Μόνος
Κι εχάθης
έτσι
με το βάρος της ποίησης
να σε τραβάει μονάχο
ζωγράφισες
έτσι
την αγιοσύνη του πόθου σου
ευγενής
αγενής
στο σημαίνον
ούτε που κατάλαβες τη γέννα της
Κωνσταντίνα Κυριαζή, Κενό Αδιαχώρητο(ν), Εκδόσεις Έναστρον, 2018
Μόνος
Κι εχάθης
έτσι
με το βάρος της ποίησης
να σε τραβάει μονάχο
ζωγράφισες
έτσι
την αγιοσύνη του πόθου σου
ευγενής
αγενής
στο σημαίνον
ούτε που κατάλαβες τη γέννα της
Κωνσταντίνα Κυριαζή, Κενό Αδιαχώρητο(ν), Εκδόσεις Έναστρον, 2018
Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς
Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.
Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.
-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος!
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει!
Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;
Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;
Κι ἂν ἔρθει μέρ᾿ ἀγλύκαντη στὰ ξένα νὰ πεθάνεις,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ στὸ πλάι σου τὰ μάτια νὰ σοῦ κλείσει;
Ποιὸς θὰ σοῦ λούσει τὸ κορμί, ποιὸς θὰ σὲ σαβανώσει;
Στὸ λειψανό σου ποιὸς θἀρθεῖ λουλούδια νὰ σὲ ράνει;
Καὶ ποιὸς μὲ πόνο θὰ ριχτεῖ στὸ νεκροκρέββατό σου
γιὰ νὰ σὲ κλάψει; Ποιὸς θὰ εἰπεῖ γιὰ σένα μοιρολόγι;
Ἄχ! πῶς τοὺς θάφτουν, νἄξερες, καὶ πῶς τοὺς πᾶν᾿ τοὺς ξένους!..
Χωρὶς λιβάνι καὶ κηρί, χωρὶς παπὰ καὶ ψάλτη!
Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;
Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν!
Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Πηγή: Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εκδ. Ζήτρος
Ακούστε το εδώ:
Ο Χρόνης Μίσσιος αγαπήθηκε όσο λίγοι Έλληνες λογοτέχνες. Υπήρξε αντιστασιακός και ακτιβιστής. Τον θυμόμαστε κυρίως μέσα από τα βιβλίο του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» και «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»…
Γεννήθηκε το 1930 στην Καβάλα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το επάγγελμα των γονέων του και εργάστηκε ως καπνεργάτης. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δούλεψε ως μικροπωλητής στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του.Το 1944 σε ηλικία 14 ετών διετέλεσε σύνδεσμος του 16ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την περίοδο μετά την Απελευθέρωση, έμενε στη Βέροια όπου ήταν σύνδεσμος για τους καταδιωκόμενους ΕΑΜίτες και εντάχθηκε ως στέλεχος στην ΕΠΟΝ. Το 1947 συλλαμβάνεται, ανήλικος ακόμη, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο ως μέλος του ΔΣΕ πόλεων (ομάδα Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα).
Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς να αποκηρύξει την ιδεολογία του, για αυτό τον περισσότερο χρόνο τον πέρασε στην απομόνωση των κρατητηρίων σε άθλιες συνθήκες κράτησης. Μετά την αποφυλάκιση του διετέλεσε επαγγελματικό στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος του παράνομου ΚΚΕ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη δικτατορία φυλακίστηκε (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού). Αυτή τη περίοδο της φυλακίσεως του έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973.
Συμμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ δημιούργησε τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας στην ΕΡΤ την περίοδο 1994-1996 (εκπομπή Το Βλέμμα). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι με τη σύζυγό του Ρηνιώ Παπατσαρούχα – Μίσσιου (πρώην στέλεχος της ΕΔΑ) και τα σκυλιά τους σε αγροτόσπιτο. Υπήρξε μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της αριστεράς.
Πέθανε σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, έχοντας χάσει τη μάχη με την επάρατο νόσο.
Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε ώριμη ηλικία. Με το πρώτο του βιβλίο το 1985 (“Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς“), αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.
Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε δηλώσει:
“Για πρώτη φορά ζω σε μια κοινωνία που δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό. Δεν αντιδρά με τίποτα”.
Την κρίση :
“είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Ουσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας”.
Την οικολογία και την πράσινη ανάπτυξη:
“Είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και πράσινη ανάπτυξη και να έχουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο;”.
Την παιδεία:
“Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία και άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους”.
Τους εμπνευσμένους ηγέτες:
“Πιστεύω πολύ ότι σε μια κοινότητα, η συλλογική μνήμη είναι πολύ πιο ασφαλής και πιο ισχυρή από οποιονδήποτε ηγέτη”.
Την εξουσία:
“Είναι το χειρότερο, το πιο τρομακτικό εφεύρημα του ανθρώπου. Στην πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας, οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητα τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία”.
Στο πρώτο βιβλίο του, μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.
[…] Έμενα κάποια φορά σ’ ενός γιατρού. Δεξιός ο άνθρωπος, αλλά δε γούσταρε και τους εθνοσωτήρες. Ήξερε ότι ήμουνα κομμουνιστής, και κάθε βράδυ που έβγαινα για δουλειά, γέμιζε από αισιοδοξία. Ε, κάποτε κανονίστηκε μια γιάφκα, και το βράδυ που θα ’φευγα από το σπίτι του, σαν αποχαιρετιστήριο, κατεβάσαμε κάνα δυο ουίσκι. Δυνατό πράμα, σε φτιάχνει στα σβέλτα. Ήμουνα, που λες, φτιαγμένος και ακοντρολάριστος, που λένε. Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, πού θα πας τώρα, ρε Φάνη — εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λέω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα… Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, «Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον…»
Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατάω και γώ «ελεύθερα» και «ακίνδυνα» όπως εσύ… Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν το δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά —δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω— δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ’ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη. Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου…
Γύρω απ’ αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ, τα ίδια χρόνια, έζησα τόσο συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για το παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντα νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στο δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας…
Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι «πετυχημένος», ό,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος, άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ’ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας, του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο με βιολογικές ανάγκες… Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ’ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φίλησε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη -μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή- και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ’ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων. […]
[πηγή: Χρόνης Μίσσιος, …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 153-155]
Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα.
“…Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…
Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς…
Όμως το αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και ‘μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας…”
Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά
σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς.
Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται,
όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα,
από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα.
Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν
στην κοινωνία και την δολοφονούν.
Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστατα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να
απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην.
Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν – και
που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου,
εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που
καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας,
στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο
ζουρλομανδύα…
Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων –
με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και
περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν
καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που
της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη…
Το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία
των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα…
Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουνε τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο
παρελθόν από την κακιά μάγισσα της εξουσίας.
Ποιος θα τις λευτερώσει; ποιος θα τις αναστήσει; ποιός θα
τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;…
Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα.
Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως
θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το
σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…
Ποιος θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που
μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την
τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες».
Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού».
Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που
δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της
ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου…
Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια.
Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να
είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν,
δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη.
Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη,
παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών…
Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια
τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν
τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την
κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο
αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία.
Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία,
αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμε τη
ζωή μέσα μας.
Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν
ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που
μας τάϊσε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά…
Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα
να σου μιλήσω.
Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν
ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος.
Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές.
Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστίρια και
στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου;
Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωής και της
ελευθερίας;
Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει
η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…
Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε
το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την
ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά
της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας.
το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας…
Μπορούμε να το κάνουμε;
Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας;
Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις,
επαναστάσεις, πολέμοι, πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις,
και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή
της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε.
Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης,
της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο
ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο…
Δεν είναι πια δυνατόν να συνεννοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από
την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία,
τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας
συν-διαφορετικότητα.
Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν
είναι πια ικανός για συν-κοινωνία.
Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια
χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες
αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε
διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα
του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα.
Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση,
θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.
– Άρα έχεις πρόταση…
-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με
τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο…
Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση
της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης.
Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση,
αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις.
Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα,
κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας…
Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες
πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας.
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως,
αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα
στα καταναλωτικά αγαθά.
Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την
ελευθερία του συνέρχεσθαι…
Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι – εξουσία του κερατά.
Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη
για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής,
με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε.
Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση,
να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή
ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομμύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός
ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε
τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη…
Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα,
όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια…
Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει
τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του…
Το ξέρεις δα πως ήταν «μοίχος», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του,
δηλαδή και ααφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά…
Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το
«συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του
Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…»
Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν,
τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»
«[…] όταν είσαι ερωτευμένος, είναι τέτοια η ταραχή του κορμιού και του νου, που πολλές φορές επιστρατεύεις και τη λογική ακόμα για να δικαιολογήσεις τα συναισθήματα εξουσίας που νιώθεις. Πότε με την έγνοια, πότε με το πρέπει και δεν πρέπει. Έτσι, σιγά σιγά κλείνουν οι πόρτες της περιπέτειας και το ζευγάρι χτίζεται, σαν τους Φαραώ, μέσα σε μεγαλοπρεπείς τάφους, φασκιωμένο με πράγματα εντελώς άσχετα με τη ζωή. Χάνουν το κρυφό νόημα των πραγμάτων. Οι αισθήσεις, αντί γι’ ανοιχτό παράθυρο της ψυχής, συλλέκτες συναισθημάτων που ταξιδεύουν στο τοπίο, γίνονται καθρέφτης που αναπαράγει το χτες σαν φωτογραφία της στιγμής».
“Ο άνθρωπος αντί να δει τα όρια της ελευθερίας του στον παράδεισο, τα όρισε στη διεστραμμένη λογική του. Στη σκιά κάθε συναισθήματος καιροφυλακτεί ένας ανταγωνισμός, μια απαγόρευση. Πόσος φτωχοί και ανόητοι είναι εκείνοι που συνδέουν τη μοναξιά με την απουσία του ανθρώπινου πλήθους…”
Το τελευταίο του βιβλίο, 8-3 ίσον 11 είναι ένας απολογισμός αγωνιστικής ζωής.
Πηγές
Χρόνης Μίσσιος: Ένας ωραίος αντιεξουσιαστής – “Η ζωή είναι δώρο με ημερομηνία λήξης”
Η ζωή του
Ο Λέων Τολστόι, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1828 (28 Αυγούστου, με το παλαιό ημερολόγιο) στη Γιάσναγια Πολιάνα της Ρωσίας από αριστοκρατική οικογένεια. Ορφάνεψε, όμως, προτού κλείσει τα δέκα του χρόνια και από πατέρα και από μητέρα. Ο παππούς του, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν ο πρίγκηπας Nikolai Volkonsky και πρεσβευτής της Ρωσίας στο Βερολίνο. Ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του, Ilya Tolstoy, ήταν κυβερνήτης της πόλης του Καζάν, ένας τόπος που έχει καταχωρηθεί στη συλλογική μνήμη της Ρωσίας ως η τοποθεσία της ντροπιαστικής ήττας του Ιβάν του τρομερού.
Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν ανατολικές γλώσσες και νομικά, μα δεν πήρε το πτυχίο του. Ήταν φύση ανήσυχη, γεμάτη σχέδια και αναμορφωτικές ιδέες, επηρεασμένες από τη Γαλλική Επανάσταση. Θέλησε να ανυψώσει τους Ρώσους χωρικούς, αγρότες και να μορφώσει τα παιδιά τους. Ίδρυσε, μάλιστα, και σχολείο και εξέδωσε παιδαγωγικό περιοδικό με τον τίτλο «Γιάσναγια Πολιάνα».
Έχοντας μεγάλα χρέη από τη χαρτοπαιξία, εξαιτίας της οποίας, έχασε ένα μεγάλο κομμάτι της πατρικής περιουσίας του και τον οδήγησε το 1854 στο να πουλήσει για 5000 ρούβλια το αρχοντικό που κληρονόμησε από τον παππού του, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Πήρε μέρος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός πυροβολικού στην περιοχή του Καυκάσου σε διάφορες εκστρατείες. Ο αποτροπιασμός για τις φρικαλεότητες του πολέμου αυτού καθρεφτίστηκε στα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης (1855-1859)», ενώ τον ενέπνευσαν να γράψει το μυθιστόρημα “Πόλεμος και Ειρήνη“. Οι λεπτομερείς περιγραφές του για τις στρατιωτικές μάχες, ενισχύονται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.
Γυρίζοντας στη Ρωσία, το 1862, έκανε πρόταση γάμου στη μετέπειτα σύζυγό του Σοφία . Λέγεται πώς αυτό το γεγονός, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το διάσημο μυθιστόρημα του, Άννα Καρένινα, όπου η ίδια σκηνή αναπλάθεται αριστουργηματικά ανάμεσα στον Levin και την Kitty. Καθώς ο διάσημος συγγραφέας ήταν αθεράπευτα ντροπαλός και βασανιζόταν από έρωτα έγραψε στη Σοφία τα αρχικά μερικών λέξεων πάνω σε ένα τραπέζι και της ζήτησε να μαντέψει το νόημα τους. Όπως έγραψε η ίδια στο ημερολόγιό της, κατάλαβε αμέσως το περιεχόμενο του κρυφού μηνύματος και δέχτηκε την πρότασή του. Μαζί της έκανε οικογένεια κι έζησε ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως έγραψε ο ίδιος. Απέκτησαν 13 παιδιά.
Παρά την ήρεμη οικογενειακή ζωή, η ανησυχία άρχισε να ταράζει και πάλι τη ζωή του. Είχε τύψεις που ζούσε μέσα στα πλούτη, ενώ τόσοι άλλοι δυστυχούν. Θέλει να τα αφήσει όλα, περιουσία, οικογένεια, δόξα και να ζήσει απλά, σύμφωνα με τις ιδέες του. Αποφασίζει να εγκαταλείψει τα «εγκόσμια», να τα αρνηθεί όλα και να ζήσει μία απλή ζωή μέσα στη φύση. Άφησε τη σύζυγό του να διαχειρίζεται την περιουσία κι εκείνος ζούσε μια λιτή σχεδόν φτωχική ζωή στα κτήματά του, όπου πλήθος άνθρωποι πήγαιναν να τον συναντήσουν και να μοιραστούν τη σοφία του.
Τότε γράφει τα έργα του με τα μεγάλα προβλήματα και τις υψηλές ηθικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης και της συμπόνοιας: «Πάτερ Σέργιος» (1898), «Σονάτα του Κρόιτσερ» (1889), «Κύριος και δούλος» (1895) και «Ανάσταση» (1899). Έγραψε, ακόμα, ένα δραματικό έργο, «Το κράτος του ζόφου» (1886) κι ένα θαυμάσιο μεγάλο διήγημα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1866). Η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του τον φέρνει σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.
Στις 20 Νοεμβρίου (7 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1910 ο σπουδαίος ρώσος συγγραφέας, «ο γίγας της ρωσικής γης», όπως τον αποκαλούν, άφησε την τελευταία του πνοή στη σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Αστάκοβο της Ρωσίας. Ο θάνατος του αποτέλεσε σημαντικό γεγονός για τη δημόσια ζωή, καθώς ο μεγάλος συγγραφέας είχε οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Περισσότεροι από τρεις χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να δουν το φέρετρό του να μεταφέρεται πίσω στο Yasnaya Polyana. Επρόκειτο για την πρώτη πολιτική κηδεία στη Ρωσία, καθώς η Εκκλησία τον είχε αφορίσει.
Τα έργα του
Ένας Αναρχικός Χριστιανός
Στο σπίτι του, σύμφωνα με τη γυναίκα του Σοφία, συνωστίζονταν «παράφρονες αριστοκράτες, ζητιάνοι που περηφανεύονται για την ξεπεσμένη θέση τους, ξεδοντιάρες καλόγριες, ιδεολόγοι φοιτητές, επαναστάτες, εγκληματίες, χορτοφάγοι, αλλοδαποί». Ο Γκάντι το συνοψίζει σε μία φράση: «Ο Τολστόι είναι ο μεγαλύτερος απόστολος της μη βίαιης αντίστασης στην εποχή μας».
Ο Λέων Τολστόι είναι ο πιο διάσημος Χριστιανός Αναρχικός και θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρεύματος αυτού. Όπως έγραψε «ο χριστιανισμός στην αληθινή του ουσία θέτει ένα τέλος στο Κράτος». Αυτή η πρόταση αποδίδει τη βασική ιδέα που αποτελεί τη βάση του χριστιανικού αναρχισμού…
Αν και ο ίδιος ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως αναρχικός, η εναντίωσή του στις άδικες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και στην αυταρχικότητα και καταπίεση που ασκούσαν οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις στους μουζίκους τον οδήγησαν στην απόρριψη των κρατικών δομών και στην αναζήτηση μιας άλλης μορφής κοινωνικής οργάνωσης και ζωής. Αναπτύσσει τη θεωρία του για μια κοινωνία αντιεξουσιαστική και αντιιεραρχική, πάντα κοντά στη φύση και σε αρμονία με αυτή, όπου ο κάθε άνθρωπος θα μπορέσει να αναπτύξει τα προσωπικά του χαρίσματα και τις δεξιότητες του, που θα εργάζεται ο ίδιος για να εξασφαλίσει την τροφή του χωρίς η εργασία του να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης:
«…όλες οι υποχρεώσεις προς το κράτος είναι ενάντια στη συνείδηση του Χριστιανού – ο όρκος υποτέλειας, οι φόροι, οι νομικές διαδικασίες, η στρατιωτική θητεία. Και όλη η κυβερνητική ισχύς στηρίζεται πάνω στις υποχρεώσεις αυτές».
Στο δοκίμιο του «Για την αναρχία» γράφει: «Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα. Kαι στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης και στον ισχυρισμό ότι, χωρίς Αρχή, δεν θα μπορούσε να υπάρχει χειρότερη βία από αυτή της Αρχής κάτω από τις τωρινές συνθήκες. Κάνουν λάθος μόνο στο να νομίζουν ότι η Αναρχία μπορεί να ιδρυθεί μέσω επαναστάσεως. Αλλά μπορεί να ιδρυθεί μόνο με το να υπάρχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι δεν επιζητούν την προστασία της κυβέρνησης… Μπορεί να υπάρξει μόνο μία μόνιμη επανάσταση – μιά ηθική: Η αναγέννηση του εσωτερικού ανθρώπου».
Οι επιρροές του Τολστόι τόσο στους σύγχρονούς του όσο και στις μεταγενέστερες γενιές ήταν ιδιαίτερα σημαντικές και εκφράστηκαν μέσα από κινήματα και κοσμοθεωρίες. Η πιο άμεση επίδραση ήταν αυτή στον Μαχάτμα Γκάντι, με τον οποίο ο Τολστόι διατηρούσε αλληλογραφία, που έγινε πράξη με τον ινδικό εθνικοαπελευθερωτικό, από την βρετανική κυριαρχία, αγώνα ο οποίος και τήρησε στο ακέραιο την τολστοϊκή μη βίαιη αντίσταση στον εχθρό.
Το παιδαγωγικό όραμα του Τολστόι
Σε ώριμη ηλικία, ο Τολστόι πήρε την πρωτοβουλία να ιδρύσει στη Γιασνάγια Παλιάνα σχολεία αντιαυταρχικής, δηλαδή δημοκρατικής εκπαίδευσης. Το παράδειγμά του ακολούθησε πολλά χρόνια αργότερα ο Α.Σ. Νιλ ιδρύοντας το 1921 στο Σάμερχιλ της Αγγλίας το δικό του σχολείο που καταργούσε τα αυταρχικά συστήματα διδασκαλίας.
Οι απόψεις του Τολστόι για την εκπαίδευση ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή του και συμβάδιζαν με την όλη κοσμοθεωρία του για τους κοινωνικούς θεσμούς. Οι τρεις κύριες συνιστώσες της παιδαγωγικής του θεώρησης ήταν η ισότητα μαθητή – δασκάλου, η ελευθερία επιλογών και η αρμονία με τη φύση.
Το 1859 ίδρυσε στη γενέτειρά του Γιάσναγια Πολιάνα ένα σχολείο, χρησιμοποιώντας ως χώρο το ίδιο του το σπίτι και το κτήμα του. Η διδασκαλία πραγματοποιούνταν από φοιτητές, τους οποίους ο Τολστόι βρήκε στη Μόσχα, και από τον ίδιο τον Λέοντα. Ακόμη και σήμερα, στο σπίτι του στην Γιάσναγια Πολιάνα, το οποίο λειτουργεί ως μουσείο, μπορεί κανείς να δει εργαλεία, αρκετά σύνθετα για την εποχή τους, όπως ένα μικροσκόπιο. Τα παιδιά μελετούσαν τις τροχιές των ουράνιων σωμάτων, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά και φυσικά, τον σπουδαιότερο ρόλο είχε η Λογοτεχνία.
Ενώ οι απόψεις του Τολστόι αρχικά δεν έβρισκαν υποστήριξη μεταξύ των ανώτερων κυβερνητικών υπαλλήλων, το σχολείο του ασκούσε μεγάλη επιρροή στο λαό. Ως το 1862 υπήρξαν τουλάχιστον δέκα τρία χωριά με αγροτικά σχολεία στην περιοχή του, και οι δάσκαλοί τους ήταν όλοι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της παιδαγωγικής προσέγγισης του Τολστόι.
Παρόλο που οι εκπαιδευτικές πρακτικές και οι γραφές του Τολστόι κατά τη διάρκεια της ζωής του αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα, μετά το θάνατό του, υπήρξε μια τάση να χαρακτηριστεί το έργο του σαν λαμπρό και καινοτόμο και ο ίδιος σαν ένας από τους σημαντικότερους των εκπαιδευτικών μεταρρυθμιστών. Οι μέθοδοί του στο αλφάβητο και την ανάγνωση, η επιμονή του στην αυτάρκεια με την υποχρέωση των σπουδαστών να κάνουν και χειρωνακτική εργασία, και η πεποίθησή του ότι το παιδί πρέπει να έχει την άδεια για όσο το δυνατόν περισσότερη ελευθερία στην τάξη, χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συστήματός του, είχαν την επιρροή τους στην προοδευτική εκπαίδευση.
Αποφθέγματα
1. «Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις»
2. «Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του»
3. «Είναι εκπληκτικό πόσο πλήρης είναι η αυταπάτη ότι η ομορφιά είναι καλοσύνη»
4. «Το λάθος δεν παύει να είναι λάθος επειδή εγκρίνεται από την πλειοψηφία»
5. «Όλη η ποικιλία, όλη η γοητεία, όλη η ομορφιά της ζωής αποτελείται από το φως και τη σκιά»
6. «Ο σεβασμός εφευρέθηκε για να καλύψει την άδεια θέση η οποία έπρεπε να ανήκει στην αγάπη»
7. «Αν αναζητάτε την τελειότητα, δεν θα είστε ποτέ ευχαριστημένοι»
8. «Ένας από τους πιο κοινούς πειρασμούς, ο οποίος όμως οδηγεί στις μεγάλες συμφορές είναι ο πειρασμός των λέξεων: «Όλοι έτσι κάνουν»
9. «Μην ακούτε ποτέ αυτούς που κακολογούν τους άλλους και λένε καλά λόγια για εσάς»
10. «Δεν υπάρχει μεγαλείο εκεί που δεν υπάρχει απλότητα, καλοσύνη και αλήθεια»
11. «Πλήξη: η επιθυμία για επιθυμίες»
12. «Ας συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλο – μόνο τότε θα ζήσουμε ειρηνικά»
13. «Να έχεις ένα στόχο για όλη σου τη ζωή, ένα στόχο για ένα μέρος της ζωής σου και ένα στόχο για κάθε χρόνο. Ένα στόχο για κάθε μήνα, ένα στόχο για κάθε εβδομάδα, ένα στόχο για κάθε μέρα, ένα στόχο για κάθε ώρα και κάθε λεπτό. Και να θυσιάζεις το μικρότερο στόχο για το μεγαλύτερο»
14. «Σε αγάπησα από πάντα και αν κάποιος αγαπάει κάποιον, αγαπά ολόκληρο τον άνθρωπο, ακριβώς όπως είναι και όχι όπως κάποιος θα ήθελε να είναι»
15. «Οι δύο πιο ισχυροί πολεμιστές είναι η υπομονή και ο χρόνος. Αυτοί καταφέρνουν τα πάντα»
16. «Ελεύθερα πνεύματα είναι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους χωρίς προκατάληψη και χωρίς να φοβούνται να καταλάβουν πράγματα που έρχονται σε σύγκρουση με τα δικά τους έθιμα, προνόμια ή πεποιθήσεις. Αυτή η κατάσταση του νου δεν είναι συνηθισμένη, αλλά είναι απαραίτητη για σωστή σκέψη …»
17. «Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστείς διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.»
18. «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.»
19. «Τρία πράγματα χαρακτηρίζουν τον σοφό άνθρωπο: Πρώτον, κάνει ο ίδιος αυτά που συμβουλεύει τους άλλους να κάνουν. Δεύτερον, δεν κάνει τίποτα που να αντιβαίνει στην αλήθεια. Τρίτον, είναι υπομονετικός με τις αδυναμίες των άλλων.»
20. «Μιλούσαν για τις ανομίες της εξουσίας, για τα βάσανα των αναξιοπαθούντων, για τη φτώχεια που μάστιζε το λαό, όμως στα μάτια τους όλη την ώρα της ζωηρής κουβέντας τους πλανιόταν ασταμάτητα ένα βουβό ερώτημα: «Θα μπορούσες να μ’ αγαπήσεις;».»
Πηγές
16 αποφθέγματα του Λέοντα Τολστόι που εξερευνούν όλες τις πλευρές της ζωής
Όχι μια από τα ίδια
Καθόμασταν, λέει, σε μια πεζούλα
ανάπηροι, με τα πόδια κομμένα
και αγναντεύαμε τη θάλασσα.
Μη με ρωτάς πώς φτάσαμε ως εκεί,
δεν ξέρω. Μπορεί εκεί να ήμαστε από πάντα.
Κι εκεί που αγναντεύαμε, γυρίζεις και με ρωτάς,
γράφουμε τα ίδια; γράφουμε τα διαφορετικά;
και όχι, σου απαντώ, δεν είναι ίδια τα μοτίβα,
παρά οι πόνοι και οι πόθοι των ανθρώπων.
Και είπαμε να φύγουμε, μα πουθενά δεν πήγαμε.
Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Λουτήρες, Εκδόσεις Έναστρον, 2019
Ακούστε το ποίημα εδώ:
Όταν τα γουρούνια γίνουν οργούνια και οι άνθρωποι μπλε, ο Τζίμυ θα τριγυρνά σα ναυαγός…
Μελετώντας έναν από τους όχι και τόσο χιμαιρικούς κόσμους της Μάργκαρετ Άτγουντ
Είναι πολύ σπάνιο, έως κι αδύνατο ένας αναγνώστης να έχει την ανάγκη να ζήσει σε κοινωνίες εξωφρενικές, ζοφερές. Είναι όμως σίγουρο πως στους κόσμους που πλάθει με την πένα και τον νου της η Μάργκαρετ Άτγουντ, ο καθένας θα ήθελε να ζήσει, έστω και για λίγο, μόνο και μόνο ώστε να του φύγει η περιέργεια, να καταλήξει στο συμπέρασμα πως εμείς οι άνθρωποι είμαστε ικανοί για το χειρότερο, όμως και για το καλύτερο.
Ποιος δε θα ήθελε να γνωρίσει τη θαρραλέα πορφυρή δούλη που ανήκει στην οικία των Γούοτερφορντ, τη μυστηριώδη και καυστική Ζένια, τη γοητευτική Όρυξ, την όχι και τόσο αφελή Σαρμέιν, την κλώσα Ευρύκλεια και την ξεπεταγμένη Ελένη της Τροίας, την επικίνδυνη Γκρέις; Ποιος δε θα ήθελε να περάσει ένα απόγευμα με τον Τζίμυ τον Χιονάνθρωπο και τον οξυδερκή Κρέικ; Με άλλα λόγια, ποιος δε θα ήθελε να συνομιλήσει με τους χαρακτήρες της Άτγουντ;
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πραγματική επιτυχία της συγγραφέως. Καθώς περιγράφει κόσμους και κοινωνίες αλλοιωμένες και νοσηρές, στο παρελθόν, στο παρόν, αλλά και στο μέλλον, καταφέρει να παρουσιάσει χαρακτήρες ανθρώπινους, γεμάτους ελαττώματα, όμως η γραφή της είναι ικανή να εντρυφήσει μέσα τους και να τους παρουσιάσει ευάλωτους, σκληρούς, ευαίσθητους και τρυφερούς.
Επίσης, ποιος μπορεί να μην ανατριχιάσει στην παρουσίαση της απολυταρχικής δημοκρατίας της Γίλεαδ ή στην πόλη της Χρονοκράτησης; Ποιος δε θα εξαγριωνόταν με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της φύσης, όπως διαπράττονται στην τριλόγια Madaddam; Ποιος δε θα συμφωνούσε με την άποψη που διατυπώνει στην Πηνελοπιάδα, ότι οι θεραπαινίδες στο παλάτι της Ιθάκης, υπέφεραν στα χέρια των μνηστήρων και δε θα αγανακτούσε με τον Οδυσσέα που ουσιαστικά δεν τις λυτρώνει, αλλά τις τιμωρεί;
Το βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ «Όρυξ και Κρέικ» αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη για όσους αγαπούν να διαβάζουν για το μέλλον. Τι γίνεται όμως, όταν το μέλλον είναι δυσοίωνο; Πόσο εύκολο είναι να γράψει κάποιος ένα βιβλίο που πραγματεύεται τόσο σκοτεινά θέματα, όπως η κλωνοποίηση, η παιδική κακοποίηση, η καταστροφή του κόσμου και με το λεπτό και ειρωνικό χιούμορ, να κατορθώνει να κάνει αρεστά και θελκτικά τα θέματα αυτά και τους ατελείς χαρακτήρες του;
Η Άτγουντ παρουσιάζει μια κοινωνία του μέλλοντος, στην οποία κυρίαρχη είναι η νοσηρότητα στις ζωές των ανθρώπων. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου, η συγγραφέας αποδεικνύει πως ο κόσμος αυτός, που με αναμνήσεις του πρωταγωνιστή θα ξετυλίγεται, στάθηκε αδύνατο να αντέξει και παρήκμασε. Δεν υπάρχουν άνθρωποι, παρά μόνο ο Τζίμυ ο Χιονάνθρωπος, ο οποίος συνομιλεί με μια ομάδα απόκοσμων ανθρωποειδών πλασμάτων, δημιουργημάτων των επιστημόνων σε ειδικά εργαστήρια. Όμως δεν είναι μόνο με αυτούς. Στο μυαλό του συνέχεια υπάρχει μια συνομιλία με μια γυναίκα.
Ο Τζίμυ, παίρνοντας την απόφαση να επιστρέψει στο συγκρότημα όπου ζούσε, ώστε να βρει εφόδια, καθώς έχει απομείνει μόνος και τίποτα πλέον δε λειτουργεί, εγκαταλείπει τους ανθρώπους που πλάστηκαν κατ’ εικόνα ανθρώπου και ξεκινά ένα ταξίδι κυρίως αναθυμήσεων μιας ζωής που είναι αδύνατο να υπάρξει πάλι.
Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Τζίμυ από μικρό παιδί, να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, με αλλαγές να συντελούνται τόσο στην ψυχή και το σώμα του, όσο και γύρω του. Οι επιστήμονες κάνουν άλματα, δημιουργώντας νέα είδη ζώων στα εργαστήριά τους, νέα φάρμακα, νέες βιταμίνες, νέες τροφές, ενώ υπάρχουν κι αυτοί που αντιτάσσονται στην τάση της εποχής που θέλει την τεχνολογία κυρίαρχη της φύσης και των κανόνων της γης, ώστε προκύπτουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα τα οποία προσπαθούν να υπερισχύσουν.
Ο Τζίμυ δεν αργεί να γνωρίσει τον χαρισματικό Κρέικ και μαζί μυούνται στον ηλεκτρονικό κόσμο των υπολογιστών και του διαδικτύου, παράλληλα με την ανέλιξη των σπουδών τους. Έτσι, ανακαλύπτουν σκοτεινές πτυχές που μαστίζουν τις κοινωνίες, όπως οι εκτελέσεις, οι αποπλανήσεις και οι παραπλανήσεις ανηλίκων, μέχρι και οι στυγνοί βιασμοί. Έτσι θα γνωρίσουν την Όρυξ, ένα κορίτσι το οποίο θα τους στιγματίσει κι ο ρόλος της θα είναι κομβικός στην εξέλιξη της ιστορίας.
Όσο τα χρόνια προχωρούν, ο Κρέικ γίνεται κι ο ίδιος μέλος των επιστημόνων, ενώ ο Τζίμυ στέκεται στο πλευρό του και τον παρατηρεί να μεγαλουργεί επινοώντας νέα πλάσματα και κάνοντας πλήθος τεχνολογικών καινοτομιών. Ο αναγνώστης δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι πάει στραβά μέχρι το τέλος του βιβλίου, όμως αυτό που αποδεικνύεται μέσα από τις εξωφρενικές ανακαλύψεις και πειράματα είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι παντοδύναμος και οι παρεμβάσεις του στον πλανήτη και τα όντα του είναι σχεδόν σίγουρο πως θα αποβούν μοιραίες για όλους.
Πέραν της εξωπραγματικής, αλλά και τολμηρής τεχνολογικής εξέλιξη της κοινωνίας που παρουσιάζει η Άτγουντ, η συγγραφέας προσφέρει τρεις χαρακτήρες γεμάτους πάθη και μυστήριο, που βρίθουν από σκέψεις που προκαλούν και πράξεις που ταράσσουν. Ο Τζίμυ, είναι ένα αγόρι που μεγαλώνει σ’ έναν κόσμο με μελανά σημεία και προσπαθεί να διατηρήσει τα λογικά του, όταν ο κόσμος αυτός που γνωρίζει στον οποίο όμως δεν ταιριάζει η ψυχή του, διαλύεται. Μέσα από τα μάτια του, γνωρίζουμε τον ευφυέστατο Κρέικ, έναν νέο που δείχνει ψυχρός και υπολογιστικός, αρκετά χειριστικός, ικανός να ανέλθει με το μυαλό του και μόνο. Όμως όσον αφορά τη φιλία του με τον Τζίμυ, η οποία στοιχειώνει τον τελευταίο, αφού πρώτα τον καθορίζει, τα πράγματα εισέρχονται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ποτέ ο αναγνώστης μπορεί να είναι σίγουρος για το αν είναι αληθινή. Τέλος, η Όρυξ, μια κοπέλα που οι δύο νέοι γνωρίζουν μέσα από βίντεο στο διαδίκτυο, αποτελεί τη λυδία λίθο για τη σχέση μεταξύ του Τζίμυ και του Κρέικ, καθιστώντας την ουσιαστικά τον πιο βασικό χαρακτήρα, εκείνη που καθορίζει τις πιο σκληρές αποφάσεις των ηρώων.
Το «Όρυξ και Κρέικ» πρόκειται για ένα αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο δυστοπικός κόσμος που γνωρίζουν οι αναγνώστες θα μπορούσε να γίνει η πραγματικότητα και η καθημερινότητα μόλις σε λίγα χρόνια. Είναι ένα βιβλίο που δείχνει πώς μπορεί να εκπέσει το ανθρώπινο γένος και πως η προσωπική ηθική είναι αυτή που μπορεί να σώσει τα άτομα από τον ίδιο τους τον εαυτό και το μυαλό τους. Δεν υπάρχει αγάπη πραγματική, οι χαρακτήρες δε μεγαλώνουν με αγάπη και ίσως αυτό τους στοιχίζει την ψυχική τους γαλήνη μέχρι το τέλος, με απόρροια να χάνουν την ελπίδα για το μέλλον.
Όμως η ζωή ποτέ δεν τελειώνει, ο Τζίμυ εξακολουθεί να υπάρχει, η γη εξακολουθεί να γυρίζει. Κι ενώ όλα δείχνουν μάταια, πάντα θα υπάρχει μια χαραμάδα φως. Μια ελπίδα πως δεν είμαστε μόνοι. Και μια ελπίδα πως όσοι θα συναντήσουμε, δεν είναι χειρότεροι απ’ όσους συναντήσαμε.
Χάρης Μποϊντάς
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Ακούστε το ποίημα εδώ:
Προσδοκία
Εκεί που κατοικώ
δέντρα ξεφυτρώνουν
σ’ άγονα σπίτια
κι οι καμάρες
τρέφουν κισσούς
που μας τυλίγουν σαν σάβανα.
Εκεί που κατοικώ
χάνεται η ζωή•
πού και πού
καρφώνω κάτι σταυρούς
πάνω απ’ τα σπίτια των γνωστών
από φόβο
μην είναι νεκροί.
Εκεί που κατοικώ
Η φωνή δεν μύρισε
συγγνώμη.
Τα μυαλά ξεθώριασαν
και η ελπίδα
χωρίς ευχή.
Εκεί που κατοικώ
Σπόρους κεντώ
Περιμένοντας ν’ ανθίσουν
τα λουλούδια της άνοιξής μου.
Πηγή: Ανάβαση, Δημήτρης Αθανασέλος, εκδ. Πνοή
Ακούστε το εδώ:
Εν είδει εισαγωγής
Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» του Γιόζεφ Ροτ είναι ένα οικογενειακό έπος που εκτείνεται σε τρεις γενιές της οικογένειας Τρόττα, μιας οικογένειας που αναπόφευκτα χαράζει μια πορεία παράλληλη με εκείνη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τον αυτοκράτορά της Φραγκίσκου Ιωσήφ σε μια εποχή που γίνεται έκδηλη η παρακμή της. Μέσα στο πολυσέλιδο έργο που διαβάζεται ιδιαίτερα γρήγορα γινόμαστε και εμείς κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι ιδιαίτερα γνώριμη σε εμάς.
Τα πρόσωπα
Η αφήγηση αρχίζει με μια μάχη. Τη μάχη του Σολφερίνο. Εκεί ο Λοχαγός Τρόττα σώζει το 1859 στην μάχη του Σολφερίνο τον νεαρό και άσκεφτο αυτοκράτορα. Για αυτήν του την πράξη θα παρασημοφορηθεί και θα πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το κεντρικό επεισόδιο στη ζωή του παππού Τρόττα, δηλαδή η ηρωική αυτή διάκριση όταν έσωσε τον αυτοκράτορα στη μάχη του Σολφερίνο, επηρεάζει όλη του τη σταδιοδρομία, όχι μόνο γιατί του δόθηκε ένα μη ευκαταφρόνητο ποσόν και του επέτρεψε να ανέλθει κοινωνικά ( ο πλήρης τίτλος πλέον είναι: Γιόζεφ Τρόττα, βαρόνος φον Σιπόλιε) αλλά και γιατί τον σημαδεύει με πολλούς τρόπους σ’ όλη του τη ζωή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραχάραξη της ιστορίας στο αναγνωσματάριο του δημοτικού, όπου ο ήρωας παρουσιάζεται εσφαλμένα ότι… πέθανε ως Ιππότης καρφωμένος μ’ ένα δόρυ εχθρικό, πράγμα που φυσικά προκαλεί την έγγραφη διαμαρτυρία του ήρωα στο Υπουργείο Παιδείας. Όπως όμως τον συμβουλεύει ο συμβολαιογράφος, τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται πάντα αλλαγμένα στις σχολικές αίθουσες. Κι έτσι πρέπει, κατά τη γνώμη μου. Τα παιδιά χρειάζονται παραδείγματα κατανοητά, παραδείγματα που θα μείνουν χαραγμένα στο μυαλό τους. Όσο για την πραγματική αλήθεια, αυτή θα τη μάθουν αργότερα! Φυσικά, και η απάντηση του Υπουργείου δεν απέχει πολύ: το εν προκειμένω κεφάλαιον, το έχει ελέγξει αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Υπουργός, ο οποίος και το ενέκρινε. Η πρόθεσις του υπουργείου είναι η διδαχή των μεγαλύτερων αλλά και των μικρότερων μαθητών της Μοναρχίας, καθώς επίσης και ο παραδειγματισμός τους. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παρουσιάσουμε τις ηρωικές πράξεις των στρατιωτικών της πατρίδος μας με τρόπο ανταποκρινόμενο στο χαρακτήρα, τη φύση και τη φαντασία των παιδιών, έτσι ώστε να καλλιεργήσουμε, να υποστηρίξουμε και να ενισχύσουμε τα πατριωτικά αισθήματα των ερχόμενων γενεών. Για το σκοπό αυτό δεν αλλοιώνουμε, βεβαίως την ιστορική αλήθεια. Αλλά προσπαθούμε να την αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πιο γλαφυρά, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε την προσοχή, και να θέλξουμε τη φαντασία των μικρών μαθητών.
Ο Τρόττα δέχτηκε τα δώρα κατηφής κι ενοχλημένος, σα να ήταν προσβολές. Υπέβαλε την παραίτησή του κι αποστρατεύτηκε με τον τίτλο του ταγματάρχη, ενώ αποσύρθηκε πικραμένος γιατί είχε χάσει τον παράδεισο της απλής πίστης στον αυτοκράτορα, στην αρετή, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη.
Ο γιός του Γιόζεφ Τρόττα, ο Φραντς, με την παραίνεση του πατέρα του, γίνεται νομικός και ορίζεται ως Περιφερειακός Επίτροπος στη Σιλεσία. Είναι ένας άνθρωπος άκαμπτος, προσκολλημένος στην παράδοση και τη ρουτίνα του που δεν επιτρέπει να φανούν τα συναισθήματά του ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Εργάζεται μεθοδικά και αφοσιωμένα και δεν αφήνει περιθώριο σε κανένα εξωτερικό παράγοντα να διαπεράσει το κέλυφος που έχει φτιάξει γύρω του. Μεγαλώνει το γιό του Καρλ Γιόζεφ με αυστηρότητα φορτώνοντάς τον αμείλικτα με το βάρος της ιστορίας της οικογένειας και τον πατριωτισμό που εκείνη συνεπάγεται. Η σχέση του Καρλ Γιόζεφ με τον πατέρα του είναι κατά βάσιν καθήκον και όχι μια σχέση βαθιά με το συναίσθημα και την απλότητα που απαιτείται. Είχε δίκιο ο κριτικός και συγγραφέας J. M. Coetzee που παρατήρησε πως ο Φραντς είναι η πιο τραγική φυσιογνωμία του μυθιστορήματος, παρόλο που ο συγγραφέας του αφιερώνει λίγες σελίδες, και παρόλο που τον γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τον πατρικό του ρόλο. Είναι τραγικός, γιατί είναι αναγκασμένος, μέσα από τις αποτυχίες του γιου του αλλά κυρίως λόγω των κοινωνικών και ιστορικών μεταβολών, να δει και να αποδεχτεί την αλλαγή του κόσμου των αξιών στις οποίες πίστεψε. Μεγαλώνει το γιο του με απίστευτη τυπικότητα και αυστηρότητα, τόση που θα περίμενε κανείς αμφισβήτηση, επανάσταση, ή έστω μίσος από τη μεριά του γιου. Όμως όχι, υπήρξε τυφλή στρατιωτική πειθαρχία, σεβασμός, αποδοχή, και, καθώς ο Καρλ μεγάλωνε, συγκρατημένες εκδηλώσεις βαθιάς αγάπης.
Ο εγγονός Τρόττα, ο Καρλ αποκλίνει από το ιδεώδες του αφοσιωμένου και πειθαρχημένου στρατιώτη. Παρακολουθούμε τη ζωή του που, ακολουθώντας την παρακμή της μοναρχίας, καταλήγει αργά και σταδιακά σε πλήρη κατάρρευση: συνάπτει φλογερή παράνομη σχέση με τη γυναίκα του χωροφύλακα, η οποία όμως πεθαίνει. Βιώνει την παρακμή της στρατιωτικής ζωής, εφόσον οι συνάδελφοί του το μόνο που σκέφτονται είναι η βότκα και τις «εύθυμες» επισκέψεις στο σαλόνι της κυρίας Ρέζι. Εξαιτίας του, από τραγική παρεξήγηση, γίνεται μονομαχία όπου σκοτώνεται ο μοναδικός του φίλος, ο γιατρός Ντέμαντ (συγκλονιστικές οι τελευταίες συζητήσεις που μοιράζεται με τον Καρλ: «Είμαι βλάκας αγαπητέ μου φίλε! Θα έπρεπε να έχω χωρίσει από καιρό την Εύα. Τώρα δεν έχω τη δύναμη να ξεφύγω απ’ αυτήν την ανόητη μονομαχία. Θα γίνω ήρωας από βλακεία, σύμφωνα με τον κώδικα της τιμής και τους κανονισμούς του στρατεύματος. Ήρωας!» Γέλασε και το γέλιο του αντήχησε κούφιο μέσα στη νύχτα). Δεν έχει περιθώριο πια, όχι μόνο για λόγους τιμής, να παραμείνει στο Ιππικό. Τον καιρό εκείνο, όπως γράφει κι ο συγγραφέας, πριν από τον μεγάλο πόλεμο, δεν ήταν ακόμα ασήμαντο και αδιάφορο πράγμα ο θάνατος ενός ανθρώπου. Η συμπεριφορά όλης της κοινωνίας απέναντί του αλλάζει. Εννοείται ότι θα έφευγε από το τάγμα και θα ζητούσε μετάθεση γι’ αλλού. Αυτός όμως αναζητούσε κάτι δύσκολο, κάτι σχεδόν ακατόρθωτο για να το αναλάβει. Αναζητούσε μέσα του μια εθελοντική τιμωρία. Η τραγική σύγκρουση μέσα του τον κάνει να διστάζει να γράψει γράμμα στον πατέρα του, αλλά, όταν πια το αποφασίζει, εκείνος του συμπαραστέκεται με αξιοθαύμαστο τρόπο, παρόλο που δε συμφώνησε με την άποψη του γιου του να μετατεθεί στη Σλοβενία∙ ήταν και ένιωθε Αυστριακός, υπηρέτης και υπάλληλος των Αψβούργων. Έτσι, ο Καρλ μετατίθεται στο Πεζικό και η σχέση πατέρα- γιου μεταλλάσσεται, αποκτώντας ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον. Παρόλη όμως την ισχυρή παρουσία του πατέρα και του ηρωικού πνεύματος του παππού, ο Καρλ περιμένοντας έναν… πόλεμο, που θα τον αναδείξει ως ήρωα και θα δικαιώσει τον τίτλο του, αρχίζει να παίρνει την κατρακύλα. Πρώτα πρώτα, πίνει, γιατί η ζωή γίνεται πολύ πιο εύκολη, μόλις κατέβαζε κανείς τα πρώτα ποτηράκια. Ξημεροβραδιάζεται στο καζίνο της μικρής πόλης όπου μετατέθηκε (στα σύνορα της αυστροουγγρικής μοναρχίας), και ξοδεύει όλα του τα λεφτά στον τζόγο. Ο Κάρλ Γιόζεφ είναι ένας χαρακτήρας ρομαντικός και μοναχικός και επιπλέον είναι ένας απρόθυμος στρατιώτης. Τραυματισμένος ψυχικά από το θάνατο μιας γυναίκας – της πρώτης του ερωμένης – αλλά και το θάνατο σε μονομαχία του μοναδικού φίλου που είχε ποτέ, ακολουθεί τους κανόνες που του έχουν επιβληθεί προσπαθώντας να βρει παρηγοριά στο ποτό και τον τζόγο. Η νοσταλγία και η μελαγχολία που είναι και τα κυρίαρχα θέματα σε ολόκληρο το βιβλίο, απεικονίζονται με το πέρασμα του χρόνου καθώς και με τις ρομαντικές και πλατωνικές σχέσεις του Κάρλ Γιόζεφ που αργότερα αναπολεί. Ένας αδύναμος απόγονος ισχυρών ανδρών που η μοίρα του επιφύλαξε και ένα άδοξο τέλος.
Η πλοκή
Ο Γιόζεφ Ροτ, ο δηλωμένος νοσταλγός της χαμένης αυτοκρατορίας, δίνει μ’ ένα τόσο εσωτερικό τρόπο τη διάλυση αυτού του ιδεώδους, που αναρωτιέται κανείς ποια είναι πράγματι η ιδεολογία του συγγραφέα. Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» αποτελεί την απάντηση του συγγραφέα στην κοσμοθεωρία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και σ’ αυτή που ανέτειλε σε αντικατάστασή της. Τοποθετεί για αυτόν τον σκοπό έντεχνα τον Φραντς Τρόττα, ώστε να μην έχει χάσει την πίστη του στη μοναρχία και τον τρόπο ζωής που αυτή υπαγορεύει απέναντι στον Κάρλ Γιόζεφ που έρχεται αντιμέτωπος με τα μηνύματα της εποχής άδικα προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του για να ενταχθεί στη νέα τάξη πραγμάτων.
Αυτό που εξυψώνει τούτο το μυθιστόρημα είναι ο αριστουργηματικός τρόπος που η Ιστορία μπλέκεται στην πλοκή, η ύπουλη εισβολή της στην πεζή καθημερινότητα των ηρώων, το πέρασμα από μια κραταιά αυτοκρατορία τη πανσπερμίας των λαών, στην παρακμή, την εποχή των εξεγέρσεων, το ξύπνημα της εθνικής μνήμης, που αρχίζει και διαχωρίζει όλους αυτούς που κάποτε ήταν περήφανοι να είναι μέλη αυτού του κράτους. Το βιβλίο φτάνει στα όρια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και ενώ δεν μας μιλά ποτέ ανοιχτά, ξέρουμε πως η Αυτοκρατορία δεν έχει τύχη. Το βασικό σύμβολο, τον Αυτοκράτορα, ο παππούς Τρόττα τον σώζει δια ζώσης, ο μπαμπάς Τρόττα τον βλέπει παντού σαν πορτρέτο, ο εγγονός τον σώζει, μόνο ως εικόνα, από ένα μπορντέλο. Από την άλλη, αυτές οι «χαμένες» ζωές που ζουν οι Τρόττα, οι προδιαγεγραμμένες από τον μπαμπά, τον παππού, την θέση τους ή ένα τυχαίο γεγονός που τους κάνει ήρωες, θυμίζουν πολύ το πώς περνά η ζωή όλων των ανθρώπων, και των σημερινών. Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (1932)είναι, όπως το χαρακτήρισε ο Στέφαν Τσβάιχ, ένα βιβλίο αποχαιρετισμού για την αυτοκρατορία.
Ο συγγραφέας
Ο Μόζες Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 στο Μπρόντυ της Γαλικίας (σημερινής Ουκρανίας), υπήκοος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι (κάτοικοι μέρους ή όλου των χωρών που σήμερα αποκαλούμε Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Κροατία, Πολωνία, Ουκρανία, Σλοβακία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ιταλία), από τους οποίους ούτε ένας στους τέσσερις δεν είχε μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Για πολλούς από τους υπηκόους της, η ετερογένεια της αυτοκρατορίας αυτής ήταν και η δόξα της. Σύμφωνα με την «Αυστριακή Ιδέα», η Αυστροουγγαρία δεν ήταν τόσο πολυεθνική, όσο υπερεθνική – ένα είδος πλατωνικού μορφώματος που συνένωνε με αρμονία και σταθερότητα τις ελάσσονες φυλετικές και εθνικές πραγματικότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, ενισχυμένο με ένα πατριωτικό ιδεώδες που ευνοούσε το κύρος και το μέγεθος της τότε αυτοκρατορίας έζησε και μεγάλωσε ο Ροτ. Μέσα στα έργα του απηχούν όλες αυτές οι προσδοκίες, οι αντιλήψεις, οι ιδεολογίες που καλλιεργούνταν την περίοδο εκείνη στους υπήκοους της αυτοκρατορίας. Το ζήτημα είναι πως ο Ροτ τιε διαχειρίζεται κριτικά. Δεν κοντοφθαλμεί, γίνεται μάρτυρας μιας αυτοκρατορίας που παρακμάζει, ενός ηγέτη που φθίνει, μιας χώρας που συρρικνώνεται. Είναι φυσικό όλο αυτό να τον θλίβει. Ωστόσο, μεταχειρίζεται την απογοήτευση αυτή δημιουργικά, ποτίζοντας το έργο του με σταγόνες της πικρίας που γεύτηκε αυτός και οι συμπατριώτες του. Ο Γιόζεφ Ροτ έχει την ικανότητα γράφοντας απόμακρα, σχεδόν σκληρά, να σε βάλει πλαγίως στην ζωή των ηρώων του και να την συνταιριάζει με την ροή της ιστορίας, μιας ιστορίας κατά γενική ομολογία άγνωστη σε εμάς που μέσα από το έργο του είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε με τον καλύτερο πιθανό τρόπο. Μπορεί να μην πρόκειται αυστηρά για μια βιογραφία ή για ένα ιστορικό αφήγημα, ωστόσο το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» είναι πολλά περισσότερα, είναι μια συγκινητική αφήγηση της πτώσης μιας αυτοκρατορίας και μαζί με αυτήν των ανθρώπων της! Αξίζει να το διαβάσετε! Την προτροπή μας ενισχύει και η εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις PRiNTA και Ροές
Πηγές:
http://diavazontas.blogspot.com/2014/11/joseph-roth.html?m=1
http://anagnosi.blogspot.com/2012/12/joseph-roth.html
http://booksjournal.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1/item/1111-gi-ozef-rot
Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι’ αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.
Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ’ όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;
(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη)
Πηγή: Πεζά και μεταφράσεις Κ.Γ Καρυωτάκη, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Ακούστε ολόκληρο το ποίημα εδώ: