλικα να κλαίει για μία ώρα τουλάχιστον. Ετσι, το «Αλογο του Πολέμου» σε κάνει να εύχεσαι να είχες ένα οκτάχρονο ή δεκάχρονο παιδί για να του δείξεις τι σημαίνει σινεμά, ή να ζούσες στη δεκαετία του ’50, ή τα πράγματα να ήταν παντού πιο όμορφα, πιο καλά και πιο αισιόδοξα. Σαν κλασική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

3. Η ζωή του Πι (2012)

Ένα αριστούργημα εφέ, υπαρξισμού και εσωτερικής πάλης και αναζήτησης δεν υπήρξε εξαρχής τόσο καλοδεχούμενο όσο υπήρξε στο τέλος. Ο Γιαν Μαρτέλ το πρότεινε σε πέντε εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι το απέρριψαν μετά πολλών επαίνων, βρίσκοντάς το «υπερβολικά παράξενο για να συγκινήσει τους αναγνώστες». Και για να είμαστε ειλικρινείς, εύκολα κανείς να βρει ελαφρυντικά για την κρίση τους. Ένα βιβλίο που διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε μια βάρκα και περιγράφει τη σχέση ενός νεαρού με μια τίγρη, είναι κάτι μάλλον ασυνήθιστο…

Ο Μαρτέλ δεν το έβαλε κάτω και τελικά ο έκτος -και πραγματικά τυχερός- δέχτηκε να το εκδώσει. Η συνέχεια είναι γνωστή: Περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα, ένα βραβείο Μπούκερ και …πέντε εκδότες σε κατάσταση νευρικής κρίσης. Στην Ελλάδα, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μπελίκας Κουμπαρέλη και βρίσκεται αισίως στην ένατη ανατύπωση.

Η κινηματογραφική μεταφορά πέρασε και αυτή από σαράντα κύματα. Οι προσπάθειες ξεκίνησαν το 2003, αλλά χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να συναντηθεί η ταινία με το κοινό. Πριν από τον Ανγκ Λι, το σενάριο το πήραν στα χέρια τους άλλοι τρεις σκηνοθέτες -οι Νάιτ Σιάμαλαν («Έκτη Αίσθηση») Αλφόνσο Κουαρόν («Τα Παιδιά των Ανθρώπων») και «Ζαν Πιερ Ζενέ («Αμελί»)- οι οποίοι βλέποντας τις οπτικοακουστικές δυσκολίες που παρουσίαζε το εγχείρημα, προτίμησαν να αποσυρθούν. Όμως τα χρόνια πέρασαν και η ψηφιακή τεχνολογία εξελίχθηκε τόσο ώστε να μπορεί «λύσει τα χέρια» του σκηνοθέτη που θα αναλάμβανε μια τόσο απαιτητική παραγωγή.

Το σενάριο μένει αρκετά πιστό στο βιβλίο, σεβόμενο όμως και τις διαφορετικές ανάγκες που έχει ένας θεατής από έναν αναγνώστη. Έτσι, κάποια γεγονότα υποβαθμίζονται, ενώ εφευρίσκονται άλλα που βοηθούν την κινηματογραφική αφήγηση να προχωρήσει απρόσκοπτα.

Το πνεύμα του βιβλίου, πάντως, είναι παρόν στην οθόνη. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του ήρωα δίνονται με σαφήνεια και αφηγηματική οικονομία, ενώ η σχέση του μεΗ Ζωή του Πι_Photoτην τίγρη κλιμακώνεται μαστορικά και ολοκληρώνεται σε κλίμα έντονης συγκίνησης. Παρούσα στην οθόνη είναι και η διαρκής πάλη του Πι με τον εαυτό του, καθώς και η διελκυστίνδα πνεύματος και ύλης πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο.

Ο Ανγκ Λι χειρίστηκε την ψηφιακή τεχνολογία με σύνεση. Χρησιμοποίησε όλες τις δυνατότητές της για να δώσει ένα ξεκάθαρο και άκρως εντυπωσιακό αισθητικό στίγμα, απαγορεύοντάς της όμως να καπελώσει την ιστορία –ένα ελάττωμα που συναντάμε συχνά στο σύγχρονο σινεμά. Η 3D εκδοχή μάγεψε το κοινό στις αίθουσες, αλλά η ταινία λειτουργεί εξίσου καλά και στη «συμβατική» προβολή της.

Η καλλιτεχνική επιτυχία αντανακλάται και στα βραβεία Όσκαρ. «Η ζωή του Πι» κέρδισε τέσσερα αγαλματάκια με σημαντικότερο όλων αυτό της σκηνοθεσίας. Βραβεύτηκαν ακόμη η μουσική, τα οπτικά εφέ και, βέβαια, η σπάνιας εικαστικής αξίας φωτογραφία του Κλαούντιο Μιράντα, γνωστού και για τη δουλειά του στην «Παράξενη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον».

4. 12 Χρόνια Σκλάβος (2013)

Στο «12 Years a Slave» βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Σόλομον Νόρθαπ, του ανθρώπου που έγινε υπόδειγμα και σύμβολο του αγώνα για ανεξαρτησία των Αφροαμερικανών στην Αμερική του 1850. το προ-εμφυλιακό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο Νεοϋορκέζος Σόλομον Νόρθαπ (Τσιούιτελ Ιτζίοφορ) ζει ως ελεύθερος Αμερικανός πολίτης. Παρότι καλλιεργημένος οικογενειάρχης και ταλαντούχος μουσικός, ο Σόλομον έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Το χρώμα του δέρματός του δεν είναι συμβατό με εκείνο της καθεστηκυίας τάξης…

Λόγω αυτού λοιπόν, η μοίρα του επιφυλάσσει μια αρκετά απρόβλεπτη, όσο και δυσάρεστη έκπληξη. Ο Νόρθαπ απάγεται και πωλείται ως σκλάβος στον οπισθοδρομικό Νότο, αντιμετωπίζοντας τη βιαιότητα μιας πολωμένης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που παρουσιάζεται προσωποποιημένη μέσα από τα μάτια ενός σκληρού, δυνάστη σωματέμπορου, τον οποίον υποδύεται πειστικότατα ο Μάικλ Φασμπέντερ.

Διατηρώντας την πίστη του στην ανθρωπιά και στην εγγενή καλοσύνη του κόσμου, ο Σόλομον δεν χάνει ποτέ την ελπίδα και το κουράγιο του για δικαιοσύνη. Παρόλο που η μοίρα του μοιάζει απόλυτα καταδικασμένη, ο ίδιος κοιμάται και ξυπνά αναζητώντας το άρωμα της χαμένης ελευθερίας.

Μέσα από την ευτυχή συγκυρία της γνωριμίας του με έναν φιλάνθρωπο Καναδό (Μπραντ Πιτ), ρεφορμιστή και πολέμιο της θανατικής καταδίκης, ο Σόλομον καταφέρνει εν τέλι όχι μόνο να επιζήσει μέσα σ’ αυτή τη δωδεκαετή κόλαση, αλλά να βγει αλώβητος από την απίστευτη αυτή δοκιμασία, διατηρώντας, στο ακέραιο, το ήθος και την αξιοπρέπειά του.

Το 2013, με αφορμή την επέτειο των 160 χρόνων από τη στιγμή που ο Νόρθαπ ελευθερώθηκε, ο ΜακΚουίν ένιωσε πως η κινηματογραφική απόδοση της ιστορίας του είναι πιο επιτακτική από ποτέ:

«Αυτή η ιστορία αφορά του πάντες. Είναι η πιο σημαντική ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ στη ζωή μου και αφορά ένα εξωπραγματικά μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα μου φαίνεται απίστευτο που δεν γνώριζα για την ύπαρξη της ιστορίας. Πως ήταν δυνατόν; Επίσης οι περισσότεροι Αμερικανοί που ξέρω δεν γνώριζαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης ιστορίας. Είναι για μένα τόσο σημαντική για την Αμερικάνικη Ιστορία, όσο “Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” για την Ευρωπαϊκή Ιστορία – ένα αξιοσημείωτο ταξίδι ενός ανθρώπου στα άδυτα μιας εκπληκτικής αποκτήνωσης!»

Το βιβλίο του Σόλομον Νόρθαπ πάνω στο οποίο βασίζεται το φίλμ, γραμμένο τρία χρόνια πριν την οριστική κατάργηση της δουλείας στην Αμερική, λειτούργησε σαν ένα μανιφέστο και κήρυγμα για το πιο βασικό από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την ισότητα. Ο μέσος θεατής του «12 Χρόνια Σκλάβος» από την άλλη, έχει εκ προοιμίου μια ξεκάθαρη στάση πάνω στο ζήτημα, σφυρηλατημένη από το πέρασμα του χρόνου και τις κοινωνικές αλλαγές που μετέτρεψαν την δουλεία, από κοινή πρακτική σε ένα αποτρόπαιο, ανεξίτηλο λάθος.

Ομως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του φιλμ του ΜακΚουίν, είναι πως δεν παίρνει την στάση των θεατών του ως δεδομένη, δεν διαμονοποιεί εκ προοιμίου τους ανθρώπους της εποχής τους, δεν χρησιμοποιεί την δύναμη του σαν δημιουργός για μια διδακτική καταγγελία, μα αποκαλύπτει στην διάρκεια του φιλμ, το πόσο απόλυτα διαστρεβλωμένη υπήρξε η τότε λογικοί και ηθική, μέσα από μια κινηματογραφική διαλεκτική που μοιάζει αδιανόητα πιο αποτελεσματική από οποιοδήποτε κατηγορώ.

5. The Grand Budapest Hotel (2014)

Μέσω, λοιπόν, ενός βιβλίου για το Grand Budapest Hotel που έχει γραφτεί από ένα δημοσιογράφο μετά την διαμονή του εκεί και την συνάντηση του με τον γερασμένο πια και θρυλικό “Zero Moustafa” ιδιοκτήτη του παρηκμασμένου ξενοδοχείου, μαθαίνουμε όχι ακριβώς την ίδια την ιστορία του GBH αλλά του άλλου θρύλου και προκατόχου του Zero, “μεσιέ Γουστάβ”. Η ταινία είναι η ιστορία της ζωής του Γουστάβου, ενός φινετσάτου μαέστρου της ξενοδοχειακής φιλοξενίας, διηγημένη από τον Zero που στα νιάτα του ήταν ένας αμούστακος σκουρόχρωμος μετανάστης και μαθητευόμενος θαλαμηπόλος, προστατευόμενος του μεσιέ Γουστάβ. Το αλπικό ξενοδοχείο βρίσκεται σε ένα φανταστικό κρατίδιο, διασταύρωση Γερμανίας, Πολωνίας και Τσεχίας, την “Δημοκρατία της Zubrowka”, μια φανταστική ονομασία εμπνευσμένη από όνομα βότκας. Ο Άντερσον βλέπει την Ευρώπη με το κλασσική αμερικάνικη αντίληψη, της Ευρώπης ως ένα πολιτισμικό θεματικό πάρκο, και σε αυτό βρίσκει τον παράδεισο του για ακόμα μια φορά. Με μια ευτράπελη παιδικότητα σε μια ιστορία που γίνεται γρήγορα περιπέτεια με το ένα συμβάν οδηγεί στο άλλο με έρωτα, ζαχαρωτά, φόνους, μυστήριο, καταδιώξεις, απόδραση από την φυλακή, πόλεμο να έρχεται, φασισμό, όπλα και ώριμες ξανθιές κυρίες, το φιλμ έχει ό,τι χρειάζεται μια κωμικοτραγική ιστορία. Δεν πρόκειται όμως απλά για μια τέτοια ιστορία.

Το ξενοδοχείο στην καρδιά της Ευρώπης μαζί με τους μεσιέ Γουστάβ και Ζίρο, ακολουθεί την ιστορία της Ευρώπης μετά τον Ά παγκόσμιο μέχρι την σοβιετική εποχή με τη συμμετρική ματιά του Γουές Άντερσον, το τετραπέρατο χιούμορ του και ένα καστ – πάνθεον γεμάτο από διάσημα ονόματα μέχρι και έναν από τους δίδυμους της οικογένειας Τένενμπαουμ να γίνεται lobby boy. O Willem Dafoe κάνει για ακόμα μια φορά τον κακό, o συμβολαιογράφος Jeff Goldblum μοιάζει απίστευτα με τον Εμπειρίκο και ο Μπίλ Μάρεϊ με μουστάκι αλά Lemmy μοιάζει πάαααρα πολύ με τον Lemmy χωρίς το μαλλί και την κρεατοελιά βεβαίως βεβαίως! Ο Γουές Άντερσον δεν ζητάει απλά από τους ηθοποιούς να ακολουθήσουν το σενάριο και να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό αλλά φτιάχνει μικρούς κόσμους για τον καθένα ξεχωριστά, τους ρίχνει μέσα με μόνο σωσίβιο το ταλέντο τους όπου για να επιβιώσουν με τον καθένα ξεχωριστά και όλοι μαζί βγάζουν αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα. Ο Άντερσον ξέρει να διαχειρίζεται τέτοιους mainstream ηθοποιούς με τον δικό του τρόπο και να τους κάνει να μιλάνε όχι μόνο με την ερμηνεία τους αλλά κυρίως με το δικό του πλούσιο οπτικό λεξιλόγιο. Στην αρχή της ταινίας και όσο πάμε πιο πίσω βλέπουμε το ξενοδοχείο από πρακτικό γκρίζο σοβιετικό οικοδόμημα να μεταμορφώνεται σε ένα jugendstil κομψοτέχνημα -για χάρη πάντα της αφήγησης- και τους χαρακτήρες που διαβάζουν τη τοπική εφημερίδα να βλέπουν τον φασισμό να έρχεται. Μαζί με τον πόλεμο στο κατώφλι τους και μαζί το τέλος του Grand Budapest Hotel, γιατί όπως λέει και ο Zero “με κάθε πόλεμο έρχονται και η πτώση στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις”, κάθε χαρακτήρας πράττει ανάλογα όπως και στην πραγματική ζωή. Άλλος δηλαδή γίνεται απάνθρωπος και ρατσιστής, άλλος παραμένει άνθρωπος με την σωστή, αυθεντική έννοια του όρου και βγάζει στην επιφάνεια τις μεγαλύτερες αρετές του.

Το Grand Budapest Hotel είναι ένα στιλιζαρισμένο παραμύθι με πολιτικές προεκτάσεις και χαριτολογώντας θα αποκαλούσα τον Γουές ως Χανς Κρίστιαν Άντερσον. Εκτός από την ιστορία της φιλίας των δύο ανδρών από διαφορετικούς κόσμους και ηλικίες με μόνο κοινό την στέγη του επικού ξενοδοχείου, το GBH είναι ένα παραμύθι εμπνευσμένο από το έργο του Στέφαν Τσβάϊχ, με το έργο του Τσβάϊχ να είναι γεμάτο πολιτικές προεκτάσεις, αφού έζησε την πιο ταραγμένη περίοδο του περασμένου αιώνα.


Συνδυάζοντας τις απρόβλεπτες περιπέτειες του ήρωα με ένα έκρυθμο περιβάλλον που δηλώνεται ως αφορμή, ο Άντερσον κρατάει το βλέμμα του θεατή καρφωμένο στις δράσεις μιας πληθώρας ατόμων, ο καθένας από τους οποίους αποτελεί ταυτόχρονα έρμαιο των προσωπικών του «φιλοδοξιών», αλλά και των κοινωνικοπολιτικών αναταραχών που αρχίζουν να γίνονται ορατά στον ορίζοντα.

Η ζωηρόχρωμη σκηνοθεσία, η χρήση εντυπωσιακών τεχνικών όπως το stop-motion ή τα cut-out, καθώς και το all-star cast που συγκεντρώνει πάντα ο Άντερσον, καθιστούν το «Ξενοδοχείο Budapest Hotel» ένα υπερθέαμα, με τον Fiennes να δίνει μια υπέροχα ανάλαφρη και γεμάτη ανατροπές ερμηνεία, ηγούμενος ενός «too-much» οπτικοακουστικού συνονθυλεύματος, δύσκολου να του αντισταθείς.

6. Far from the Madding Crowd (2015)

Στην πρώτη του ταινία εποχής και τρίτη αγγλόφωνη, ο Τόμας Βίντερμπεργκ, εδώ πιο Αγγλος και από τους Αγγλους, φέρνει το αριστουργηματικό βιβλίο του Τόμας Χάρντι στο σήμερα, με έναν πανέμορφο, ανεπιτήδευτο και δικό του «αγριεμένο» τρόπο.

Η Μπάθσιμπα Εβερντιν είναι μια ανεξάρτητη και δυναμική νεαρή γυναίκα που κληρονομεί τη φάρμα του θείου της. Οικονομικά αυτόνομη, κάτι σπάνιο στη βικτωριανή εποχή, όμορφη και πεισματάρα, η Μπάθσιμπα προσελκύει τρεις πολύ διαφορετικούς αλλά αποφασισμένους μνηστήρες: τον Γκάμπριελ Οουκ, έναν βοσκό μαγεμένο από την ισχυρογνωμοσύνη της, τον Φρανκ Τρόι , έναν όμορφο και απερίσκεπτο λοχία, και τον Ουίλιαμ Μπόλντγουντ, έναν ευκατάστατο και ώριμο εργένη. Οσο η Μπάθσιμπα περιτριγυρίζεται από τους τρεις άνδρες και πορεύεται ανάμεσα στα δεσμά του πάθους, της εμμονής και της προδοσίας, πρέπει να βρει τον δικό της δρόμο προς την ευτυχία και όλα όσα επιθυμεί.

Οι σκηνοθετικές ικανότητες του Τόμας Βίντερμπεργκ είναι αδιαμφισβήτητες, ακόμη και όταν αυτός πειραματίζεται (όχι πάντα πετυχημένα) με τα είδη και τα στιλ, παραδίδοντας μια μέχρι σήμερα φιλμογραφία που αποτελείται από ασύνδετες εξωτερικά ταινίες μεταξύ τους, όλες όμως με κοινό παρανομαστή όλα όσα συμβαίνουν στο αποπνιχτικό «εσωτερικό» των ανθρώπινων μυστικών, ενοχών και επιθυμιών.

Η επιλογή του να διασκευάσει κινηματογραφικά το «Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος» του Τόμας Χάρντι, μετά το θρυλικό φιλμ του Τζον Σλέσινγκερ του 1967, μπορεί αρχικά να παραξενεύει, αλλά αν κοιτάξει κανείς βαθύτερα μέσα στο έργο του – από το «Festen» μέχρι το «Κυνήγι» – μπορεί να βρει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κάνουν ιδανικό σκηνοθέτη ενός προφεμινιστικού ρομάντζου που μπορεί φαινομενικά να μιλάει για το «τρίλημμα» μια γυναίκας ανάμεσα σε τρεις άντρες, αλλά στην πραγματικότητα εξερευνά μια επώδυνη και συναισθηματικά αμφίρροπη διαδρομή λάθος επιλογών που μοιάζουν απαραίτητες μέχρι να φτάσεις στη σωστή.

Ο Βίντερμπεργκ πατάει σχεδόν ευλαβικά πάνω στις σελίδες του Χάρντι και ταυτόχρονα – με ελάχιστες και ανεπαίσθητες παραλλαγές – πάνω στο φιλμ του Σλέσινγκερ που στην εποχή του εικονογράφησε εξίσου ευλαβικά την πρώτη του ύλη, προσθέτοντάς της μια αύρα έντονης σεξουαλικότητας που οφειλόταν κατά πολύ στην ταιριαστή επιλογή του συμβόλου που ήταν η Τζούλι Κρίστι για τη δεκαετία του ’60, μια εκτός και πάσας εποχής Μπασθίμπα για τα καλοκαίρια της αγάπης που προηγήθηκαν και θα ακολουθούσαν.

Το «Μακριά από το Πλήθος» του Τόμας Βίντερμπεργκ όμως, παρά την ατυχή «παράλειψη» της ελληνικής του μετάφρασης δεν είναι λιγότερο «αγριεμένο» ούτε από αυτό του Χάρντι ούτε από αυτό του Σλέσινγκερ. Με αξιοθαύμαστη μαεστρία, ο Δανός σκηνοθέτης βυθίζεται στην αγγλική επαρχία των τελών του 19ου αιώνα για να αναδείξει ουσιαστικά και όχι περιγραφικά το φανταστικό Γουέσεξ του Χάρντι και μαζί όλη την τριβή μιας ολόκληρης εποχής που φλετράρει διαρκώς με το πένθος, την επιβίωση, τη μοίρα και την αλλαγή για να αναδειχθεί στην αφετηρία του στροβιλίσματος του 20ου αιώνα.

Ξεκινώντας από την κινηματογράφηση των τοπίων, την ερημία των χωραφιών, τη μοναξιά και τα λιγοστά ψελλιστά λόγια των ηρώων του, ο Βίντερμπεργκ μεταφέρεται γρήγορα και αποκλειστικά στο «εσωτερικό» μιας άγριας συναισθηματικής περιπέτειας και απαλλαγμένος από το «δογματικό» φυσικό φως του «Festen» ή το κλινικό σκοτάδι του «Κυνηγιού», αφήνει τη ζεστή απόχρωση ενός καμουφλαρισμένου ρομαντισμού να πλημμυρίσει μια ιστορία ανεξαρτησίας στη μορφή ενός φεμινιστικού μανιφέστου που – με όλη τη βαρύτητα της ελαφρότητας που οφείλει να εμπεριέχει – μοιάζει με μια ρομαντική κομεντί ή δραμεντί του σήμερα.

Χρησιμοποιώντας κάθε όπλο της πρώτης του ύλης, αλλά και της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία του, ο Βίντερμπεργκ κρατάει την ανάσα του κοντά στο αριστουργηματικό κείμενο του Χάρντι και αφήνει τη μόνιμη συνεργάτη του (στο «Submarino» και το «Κυνήγι») Σαρλότ Μπους Κρίστενσεν – όχι τυχαία απόφοιτη της Εθνικής Σχολής Κινηματογράφου της Αγγλίας – να μεγαλουργήσει φωτογραφικά πάνω στην υγρή γη, τα σκοτωμένα χρώματα, τις βίαιες εναλλαγές του καιρού, τα πρόσωπα και τα αισθήματα στο ημίφως. Και σίγουρος πως το εικαστικό αποτέλεσμα θα εγγυηθεί ακόμη και προς τον πιο δύσπιστο πως βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο σύμπαν του Τόμας Χάρντι, ο Βίντερμπεργκ επιστρατεύει την ικανότητά του για να παίξει με τους ήρωες, τις αμφιταλαντεύσεις τους, τη θλίψη τους, τις λάθος επιλογές τους και την ασίγαστη πίστη τους πως κάπου στο τέλος της διαδρομής κρύβεται η ευτυχία.

Τον τόνο δίνει η Κάρι Μάλιγκαν, ένα κορίτσι που θέλει διακαώς να ερωτευτεί αλλά την ίδια στιγμή και μια περήφανη γυναίκα που θα «ήθελε να γίνει νύφη αλλά όχι σύζυγος». Στην ερμηνεία που αποδεικνύει πως μπροστά μας έχουμε όχι μόνο μια ολοκληρωμένη πρωταγωνίστρια, αλλά ένα σπάνιο ταλέντο που μπορεί να κινείται ταυτόχρονα ανάμεσα στη θλίψη και το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα και το εύθραυστο της φύσης της, τον ερωτισμό και την ακυρωσή του ως προ (ή και μετά) φεμινιστική δήλωση, η Μάλιγκαν καταφέρνει σχεδόν να ξεπεράσει την καθηλωτική ομορφιά της Τζούλι Κρίστι και να φτιάξει μια Μπασθίμπα από την αρχή, ακριβώς όπως την ονειρεύτηκε ο Χάρντι, στο όριο μιας σπαραξικάρδιας μοναχικής ψυχής που ενηλικιώνεται μέσα από τις ερωτικές της περιπέτειες – συμπαρασύροντας μαζί της μια ολόκληρη εποχή.

Γύρω της, οι τρεις «μνηστήρες» κρύβουν τις δικές τους αποκαλυπτικές στιγμές. Και όσο και αν ο Ματίας Σένερτς μεταφέρει με όλο του το σώμα σχεδόν αυτούσιο το πνεύμα του Χάρντι, εκτοξεύοντας μέσα από την μελαγχολία του τη σιγουριά ενός ερωτευμένου ανθρώπου, και όσο και αν ο Τομ Στέριτζ, πιο λίγος από τον ήρωά του καταφέρνει να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σε έναν καιροσκόπο – θύμα κι αυτός μιας ιεραρχίας που δύσκολα θα μπορούσε να προδώσει, είναι ο Μάικλ Σιν, στο ρόλο του τραγικού Γουίλιαμ Μπόλντγουντ που στέκεται απέναντι στην Μπασθίμπα της Μάλιγκαν με ίσους όρους. Οι σκηνές των δύο ξεχωρίζουν, ποτισμένες με την βαθιά μελαγχολία της απώλειας – εκείνου για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει να κερδίσει με τα πλούτη του και εκείνης για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει επιλέγοντας το ρίσκο από την ασφάλεια.

Κάπου ανάμεσα στην ηθελημένη αφαίρεση του έντονα κοινωνικού σχολίου, την ευπρόσδεκτη ανεπιτήδευτη ελαφρότητα με την οποία ο Βίντερμπεργκ αντιμετωπίζει ακόμη και τις μεγαλύτερες τραγωδίες (και δεν είναι λίγες όσες θα συμβούν στους ήρωες) και την πλοκή που πυκνώνει στο δεύτερο μέρος, αναγκάζοντάς τον να βιαστεί μάλλον «τηλεοπτικά» για να προλάβει, το «Μακριά από το Πλήθος» παραμένει σε όλη τη διάρκειά του ένα υπόδειγμα κινηματογραφικής μεταφοράς ενός κλασικού βιβλίου από έναν «ξένο» (με τον ίδιο τρόπο που ο Πολάνσκι το έκανε στο «Τες» πάλι του Χάρντι και ο Ανγκ Λι στο «Λογική και Ευαισθησία» της Τζέιν Οστεν) και μαζί μια απόλυτα σημερινή ταινία που έναν αιώνα μετά από την πρωτοπορία του Χάρντι βρίσκει το πλήθος να συνεχίζει να στροβιλίζεται στη δίνη των ίδιων βασανιστικών θέλω, μη και πρέπει, καταδικασμένα αγριεμένο, πριν από οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο, από την ίδια του τη φύση.

7. Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς (2016)

Το «The Light Between Oceans» είναι μια συμπαραγωγή Βρετανίας, Νέας Ζηλανδίας και ΗΠΑ και έκανε πρεμιέρα στο φετινό φεστιβάλ της Βενετίας. Το 1918, ο Tom επιστρέφει από το μέτωπο στη Νέα Ζηλανδία όπου ξεκινά να εργάζεται στο φάρο του νησιού Janus (Ιανός). Εκεί γνωρίζει την Isabel την οποία και παντρεύεται. Οι προσπάθειές τους να αποκτήσουν παιδί αποτυγχάνουν μέχρι που μια μέρα η θάλασσα ξεβράζει στο νησί μια βάρκα με μόνους επιβάτες ένα βρέφος και το σώμα ενός άνδρα. Ο Τom θέλει να αναφέρει το περιστατικό, όμως η Isabel τον πείθει να θάψει τον άτυχο άνδρα και να κρατήσουν το παιδί. Όταν ο Tom συναντά στο νεκροταφείο τη μητέρα του βρέφους, την Hannah, αρχίζει μια σειρά από αλλεπάλληλα ηθικά διλλήματα που βασανίζουν το ζευγάρι και τελικά καταστρέφουν τη σχέση τους.

Ο θεατής ακολουθεί τους δύο πρωταγωνιστές στο συναισθηματικό αυτό ταξίδι που μετατρέπει το όνειρο σε εφιάλτη. Όπως και ο Ιανός, ο θεός με τα δύο πρόσωπα, σύμβολο της μετάβασης από μια κατάσταση σε μία άλλη, έτσι και το ζευγάρι περνά από την απόλυτη ευτυχία στην απόλυτη καταστροφή. Ο Tom επιλέγει να επιστρέψει το, τετράχρονο πλέον, κοριτσάκι στη βιολογική του μητέρα, η Isabel δεν μπορεί να την αποχωριστεί και η μικρή αρνείται να ζήσει με μια γυναίκα που δεν είναι «η μαμά της». Κάθε προσπάθεια των ηρώων να κάνουν το σωστό, καταλήγει τελικά σε ηθικό αδιέξοδο, αφού η συνείδησή τους είναι σημαδεμένη από τα λάθη τους.

Παρά την ακριβή απόδοση των ηθικών συγκρούσεων των ηρώων, η ταινία καταλήγει σε μια τάση εξαγνισμού τους. Στο τέλος, κάθε ένας από τους ήρωες, ακόμη και η μητέρα που στερήθηκε το παιδί της για τέσσερα χρόνια, προβαίνουν σε μια πράξη τόσο ηθική που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια, δίνοντας τους έτσι μια υπέρ-ανθρώπινη διάσταση που δεν συνάδει με τους εύθραυστους χαρακτήρες που παρακολουθούσαμε κατά τη διάρκεια της ταινίας.

8. Hidden Figures (2017)

Το έργο περιγράφει μια αληθινή ιστορία τριών αφροαμερικάνων γυναικών που εργάστηκαν στη NASA την δεκαετία του 1960. Ένα ευχάριστο διάλειμμα που ακολουθεί τις κλασικές νόρμες και στην ουσία δεν προσφέρει κάτι από από την άποψη της δραματουργίας αλλά εκπαιδεύει το κοινό σε μια εκπληκτική πτυχή της αμερικανικής ιστορίας.

Η ταινία αποκαλύπτει μία κρυμμένη ιστορία, που όλοι πρέπει να μάθουν. Ελλείψει ακόμα ηλεκτρονικών υπολογιστών, η NASA χρησιμοποιούσε μαθηματικούς για τους υπολογισμούς της. Το γεγονός που ξαφνιάζει είναι ότι ήταν γυναίκες και μάλιστα μαύρες, σε μία περίοδο που υπήρχε ακόμα στις ΗΠΑ ο διαχωρισμός με βάση το χρώμα του δέρματος σε μαγαζιά, λεωφορεία, κλπ. Δυστυχώς ο διαχωρισμός εφαρμόζονταν και στον επιστημονικό χώρο, με αποτέλεσμα – αν και αυτές οι γυναίκες πρόσφεραν πολύτιμο έργο – έπρεπε λ.χ. να περπατούν αποστάσεις, για να βρουν την τουαλέτα των μαύρων και συνεχώς υποτιμούσαν το μυαλό τους, ενώ οι άντρες συνάδελφοί τους τις κοιτούσαν με αηδία και σιχαίνονταν να χρησιμοποιούν την ίδια καφετιέρα με αυτές. Οι γυναίκες αυτές ξεπέρασαν τους φραγμούς, που τους έθετε το φύλο τους, το χρώμα του δέρματός τους, η επιφύλαξη των συζύγων τους, ο φόβος. Σε μία πολιτική περίοδο που είχαν αναδυθεί τα άστρα των John F. Kennedy και Martin Luther King οι αφανείς ηρωίδες πάλεψαν, για να γίνουν οι πρώτες στον τομέα τους. Αν και αντιμετώπισαν αποκλεισμούς, ήταν αυτές οι προγραμματίστριες, που έμαθαν στους νεοφερμένους υπολογιστές IBM ότι 1+1=2, καταργώντας τον μαυροπίνακα, υπερασπίστηκαν το πνεύμα της ομαδικότητας, διεκδίκησαν μεγαλύτερους μισθούς και διευθυντικά πόστα, κατάφεραν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια για λευκούς, απέκτησαν προσόντα, γκρέμισαν διαχωριστικούς τοίχους, ξεσκέπασαν ρατσιστικές αντιλήψεις ανθρώπων, που κρύβονται πίσω από τσιτάτα του στυλ «έχω φίλους μαύρους, gay, κλπ.», «ο καθένας ας κάνει ότι θέλει στο κρεβάτι του αρκεί να μην με ενοχλεί»,…

Στην ταινία κυριαρχεί ο ζωηρός διάλογος ενώ τα μαθηματικά και η επιστημονική ορολογία παρουσιάζονται κινηματογραφικά και ζωηρά. Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες είναι καλά ολοκληρωμένοι, τρεις ξεχωριστές προσωπικότητες που προσφέρουν διαφορετικά πράγματα. Ωστόσο, παρόλο που ταινία έχει έκταση δυο ωρών, οι ιστορίες τους μοιάζουν στριμωγμένες και δεν τους δίνεται αρκετή ώρα ώστε να ολοκληρωθούν. Ενώ δεν παύει να είναι μια από τις καλύτερες ψυχαγωγικές ταινίες στης χρονιάς, χρησιμοποιεί όλες τις τυπικές νόρμες μιας βιογραφίας, με αποτέλεσμα στο τέλος να μοιάζει λίγο επαναλαμβανόμενη.

Το κύριο όμως χαρακτηριστικό της ταινίας είναι το θέμα που αγγίζει, μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί στην Αμερική του σήμερα. Η ιστορία τριών γυναικών που ξεπέρασαν όλα τα στερεότυπα και κατάφεραν να αποδείξουν την ισότητα στην πράξη σε μια περίοδο κρίσιμη για την έγχρωμη κοινότητα της Αμερικής. Πραγματικά ίσως αυτός είναι ο λόγος για την υποψηφιότητα που έλαβε για Oscar, χωρίς να είναι μια κακή ταινία, απλά το μήνυμα υπερνικά τα όποια ελαττώματα.

9. The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society (2018)

Ένα γλυκήτατο ρομάντζο εποχής, βασισμένο στο best seller διήγημα των Άνι Μπάροους και Μαίρη Αν Σάφερ.Η Τζούλιετ είναι μια πετυχημένη συγγραφέας που ζει στο Μεταπολεμικό Λονδίνο, παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο βιβλίο εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Eτοιμη να δεχθεί την πρόταση γάμου του Αμερικανού στρατιώτη Μαρκ, λαμβάνει ένα γράμμα από έναν αγρότη στο νησί Γκέρνσεϊ , τον Ντόσι Aνταμς. Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τζούλιετ ακολουθεί την παρόρμηση της και πηγαίνει στο νησί , όπου ελπίζει να γράψει για την τοπική λέσχη βιβλίου με το παράξενο όνομα. Η Τζουλιετ γοητεύεται από τα μέλη της λέσχης, την αγάπη τους για την λογοτεχνία και την φιλία που τους συνδέει. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι οι νέοι της φίλοι κρύβουν ένα μυστικό.

Βετεράνος της βρετανικής κομεντί με ταινίες όπως το «Τέσσερις Γάμοι και μια Κηδεία» στο ενεργητικό του, αλλά κι ένας στιβαρός σκηνοθέτης «καθώς πρέπει» ταινιών από την τηλεόραση έως τον Χάρι Πότερ, ο Μάικ Νιούελ ξέρει να κάνει αξιοπρεπέστατο απολαυστικό σινεμά για το κοινό. Κι αυτό ακριβώς κάνει με έναν σαφώς παλιομοδίτικο μα χαριτωμένο τρόπο στην διασκευή αυτού του μπεστ σέλερ που θα σας κάνει να θέλετε να μετακομίσετε στο μικρό νησάκι της Μάγχης όπου διαδραματίζεται.

Ακόμη κι αν η σκιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πέφτει βαριά στους ήρωες και τον τόπο του φιλμ, το «Με Αγάπη, Τζούλιετ» κατορθώνει να βρίσκει τον σωστό τόνο δίχως να ευτελίζει την τραγωδία, αλλά και δίχως να την κάνει να μοιάζει απωθητική στα μάτια των θεατών που εξ΄ορισμού ήρθαν στην αίθουσα για να δουν κατι διαφορετικό.

Ο τρόπος που το φιλμ κοιτάζει τα πάντα, από τα γραφικά σοκάκια του νησιού μέχρι τον θάνατο και τον έρωτα, είναι τρυφερός και στρογγυλεμένος, ως επί το πλείστον ανώδυνος αλλά όχι σαχλός. Ο Νιούελ δίνει στους χαρακτήρες του χώρο να υπάρξουν ακόμη και σε αυτούς που δεν διανύουν μεγάλη διαδρομή στην οθόνη ή την ιστορία και παρ΄ ότι το αρχικό υλικό και η κινηματογραφική του διαχείριση δεν απομακρυνεται καθόλου από τα αναμενόμενα, το αποτέλεσμα δεν γίνεται ποτέ βαρετό ή ενοχλητικό.

Το φιλμ του Νιούελ είναι το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός φαγητού που δεν βαριέσαι ποτέ να τρως και που ήδη από την πρώτη κουταλιά σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, δυο ώρες που σου δίνουν την ευκαιρία να αφήσεις πίσω την καθημερινότητα, δίχως να θυσιάσεις εντελώς την ανάγκη σου για κάποιου είδους πνευματικό ή συναισθηματικό ερέθισμα. Το είδος του σινεμά που πλέον συναντάς όλο και λιγότερο στην μεγάλη οθόνη κι όλο πιο συχνά σε σειρές της μικρής: όχι απολύτως απαραίτητο, μα όταν είναι τοσο καλοφτιαγμενο, πάντα καλοδεχούμενο.

10. Little Women (2019)

Από το «Frances Ha» και το «Afterlife» των Arcade Fire, μέχρι τα «Καταπληκτικές Γυναίκες» και «Lady Bird», η ταλαντούχα ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτις Γκρέτα Γκέργουιγκ βρέθηκε το 2018 να διεκδικεί το Όσκαρ σκηνοθεσίας (μόλις η πέμπτη γυναίκα που το κατάφερε) και το όνομά της να συζητιέται έντονα για την τεράστια επιτυχία. Κάτι που φαίνεται πως θα επαναλάβει και φέτος στην κούρσα των μεγάλων κινηματογραφικών βραβείων.

Οι «Μικρές Κυρίες» έλαβαν θετικές κριτικές και επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες της δημιουργικής ομάδας. Οι περισσότεροι κάνουν λόγο για σίγουρη υποψηφιότητα της Σίρσα Ρόναν στην οσκαρική κατηγορία του Α’ Γυναικείου, εκθειάζουν παράλληλα την ερμηνεία της ταλαντούχας, ανερχόμενης Φλόρενς Πίου («Μεσοκαλόκαιρο», «Η Μικρή Τυμπανίστρια», «Lady Macbeth»), τη μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά και τη φρέσκια, παθιασμένη ματιά της σκηνοθέτιδας που σπάει τολμηρά τη γραμμική αφήγηση του μυθιστορήματος. Να θυμίσουμε πως η ταινία έχει άλλωστε ευνοϊκή, για τα βραβεία, ημερομηνία εξόδου τα προσεχή Χριστούγεννα.

Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο και πασίγνωστο, κλασικό μυθιστόρημα της Λουίζα Μέι Άλκοτ, που πρωτοεκδόθηκε το 1869 και εμπνέεται από την παιδική της ηλικία, με βασικές πρωταγωνίστριες τις αδερφές Τζο, Μπεθ, Μεγκ, Έιμι και τις συναρπαστικές, αισθηματικές και οικογενειακές περιπέτειές τους προς την ενηλικίωση, την περίοδο που ο πατέρας τους λείπει στον πόλεμο. Η Σίρσα Ρόναν υποδύεται την ατίθαση Τζο, η Γουότσον τη γλυκιά Μεγκ και η Πίου τη μικρή Έιμι. Η Στριπ έχει αναλάβει το ρόλο της θείας και ο Σαλαμέ, τον ορφανό γείτονα των κοριτσιών, Λόρι Λόρενς.

Το βιβλίο διασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα (2017) για την τηλεόραση με πρωταγωνίστριες τις Μάγια Χοκ και Έμιλι Γουότσον, οι περισσότεροι όμως θα θυμούνται τη μεταφορά του 1994 σε σκηνοθεσία Τζίλιαν Άρμστρονγκ και πρωταγωνίστριες τις Γουινόνα Ράιντερ, Σούζαν Σαράντον, Κίρστεν Ντανστ και Κλερ Ντέινς.

Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες αρχές 2020 από την Feelgood. Πράγματι την αναμένουμε με μεγάλο ενθουσιασμό.

Πηγές:

https://m.tvxs.gr/mo/i/145093/f/news/sinema/%C2%AB12-xronia-sklabos%C2%BB-otan-i-aksioprepeia-den-kratietai-me-alysides.html

https://flix.gr/cinema/12-years-a-slave.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/270689/f/news/sinema/apokalyfthike-mystirio-me-diforoymeno-finale-toy-inception.html

https://flix.gr/home-cinema/to-alogo-toy-polemoy-1.html

Η Ζωή του Πι

https://m.popaganda.gr/grand-budapest-hotel/

https://cine.gr/film.asp?id=718693&page=4

https://flix.gr/cinema/far-from-the-madding-crowd-review.html

http://filmakias.gr/the-light-between-oceans/

https://www.apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/23142-hidden-figures

https://flix.gr/cinema/the-guernsey-literary-and-potato-peel-pie-society-review.html

http://m.cinemagazine.gr/nea_eidiseis/arthro/greta_gerwig_little_women-130983705/