Παρά τη γενική πεποίθηση ότι το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ένα από τα πιο πολυδιασκευασμένα στο σινεμά και την τηλεόραση έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η μίνι σειρά των έξι επεισοδίων που φέρει την υπογραφή του BBC είναι μόλις η τρίτη τηλεοπτική μεταφορά του αριστουργήματος του Τολστόι – η πρώτη και πιο διάσημη ήταν το 1971 πάλι από το BBC με πρωταγωνιστή τον Αντονι Χόπκινς και η δεύτερη μια σχετικά άγνωστη μίνι σειρά το 2007 σε ευρωπαϊκή συμπαραγωγή και βάση την Ιταλία.
«Το “Πόλεμος και Ειρήνη” δεν είναι μόνο ένα σπουδαίο βιβλίο. Παρέχει πέρα από αυτό και απίστευτο υλικό για μια τηλεοπτική σειρά. Μια συναρπαστική, αστεία και σπαραξικάρδια ιστορία αγάπης, πολέμου και οικογένειας. Οι χαρακτήρες είναι τόσο φυσικοί, ανθρώπινοι και μπορείς τόσο εύκολα να ταυτιστείς μαζί τους», δηλώνει ο Άντριου Ντέιβις που ανέλαβε όχι μόνο μέρος της παραγωγής αλλά και τη σεναριακή διασκευή του πολυσέλιδου βιβλίου του Λέοντα Τολστόι, έχοντας ήδη διαπρέψει στο «είδος» με τα σενάρια για το κλασικό «House of Cards», το θρυλικό τηλεοπτικό «Pride and Prejudice» του 1995 με τον Κόλιν Φερθ, το «The Line of Beauty» και το «Sense and Sensibility» που έγραψαν τη δική τους τηλεοπτική ιστορία.
Ο Άντριου Ντέιβις ομολογεί ότι διάβασε το βιβλίο του Τολστόι, μόνο αφού το BBC του πρότεινε να αναλάβει τη μεταφορά.
«Δεν το είχα διαβάσει ποτέ πριν. Το κρατούσα για την κατάλληλη στιγμή. Με εξέπληξε απόλυτα η αίσθηση του πόσο φρέσκο, ζωντανό και μοντέρνο μου φάνηκε. Αν αφαιρέσεις τα κομμάτια στα οποία ο Τολστόι διαπραγματεύεται με τον εαυτό του θεωρίες γύρω από την Ιστορία , αυτό που μένει είναι μια ολοζώντανη, αστεία και πολύ συγκινητική πλοκή με πραγματικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Το ερωτεύτηκα.»
Με γυρίσματα σε τρεις χώρες και δύο χρόνια προετοιμασίας , η σειρά ευτύχησε όχι μόνο να είναι μια παραγωγή του BBC – με ό,τι αυτό σημαίνει για την προσοχή στη λεπτομέρεια και την πιστή απόδοση του κλασικού κειμένου – αλλά και να συγκεντρώσει ένα καστ ηθοποιών που μοιάζουν να περίμεναν εδώ και καιρό τη στιγμή που θα υποδύονταν τους χαρακτήρες του Τολστόι. Με την σκηνοθετική μαεστρία του Τομ Χάρπερ και μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, το “Πόλεμος και Ειρήνη” αναδεικνύεται σε μία σειρά που μετά το Downton Abbey, επιβεβαιώνει ότι οι Βρετανοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα να γυρνούν σειρές εποχής.
Τη Νατάσα Ρόστοβα (αυτή που ο Άντριου Ντέιβις θεωρεί την πιο αγαπητή ηρωίδα της παγκόσμιας λογοτεχνίας – ακόμη περισσότερο και από την Ελίζαμπεθ Μπένετ του «Περηφάνεια και Προκατάληψη» της Τζέιν Οστεν) υποδύεται η Λίλι Τζέιμς που τη θυμάστε όλοι από το «Cinderella» του Κένεθ Μπράνα, αλλά και το μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο της στο «Downton Abbey». Τον Πιερ Μπεζούκοφ υποδύεται ο Πολ Ντέινο – ένας από τους σπουδαιότερους και πιο αθόρυβους νέους ηθοποιούς (θυμηθείτε τον στο «There Will Be Blood» του Πολ Τόμας Αντερσον ή ως Μπραίαν Γουίλσον στο «Love & Mercy»). Τον Αντρέι Μπολόνσκι υποδύεται ο ανερχόμενος Τζέιμς Νόρτον, ενώ τη νέα φρουρά ηθοποιών φωτίζουν με την εμπειρία τους μερικοί από τους πιο σπουδαίους βετεράνους του σινεμά και της τηλεόρασης: ο Στίβεν Ρία, ο Μπράιαν Κοξ, η Γκρέτα Σκάκι, η Τζίλιαν Αντερον και ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ.
Μιλάμε για μια εποχή με πρίγκηπες και ευγενείς, μια εποχή πολέμων, μια εποχή αναγέννησης και διαφωτισμού σε κάποια κομμάτια της Ευρώπης. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο, αναρωτιέσαι πώς θα ήταν να ζει κανείς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για μία πολύ ρεαλιστική απόδοση του κλίματος της εποχής, με σκηνοθεσία που σε κάνει να νιώθεις κοινωνός εκείνης της ζωής.
Μιας ζωής που μοιάζει ανώφελη και μάταια. Μέσα στα πλούτη και τη χλιδή από τη μία και στη δείνη ενός παράλογου πολέμου από την άλλη. Ο Ναπολέων προελαύνει στα εδάφη της Ρωσίας και εμείς, από τη μεριά των Ρώσων, παρακολουθούμε τις εξελίξεις του 1805.
Ο νεαρός Πιερ είναι o κεντρικός μας ήρωας. Αντικομφορμιστής, έτοιμος να διακηρύξει τις αλήθειες της Γαλλικής επανάστασης και στην πατρίδα του, παγιδεύεται στα πλούτη και την αριστοκρατική ζωή των Ρώσων ευγενών. Με την πανέμορφη Τίπενς Μίντλετον να τυλίγει τα δίχτυα της γύρω του και την επίσης υπέροχη Λίλυ Τζέημς να μοιάζει η μόνη σανίδα σωτηρίας του.
Το να μεταφέρεις ένα κλασσικό βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην τηλεόραση περιλαμβάνει μερικές αντικειμενικές δυσκολίες. Πρώτον, δεν μπορείς να συμπεριλάβεις όλες τις λεπτομέρειες αν είναι μεγάλο, ή θα πρέπει να προσθέσεις πράγματα από το μυαλό σου αν το υλικό δεν σε καλύπτει τόσο. Δεύτερον, κάποια πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα να τα δεχτεί η τηλεόραση, οπότε θα πρέπει να αλλάξεις στοιχεία της ιστορίας. Στο “Πόλεμος και Ειρήνη” το έκαναν και εν τέλει τα κατάφεραν καλά. Κατόρθωσε να αναδείξει την υψηλότερη αισθητική που χαρακτηρίζει για χρόνια το BBC, με την οσμή της ιστορικής εποχής του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Η σειρά αυτή καταφέρνει να αφηγηθεί με πολύ ρεαλιστικό τρόπο τις ανησυχίες, τα προβλήματα και τα αδιανόητα για την εποχή μας διλλήματα ενός κόσμου πλασμένου στη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη.
Εκτός από το ότι αξίζει να τη δει κανείς για να πάρει μια γεύση από τον αγαπημένο αυτό συγγραφέα, η σειρά είναι καλοστημένη, προσεγμένη, με εξαιρετικές ερμηνείες. Γενικά αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια για παραγωγή ενός ποιοτικού θεάματος για τους λάτρεις των σειρών εποχής, της ιστορίας, της λογοτεχνίας αλλά και για κάθε θεατή που προτιμά από το να αφιερώσει το χρόνο του γνωρίζοντας τους ανθρώπους μιας μακρινής εποχής, τα πάθη και τις αδυναμίες τους που στην πραγματικότητα είναι τόσο κοντινά όσο δεν φαντάζεται! Την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Μιχάλης και Μυρσίνη Γκανά για 19/11!
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Τίτος Πατρίκιος και Μαρία Πατακιά για Τρίτη 12/11!
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019
Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Πρόσφατα είχα την τύχη να παρακολουθήσω στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης δύο εξαιρετικές παραστάσεις, μεταφορές επί σκηνής των έργων του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι “Οι Δαιμονισμένοι” και “Ο Μέγας Ιεροεξεταστής” σε επιμέλεια, διασκευή και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Χατζή. Σε συνδυασμό με τη γέννηση σαν σήμερα του συγγραφέα, που χάρισε απλόχερα την αφορμή, η θεατρική μας στήλη θα κάνει λόγο για δυο αριστουργήματα της λογοτεχνίας που έχουν πολλές φορές μετατραπεί σε αριστουργήματα του θεατρικού θεάματος. Ας δούμε λίγο ξεχωριστά τα δύο αυτά έργα, όσο γίνεται από θεατρική πάρα από λογοτεχνική σκοπιά, τους χαρακτήρες που διαγράφονται και τα μηνύματα που περνούν στον εκαστασιασμένο θεατή ή αναγνώστη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι άλλα έργα του Ντοστογιέφσκι βλέπουμε πιο συχνά να μεταπηδούν από τις σελίδες των βιβλίων στην αυλαία του θεάτρου. Τέτοια είναι ο Παίκτης, το Όνειρο ενός γελοίου, Έγκλημα και Τιμωρία, ακόμα και το Υπόγειο. Ίσως αυτό που καθιστά δυσχερή και έτσι όχι τόσο συχνή την απόδοση του έργου του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο να μην είναι μόνο ο πυκνός του λόγος, αλλά το έντονο συναισθηματικό υπόβαθρο, η εσωτερική ταραχή που βασανίζει τους ήρωες, η υπαρξιακή αγωνία, τα φιλοσοφικά ερωτήματα που παραπέμπουν σε μια αρχαία τραγωδία, χωρίς να διαθέτουν όμως την αμεσότητα της που βοηθά τον θεατή να πλησιάσει την κάθαρση. τα μηνύματα του Ρώσου συγγραφέα, λόγω της θεολογικής, της στοχαστικής τους διάθεσης, καταλήγουν δυσνόητα και απαιτούν μια αντίληψη διαφορετική και μια οπτική ανοικτή.
Τα δύο αυτά συνιστούν έργα της τελευταίας περιόδου και της απόλυτης ωριμότητας του συγγραφέα. Στο μύθο του μεγάλου Ιεροεξεταστή (απόσπασμα που ο συγγραφέας ενέταξε αργότερα στο πιο ολοκληρωμένο του έργο: τους Αδελφούς Καραμαζώφ), ο Ντοστογιέφσκι εκφράζει τα αγωνιώδη ερωτήματα που τον τυραννούν: Τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας, της βούλησης, της πίστης, της ύπαρξης του θείου, της ομορφιάς, της αγάπης. Της ανθρώπινης διαφθοράς. Της πραγματικής δύναμης του ανθρώπου. Θεός-άνθρωπος ή άνθρωπος-θεός; Μεγάλα, καίρια ερωτήματα με τα οποία η σύγχρονη ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη. Ο άνθρωπος ως θύμα και ως θύτης. Σε αυτές τις ιδέες εμπεριέχεται η φιλοσοφία του συγγραφέα, σε αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί απεγνωσμένα να δώσει μια απάντηση. Το καταφέρνει; Αυτό θα κληθεί να το κρίνει μόνο ο θεατής.
Παραστάσεις “Δαιμονισμένοι” και “Μέγας Ιεροεξεταστής” στο ΙΜΚ
Οι ιστορίες
Οι δαιμονισμένοι
Από την ομότιτλη σειρά
Το έργο αυτό ξεκίνησε να γράφεται το 1869 απ ‘τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και ολοκληρώθηκε το 1872. Θεωρείται μέχρι σήμερα ένα απ΄τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και όχι άδικα, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του. Ο Ντοστογιέφσκι είναι αντιπροσωπευτική προσωπικότητα της εξαιρετικής περιόδου που υπήρξε για τη Ρωσία το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μιας περιόδου κατά την οποία η κίνηση των ιδεών, η ανάπτυξη μιας κοινωνικής συνείδησης ευαίσθητης στις εξελίξεις, η αναζήτηση της αλήθειας και της ομορφιάς, όλα καθρεπτίζονται σε μια λογοτεχνία εξαιρετικά προβληματισμένη και πλούσια σε ανθρωπιά. Οι διάλογοι περί αυτοκτονίας, περί θρησκείας, περί έρωτα, περί Καλού και Κακού αποτελούν συζήματα, τα οποία διαβάζονται άνετα και από τον πλέον απαίδευτο αναγνώστη. Αξίζει, λοιπόν, ν’ αφιερωθούν λίγες ώρες για την ανάγνωση των εξαιρετικών δημιουργημάτων αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη. Έτσι, σύμφωνα με τις πηγές της βιογραφίας του, το έργο γράφτηκε υπό συνθήκες εξαθλίωσης και ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ο Ντοστογιέφσκι αρνήθηκε να τελειώσει το έργο αν δεν επέστρεφε στην πατρίδα του. Έτσι, ο εκδότης του φρόντισε για την επιστροφή του και για την προώθηση του βιβλίου, οργανώνοντας δημόσιες αναγνώσεις αποσπασμάτων παλαιότερων έργων του. Εν συνεχεία, και ενώ ο Ντοστογιέφσκι είχε συλλάβει τον επόμενο ήρωα του μυθιστορήματος εν ονόματι Η ζωή ενός μεγάλου αμαρτωλού, κάποιο εντυπωσιακό δημοσίευμα στις εφημερίδες άλλαξε άρδην την σκέψη του. Τη βασική πλοκή για τους Δαιμονισμένους την εμπνεύστηκε απ’τη δολοφονία ενός φοιτητή στη Μόσχα. Αιτία για τη δολοφονία στάθηκε η υποψία κάποιων συμφοιτητών του πως θα τους πρόδιδε. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις 700 περίπου σελίδες του μυθιστορήματος στηρίζονται σε αληθινά περιστατικά της εποχής που συντάραξαν τον συγγραφέα.
Να σημειωθεί ότι, τη δεκαετία 1860-1870 ακμάζει το κίνημα του Μηδενισμού, γεγονός καταλυτικής σημασίας, όπως αποδείχτηκε, για τον Ντοστογιέφσκι. Η δολοφονία του φοιτητή Ιβανόφ διαπράχθηκε από την οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση» που καθοδηγείτο από τον Νιετσάγεφ, πνευματικό τέκνο του πατριάρχη του αναρχισμού Μπακούνιν, και συγγραφέα της «Κατήχησης ενός Επαναστάτη», ενός βιβλίου που επηρέασε τις «τρομοκρατικές οργανώσεις» του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα (Ερυθρές Ταξιαρχίες,Μπάαντερ-Μάϊνχοφ κλπ).
Στους δαιμονισμένους δε συναντά κανείς μόνο έναν συγγραφέα ικανό να πλάσει αληθινούς ήρωες αλλά και έναν διανοητή που στέκει πιο πάνω από την εποχή του και με προφητική οξυδέρκεια προβλέπει όχι μόνο όσα ακολούθησαν στη δική του Ρωσία, αλλά και όσα ζούμε στη σημερινή Ελλάδα και στο σημερινό κόσμο.
Πρόκειται για ένα έργο που ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή φτάνοντας σε βάθη δυσθεώρητα και συγχρόνως κατέχει μια σημαντική πολιτική διάσταση.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει τους χαρακτήρες με τόση λεπτομέρεια και ρεαλισμό, που νομίζεις ότι είναι πραγματικά πρόσωπα και εκείνος μπόρεσε με μια υπερφυσική δύναμη να δει και να καταγράψει κάθε κίνηση του σώματος και της ψυχής τους. Έπειτα, η ασυνήθιστη, δαιδαλώδης πλοκή του απεικονίζει μια ολόκληρη κοινωνία στην επαρχία της τσαρικής Ρωσίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, περιλαμβάνοντας και συνδέοντας μεταξύ τους από τον ευσεβή εργάτη και τη φτωχή κοπέλα με τα διανοητικά προβλήματα μέχρι την αριστοκράτισσα που βαριέται και τον άβουλο νομάρχη. Το μυθιστόρημα δεν έχει θετικό ήρωα, εκτός αν δώσουμε αυτό το ρόλο στον καλοσυνάτο Σάτοβ. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του είναι αρνητικοί και ο τίτλος «Δαιμονισμένοι» τους ταιριάζει παρόλο που δεν έχουν κοινούς στόχους.
Η προφητική, διαχρονική δύναμη του έργου έγκειται στο ότι προειδοποιεί για τις καταστροφικές συνέπειες του μηδενισμού. Ο Ντοστογιέβσκι προέβλεψε τι θα έκαναν μετά από δεκαετίες οι ριζοσπάστες μηδενιστές της εποχής του όταν έπαιρναν την εξουσία και δοκίμαζαν να αναδιοργανώσουν την κοινωνία με βάση τα πιστεύω τους. Κατάλαβε ότι άνθρωποι που μισούσαν το χριστιανισμό αναπόφευκτα θα στρέφονταν ενάντια σε εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία στο χριστιανισμό, το Πρόσωπο. Όσο προχωράει η αφήγηση η ένταση ανεβαίνει καθώς η ηθική σαπίλα επεκτείνεται παίρνοντας διάφορες μορφές, όπως ο ηδονισμός και η επιθετικότητα του αριστοκράτη Σταυρόγκιν, η φονική μανία του Στεπάνοβιτς και ο παρασιτισμός του «διανοούμενου» Καρμάζινοβ.
Εμπνεόμενος από τη λαϊκή ορθόδοξη παράδοση, ο συγγραφέας διατηρεί μια αισιοδοξία και προτείνει διέξοδο σωτηρίας από την απουσία νοήματος και τον υλισμό που διάβρωνε τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της χώρας του. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δική του επανάσταση ενάντια στα πάθη του για να γλιτώσει την άβυσσο. Από αυτή την άποψη, ο διάλογος του Σταυρόγκιν με το μοναχό Τύχωνα είναι μνημειώδης.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής
Η διφορούμενη στάση του συγγραφέα απέναντι στη θρησκεία αναβλύζει έντονα από το τέταρτο κεφάλαιο των «Αδερφών Καραμαζόφ» το οποίο έχει ανεβεί σαν χωριστό θεατρικό έργο άπειρες φορές σε όλο τον κόσμο: ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, ένας λίβελος εναντίον του Χριστού, στο οποίο τίθεται και το ζήτημα της ανάγκης της θρησκείας. Σε κάποιες σημειώσεις του, ο Ντοστογιέφσκι είχε γράψει: «Η Δύση έχασε το Χριστό από λάθος του καθολικισμού, γι’ αυτό και μόνο το λόγο η Δύση σιγοπεθαίνει» (στο Μάρκου Αυγέρη, «Ξένοι Λογοτέχνες», σελ. 67/68). Με τον «Μεγάλο Ιεροεξεταστή» ο αναγνώστης μεταφέρεται στο Μεσαίωνα και η Ιερά Εξέταση είναι στις δόξες της. Ο Χριστός κατεβαίνει ξανά στη γη για να κάνει θαύματα. Όμως, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής έχει πια την εξουσία στα χέρια του και καθορίζει την πολιτική, κοινωνική και ηθική τάξη. Διατάζει λοιπόν, το Χριστό, να φύγει κατηγορώντας τον ότι δεν έκρινε σωστά τους ανθρώπους δίνοντάς τους την ελευθερία να επιλέξουν ανάμεσα στο κακό και το καλό. Του υπενθυμίζει επίσης ότι πλέον οι ιερείς έχουν αναλάβει το έργο του. Εκτυλίσσεται ένας έντονος διάλογος ανάμεσα στο Χριστό και τον Ιεροεξεταστή, στον οποίο κατηγορείται ο Χριστός ότι χάλασε την οργανωμένη πνευματική και ηθική τάξη πραγμάτων δημιουργημένη από την Καθολική Εκκλησία για τη σωτηρία των ανθρώπων. Συμπεραίνει λοιπόν ότι ο Χριστός πρέπει να σταυρωθεί ξανά. Σύμφωνα με τον Μάρκο Αυγέρη, ο Ντοστογιέφσκι δεν μπορούσε ποτέ να απαλλαχτεί από την ιδεολογία της απολυταρχικής Ρωσίας και βλέπει τη ζωή σαν θρησκευτική τραγωδία, σαν μια θεοδικία τελικά, στην οποία δοκιμάζεται ο άνθρωπος. Ο χριστιανισμός του Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίστηκε από τον θαυμαστή του, το φιλόσοφο Νικολάι Μπερντιάεφ, ως «αναρχικός».
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι είναι μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση, που ωστόσο επιτηρεί ολόκληρη την αφήγηση των Αδελφών Καραμάζωφ, όχι μόνο επειδή είναι μια σπάνια αφηγηματική κορύφωση, αλλά κυρίως επειδή συγκροτεί τον πυρήνα της αφήγησης, ο οποίος ως κεντρική θεματική ερμηνεύει τα επιμέρους αφηγηματικά στοιχεία των Αδελφών Καραμάζωφ, και μέσω της ερμηνείας τα παρασύρει προς τον δικό του δρόμο, προς το δικό του ύφος και ήθος. Αυτό το ύφος και αυτό το ήθος εντυλίσσονται γύρω από το κομβικό, αγωνιακό πρόβλημα της ελευθερίας, το οποίο τυραννά τον Ντοστογιέφσκι σε όλο το έργο του. Μιας ελευθερίας που είναι φάντασμα ελευθερίας μέσα στην ανθρώπινη ανελευθερία ή καλύτερα μια προσομοίωση ελευθερίας, όταν το ανθρώπινο δράμα παίζεται κατακόρυφα, ανάμεσα στο βασίλειο του Θεού και στο βασίλειο του Διαβόλου. Πρόκειται μήπως για την ελευθερία του Θεού ή για την ελευθερία του ανθρώπου; Ποιος εντέλει ηγείται του δράματος της ελευθερίας και ποιος ακολουθεί;
Ο Νικόλας Μπερντιάγιεφ έχει ήδη θέσει τις βασικές προκείμενες για την εναγώνια προσπάθεια του Ντοστογιέφσκι να βιώσει το ερώτημα και να το αποδώσει βιωματικά, φανερώνοντας και συγχρόνως αποκρύπτοντας τη βαθύτατη ουσία του, ακροβατώντας πάνω στην κατακόρυφο μεταξύ ελευθερίας και ανελευθερίας, μεταξύ Θεού και ανθρώπου. “Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής”, γράφει ο Μπερντιάγιεφ, “δεν πιστεύει στον Θεό ούτε και στον άνθρωπο. Είναι δυο πλευρές μιας και της αυτής πίστης. Όποιος έχει χάσει την πίστη του στον Θεό δεν μπορεί να πιστεύει ούτε και στον άνθρωπο […].
Ο άνθρωπος, κατ’ αυτόν, δεν είναι ικανός να υποστεί τη μεγάλη δοκιμασία των πνευματικών δυνάμεων, της πνευματικής του ελευθερίας και της κλίσης του να ακολουθήσει μια ανώτερη και υψηλότερη ζωή […]. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής αντιτίθεται, εναντίον του Θεού εν ονόματι του ανθρώπου, ενός οποιουδήποτε ελαχίστου ανθρώπου, στον οποίο τόσο λίγο πιστεύει όσο και στον Θεό. Εν προκειμένω η τραγωδία είναι βαθιά”.
Η θέση του Μπερντιάγιεφ ενισχύεται ασφαλώς από όσα ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής αποκαλύπτει στον λόγο του. Από την άκαμπτη λογική αλήθεια, την οποία ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα του, ότι «δεν υπάρχει πιο ακατάπαυστη και πιο βασανιστική φροντίδα για τον άνθρωπο, όταν μένει ελεύθερος, παρά πώς να βρει όσο γίνεται γρηγορότερα κάποιον να προσκυνάει. Μα ο άνθρωπος θέλει να προσκυνήσει κάτι που είναι αναμφισβήτητο, τόσο αναμφισβήτητο που όλοι οι άνθρωποι να συμφωνήσουν μονομιάς πως πρέπει να το προσκυνήσουν». Αυτή η άκαμπτη λογική είναι βέβαια εναντίον του Θεού∙ είναι όμως εξίσου και εναντίον του ανθρώπου. Ωστόσο, το βάρος πέφτει στον Θεό και όχι στον άνθρωπο. Ο Θεός είναι που απαιτεί από τον άνθρωπο την ανέφικτη γι’ αυτόν ελευθερία, και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται αρνητικά, αφού γι’ αυτόν η ελευθερία είναι αδύνατη, μιας και η φύση του τον οδηγεί στην καθυπόταξή του σε κάτι αναμφισβήτητο, στην καθυπόταξή του, δηλαδή, σε μια υποτέλεια προς το αδιαμφισβήτητο, προς το χειροπιαστό και το βέβαιο. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει την ελευθερία∙ γι’ αυτόν η ελευθερία είναι ένα φάντασμα που επικρέμαται απειλητικά πάνω στο πεπρωμένο του, που τον καταβάλει. Έτσι η ανθρώπινη τραγωδία είναι βαθύτατη.
Και ο Θεός; Είναι ελεύθερος; Για τον Ντοστογιέφσκι, η απόλυτη ελευθερία είναι η αγάπη και η ομορφιά της αγάπης. Όμως ο Θεός δεν είναι ελεύθερος, αφού δεν αγαπά τον άνθρωπο. Δεν εκδηλώνεται, δηλαδή, στον άνθρωπο με την αγάπη εκείνη που θα ήταν η ελευθερία του ανθρώπου και όχι η καθυπόταξή του στο φάντασμα της ελευθερίας, το οποίο ο Θεός φορτώνει στους ώμους του ανθρώπου. Για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Μπερντιάγιεφ, “ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής απαγγέλλει την κατηγορία κατά του Χριστού: πιστεύει ότι ο Χριστός δεν αγαπά τους ανθρώπους, αφού τους φορτώνει με αυτό το βάρος της ελευθερίας που ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνάμεις”. Εδώ, το αδιέξοδο Θεού και ανθρώπου φανερώνεται δραματικά, αφού δεν φαίνεται να υπάρχει οδός που να οδηγεί, μέσω της ελευθερίας, από τον Θεό στον άνθρωπο και από τον άνθρωπο στον Θεό. Θεός και άνθρωπος εμπλέκονται στην ίδια τραγωδία του πνεύματος, στην ίδια αντίφαση, στην ίδια απροκάλυπτη ανελευθερία. Ο Θεός δεν μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα του και να προσδοκά τη λύτρωση από τον Θεό. Άρα, πρέπει να εξευρεθεί μια δίοδος που να υπερβαίνει το δίλημμα: Θεός-άνθρωπος ή άνθρωπος-Θεός;
Το δίλημμα αποκαλύπτεται από την άκαμπτη λογική αλήθεια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Τι αποκρύπτει όμως ο Ντοστογιέφσκι σε αυτόν τον εσωτερικό μονόλογο, ο οποίος μετατρέπεται σε διάλογο; Ο Μιχαήλ Μπαχτίν μας έχει προειδοποιήσει ότι στον ιδεολογικό λόγο του Ιβάν Καραμάζωφ «δεν πρόκειται για μια κρίση περί του κόσμου, αλλά για την προσωπική απόρριψη του κόσμου και για την παραίτηση από ό,τι έπλασε ο δημιουργός της Κτίσης. Ο ιδεολογικός λόγος του Ιβάν παίρνει τη μορφή διπλού διαλόγου: στον διάλογο του Ιβάν με τον Αλιόσα εντάσσεται ο διάλογος (ή μάλλον ο μεταμορφωμένος σε διάλογο μονόλογος) του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον Χριστό, τον οποίο έχει συντάξει ο Ιβάν». Η προσωπική απόρριψη του κόσμου αντανακλά στην απόρριψη του Θεού. Διότι μόνο η πλήρης κατάφαση στον κόσμο και η άνευ όρων αποδοχή της Κτίσης είναι δυνατόν να οδηγήσει στον Θεό, αφού Θεός και άνθρωπος είναι παγιδευμένοι εξαιτίας του εξορθολογισμένου ανθρώπου, στη διπλή παγίδα Θεός-άνθρωπος και άνθρωπος-Θεός. Σε οποιαδήποτε απόπειρα διαλεκτικής της σχέσης θεού και ανθρώπου το αδιέξοδο της ελευθερίας είναι προφανές. Αντίθετα, μέσα στην κατάφαση της κτίσης ένα ξέφωτο φανερώνεται∙ ένα ξέφωτο ζωτικό τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τον Θεό.
Για τον Ντοστογιέφσκι, η άκαμπτη λογική αλήθεια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή είναι η αλήθεια του Διαβόλου. Κατά συνέπεια, στην απόπειρα διαλεκτικής σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου αντιστοιχεί η διαλεκτική σχέση Θεού και Διαβόλου, μια σχέση αμφίσημη, σχέση που τελικά εξισώνει τον Θεό με τον Διάβολο, ή καλύτερα μεταμορφώνει τον Θεό σε Διάβολο και τον Διάβολο σε Θεό.
Η Ντοστογιεφσκική λογοθετικότητα αναδεικνύει τους όρους της εξουσιαστικής πρόσληψης της θρησκευτικής πίστης ή της μετουσίωσης της σε κρατική-πολιτική εξουσία χάρη και σε αυτήν ακριβώς την πίστη, ανάγει την ίδια την πίστη σε ιδανικό ‘λάφυρο’ ανά τους αιώνες, απο-καλύπτει τα διάφορα, τα επάλληλα υποστρώματα που διαμεσολαβούν και αποκρύπτουν το καθάριο χριστιανικό νόημα, λειτουργεί όχι ως δύσκολος πολέμιος της προόδου της επιστήμης και του ορθολογισμού, αλλά ως προδρομικός δείκτης της ‘τεχνο-ηθικής’, εξεγειρόμενος συνάμα εναντίον των συμβάσεων: εντός της λέξης, η ίδια η καθαρότητα της.. ‘Διεισδυτικός’, ετερο-αναφορικός, επιχειρεί την άρθρωση του πολιτικού εντός ενός συγκεκριμένου αξιακού κώδικα, επιτελεί και επι-φέρει τις προβολές-αναπαραστάσεις του, συγκεκριμενοποιεί το πρόταγμα, την διχογνωμία, την εξέγερση: ποια δύνανται να είναι τα όρια μεταξύ ‘πνεύματος’ της Δικαιοσύνης και δίκαιης, ατομικής, ηθικής πράξης; ποιος συνιστά την ‘ενσάρκωση’ της; ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής ή ο γήινος Ιησούς; Που ενσκήπτει το πολιτικό εντός των συμβολισμών του προτεταμένου δάχτυλου; Καθίσταται η πολιτική εξουσία η νέα καθοδηγητική αρχή; Ο ‘Θεός’ πάνω στο θρόνο των νορμών; Αποτελεί η χριστιανική θρησκεία μία ‘μύηση’ στο όνομα και στη χάρη του; Πως λειτουργεί το ανθρώπινο υποκείμενο ενώπιον της επινόησης; Πως αρθρώνεται η ιδέα-ιδεολογία της υπεροχής; Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς δεν ανακαλύπτει εκ νέου την χριστιανική θρησκεία αλλά ομνύει στο σάρκινο πνεύμα της, σε μία Ρωσικότητα, ή σε μία Ρώσικη (και ευρύτερα) λαϊκότητα του 19ου αιώνα η οποία δύναται να εκβάλλει στο μέσον: ποια είναι η ‘βασιλική οδός’ για την αμαρτία’; για την ίδια την δυνατότητα της ‘απολύτρωσης στο ‘τώρα’; Τι σημαίνει ένα πρόσωπο δίχως αίμα; Διαμέσου του επεισοδίου του ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαμέσου του ίδιου του Ιεροεξεταστή, αναπλαισιώνει: το ίδιο το πλήθος στο οποίο κηρύττεις την ‘αλήθεια’, μπορεί να τραφεί από την σάρκα σου’.. Πέρα από τις τυπολογίες και τις αναγωγές, ο συγγραφέας ‘καταβυθίζεται’, προσφέρει το σώμα, αναζητεί την δυνατότητα ‘απο-λύτρωσης’ στο ‘σπασμό, σημασιοδοτώντας μία δεύτερη συνάντηση, αυτήν την φορά την συνάντηση των δύο αδελφών Καραμάζοφ, του Ιβάν που έχει μόλις διηγηθεί την ιστορία και του Αλιόσα, εκεί όπου όλη η οικογενειακή γενεαλογία, όλη η ορμή μίας ιστορίας ουσιώδους μαρτυρίας & επίγνωσης, η τραγωδία δίχως νικητές και χαμένους, υποκρύπτεται και φανερώνεται σε μία φράση: «Υπάρχει μια δύναμη που όλα μπορεί να τ’ αντέξει! πρόφερε με μια ψυχρή ειρωνεία ο Ιβάν. Ποια δύναμη; Η δύναμη των Καραμάζοβ… η δύναμη της ποταπότητας των Καραμάζοβ».[2] Μαζί με τον Μέγα Ιεροεξεταστή και τον Ιησού, μέσα στο κελί της φυλακής, μέσα στα ανθρώπινα πάθη και δοκιμές, η μυστηριώδης δύναμη των Καραμάζοφ να ‘εγγίζουν’ το αυτεξούσιο & την αξιοπρέπεια.. Η Ντοστογιεφσκική γραφή προχωρεί προς την κατεύθυνση της ‘μάχης’, της δια-πάλης για το οικείο και το ανοίκειο, μετουσιώνοντας τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην αφήγηση, στο ‘παίγνιο’ του Μεγάλου Ιεροεξεταστή σε ιστορία & σε ιδιαίτερη ατομική ιστορία: διαμέσου αυτού του δικτυωτού πεδίου, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σπεύδει να αισθανθεί και να βιώσει, να φέρει το ίδιον βίωμα, την ‘αυτεπάγγελτη’ κατηγορία σε επίπεδο αναφοράς, εκτατικής αναφοράς.. Για τον συγγραφέα, Θεός καθίσταται η λέξη που προφέρεται δύσκολα, που δια-κρατείται εντόνως την στιγμή της συνάντησης του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον Ιησού, στο κελί της φυλακής.. Εκεί, στο κελί της φυλακής, η λέξη Θεός, φέρει, από την μία πλευρά τις σημάνσεις της προσίδιας δυνατότητας, από την άλλη, της παράταιρης, με τον χώρο, σιωπής. Μίας σιωπής που ανα-καλεί την επιστροφή, την παρουσία μέσα στο πλήθος, την αναπαραγωγή του προτάγματος: ‘είμαι εδώ και για τον φόβο’. Στο επεισόδιο του ‘Μεγάλου Ιεροεξεταστή’, ο Ντοστογιέφσκι μετατοπίζει διαρκώς τα όρια της ευθύνης, επαναπροσδιορίζει τις εκφάνσεις της εξαγοράς και της χρηστικότητας, βιώνει τις ελλειπτικές όψεις της θρησκείας & της χριστιανικής θρησκείας, φέροντας την τσαρική Ρωσία που παλινδρομεί μεταξύ θρησκευτικής-χριστιανικής ‘αγιότητας-ιερότητας’ και Δυτικής ‘προόδου-εξιδανίκευσης’.. Η Ρωσία, από την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων και της Ναπολεόντειας-Γαλλικής εισβολής στη χώρα (που τόσο αδρά σκιαγραφεί ο Λέων Τολστόι στο ‘Πόλεμος και Ειρήνη’), έως την κατάργηση της δουλοπαροικίας, από την εποχή του επάλληλου Τσαρισμού έως την εποχή της Οκτωβριανής επανάστασης του 1917, καθίσταται ‘πεδίο’, τόπος που συμπυκνώνει τις εγκάρσιες τομές και ρήξεις που προσδιόρισαν, συνέθεσαν και ανασυνέθεσαν την ίδια την έννοια-εννοιολόγηση της νεωτερικότητας.. Με έναν σχεδόν Ριτσικό τρόπο βιώματος, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ‘προφέρει’ την ορμή και την ‘θύελλα’, συγκροτώντας τον ‘Μεγάλο Ιεροεξεταστή’, το υποκείμενο που, με συγκρουσιακή δυναμική, πρωτίστως, στοχεύει, ανακρίνει και επιρρίπτει ευθύνες στην κάθε είδους αφέλεια, στην οριακή ‘αδυναμία’ του ιερού.. Και στο μέσον του επεισοδίου, ενσκήπτει η λαϊκότητα στην οποία και απευθύνεται ο Ντοστογιέφσκι.. Μία λαϊκότητα που νοηματοδοτεί και νοηματοδοτείται διαμέσου του ‘επώδυνου’ δρόμου, της πρωταρχικής γραφής: ποιο είναι το δικό της κύρος;.. Τι δύναται να σημάνει, ποια είναι η αθεμιτουργία που αναφέρει ο Ντοστογιέφσκι; η ‘εδαφοποίηση’ και η οικειοποίηση των συμβολισμών για την δόμηση & την διάχυση ενός μιμητικού διδακτισμού’, που, ‘μυώντας’ στις παραδόσεις, τις καθιστά, συνηχήσεις του ‘τώρα’.. Εντός της δεύτερης παράστασης, ο Ντοστογιέφσκι εντυπώνει την φωνή του πλήθους, την υποστασιοποίηση της δεύτερης παρουσίας, της ταπεινής παρουσίας, της φοράς της δοκιμασίας, σε μία λέξη, σε ένα πρωτοφανέρωτο βλέμμα, σε μία πρακτική.. Στις αναπλαισιώσεις του χριστιανικού θαύματος, του χριστιανικού φανερωμένου μυστικισμού, η ‘μύηση’ στη δυνατότητα της επιστροφής, εκεί όπου ο σιωπηλός Ιησούς, την ώρα της κρίσης, λειτουργεί σαν να προφέρει τους στίχους από το ‘Ψαλτήριον’ του Βασιλιά Δαυίδ: «Τας οδούς σου, Κύριε, γνώρισον μοι, και τας τρίβους σου δίδαξον με». Ο Ντοστογιέφσκι προσδιορίζει το πεδίο της σύγκρουσης, συνδιαλέγεται με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δια-κρατεί τους πρωταρχικούς συμβολισμούς του ‘αίματος’, νοηματοδοτεί μία θρησκευτικότητα η οποία εκπίπτει στο τραγικά ανθρώπινο.. Και η στοχαστική-λογοτεχνική του ‘έγνοια’ δύναται να είναι και η απόδοση, οι αναπαραστάσεις στις οποίες προβαίνει η εκάστοτε εξουσία.. Που ενσκήπτει η δια-πάλη αν όχι στην απουσία της ‘προσαρμόσιμης’ λέξης; Ο Ρώσος συγγραφέας ανα-καλεί τους προσίδιους όρους της διαμόρφωσης μίας κουλτούρας που αποκτά έκκεντρη δυναμική: ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, μη λαμβάνοντας προφυλάξεις, τίθεται ενώπιον του κόσμου, εκεί όπου με τον ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαπερνά τις απολήξεις του τυπολογικού δυϊσμού μεταξύ τελετουργίας του καλού και του περιώνυμου κακού, ζώντας, βιώνοντας τον ‘πειρασμό’ της διαρκούς μετωνυμίας, της προσβολής & της προβολής θέσεων, ριζοσπαστικοποιώντας την γραφή έως το πεδίο της κατάκτησης: διότι η δική του λογοτεχνικότητα, όπως εκφράζεται και σε αυτό το τμήμα των ‘Αδελφών Καραμάζοφ’, συνιστά μία ιδιαίτερη κατάκτηση.. Την κατάκτηση του δικαιώματος στο να ακουστεί, να περιβάλλει, να δια-ρρήξει τις εκφάνσεις της λαμπρότητας, μόνος, ενώπιον του πλήθους..
Οι ήρωες
Οι δαιμονισμένοι
Από την ομότιτλη σειρά
Ο Νικολάι Σταβρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό, εμάς άνθρωπος μάλλον όπως όλοι μας. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;
Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.
Και κάπου ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη. Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία. Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση. Και είναι μόνος.
Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα , ο ομώνυμος σοφιστής υποστηρίζει:
« Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι άδικος μπροστά σε άλλους ανθρώπους , τον θεωρούν τρελό και προσπαθούν να τον συνετίσουν.»
Και πιο κάτω:
« Το να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου όταν είσαι άδικος , θεωρείται ξεκάθαρη τρέλα.»
Σ’ αυτήν ακριβώς την τρέλα υποπίπτει ο Σταβρόγκιν. Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας. Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.
Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν; Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.
« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.
Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.
Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα ..Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο. Και μένει μόνος.
Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Σ’ αυτόν εξομολογείται το φριχτό έγκλημα που τον βασανίζει, την αποπλάνηση ενός νεαρού κοριτσιού που το οδήγησε στην αυτοκτονία.
Και στην απορία του για την ψυχραιμία με την οποία ο μοναχός αντιμετωπίζει το έγκλημα , αυτός απαντά:
«Δεν σας κρύβω τίποτα. Με τρομοκράτησε η μεγάλη κούφια δύναμη που μεταβάλλεται εσκεμμένα σε προστυχιά. Όσον αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα ,ε, πολλοί υποπίπτουν στο ίδιο αμάρτημα , αλλά ζουν εν ειρήνη με τη συνείδησή τους και εν ηρεμία γενικώς , θεωρώντας τα μάλιστα όλα αυτά αναπόφευκτα παραπτώματα της νιότης. Υπάρχουν και γέροντες που αμαρτάνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και μάλιστα με ανακούφιση και ευθυμία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοια φρικτά πράγματα. Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπάνια σε παρόμοιο βαθμό.»
«Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος»
Να πού έγκειται η τραγικότητα του Σταβρόγκιν: στην ατελέσφορη προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του την
« ανθρώπινη ουσία» του, στην «κατάρα» αυτήν που τον στοίχειωνε από μικρό παιδί και τον έκανε να νιώθει το βάθος των πραγμάτων , επομένως και τη ματαιότητα τους. Πολύ νωρίς κατάλαβε ότι όλα όσα τον πλήγωναν ήταν μάταια , όπως μάταιος ήταν και ο πόνος του γι’ αυτά.
Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι σημειώνει:
« Πρόκειται για έναν κοινωνικό τύπο, έναν δικό μας τύπο , ρώσικο, του αργόσχολου ανθρώπου , που είναι αργόσχολος, αν και δεν το θέλει , που έχει χάσει κάθε δεσμό με καθετί οικείο και προπάντων την πίστη του, που είναι ακόλαστος από πλήξη, αλλά που ενσυνείδητα καταβάλλει μαρτυρικές προσπάθειες να αναγεννηθεί και να ξαναπιστέψει…Ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει στην πίστη των απλών πιστών και απαιτεί μια πίστη ολοκληρωτική, απόλυτη, διαφορετική..»
Ας ακούσουμε τον ίδιο τον ήρωα σε μια εξομολόγησή του λίγο πριν το τέλος:
«Δεν ελπίζω τίποτα στο Ούρι. Απλώς πηγαίνω. Δεν επέλεξα επίτηδες έναν σκυθρωπό τόπο. Με τη Ρωσία δε με δένει τίποτα, εδώ όλα μου είναι ξένα, όπως και παντού. Στ’ αλήθεια εδώ μου άρεσε να μένω λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα κι εδώ, δεν μπόρεσα να μισήσω τίποτα..»
« Ξέρετε άραγε ότι ακόμα και τους δικούς μας μηδενιστές τους κοίταγα με κακία, από ζήλεια για τις ελπίδες τους; Όμως αδίκως φοβόσασταν :δεν μπορούσα να είμαι σύντροφός τους , διότι δε συμμεριζόμουνα τίποτα.»
« Ακόμη και η άρνηση δεν ξεχείλισε. Όλα πάντα ήταν ρηχά και νωθρά..»
« Ξέρω ότι πρέπει να σκοτώσω τον εαυτό μου, να με σβήσω από προσώπου γης σαν ενοχλητικό έντομο. Αλλά φοβάμαι την αυτοκτονία , γιατί φοβάμαι να επιδείξω γενναιοψυχία. Ξέρω ότι αυτό θα είναι μια ακόμα εξαπάτηση , η τελευταία εξαπάτηση σε μια ατέλειωτη σειρά από εξαπατήσεις. Ποιο το όφελος να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να το παίξεις μεγαλόψυχος; Για μένα δεν μπορούν να υπάρξουν αγανάκτηση και καταισχύνη. Ως εκ τούτου και απόγνωση.»
Ο Σταβρόγκιν είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και αυτή του η αλλοτρίωση τον συνθλίβει. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας απόλυτα σημερινός άνθρωπος.
Ο Νιετσάγεφ που ανάφεραμε παραπάνω χρησίμευσε λοιπόν ως πρότυπο για έναν εκ των κεντρικών χαρακτήρων του μυθιστορήματος, του Πιότρ Στεπάνοβιτς, που γύρω από αυτόν και τον μυστηριώδη Νικολάϊ Σταυρόγκιν εξελίσσεται ουσιαστικά η πλοκή του βιβλίου. Οι δύο «δαιμονικές» αυτές προσωπικότητες νοηματοδοτούν την πλοκή της ιστορίας με διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα σημαντικό τρόπο ο καθένας. Ο Πιότρ Στεπάνοβιτς είναι ένας αδίστακτος μηδενιστής που το μόνο που θέλει είναι η ανατροπή των πάντων και μετέρχεται κάθε μέσου (θεμιτού και αθέμιτου) για να το πετύχει. Δεν διστάζει να δολοφονήσει, να προδώσει, να κλέψει, δολοπλοκεί και συνωμοτεί εναντίον των πάντων. Στον μόνο που δείχνει να υποτάσσεται και να φοβάται είναι ο Σταυρόγκιν.
Γύρω από αυτούς τους δύο χαρακτήρες περιστρέφονται διάφορες φιγούρες με κυριότερους, τον πατέρα του Πιότρ Στεπάνοβιτς, τον Στέπαν Τροφίμοβιτς Βερκχοβένσκη, οι οποίοι με την στάση τους εξέθρεψαν το «τέρας» του μηδενισμού και της τρομοκρατίας στην χώρα. Επίσης, η ομάδα του Πιότρ Στεπάνοβιτς, οι Σιάτωφ, Λιπούτιν, Κυρίλωφ είναι εξαίρετοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες (γνωστή ως «συμμορία των πέντε»). Οι γυναίκες είναι τραγικοί χαρακτήρες σε όλα τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στους Δαιμονισμέμους ακόμα και οι πλέον αχνές μορφές (αυτές που εμφανίζονται σε λίγες σελίδες μόνο, όπως η Ντάσια, η Λίζα και η Μαρία) διακατέχονται από τα πάθη και τς αδυναμίες τους. Ο έρωτας εκτοξεύει στα ύψη την έλξη και την επιθυμία μεταξύ προσώπων. Ένας έρωτας που τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη και αφοσίωση, όπως αυτού μεταξύ του Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερκχοβένσκη και της κ.Σταυρόγκινα, της μητέρα του Σταυρόγκιν, η οποία τρέφει μια άνευ ορίου λατρεία για τον μοναχογιό της.
Ο Γέβνιν, αναλυτής του συγγραφέα, θεωρεί ότι ο Ντοστογιέφσκι είχε ανεβάσει σε επίπεδο γενικής κοσμοθεωρίας τη θρησκευτική κατανόηση της ζωής και ότι «δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η εξέλιξη έφτασε στην ολοκλήρωσή της (με το γράψιμο των «Δαιμονισμένων») την εποχή που ο Ντοστογιέφσκι έμεινε συνέχεια στο εξωτερικό, δηλαδή στα χρόνια 1867-1871. Τότε ήρθε σε στενότερη επαφή, και οξύτερη σύγκρουση, με τον δυτικό-ευρωπαϊκό πολιτισμό παρά στα προηγούμενα ταξίδια του. Τον καταδικάζει τελικά και αμετάκλητα αυτόν τον πολιτισμό, γιατί πιστεύει πως βασίζεται πάνω σε αρχές ποταπές και εγωιστικές, τον αποκαλεί «Κράτος του Αντίχριστου» και υψώνει με πίστη φανατικού το λάβαρο της «ρωσικής, ορθόδοξης ιδέας», που τη θεωρεί βαθύτατα ηθική και ολότελα λαϊκή στη βάση της. Έτσι, στις «διαλυτικές πνοές», όπως τις λέει, που έρχονται από τη Δύση – τον αθεϊσμό και τον σοσιαλισμό – αντιπαρατάσσει την «αστραφτερή μορφή του ορθόδοξου, του αληθινού Χριστού, που είναι γραφτό να σώσει όλο τον δυτικό-ευρωπαϊκό κόσμο». Ο Γέβνιν εξηγεί την οργή του Ντοστογιέφσκι από τον τρόπο με τον οποίο οι ξένες εφημερίδες, ιδιαίτερα οι γερμανικές, χειρίστηκαν την υπόθεση του φόνου του αθώου φοιτητή Ιβάνοφ από τον οπαδό του αναρχικού επαναστάτη Μπακούνιν, Νετσιάεφ, που αναφέραμε παραπάνω.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής
Δομίνικος Θεοτοκόπουλος
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι ο Διάβολος που, παρόλο ότι εναντιώνεται στον Θεό, καθίσταται ομοούσιος με τον Θεό, στο όνομα της ανελευθερίας ως κοινού πεπρωμένου Θεού και ανθρώπου. Αυτό αποκρύβεται, η μάλλον καραδοκεί πίσω από τον λόγο του Ιβάν Καραμάζωφ, και για τον λόγο αυτόν προβάλλεται η παραίτηση από την Κτίση και η απόρριψη του κόσμου.
Ωστόσο, ο Ντοστογιέφσκι αντιτίθεται τόσο στην παραίτηση όσο και στην απόρριψη μέσω της οδύνης, η οποία υπερβαίνει το ηθικό αδιέξοδο της αγιοσύνης και της δαιμονικότητας: του Αλιόσα και του Ιβάν Καραμάζωφ. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι η απεύθυνση του δαιμονικού Ιβάν Καραμάζωφ προς την αγιοσύνη του Αλιόσα, και αντιστρόφως. Διότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μέσα στην ηθικότητα, αλλά μέσα στη συμφωνία της αγιότητας με τη δαιμονικότητα, δηλαδή μέσα στην πλήρη κατάφαση της εσωτερικότητας του ανθρώπου.
Στο σημειωματάριό του, ο Ντοστογιέφσκι γράφει: “Ότι ο Χριστός έκανε λάθη, είναι αποδεδειγμένο! Ένα οδυνηρό αίσθημα, μου λέει: προτιμώ να κάνω λάθος με τον Χριστό παρά μαζί σας”. Αυτό το οδυνηρό συναίσθημα είναι ένα οδυνηρό θαύμα. Χωρίς αυτό το οδυνηρό θαύμα το μηδέν της μη-ύπαρξης θα ήταν το πεπρωμένο του ανθρώπου. Αντιθέτως μάλιστα, το οδυνηρό θαύμα είναι η μοναδική αποκάλυψη της ανθρώπινης ύπαρξης: είναι η δίψα για το ανέφικτο της ελευθερίας, η δίψα της υπέρβασης του λάθους μέσα από τη ζωή που προτιμά το λάθος του Θεού πάνω στον άνθρωπο για να εξορκίσει το ανθρώπινο λάθος, το οποίο δεν είναι άλλο παρά η εξουσία της ιστορικότητας του ανθρώπου πάνω στη λανθασμένη πρόθεση του Θεού να φορτώσει τον άνθρωπο με το φάντασμα της ελευθερίας. Από το σημείο αυτό και μετά, η αγιοσύνη του Αλιόσα θα γίνει ο δαίμονας του Καραμάζωφ σε ένα κοινό πεπρωμένο: θείο και ανθρώπινο – αντιστροφή της αγιοσύνης και αντιστροφή της δαιμονικότητας.
Με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, τον επιβλητικό, τον αυστηρό και αποφασιστικό παράλληλα, ενώπιον της πολιτικής ηθικής, της διαχείρισης και του προσδιορισμού του ρόλου του ατόμου/ατομικότητας, ενώπιον της δικαιολογητικής βίας & της πολιτικής εξουσίας.. Ο Ντοστογιέφσκι διερωτάται για το περιεχόμενο της αμαρτίας, για την ίδια παρουσία του θείου στην καθημερινότητα.
Αντί Επιλόγου
Αυτό που ίσως τελικά διατηρεί την αξία των μυθιστορημάτων του Ντοστογιέφσκι διαχρονική είναι επικαιρότητα των λόγων του, που αποδεικνύεται προάγγελος των χρόνων μας. Περιγράφει τόσο διεξοδικά την ηθική κατάπτωση του σύχγρονου ανθρώπου, που θα ‘λεγε κανείς πως εκπλήσσεται απ’τη διορατικότητά του. Η απομάκρυνση του ατόμου απ’το Θεό και την χριστιανική πίστη και η χαλεπή διασάφηση μεταξύ του Καλού και του Κακού φαίνεται πως ταλανίζουν ακόμη τους ανθρώπους τόσο του 19ου αιώνα, όσο και του 21ου.
Ο Ντοστογιέφσκι ασκεί με τον τρόπο αυτό την πιο βαθιά και πειστική κριτική στη δυτική παράδοση, που πίστεψε ότι με τον ορθό λόγο, την ορθή πράξη (ηθική) και την αποτελεσματική οργάνωση του κόσμου θα εξαλείψει το κακό. Ολόκληρος ο 20ος αιώνας με τους πολέμους και τη φρίκη της απανθρωπιάς του απέδειξε πόσο δίκαιο είχε ο Ντοστογιέφσκι στην κριτική αυτή.
Το μήνυμά του υπήρξε προφητικό και εξακολουθεί να είναι τέτοιο. Ο Ντοστογιέφσκι είναι, πάνω από όλα, θεολόγος. Αντλεί από τη μοναστική, κυρίως, παράδοση της Εκκλησίας μας αλλά και αποπνέει το άρωμα της ευχαριστιακής κοινωνίας. Αλλά, ας το ομολογήσουμε με λύπη, η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία και η θεολογία της δείχνουν να προτιμούν συχνά τη λογική και ηθική του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.
Οι Δαιμονισμένοι και ο Μέγας Ιεροεξεταστής παραμένουν δυο έργα επίκαιρα και το διάβασμά τους αποτελεί μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία ανεκτίμητης αξίας όπως και η μεταφορά τους στο θέατρο.
Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Η φήμη του δεν συνδέθηκε εξαρχής με την ποιότητα του έργου αλλά με το σοκαριστικό για τα δεδομένα της εποχής περιεχόμενο, όπου ο κεντρικός ήρωας κατάφερε να τραβήξει πάνω του φώτα της δημοσιότητας, θέτοντας στην άκρη τον δημιουργό. Γραμμένο σε πρόζα αστραφτερή, με πνευματώδεις διαλόγους γεμάτους με εύστοχους και πνευματώδεις αφορισμούς, με εμβληματικούς χαρακτήρες και πάνω από όλα για το ίδιο του το θέμα, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι εντάσσεται αναμφίβολα στα αριστουργήματα της κλασσικής λογοτεχνίας. Θεωρείται ότι ανήκει στην κλασσική γοτθική λογοτεχνία με έντονο Φαουστικό θέμα
Η επιτυχία του Ντόριαν Γκρέι γίνεται ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη αν σκεφτεί κανείς ότι υπήρξε το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ. Ήταν όμως αρκετό για να του εξασφαλίσει την υστεροφημία που διαρκεί πάνω από έναν αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, αλλά και μια σειρά από καταστροφικές περιπέτειες, όσο ο συγγραφέας βρισκόταν στη ζωή.
Για την ακρίβεια το Πορτρέτο και πάνω από όλα τα ήθη της Βικτωριανής εποχής στη Γηραιά Αλβιόνα, καταδίωξαν τον Όσκαρ Ουάιλντ, σε σημείο εξόντωσης.
Η ιστορία
Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό Λίπινκοτ’ς (Lippincott’s Monthly Magazine) στις 20 Ιουνίου 1890 για το τεύχος Ιουλίου του ίδιου έτους και περιλάμβανε 13 κεφάλαια. Ο εκδότης που περιοδικού ενθουσιάστηκε με τη λογοτεχνική αξία του κειμένου, φοβούμενος όμως τις αντιδράσεις λόγω του προκλητικού, για την σεμνοτυφία της εποχής περιεχομένου, αφαίρεσε αποσπάσματα, περί τις 500 λέξεις, χωρίς να ενημερώσει και να πάρει την άδεια του Όσκαρ Ουάιλντ. Ακόμη κι έτσι όμως, το βρετανικό κοινό εξοργίστηκε, ενώ κάποιοι ζήτησαν τη δίωξη του συγγραφέα για προσβολή της Βικτωριανής ηθικής. Η απάντηση του Όσκαρ Ουάλντ ήταν μια σειρά από επιθετικές επιστολές στον Τύπο της εποχής, όπου υπεραμυνόταν βέβαια του έργου του και καυτηρίαζε την υποκρισία των επικριτών του. Την επόμενη χρονιά όμως, όταν επρόκειτο να κυκλοφορήσει το έργο σε βιβλίο, αναγκάστηκε να αυτολογοκριθεί. Αφαίρεσε αμφιλεγόμενα αποσπάσματα που είχαν θεωρηθεί ανήθικα, μείωσε τις ερωτικές σκηνές και πρόσθεσε καινούργια κεφάλαια καθώς και μια εισαγωγή γεμάτη σαρκασμό, που έκτοτε έγινε διάσημη και ως αυτόνομο κείμενο. Η τροποποιημένη έκδοση περιλάμβανε 20 κεφάλαια και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1891 από τον εκδοτικό οίκο Ward, Lock and Company. Αρκετοί μελετητές ωστόσο θεωρούν ανώτερο το αρχικό μυθιστόρημα, που είχε δημοσιευτεί στο Lippincott’s. Αυτή η αρχική εκδοχή του βιβλίου των 13 κεφαλαίων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας σε μετάφραση Βασιλικής Κοκκίνου.
Η υπόθεση
Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ντόριαν Γκρέυ (Dorian Gray), ένας νεαρός του οποίου το πορτραίτο ζωγραφίζει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ (Basil Hallward). Ο Μπάζιλ γοητεύεται από την ομορφιά του νέου και σύντομα ξελογιάζεται μαζί του, θεωρώντας τον Ντόριαν υπεύθυνο για μια νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Τότε όμως, ο Ντόριαν συναντά τον Λόρδο Χένρυ Γουότον (Lord Henry Wotton), φίλο του ζωγράφου, και σαγηνεύεται από την φανταχτερή προσωπικότητά του και την κοσμοθεωρία του. Πιστός στις ιδέες του περί νέου ηδονισμού, ο Λόρδος Χένρυ θεωρεί ότι το μόνο πράγμα στην ζωή άξιο αναζήτησης είναι η Ομορφιά και η ολοκλήρωση των αισθήσεων. Συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, ο Ντόριαν εκφράζει, περιπαικτικά, την επιθυμία του να πουλήσει την ψυχή του με αντάλλαγμα το πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει αντί εκείνου. Η ευχή του Ντόριαν εκπληρώνεται, και καθώς ο νεαρός βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτραίτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης. Ο ίδιος θα μείνει παγερά αδιάφορος και ανέμελος παρατηρώντας αυτή την αλλαγή, η οποία φαινομενικά επέρχεται μόνο στο άψυχο πορτρέρο μέχρι τη στιγμή που θα καταλάβει ότι εκείνη η ευχή ήταν στην πραγματικότητα και η μεγαλύτερη κατάρα για το σώμα και την ψυχή του.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ σε ένα γράμμα του παραδέχεται ότι οι τρεις βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου αποτελούν εκδοχές του εαυτού του: «Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είναι το τι νομίζω πως είμαι, ο Λόρδος Χένρυ αυτό που νομίζει ο κόσμος για μένα και ο Ντόριαν αυτό που θα ήθελα να ήμουν –κάποτε ίσως».
Ήρωες
Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου είναι οι εξής:
Ο Ντόριαν Γκρέυ, ένας όμορφος και ναρκισσιστής νεαρός, ο οποίος γοητεύεται από την ιδέα του Λόρδου Χένρυ σχετικά με τον νέο ηδονισμό. Σταδιακά ενδίδει όλο και περισσότερο σε κάθε είδος ευχαρίστησης, ηθικής και ανήθικης, μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή του.
Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ,ένας καλλιτέχνης ο οποίος ξελογιάζεται με τον Ντόριαν. Το πορτραίτο που φιλοτεχνεί για τον νέο είναι το απαύγασμα της τέχνης του, αντιπροσωπευτικό των καλλιτεχνικών δυνατοτήτων του. Ένας βαθιά ηθικός άνδρας, πέφτει θύμα της γοητείας του Ντόριαν.
Ο Λόρδος Χένρυ «Χάρυ» Γουότον, ένας υπερόπτης και decadent δανδής, φίλος του Μπάζιλ. Μόλις συναντά τον Ντόριαν δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την ομορφιά και το πνεύμα του νέου. Εξαιρετικά πνευματώδης, παρουσιάζεται σαν το κριτικό πνεύμα της κουλτούρας της Βικτωριανής εποχής στα τέλη του 19ου αιώνα, εισάγοντας μία πιο επιεική αντιμετώπιση στο κίνημα του ηδονισμού. Μεταλαμπαδεύει στον Ντόριαν τις ιδέες του, και ο νεαρός, στην προσπάθειά του να τον μιμηθεί, διαφθείρεται από τις απολαύσεις αν και, όπως παρατηρεί ο Μπάζιλ: «Δε λες ποτέ σου μια ηθική κουβέντα και ποτέ δεν κάνεις κάτι που να μην είναι σωστό».
Η Σίβυλλα Βέην, μία όμορφη και ταλαντούχα, αλλά φτωχή, ηθοποιός και τραγουδίστρια, την οποία ερωτεύεται παράφορα ο Ντόριαν. Η αγάπη της για τον νέο την καθιστά ανίκανη να παίξει, καθώς πλέον δεν βρίσκει ευχαρίστηση στον ψεύτικο έρωτα του θεάτρου. Αυτοκτονεί όταν ο Ντόριαν της λέει ότι δεν την αγαπάει πλέον. Ο Λόρδος Χένρυ την παρομοιάζει με την Οφηλία από τον Άμλετ του Σαίξπηρ.
Ο Τζέημς Βέην, ο αδελφός της Σίβυλλας, ένας ναυτικός που μπαρκάρει για την Αυστραλία. Έχει αναλάβει τον ρόλο του προστάτη για την αδελφή του, ιδίως από την στιγμή που η μητέρα τους ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα του Ντόριαν. Διστάζει να αφήσει την Σίβυλλα μόνη της, γιατί πιστεύει ότι ο Ντόριαν θα την πληγώσει, και ορκίζεται να εκδικηθεί αν της συμβεί κάτι. Μετά τον θάνατο της αδελφής του, στοχοποιεί τον Ντόριαν και αρχίζει να τον καταδιώκει. Σκοτώνεται σε κυνηγετικό δυστύχημα. Η εμμονή του να εκδικηθεί τον Ντόριαν Γκρέυ τον παραλληλίζει με τον Λαέρτη, τον αδελφό της Οφηλίας από τον Άμλετ.
Ο Άλαν Κάμπελ, χημικός και παλιός φίλος του Ντόριαν· λήγει την φιλία τους όταν αρχίζει να αμφισβητείται η υπόληψη του Γκρέυ. Ο Ντόριαν τον εκβιάζει για να εξαφανίσει το πτώμα του Μπάζιλ· αργότερα αυτοκτονεί.
Η Λαίδη Βικτώρια Γουότον, η σύζυγος του Λόρδου Χένρυ, εμφανίζεται μόλις μία φορά στο έργο. Ο Λόρδος της φέρεται με απαξίωση· ο γάμος τους καταλήγει σε διαζύγιο.
Ο Λόρδος Φέρμορ, θείος του Λόρδου Χένρυ, ο οποίος ενημερώνει τον Χάρυ σχετικά με την καταγωγή του Ντόριαν.
Η Πολιτεία Ο Γλαύκων και ο Αδείμαντος παρουσιάζουν τον μύθο του δαχτυλιδιού του Γύγη, χάρις στο οποίο όποιος το φορούσε (στον συγκεκριμένο μύθο ο ταπεινός βοσκός Γύγης) γινόταν αόρατος. Ζητούν από τον Σωκράτη να τους εξηγήσει για ποιο λόγο αυτός που το φοράει να μην αδικήσει. Ο Σωκράτης αποκρίνεται ότι ακόμα κι αν κάποιος δεν είναι ορατός, το κακό που διαπράττει μολύνει την ψυχή του και την παραμορφώνει. Αυτή η παραμορφωμένη (το αντίθετο της όμορφης) και διεφθαρμένη ψυχή βρίσκεται σε ανισορροπία και αταξία, και ασχέτως όλων των υπολοίπων πλεονεκτημάτων που έχει αποκομίσει εξαιτίας της αδικίας που διέπραξε, αισθάνεται απέχθεια για την κατάντια της. Το πορτραίτο του Ντόριαν είναι το μέσο μέσω του οποίου μπορούν και οι υπόλοιποι, όπως ο Μπάζιλ, να δουν την παραμορφωμένη ψυχή του.
ΟΠαράλληλα κείμενα
Τανχόυζερ Σε κάποιο σημείο του έργου ο Ντόριαν παρακολουθεί μία παράσταση της όπερας Τανχόυζερ (Tannhäuser) του Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813 – 1883) και δηλώνει απερίφραστα ότι ταυτίζεται προσωπικά με το έργο. Η όπερα φέρει ορισμένες καταπληκτικές ομοιότητες με το μυθιστόρημα: εξιστορεί την μυθοπλασία του υπαρκτού μεσαιωνικού ποιητή και τροβαδούρου Τανχόυζερ, η Τέχνη του οποίου είναι τόσο όμορφη ώστε αναγκάζει την Αφροδίτη, την θεά του έρωτα και της ομορφιάς, να τον ερωτευτεί και να του προσφέρει την αιωνιότητα δίπλα της, στο Venusberg (Όρος της Αφροδίτης). Η ζωή του όμως εκεί σύντομα τον δυσαρεστεί και ο Τανχόυζερ επιλέγει να επιστρέψει στην σκληρή πραγματικότητα, όπου ύστερα από την συμμετοχή του σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού δέχεται αυστηρή λογοκρισία εξαιτίας της αισθαντικότητας των στίχων του. Καταλήγει να περιφέρεται αναζητώντας την μεταμέλεια και την αγάπη «μιας καλής γυναίκας».
Φάουστ Ο Ουάιλντ φημολογείται ότι είχε δηλώσει πως «σε κάθε πρωτόλειο ο πρωταγωνιστής είναι ο συγγραφέας ως ο Χριστός ή ο Φάουστ». Ακριβώς όπως και στον μύθο του Φάουστ, ο Ντόριαν βρίσκεται ενώπιον του πειρασμού: του προσφέρεται η προοπτική της άχρονης ομορφιάς, στην οποία ενδίδει. Και στις δυο ιστορίες ο πρωταγωνιστής γοητεύει μια όμορφη γυναίκα, η οποία τον ερωτεύεται και της οποίας καταστρέφει την ζωή. Ο Ουάιλντ ισχυριζόταν ότι το θέμα του Πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέυ είναι «όσο παλιά είναι και η λογοτεχνία», και ότι του έδωσε «μία νέα μορφή».
Σε αντίθεση με τον Φάουστ, ο Ντόριαν δεν φαίνεται πουθενά να κάνει συμφωνία με τον διάβολο. Παρ’ όλα αυτά, το κυνικό βλέμμα του Λόρδου Χένρυ στην ζωή, και η φύση του ηδονισμού, αναλαμβάνουν να παίξουν τον ρόλο του διαβόλου, αυτού που προσφέρει τον πειρασμό, που προσπαθεί να διαφθείρει την Αρετή και την αθωότητα, στοιχεία που αντιπροσωπεύει ο Ντόριαν στην αρχή του βιβλίου. Αν και ο Λόρδος Χένρυ δείχνει αληθινό ενδιαφέρον για τον Ντόριαν, δεν παρουσιάζεται σαν να έχει επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του. Η συμβουλή του Χάρυ προς τον Ντόριαν, ότι «ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Κάνε ότι αντιστέκεσαι, και η ψυχή σου θα αρρωστήσει από την λαχτάρα» υποδηλώνει ότι ο Λόρδος Χένρυ μπορεί να αντιπροσωπεύει τον διάβολο «ωθώντας τον Ντόριαν να κάνει μία ανίερη συμφωνία, εξαπατώντας την αθωότητα και την ανασφάλειά του».
Σαίξπηρ Στον πρόλογο του έργου, ο Ουάιλντ αναφέρεται στον Κάλιμπαν, έναν χαρακτήρα από την Τρικυμία (The tempest) του Σαίξπηρ. Όταν ο Ντόριαν διηγείται στον Λόρδο Χένρυ την συνάντησή του με την Σίβυλλα, τα έργα του Σαίξπηρ και ειδικά οι γυναικείοι χαρακτήρες που υποδυόταν η ηθοποιός έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στον θαυμασμό του νεαρού. Αργότερα στο βιβλίο, ο Ντόριαν, συνοψίζοντας την ζωή του, παραθέτει τα λόγια του Άμλετ, ο οποίος κι αυτός οδήγησε την κοπέλα του στην αυτοκτονία και τον αδελφό της σε μία ατελέσφορη εκδικητική εμμονή.
Ζορίς-Καρλ Υσμάν Το «δηλητηριώδες γαλλικό βιβλίο» του Ντόριαν που τον οδηγεί στην πτώση εικάζεται πως είναι το À rebours. Ο βιογράφος του Ουάιλντ, Ρίτσαρντ Έλμαν (Richard Ellmann) γράφει:
Ο Ουάιλντ δεν κατονομάζει το βιβλίο όμως στην δίκη του φανέρωσε, σχεδόν, ότι ήταν το À rebours του Υσμάν […] σε μία αλληλογραφία του είχε γράψει ότι είχε σκεφτεί μια «εκπληκτική παραλλαγή» του έργου και κάποια μέρα έπρεπε να την γράψει. Οι αναφορές στον Ντόριαν Γκρέυ σε συγκεκριμένα κεφάλαια είναι εσκεμμένως ανακριβείς.
Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί του 19ου αιώνα στο βιβλίο ήταν κακή. Οι υπερβολικές και επικριτικές κριτικές είχαν ως αποτέλεσμα το βιβλίο γρήγορα να αποκτήσει φήμη «σαχλού, εμετικού, βρώμικου, θηλυπρεπούς και μολυσμένου δημιουργήματος». Η αιτία του ηθικού σκανδάλου ήταν οι ομοερωτικές αναφορές που διατρέχουν την νουβέλα, οι οποίες πρόσβαλλαν τις αρχές (κοινωνικές, λογοτεχνικές και αισθητικές) των βικτωριανών κριτικών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής ήταν προσωπική, με αποδέκτη τον Ουάιλντ, ο οποίος θεωρούνταν ηδονιστής με διαστρεβλωμένη άποψη για την συντηρητική ηθική της εποχής. Ο κριτικός λογοτεχνίας της Daily Chronicle, στις 30 Ιουνίου 1890, έγραψε ότι η νουβέλα του Ουάιλντ «περιέχει ένα στοιχείο.. το οποίο θα μολύνει κάθε νεαρό πνεύμα με το οποίο θα έρθει σε επαφή». Στις 5 Ιουλίου 1890, ο κριτικός του Scots observer αναρωτιόταν «Γιατί πρέπει ο Όσκαρ Ουάιλντ να κυλιέται σε αυτή την βρωμερή λάσπη;». Ήταν αυτή η κριτική η οποία οδήγησε στην εξάλειψη όλων των ομοερωτικών αναφορών στο βιβλίο, καθώς και στην ανάπτυξη του υπόβαθρου των χαρακτήρων.
Ως απάντηση στην δριμεία κριτική που ασκήθηκε στην πρώτη έκδοση της νουβέλας, οι αναθεωρήσεις του Ουάιλντ περιλάμβαναν εκτός των αλλαγών στο κείμενο και έναν πρόλογο, ο οποίος απευθυνόταν στους κριτικούς του Πορτραίτου και σκοπό είχε να αποκαταστήσει την καλλιτεχνική αξία του έργου. Θέλοντας να εξηγήσει πώς πρέπει να διαβαστεί το Πορτραίτο, ο Ουάιλντ αναλύει στον Πρόλογο τον ρόλο του καλλιτέχνη στην κοινωνία, τον σκοπό της τέχνης και την αξία της ομορφιάς. Σε αυτόν ανιχνεύονται δείγματα της επιρροής του Ταοϊσμού και της φιλοσοφίας του Τσουάνγκ Τσου (Zhuang Zhou, 369 π.Χ. – 286 π.Χ.) στην γραφή του Ιρλανδού φιλόσοφου. Ο Ουάιλντ ήρθε σε επαφή με την φιλοσοφία του Τσουάνγκ Τσου μέσω των μεταφράσεων του Χέρμπερτ Γκιλς (Herbert Giles, 1845 – 1935), για τις οποίες μάλιστα είχε γράψει κριτικές μελέτες. Ο Πρόλογος κυκλοφόρησε πρώτη φορά μαζί με την έκδοση σε βιβλίο του 1891· παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1891, ο Ουάιλντ θα υπερασπιζόταν το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ απέναντι σε κατηγορίες ότι ήταν κακό βιβλίο.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ βουτάει το πινέλο του στο «αγγελικά και μαύρα» χρώματα του άνευ ορίων ηδονισμού για να φιλοτεχνήσει το λαμπερό και συνάμα αποκρουστικό του πορτρέτο και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που δεν κατανόησαν οι πουριτανοί της εποχής του. Το θέμα του βιβλίου, η αναζήτηση της αιώνιας νεότητας και ομορφιάς, ένα άπιαστο όνειρο για τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου, του δίνει το «διαβατήριο» του διαχρονικού. Με ραφινάτη οξυδέρκεια ο Όσκαρ Ουάιλντ καταγράφει και καυτηριάζει τις συνήθειες της βρετανικής καλής κοινωνίας της εποχής του, με τις δεξιώσεις, τις συγκεντρώσεις, τα τσάι, τις υπερφίαλες και εκκεντρικά ντυμένες γηραιές κυρίες, τις φιλανθρωπίες και τον καμουφλαρισμένο σνομπισμό, δίνοντας την ευκαιρία στο σημερινό αναγνώστη να διαπιστώσει εκκωφαντικές ομοιότητες με την εποχή τη δική μας. Στις σελίδες του βιβλίου ο Ντόριαν Γκρέι, με ή χωρίς το πορτρέτο, μεταμορφώνεται εν τέλει σε μια σκιά, σε κάποιον που πέθανε και δεν το ξέρει, σε φάντασμα που περιφέρεται άσκοπα ανάμεσα στους ανθρώπους και ο ναρκισσισμός αποκαλύπτει το σκληρό κανιβαλικό του πρόσωπο. Όσο για την απαστράπτουσα ομορφιά του περίφημου πορτρέτου είναι ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ που αποκαθηλώνει το αλαζονικό μοντέλο του με ένα από τα αναρίθμητα αποφθέγματα του βιβλίου για τα οποία φημίζεται μέχρι σήμερα: «Κάθε πορτρέτο που γίνεται με την έμπνευση του ζωγράφου, είναι το πορτρέτο του καλλιτέχνη και όχι αυτού που ποζάρει».
Ξύπνησα από κλάματα παιδικά. Το έδαφος κάτω μου ήταν βρεγμένο και κρύο.Ύστερα άκουσα και άλλες φωνές- όχι δεν ήταν αλαλαγμοί, ήταν κραυγές πανικού. Έξω δενείχε φέξει ακόμα. Διέκρινα μόνο από μια σχισμή στο βράχο ένα άγουρο ξημέρωμα. Τα πόδιαμου δε με βάσταγαν, τόσες μέρες κλεισμένη μέσα στο μοναστήρι, με λιγοστή τροφή και νερό,να κρατώ από τη μια τη μάνα μου και από την άλλη την ανιψιά μου, την Φροσούλα. Έτσι τηνφωνάζαμε και ας ήταν αβάπτιστο ακόμα. Την αδελφή μου τη χάσαμε στη γέννα, ο άντρας τηςέγινε κλέφτης στα βουνά και εγώ μάνα ενός ξένου παιδιού, άθελα, στα είκοσί μου.
Ένα χέρι με σκούντηξε άγαρμπα και πετάχτηκα. Γύρω μου θόρυβος πολύς, παιδιά νατρέχουν, γυναίκες να προσεύχονται με δάκρυα στα μάτια και άντρες να πολεμάνε κάτι ναδουν. Έψαξα με το βλέμμα να βρω τη μάνα μου με τη Φροσούλα. Έτσι όπως ήμαστανστοιβαγμένοι δεν τα κατάφερα. Δίπλα μου ακίνητος, καθόταν ο γεροδάσκαλος, ο Φώτης πουπαραμιλούσε. Έλεγε ιστορίες από τον καιρό που το χωριό είχε βουτηχτεί στο αίμα με τηνεπανάσταση των Ορλώφ και έκλαιγε μέσα στην ταλαιπωρημένη του χούφτα σιγανά. Πάνεπολλά χρόνια από τότε, πάνε πολλές μέρες που είχαμε καταφύγει στον Άη Νικόλα, διωγμένοιαπό τον Ιμπραήμ που ήρθε με το έτσι θέλω στο Βαλτεσινίκο, χωρίς να είναι Τούρκος μήτε Έλληνας. Φοβηθήκαμε τον ερχομό του, μαζέψαμε ό,τι είχαμε και παίρνοντας το δρόμο πίσωαπό την Παναγίτσα, κρυφτήκαμε εδώ, γυναικόπαιδα και κάποιοι αγωνιστές να μας φυλάνε,πολιορκημένοι μέσα στον ίδιο μας τον τόπο.
Είναι Σεπτέμβρης και ευτυχώς δεν έχει πιάσει κρύο, μονάχα το βράδυ η πέτραπαγώνει και δεν μπορώ να την ακουμπήσω . Πόσο θα κρατήσει αυτό; Ήδη μέσα στο ιερόέχουμε ένα δυο αρρώστους και δεν πιστεύω να αντέξουν και πολύ. Επιλογή δεν έχεις μπροςτον βέβαιο θάνατο ή ακόμα χειρότερα την ατίμωση. Αυτό φοβόμουν πιότερο, μην καταλήξωσκλάβα σε κανένα παζάρι της Ανατολής. Προτιμούσα τον ένδοξο θάνατο. Στο νεκροκρέβατοτου πατέρα μου του το ‘χα υποσχεθεί ότι θα προσέχω τη μάνα και ότι δε θα παραδοθώ σεκανένα και για τίποτα. Και την υπόσχεση που του ‘δωσα έχω σαν φυλαχτό.
Το μοναστήρι είναι βυθισμένο σε υψώματα. Θυμάμαι παιδιά περπατούσαμε ως εδώ,μαζεύαμε βελανίδια, φωνάζαμε δυνατά και η ηχώ έκανε τη φωνή μας πελώρια. Αυτό ήθελανα κάνω και τώρα, να φωνάξω, μα δεν έβγαινε από μέσα μου μιλιά. Πια μόνο άκουγα. Είχαμάθει να ακούω καλά και προσεκτικά. Και έτσι άκουσα στην οροφή πατημασιές βαριές καιφωνές σκληρές και άγριες. Έτρεξα να το πω στους άντρες , μα δεν πρόφτασα. Με πρόλαβαντα κακά μαντάτα.
Ένας από τους αγωνιστές που δε φαινόταν στο σκοτάδι φώναξε: «Έλληνες,Αρκάδες, ο Ιμπραήμ δε θα τα παρατήσει τόσο εύκολα. Θα μας κάψει ζωντανούς μέσ’ την εκκλησιά, δεν το καταλάβατε; Όλος ο τόπος μυρίζει θειάφι και καπνιά. Κρύψτε τα γεννήματακαι κάντε το σταυρό σας. Αν δεν ήμασταν τρελοί δε θα κάναμε την επανάσταση, έλεγε ο Γέρος που πολεμήσαμε μαζί. Εγώ τούτο θα σας πω: αν δεν λευτερωθούμε δε θα είμαστεΈλληνες, δε θα είμαστε χριστιανοί! Ζήτω η επανάσταση!»
Μετά την βροντερή του φωνή έπεσε σιωπή ολούθε. Κοίταξα γύρω μου και στα μάτιαόλων αν και βουρκωμένα, έβλεπα μιαν ελπίδα, ένα φως θεανθρώπινο, σα να νιώθαμε πωςεκείνη δα τη στιγμή γινόμασταν μάρτυρες δίχως να ξέραμε για τι μαρτυρούσαμε: για τηγλώσσα, την πίστη, τα παιδιά μας; Με το δικό μου βλέμμα αναζήτησα ξανά τη μάνα πουκαθόταν σε μιαν άκρη αγκαλιά με το μωρό. Έτρεξα κοντά της, ασθμαίνοντας από τηνπροσπάθειά μου να περάσω, από τον ενθουσιασμό να θυσιαστώ και το φόβο του θανάτου.Με φίλησε στο μέτωπο και δεν είπε τίποτα.
Φως ξεχύθηκε ξάφνου από την οροφή και όλοι γρήγορα χώθηκαν στα έγκατα τουναού. Οι κατακτητές από πάνω πετούσαν πυρακτωμένα ξύλα το ένα μετά το άλλο. Τα σιτηράφούντωσαν αμέσως και η φωτιά άρχισε να σκαρφαλώνει στον τοίχο και σταμάτησε μόνο σαντα ‘καψε όλα, αλλά όχι το ηθικό μας. Έβλεπα τον Μεταμορφωμένο Σωτήρα να λιώνει καιμεταμορφωνόμουν εγώ σε κάτι που δεν ήξερα πως ήμουν, σε αγωνίστρια. Μάταιαπροσπαθούσαν· Ο βράχος μας προστάτευε. Κατέβασαν άντρες, μα κι αυτοί έπεσαν από ταβόλια των δικών μας. Το ασέληνο εκείνο βράδυ έκοψα λίγο από το φόρεμά μου, τοβουτήξαμε στο λάδι να φέγγει για καλύτερο σημάδι μέσα στη νύκτα.
Πόσο κράτησαν οι μάχες δεν ξέρω. Οι πολιορκητές, απογοητευμένοι που δε μαςεξολόθρευσαν βάλθηκαν να ρίξουν έναν βράχο να μας πλακώσουν ή να μας κουφάνουν με τοθόρυβο. Η στέγη δε θα βάσταγε και εμείς ήμασταν ανήμποροι. Καθίσαμε όλοι κάτω, με τακαρβουνιασμένα και ιδρωμένα από τη ζέστη πρόσωπα και βήχοντας από τις αναθυμιάσειςκάναμε την τελευταία μας προσευχή αφού μεταλάβαμε. Η μάνα μου μού χάιδευε τοπρόσωπο, αλλά εγώ είχα καρφώσει τα μάτια στην αγιογραφία της Αποκάλυψης. Το άλογοτου θανάτου μας πλησίαζε και εκείνη τη στιγμή της ύστατης παράδοσης ήμουν ελεύθερη.Σαν σήκωσα τα μάτια μου, είδα τον ογκόλιθο να κάθεται στην οροφή. Το θαύμα είχε γίνει και έξω και μέσα μου.
Αναστασία Νεφέλη Βιδάκη
11ο βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος με τίτλο «1 φράση + 821 λέξεις για το 1821» του Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου, μέρος της ειδικής συλλογικής έντυπης έκδοσης της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρεία της Ελλάδος (IEEE)
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Χάρης Βλαβιανός & Γιάννης Δούκας, για αύριο 5/11
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019 Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019 Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019 Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019 Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
Οι αδελφές Μπροντέ είναι μια ευρέως γνωστή οικογένεια της Βικτωριανής λογοτεχνίας. Ιδίως, τα έργα των δύο πρώτων: Ανεμοδαρμένα ύψη και Τζέην Έυρ έχουν μείνει στο βάραθρο των εξιδανικευμένων ερωτικών ιστοριών, με τιςπρωταγωνίστριές τους Κάθριν καιΤζέην να συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής ηρωίδας και στα πρόσωπα των Χίθκλιφ και κ. Ρότσεστερ να αποτυπώνονται δύο εντελώς διαφορετικοί, αλλά εξίσου γοητευτικοί μέσα στα ελαττώματα τους.
Η μικρότερη, η Αν, αδίκως παραμελημένη από την ελληνική εκδοτική και μεταφραστική κοινότητα διαφοροποείται αισθητά από τις αδελφές της. Αν και μένει στο ίδιο μοτίβιο της ηθογραφικής προσέγγισης των ηρωών και της κοινωνίας στην οποία ζουν και δρουν, στην εμβάθυνση στον ψυχισμό τους, όπως αυτός διαμορφώνεται από τα ερεθίσματα που παίρνουν από τους γύρω τους και από τη δική τους ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία, προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τις αδεφλές της και εντάσσει στο έργο της κοινωνκά μηνύματα.
Προτού, όμως, μιλήσουμε για το εξαιρετικό της λογοτεχνικό έργο, ας δούμε κάποια στοιχεία για τη ζωή της. Ανν Μπροντέ γεννήθηκε το 1820 στο Θόρντον του Γιορκσάιρ και ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του αιδεσιμώτατου Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρίας Μπράνγουελ. Αδέλφια της ήταν η Μαρία (1814-1825), η Ελίζαμπεθ (1815-1825), η Σαρλότ (1816-1855), ο Πάτρικ Μπράνγουελ (1817-1848) και η Έμιλι (1818-1848). Λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στο Χάουορθ, όπου έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Το 1821 η μητέρα της απεβίωσε και την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η αδελφή της, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ. Η Ανν υπήρξε η αγαπημένη της θείας της και ήταν επίσης πολύ δεμένη με την αδελφή της Έμιλι. Μέχρι τα 15 της χρόνια έλαβε κατ’ οίκον μόρφωση από τη θεία της και τον πατέρα της. Όπως και οι αδελφές της, διδάχτηκε μουσική και ζωγραφική και μελέτησε τους κλασικούς συγγραφείς. Στα δεκαπέντε της στάλθηκε για 2 χρόνια εσωτερική στο Roe Head School, στο οποίο δίδασκε η μεγαλύτερη αδελφή της Σάρλοτ. Σε ηλικία 19 ετών εργάστηκε για πρώτη φορά ως γκουβερνάντα. Λόγω της απειρίας της δεν κατάφερνε να επιβληθεί στα παιδιά και έτσι ύστερα από λίγους μήνες την απέλυσαν. Από το 1840 έως το 1845 εργάστηκε ως γκουβερνάντα στο σπίτι του αιδεσιμώτατου Ρόμπινσον. Επισκεπτόταν την οικογένειά της μόνο 2 φορές το χρόνο, τον Ιούνιο και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Με την οικογένεια Ρόμπινσον έκανε διακοπές κάθε καλοκαίρι στην παραθαλάσσια κωμόπολη του Σκάρμπορο, την οποία και λάτρεψε.
Αφού εγκατέλειψε την εργασία της ως γκουβερνάντα, αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ. Η συνεισφορά της Ανν στη συλλογή ήταν 21 ποιήματα. Το Δεκέμβρη του 1847 δημοσιεύτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Agnes Grey (Άγκνες Γκρέι), εμπνευσμένο από τις εμπειρίες της ως γκουβερνάντα πλούσιων και κατά κανόνα κακομαθημένων παιδιών και τον Ιούνιο του 1848 δημοσίευσε αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο της μυθιστόρημα The Tenant of Wildfell Hall (H μισθώτρια του Γουάιλντφελ Χωλ), όπου ξεδιπλώνονται οι φεμινιστικές της θέσεις. Και τα δυο έργα τα εξέδωσε με το ανδρικό ψευδώνυμο Άκτον Μπελ, που είχε υιοθετήσει για τα ποιήματά της.Το τελευταίο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης τη σειράς για την οποια ετοιμάσαμε το σημερινό μας άρθρο.
Το δεύτερο μυθιστόρημά της συνάντησε αμέσως μεγάλη επιτυχία και μέσα σε 6 εβδομάδες είχε κιόλας εξαντληθεί η πρώτη έκδοση. Πολλούς τους σόκαρε η φεμινιστική στάση της ηρωίδας, που παίρνει την τύχη στα χέρια της και εγκαταλείπει τον αλκοολικό και φιλήδονο άντρα της πηγαίνοντας όχι μόνο ενάντια στις βικτωριανές αντιλήψεις αλλά και ενάντια στους βρετανικούς νόμους. Δρα σαν αυθύπαρκτο ον και όχι σαν διακοσμητικό στολίδι, έρμαιο των ανδρών, όπως όριζαν οι κανόνες της εποχής. Από την άλλη μεριά, η συγγραφέας κατακεραυνώνει τους άνδρες που καταστρέφουν την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού τους εξαιτίας του αλκοολισμού, κάτι που γνώριζε και η ίδια πολύ καλά λόγω του εθισμού του αδελφού της Μπράνγουελ, ο οποίος, αφού δημιούργησε ουκ ολίγα προβλήματα στις αδελφές του, τελικά απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του 1848.
Μετά τον Μπράνγουελ, ήταν η σειρά της Έμιλι, η οποία απεβίωσε τον Δεκέμβρη του 1848. Στην Ανν κόστισε πολύ ο θάνατος της αγαπημένης της αδελφής και όταν ο γιατρός την επισκέφθηκε, δεν της έδωσε ελπίδες, αφού η φυματίωση ήταν σε τελευταίο στάδιο. Καθώς παρουσίασε όμως μια μικρή βελτίωση, αποφάσισε να πάει στο παραθαλάσσιο Σκάρμπορο, με την αμυδρή ελπίδα πως ο θαλασσινός αέρας θα την ωφελούσε. Στις 24 Μαΐου έφυγε με την αδελφή της Σάρλοτ για το Σκάρμπορο, όπου άφησε την τελευταία της πνοή το απόγευμα της 28ης Μαΐου 1849. Η αδελφή της αποφάσισε να μην τη μεταφέρει στον τόπο κατοικίας τους αλλά να την θάψει στο Σκάρμπορο.
Η Σάρλοτ Μπροντέ ήταν αντίθετη με το θέμα του έργου της Ανν The Tenant of Wildfell Hall και γι’ αυτό δεν επέτρεψε μετά το 1850 την ανατύπωσή του. Έτσι, κοινό και κριτικοί ξέχασαν για πολλά χρόνια τη μικρότερη από τις αδελφές Μπροντέ. Τα τελευταία χρόνια όμως, με το ενδιαφέρον που υπήρξε για τις γυναίκες συγγραφείς, τα έργα της Ανν Μπροντέ βγήκαν από τη λήθη και το The Tenant of Wildfell Hall, ακριβώς για το θέμα του, θεωρείται από πολλούς ένα από τα πρώτα φεμινιστικά έργα και ένα κλασικό της αγγλικής λογοτεχνίας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια μικρή και κλειστή κοινωνία της Βρετανικής εξοχής, στην οποία καταφθάνει ξάφνου μια μυστηριώδης γυναίκα με το γιο της. Αυτό θα συνταρράξει τους ολιγάριθμους, αλλά πολύ περίεργους κατοίκους, οι οποίοι μέσα από εικασίες, αδιάκριτες ερωτήσεις για τη ζωή και τις πεποιθήσεις προσπαθούν, μάταια βέβαια, να βρουν την άκρη του νήματος. Όλοι νομίζουν πως πρόκειται για χήρα, μα αργότερα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα αυτή δεν έχει χάσει, αλλά έχει εκούσια εγκαταλύψει τον μέθυσο βίαιο και άπιστο άντρα της. Κάτι τέτοιο είναι σκανδαλιστικό για την ελισαβετιανή εποχή. Ωστόσο, για την πρωταγωνίστρια ήταν απλά μια ανάγκη να σώσει τον εαυτό της και το παιδί της από την αυτοκαταστροφικότητα του άνδρα της και πατέρα του. Η Έλεν, όπως ονομάζεται ο κύριος χαρακτήρας, θα τα εκμυστηρευτεί αυτά μόνο στον Γκίλμπερτ,έναν νέο αγρότη που την ερωτεύεται παράφορα. Οι δυσκολίες που περνούν λόγω της μικροπρέπειας του κόσμου που τους περιβάλλει, της μισαλλοδοξίας και του δήθεν καθωσπρεπισμού, αλλά και τα εμπόδια που θέτει ο σύζυγος της Έλεν μένει να φανεί αν θα σταθούν τροχοπέδη στον έρωτά τους .
Το 1996, το BBC, αποφασίζει να μεταφέρει το έργο στη μικρή οθόνη σε σκηνοθεσία του Μάικ Μπέικερ. Και η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία. Με τους Τάρα Φιτζέραλντ στο ρόλο της Έλεν Γκράχαμ, τον Ρούπερτ Γκρέιβς στον ρόλο του συζύγου της Άρθουρ Χάντινγκτον και τον Τόμπι Στίβενς στο ρόλο του Γκίλμπερτ Γκράχαμ, το έργο φτάνει και στα βραβεία BAFTA. Η σκηνοθεσία, σκοτενή όπως το μυστηριώδες κλίμα που πλαισιώνει το έργο, μεταφέρει υπέροχα στο σκηνικό στο οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Η Τάρα ως Έλεν είναι μαγευτική. Δυναμική, αγέρωχη, στοργική, ανοιχτόμυαλη, ένας μαχητής της ζωής για τη σωτηρία του εαυτού και του παιδιού της, που όμως ενλω πληγώθηκε δεν αρνείται από φόβο τον έρωτα ή την ευτυχία. Ο έξοχος Τόμπυ Στίβενς που μας έχει χαρίσει μια εξίσου καλή ερμηνεία και σην Τζέην Έυρ ως Έντουαρτ Ρότσεστερ, έρχεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, αυτό του γλυκού, αθώου και αγαθού Γκίλμπερτ, τον οποίο υποστηρίζει για άλλη μια φορά άψογα να αποδώσει με μια υποκριτική ακρίβεια τον χαρακτήρα που η Αν Μπροντέ αποτύπωσε στο βιβλίο της.
Οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες μαζί με όσες τις πλαισιώνουν, η επιλογή της ζοφερής σκηνοθεσίας, τα πολύ όμορφα βικτωριανά κουστούμια και η ωραια μουσική συνθέτουν μια σειρά 3 επεισοδίων που δεν πρέπει να χάσετε.
«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει , να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε με στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως….» [1]
Η 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικό για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Λίγους μήνες αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 1941,τον μετέθεσαν στην πρώτη γραμμή.
« Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]
«Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν…
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο
Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.
Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μέσ’ στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!
Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράτος κύλησε από την αριστερή μέρια…
Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια
Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη oχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ’ στα δόντια ο θάνατος –
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘ φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε…
Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή`
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή…
Έτσι καθώς τινάζεται μέσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν –
Γιατί, ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ’ αιτόπουλ’ απορούν πού’ ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να’ ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ‘ ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι οι σύντροφοι απορούν πού να’ ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
Ήταν γενναίο παιδί `
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
( Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά – δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
– Φωτιά στην άνομη φωτιά! –
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μέσ’ στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούν
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!
Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή
Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!» [3]
Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. « Ο Ελύτης είναι ένας διασωθείς της ασθένειας του πολέμου και της ασθένειας λόγω πολέμου…» [4]
Καταθέτει ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» τον Οκτώβριο του 1962 γι’ αυτήν την περιπέτεια που σημάδεψε το κατοπινό του έργο και τον ώθησε να δει διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση , τον ποιητή και την κοινωνία.
« Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε , ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο – μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου – και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα « στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ’ έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα…» [5]
«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.» [6]
Το Μέτωπο του 1940 στην Αλβανία, αλλά και οι κατοπινές εξελίξεις με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ενέπνευσαν τον Οδυσσέα Ελύτη να συνθέσει τα πολύ γνωστά μας έργα « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολογαχό της Αλβανίας» και « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύστηκε όμως ακόμα και έγραψε την «Αλβανιάδα», την « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» και τη «Βαρβαρία».
Η « Αλβανιάδα», έργο ημιτελές. Το πρώτο μέρος δόθηκε για δημοσίευση από τον ποιητή στην « Πανσπουδαστική» συγχρόνως με τη συνέντευξη που παραχώρησε.
«… δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο « αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε « αόρατη παραγγελία»,η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων , έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ’ έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.» [7]
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Ένα μικρό απόσπασμα:
« Ένας άγγελος μ’ αμπέχωνο ανοιχτό
Αγουροξυπνημένος γύριζε τ’ αντίσκηνα
Μοιράζοντας «λάμπες θυέλλης».
Η όργητα δάγκωνε τα σίδερα
Στα ρολόγια μέσα τ’ αργοκίνητα
Σφυροκόποι ατσάλωναν ανόμοιες ώρες…» [8]
Η « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» , συνθετικό ποίημα, το οποίο ο Ελύτης έγραψε μέσα στη ναζιστική Κατοχή , το 1943. Η λογοκρισία το έκοψε. Το ποίημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποιητής συνεργάστηκε με τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, στην Ισπανία, ο οποίος το φιλοτέχνησε με χαρακτικά . Το ποίημα κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση.[9]
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
«Η Καλωσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
Πρέπει νάχει μπαρούτι στο σελλάχι της
Και να δαγκάνει κάμες.
Ακούγεται από την περπατηξιά σου η δόξα
Όπως ακούγεται απ’ το βρόντημα του μπρούντζου ο ήλιος
Μελαψό παλληκάρι
Που ακουμπάς επάνω στην Ελλάδα
Με το κουράγιο που ακουμπάει στη μπόρα το έλατο
Και σου παν οι αιώνες όπως της πάει της αντρειάς
Το λουλούδι στα δόντια και το μπαμ
Της πιστολιάς
Πέρασαν μες στη μνήμη σου μνήμες ανέμων
Η φωνή σου σκοτείνιασε σαν δρυμός
Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξεκοιλιάζουνται άλογα
Δάση να τρων φωτιές ανθρώπους άνθρωπο
Είδες μια πέτρα τρυπημένη από κραυγή θανάτου
Να σηκώνει τη σκιά της τέρας
Μια γυναίκα με ράμφος και φτερά
Να σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Το φεγγάρι στο στόμα της φοβέρας
Τίποτα συ! Μες στην καρδιά του χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου το διάστημα
Μέσα στη χώρα που ονειρεύομαι
Λες, η ματιά του αρνιού σκοτώνει τα τσακάλια,
Μέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύεσαι
Μελαψό παλληκάρι
Λέω: Η ελπίδα τόφτασε το μπόι της κορασιάς
Είν’ έτοιμη η καρδιά του αντρός να μαχαιρώσει ατσάλι
Κύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα
Σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος
Η μέρα όπου και νάναι με λούλουδα μηλιάς
Θα βγει να σεργιανίσει πάλι στο αρχιπέλαγος!
Τριώνι της θαλλασινής νυχτιάς` Αλετροπόδι
Που σα νεύεις με χρυσούς σταυρούς
Τα πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας`
Και συ εκστατικό μου Ελίκι
Στην ασημένια ζώνη της ματιάς μου
Απόψε
Αγρυπνήσετε
Κι όταν φυσήξει απ’ τα βουνά της ερημιάς η γιαμπολη
Σταλάζοντας πικρά στην υπνωμένη γης
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Σε βάτους που έφτυσαν φωτιά και τώρα κρυώνουν
Σε δέντρα που ματώσαν, σ’ ερημοκκλησιές που ράισαν
Σ’ αγκάθια που φαρμακώσαν ένα φεγγάρι
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Στις σπαραγμένες σάρκες του γκρεμού
Στα ρίγη που κρυστάλλωσαν τις αγωνίες του λόγγου
Για μια στερνή φορά
Φωνάζω
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Άστρα, ο χρησμός σας δε θα πάει χαμένος
Παιδιά, ο χαμός, ο χαλασμός, η πείνα
Κι η ανάγκη τρεμοσβυούν στο ψυχορράγημα
Ορθώσετε τ’ αρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, έκσταση
Ετοιμάσετε τη χώρα σας
Του χάρου τη φωνή δε θα την ανεχτούμε
Η μέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος
Που η απονιά θα φάει τις σάρκες της
Που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό
Και που η ψυχή θ’ ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες σας
Όπως και πριν Τριώδι, Αλετροπόδι, Ελίκι!» [10]
Η «Βαρβαρία» δεν ολοκληρώθηκε
Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Το 1977 το Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσίασε μια παράσταση με « ήθος σύγχρονης τραγωδίας με το ύφος αρχαίας τραγωδίας» [11], η οποία στηρίχτηκε σε αποσπάσματα από διάφορα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης κυρίως από τον πόλεμο της Αλβανίας. Η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τους « Προσανατολισμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλβανιάδα» και « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
«Μέσα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και το «Άξιον Εστί» ξετυλίγεται όλο το μέγα θάμα, το ελληνικό κι ανθρώπινο μαζί, της « Αλβανιάδας». Και μνήμη ζωντανή απλώνεται σε μια παναρμόνια τοιχογραφία, πραγματική και υπερούσια μαζί. Τα πεζά κείμενα ιστορούν την αληθινή περιπέτεια του πολέμου. Και η ποιητική έξαρση εικονίζει την υπερπραγματιστική εξακόντιση της ψυχής του μαχητή ποιητή. Κανένας ψευτοηρωισμός δεν χωρεί εδώ. Το μέγεθος του αληθινού ηρωισμού αναδύεται από το μέγεθος της θυσίας. Και το θάμα βλασταίνει από τις βαθιές ριζωμένες στην Ελληνίδα φύση ρίζες του ανθρώπου, που εξυψώνεται ως την ισοθέωση της ελευθερίας με την αξία και τος κάλλος της» [12]
Πηγές:
[1] Απόσπασμα από το Ανάγνωσμα Πρώτο . Οδυσσέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
[2] Από το άρθρο του Χρήστου Σιάφκου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθανάτων».
[3] Αποσπάσματα από το έργο: Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1981, 6η έκδοση
[4, 8 ] Από το άρθρο του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Η διαρκής λυρική επαναμάγευση. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθανάτων».
[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας». Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα. Δημοσιευμένο στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011.
[9] Οι πληροφορίες για το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές από εδώ
[10] Τα αποσπάσματα από το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές εδώ
[11, 12] Από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα στην εφημερίδα « Η Βραδυνή» δημοσιευμένο στις 30/10/1977. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.
Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Γιώργος Σεφέρης ξύπνησε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι είχε δώσει το γνωστό τελεσίγραφο στον Μεταξά μισή ώρα πριν. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο Υπουργείο Τύπου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν γνώριζε με ποια πλευρά θα συντασσόταν ο Μεταξάς.
Ο Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, μαζί με τον τότε υφυπουργό ανέλαβαν να συντάξουν το κείμενο της επίσημης κήρυξης πολέμου. Ο Γ. Σ. απεχθανόταν ενστικτωδώς τους Ναζί, μολονότι υπηρετώντας στο γραφείο Τύπου ήταν υποχρεωμένος μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο να τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Έχει νηφάλια και με πολλή οξυδέρκεια καταλάβει ότι είναι προς όφελος της Ελλάδας και της επιβίωσής της μέσα στην γεωπολιτική σκακιέρα να ταχτεί με το μέρος των Συμμάχων. Με την διορατικότητα που τον διέκρινε είχε ήδη αναρωτηθεί και απαντήσει για το τι μέλλει γενέσθαι στο μέλλον στην «Τελευταία Ημέρα», ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1939:
Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται πώς πεθαίνει ένας άντρας; Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.
Ο ποιητής, σαραντάρης τότε, ήταν διπλωμάτης καριέρας και τα καθήκοντά του τον υποχρέωσαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση πρώτα στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο.
Το «Όχι» του Μεταξά ενώνει σύσσωμο τον ελληνικό λαό που με υπέρμετρο ενθουσιασμό κινεί για το μέτωπο να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό εχθρό. Στο ημερολόγιο του ο Άγγελος Τερζάκης μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα :
«Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σούρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.» (18 Νοεμβρίου 1940)
Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει εκδώσει την προηγούμενη χρονιά τους «Προσανατολισμούς», την πρώτη ποιητική του συλλογή. Επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και τον Δεκέμβριο βρίσκεται να πολεμά στην ζώνη του πυρός, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Ο χειμώνας του 1940-41 ήταν πρόωρος και ένας από τους βαρύτερους του 20ου αιώνα. Στο μέτωπο της Ηπείρου ο ελληνικός στρατός εκτός από τα εχθρικά πυρά και τους ανελέητους βομβαρδισμούς έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος, την έλλειψη σε τρόφιμα και τις δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό. Τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ελύτης παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο Ιωαννίνων. Γλυτώνει από θαύμα. Όταν αναρρώνει η Ελλάδα βρίσκεται υπό τριπλή κατοχή. Στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», γραμμένο το 1941, ο επιτάφιος θρήνος για τον ανώνυμο μαχητή μέσα στον δυσοίωνο χειμώνα μετατρέπεται σε ύμνο για τα νιάτα, τον έρωτα και την επικράτηση της ζωής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο μέτωπο
Αντίθετα από τον Ελύτη, ο πρωτοπόρος ποιητής Γιώργος Σαραντάρης δεν γλύτωσε τον θάνατο. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, αρρώστησε από τύφο και πέθανε. Στα Ανοιχτά Χαρτιά ο Ελύτης γράφει:
«Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.»
Ο Άγγελος Σικελιανός, 56 ετών τότε ζήτησε να σταλεί στο μέτωπο. Αν και τελικά δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στο μέτωπο δημοσιεύει πατριωτικά και εμψυχωτικά ποιήματα που μοιάζουν να έχουν γραφεί από κάποιον που πολεμά στην πρώτη γραμμή.
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, γνωστότερος ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού», βετεράνος πολεμιστής, καθώς είχε πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία, παρόλη την αναπηρία του, υπηρέτησε στην αντιαεροπορική άμυνα με τον βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.
Ο Δ. Ι. Αντωνίου , ο αγαπημένος «Τόνυ» της συντροφιάς λογοτεχνών που γνωρίζουμε ως «γενιά του ‘30», παρέμεινε πλοίαρχος στο δικό του καράβι, το οποίο είχε επιταχθεί για τις ανάγκες του ναυτικού, και το οποίο θα βυθιστεί. Ο Αντωνίου ευτυχώς θα σωθεί.
Ο Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός εραστής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», παρόλο που είχε ήδη πάρει το δίπλωμα ασυρματιστή στα πλοία, βρέθηκε στρατιώτης στην Αλβανία. Με την κατάρρευση του μετώπου γύρισε στην Αθήνα και παρέμεινε στην στεριά μέχρι τη λήξη του πολέμου.
Ο Νίκος Καββαδίας με άλλους δύο στρατιώτες Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (αριστερά)
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Με την υποχώρηση γύρισε πίσω κι αυτός στην Αθήνα και εντάχθηκε στον ΕΑΜ.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος δεξιά γονατιστός,όρθιος πίσω του ο δικηγόρος Άγης Πετροπουλάκης καί δίπλα του ο Ανθυπολοχαγός Ορειβατικού Πυροβολικού Αρτάνης
Ο Τάκης Σινόπουλος επιστρατεύτηκε το 1941 ως λοχίας του υγειονομικού στο Λουτράκι.
Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής δημοκρατίας, εκτοπισμένο στα νησιά. Με την κατοχή επανήλθε στη θέση του στη Νομική σχολή. Το 1941, στις 28 Οκτωβρίου, με αφορμή την πρώτη επέτειο του «Όχι», εκφώνησε στους φοιτητές του λόγο για την μελλοντική κοινωνία που πρέπει να χτίσουν οι νέοι σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Στην μνήμη των Ελλήνων η 28η Οκτωβρίου συμβόλιζε ήδη την άρνηση της υποταγής. Την επομένη απολύθηκε από την Κυβέρνηση των δοσίλογων.
Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941. Την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία εισέρχεται στον πόλεμο με το μέρος του Άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού πολεμά στην Αλβανία. Παρόλη τη σθεναρή αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που υπερασπίζονταν τα σύνορα της Μακεδονίας, ουσιαστικά η «γραμμή Μεταξά» υπερφαλαγγίζεται καθώς τα γερμανικά στρατεύματα εξαπολύουν σφοδρή επίθεση σε δύο μέτωπα, στα σύνορα με την Βουλγαρία και στα ανοχύρωτα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η Ελλάδα σύντομα βρέθηκε κάτω από τριπλή γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή.
Οι κατοχικές αρχές και η λογοκρισία δεν σιώπησαν τις φωνές των ποιητών. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 πεθαίνει ο Κωστής Παλαμάς. Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Την επομένη από νωρίς το πρωί ο λαός της Αθήνας συγκεντρώνεται στο Α’ νεκροταφείο. Ο Άγγελος Σικελιανός με τη βροντερή φωνή του απαγγέλνει τους στίχους που μόλις είχε γράψει:
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Όταν ο εκπρόσωπος της Γερμανικής πρεσβείας προχώρησε να καταθέσει στεφάνι, μόνος από όλο το πλήθος ο «Κολοσσός» Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο. Το πλήθος στην αρχή δειλά και μετά με πάθος τον ακολούθησε. Όπως έλεγαν οι στίχοι του Σικελιανού: «Σ` αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!», μονιασμένη για μια μέρα.