“Λήθη” του Λορέντζου Μαβίλη

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

60 χρόνια ποίησης στο έργο του Γιώργη Παυλόπουλου

Ο Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Νομική Σχολή Αθηνών, τις οποίες αργότερα εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Για να καλύψει, ωστόσο, βιοποριστικές ανάγκες εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στα ΚΤΕΛ Ηλείας. Οι πρώτες δημοσιεύσεις του έγιναν το 1943 στο περιοδικό “Οδυσσέας” που εξέδιδε με τους φίλους του στην γενέτειρά του. Υπήρξε στενός φίλος του Τάκη Σινόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκαν και στην πειραματική γραφή από κοινού ποιημάτων, τα οποία συμπεριελήφθησαν στο έργο του τελευταίου. Διατηρούσε, επίσης, στενές σχέσεις με τους πεζογράφους Νίκο Καχτίτση και Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, αλλά και με τον ποιητή Γεώργιο Σεφέρη.

Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Με μόλις έξι βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή εξήντα χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής υπήρξε ολιγόγραφος. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες ενώ συμπεριλήφθηκαν σε σχολικά εγχειρίδια. Συμμετείχε ενεργά σε συνέδρια και παρουσιάσεις ποιητών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Πέρα από την ποίηση ασχολήθηκε και ερασιτεχνικά μεν με την ζωγραφική. Με τη φροντίδα κάποιων φίλων του, πίνακές του εκτέθηκαν στην ΙΘ’ Έκθεση ζωγραφικής το 1977.

Τα ποιήματά του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και το θάνατο. Χαρακτηρίζεται για την αγωνιστική του διάθεση, την καταγραφή γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου αλλά και τον ενθουσιασμό του για έναν καλύτερο κόσμο.

Όπως οι άλλοι ποιητές της γενιάς του, έτσι κι εκείνος αντλεί τα θέματά του από ένα οδυνηρό βιωματικό υπόστρωμα, συγκροτημένο από κοινές μνήμες της μετακατοχικής εμφυλιακής περιόδου, που υπήρξε καθοριστική για την διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Το έργο του συνιστά προϊόν κατεργασίας του προσωπικού βιώματος με εντονότατες ιστορικοκοινωνικές διαστάσεις και ηθικές- υπαρξιακές προεκτάσεις, με γνώμονα την ιδιαίτερη ευαισθησία του ποιητή σχετικά με τον ρόλο και τους μηχανισμούς της ποιητικής τέχνης.

Η ποίηση βγαίνει κατευθείαν από το ζόφο του μεσοπολέμου. Έγραψε ποιήματα, τα οποία συντονίζονται κυρίως με αλγεινά βιώματα από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο της Αντίστασης και τον Εμφύλιο του αδελφοκτόνου αίματος. Τα θέματά του είναι μικρά πένθη για τους νεκρούς αντάρτες και μεγάλες ελεγείες για το αδικαίωτο όραμα της Αριστεράς. Έχει πει ο ίδιος: “Περιμέναμε μια δικαιώση των αγώνων της Αντίστασης στο γενικό σκοτάδι που ερχόταν και το βλέπαμε εκείνα τα χρόνια. Πάντα απειλεί ένα σκοτάδι τον κόσμο. Σήμερα δεν βλέπω από πουθενά φως.”

Επιλέγει να καταθέτει την μαρτυρία του μέσα από έναν μύθο, δίχως ευθεία αναφορά σε τόπο και χρόνο. Ο ποιητικός του κόσμος είναι ονειρικός, αλλά συντίθεται από πραγματικά υλικά. Διακρίνεται από ήπια δραματικότητα, διαποτίζεται από αισθησιασμό. Η άμεση, λιτή επικοινωνιακή γλώσσα που κατέκτησε περίοπτη θέση στα ελληνικά γράμματα χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον ξεχωριστό του τόπο.

Ξεφυλλίζοντας την ξεχωριστή συλλογή των ποιημάτων του “Ποιήματα 1943-2008” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη μεταφέρεται σε ένα σύμπαν στο οποίο κυριαρχεί το όνειρο και η αίσθηση του ανικανοποίητου. Σε όλα αυτά υπάρχει μια δραματικότητα που δεν καταλήγει ευτυχώς σε μελοδραματισμό. Παντού είναι έκδηλη η φιλοσοφική διάθεση, ενώ ο λόγος είναι αλληγορικός, συμβολικός με μια διάχυτη υπαινικτικότητα. Χρησιμοποίει εν γένει καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς βερμπαλισμούς και αφύσικες πομφόλυγες. Λιτός, απλός, σαφής οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν τόνο εξομολογητικό που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα παρά ποίημα. Το ύφος του είναι επί το πλείστον κουβεντιαστό και η σκέψη του αποδίδεται ιδιαίτερα παραστατικά.

Θα έλεγε κανείς πως πλην του εμφύλιου σπαραγμού, την ποίησή του διατρέχει ένα διαχρονικό δημιουργικό ταξίδι, μια προσπάθεια συνομιλίας με το άπιαστο ποιητικό φαινόμενο, μια αέναη προσέγγιση της ποιητικής τέχνης. Πολλές φορές χρήζει πρωταγωνιστή τον επίδοξο δημιουργού, στο πρόσωπο του οποίου πιθανολογούμε ότι αντανακλάται ο ίδιος ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συμμετάσχει σε αυτή την επιχείρηση διαλόγου και να προβάλλει πάνω στο ποιητικό υποκείμενο τις δικές του σκέψεις και αμφιβολίες.

Μας απαντά μέσα από τα ποιήματά του τι είναι εν τέλει η ποίηση. Μια πόρτα ανοιχτή; Ένα άγαλμα; Μια πράξη ερωτική; Αυτό θα το επιλέξει ο αναγνώστης. Ας πάρουμε, όμως, μια ιδέα μέσα από τα λόγια του ποιητή: «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε». […] Παραλλάζοντας αὐτὴ τὴ σημείωση τοῦ Πὼλ Βαλερύ, ἡ ὁποία παραπέμπει ἀμέσως στὸν Ποιητὴ καὶ στὴν Ποίηση, θὰ λέγαμε: «Ἂν ἕνας ποιητὴς μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί γράφει, γιατί γράφει καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ γράφει, δὲν θὰ ἔγραφε».

Κι ἐγὼ τώρα δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι Ποίηση καὶ γιατί γράφω ποιήματα. Πολὺ περισσότερο δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ σὲ τί μᾶς βοηθάει ἡ Ποίηση καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός της.

Τὸ μόνο ποὺ ξέρω εἶναι πῶς ὁ Ποιητὴς ἦταν πάντα ἕνας ἀφοσιωμένος τῆς Ζωῆς. Εἴτε τὸν γεμίζει χαρά, εἴτε τὸν θλίβει ἡ Ζωή, εἴτε τὸν πάει στὸν Οὐρανό, εἴτε τὸν κατεβάζει στὴν Κόλαση, αὐτὸς μένει πάντα ὁ ἀφοσιωμένος της.

Τὴ μυστήρια ἀγάπη του γιὰ τὴ Ζωὴ δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ τὴν ἐκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐκφράσει κυρίως αὐτὸ ποὺ κρύβει ἡ ζωή. Ὅπως ὁ ἔρωτας κρύβει αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἐρωτευμένους.

Ἡ Ποίηση λοιπὸν εἶναι πράξη ἐρωτική; Ἢ μήπως πράξη ἀπόγνωσης; Ἢ μήπως καὶ τὰ δυό; Πράξη ἐρωτικὴ καὶ συνάμα πράξη ἀπόγνωσης.

Γιὰ τὴν ποιητικὴ πράξη ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ καὶ διάφορα. Καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς τεχνῖτες καὶ ἀπὸ τοὺς θεωρητικούς. Πολλὲς φορὲς οἱ Ποιητὲς προσπάθησαν νὰ διατυπώσουν τὸν ἀνύπαρκτο ὁρισμὸ τῆς Ποίησης, σὰν νὰ κοίταζαν σ᾿ ἕναν καθρέφτη ὅπου δὲν ἔβλεπαν τὸ πρόσωπό τους, ἀλλὰ τὸ ἀπόλυτο κενό. »

Αν θέλετε να γίνετε και εσείς μέλος αυτής της ποιητικής εμπειρίας δεν έχετε παρά να αναζητήσετε αυτή την ποιητική συλλογή! Εμείς σας την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/giwrghs_paylopoylos_ti_einai_poihsh.htm

Τα Αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου

Τά Ἀντικλείδια

Ἡ Ποίηση εἶναι μιά πόρτα ἀνοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς νά βλέπουν
τίποτα καί προσπερνοῦνε. Ὅμως μερικοί
κάτι βλέπουν, τό μάτι τους ἁρπάζει κάτι
καί μαγεμένοι πηγαίνουνε νά μποῦν.
Ἡ πόρτα τότε κλείνει. Χτυπᾶνε μά κανείς
δέν τούς ἀνοίγει. Ψάχνουνε γιά τό κλειδί.
Κανείς δέν ξέρει ποιός τό ἔχει. Ἀκόμη
καί τή ζωή τους κάποτε χαλᾶνε μάταια
γυρεύοντας τό μυστικό νά τήν ἀνοίξουν.
Φτιάχνουν ἀντικλείδια. Προσπαθοῦν.
Ἡ πόρτα δέν ἀνοίγει πιά. Δέν ἄνοιξε ποτέ
γιά ὅσους μπόρεσαν νά ἰδοῦν στό βάθος.
Ἴσως τά ποιήματα πού γράφτηκαν
ἀπό τότε πού ὑπάρχει ὁ κόσμος
εἶναι μιά ἀτέλειωτη ἀρμαθιά ἀντικλείδια
γιά ν’ ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς Ποίησης.
Μά ἡ Ποίηση εἶναι μιά πόρτα ἀνοιχτή.

Ακούστε το εδώ:

Ο χαμένος χρόνος της αγάπης του Γιώργη Παυλόπουλου

«Είμαστε κάπου εκεί μαζί

και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε

και σε κοιτάζω

όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα

και σ’ αγαπώ

και πονάω για Σένα και για μένα

πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δε θα μπορέσουμε

να πεθάνουμε ποτέ

Εσύ που είσαι από μένα

κι εγώ που είμαι από Σένα

που είμαι τίποτα

χωρίς Εσένα

Πες μου αν ξέρεις

− εγώ δεν ξέρω −

πότε σε γνώρισα και πού

πότε σε πρωτοκοίταξα

όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα

εγώ που σ’ αγαπώ

πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου

και πονάω για Σένα και για μένα

πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης».


Στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ

κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του.

Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς

δεν του πηγαίναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές.

Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα

πόνεσε πάλι όπως και τότε

για τον χαμένο εκείνο χρόνο της αγάπης.

Από την ποιητική συλλογή: “Λίγος Άμμος”, που βρίσκεται στη συγκεντρωτική συλλογή: “ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943-2008” και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Να μάθεις να φεύγεις της Χριστίνας Παρασχά

Να μάθεις να φεύγεις (Υποσημειώσεις)

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις!
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές,
μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια,
ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια
κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια
όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις,
σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα,
να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις,
κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες,
μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες,
με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι
κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν
αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.

Να απαιτείς αυτό που δίνεις
να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου
και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη
δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα
και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες
είναι για τους δειλούς

-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών,
να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά
που κάθεται και κλαψουρίζει

-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις
γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.

Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν
Καζαμπλάνκα

– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ
πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν
το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά,
μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.

Χριστίνα Παρασχά, Να μάθεις να φεύγεις (https://www.yposimeioseis.com)

Ακούστε το εδώ:

Ολόκληρη Νύχτα του Άρη Αλεξάνδρου

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

Ποίημα από τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952).

Πηγή: Ποιήματα 1941-1974 από τις εκδόσεις Ύψιλον

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Η μπαλάντα των Μυροφόρων του Άλκη Αλκαίου

«Τί το ορώμενον θέαμα
Τισ η παρούσα κατάπαυσις»

Τόσον πόνο περπάτησα για ν’ απατηθώ
Και τα μύρα του έρωτα έγιναν νερό
Δε σε ξέρω δε γνώρισα ούτε το κορμί Σου
Κι από τον ξένο είσαι πιο ξένος τρεις φορές

Το χιτώνα Σου μου άρπαξαν σε καλή τιμή
Μπεχλιβάνηδες έμποροι της Ανατολής
Τα νομίσματα δεν ξέρω τι να τα κάνω
Πτώχευσαν τα μαγαζιά στη Σωζόπολη

Στο κρεββάτι Σου ξάπλωσα και μερίζομαι
Σε νοήματα απρόσιτα σε γυμνό οφθαλμό
Να ‘ρθυν τύμπανα και μουσικές να ορθρίσουν
Να ‘ρθουν οι Φονιάδες μου να τελειωθούν

Ακούστε το εδώ:

Κυριακή απόγευμα της Κικής Δημουλά

Κυριακή απόγευμα

Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι πάντα δύσκολη.

Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος

Ακούστε το εδώ:

«Σαββατοκύριακο» του Τίτου Πατρίκιου

«Ξυπνώντας
Λίγες σταγόνες ύπνο ακόμα στα μαλλιά
Γυμνά πρόσωπα
Γυμνό δωμάτιο
Ένα κρεβάτι τυχαίο
Κορμιά που το κυλινδρικό τους φλούδι
Δεν κρύβει καν λίγη εντεριώνη λησμονιάς…
Δίχως μια λέξη δίχως μια κίνηση
Σαν την ανυπαρξία του πέρα και του εδώθε
Όπως γλιστράει στις σκοτεινές στοές τους
Ζώντας μονάχα τη στιγμή
Που φεύγει
(Που ξέρουμε πως φεύγει)»


Από την ποιητική συλλογή, «Λυσιμελής πόθος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη

Ακούστε το ποίημα:

«Ιππότης, θάνατος, διάβολος» του Χόφμανσταλ

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Hugo Von Hofmannsthal γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1874 στη Βιέννη. Γόνος μεγαλοαστικής αυστριακής οικογένειας, σπούδασε νομικά στη γενέτειρά του, αλλά αφοσιώθηκε από νωρίς στη λογοτεχνία. Συνδέθηκε με την αβανγκάρντ ομάδα Jung Wien και έγραφε ποιήματα. Η γνωριμία του με τον Ρίχαρντ Στράους, το 1900, απέφερε μια γόνιμη συνεργασία, με τον Χόφμαννσταλ να υπογράφει το λιμπρέτο σε αρκετές από τις όπερες του συνθέτη (“Ηλέκτρα”, “Η Αριάδνη στη Νάξο”, “Η γυναίκα δίχως σκιά”, “Ο ιππότης με το ρόδο”, κ.ά.). Στα έργα του αποτύπωσε βιωματικά την κρίση των αρχών του 20ού αιώνα. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έγραφε προπαγανδιστικούς κυβερνητικούς λόγους και μεταπολεμικά στράφηκε σε πιο θρησκευτικά θέματα. Υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές, μαζί με τον Rilke και τον Stefan George, που ανανέωσαν τη γερμανική λογοτεχνία επηρεαζόμενοι από το γαλλικό Συμβολισμό και Ιμπρεσιονισμό. Τη ίδια εποχή, μάλιστα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Αγγλική Λογοτεχνία (κυρίως για τον Keats και τον Oscar Wilde), όπως και για το έπος σε τερτσίνες του Δάντη, Θεία Κωμωδία – πιθανότατα από εκεί πήρε το ερέθισμα ο Hofmannsthal για τις δικές του Τερτσίνες και την Μπαλάντα της εξωτερικής ζωής (επίσης το 1896). Οι κεντρικοί άξονες του έργου του, όπως τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο ποίημά του, είναι η ζωή, το όνειρο και ο θάνατος («Leben, Traum und Tod»), που αλληλεπιδρούν και «υφαίνουν» την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Τερτσίνες υπ’ αριθμόν 3 δανείζονται ένα στίχο από την σαιξπηρική Τρικυμία (The Tempest, 1611): «We are such stuff/ As dreams are made on» (4η Πράξη, 1η Σκηνή), ενώ και το δεκατετράστιχο Ο κήπος μου αναπολεί την παιδική αθωότητα με παρόμοιο τρόπο, σαν ένα όνειρο που πέρασε. Στις 13 Ιουλίου 1929 αυτοκτόνησε ο γιος του και δύο μέρες αργότερα έφυγε και ο ίδιος από τη ζωή, από έμφραγμα. Σημαντική προσφορά του θεωρείται και η ίδρυση του θεατρικού φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ (1922), από κοινού με τον σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρντ.


Λίγα λόγια για την συλλογή


Η Ανθολογία φέρει την υπογραφή της ποιήτριας Αγγελικής Κορρέ στην επιλογή, τη μετάφραση και το επίμετρο. Τα περισσότερα ποιήματα μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ η έκδοση περιλαμβάνει επίσης δύο μονόπρακτα του Χόφμανσταλ, το «Ειδύλλιο» (Idylle) και το «Ο Μώρος και ο Μόρος» (Der Tor und der Tod), των οποίων η συμβολική συνομιλεί με τα ποιήματα.

Ο Χόφμανσταλ του «Ιππότης, θάνατος, διάβολος», όπως διαπιστώνει η μεταφράστρια, δεν είναι ο συγγραφέας της Επιστολής του Λόρδου Τσάντος ούτε ο συνεργάτης του Στράους, αλλά ένας άλλος, πιο μυστηριακός, ένας έφηβος κρυμμένος πίσω από το όνομα του ώριμου εαυτού του. «Ας επαναληφθεί λοιπόν το αμήχανο συμπέρασμα: Έχει πιο πολλά να πει κανείς για τον Χόφμανσταλ ως δραματουργό, αλλά πιο πολλά να θαυμάσει στον Χόφμανσταλ ως ποιητή. Πράγματι, με όρους λογοτεχνίας το δράμα αργά ή γρήγορα επισκιάζει την ποίηση, οι ζυμώσεις είναι στραμμένες εκεί, η εποχή το αναζητάει βιαστικά και λαίμαργα, η Ιστορία το κατακλύζει. Η ποίηση όμως, η ποίηση του Ούγκο Φον Χόφμανσταλ, δεν έχει τελικά άλλον συνομιλητή πέρα από τη ζωγραφική, την οποία ο ποιητής ανακάλυψε στο μέλλον του, σαν το πεπρωμένο του να του το φύλαγε για να διασώσει το παρελθόν του. Ο χρόνος για τον Χόφμανσταλ είναι εμπειρία, η πραγματικότητα είναι εμπειρία, ο χρόνος εντός της πραγματικότητας είναι εμπειρία και η πραγματικότητα εντός του χρόνου. Αυτό που βλέπει τον συναρπάζει περισσότερο από καθετί, όπως τον περιηγητή, όπως τον περιπλανώμενο. Όργανά του το βιούμενο και το δυναμικό. Να ο τρόπος με τον οποίον ο Χόφμανσταλ κατέκτησε τη ζωή• δανδής έστω, αστός, ξένος κι αυτόχθων μαζί στην Αυστρία, ξένος κι αυτόχθων μαζί στη Γερμανία, στο εννοιακό χρέος της γερμανικής γλώσσας και στην παρασιτική -γι’ αυτό και χρειαζούμενη για τη διατήρηση των πραγμάτων- ελληνικότητα. Αλλά δεν βγαίνει αλώβητος κανείς από τη ζωή, συνεπώς δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο μ’ αυτήν παρά να την κατακτήσει».
Η συναρμογή δύο αλληγοριών, του περιπλανώμενου Ιππότη του Άλμπρεχτ Ντύρερ και του περιπλανώμενου Πρίγκιπα του Χέρμαν Μπροχ, υπήρξε έναυσμα επανεξέτασης της πρωτόλειας ποιητικής του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, πλέον παραγκωνισμένης από την ίδια τη δραματουργική πορεία του Αυστριακού δημιουργού, την οποία θα σφράγιζε η συνεργασία του με τον Ρίχαρντ Στράους.
Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, συνοδευμένο από έντονο επιφανειακό συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Στα έργα του ο θάνατος ελλοχεύει: εμφανίζεται ξαφνικά, σημαδεύει τα πρόσωπα και αποχωρεί αθόρυβα. Μέσα σε αυτό τον κόσμο η αφοσίωση, ο χαμένος αγώνας της μνήμης απέναντι στην λήθη, η ασφυξία του εγκλεισμού στον πυρήνα της οικογένειας, η δεινότητα του ισχυρού, η βίαιη επιβολή της αρμονίας και του μέτρου, είναι θέματα τα οποία έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια.

Όποιοι γνώριζαν τον Χόφμανσταλ μόνο ως θεατρικό συγγραφέα, μετά από την μελέτη αυτής της συλλογής, θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσουν! Η ποιητική του διάσταση είναι μεν μυστήρια αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Έχει μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα, μια παραστατικότητα. Στην υπέροχη αναγνωστική εμπειρία συμβάλλει τόσο η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά όσο και η αισθητική που αποπνέει το βιβλίο αυτό καθ΄ αυτό, κάτι διόλου πρωτότυπο για τις εκδόσεις Κείμενα. Αν θέλετε να το προμηθευτείτε, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Υπάρχει διαθέσιμο και online στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των εκδόσεων να το καταστήσουν προσβάσιμο στο αναγνωστικό κοινό κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εγκλεισμού. Όποια μορφή και αν επιλέξετε μην χάσετε αυτό το βιβλίο!

Μπορείτε να ακούσετε ένα δείγμα διαβασμένο από εμάς:

Πηγές:
https://www.poiein.gr/2018/12/18/hugo-von-hofmannsthal-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81/
https://www.lifo.gr/team/sansimera/35738