10 αγαπημένα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια και οι ιστορίες πίσω από αυτά

1. White Christmas

Με 50 εκατομμύρια αντίγραφα να έχουν πωληθεί το τραγούδι “White Christmas” του Bing Crosby δεν είναι μόνο το πιο best-selling Χριστουγεννιάτικο τραγούδι όλων των εποχών, αλλά και το best-selling single σύμφωνα με τα Παγκόσμια Ρεκόρ Guiness. Ακούστηκε πρώτη φορά στον αέρα της ραδιοφωνικής εκπομπής Kraft Music Hall στις 25 Δεκεμβρίου 1941. Ο μελαγχολικός τόνος και ο αργός ρυθμός δεν ήταν τυχαίοι. Λίγες μόλις εβδομάδες πριν είχε σημειωθεί η επίθεση στο Pearl Harbour που είχε στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες. Ο Irving Berlin που έγραψε τη μουσική ήαν ένας Ρώσος μετανάστης, Εβραίος περιέργως στο θρήσκευμα (για τους οποίουε τα Χριστούγεννα δεν είναι θρησκευτική εορτή) που είχε χάσει τον μόλις τριών εβδομάδων γιο του ανήμερα Χριστουγέννων το 1928. Κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα, ο συνθέτης με τη γυναίκα του επισκεπτόταν τον τάφο του παιδιού τους. Έχει επίσης σύνθεση μουσική για γνωστές μελωδίες όπως τα Cheek to Cheek και God Bless America.

2. Let it Snow

To τραγούδι αυτό έχει συνδεθεί από όλους μας με κρύες χειμωνιάτικες στιγμές. Στην πραγματικότητα, γράφτηκε στην Καλιφόρνια μια από τις πιο ζεστές μέρες του χρόνου. Οι δύο δημιουργοί του σκέφτονταν να πάνε στη θάλασσα για να δροσιστούν. Μέχρι που ο ένας εξ αυτών ο Jule Stein πρότεινε στον άλλο τον Sammy Chan να γραψούν ένα χειμωνιάτικο τραγούδι. Έτσι και έγινε και το 1945 ακούστηκε για πρώτη φορά ένα από τα τραγούδια που έμελλε να αγαπήσουμε ιδίως μέσα από την ερμηνεία του Dean Martin και να το συνδέσουμε με τα Χριστούγεννα. Το let it snow ακούγεται τρεις φορές, όχι δυο ούτε τέσσερεις γιατί αυτό ταίραιζε με τον στίχο.

3. Santa Claus is coming to town

Ο Eddie Cantor είναι ένας κωμικός από τη δεκαετία του 1930 που του ανέθεσα ένα νέο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι να τραγουδήσει στο ραδιοφωνικό του κοινό το 1934. Επειδή προοριζόταν για παιδιά, δεν αναμενόταν να έχει πολλή επιτυχία. Το τραγούδι γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1933 από τον Haven Gillespie και τον J. Fred Coots, συγκεκριμένα σε ένα βαγόνι του μέτρο της Νέας Υόρκης πηγαίνοντας στο γραφείο του μουσικού παραγωγού. Ο Gillespie, έπρεπε με τον Coots να βρουν και μια παιδική μελωδία, ενώνοντας την μουσική με το στίχο. Το κατάφεραν. Και τα δυο είχαν ενωθεί σε ένα φάκελο πριν φτάσουν στο γραφείο του παραγωγού.

4. Have Yourself a Merry Little Christmas

Οι Hugh Martin and Ralph Blaine έγραψαν το κλασικό τραγούδι “Have Yourself a Merry Little Christmas” για την ταινία της Judy Garland’s 1944, Meet Me in St. Louis, μαζί με άπειρα τραγούδια που είχαν ήδη συνθέσει για μιούζικαλ. Ο Μάρτιν βρήκε έναν ρυθμό που του άρεσε αλλά δεν έβγαινε. Οπότε αφού το προσπαθούσε για μια δυο μέρες, αποφάσισε να σταματήσει και να πετάξει το χαρτί στα σκουπίδια. Ευτυχώς, ο Blaine είχε ακούσει τη μελωδία και τη θεώρησε πολύ καλή για να πεταχτεί. Τελικά, έψαξαν στον κάδο, τη βρήκαν και την έσωσαν. Άρχισαν να δουλεύουν τους στίχους. Η πρώτη απόπειρα ήταν τόσο στενάχωρη που η Judy Garland ζήτησε επανάληψη. Πρόκειται για τραγούδι που θα συνόδευε μια θλιβερή σκηνή στην ταινία, οπότε αν ήταν και αυτό θλιβερό το αποτέλεσμα δε θα ήταν το επιθυμητό. Η Judy Garland ήθελε το κοινό να γελά μέσα από τα δάκρυα του. Έτσι προέκυψε και αυτό το τραγούδι.

5. It Came Upon a Midnight Clear

O δημιουργός του It came upon the midnight clear ήταν ο Αμερικανός συγγραφέας και πάστορας Edmund Hamilton Sears, επίσκοπος μιας εκκλησίας που δεν συμφωνούσε με το δόγμα της Αγίας Τριάδας και ο ύμνος είχε για αυτό το λόγο αρκετές φορές κατακριθεί. Ο Erik Routley που έχει μελετήσει την ιστορία πίσω από το άσμα γράφει ότι στην αυθεντική του μορφή είναι κάτι παραπάνω από ένα εθιμικό τραγούδι αφού τονίζει την αξία και τη σημασία της ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι αλήθεια ότι ο ύπνος δεν αναφέρει στην πραγματικότητα στο Θεό ή στο Χριστό. Είχε πολύ ανεξάρτητες θεολογικές αντιλήψεις, ενδιαφερόταν για την μουσική παράδοση, μαχόταν σθεναρά για την κατάργηση της δουλείας και ενάντια στον Αμερικανικό Εμφύλιο ο οποίος είχε προβλέψει πως θα κατέστρεψε τη χώρα. Ο ύμνος, γραμμένος το 1849, προέκυψε μια περίοδο ασθένειας και κατάθλιψης που τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει την επισκοπή και να επιστρέψει στην πρώτη επαρχιακή του εκκλησία όπου ήταν πολύ ευτυχής. Το τραγούδι έχει πολλές βιβλικές αναφορές. Αυτό γιατί τα ταραγμένα χρόνια στα οποία έζησε τον έκαναν να φοβάται για το μέλλον της χώρας του και ολοκλήρου του κόσμου. Η ομορφιά, ωστόσο, αυτού του τραγουδιού δεν μας παραπέμπει καθόλου στον άνθρωπο πίσω από αυτό.

6. The Christmas Song

Το 1946, ο Nat King Cole ήταν ο καλλιτέχνης πο έδωσε τη φωνή του για ένα τραγούδι που θα γινόταν μια από τις μεγαλύτερες Χριστουγεννιάτικες επιτυχίες, το”The Christmas Song.” Το τραγούδι βέβαια είχε γράφει από άλλον, τον Mel Tormé. Σύμφωνα με τον γιο του τελευταίου, ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα του 1945 όταν ο Mel επισκέφθηκε το σπίτι ενός συναδέλφου του, του Bob Wells.
Ο Wells έλειπε αλλά υπήρχε στο πιάνο ένα τετράδιο σπιράλ και τέσσερεις προτάσεις γραμμένες με μολύβι, οι εξής: “Chestnuts roasting on an open fire / Jack Frost nipping at your nose / Yuletide carols being sung by a choir / And folks dressed up like Eskimos.”
Όταν ο Bob Wells τελικά εμφανίστηκε, είπε στον Mel ότι προσπαθούσε να δροσιστεί γράφοντας ένα κρύο τραγούδι. 45 λεπτά μετά οι στίχοι του “The Christmas Song” είχαν τελειώσει.

7. Jingle Bells

Το τραγούδι “Jingle Bells” είχε αρχικά τον τίτλο “The One Horse Open Sleigh.” Ο James Lord Pierpont (1822-1893), ένας Αμερικανός μουσικός, συνθέτης και στιχουργός έγραψε μελωδία και στίχους το 1857. Το “The One Horse Open Sleigh” προοριζόταν για εκδηλώσεις για την ημέρα των Ευχαριστιών σε μκα εκκλησία στη Savannah της Georgia όπου ο Pierpont έπαιζε μουσική. Το τραγούδι είχε τόσο μεγάλη απήχηση που τραγουδήθηκε ξανά τα Χριστούγεννα και έγινε ένα από τα πιο διάσημα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1965, οι αστροναύτες του Gemini 6, Wally Schirra and Tom Stafford, έκαναν μια φάρσα στους συνεργάτες τους. Είπαν ότι είδαν κάποιο είδος ιπτάμενου δίσκου με τον κυβερνήτη του να φοράει μια κόκκινη στολή. Μετά έπαιξαν το “Jingle Bells” με μια φυσαρμόνικα και μια κουδουνίστρα. Και τα δυο όργανα εκτίθενται στο Smithsonian National Air and Space Museum και θεωρούνται τα πρώτα μουσικά όργανα που παίχτηκαν στο διάστημα.

8. Silent Night

Μια κρύα Παραμονή Χριστουγέννων του 1818 ο πάστορας Joseph Franz Mohr (1792-1848) περπάτησε 3 χιλιόμετρα από το σπίτι του στο Αυστριακό χωριό Oberndorf bei Salzburg για να επισκεφθεί το φίλο του Franz Xaver Gruber (1787-1863) στη γειτονική πόλη Arnsdorf bei Laufen. Ο Mohr του έδωσε ένα ποίημα που είχε γράψει 2 χρόνια νωρίτερα. Χρειαζόταν απεγνωσμένα κάλαντα για την λειτουργία που απείχε μόλις λίγες ώρες. Ήλπιζε πως ο φίλος του, δάσκαλος, υπεύθυνος χορωδίας και μουσικός μπορούσε να συνοδεύσει το κομμάτι με μουσική. Πράγματι, συνέθεσε τη μελωδία για το “Stille Nacht” για τον Mohr σε μόλις λίγες ώρες την 24η Δεκεμβρίου του 1818. Πρόσφατη πλημμύρα του κοντινού ποταμού Salzach είχε θέσει το εκκλησιαστικό όργανο εκτός λειτουργίας, έτσι ο Gruber συνέθεσε τη μουσική για συνοδεία κιθάρας. Μερικές ώρες μετά, τελείωσε τη σύνθεση και ο ίδιος με τον Mohr εκτέλεσαν την δημιουργία του στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Oberndorf. Η τοπική χορωδία τους συνόδευσε στα φωνητικά και η σιωπή της Σιωπηρής Νύχτας έσπασε. Η εκκλησία αυτή μετά από λίγα χρόνια καταστράφηκε λόγω των πλημμυρών του ποταμού και ολόκληρη η περιοχή μετατοπίστηκε. Πολλοί μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα πίστευαν ότι η μελωδία ανήκε σε κάποιον διάσημο συνθέτη όπως στους Beethoven, Haydn ή Mozart. Το τραγούδι έχει αγαπηθεί από όλο τον κόσμο και έχει αποδοθεί σε 140 περίπου γλώσσες.

9. Adeste Fideles

Η λατινική βερσιόν για τα κάλαντα ‘Adeste Fideles’, γράφτηκε από τον John Francis Wade (1711-86), που πήγε στην Αγγλία το 1745 μετά την επανάσταση των Ιακωβίτων για να διδάξει μουσική σε εξόριστους Βρετανούς καθολικούς στο Douai στη Γαλλία. Δημοσιεύτηκε το 1760, τη μετάφραση έκαναν οι Frederick Oakley and William Brooke το 1841.
Η μελωδίαAdeste Fideles’ συνήθως αποδίδεται στον Samuel Webbe και χρονολογείται στο 1782, αλλά και στον Wade himself ή τον Γάλλο συνθέτη Charles Favart.
Υπάρχει μυστήριο γύρω από τη Βικτωριανή φήμη του τραγουδιού ως Πορτογαλικός Ύμνος. Κάποιοι λένε ότι προέκυψε επειδή το τραγουδούσαν τα Χριστούγεννα στην Αγγλική Πρεσβεία, ενώ άλλη το αποδίδουν στους Βασιλιάδες Ιωσήφ ή Ιωάννη της Πορτογαλίας, ή ακόμα στον Πορτογάλο συνθέτη της όπερας Marcas, γνωστός ως Portogallo.

10. Mamacita

Το ξεχασμένο χριστουγεννιάτικο τραγούδι “Mamacita” του 1958, έγινε δημοφιλές άκουσμα στην Ελλάδα απρόσμενα πριν από λίγα χρόνια, μέσα από ένα χριστουγεννιάτικο τηλεοπτικό σποτ για παιδικά παιχνίδια. Η αναβίωση όμως αυτού του τρυφερού ακούσματος κρύβει μια σπαρακτική ιστορία με πρωταγωνιστή ένα αγοράκι που δεν τα κατάφερε… Το τραγούδι είχε γίνει πρώτη φορά μεγάλη επιτυχία από έναν μικρό Νεοϋορκέζο με Πορτορικανούς γονείς. Ο Augi Rios ήταν τότε 12 ετών και είχε γίνει το πιο διάσημο παιδί του ’58, με το τραγούδι «Μανουλίτσα, πού είναι ο Άγιος Βασίλης» (Mamacita, Donde esta Santa Claus)….Το παιδί αυτό σήμερα δεν ζει, καθώς την επόμενη χρονιά της βιντεοσκόπησης σκοτώθηκε μαζί με τη μητέρα του σε τροχαίο δυστύχημα. Ο πατέρας θέλησε να τιμήσει τη μνήμη του αδικοχαμένου παιδιού του και ανέβασε στο διαδίκτυο το φιλμ, που είχε τραβήξει ο ίδιος. Δείχνει το αγόρι να τραγουδάει playback το χριστουγεννιάτικο τραγούδι στο στολισμένο σπίτι της οικογένειας… Το βίντεο συνοδεύει το ανθρώπινο μήνυμα του πατέρα, που λέει: “Σας ευχαριστώ όλους σας, που απολαύσατε αυτό το βίντεο με το μικρό αγόρι μας, που ακόμα και μετά τον θάνατό του εξακολουθεί να μας κάνει τόσο πολύ περήφανους. Σας ευχαριστώ που κάνατε το μικρό μου χριστουγεννιάτικο θαύμα, μέρος της ζωής σας. Ο Θεός να σας έχει καλά”….

Πηγές:

https://www.countryliving.com/life/news/a45720/white-christmas-song-history/

Let it Snow!

https://mymerrychristmas.com/the-history-of-santa-claus-is-coming-to-town/

https://www.npr.org/2010/11/19/131412133/the-story-behind-have-yourself-a-merry-little-christmas?t=1577444167182

https://www.npr.org/2017/12/25/572408088/the-story-behind-the-christmas-song

https://historybecauseitshere.weebly.com/the-angels-song—it-came-upon-the-midnight-clear.html

https://www.liveabout.com/jingle-bells-history-2456082

Stille Nacht / Silent Night – The True Story

https://www.telegraph.co.uk/culture/music/3674120/The-story-behind-the-carol-O-come-all-ye-faithful.html

https://www.mixanitouxronou.gr/mamacita-manoulitsa-pou-ine-o-ai-vasilis-to-christougenniatiko-tragoudi-pou-agapithike-55-chronia-meta-krivi-mia-sigkinitiki-istoria/

Οι συγκινητικές και νοσταλγικές Φάλαινες του Αυγούστου

Οι «Φάλαινες του Αυγούστου» του Ντέιβιντ Μπέρρυ, συμπυκνώνουν αυτήν την πολύ καίρια παραδοχή για την ανθρώπινη ύπαρξη και το διάβα της Οντότητας στον χωροχρόνο. Με βασικές ηρωίδες, δύο ηλικιωμένες αδερφές, στη δύση τους και με εντελώς διαφορετικές στάσεις ζωής, σε ένα περιβάλλον το ίδιο «ηλικιωμένο» με αυτές, με φίλους και γείτονες να μοιράζονται την ίδια «χωροταξία» στην κλίμακα του βίου, ο Ντέιβιντ Μπέρρυ δημιουργεί μια απλοϊκή φαινομενικά συνύπαρξη, με χαμηλούς, υποτονικούς διαλόγους, διαχέοντας την καθημερινότητα σε ένα σκηνικό τοπίο ανοιχτό στους ορίζοντες του ωκεανού.

Στη συγκινητική αυτή ιστορία οι δύο εντελώς αντίθετου χαρακτήρα γριούλες αγωνίζονται να επιβιώσουν μόνες τους και να ολοκληρώσουν το ταξίδι της ζωής τους με αγάπη και αξιοπρέπεια. Η Σάρα, μικρότερη ηλικιακά, έχει αναλάβει να φροντίζει την ογδονταεξάχρονη αδελφή της Λίμπυ. Ο θάνατος καραδοκεί σε κάθε τους βήμα. Η νεότερη τον ξορκίζει, η πιο ηλικιωμένη τον αποζητά. Η σύγκρουση των δύο κόσμων είναι αναπόφευκτη. Η μια ελπίζει στο μέλλον, αγωνίζεται ως το τέλος, η άλλη παραιτείται και ζει αναπολώντας το παρελθόν. Ο χρόνος, βαρύ φορτίο στις πλάτες τους, κυριαρχεί. Η εποχή τους έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μοιάζουν σαν τις φάλαινες που περιμένουν να έρθουν. Είναι ένα σπάνιο είδος που εξαφανίζεται, αλλά που ακόμα υπάρχει.

Έχουν κατι από Τσεχωφικά πρόσωπα οι ήρωές του. Ή μάλλον από γερασμένους Τσεχωφικούς ήρωες: H Σάρα Ουέμπερ, θα μπορούσε να είναι μια γερασμένη Ιρίνα απ΄τις Τρεις Αδερφές ή η Λίμπι Στρονγκ, μια ηλικιωμένη Νίνα, η Τίσα Ντοτ σίγουρα σε πιο νεαρή ηλικία θα ήταν πιθανότατα η Σόνια από τον Θείο Βάνια , ο Τζόσουα Μπράκετ έχει κάτι από τον Φιρς του Βυσσινόκηπου κοκ. Είναι αυτό το κλίμα νοσταλγίας μιας χαμένης νιότης που είναι διάχυτο στο έργο, είναι αυτή η αναπόληση ενός παρελθόντος που γεννούσε ελπίδες, η καθίζηση ενός παρόντος, και ένα μέλλον που δεν φαίνεται στον ορίζοντα να έρχεται. Γιατί αυτές είναι οι Φάλαινες του έργου. Το μέλλον, που ονειρεύονται, που περνάει μπροστά από τα μάτια τους, που το περιμένουν και το προσδοκούν και αυτό χρόνο με το χρόνο, όλο και αραιότερα κάνει την εμφάνισή του μέχρι την οριστική εξαφάνιση του ως σπάνιο στην αρχή και ανύπαρκτο τελικά είδος. Ο Αύγουστος σηματοδοτεί το τέλος της θέρμης του καλοκαιριού και της νιότης, ο Σεπτέμβριος την απαρχή του φθινοπώρου και της σοβαρής ωριμότητας και ο Νοέμβριος το τέλος του φθινοπώρου, την προαγγελία του ψύχους και εντέλει του θανάτου.

Και είναι αυτός ο Νοέμβρης που η υπερήλικη Λίμπι, καθηλωμένη πια στο καρότσι προσδοκά, παραδομένη στην αναμονή του τέλους, κατασταλαγμένη (ή μήπως όχι;) πως ό,τι ήταν να πάρει από τη ζωή, το πήρε, και ό,τι ήταν να δώσει το έδωσε, αγνοεί επιδεικτικά και σαρκάζει τη γεμάτη ζωή και φροντίδα αδερφή της, την Σάρα που και αυτόν τον Αύγουστο περιμένει να αγναντέψει στο πέλαγο το πέρασμα των φαλαινών και αρνείται πεισματικά να φτιαχτεί παράθυρο για αυτόν τον λόγο. Για την Λίμπι η ζωή δεν έχει πια αξία, για την Σάρα είναι ανεκτίμητη. Η Σάρα βλέπει ζωή (μια φώκια) να κολυμπά, η Λίμπι βλέπει απλά ένα κούτσουρο να επιπλέει. Για τη Λόμπι «τα γηρατειά είναι ένα νησί που το περιβάλλει θάνατος».


«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» παρουσιάζεται από τις 18 Οκτωβρίου 2019 στο Θέατρο Χώρα.

Ο συγγραφέας, μέσα από το πανανθρώπινο και διαχρονικό του έργο, δημιουργεί ένα αντεστραμμένο καθρέπτη. Η δύναμη της ζωής έρχεται αντιμέτωπη με τη δύναμη του θανάτου. Τα γηρατειά προβάλλουν τη λάμψη της αλλοτινής νιότης. Το παρόν φωτίζει το παρελθόν. Το δράμα χαμογελά σαρκαστικά στην προσωρινότητα και στο εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης.Το γέλιο εναλλάσσεται με το δάκρυ.

Παντού και πάντα όμως πρωταγωνιστεί το βασικό μεγάλο ερώτημα. Πώς ζει κανείς την ιστορία της ζωής του και πώς θέλει να δει το τέλος της.

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη θεατρική περίοδο 2001-2002 από το Εθνικό θέατρο σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη. Τους βασικούς ρόλους κρατούσαν οι: Αντιγόνη Βαλάκου, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Νέλλη Αγγελίδου και Γιώργος Τσιτσόπουλος.

«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» έγιναν ταινία το 1987 σε σκηνοθεσία Λίντσει ΄Αντερσον, με πρωταγωνίστριες τη Μπέτυ Ντέιβις και τη Λίλιαν Γκις στο ρόλο των δύο ηλικιωμένων αδελφών. Χάρισε κιόλας στην μια εξ αυτών Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου.

Η παράσταση δε δίνει τέλος. Οι Λίμπι και η Σάρα, βλέπουν επιτέλους στον ορίζοντα του ωκεανού, τις φάλαινες να περνούν. Είναι όμως φάλαινες; είναι κούτσουρα; είναι τα μάτια της ψυχής που βλέπουν αυτά που θέλουν να δουν.

Με μια μοναδική σκηνοθεσία που χρωματικά και μουσικά σε μεταφέρει στην εποχή αλλά και στον συναισθηματικό κόσμο των ηρωίδων που σαν τραγικές φιγούρες ταλαντεύονται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ανάμεσα στην επιθυμία για ζωντάνια και στη διάθεση για παραίτηση. Ένα δράμα ανθρώπινο, γήινο και αληθινό.

Πηγές: https://tetragwno.gr/theater/kritiki-theatrou/kritiki-oi-falaines-toy-aygoystoy-apo-ton-petro-zoylia-sto-theatro-chora-perimenontas-ton-noemvri

«Οι Φάλαινες του Αυγούστου» στο Θέατρο Χώρα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9_%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85

Ένα μάθημα ηθικής από τον Αζίζ Νεσίν

Σε μια σχολική αίθουσα γινόταν το μάθημα της ηθικής.

— Η ηθική είναι αρετή παιδιά. Είναι πολύ κακό να ‘ ναι κανείς ανήθικος.

— Κύριε!…

— Τι τρέχει;…

— Ο Τσετίν μ’ ενοχλεί!…

— Σιωπή! Ο άνθρωπος πρέπει να είναι ηθικός. Είναι πάρα πολλά τα καλά της ηθικής… Αμέτρητα. Είναι πολύ κακό να ‘ναι κανείς ανήθικος.

— Γιατί κύριε;

— Γιατί όλοι τον λένε ανήθικο. Είναι κακό πράμα η ανηθικότητα. Γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε ηθικοί. Το ότι η ηθική είναι προτέρημα, φαίνεται κι από το ότι διδάσκεται και στα σχολεία. Έτσι δεν είναι; Αν ήτανε κάτι κακό, θα διδάσκονταν; Κατόπι η ηθική… τι λέγαμε;

— Λέγατε ότι είναι αρετή…

— Ναι, είναι αρετή. Γιατί είναι αρετή; Διότι όλοι οι μεγάλοι άντρες μίλησαν για το μεγαλείο της.

— Κύριε!…

— Τι είναι πάλι; Τι συμβαίνει;

— Πέστε κάτι στον Αλτάν, με κλωτσάει…

— Σωπάστε παιδιά. Ακούστε τι λέει το βιβλίο για τα καλά της ηθικής: «Η ηθική μας μαθαίνει να μην αμφισβητούμε τις αρχές της κοινωνίας, να μην ερχόμαστε σε αντίθεση με τα ήθη και τα έθιμα, να μην παρανομούμε.» Καταλαβαίνετε; Ό,τι κάνει η πλειοψηφία γύρω σας, ό,τι κάνουν οι μεγαλύτεροι σας, αυτό πρέπει να κάμνετε κι εσείς. Σήκω να δω Σουνάϊ. Τι είναι η μαύρη αγορά;

— Είναι αρετή κύριε.

— Αρετή είπες;

— Μάλιστα κύριε. Βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των αρχών της κοινωνίας. Γιατί, μια και είναι ανηθικότητα ν’ αμφισβητούμε τις αρχές της κοινωνίας, κι αφού όλοι οι ηθικοί άνθρωποι είναι μαυραγορίτες…

— Τι λόγια είναι αυτά;

— Έτσι είναι μα το Θεό, δάσκαλε. Ο μπακάλης, ο χασάπης, ο καρβουνάς, ο μανάβης, όλοι κάμνουν μαύρη αγορά. Ένας γνωστός μας, είναι πάμπλουτος. Ο πατέρας μου λέει πως είναι μαυραγορίτης. Τις προάλλες πήγαμε στο σπίτι του επίσκεψη. Μου είπε: «πρέπει να βρισκόμαστε πάντα μέσα στα πλαίσια της ηθικής». Εγώ σα μεγαλώσω θα γίνω πολύ ηθικός. Θα αποχτήσω πολυκατοικίες. Δεν έχω δει άνθρωπο πιο ανήθικο από τον πατέρα μου.

— Σώπα!… Πώς τολμάς και κατηγορείς τον πατέρα σου;

— Τον κατηγορώ βέβαια… Δεν δίνει ούτε και το νοίκι του σπιτιού.

— Κάτσε κάτω!… Παιδιά, ποτέ δεν πρέπει να απομακρυνόμαστε από τις αρχές της ηθικής.

— Κύριε!…

— Λέγε Εργκούν…

— Έχω ένα θείο. «Αυτή η ηθική με τσάκισε» λέει συχνά. Εγώ θα γίνω ανήθικος.

— Σώπα! Πώς λέγεται ο άνθρωπος που δεν έχει ηθική;… Να το πείτε όλοι μαζί, πώς λέγεται;…

— Ανήθικος…

— Το βλέπετε; Τι αξία έχουν τα εκατομμύρια όταν λείπει η ηθική;

— Τα εκατομμύρια, τον χουζουρεύουν, τον ησυχάζουν τον άνθρωπο κύριε.

— Πρώτα απ’ όλα πρέπει η συνείδηση του ανθρώπου να ‘ναι ήσυχη. Όλοι οι μεγάλοι άντρες ήταν ηθικοί.

— Αυτό συνέβαινε στα παλιά χρόνια κύριε. Στο μαχαλά μας έχουμε τρεις μεγάλους ανθρώπους. Και οι τρεις έχουν αμάξια κάντιλακ. Είναι βαμβακοπαραγωγοί και…

— Εγώ σας μιλώ για τους μεγάλους ανθρώπους. Δηλαδή για τους μεγάλους επιστήμονες, τους μεγάλους σοφούς, τους μεγάλους καλλιτέχνες. Λόγου χάρη τον Σωκράτη…

— Τον Σωκράτη τον ξέρω κύριε…

— Βέβαια τον ξέρετε…

— ΣΤΟ μαχαλά μας έχει μαγαζί, καθαριστήριο… Μα δεν είναι τόσο πλούσιος. Ξέρω πολύ πιο ηθικούς απ’ αυτόν.

— Εγώ σας μιλώ για τον Σωκράτη, τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο. Να είστε άνθρωποι ηθικοί όπως ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Γαλιλαίος. Είναι στην ιστορία άνθρωποι με ανώτερες ηθικές αρχές που πεθάνανε από την πείνα. Μα δεν κηλιδώσανε την ηθική τους.

— Κύριε, φαίνεται πως αυτή η ηθική δεν είναι καλό πράμα.

— Είναι αρετή. Ο ενάρετος άνθρωπος δε φοβάται ποτέ να λέει την αλήθεια.

— Μα κύριε, έχω ένα θείο, τον διαγράψανε από το κόμμα γιατί είπε την αλήθεια.

— Άλλο είναι αυτό… Θέμα μας δεν είναι η πολιτική, μα η ηθική. Πες μου να δω Ογούζ, τι είναι ψέμα;

— Το ψέμα είναι πολύ καλό πράμα κύριε. Με τον όρο βέβαια να το χάψουν. Όταν δε λέω ψέματα στο σπίτι, με δέρνουν.

— Μα τι σας είπα; Πρέπει να παραδειγματίζεστε από τους μεγάλους.

— Κύριε, η μεγάλη μου αδελφή λέει ψέματα της μητέρας μου, η μητέρα μου λέει ψέματα του πατέρα μου… Σαν έρθουν στο σπίτι χρεοφειλέτες, ο πατέρας μου βάζει να πούμε ότι λείπει.

— Έβγα έξω! Έξω! Ανάγωγε!

— Κύριε, εσείς δε μας είπατε πως ο ηθικός άνθρωπος λέει πάντοτε την αλήθεια;

— Κάτσε κάτω… Παιδιά, η ηθική είναι μεγάλη αρετή. Πρέπει όλοι να είστε ηθικοί. Λόγου χάρη, όταν δίνετε σε κάποιον το λόγο σας, πρέπει οπωσδήποτε να τον κρατάτε.

— Κύριε, ο πατέρας μου το ‘πε, κάποιος, ξέχασα το όνομα του, ισχυρίστηκε ότι θα φτηνήνει τη ζωή.

— Σώπα εσύ!… Μην ανακατεύεσαι σε δουλειές που δε σε αφορούν!… Παιδιά!… Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρετή από την ηθική. Αν διαβάσετε τα βιβλία που έχουν για θέμα την ηθική, θα μείνετε κατάπληκτοι. Το λένε κι οι προφήτες. Καλύτερα ξέρετε εσείς; Η ηθική είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη αρετή… Τόσο μεγάλη που… Είναι μεγάλη αρετή η ηθική. Σας ορκίζομαι είναι μεγάλη αρετή, μα το Θεό είναι μεγάλη…

«Ζρρρ!». Ο κώδων. Ο δάσκαλος σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. — Ωωωωχ!… Λυτρώθηκε!…


Η Τελετή Του Καζανιού, Αζίζ Νεσίν

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: ένα μουσικό αφιέρωμα σε μια ξεχασμένη δημιουργό

Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου-Οικονόμου, αργότερα Νικολαΐδου και τελικά Παπαγιαννοπούλου ήταν Ελληνίδα στιχουργός, μία από τις σημαντικότερες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, αναγκάστηκε όμως να έλθει στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή. Η εμπειρία του ξεριζωμού υπήρξε δρομοδείκτης στην στιχουργική και στη ζωή της και την σημάδεψε σαν άνθρωπο.

Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, στην Ελλάδα αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Γράφει ακατάπαυστα και παντού: σε χαρτοπετσέτες, σε κουτιά από τσιγάρα, σε λογαριασμούς. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το δεύτερο προσωπικό της πάθος, την χαρτοπαιξία,(μετά το κάπνισμα) τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια. Έπαιζε σε παράνομα υπόγεια, σε σαλόνια πολυτελείας. Όλα αυτά την ώρα που ο Τιτσάνης, ο Καλδαράς, ο Χιώτης, ο Ρεπάνης, ο Χατζιδάκις ανταγωνίζονταν για το ποιος θα αγοράσει τα τραγούδια της.

“Η Ευτυχία, παρά τις συνθήκες της ζωής και τα πάθη της, είχε μια αστείρευτη δύναμη να προχωρεί μπροστά σαν ένα ορμητικό ποτάμι που στο πέρασμά του γεννάει και καταστρέφει. Τις αντιφάσεις στη ζωή της της κοιτούσε με κατανόηση, αγάπη και χιούμορ. Από αυτές αντολυοσε έμπνευση για να φτιάξει ένα καλλιτεχνικό έργο καίριο και μοναδικό. Απλό και σοφό. Για αυτό και παραμένει διαχρονικό.” δηλώνει ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής της ταινίας ” Ευτυχία” που βγήκε χθες στις αίθουσες.

Ο χαρακτήρας της εκρηκτικός, κατόρθωνε να κάνει το παράλογο να μοιάζει λογικό. Έχει απίστευτο χιούμορ, έτσι μπορεί να βρει μια διέξοδο από τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνει αυτή και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει. Βαθύς άνθρωπος, διευσδιτική, δυναμική, με τεράστια εσωτερική δύναμη σπάει τα ταμπού και μετουσιώνει τον πόνο σε τέχνη. Δημιουργεί σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο με μια λεβεντιά αρρενωπή και ελληνική. Δεν την ενδιέφεραν τα χρήματα ούτε η υστεροφημία. Ζούσε για το σήμερα και την παρηγοριά της, τα χαρτιά της.

“Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν ένας κόσμος μόνη της, ήταν το όλον. Έγραψε σαν άνδρας […]. Κοίταξε κατάματα τον πυρήνα των υπαρξιακών αναζητήσεων με τραχύ τρόπο και τις εξέφρασε μια μια σπάνια λαϊκή ποιητική τέχνη, ακαριαία, δίχως κανένα εκφραστικό τερτίπι. […] Έγραψε βέβαια και γυναικεία. Πως θα μπορούσε να μην γράψει τραγούδια ατόφιου συναισθήματος, τρυφερότητας και απώλειας μια γυναίκα σαν την Παπαγιαννοπούλου! Τραγούδια εύθραυστα, κοριτσίστικα. Αν δεν είχε ζήσει τη ζωή που έζησε, θα τολμούσα να πω πως πρόκειται για στίχους που θα μπορούσαν να κοσμούν κάποιο σχολικό λεύκωμα. […] Ήταν μια μαστόρισσα του απλού που είδε τη σοφία να ξέρει πάντα που ήταν το κέντρο.” παρατηρεί ο Οδυσσέας Ιωάννου.

Πάρα πολλά τραγούδια της έγιναν επιτυχίες. Στίχους της συναντάμε σε πολλές λαϊκές επιτυχίες:

Ηλιοβασιλέματα

Περασμένες μου αγάπες σε μουσική Μανώλη Χιώτη

Δυο πόρτες έχει η ζωή

Φεύγω με πίκρα στα ξένα που τραγούδησε ο Καζαντζίδης


Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά

Όνειρο απατηλό σε μουσική Απόστολου Καλδάρα


Η διπρόσωπη (Σβήσε με κυρά μου), σε μουσική και εκτέλεση Αντώνη Ρεπάνη


Συρματοπλέγματα βαριά σε μουσική Μπάμπη Μπακάλη


Είμαι αϊτός χωρίς φτερά σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι


Πετραδάκι, πετραδάκι,και

Του ντερβίση το πιοτό

Τι να σου κάνει μια καρδιά σε μουσική που έγραψε ο Αντώνης Κατινάρης



Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς, η οποία χάρη στο ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή, αλλά καθόλου ξεχασμένη. Πολύ από εμάς ακόμη και τώρα σιγοτραγουδάμε κομμάτια από τα τραγούδια της, τη γνωρίζουμε και τη θυμόμαστε. Στόχος μιας “υπενθύμισης” αποτελεί και η ταινία του Φραντζή που έκανε πρεμιέρα χθες. Μια ταινία που μιλά για την πολυτάραχη ζωή της δημιουργού, τα πάθη και τις αδυναμίες της.



Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη. Μετά τον θάνατο της κόρης της Μαίρης το 1960, βρήκε μοναδικό ίσως καταφύγιο στη χαρτοπαιξία. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου 1972, έχοντας στο πλευρό της εγγονή της, Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της.

Η φωτογραφική ιστορία του Santa Claus

Ο Άγιος Βασίλης είναι ο αγαπημένος Άγιος των παιδιών. Το διαχρονικό ερώτημα για την ύπαρξή του δεν αφορά μόνο την προσφορά των δώρων αλλά και τη σχέση του κοκκινοφορεμένου με την άσπρη γενειάδα παππού, με την ελληνική χριστιανική παράδοση. Ποια είναι λοιπόν η ιστορία του ή η ιστορία τους;

Για να είμαστε απολυτα δίκαιοι, στην ερώτηση αν είναι ο Άγιος Βασίλης ένα ακόμα μαρκετίστικο υποπροϊόν της Coca-Cola, η απάντηση οφείλει να είναι αρνητική: παρά τη μακροχρόνια διαφημιστική της καμπάνια με τον χαρωπό και χοντρούλη γεράκο των Χριστουγέννων, αυτός δεν ξεπήδησε από το σχεδιαστήριο του αναψυκτικού ή τουλάχιστον όχι αποκλειστικά από κει.

Οι ιστορικοί πιστεύουν σήμερα ότι ακόμα και τα χρώματα έλκουν την καταγωγή τους από τον ίδιο τον Άγιο Νικόλαο, τον αρχιεπίσκοπο Μύρων του 4ου αιώνα μ.Χ. Ο άγιος της Ορθόδοξης αλλά και της Καθολικής Εκκλησίας ήταν η απόλυτη ενσάρκωση της χριστιανικής ηθικής και απέκτησε φήμη για τα νομίσματα που έβαζε στα παπούτσια όσων είχαν ανάγκη, δίνοντας έτσι υπόσταση στο πνεύμα του χριστουγεννιάτικου αγίου με τα δώρα. Πολύ πριν από την Coca‑Cola, ο Άγιος Νικόλαος απαθανατιζόταν στην εικονογραφία της εποχής φορώντας ένα κόκκινο παλτό.

Η Coca Cola με τη γνωστή διαφήμιση έβαλε όμως την τελευταία πινελιά: η εικόνα του Santa Claus με την κόκκινη στολή και τη λευκή γενειάδα είναι κατασκευή της Κόκα Κόλα. Τον έφτιαξε έτσι για τη διαφήμιση του δημοφιλούς ποτού το 1931.

Ενώ, λοιπόν, η Κόκα Κόλα χρησιμοποιεί την εικόνα του Santa Claus για να αυξήσει την κατανάλωσή της κατά την χειμερινή περίοδο, μετά από εβδομήντα χρόνια «συνεργασίας» διαπιστώνεται ότι και ο Santa Claus διαδόθηκε χάρη στην Κόκα Κόλα.

Η κυρίαρχη εικόνα του Santa Claus πια είναι του συμπαθούς γενειοφόρου ένστολου πάνω στο έλκηθρο να παραδίδει δώρα και να πίνει Κόκα Κόλα.
Τα Χριστούγεννα μάλιστα, κυρίως στις παιδικές και εφηβικές ηλικίες, έγιναν άρρηκτα συνδεδεμένα, όχι με την εικόνα του Χριστού αλλά μ’ αυτή του Άγιου Βασίλη.

Ιστορία Γάμου, μια ειλικρινής αφήγηση ενός επώδυνου διαζυγίου που κέρδισε κοινό και κριτικούς

Η νέα ταινία του Αμερικανού σκηνοθέτη με τις εξαιρετικές ερμηνείες του Ανταμ Ντράιβερ και της Σκάρλετ Τζοχάνσον που προτάθηκε για 6 Χρυσές σφαίρες αφηγείται μια ιστορία που έχουμε ξαναδεί ή σίγουρα έχουμε ξανακούσει, αλλά ελάχιστα ίσως έχει καταφέρει κάποιος να την αποτυπώσει τόσο συναισθηματικά, τόσο ειλικρινά και τόσο αληθοφανώς.

Είναι αλήθεια πως ειδικά μετά την έξαρση των διαζυγίων στις ΗΠΑ και όχι μόνο και μετά την απελευθερωτική δεκαετία του 80 η (πρόσφατη και μη) κινηματογραφική ιστορία έχει πολλάκις ασχοληθεί με το ζήτημα του διαζυγίου, με την αποσάρθρωση της οικογένειας. Το θέμα του χωρισμού μένει πάντα ζωντανό, επίκαιρο και ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή υπάρχει η άμεση ή έμμεση ταύτιση του θεατή, αλλά κυρίως επειδή η διαδικασία ενός διαζυγίου, επώδυνη και απαιτητική σε ψυχικό σθένος, αποκαλύπτει τις πιο κρυφές πτυχές της προσωπικότητας όλων των εμπλεκομένων, συζύγων και μη.

Ο Νόα Μπόμπακ επιλέγει να τα παρουσιάσει όλα με έναν ρεαλισμό που καταλήγει αφοπλιστικός, με μια απρόσμενη συναισθηματική απλοχεριά επιχειρεί να προσεγγίσει λίγο διαφορετικά αυτό το κινηματογραφικά κοινό θα έλεγε κανείς ζήτημα. Από την αρχή γνωρίζουμε τον Τσάρλι και τη Νικόλ, ένα ζευγάρι καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη των έναν μέσα από τα μάτια του άλλου. Εκείνος είναι αυτοδημιούργητος θεατρικός σκηνοθέτης. Εκείνη είναι ηθοποιός και η πρωταγωίστρια του θιάσου του. Για χάρη του Τσάρλι η Νικόλ άφησε μια αμφίβολης ποιότητας καριέρα ως ηθοποιός νεανικών κομεντί στο Χόλιγουντ για να αφοσιωθεί στις πειραματικές παραστάσεις του συζύγου της. Στο πρόσωπο της Νικόλ ο Τσάρλι βρήκε τη μούσα του. Εχουν μαζί ένα παιδί, τον μικρό Χένρι. Στην εισαγωγή της ταινίας, η χειροκίνητη και αυτοσχεδιαστική κάμερα καταγράφει στιγμές της καθημερινότητάς τους, όσο εκείνοι περιγράφουν τι αγαπούν ο ένας στον άλλο. Αυτός κλαίει στις ταινίες, αυτή σε ακούει και σε κάνει να αισθάνεσαι άνετα ακόμα και με τα πιο ντροπιαστικά πράγματα. Και οι δύο παθιάζονται με τα επιτραπέζια και σε κανέναν δεν αρέσει να χάνει. Όλα αυτά είναι σαν βγαλμένα από μια οικογενειακή βιντεοκασέτα, γεμάτα αγάπη, αθωότητα,στιγμές που θα μείνουν αναλλοίωτες, νοσταλγικές, κατά συνέπεια εξιδανικευμένες μέσα στην θαλπωρή του φιλμ. Ταυτόχρονα όμως, είναι απατηλά.

Γιατί αυτές οι παράλληλες αφηγήσεις δεν είναι εσωτερικοί μονόλογοι ή στοχασμοί, ούτε κάποια δημόσια διακήρυξη της αγάπης τους, αλλά μια άσκηση που τους έχει βάλει από κοινού ο σύμβουλος γάμου τους, ως το πρώτο στάδιο στη διαδικασία του χωρισμού τους. Η απόσταση μεγαλώνει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα πάθη και οι τόνοι κλιμακώνονται αργά και σταθερά. Η φλόγα του έρωτα μετουσιώνεται σταδιακά σε πολεμική φωτιάΓιατί ο Τσάρλι και η Νικόλ έχουν αποφασίσει μετά από δέκα χρόνια γάμου να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους. Εκείνη θεωρεί ότι θυσίασε τη ζωή της για να αφοσιωθεί στο εγωκεντρικό όραμά του και θέλει να επιστρέψει μαζί με το γιο της στο Λος Άντζελες. Εκείνος διαμαρτύρεται ότι εκείνη έπαψε πρώτη να τον αγαπάει και ουσιαστικά έβαλε τέλος στη σχέση τους, οδηγώντας στον στη μοιχεία. Αγαπιούνται ακόμα, ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν, γι’ αυτό θέλουν η διαδικασία να είναι φιλική, χωρίς διαμάχες στις δικαστικές αίθουσες και χωρίς δράματα. Ακόμα δε γνωρίζουν ότι αυτή η νέα φάση της ζωής τους θα βγάλει από αυτούς στην πορεία το χειρότερο εαυτό τους. Μέχρι να αγαπηθούν ξανά. Ή και όχι.

Αυτό που σε κερδίζει πάντα (ή τουλάχιστον πάντα) στις ταινίες του Νόα Μπόμπακ είναι η αμεσότητα και η ομορφιά των διαλόγων του και φυσικά αυτό ισχύει ακέραιο στη νέα του ταινία, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και στα προσωπικά του βιώματα τόσο ως παιδί χωρισμένων γονιών, αλλά και λόγω του δικού του διαζυγίου. Ενώ, όμως, οι προηγούμενες δουλειές του έμοιαζαν να φλερτάρουν λίγο έως πολύ με το δήθεν και το χίπστερ, παρουσιάζοντας πάντα διανοούμενους σε μια μοντέρνα υπαρξιακή κρίση, που γινόταν σε σημεία οριακά αφόρητη, εδώ συστήνει δύο χαρακτήρες ζωντανούς και ανθρώπινους, αντιφατικούς, ανασφαλείς και μετέωρους, σε μια κατεξοχήν άβολη φάση της ζωής τους, στην οποία πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τις χωριστές, πλέον, πορείες τους και να οριοθετήσουν εκ νέου τη σχέση τους, έχοντας πάντα ένα παιδί, το οποίο είναι ο άξονας και, αναπόφευκτα μέσα σε ένα ανταγωνιστικό δικαιικό σύστημα, το τρόπαιο της συμπεριφοράς τους.

Ο δημιουργός πετυχαίνει να μας μεταφέρει την ψυχοσύνθεση και των δύο βασικών πρωταγωνιστών και την σχέση τους με το παιδί τους.Οι εγωισμοί ορθώνονται και γίνονται υπερτροφικοί, οδηγώντας το πρωταγωνιστικό δίδυμο σε ένα συναισθηματικό ξέσπασμα που μας στιγμάτισε, μας στοίχειωσε και θα αποτελεί μέτρο σύγκρισης για μελλοντικά τέτοια εγχειρήματα. Βέβαια, παρά το αρκετά σοβαρό θέμα με το οποίο ασχολείται η ταινία, σε πολλά σημεία έχει έντονα χιουμοριστικό ύφος. Ειδικά στην αρχή της, ο κάθε ρόλος έχει και από μία ατάκα να πει. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό του Baumbach, το οποίο βλέπουμε και σε προηγούμενες δουλειές του, όπως το While We ‘re Young και το Margot at the Wedding. Συνηθίζει, δηλαδή, να παρουσιάζει κάτι το αρκετά σοβαρό και κάπως θλιβερό με κάποια κωμικά στοιχεία.

Σε αντίθεση με την ελεύθερη κάμερα της εισαγωγής, ο Μπόμπακ ανατέμνει τη διάλυση του γάμου με στατικά πλάνα που παραπέμπουν αναπόφευκτα στο εμβληματικό για όλη αυτή τη θεματική «Σκηνές από ένα Γάμο» του Μπέργκμαν. Εστιάζει στα πρόσωπα των ηρώων του καταγράφοντας όλο το φάσμα των αλληλοαντικρουόμενων συναισθημάτων τους, παρακολουθεί τις κινήσεις τους και τη γλώσσα του σώματός τους, όταν είναι χώρια και μαζί, με κάδρα και συνθέσεις παρατηρεί τη συμπεριφορά τους και τις (ανεπ)αισθητες αλλαγες της ανάμεσα σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους και, κυρίως, τους απογυμνώνει μέσα από σχοινοτενείς διαλόγους, σπάνιας (για το αμερικανικό σινεμά τουλάχιστον) εμβρίθειας και οξυδέρκειας, που χωρίς καμία διάσταση εξωραϊσμού ή επιτήδευσης, αποκαλύπτουν μέσα σε 135 λεπτά οτιδήποτε ρητό ή άρρητο υπάρχει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι δέκα χρόνων.

Κι όλα αυτά, όσο ταυτόχρονα η ταινία σκιαγραφεί τις διαφορές στη νοοτροπία μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών σαν να είναι δύο διαφορετικές χώρες που αναζητούν μέσα από την υπό διάλυση οικογένεια της Νικόλ και του Τσάρλι ένα κοινό σημείο αναφοράς, ενώ παράλληλα περιγράφει όλη τη δαπανηρή, ψυχικά και οικονομικά, διαδικασία της έκδοσης ενός αρχικά συναινετικού διαζυγίου στην Αμερική, που δεν αργεί με την υποστήριξη ολόκληρου του συστήματος και (φυσικά) των δικηγόρων που απομυζούν χρήματα από τους πελάτες τους να μετατραπεί σε μια άνευ λόγου αντιδικία.

Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, την οργή και την πίκρα, η ταινία δίνει την ευκαιρία στους δύο πρωταγωνιστές να δώσουν ίσως τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Η Σκάρλετ Τζοχάνσον, με μαλλί μπεργκμανικής ηρωίδας και άβαφη στη μεγαλύτερη διάρκεια, δεν ήταν ποτέ τόσο γήινη, προσιτή και ανθρώπινη, ειδικά στη σκηνή του καυγά που καταρρέει μπροστά την κάμερα, ενώ ο Ανταμ Ντράιβερ καλύπτει όλο το φάσμα του ευαίσθητου αρσενικού ενός κατά βάση εγωκεντρικού καλλιτέχνη που πρέπει να χάσει τον άλλο για να ανακαλύψει την αξία του, όταν έχει ωριμάσει, όμως, κι έχει συνειδητοποιήσει τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον άνευ όρων, είναι πλέον αργά.

Κι όταν όλα θα έχουν ειπωθεί και η ιστορία αυτού του γάμου τυπικά θα έχει τελειώσει, αυτό που θα μείνει στην τελική σκηνή θα είναι μια μικρή χειρονομία από τα παλιά, που θα θυμίσει σε δύο ελεύθερους πλέον ανθρώπους ότι κάποτε είχαν ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Η κάμερα του Μπόμπακ θα τους αφήσει να συνεχίσουν τις ζωές τους, ίσως καλύτερα, ίσως χειρότερα, ο θεατής όμως θα έχει αποκομίσει την αίσθηση ότι ήταν παρών σ’ ολόκληρη αυτή τη διαδρομή. Το σενάριο, η σκηνοθετική ματιά αλλά κυρίως αυτές οι οσκαρικές ερμηνείες επέτρεψαν στην ταινία και δικαίως να προταθεί για 6 χρυσές σφαίρες, αλλά το σημαντικότερο ίσως είναι ότι προσέφεραν στο κοινό μια χιλιοειπωμένη ιστορία μέσα από μια διαφορετική ματιά που δύσκολα θα ξεχαστεί και ακόμα πιο δύσκολα δε θα συγκριθεί με παρόμοια μελλοντικά επιχειρήματα.

Πηγές:

https://flix.gr/cinema/marriage-story-review.html

http://filmakias.gr/marriage-story-kritiki-netflix/

Κριτική / Ιστορία Γάμου (Marriage Story): Όταν φλόγα του έρωτα μετουσιώνεται σταδιακά σε πολεμική φωτιά

Η Μέθοδος Γκρόνχολμ, το έργο που αγαπήθηκε παρά την σκληρή πραγματικότητα που παρουσιάζει

Η Μέθοδος Γκρόνχολμ (2003), αυτό το πολυβραβευμένο έργο του Καταλανού συγγραφέα Τζόρντι Γκαλθεράν ξεκινά από αυτή τη στιγμή, από το προσωπικό «ντοπάρισμα», δηλαδή, ενός υποψηφίου λίγο πριν εκείνος εισέλθει σε μια συνέντευξη, μια από τις πιο δύσκολες και δυνάμει επώδυνες διαδικασίες που υφίστανται στον εργασιακό κόσμο. Η σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις, αλλά και οι πολλαπλές μάσκες που φοράμε όλοι στην επαγγελματική μας ζωή βρίσκονται στο κέντρο του έργου, που επιστρέφει στην αθηναϊκή σκηνή 11 χρόνια μετά τη θριαμβευτική επιτυχία του πρώτου ανεβάσματος στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Μια δουλειά που τότε είχε επαναληφθεί για 6 σεζόν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ανόρθωση του Θεάτρου Τέχνης μέσα στην κρίση. Η εκδοχή που ανεβαίνει φέτος στο Θέατρο Άνεσις αποτελεί στην πραγματικότητα αναβίωση εκείνης της παράστασης: την επιμέλεια της σκηνοθεσίας αναλαμβάνει ο Γιάννης Μόσχος, ενώ διατηρούνται και οι περισσότεροι από τους συντελεστές της. Από το Δύο μέρες, μία νύχτα των αδελφών Νταρντέν και το Toni Erdmann της Μάρεν Άντε ως το The Corporation των Μαρκ Άκμπαρ και Τζένιφερ Άμποτ ή το Contractions του Μάικ Μπάρτλετ, οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας σε εταιρείες και η ασφυξία και οι στρεβλώσεις που προκαλούν στον άνθρωπο-εργαζόμενο φαίνεται να τροφοδοτούν ολοένα και περισσότερους δημιουργούς στο θέατρο και το σινεμά.
Το 2003 κυκλοφόρησε και η καναδέζικη ταινία-ντοκιμαντέρ The Corporation των Mark Achbar και Jennifer Abbott. Το 2005 το έργο του Γκαλθεράν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο· τον ίδιο χρόνο ο Κώστας Γαβράς παρουσίασε το Τσεκούρι, μια ταινία που αποτύπωσε πολύ καλά την εξέλιξη ενός στελέχους με ζωή και ανοίγματα ανάλογα του υψηλού μισθού του, ο οποίος, άνεργος για δύο χρόνια, καταλήγει να δολοφονεί τους πιθανούς συνυποψηφίους του. Όπως ήταν αναμενόμενο, με την εξάπλωση της παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας, τέτοιου είδους θέματα απασχολούν την πεζογραφία, το θέατρο, τον κινηματογράφο· και θα συνεχίσουν να απασχολούν, μέχρις ότου γίνει σεβαστό από όλες τις πλευρές ότι πρέπει να υπάρχουν (και να εφαρμόζονται) αρχές και περιορισμοί στον τρόπο λειτουργίας της.

Στη Μέθοδο Γκρόνχολμ παρακολουθούμε τέσσερις υποψηφίους στην τελική φάση επιλογής για μία θέση ανώτατου στελέχους σε μια πολυεθνική. Συναντιούνται σε μια κλειστοφοβική αίθουσα με τα γνωστά, ψυχρά, ανακριτικά φώτα οροφής (λίγο παραπέρα από το Άνεσις, στον Πύργο των Αθηνών τα παρατηρείς τα βράδια να είναι ανοιχτά μέχρι αργά…) και υποβάλλονται στις τελευταίες δοκιμασίες. Μόνο που οι υπεύθυνοι επιλογής προσωπικού δεν είναι παρόντες. Ή τουλάχιστον μοιάζει να μην είναι παρόντες. Μαύρα κουτιά ανοίγουν και μέσα σε φάκελο περιέχουν τις οδηγίες για το επόμενο …παιχνίδι-δοκιμασία. Οι υποψήφιοι κοιτούν και μιλούν σε αόρατους «κριτές», η φωνή και το βλέμμα ταξιδεύουν αόριστα σε διάφορες κατευθύνσεις σε αυτόν τον χώρο-κουτί. Ο ρεαλισμός συναντά το παράλογο σε ένα έργο που, όπως έχει ήδη επισημανθεί από τη διεθνή κριτική, έχει κάτι από το σαρτρικό Κεκλεισμένων των θυρών, αλλά και τον ακραίο ανταγωνισμό στο Glengarry Glen Ross του Μάμετ.
Οι δοκιμασίες θυμίζουν μοτίβα ή παραλλαγές γνωστών παιχνιδιών ή ασκήσεων: η πρώτη δοκιμασία, για παράδειγμα, που καλεί τους υποψηφίους να καταλάβουν ποιος από τους τέσσερις δεν είναι αληθινός υποψήφιος αλλά μέλος του προσωπικού επιλογής της εταιρείας, τους ωθεί να αναπτύξουν τακτικές που χρησιμοποιούν οι παίχτες στο «Παλέρμο». Ή το παιχνίδι που ζητά από τους υποψηφίους να πείσουν μέσα από έναν λόγο παραπέμπει στις τεχνικές του ‘Impromptu’. Ας μην ξεχνιόμαστε όμως: καμία αθωότητα δεν έχουν αυτές οι δοκιμασίες, καμία νοσταλγία, τίποτα φωτεινό. Άλλωστε, είναι γνωστό: από τον Κιούμπρικ μέχρι τον Χάνεκε και τον Άλμπι η βία θριαμβεύει μέσα από τον μανδύα του παιχνιδιού. Ο στόχος είναι, μέσα από φαινομενικά παιγνιώδεις διαδικασίες, να «σπάσουν» οι υποψήφιοι, να ραγίσουν, να αναδυθούν όλες οι αδυναμίες τους, ό,τι μπορεί να τους καταστήσει αναποτελεσματικούς. Ο Δαρβίνος είναι εδώ: θα επιβιώσει ο πιο σκληρός. «Φυσική επιλογή/Νatural selection», ήταν, άλλωστε, ο τίτλος εργασίας του έργου, όπως έχει δηλώσει ο συγγραφέας του.

Ο Γκαλθεράν εμπνεύστηκε το κείμενο από μια πραγματική ιστορία. «Σε ένα δοχείο απορριμμάτων στη Βαρκελώνη βρέθηκε μια σειρά εγγράφων στα οποία ένας υπάλληλος του τμήματος προσωπικού αλυσίδας σουπερμάρκετ είχε σημειώσει τις εντυπώσεις του για τους πιθανούς υποψηφίους για τη θέση του ταμία. Εκείνος ο υπάλληλος είχε τη δύναμη να τους δώσει ή να τους αρνηθεί μια θέση εργασίας και αυτό τον νομιμοποιούσε να είναι σκληρός, αδυσώπητος», σημειώνει ο συγγραφέας. Η Μέθοδος Γκρόνχολμ ενσωματώνει τη βία της εξουσίας με έναν τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το ψυχολογικό θρίλερ.
Ο συγγραφέας αποτύπωσε στο έργο του τη σκληρότητα που επιδεικνύουν οι υπεύθυνοι της εταιρείας χάρη στην ψευδαίσθηση της δύναμης που η θέση τους τους παρέχει, όσο και τον ταπεινωτικό συμβιβασμό των υποψηφίων σε τεστ που ακυρώνουν κάθε έννοια αξιοπρέπειας και προστασίας της προσωπικής τους ζωής. Τέσσερα πρόσωπα παίζουν στο έργο. Υποτίθεται ότι είναι οι τελευταίοι υποψήφιοι για την ίδια θέση, την οποία τελικά θα πάρει αυτός που θα βγάλει από τη μέση τους υπολοίπους. Με τη βοήθεια μιας σειράς τεστ δοκιμάζεται η κριτική ικανότητά τους (ακόμη και σε ευαίσθητα ζητήματα πολιτικής ορθότητας) αλλά και η ψυχολογική και οικογενειακή διάθεση και κατάστασή τους. Η Μέθοδος Γκρόνχολμ είναι έξυπνα γραμμένη. Τα πρόσωπα της ιστορίας παίζουν ρόλους – το μόνο που γνωρίζει ο καθένας για τον άλλο είναι ότι παίζει θέατρο. Με ισορροπημένη δόση μυστηρίου και ελεγχόμενη πληροφόρηση, η ιστορία παρακολουθείται μ’ ενδιαφέρον σαν «εργασιακό» θρίλερ, που ανακαλεί την ασφυκτική ατμόσφαιρα του Κεκλεισμένων των Θυρών και τον απάνθρωπο ανταγωνισμό του Glengarry Glen Ross. Στο τέλος, μετά από αλλεπάλληλες ανατροπές, αποδεικνύεται ότι τίποτε δεν ήταν ακριβώς όπως παρουσιάστηκε στην αρχή.
Η σκηνοθεσία επενδύει στο σαρκαστικό χιούμορ, δημιουργεί ένα διαρκώς κλιμακούμενο αίσθημα απομόνωσης και αδιόρατης απειλής, επικαιροποιεί στοιχεία, δεν προδίδει τις ανατροπές, καθοδηγεί τους ηθοποιούς σε πειστικές ερμηνείες.

Η έμφαση, ωστόσο, δεν είναι τόσο στις μεθόδους της εταιρείας, αλλά στο πώς ο κάθε υποψήφιος διαχειρίζεται ό,τι του ζητείται να πράξει. Η μπίλια είναι στο τραπέζι. Το παιχνίδι προϋποθέτει ακόμη και την ταπείνωσή σου. Το ξέρεις. Επιλέγεις να παίξεις. Έχεις ευθύνη. Γιατί είσαι εκεί.

Το έργο παρουσιάζει τέσσερεις διαφορετικούς τύπους χαρακτήρα, ακολουθούν πιστά τις εντολές που τους δίνονται, όσο ταπεινωτικές και προσβλητικές μπορεί να είναι αυτές, έχοντας ως ζητούμενο τον σταδιακό αποκλεισμό των συνυποψηφίων τους. Έτσι παρακολουθούμε τα πρότυπα αντιστοίχως του πονηρού κι αδίστακτου, του αβέβαιου κι επιρρεπούς, της ευαίσθητης κι ανθρώπινης και τέλος του νηφάλιου που μετατρέπεται σε θιγμένο εκπρόσωπο μειονότητας, σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι δύναμης. Η τελική και κορυφαία ανατροπή αποκαλύπτει ότι ο πραγματικός υποψήφιος ήταν εξ αρχής μόνον ένας, ο αδυσώπητος και κυνικός Φερνάντο, ανταποκρινόμενος στις δοκιμασίες των «καμουφλαρισμένων» τριών μελών της κριτικής επιτροπής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της «συνέντευξης» ο υποψήφιος αφήνει να ξεδιπλωθεί ελεύθερα ένας χαρακτήρας υστερόβουλος, οπορτουνιστικός κι απάνθρωπος. Έτσι, οδηγείται στην κατάρρευση όταν αργότερα πέφτουν οι μάσκες, καθώς εκείνος έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα και τον ίδιο του τον εαυτό και βιώνει τη γενική απόρριψη.

Το έργο, τοποθετημένο στο σύγχρονο φόντο μιας πολυεθνικής εταιρείας με όσα αυτή συμβολίζει, θίγει τη σύγχρονη πραγματικότητα ενός αγώνα δίχως όρια για την κατάκτηση όχι μόνο μιας θέσης εργασίας, αλλά οποιουδήποτε στόχου του σημερινού ανθρώπου. Σε ένα εργασιακό περιβάλλον κι έναν κόσμο απάνθρωπα σκληρό κι έντονα ανταγωνιστικό, γίνονται θεμιτά ακόμη και τα αθέμιτα μέσα, με στόχο την επικράτηση του ισχυρού. Το γεγονός ότι ο αδίστακτος είναι ο τελικός χαμένος δίνει φαινομενικά ένα μήνυμα αισιόδοξο. Είναι όμως όντως έτσι; Δεν τον απέρριψε η επιτροπή γιατί αναζητούσε μια δυναμική προσωπικότητα, ενώ ο Φερνάντο, ερχόμενος αντιμέτωπος με το πραγματικό του Εγώ, κατέρρευσε; Μήπως, επομένως, η επιτροπή προσδοκούσε, συγχωρούσε και κατ’ επέκταση προσλάμβανε έναν Φερνάντο που θα υπεράσπιζε μέχρι τέλους τους βάναυσους τρόπους του εις απόδειξιν δυναμικότητας και μιας κακώς νοούμενης συνέπειας; Μήπως, εν τέλει, το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η παντί τω τρόπω ηγετική φυσιογνωμία, ακόμη και η απόλυτα αδίστακτη; Ο Φερνάντο δεν απορρίφτηκε λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του, αλλά γιατί συνεθλίβη υπό το βάρος της –ο σκληρός λύγισε.

Συστατικό στοιχείο του έργου είναι το παιχνίδι, παρόν σε όλα τα έργα του Γκαλθεράν, με άλλα λόγια, η συνεχής ανατροπή. Το παιχνίδι αυτό ομολογουμένως συντελείται με αρκετή δόση χιούμορ, γεγονός που ελαφρύνει το μεγάλο συναισθηματικό βάρος που θα είχε μια παράσταση με το αυτό περιεχόμενο και ζητούμενο, ελλείψει όμως του εν λόγω μέσου αποφορτισμού. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί προκειμένου το έργο να χαρακτηριστεί κωμωδία. Αντιθέτως, πρόκειται μάλλον για ψυχολογικό θρίλερ, καθώς φορτίζει έντονα –συχνά δε αρνητικά– το θεατή, ο οποίος γίνεται μάρτυρας πλείστων προσβολών, κακοηθιών κι αμφιβολιών, μέσα σ’ ένα γενικότερο κλίμα δυσπιστίας κι αγωνίας. Πρόκειται επιπλέον για ένα παιχνίδι ανατροπών, συνεχές κι ανηλεές, που κάνει στο τέλος τα πάντα να μοιάζουν πιθανά και δυνατά. Ίσως αυτή να φτάνει να γίνεται αδυναμία του έργου, καθώς, μετά τις τόσες ανατροπές, η κεντρική αποκάλυψη των τριών κριτών, αλλά και η ίδια η έκβασή του χάνουν σε βάρος.

Πηγή:
Natural selection: Για τη «Μέθοδο Γκρόνχολμ» στο Θέατρο Άνεσις

https://www.lifo.gr/guide/theater_reviews/22

Natural selection: Για τη «Μέθοδο Γκρόνχολμ» στο Θέατρο Άνεσις
Η «Μέθοδος Γκρόνχολμ» είναι μια χορταστική παράσταση που αναδεικνύει ένα ευφυέστατο έργο, καλώντας σε να φανερώσ…

Εκτέλεση στην Σαϊγκόν: Η αποτύπωση μιας εν ψυχρώ εκτέλεση

Ο Έντι Άνταμς γεννήθηκε στις 22 Ιούνιο του 1933 στην Πενσυλβάνια και είναι Αμερικανός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ, γνωστός για τις φωτογραφίες διασήμων, πολιτικών καθώς και για την κάλυψη 13 πολέμων. Έχει κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ για την φωτογραφία του “Εκτέλεση στην Σαϊγκόν”. Πέθανε το 2004 στην Νέα Υόρκη.

Ο άνθρωπος που τράβηξε τη σκανδάλη ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας της Σαϊγκόν, στρατηγός Νκγουιέν Νγκοκ Λόαν και αργότερα υποστήριξε πως το θύμα είχε σκοτώσει την οικογένεια ενός από τους αξιωματικούς του. Οι ισχυρισμοί του ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν πως ο μόνος λόγος για αυτή την εν ψυχρώ εκτέλεση ήταν για να προσφέρει ένα θέαμα στα τηλεοπτικά συνεργεία και τους φωτογράφους που βρίσκονταν στο σημείο.

Η φωτογραφία του Άνταμς έγινε πρωτοσέλιδο σε όλες τις μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες και βραβεύτηκε με Πούλιτζερ ενώ η ιστορική της αξίας έγκειται στο ότι η φωτογραφία αυτή επιβεβαίωνε την εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ υποστήριζαν τους λάθος ανθρώπους στο Βιετνάμ. Και έτσι η αμφισβήτηση των επιλογών της κυβέρνησης των ΗΠΑ έγινα ακόμη πιο έντονη.


Όσο για τον φωτογράφο; Αυτός δηλώνει μετανοιωμένος για την φωτογραφία. Μέχρι το 2004 οπότε πέθανε, δήλωνε πως η φωτογραφία του χωρίς τα συμφραζόμενα δεν είναι παρά η «μισή αλήθεια». Όπως έλεγε: «ο στρατηγός σκότωσε τον Βιετκόνγκ και εγώ με την κάμερά μου τον στρατηγό».

Ο δε στρατηγός μετά την ήττα των Αμερικανών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ ενώ το αίτημα να παραπεμφθεί σε δίκη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν καρποφόρησε. Ο πρώην στρατηγός άνοιξε πιτσαρία στην Βιρτζίνια αλλά έκλεισε όταν έγινε γνωστό ποιος ήταν. Πέθανε το 1998, στα 67 του χρόνια από καρκίνο.

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ίσως η μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Θεωρητικά η μάχη ήταν μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού του Βιετνάμ (Βόρειο Βιετνάμ) και της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νότιο Βιετνάμ). Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας πόλεμος μέσω αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, ένας από τους πολλούς που έγιναν λόγω της απροθυμίας των υπερδυνάμεων να εμπλακούν σε απευθείας πόλεμο μεταξύ τους που ίσως θα κατέληγε σε πυρηνική καταστροφή.

Ο πόλεμος του Βιετνάμ υπήρξε μια από τις πιο θανατηφόρες πολεμικές συγκρούσεις τα αποτελέσματά της οποίας ήταν τραγικά. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων του πολέμου ποικίλουν καθώς η καταγραφή ενός ακριβή αριθμού ήταν αδύνατη.
Παρόλα αυτά, μια εκτενής έρευνα του καθηγητή R. J. Rummel εκτιμά πως οι θάνατοι στο Βιετνάμ ανήλθαν στους 3.595.000 ανθρώπους. Εκ των οποίων τα 2 εκατομμύρια ήταν άμαχοι πολίτες και κυρίως γυναικόπαιδα, ενώ 1.595.000 ήταν στρατιώτες.

Ένας από τους 2 εκατομμύρια αμάχους που πέθαναν ήταν και ο άνδρας της φωτογραφίας.

Πηγές:

Wikipedia

Huffingtonpost

Τα Χρόνια της Αθωότητας: ένα έπος του Σκορσέζε για τον αρνούμενο έρωτα

Μια ταινία που πολύ πρόσφατα ανακάλυψα παρά την υψηλή δημοτικότητα της, το αξιόλογο καστ της, το έμπειρο βλέμμα του Σκορσέζε και το γεγονός ότι βασίστηκε σε ένα υπέροχο βιβλίο, είναι “Τα Χρόνια της Αθωότητας”.

Η σκηνοθετική ματιά που όπως πάντα είναι τόσο άρτια που αψηφά κάνεις την καθόλου αμελητέα διάρκεια της ταινίας, τα υπέροχα κουστούμια εποχής, τα αριστοκρατικά σκηνικά αποδίδουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το κλίμα της εποχής και τοποθετούν όμορφα τους πρωταγωνιστές μέσα σε αυτό.

Ίσως η ερμηνεία που ξεχώρισε περισσότερο, διότι απέδωσε το χαρακτήρα όπως θα τον είχε φανταστεί ο αναγνώστης του βιβλίου ήταν η εξαιρετική Ουινόνα Ράιντερ, που υποδύεται την αρραβωνιαστικιά του πρωταγωνιστή Ντάνιελ Ντέι Λούις. Ο τελευταίος παρότι σε κάθε ρόλο που διαδραματίζει είναι μοναδικός σε αυτόν δεν κατάφερε να μας αποδώσει την απόγνωση που ζει ο χαρακτήρες που ενσαρκώνει. Ομοίως και η Μισέλ Φάιφερ που αν και η φυσιογνωμία είναι η καταλληλότερη για την ηρωίδα, η ηθοποιία της δεν είναι τόσο πειστική. Ωστόσο, αυτά είναι αμελητέα μπρος στην γρήγορη πλοκή του έργου, στο συναισθηματικού του υπόβαθρο και στην ηθογραφία των πρωταγωνιστών. Αυτοί μοιάζουν σαν πιόνια μιας σκακιέρα που κινούν άλλοι. Αυτοί οι άλλοι είναι κάποιες φορές οι συγγενείς, κάποιες φορές τα ήθη της εποχής και η κοινωνία που τους πλαισιώνει.

Η υπόθεση

Στο έργο δημιουργείται ένα κατ΄αρχάς χαμηλών τόνων τρίγωνο ερωτευμένων νέων εικοσιδύο έως τριάντα χρόνων και ονομάζει τα χρόνια τους χρόνια αθωότητας θέλοντας να τονίσει την δική τους εκείνη αθωότητα/συμμόρφωση στους τύπους που αποτελούν την βιτρίνα της τάξης τους που αν και πηγάζει από την πιεστικότητα των κανόνων του περίγυρού τους μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση και συμπεριφορές εναρμονισμένες από μιαν άποψη με την καντιανή αισθητική σε βαθμό που αυτή υπαγορεύει καθοριστικά την στάση τους μετατρέποντάς τους σε ήρωες λογοτεχνίας και μέσα στο ίδιο το μυθιστόρημα,χαρακτήρες μέσα σε χαρακτήρες.

Οι χαρακτήρες

Ο Νιούλαντ Άρτσερ,ένας έξυπνος νεαρός δικηγόρος, η τρυφερή και εκπαιδευμένη για αριστοκρατική σύζυγος μα διόλου χαζή μνηστή του Μέι Ουέλαντ και η ξαδέλφη της,η θλιμμένη ζωντοχήρα κόμισσα Έλεν Ολένσκα, είναι χαρακτήρες παρμένοι γενικά από την αριστοκρατία της εποχής αλλά εντός του μυθιστορήματος της Γουόρτον γίνονται απόλυτα εξαρτημένοι από αυτό το ζητούμενο στο οποίο η συγγραφέας σκοπεύει να φτάσει τσαλακώνοντάς τους και ενεργούν σαν να το γνωρίζουν και μάλιστα να είναι υποχρεωμένοι να τερματίσουν την χάρτινη ζωή τους εντός του.

Ο Άρτσερ ερωτεύεται την Ολένσκα μα δεν θα τολμήσει να έρθει σε σύγκρουση όχι με τον περίγυρο αλλά στην πραγματικότητα με τον ίδιο του τον βολεμένο εαυτό και η Ολένσκα αν και έχει ζήσει στην πιο μποέμικη Ευρώπη και αν και θα θελήσει αρχικά να πάρει διαζύγιο (απλό μα εξωφρενικό για όλους αυτούς)και να ξαναχτίσει την ζωή της δεν τον πιέζει αρκετά, θυσιαζόμενη ή μάλλον ηττημένη από τους συμπαγείς κανόνες μιας κοινωνίας προσκολλημένης σ΄έναν υποκριτικό καθωσπρεπισμό.
Ο καημένος είναι τόσο κολλημένος στην ρευστή έννοια του καθήκοντος με την οποία τον έχουν γαλουχήσει που θα προτιμήσει έναν πληκτικό-όπως ομολογεί αργότερα-γάμο που τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά,όταν πια είναι χήρος και θα του δοθεί η ευκαιρία να ξανασυναντήσει αυτήν την γυναίκα, θα πανικοβληθεί και θα στερήσει από τον εαυτό του την πιθανότητα της ευτυχίας ,την χαρά τού να κάνει κάτι που εκείνος θέλει κι όχι ο περίγυρος τού επιτάσσει, για μια ακόμα φορά.

Αν και κάποιοι που θα δουν την ταινία σίγουρα θα σκεφτούν ότι απέχει πολύ από την εποχή μας, ότι πια ο έρωτας εκφράζεται ελεύθερα ανεξαρτήτως θέσης, τάξης, προσωπικής ζωής, αλλά αρκεί να αλλάξει γνώμη αν αναρωτηθεί πόσες φορές έχει αναγκαστεί να καταπιέσει, να κρύψει να θέσει στο περιθώριο τα αληθινά του συναισθήματα; Η διαχρονική αυτή πτυχή του έργου και του βιβλίου στο οποίο βασίζεται είναι το χαρακτηριστικό που το καθιστά αριστούργημα.

Πηγές:

http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2015/06/blog-post_12.html?m=1

ΤΡΙΤΗ 26/11: ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΛΕΝΑΣ ΚΑΛΛΈΡΓΗ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΣΤΟ ΡΟΥΦ

Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!

Δήμητρα Χριστοδούλου, Λένα Καλλέργη για Τρίτη 26/11!

Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.

Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.

Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.

Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.

Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00

Γενική είσοδος 5€

Ηλεκτρονική προπώληση:

http://www.viva.gr

https://bit.ly/33eo0oH

https://totrenostorouf.gr/

Πληροφορίες:
Αμαξοστοιχία-Θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ»
Τηλ. 210 5298922 / 6937 604988
καθημερινά (εκτός Δευτέρας) 10.00–14.00 & 18.00–22.00