Όταν σε βλέπω να περνάς, ράθυμη αγάπη, Καθώς ηχεί ώς την οροφή και σπάει μια μελωδία, Κόβοντας τον αρμονικό βηματισμό σου, Δείχνοντας της βαθιάς ματιάς σου την ανία•
Vincent van Gogh, «Ρίζες δέντρων και κορμοί» (1889)
Ήταν Κυριακή Ιουλίου, ζέστη ασφυκτική. Δεν χωρούσε μέσα στο σώμα του. Πήρε τα σύνεργά του και περπάτησε ως τη Rue Daubigny. Ζωγράφισε ώρες το σύμπλεγμα των ριζών. Στην αρχή φωτεινό, με εκείνο το χρυσοκαφέ που προτιμούσε. Οι κορμοί ένα μπλε αποφασισμένο, στέρεα βιδωμένοι στη γη, με κάτι απ’ την αλαζονεία της αφθαρσίας των οστών. (Πάντα τον συνάρπαζε ο αγώνας των δέντρων ν’ αντέξουν στον άνεμο.) Το δειλινό πρόσθεσε σκιές φωτός που ξεψυχούσε, και πάτησε τη σκανδάλη. Ακόμη ζει το κούτσουρο που απαθανάτισε. Οι δεντρολόγοι επιβεβαίωσαν την ταύτιση και οι Αρχές το περιέβαλλαν με φράχτη – τεκμήριο τέλους ισχυρού κάποιου που δίχως να παραιτηθεί αποχώρησε.
Αθηνά Βογιατζόγλου, “Vincent van Gogh, «Ρίζες δέντρων και κορμοί» (1889)” (από την ποιητική συλλογή “Πορτρέτα”), εκδόσεις Κέδρος, 2021.
Ο αγέρας του Φλεβάρη έπαιζε χαλώντας τα μαλλιά σου. Όμως ο ήλιος έπλεκε στους βοστρύχους που ανεμίζανε το φως του.Το κεφάλι σου έφεγγε μέσα στη δόξα του απογεύματος. Κι εσύ κοίταζες πέρα τη θάλασσα κι ένα χαμόγελο ανέβαινε κάθε τόσο στα χείλη σου. Όμοια λαμπερό με το φως του ήλιου.
Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε. Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του. Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία. Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.
«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. “Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία”. Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ. Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.»
Τάσος Λειβαδίτης, “Η Γέννηση” (από την ποιητική συλλογή “Ο αδελφός Ιησούς”), εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα, 2015.