Ένα Γράμμα από μία Νεαρή Κυρία, της οποίας τα αισθήματα ήταν πολύ Έντονα για την ορθότητα της Κρίσης της και την οδήγησαν στην διάπραξη Λαθών τα οποία η Καρδιά της δεν ενέκρινε

Αμέτρητα έχουν υπάρξει τα προβλήματα και οι αντιξοότητες στην ζωή μου, αγαπημένη μου Έλινορ, και η μόνη παρηγοριά που νιώθω για την πικρία που μου προκάλεσαν, μετά από μία διεξοδική εξέταση της συμπεριφοράς μου, είναι η βεβαιότητα ότι σίγουρα τα αξίζω. Δολοφόνησα τον πατέρα μου σε μία πολύ πρώιμη περίοδο της Ζωής μου, και έκτοτε έχω δολοφονήσει την Μητέρα μου, και ετοιμάζομαι να σκοτώσω την Αδερφή μου. Έχω αλλάξει θρησκεία τόσες πολλές φορές που πλέον δεν έχει απομείνει καμία στην οποία να πιστεύω. Έχω γίνει ψευδομάρτυρας σε κάθε δημόσια δίκη τα τελευταία δώδεκα Χρόνια, και έχω πλαστογραφήσει την Διαθήκη μου. Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα έγκλημα που να μην έχω διαπράξει – Αλλά τώρα θα συμμορφωθώ. Ο Συνταγματάρχης Μάρτιν της Ιππικής φρουράς μου έχει κάνει την πρόταση του, και θα παντρευτούμε σε λίγες μέρες. Καθώς υπάρχει κάτι ιδιαίτερο και αξιοπερίεργο στην Σχέση μας, θα σου δώσω μία λογική εξήγηση αυτής. Ο Συνταγματάρχης Μάρτιν είναι ο δεύτερος γιος του εκλιπόντα Σερ Τζον Μάρτιν ο οποίος πέθανε εξαιρετικά πλούσιος, αλλά αφήνοντας μόνο εκατό χιλιάδες λίρες σε κάθε ένα από τα μικρότερα παιδιά του, κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, σχεδόν οκτώ Εκατομμύρια, στον Σερ Τόμας. Ο Συνταγματάρχης έζησε οριακά ικανοποιημένος με το μικρό του μερίδιο για περίπου τέσσερις μήνες ώσπου κατόπιν σκέψεως αποφάσισε να αποκτήσει όλη την Περιουσία του μεγαλύτερου Αδερφού του. Μία νέα διαθήκη πλαστογραφήθηκε και ο Συνταγματάρχης την παρουσίασε στο Δικαστήριο – όμως κανένας δεν ορκιζόταν ότι ήταν η πραγματική Διαθήκη εκτός από τον ίδιο, και τόσο πολύ ορκίστηκε που Κανένας δεν τον πίστευε πια. Εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάω από την πόρτα της Δικαστικής αίθουσας, και με κάλεσε μέσα ο Δικαστής ο οποίος είπε στον Συνταγματάρχη ότι ήμουν μία Κυρία έτοιμη να ορκιστώ οτιδήποτε με σκοπό να υπηρετήσω την Δικαιοσύνη, και τον συμβούλεψε να ζητήσει την παρουσία μου στην Δίκη. Εν συντομία, η Συμφωνία κανονίστηκε γρήγορα. Ο Συνταγματάρχης και εγώ ορκιστήκαμε την γνησιότητα της διαθήκης, και ο Σερ Τόμας είναι πλέον αναγκασμένος από τον νόμο να παραχωρήσει όλον τον παράνομα αποκτηθέντα Πλούτο του. Ο Συνταγματάρχης γεμάτος ευγνωμοσύνη με περίμενε την επόμενη μέρα και μου έκανε πρόταση γάμου-. Τώρα θα δολοφονήσω την Αδερφή μου.

Δική Σου Πάντα,

Άννα Πάρκερ

Πηγή: The Beautifull Cassandra – Jane Austen

Published by the Penguin Group in Penguin Classics 2015, All rights reserved

Μετάφραση: Kαμινάρη Αικατερίνη

Μές στούς Προσφυγικούς Συνοικισμούς του Γιώργου Ιωάννου

Μές στούς Προσφυγικούς Συνοικισμούς

Στέκομαι καί κοιτάζω τά παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στό ὁρισμένο καφενεῖο· σέ λίγο θά σχολάσουν καί θ’ ἀρχίσουν νά καταφτάνουν οἱ μεγάλοι. Κουρασμένοι ἀπ’ τή δουλειά, εἶναι πολύ πιό ἀληθινοί. Οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν ἐδῶ σ’ αὐτή τήν πόλη, ὅπως κι ἐγώ. Κι ὅμως διατηροῦν πιό καθαρά τά χαρακτηριστικά τῆς ράτσας τους καί τήν ψυχή τους, ἀπό μᾶς τούς διεσπαρμένους. Ἰδίως ὅταν τούς βλέπω ἐδῶ, μοῦ φαίνονται πιό γνήσιοι. Κάπως ἀλλιώτικοι μοιάζουν μακριά, σέ ἄλλα περιβάλλοντα συναντημένοι.
Ἡ ἀλήθεια πάντως εἶναι πώς στό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως ἔχω φοβερά ἐξασκηθεῖ. Ὅπου κι ἄν εἶμαι, τόν Πόντιο, ἄς ποῦμε, τόν διακρίνω ἀπό μακριά· κι ἀπό μιά γραμμή τοῦ κορμιοῦ του μονάχα. Δέν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσω τήν ὁμιλία του, οὔτε νά διαπιστώσω τήν ἀλλιώτικη μελαχρινάδα. Σπανίως νά πέσω ἔξω. Ἀπό κοντά ὅμως εἶμαι ὁλότελα ἀλάνθαστος. Τό ἴδιο καί μέ τούς Καραμανλῆδες,1 τούς Καυκάσιους, τούς Μικρασιάτες ἀπ’ τίς ἀκτές, τούς ἄλλους ἀπ’ τά βάθη, τούς Κωνσταντινουπολίτες, ἀπό μέσα ἤ ἀπ’ τά περίχωρα, κι ἄς επιμένουν ὅλοι τους πώς εἶναι ἀπ’ τήν καρδιά τῆς Πόλης, κι ἀπ’ τό Γαλατά.2 Οἱ Θρακιῶτες ὅμως ἔρχονται πιό καστανοί· ξανθοί πολλές φορές, κι εὐκολότερα μπερδεύονται μέ πρόσφυγες ἀπό μέρη ἄλλα. Ἐξάλλου σά νά ἔχουν χάσει τήν ἰδιαίτερη προφορά τους ἤ ἴσως ἐγώ νά τήν ἔχω συνηθίσει. Μπερδεύονται κυρίως μ’ αὐτούς πού ἦρθαν ἀπ’ τή Ρωμυλία. Αὐτό συμβαίνει κι ἀνάμεσα στούς Ἠπειρῶτες καί στούς ἄλλους ἀπ’ τίς περιοχές τοῦ Μοναστηριοῦ. 3
Ὅταν τούς μπερδεύω, τό καταλαβαίνω συνήθως ἀργά· γιατί ἔχω τόση πεποίθηση πάνω σ’ αὐτό τό ζήτημα, ὥστε σπανίως ρωτῶ. Κατά βάθος βέβαια αὐτό δέν εἶναι σφάλμα, εἶναι διαπίστωση.
Κι ὅμως πόση συγκίνηση ἔχει νά κοιτάζεις ἤ νά συζητᾶς στά καφενεῖα καί νά διαισθάνεσαι τή δική σου ἤ μιά ἄλλη πανάρχαια ράτσα. Ἀκοῦς ἐκεῖνες τίς φωνές μέ τή ζεστή προφορά καί σοῦ ‘ρχεται ν’ ἀγκαλιάσεις. Ὀνόματα ἀπό σβησμένους τάχα λαούς καί χῶρες δειλιάζουν μέσα στό νοῦ· μεθῶ μονάχα καί πού τά λέω ἀπό μέσα μου, καθώς ὁλοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι νά κοιτάζω τίς ἁδρές καί τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ἀνατριχιάζω βαθιά, ὅταν σκέφτομαι πώς αὐτός πού μοῦ μιλᾶ εἶναι δικός μου ἄνθρωπος, τῆς φυλῆς μου. Κάτι σά ζεστό κύμα μέ σκεπάζει ξαφνικά, θαρρεῖς καί γύρισα ἐπιτέλους στήν πατρίδα. Δέν ἔχει σημασία πού δέ γνώρισα ποτέ αὐτή τήν πατρίδα ἤ πού δέ γεννήθηκα κάν ἐκεῖ. Τό αἷμα μου ἀπό κεῖ μονάχα τραβάει· ἐκτός κι ἄν εἶναι ἀληθινό πώς ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπ’ αὐτά πού τρώει καί πίνει, ὁπότε πράγματι εἶμαι ἀπό δῶ. Καί πῶς ἐξηγεῖται τότε ὅλη αὐτή ἡ λαχτάρα;
Γυρνῶ μές στούς προσφυγικούς συνοικισμούς μέ δυνατή εὐχαρίστηση. Θράκες, Χετταῖοι, Φρύγες, ὄμορφοι Λυδοί, πάλι, θαρρεῖς, ἀνθοῦν ἀνάμεσά μας. Οἱ ἴδιοι δέν ξέρουν βέβαια αὐτά τά ὀνόματα· γιά μένα ὅμως εἶναι φορτωμένα μυστήριο καί ἀγάπη. Κι ἄν ἀκόμα δέν εἶναι, πολύ θά ἤθελα νά ἦταν ἔτσι ἡ ἀλήθεια.
Κι ὅμως τά τελευταῖα χρόνια ἔχουν κάνει τό πᾶν γιά νά σκορπίσει ἡ ὀμορφιά αὐτή στούς τέσσερεις ἀνέμους. Οἱ ἐγκληματίες τῶν γραφείων ἐκμεταλλεύτηκαν τή ζωηράδα τους καί τήν ἁγνότητά τους. Τούς ἐξώθησαν νά σφάξουν καί νά σφαχτοῦν· νά φαγωθοῦν, ἰδίως μεταξύ τους. Τώρα φυσικά τούς τρέμουν καί προσπαθοῦν νά τούς ξεφορτωθοῦν μέ τή μετανάστευση. Πολύ ἀργά, νομίζω.
Κάθε φορά πού φεύγω ἀπό κεῖ, μέ ἀποχαιρετοῦν χωρίς νά δείξουν παραξένεμα, ἄν καί ἄγνωστοί μου ἄνθρωποι. Τούς πληροφορεῖ τό αἷμα τους γιά μένα, ὅπως καί τό δικό μου μέ κάνει νά τούς κατέχω ὁλόκληρους. Πάντως ποτέ τους δέν ἐπιμένουν νά μέ κρατήσουν στίς παρέες τους.
Ὁλομόναχος, ξένος παντάξενος,4 χάνομαι στίς μεγάλες ἀρτηρίες. Ὅταν ἀνάβει τό κόκκινο καί σταματοῦν τ’ αὐτοκίνητα, μοῦ φαίνεται γιά μιά στιγμή πώς παύει ἐντελῶς κάθε θόρυβος. Ἐρυθρά καί λευκά αἱμοσφαίρια σά νά κυκλοφοροῦν. Κι ὅμως βλέπω πώς τό πλῆθος ἐξακολουθεῖ νά περπατᾶ, νά κουβεντιάζει ἤ νά γελάει. Σταματῶ πολλές φορές στή μέση τοῦ πεζοδρομίου, κι ὅπως στό κούτσουρο πού κόβει τό νερό, ἔτσι περιστρέφονται γύρω μου οἱ διαβάτες. Τώρα πού δέν ἐμποδίζουν οἱ μηχανές, ἀκούω χιλιάδες βήματα στό πλακόστρωτο. Μοῦ ‘ρχεται νά καμπυλώσω τή ράχη μου γιά νά περάσει χωρίς ἐμπόδια αὐτό τό ποτάμι. Τῆς Γονατιστῆς,5 ὅταν περνάει ἀπό πάνω μου τό βουβό ποτάμι τῶν προγόνων, γονατισμένος πάνω στά καρυδόφυλλα,6 σκύβω βαθιά στό χῶμα, γιά νά μή βγάλουν οἱ ψυχές ἐξαιτίας μου τόν παραμικρότερο παραπονιάρικο βόμβο.7
Ἐγώ ὅμως ἀπό τώρα εἶμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στούς ξένους καί στά ξένα πράγματα ζῶ διαρκῶς· στά ἕτοιμα καί στά ἐνοικιασμένα. Συγκατοικῶ μέ ἀνθρώπους πού ἀδιαφοροῦν τελείως γιά μένα, κι ἐγώ γι’ αὐτούς. Οὔτε μικροδιαφορές δέν ὑπάρχουν κάν μεταξύ μας. Ὁ ἕνας ἀποφεύγει τόν ἄλλο, ὅσο μπορεῖ. Μά κι ἄν τύχει νά σοῦ μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τά πραγματικά τους στοιχεῖα σά νά ‘ναι τίποτε κακοποιοί. Τό ἰδανικό, ἡ τελευταία λέξη τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι, λέει, νά μή ξέρεις οὔτε στή φάτσα τό γείτονά σου. Πονηρά πράγματα βέβαια· προφάσεις πολιτισμοῦ, γιά νά διευκολύνονται οἱ ἀταξίες.
Γι’ αὐτό ζηλεύω αὐτούς πού βρίσκονται στόν τόπο τους, στά χωράφια τους, στούς συγγενεῖς τους, στά πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ἄς ἤμουν σ’ ἕνα προσφυγικό συνοικισμό μέ ἀνθρώπους τῆς ράτσας μου τριγύρω.

(Γιά ἕνα φιλότιμο, 1964)

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:


  1. Καραμανλής· ο καταγόμενος από την Καραμανία· [Καραμανία: πόλη περί τα 90 χλμ. Ν.Δ. του Ικονίου].
  2. Γαλατάς· συνοικία της Κωνσταντινούπολης.
  3. Μοναστήριο· πόλη της Νοτιοσλαβίας, άλλοτε σπουδαίο ελληνικό κέντρο (σήμερα ανήκει στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας).
  4. παντάξενος· ο εντελώς ξένος.
  5. της Γονατιστής· πρόκειται για την Κυριακή της Πεντηκοστής, κατά την οποία διαβάζεται ο εσπερινός μετά τη Θεία Λειτουργία. Ο εσπερινός λέγεται «Γονατιστή» γιατί περιέχει ευχές γονυκλισίας (ο ιερέας παροτρύνει τους πιστούς να γονατίσουν). Στον εσπερινό αυτό υπάρχουν ειδικές ευχές για ζωντανούς και νεκρούς. Η παραμονή της Πεντηκοστής, το Σάββατο, είναι των ψυχών. Σύμφωνα με λαϊκή δοξασία, από το Μεγάλο Σάββατο οι ψυχές ελευθερώνονται από τον Άδη και έρχονται στον κόσμο λόγω της Αναστάσεως. Μετά τη Γονατιστή τελειώνει η περίοδος χάριτος των νεκρών και αρχίζει ο θρήνος των ψυχών.
  6. γονατισμένος πάνω στα καρυδόφυλλα· Στη Θράκη την ημέρα της Πεντηκοστής πήγαιναν στην εκκλησία κρατώντας κλώνους καρυδιάς και γονάτιζαν πάνω στα φύλλα. Πίστευαν ότι η καρυδιά εξασφαλίζει υγεία και αποδιώχνει τα κακά πνεύματα. Γι’ αυτό και την εβδομάδα που προηγείται της Πεντηκοστής έβαζαν στον κόρφο τους φύλλα καρυδιάς. (Βλ. Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, τόμος ΙΗ ‘, ΙΘ ‘, 1965-1966, σελ. 313-314).
    «…Το ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής χρησιμοποιούσαν καρυδόφυλλα για να κλείνουν τα μάτια τους, να μην τα δουν οι ψυχές των νεκρών, αναγνωρίσουν τους δικούς τους και δεν μπορούν μετά να τους αποχωριστούν». (Βλ. Δημ. Σ. Λουκάτος, Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης, Εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 1985).
  7. σκύβω βαθιά στο χώμα, για να μη βγάλουν οι ψυχές εξαιτίας μου τον παραμικρότερο βόμβο· Η κάθοδος των ψυχών και η επιστροφή τους στον Αδη είναι αρχαιοελληνική δοξασία, καθώς δεν υπάρχει ο διαχωρισμός κόλασης και παραδείσου. Αρχαιοελληνικές γιορτές σαν την Πεντηκοστή: τα Λεμούρια — 9, 11, 13 Μαΐου — (οι ψυχές έρχονταν απ’ τον Αδη) και τα Ανθεστήρια. Και για τις δύο περιπτώσεις πιστεύεται ότι οι ψυχές είναι τόσο λεπτές στην υφή (σαν να έχουν μια υλικότητα), ώστε μπορούν να κρεμαστούν από έναν ιστό αράχνης… Γι’ αυτό εκείνες τις μέρες οι ζωντανοί δεν πρέπει να κινούνται έντονα γιατί μια κίνησή τους μπορεί να τραυματίσει μια ψυχή. (Βλ. Γ.Α. Μέγας, Ελληνικαί εορταί, Αθήνα 1956). 

«Χαμένες πατρίδες», έργο του Γιάννη Μητράκα.

«Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς

Η παράσταση προβλήθηκε στην ΕΡΤ για πρώτη φορά το 1980
στα πλαίσια της εκπομπής «Το θέατρο της Δευτέρας».

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» (τίτλος πρωτοτύπου A streetcar named Desire) είναι ένα από τα κορυφαία έργα θεατρικού ρεαλισμού του 20ου αιώνα και το πλέον γνωστό του βραβευμένου με Πούλιτζερ Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Τενεσί Ουίλιαμς.

Η Μπλανς Ντιμπουά, μια ευαίσθητη, εξαντλημένη γυναίκα, μια μοναχική και νευρωτική δασκάλα, φτάνει στο σπίτι της μικρότερης αδελφής της Στέλλα και του συζύγου της Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Εγκαθίσταται μαζί τους και επιμένει να ζει υπεροπτικά και νοσταλγώντας τα περασμένα “μεγαλεία”. Η κόντρα της με τον σκληροτράχηλο μετανάστη από την Πολωνία, Στάνλεϊ, αποπνέει έναν απαγορευμένο και έντονο ερωτισμό. Αποκαλύπτεται πως η Μπλανς έχει κατασπαταλήσει την οικογενειακή περιουσία των δύο αδερφών κι ότι εκτός των άλλων είχε διωχτεί από το σχολείο στο οποίο δούλευε λόγω ανάρμοστων σχέσεων με διάφορους άνδρες, έτσι διαλύονται οι πιθανότητες της να έφτιαχνε τη ζωή της με τον φίλο του Στάνλεϊ, Μιτς. Το δράμα κορυφώνεται με τον βιασμό της Μπλανς από τον Κοβάλσκι, η Μπλανς χάνει τα λογικά της και αποχωρεί με την συνοδεία ψυχιάτρου.

Το έργο, γραμμένο το 1947, έχει εμβληματικούς πρωταγωνιστές -ρόλους που έχουν ερμηνεύσει κατά καιρούς σπουδαίοι ηθοποιοί στο θέατρο και στον κινηματογράφο- τον Πολωνό μετανάστη Στάνλεϊ Κοβάλσκι, σκληρό, εκρηκτικό και ανερχόμενο μικροαστό, και την αδερφή της γυναίκας του, Μπλανς Ντιμπουά, απόγονο αριστοκρατικής οικογένειας του Αμερικανικού Νότου, ανατρεπτική, «αλλόκοτη» και νευρωτική. Η κανονικότητα της ζωής του Στάνλεϊ και της γυναίκας του, Στέλλας και του κοινωνικού τους περίγυρου ανατρέπεται από την άφιξη της Μπλανς. Μέσα από την επαφή των διαφορετικών κοσμοθεωριών και συναισθημάτων, ο Τ. Ουίλιαμς θίγει ψυχοκοινωνικά θέματα, όπως οι αντοχές των αντιλήψεων και των ηθικών κανόνων της κοινωνίας και των ανθρώπων, η βία, τα ερωτικά πάθη, η μοναξιά και η ανάγκη συντροφικότητας και αγάπης, αλλά και θέματα ταμπού για την εποχή, όπως ο ρατσισμός, οι νευρικές διαταραχές και η κατάθλιψη.

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη το 1947 σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν, ενώ το 1949, έχοντας ήδη αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και το βραβείο Πούλιτζερ, ανέβηκε στο Λονδίνο σε σκηνοθεσία Λόρενς Ολίβιε. Το 1951, έγινε διάσημο σε όλον τον κόσμο με την πολυβραβευμένη μεταφορά του στον κινηματογράφο. σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν και με πρωταγωνιστές την Βίβιαν Λη, που είχε υποδυθεί την βασική ηρωίδα Μπλανς Ντιμπουά στο Λονδίνο και τον Μάρλον Μπράντο που είχε υποδυθεί το κεντρικό ρόλο του Πολωνού μετανάστη Στάνλεϋ Κοβάλσκι στη Νέα Υόρκη.

Πολλές ήταν οι σπουδαίες Ελληνίδες και ξένες ηθοποιοί που υποδύθηκαν τον θρυλικό ρόλο της Μπλανς Ντιμπουά. Μεταξύ αυτών, η Τζέσικα Λανγκ, η Γκλεν Κλόουζ, η Κέιτ Μπλάνσετ κ.ά. Στην Ελλάδα, το «Λεωφορείον ο Πόθος» θα δώσει στη Μελίνα Μερκούρη τον πρώτο μεγάλο της ρόλο, όταν το 1949 θα ερμηνεύσει την Μπλανς Ντιμπουά στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, ενώ εξέχουσα ήταν η ερμηνεία και της Έλλης Λαμπέτη το 1966 (λέγεται μάλιστα ότι ο Σεφέρης εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για την ερμηνεία της σε προσωπική επιστολή που έστειλε στην ηθοποιό).

Η Κέιτ Μπλάνσετ ως Μπλανς Ντιμπουά
το 2009 στη Νέα Υόρκη

Ο Τενεσί Ουίλιαμς είχε επιρροές από τον Άντον Τσέχωφ, τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ κι άλλους συγγραφείς. Συνήθης φυσιογνωμία στα έργα του είναι η ηρωίδα στα όρια της παράνοιας, με καθαρές επιρροές από την ζωή της αδερφής του, Ρόουζ. Από την αδερφή του και τη μητέρα του φαίνεται ότι εμπνέεται για τους γυναικείους χαρακτήρες (Laura, Amanda) στον «Γυάλινο Κόσμο», ενώ ο χαρακτήρας της Μπλανς Ντυμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» φαίνεται να βασίστηκε στην Ρόουζ, αλλά και στον ίδιο, καθώς την περίοδο που έγραφε το έργο, πίστευε ότι θα πεθάνει κι ότι αυτό θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα του.

Στο «Λεωφορείον ο Πόθος», ο Ουίλιαμς ξεσκεπάζει τα μύχια του συναισθηματικού κόσμου του καθενός από εμάς, επισημαίνοντας ότι το σύνολο των ηθικών κανόνων που διέπουν τις κοινωνίες ανά εποχή είναι ευθέως ανάλογο με τις ελεύθερες ή μη ελεύθερες αντιλήψεις των ανθρώπων.

Η Gillian Anderson ως Μπλανς Ντιμπουά
το 2014 στο θέατρο Young Vic

Από τις 21/05/2020 έως τις 28/05/2020 το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας προσφέρει στα πλαίσια των διαδικτυακών θεατρικών προβολών του το αριστούργημα του Tennessee Williams«Λεωφορείον ο Πόθος», όπως ανέβηκε στη σκηνή του Young Vic το 2014, με τη Gillian Anderson («Τhe X Files», «Η Ώρα της Πτώσης», «Σεξουαλική Αγωγή») στον ρόλο της Blanche DuBois. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε παρακάτω (διαθέσιμο ως τις 28/05/2020):

https://www.youtube.com/watch?v=BJEpYaD3yTw

ΠΗΓΕΣ: https://youfly.com/athens/news/article/666946783678562304/leoforeion-o-pothos-tou-tenesi-ouiliams-sto-diachrono-theatro , https://www.philenews.com/downtown/politismos/article/927695/tiledialexi-leoforeion-o-pothos-tenesi-oyiliams , https://www.hallofpeople.com/gr/books/streetcar-desire.php , https://www.artandlife.gr/athens/events/leoforeion_o_pothos_toy_tennesi_oyiliams

Ο Αλιβάνιστος, ένα Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ’ η Φωλιώ της Πέρδικας, κ’ η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι’ αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ’ η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.
Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι’ άρχισαν να ομιλούν.
– Πώς αλγεί ‘παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.
Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά


Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι’ ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ’ εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ’ εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ’ επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς
δεν είχεν έλθη.
– Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.
– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ‘ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!
Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.
Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.
Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.
– Τι τρέχει;
– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…
Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.
– Τί να είνε;
– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.
– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;
– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια, κ’ ύστερα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι, κ’ εχάθηκε.


Οι δυο βοσκοί κι’ ο Σταμάτης, κι’ ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.
– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.
– Θα έχουν πέση μέσα ‘σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.
– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.
Κ’ έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρύση το φως του φαναριού.
– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:
– Ο Αλιβάνιστος!
– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.
– Πώς έκαμες, βλοημένε κ’ έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο,… απ’ τα ‘Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·… είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κ’ εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα… Ας είνε καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ’ ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο! …Ας έχη την ευχή!
Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.
Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.
– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!…
Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.
Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ’ ήθελε να φύγη.
– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!… τι Ανάστασι να κάμω ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!
Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·
– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! … Να πάρης ευλογία! … Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! … Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!
Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ’ εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.
Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήση, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήση.


Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·
– Τι έχεις, θεια Μολώτα;
Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ’ εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.
Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.
– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.
– Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.
Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ’ αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ’ εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.
Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».
Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι’ αυτή το «Χριστός ανέστη».
Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.
– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ’ στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;
– Σύλε, πιδί μ’, ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ’ εμένα.
– Μα τί έχεις;
– Τίποτα.
– Επέμεινε.
– Θα μου πης τί έχεις;
Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθη. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ’ ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.
– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.
– Γιατί; τί τρέχει;
– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;
– Ναι.
– Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;
– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ’, είπεν η Αφέντρα.
– Είδες κείνον άθλωπο;
– Ποιόν;
– Κόλια;
– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;
Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:
– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ’ εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ’ εφίλησε…
Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:
– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα.
Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.
– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ’ αφήση να μεταλάβης.


Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.
Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».
Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:
– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ’ ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

The Invisible Man: Πως ένα καλό remake μπορεί να κάνει την διαφορά

Από την δεκαετία του ‘30 το studio της Universal εισήγαγε στη γλώσσα του κινηματογραφικού τρόμου τα εντυπωσιακά της τέρατα. Τα τρομακτικά τέρατα όπως ο Φρανκενστάιν, η Μούμια και ο Λυκάνθρωπος συνυπήρχαν σε ένα υποβλητικό όνειρο κινηματογραφικής διαφυγής, με στοιχεία από τον γοτθικό τρόμο, το κλασικό δράμα και συχνά και από τη μαύρη κωμωδία (το Dark Universe της Universal).

Όλα τα τέρατα που κόσμησαν το σινεμά του φανταστικού εκείνης της εποχής, κατοχυρώθηκαν στη συλλογική μνήμη και στην ανερχόμενη τότε ποπ κουλτούρα και έχουν τη δύναμη να εξακολουθούν να τρομάζουν μέχρι και σήμερα, ως αρχετυπικές φιγούρες τρόμου. Ο βασισμένος στο μυθιστόρημα του Χ.Τζ. Γουέλς «Αόρατος Άνθρωπος» (1933) του Τζέιμς Γουέιλ υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες στιγμές του κλασικού σινεμά του φανταστικού. Η διαδρομή από τον μουμιοποιημένο Κλοντ Ρέινς το 1930 ως τον υπαινικτικά παρόντα Όλιβερ Τζάκσον Κόεν του 21ου αιώνα είναι βέβαια μεγάλη και στην αποτελεσματικότατη, δυναμική ταινία του Γουανέλ το κέντρο βάρους πέφτει στην αγωνιώδη προσπάθεια της Ελίζαμπεθ Μος να ξεφύγει από την αόρατη δύναμη που την απειλεί μέσα από μία ακόμα συγκλονηστική ερμηνεία.

Η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι, όπως είπαμε, από τον ειδήμων του τρομακτικού Leigh Whannell που έχει κάνει το πολύ καλό Upgrade, το Insidious αλλά και τα Saw ενώ πρωταγωνιστούν οι Elisabeth Moss, Storm Reid, Aldis Hodge, Oliver Jackson-Cohen, Harriet Dyer, και άλλοι.

 Παγιδευμένη σε μια βίαιη, κακοποιητική σχέση με έναν πλούσιο και ευφυή επιστήμονα, η Σεσίλια Κας καταφέρνει να αποδράσει μέσα στη νύχτα και να εξαφανιστεί, με τη βοήθεια της αδερφής της, ενός παιδικού της φίλου και της μικρής του κόρης. Όταν όμως ο βάναυσος πρώην σύντροφος της Σεσίλια αυτοκτονεί και της αφήνει ως κληρονομιά ένα μεγάλο μέρος της τεράστιας περιουσίας του, η Σεσίλια υποψιάζεται ότι πρόκειται για παγίδα. Μια σειρά από παράξενες συμπτώσεις θα αποβούν σχεδόν θανατηφόρες και θα απειλήσουν τις ζωές εκείνων για τους οποίους η Σεσίλια νοιάζεται. Η λογική της θα αρχίσει να κλονίζεται και προσπαθεί απελπισμένα να αποδείξει στον περίγυρό της ότι καταδιώκεται από μια αόρατη παρουσία που την στοιχειώνει.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ταινία δεν επικεντρώνεται στον «Αόρατο Ανθρωπο» αλλά ασχολείται περισσότερο με τον τρόμο της συναισθηματικής και ενδοοικογενειακής βίας. Η ηρωίδα μάχεται να κρατήσει την πνευματική της ισορροπία καθώς κανείς δεν πιστεύει την απίθανη υποψία της, ενώ ταυτόχρονα θέλει να προστατέψει όσους αγαπάει, από τη δολοφονική μανία του εξαφανισμένου πρώην συντρόφου της. Ο Γουάνελ χτίζει την αγωνία και τις σκηνές απειλής της ταινίας επάνω στήν εποχή του #MeToo και την κοινωνική του παράμετρο , όπου κάθε γυναίκα βιώνει την εμμονή ενός αόρατου stalker ή της αόρατης καθημερινής βίας και προσπαθεί πρώτα να πείσει την κοινωνία για την θέση του θύματος στην οποία βρίσκεται και μετά να προστατευθεί από τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται.

«Ηθελα να κάνω κάτι το οποίο ήταν αρκετά μοντέρνο και να πατά γερά στη γη, ή τελοσπάντων όσο γερά μπορεί να πατά μια ταινία με θέμα έναν αόρατο άνθρωπο. Κάτι το οποίο να έχει αρκετή ένταση και να είναι τρομαχτικό με ένα τρόπο που ‘Ο Αόρατος Ανθρωπος’ δεν είχε ξαναγίνει», δήλωσε ο Γουανέλ.

Η πιο σημαντική διαφορά με το μυθιστόρημα του H.G. Wells και την κλασσιική ταινία του 1933 είναι ότι ο “αόρατος άνθρωπος” του σήμερα ήταν κακός πολύ πριν τρελάθεί, πολύ πριν γίνει αόρατος. Η ιδέα της αορατότητας είναι απλά ένα συναρπαστικά πρόσφορο μέσο για να διερευνήσει τις καταχρηστικές σχέσεις, την αγοραφοβία και την τοξικότητα της αρρενωπότητας , καθώς υπάρχει μια καθολική και άβολα πραγματική επίδραση από τα τραύματα που βιώνει η Σεσίλια.

Η αναστατωμένη Σεσίλια αμφιβάλλει και σχεδόν δαιμονίζεται με την αόρατη παρουσία και απουσία ταυτόχρονα, σαν να συμβαίνει μια θύελλα στο ταραγμένο και ως έναν βαθμό ενοχικό μυαλό της. Η πάντα ευρηματική στην προσέγγιση των ρόλων της και έμπειρη σε χαρακτήρες θυμάτων που επιβιώνουν σε εξαιρετικές τηλεοπτικές σειρές όπως το «Mad Men» και το «Handmaid’s Tale» Ελίζαμπεθ Μος προσδίδει βάθος, πάθος κι εσωτερική δυναμική στην ευάλωτη Σεσίλια, με τον Γουάνελ να τυλίγει σε μια επιβλητική, διαρκώς απειλητική και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα το… κενό που την περιβάλλει, ενώ παράλληλα καταφέρνει να μετατρέψει τον φόβο του άγνωστου και του αόρατου σε έναν εντελώς νέο εφιάλτη. Σύμμαχος του εδώ και η μουσική επένδυση του Benjamin Wallfisch που είναι άκρως καθηλωτική. Μέσω αυτής της αρμονικής συνεργασίας γυρίζουν μαεστρικά τον καθρέφτη στον θύτη, ξεγυμνώνοντάς τον μπροστά στο κοινό και αντιστρέφουν τη δράση προς όφελός τους, στρώνοντας έτσι τον δρόμο της χειραφέτησης για μια μοναχική ηρωίδα σε ένα σύμπαν καχυποψίας και εχθρότητας.

«Ένας από τους λόγους που ήθελα να κάνω την ταινία ήταν πως είχε μια αρκετά φεμινιστική ιστορία, μια ιστορία γυναικείας ενδυνάμωσης με ένα θύμα να καταφέρνει να ξεπεράσει την βία.»

συνέντευξη της Ελίζαμπεθ Μος

Στο πρώτο τριήμερο η ταινία τα πήγε πολύ καλά με 29 εκ. δολάρια εισπράξεις, κατακτώντας έτσι την πρώτη θέση στο Αμερικάνικο Box Office. Η προβολή της ταινίας διακόπηκε λόγω της καραντίνας, αλλά αυτή την στιγμή έχει κατακτήσει το ίντερνετ μετά τo early release της στο σάιτ της Universal.

Πηγές:

www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-tainia-the-invisible-man/

https://www.lifo.gr/guide/cinema/5042/o-aoratos-anthropos

www.cineramen.gr/eskise-i-tainia-the-invisible-man/

https://flix.gr/news/the-invisible-man-trailer.html

https://www.athinorama.gr/cinema/article/o_aoratos_anthropos-2540399.html

“Θάλαμος νο 6”: ένα διήγημα του Αντόν Τσέχωφ

(…) Να πως κυλάει η ζωή του: σηκώνεται συνήθως στις οχτώ η ώρα κάθε πρωί, ετοιμάζεται και παίρνει το τσάι του. Ύστερα κάθεται στο γραφείο του για να διαβάσει ή πηγαίνει στο νοσοκομείο. Εδώ, στο νοσοκομείο, στο στενό σκοτεινό διάδρομο κάθονται οι εξωτερικοί ασθενείς και περιμένουν να εξεταστούν. Από δίπλα τους περνάνε βιαστικά χτυπώντας με τις μπότες κάτω στο τούβλινο δάπεδο οι νοσοκόμοι, περνάνε αδυνατισμένοι άρρωστοι με πυτζάμες, κουβαλάνε από κει τους πεθαμένους και πιάτα μ’ αποφάγια, κλαίνε εκεί παιδιά, σχηματίζεται ρεύμα.

Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξέρει καλά πως για τους πυρέσσοντες, τους φυματιώντες και γενικά για τους ευπαθείς το περιβάλλον αυτό είναι μαρτυρικό, μα τι μπορεί να κάνει; στο διάδρομο συναντάει το βοηθό του Σεργκέι Σεργκέιτς. Είναι ένας κοντόχοντρος με ξυρισμένο, καθαροπλυμένο, φουσκωτό πρόσωπο, είναι γλυκομίλητος και φοράει ένα φαρδύ καινούργιο κουστούμι και μοιάζει πιο πολύ με γερουσιαστή παρά με βοηθό γιατρού. Στην πόλη έχει μεγάλη πελατεία, φοράει άσπρη γραβάτα και θεωρεί τον εαυτό του πιο αρμόδιο από το γιατρό που δεν έχει καθόλου πελατεία.

Σε μια γωνιά της αίθουσας αναμονής υπάρχει μια μεγάλη εικόνα σε θόλο, μ’ ένα μεγάλο καντήλι μπροστά να καίει, και δίπλα ένας κηροστάτης με άσπρη κουκούλα· στους τοίχους κρέμονται πορτραίτα αρχιερέων, μια άποψη του μοναστηρίου Σβιατογκόρσκ και στεφάνια από ξερό βασιλικό. Ο Σεργκέι Σεργκέιτς είναι θεοφοβούμενος και αγαπάει τις θρησκευτικές τελετές. Η εικόνα τοποθετήθηκε με δικά του έξοδα· τις Κυριακές, στην αίθουσα αναμονής ένας ασθενής, με δική του εντολή, διαβάζει δυνατά τον ακάθιστο ύμνο, κι ύστερα ο ίδιος ο Σεργκέι Σεργκέιτς περνάει απ’ δλους τους θαλάμους μ’ ένα θυμιατό και λιβανίζει.

Άρρωστοι πολλοί, μα καιρός λίγος, και περιορίζεται κανείς σ’ ένα σύντομο ερωτηματολόγιο και στη χορήγηση ενός φαρμάκου — μια αλοιφή, ας πούμε, ή ρετσινόλαδο. Ο Αντρέι Γιεφίμιτς κάθεται με τη γροθιά του να στηρίζει το μάγουλό του, σκέφτεται, και κάνει τις ερωτήσεις μηχανικά. Ο Σεργκέει Σεργκέιτς κάθεται κι αυτός, τρίβει τα μικρά του χέρια και μπαίνει πότε-πότε στη μέση.

—Πονάμε και υποφέρουμε, λέει, γιατί δεν επικαλούμαστε όπως πρέπει τη θεία ευσπλαχνία. Μάλιστα!

Όσο κρατάει η εξέταση ο Αντρέι Γιεφίμιτς δεν κάνει καμιά χειρουργική επέμβαση· τις ξεσυνήθισε από πολύ καιρό, και τώρα βλέποντας αίμα νιώθει μια δυσάρεστη συγκίνηση. Κάθε φορά που βρίσκεται στην ανάγκη ν’ ανοίξει το στόμα ενός μωρού για να δει το λαιμό του και το παιδί αμύνεται με τα χεράκια του, από τις φωνές κουδουνίζουν τ’ αφτιά του και ζαλίζεται και βουρκώνουν τα μάτια του. Γράφει στα πεταχτά το φάρμακο και σηκώνει το χέρι δείχνοντας στη γυναίκα να πάρει γρήγορα το παιδάκι.

Οι άρρωστοι με τη δειλία τους και την αφέλειά τους, η συντροφιά του ξιπασμένου Σεργκέι Σεργκέιτς, τα πορτραίτα στους τοίχους, οι ίδιες ερωτήσεις πού κάνει συνέχεια εδώ και είκοσι χρόνια του δίνουν στα νεύρα. Και σηκώνεται και φεύγει έχοντας εξετάσει μόνο πεντέξη άρρωστους. Τους άλλους τούς εξετάζει ο βοηθός του.

Με την ευχάριστη σκέψη πως, δόξα νάχει ο θεός, δεν έχει από καιρό τώρα ιδιαίτερη πελατεία και ότι κανείς δε θα τον ενοχλήσει, ο Άντρέι Γιεφίμιτς πηγαίνει στο σπίτι του, κάθεται στο γραφείο του και αρχίζει να διαβάζει. Και διαβάζει πολύ και πάντα με μεγάλη ευχαρίστηση. Διαθέτει το μισό μισθό του για ν’ αγοράζει βιβλία, κι από τα έξη δωμάτια του σπιτιού του τα τρία είναι φίσκα από βιβλία και παλιά περιοδικά.

(…) Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξεπροβόδισε το φίλο του, γύρισε στο γραφείο του και  ξανάρχισε το διάβασμα. Την ησυχία της βραδιάς και σε συνέχεια της νύχτας δεν τη χαλάει κανένας θόρυβος, και ο χρόνος φαίνεται να σταματάει, να κοκαλώνει μαζί με το γιατρό σκυμμένο πάνω στο βιβλίο του, σα να μην υπάρχει τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το βιβλίο και τη λάμπα με το πράσινο αμπαζούρ. Το χοντρό χωριάτικο πρόσωπο του γιατρού φωτίζεται σιγά-σιγά από ένα χαμόγελο τρυφερότητας και έκστασης μπροστά στην πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος. Γιατί ο άνθρωπος να μην είναι αθάνατος; διαλογίζεται. Προς τι τα κέντρα και οι αύλακες του εγκεφάλου, προς τι η όραση, ο λόγος, η συνείδηση, το πνεύμα, αν όλα αυτά είναι γραμμένο να γίνουν χώμα και τελικά να ψυχθούν μαζί με το φλοιό της γης, και ύστερα εκατομμύρια χρόνια χωρίς νόημα και χωρίς σκοπό να περιστρέφονται μαζί με τη γη γύρω από τον ήλιο; Για να ψυχθεί και ύστερα να περιστρέφεται δεν ήταν καθόλου ανάγκη να βγει ο άνθρωπος από την ανυπαρξία με το υψηλό, σχεδόν θείο πνεύμα του, και ύστερα, σαν για γελοιοποίηση, να μεταμορφωθεί σαι χώμα.

Η ανταλλαγή της ύλης! Μα τι δειλία να παρηγοριέται κανείς με αυτό το υποκατάστατο της αθανασίας! Οι ασυναίσθητες διαδικασίες που συμβαίνουν στη φύση βρίσκονται σ’ ένα επίπεδο πιο χαμηλό ακόμη και από την ανθρώπινη μωρία, γιατί στη μωρία υπάρχει συνείδηση και ελευθερία, ενώ στις διαδικασίες της φύσης δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Μόνο ένας δειλός που ο φόβος του θανάτου είναι σ’ αυτόν πιο μεγάλος από την αξιοπρέπεια μπορεί να παρηγοριέται με την ιδέα πως το σώμα του θα ξαναζήσει με τον καιρό σ’ ένα χορτάρι, σε μια πέτρα, σε μια μπράσκα… Να βλέπει κανείς την αθανασία του στην ανταλλαγή της ύλης είναι τόσο παράξενο, όσο είναι να προβλέπει ένα λαμπρό μέλλον για μια θήκη — κι άς έσπασε κι αχρηστεύτηκε το ακριβό βιολί που δεχόταν μέσα της.

Κάθε ώρα που χτυπάει το ρολόι ο γιατρός Αντρέι Γιεφίμιτς ανακλαδίζεται και κλείνει τα μάτια για να σκεφτεί λίγο. Και στην τύχη, επηρεασμένος από ένα σωρό όμορφες σκέψεις που είχε διαβάσει στο βιβλίο, ρίχνει μια ματιά στο παρελθόν του και στο μέλλον του. Το παρελθόν τον δυσαρεστεί — καλύτερα να μην το σκέφτεται. Μα και το παρόν είναι όμοιο με το παρελθόν. Ξέρει ότι κάθε φορά που οι σκέψεις του περιστρέφονται μαζί με την καταψυγμένη γη γύρω από τον ήλιο, πλάι στο διαμέρισμά του, μέσα στους θαλάμους του νοσοκομείου ζουν άνθρωποι που λιώνουν από τις αρρώστιες και τη βρωμιά. Ίσως κάποιος να μην κοιμάται και να παλεύει με τα κουνούπια, άλλος να κολλάει  ανεμοπύρωμα ή να βογγάει γιατί τον σφίγγει πολύ ο επίδεσμος· δεν αποκλείεται οι άρρωστοι να χαρτοπαίζουν τώρα με τους νοσοκόμους και να πίνουν βότκα. Μέσα σ’ ένα χρόνο δώδεκα χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν θύματα απάτης. Όλη η δραστηριότητα του νοσοκομείου έχει βάση την κλεψιά, τα κουτσομπολιά και τη γκρίνια, τα χατίρια κι ένα χοντρό τσαρλατανισμό που συνεχίζονται εδώ και είκοσι χρόνια. Κι έτσι το νοσοκομείο δεν είναι παρά ένα ίδρυμα χωρίς ηθικούς φραγμούς, και τρομερά επικίνδυνο για την υγεία των κατοίκων της πόλης. Ξέρει πως στο θάλαμο Νο 6, πίσω από τα κάγκελα ο Νικήτας λιανίζει τούς ασθενείς και ότι ο Μωυσέικα βγαίνει κάθε μέρα στην πόλη και ζητιανεύει.

Από την άλλη μεριά, ξέρει πολύ καλά πως στα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια έγινε στην ιατρική επιστήμη μια αφάνταστη μεταβολή. Τον καιρό που αυτός σπούδαζε στο πανεπιστήμιο νόμιζε πως η ιατρική γρήγορα θα έχει την τύχη της αλχημείας και της μεταφυσικής, μα σήμερα, από τότε που άρχισε να διαβάζει τις νύχτες, η ιατρική τον συγκινεί, του προκαλεί το θαυμασμό, ακόμη και τον ενθουσιασμό. Πραγματικά, τι αναπάντεχη ακτινοβολία, τι επανάσταση! Με την αντισηψία γίνονται σήμερα εγχειρήσεις που ο μεγάλος Πιρόγκοφ (σ.σ. ξακουστός Ρώσος χειρουργός του προπερασμένου αιώνα) θεωρούσε αδύνατες ακόμη και σαν ελπίδα στο μέλλον. Απλοί επαρχιακοί γιατροί τολμούν και κάνουν τομές στην άρθρωση του γόνατος, στις εκατό λαπαροτομίες μόνο μία είναι θανατηφόρα, και η νεφρίτιδα θεωρείται τόσο ασήμαντη αρρώστια που γι αυτή ούτε και γράφει κανείς, θεραπεύεται ριζικά η σύφιλη. Και η θεωρία της κληρονομικότητας, ο υπνωτισμός, οι ανακαλύψεις του Παστέρ και του Κώχ, η υγιεινή και οι στατιστικές και η δική μας, η ρωσική ιατρική της υπαίθρου; Η ψυχιατρική με τη σημερινή της ταξινόμηση των ασθενειών, με τις διαγνωστικές και θεραπευτικές της μέθoδες  είναι σε σύγκριση με την παλιά κατάσταση ένα πραγματικό Ελπρούς (σ.σ. η πιο ψηλή κορυφή του Καυκάσου). Σήμερα δεν περιχύνουν τα κεφάλια των τρελών με κρύο νερό και δεν τους φοράνε το ζουρλομανδύα· τους μεταχειρίζονται ανθρώπινα και μάλιστα, όπως γράφουν οι εφημερίδες, οργανώνουν γι’ αυτούς θεατρικές παραστάσεις και χορούς.

Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξέρει πως με τις σημερινές ιδέες και τάσεις η αθλιότητα αυτή που λέγεται θάλαμος No 6 στέκεται γιατί απέχει από το σιδηρόδρομο διακόσια βέρστια, σε μια κωμόπολη όπου ο δήμαρχος και οι σύμβουλοι είναι αστοιχείωτοι και μικροαστοί που βλέπουν το γιατρό σαν κανένα μάντη που οφείλουν να τον πιστεύουν αβασάνιστα, έστω κι αν έβαζε στο στόμα ενός άρρωστου λιωμένο μολύβι· σ’ ένα άλλο μέρος το κοινό και οι εφημερίδες θα είχαν από καιρό γκρεμίσει τη μικρή αυτή Βαστίλη.

«Αλλά τι; αναρωτιέται ο Αντρέι Γιεφίμιτς ανοίγοντας τα μάτια. Τι βγαίνει μ’ αυτό; Και η αντισηψία και ο Κώχ, και ο Παστέρ — καλά είν’ αυτά, μα στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η νοσηρότητα και η θνησιμότητα είναι πάντα στα ίδια επίπεδα. Οργανώνουν χορούς και θεάματα για τους τρελούς, μα ελεύθερους δεν τους αφήνουν. Δηλαδή, όλα είναι μωρολογίες, όλα είναι μάταια και διαφορά ανάμεσα στην καλύτερη κλινική της Βιέννης και στο νοσοκομείο το δικό μου, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά».

Μα η στενοχώρια και ένα αίσθημα όμοιο με φθόνο δεν τον αφήνουν να είναι αδιάφορος. Αυτό, χωρίς άλλο, οφείλεται στην κούραση. Το βαρύ κεφάλι γέρνει πάνω στο βιβλίο, ο Αντρέι Γιεφίμιτς βάζει προσκέφαλο το χέρι για ν’ ακουμπάει πιο μαλακά και διαλογίζεται:

«Ασκώ ένα βλαβερό επάγγελμα και πληρώνομαι από ανθρώπους που εξαπατώ· δεν είμαι τίμιος άνθρωπος. Ωστόσο, εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου, είμαι ένα τίποτα, δεν είμαι παρά ένα μόριο του αναγκαίου κοινωνικού κακού: Όλοι οι επαρχιακοί υπάλληλοι είναι επιζήμιοι και τζάμπα παίρνουν το μισθό… Υπεύθυνος, δηλαδή, για την ατιμία μου δεν είμαι εγώ, αλλά η εποχή μου… Αν περίμενα να γεννηθώ διακόσια χρόνια αργότερα, θα ήμουν αλλιώτικος».

Το ρολόι χτυπάει τρεις, σβήνει τη λάμπα και πάει να κοιμηθεί. Μα δεν του κολλούσε ύπνος.(…)

Αντόν Τσέχωφ, Διηγήματα, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1983

10 μελοποιημένα διαμάντια του Ναζίμ Χικμέτ

Ο Ναζίμ Χικμέτ, ο γαλανομάτης λυρικός Τούρκος , όπως τον είχε αποκαλέσει ο Θάνος Μικρούτσικος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στην χώρα και την γενιά του. Έχει αποδοθεί στα Ελληνικά, ως επί το πλείστον από τον Γιάννη Ρίτσο και έχει μελοποιηθεί από τον Μάνο Λοϊζο, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους Έλληνες συνθέτες. Ωστόσο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις οι μελοποιήσεις του δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστές. Σε αυτό μας το άρθρο, επιχειρήσαμε να τις μοιραστούμε μαζί σας για να γνωρίσετε και μουσικά αυτόν τον πολύ αγαπημένο άνθρωπο, τον Ναζίμ Χικμέτ.

  1. Η πιο όμορφη θάλασσα

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος, 1983

Θα γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο `χω πει ακόμα.

μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

  1. Μικρόκοσμος

Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος, Πρώτη Εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη, 1975

Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

  1. Μονάκριβή μου

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος,1983

Μονάκριβή μου

Μονάκριβή μου ἐσὺ στὸν κόσμο

μοῦ λὲς στὸ τελευταῖο σου γράμμα:

«πάει νὰ σπάσει τὸ κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου,

Ἂν σὲ κρεμάσουν, ἂν σὲ χάσω θὰ πεθάνω».

Θὰ ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις,

Ἡ ἀνάμνησή μου σὰν μαῦρος καπνὸς

θὰ διαλυθεῖ στὸν ἄνεμο.

Θὰ ζήσεις, ἀδελφή με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆς καρδιᾶς μου

Οἱ πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν πιότερο ἀπό ῾να χρόνο

τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Ὁ θάνατος

Ἕνας νεκρὸς ποὺ τραμπαλίζεται στὴν ἄκρη τοῦ σκοινιοῦ

σὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θάνατο δὲν ἀντέχει ἡ καρδιά μου.

Μὰ νά ῾σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,

ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χέρι ἑνὸς φουκαρᾶ ἀτσίγγανου

περάσει στὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ

ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲς στὰ γαλάζια μάτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο.

Στὸ σούρπωμα τοῦ στερνοῦ μου πρωινοῦ

θὰ δῶ τοὺς φίλους μου καὶ σένα.

Καὶ δὲ θὰ πάρω μαζί μου κάτου ἀπὸ τὸ χῶμα

παρὰ μόνο τὴν πίκρα ἑνὸς ἀτέλειωτου τραγουδιοῦ.

Γυναίκα μου

Μέλισσά μου μὲ τὴ χρυσὴ καρδιὰ

Μέλισσά μου μὲ τὰ μάτια πιὸ γλυκὰ ἀπ᾿ τὸ μέλι

Τί κάθησα καὶ σοῦ ῾γραψα πὼς ζήτησαν τὸ θάνατό μου.

Ἡ δίκη μόλις ἄρχισε

Δὲν κόβουν δὰ καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ἔτσι τὸ κεφάλι

ὅπως ἕνα γογγύλι.

Ἔλα, ἔλα, μή μου σκᾶς

Αὐτὰ εἶναι μακρινὰ ἐνδεχόμενα.

Ἂν ἔχεις τίποτα λεφτὰ

Ἀγόρασέ μου ἕνα μάλλινο σώβρακο

Μοῦ μένει ἀκόμα κείνη ἡ ἰσχιαλγία στὸ πόδι

Καὶ μὴν ξεχνᾶς πὼς ἡ γυναίκα ἑνὸς φυλακισμένου

Δὲν πρέπει νά ῾χει μαῦρες ἔγνοιες.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Ύμνος στη Ζωή

Συνθέτης: Θανάσης Πολυκανδριώτης, Πρώτη Εκτέλεση:Στέλιος Καζαντζίδης, 1995

Ύμνος στη Ζωή

Τι όμορφο που είναι να ζεις

να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο

τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς

τι όμορφο που είναι να ζεις

σαν παιδί

να απορείς και να ζεις.

Το όμορφο που είναι να ζεις

να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη

τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης

τι όμορφο που είναι να ζείς

σαν παιδί

να απορείς και να ζεις!

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Ταξιδεύοντας

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

Ταξιδευοντας

Ταξιδεύοντας ανοίγουμε τις πόρτες

κλείνουμε τις πόρτες

δρασκελάμε τις πόρτες

και στο τέρμα του μοναδικού μας ταξιδιού

μήτε πολιτεία μήτε και λιμάνι

Το τραίνο εκτροχιάζεται,

το πλοίο ναυαγεί,

τ’ αεροπλάνο συντρίβεται

Ο χάρτης είναι ζωγραφισμένος σε πάγο

Αν είχα δικαίωμα, δικαίωμα εκλογής

Να ξαναρχίσω ή όχι τούτο το ταξίδι

τούτο το ταξίδι Θα το ξανάρχιζα,

Θα το ξανάρχιζα,

Θα το ξανάρχιζα.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Λίγα γαρούφαλλα

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες

Στον κάμπο θα `χουν κιόλας οργώσει τη γης

Ρίχνουν το σπόρο

Έχουν μαζέψει τις ελιές

Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου

Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών

Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό

μέσα στην Προύσα.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Το δίχτυ

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Πάνω σ’ αυτή την όχθη

στο θαλασσινό κατώφλι

η βροχή σαν δίχτυ με τυλίγει

Τις μέρες της βροχής άσπρη σημαία

άσπρη σημαία στο κατάρτι υψώνεται

Βρέχει και ξαφνικά είναι εύκολο

εύκολο το να πεθάνεις

και το ίδιο εύκολο το θάνατο να περιμένεις

το θάνατο να περιμένεις.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Όπως ο Κερέμ

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι

Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω

Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω

Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει

Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή

Θα γίνεις στάχτη

Στάχτη σαν τον Κερέμ

Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

Και εγώ του λέω

Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ

Αν δεν καώ εγώ

Αν δεν καείς εσύ

Αν δεν καούμε εμείς

Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Χιονίζει μες στη νύχτα

Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος, Πρώτη Εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη, 1975

Χιονίζει μες στη νύχτα

Ούτε ν’ ακούς μια φωνή απ’ τον άλλο κόσμο

Ούτε να βάζεις μες στο υφάδι των στίχων

πράματα αμύθητα

Ούτε ν’ αναζητάς τη ρίμα σάμπως χρυσικός

Ούτε όμορφα λόγια, ούτε μεγάλη πέννα.

Τούτο το βράδυ ― ευλογημένος νάναι ο Θεός ―

είμαι πιο πάνου

πολύ πιο πάνου απ’ όλα τούτα.

Τούτο το βράδυ

ένας τραγουδιστής είμαι των δρόμων

είναι γυμνή η φωνή μου δίχως μπιχλιμπίδια

Γυμνή φωνή που τραγουδάει για σένα

ένα τραγούδι που δε θαν τ’ ακούσεις.

Χιονίζει μες στη νύχτα

Κ’ είσαι μπροστά στις πύλες της Μαδρίτης

Έχεις μπροστά σου ολάκερη στρατιά από πολιτείες

Μια στρατιά που σκοτώνει ό,τι πιο ωραίο στον κόσμο ετούτο

Τη νοσταλγία, την ελπίδα, τα παιδιά, τη λευτεριά.

Χιονίζει μες στη νύχτα.

Απόψε μπορεί να ξεπαγιάζουν

τα μουσκεμένα πόδια σου.

Χιονίζει

Και ίσως ενώ σε σκέφτουμαι

την ίδια τούτη τη στιγμή

μπορεί και να σε βρίσκει η σφαίρα

Και τότε πια ούτε χιόνι, ούτε άνεμος.

Χιονίζει.

Εσύ που τώρα μπρός στις πύλες της Μαδρίτης λες «δε θα περάσουν»

Υπήρχες δίχως άλλο κι από πριν.

Ποιος είσουν; πούθε ερχόσουν; ποιά ήταν η δουλειά σου;

Μπορεί και να ’χεις έρθει απ’ τα ορυχεία της Αστούριας

Μπορεί στο μέτωπό σου ένας επίδεσμος ματόβρεχτος

Να κρύβει μια λαβωματιά που πήρες στο Βορρά

Μπορεί και να ’ταν το ντουφέκι σου

πούριξε τη στερνή τη σφαίρα

όταν τα γιούνγκερς καίγαν το Μπιλμπάο.

Ή μπορεί νάσουν κάνας μεροκαματιάρης

στο αγρόχτημα ενός κάποιου κόμητα Φερνάντο Βαλεσιέρο ντε Καρτόμπαν

Ή μπορεί νάχες στην Πουέρτα ντέ Σολ κανένα μικρομάγαζο

και να πουλούσες φρούτα με τα χτυπητά της Ισπανίας χρώματα.

Μπορεί να μην είχες καν επάγγελμα

Μπορεί και νάχες μια ωραία φωνή

Μπορεί και νάσουν σπουδαστής ή της φιλοσοφίας ή του δικαίου

και νάχουν μείνει τα βιβλία σου κάτου απ’ τις ρόδες

των ιταλικών θωρακισμένων.

Μπορεί στον ουρανό να μην πιστεύεις

ή μπορεί νάχεις μες στον κόρφο σου

κανένα σταυρουλάκι περασμένο σ’ ένα σπάγγο.

Ποιός είσαι, πώς σε λένε, πόσο χρόνων είσαι;

Δεν έχω δει, μήτε θα ιδώ το πρόσωπό σου.

Μπορεί ‒ ποιός ξέρει ‒ να θυμίζει αχνά τα πρόσωπα

εκείνων που τσακίσαν τον Κολτσάκ στη Σιβηρία.

Μπορεί πάλι να μοιάζει με το πρόσωπο εκεινού

που κείται στο πεδίο της μάχης του Τουμλουμπουνάρ

Ακόμη μπορεί νάσαι ολόιδιος το πορτραίτο

του Ροβεσπιέρου.

Δεν άκουσες ποτέ σου τ’ όνομά μου, κι ούτε θα τ’ ακούσεις.

Ανάμεσό μας είναι θάλασσες, βουνά,

αυτή η καταραμένη μου ανημπόρια

κ’ η Επιτροπή της μη – επεμβάσεως.

Δε μπορώ μήτε νάρθω στο πλευρό σου

μήτε και να σου στείλω ένα κασόνι με φυσίγγια

ή λίγα φρέσκα αυγά

ή ένα ζευγάρι μάλλινα, τσουράπια.

Κι ωστόσο ξέρω πως τα πόδια σου

ριζωμένα στις πύλες της Μαδρίτης

κρυώνουνε σα δυο γυμνά παιδιά

και ξέρω ακόμη

πως ό,τι ωραίο κι ό,τι μεγάλο υπάρχει

ό,τι μεγάλο κι ό,τι ωραίο θα βρει μια μέρα ο άνθρωπος

(ετούτο πούναι η τρομερή λαχτάρα της ψυχής μου)

το ξέρω πως χαμογελάει μέσα στα μάτια του φρουρού μου,

μπρος στις πύλες της Μαδρίτης,

και ξέρω ακόμη πως εχτές, αύριο, κι απόψε βράδυ

αχ, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο

παρά μονάχα να τον αγαπάω.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

  1. Τι όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι

Συνθέτης:Μάνος Λοΐζος, Πρώτη Εκτέλεση:Μάνος Λοΐζος, 1983

Επιστολές και Ποιήματα

(Αποσπάσματα)

Τί όμορφο που΄ ναι να σε συλλογιέμαι

μες από τους θορύβους του θανάτου

και της νίκης

να συλλογιέμαι εσένανε μες απ΄ τη φυλακή

Να το να χέρι σου σ΄ ένα ύφασμα

γαλάζιο, ξεχασμένο

και να μες στα μαλλιά σου

σαν ένας άλλος άνθρωπος μέσα σε μένα

είναι η ευτυχία να σ΄ αγαπώ.

Τί όμορφο που ΄ναι να σε συλλογιέμαι

να γράφω όλο για σένα

να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα

μες στο κελί μου

μια λέξη που ‘χες πει την τάδε μέρα

στο τάδε μέρος, όχι η λέξη η ίδια

μα αυτός ο τρόπος που είχε μέσα της

να κλείνει όλο τον κόσμο.

Για σένα θα σκαλίσω ακόμη τόσα πράγματα

θα φτιάξω ένα μικρό κουτί, ένα δαχτυλίδι

θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι

και ξαφνικά, πετιέμαι ορθός

τρέχοντας να χουφτώσω του παραθυριού τα κάγκελα

και να φωνάξω στο γαλάζιο ουρανό της λευτεριάς

όλα μου τα τραγούδια που ΄γραψα για σένα.

……………………………………………………………………….

Μέσα σ ΄αυτή τη νύχτα τη χινοπωριάτικη

ολόγιομος είμαι απ΄ τα λόγια σου

Λόγια αιώνια σαν τον χρόνο, σαν την ύλη,

λόγια βαριά σαν το χέρι,

λόγια σπιθοβόλα σαν τ΄ άστρα.

Απ΄ την καρδιά σου, απ΄ το μυαλό σου

από τη σάρκα σου.

Τα λόγια σου με φτάνουν

τα λόγια σου κατάφορτα από σένα

τα λόγια σου μητέρα

τα λόγια σου γυναίκα

τα λόγια σου φίλη.

Ήταν θλιμμένα, ήταν πικρά, ήταν χαρούμενα

κατάφορτα από ελπίδα

ήταν γενναία και ηρωικά

ήταν Άνθρωποι.

……………………………………………

Αυτό που ‘ναι χειρότερο

είναι να ΄χει κανείς τη φυλακή εντός του.

………………………………………………………………

Κι εγώ γεμάτος απ΄ την απουσία σου

φορτωμένος με την ανυπομονησία

μεγάλων ταξιδιών

περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό

μέσα στην Προύσα.

………………………………………………………………..

Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα

ζεσταίνοντας τα χέρια μας

στη φωτιά της μεγάλης οργής μας

και της άγιας ελπίδας μας.

μτφρ: Γιάννης Ρίτσος

Ελπίζουμε να σας άρεσαν!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: μια διείσδυση στο σύμπαν του κοσμοκαλόγερου

Ο Μίλαν Κούντερα έγραψε για τον Παπαδιαμάντη πως είναι ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος. Εκθειαστικά ήταν επίσης τα λόγια του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά, του Πορφύρα και άλλων μεγάλων ονομάτων της ελληνικού πνεύματος.

Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας την ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ηθογραφικό μυθιστόρημα.Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Σαν σήμερα, 3 Ιανουαρίου του 1911, έφυγε από τη ζώη ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο «κοσμοκαλόγερος» της πεζογραφίας μας γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 στη Σκιάθο από πατέρα ιερέα και θεοσεβούμενη μητέρα. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά αδέλφια, τα δύο εκ των οποίων πέθαναν σε μικρή ηλικία. Γοητευμένος από τα ξωκλήσια της Σκιάθου, τα συμπεριέλαβε σε πολλά έργα του, ενώ το λογοτεχνικό του έργο είναι ευρύ και από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γράφει ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του: Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, ‘οπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, ‘οπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας.

Λόγω της οικονομικής του κατάστασης, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Τα οικονομικά του Παπαδιαμάντη καλυτέρευσαν όταν άρχισε να απασχολείται στην εφημερίδα «Ακρόπολη», του Βλάση Γαβριηλίδη, με μισθό 250 δραχμών το μήνα, καθώς και να συνεργάζεται και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Παρόλο που εισέπραττε αρκετά χρήματα που του επέτρεπαν αξιοπρεπή διαβίωση, τα ξόδευε εξ’ ολοκλήρου στην… ταβέρνα του Κεχριμάνη όπου σύχναζε επί 27 συναπτά έτη, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς και ίσα που μπορούσε να καλύψει τα έξοδά του.

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.Ζούσε φτωχικά σε φτηνά δωμάτια ενώ οι περιγραφές συνθέτουν το προφίλ ενός ανθρώπου σχεδόν κουρελή, εξαρτημένου από το ποτό και το τσιγάρο, ο οποίος βυθιζόταν στη μοναξιά του και είχε ελάχιστους φίλους. Αγαπημένη του συνήθεια να ψάλλει στον Άγιο Ελισαίο στην Πλάκα.

Τον Μάρτιο του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο αγαπημένο του νησί, εξακολουθώντας να δουλεύει ως μεταφραστής έργων για λογαριασμό του Γιάννη Βλαχογιάννη. Η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται ώσπου στις 3 Ιανουαρίου 1911 άφησε την τελευταία του πνοή και μαζί με αυτήν, έναν λογοτεχνικό θησαυρό αποτελούμενο από 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες και άρθρα.

Το έργο-σταθμός στην καριέρα του που ενέπνευσε κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες ήταν «Η φόνισσα». Παρόλο που γράφτηκε το 1902, μοιάζει τόσο σύγχρονο όσο και διαχρονικό.

Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ᾿ αυτούς που ζουν παράμερα απά τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βρήκε το υλικό του στις καρδιές των παιδιών, των γυναικών, των ανίσχυρων γερόντων και το ένωσε με την ομορφιά της θάλασσας και της Σκιάθου, αγκαλιάζοντας στις περιγραφές του όλες τις αμμουδιές, τα λιμανάκια, τις χαράδρες, τα υψώματα και τα «ρόδινα ακρογιάλια» του αγαπημένου του νησιού. Και μπολιάζοντας τις παιδικές του αναμνήσεις με τα θρησκευτικά του βιώματα, τα δικά του βάσανα, την ευαισθησία του και τον ποιητικό του οίστρο, κατάφερε να αναδείξει το ντόπιο ήθος σε αἰσθητικὸ και πνευματικό γεγονός.

Γι᾿ αυτό και διαβάζεται -ἀπ’ όσους διαβάζεται- μέχρι σήμερα. Όχι μόνο επειδὴ είναι σπουδαίος συγγραφέας, αλλά επειδή στο έργο του αποθησαυρίζεται «ο παράξενος τρόπος των Ελλήνων», όπως το έθεσε ο πρόωρα χαμένος Χρήστος Βακαλόπουλος. Επειδή, με άλλα λόγια, στις σελίδες του βρίσκεται το κλειδί της ἐθνικής μας ιδιαιτερότητας, που ακόμα προσπαθούμε να την ορίσουμε, στριμωγμένοι ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Η είδηση του θανάτου του γέμισε πένθος όχι μόνο τους συντοπίτες του, αλλά όλη την Ελλάδα. Πολλοί λογοτέχνες, που όσο ήταν εν ζωή δεν είχαν γράψει κουβέντα για το έργο του, συνέθεσαν εγκωμιαστικά κείμενα. Ο εκδοτικός Οίκος Φέξη ξεκίνησε το 1912-1913 την έκδοση 11 τόμων με τα έργα του. Μέχρι τότε, κανένας άλλος οίκος δεν είχε εκδώσει σε βιβλίο τα πεζογραφήματά του και οι αναγνώστες του τα διάβαζαν από τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για να βιοποριστεί. Όσο ζούσε όμως, δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο – ήταν όλα τους διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του Γ. Δροσίνη, από τη στιγμή που άφηνε κείμενό του σε κάποιο γραφείο, «οὔτε τὸ συλλογίζουνταν πιά, οὔτε ζητοῦσε νὰ μάθει πότε θὰ δημοσιευθεῖ, οὔτε καὶ διορθώσεις ἔβλεπε ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο: τὰ χειρόγραφά του ἦταν ἔκθετα ριγμένα στὴ βρεφοδόχο τοῦ Βρεφοκομείου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλὰ κακοτυπώθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη φορά…».



Έτσι εξηγείται και ο ισχυρισμός του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του χαλκιδαίου φιλολόγου που αφοσιώθηκε στη μελέτη και την ανάδειξη του παπαδιαμαντικού έργου, ότι ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να έχουμε μια πλήρη και ακριβή έκδοση των «Απάντων» του. Η ακρίβεια και η πληρότητα, λέει, είναι αρετές που εξασφαλίζονται όταν ο ίδιος ο συγγραφέας φροντίζει την έκδοση, ή τουλάχιστον όταν έχει διασωθεί όλο του το αρχείο. Εκείνο του Σκιαθίτη όμως, όποιο κι αν ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί.

Σήμερα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης διδάσκεται στα σχολεία, σε πανεπιστήμια και σεμινάρια, ενώ εξακολουθεί να συγκινεί μικρούς και μεγάλους με το μεγαλείο της πένας του. Το έργο του, διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκε άμεσα από το νησί που γεννήθηκε και πέθανε, τη Σκιάθο, το νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος, αλλά και από τους ανθρώπους του, τις πραγματικές ιστορίες των οποίων μετέφερε στα έργα του. Ο Αλέξανδρος Παπανδιαμάντης, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» όπως συχνά αποκαλείται, υπήρξε ένας άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του και έγραψε τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας.

Αποτιμώντας το έργο του ο Άγγελος Μαντάς γράφει: «Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη κατέχει πρωτεύουσα θέση στὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἡ διηγηματογραφία του διακρίνεται γιὰ τὸ ρεαλισμό της, ποὺ φτάνει πολλὲς φορὲς μέχρι τὸ νατουραλισμό. Ἡ αὐστηρὴ καὶ ἀκριβολόγος θεώρηση τόσο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του, ὅσο καὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς του, ἡ βαθιὰ στοχαστικὴ καὶ ἐλεγκτικὴ ματιά του πάνω στὰ κοινωνικὰ δρώμενα, ἡ ἀνάδειξη ὡς κεντρικῶν ἡρώων τοῦ ἔργου του ὄχι συνηθισμένων τύπων, ἀλλὰ ἰδιόρρυθμων καὶ περιθωριακῶν, ἀνθρώπων ναυαγισμέμων κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά, καὶ ἡ συχνὴ παραπομπὴ στὴ μικρὴ ἀνθρώπινη ὁμάδα, ποὺ ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀποκτᾶ καθολικὲς διαστάσεις, δίνει στὸ ρεαλισμό του ἕνα χαρακτήρα κριτικὸ καὶ θεολογικὸ ταυτόχρονα.

Ἡ ποικιλία τῶν ἀφηγηματικῶν τεχνικῶν καὶ ἡ γλώσσα του παράγουν μίαν ἔντονη ποιητικότητα. Ἡ γλώσσα του εἶναι στὴ βάση της ἡ καθαρεύουσα τῆς ἐποχῆς, ἐμπλουτισμένη ὡστόσο μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς, διαποτισμένη ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας καὶ διανθισμένη, ἰδίως στοὺς διαλόγους, μὲ στοιχεῖα τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, «θησαυρισμένη», κατὰ τὸν Ἐλύτη, «ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας». Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτὴ κάνει τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς τυπικῆς ἠθογραφίας τῆς ἐποχῆς του καὶ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη νὰ ἀναδεικνύεται «ποιητὴς τοῦ πεζοῦ λόγου».

Σε αντίθεση με το δημοσιογραφικό σινάφι, το λογοτεχνικό φάνηκε εξαρχής επιφυλακτικό απέναντί του. Μόνο οι δημοτικιστές τον είδαν με μια κάποια συμπάθεια. Ο ίδιος, πάντως, μόνο του Παλαμά και του Νιρβάνα αξιώθηκε να διαβάσει κριτική. Έπρεπε να πεθάνει για να εγκωμιαστεί. Έκτοτε, δύο ήταν τα θέματα που τέθηκαν στο μικροσκόπιο: η γλωσσική ιδιαιτερότητά του και ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε την εθνική-λαϊκή ψυχή.

Άλλοι χαρακτήρισαν την καθαρεύουσά του προβληματικὴ (βλ. Τερζάκης), σχολαστική ή ξεπερασμένη, κι άλλοι, από τον Τ. Άγρα ως τον Ελύτη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ως μία γλώσσα που κουβαλάει πάνω της στρώσεις αιώνων, αφομοιώνοντας αρμονικά στοιχεία αρχαία, βυζαντινά, εκκλησιαστικά και νεοελληνικά. Ούτε όμως ο Νιρβάνας, ούτε ο Παλαμάς, ούτε ο Ξενόπουλος είδαν τα γραπτά του ως φωτογραφικές απεικονίσεις και μόνο της ζωής στον γενέθλιο τόπο του. Η… ρετσινιά της ηθογραφίας ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του ᾿40. Κι ενώ σήμερα υπάρχει ομοφωνία ως προς τις ποιητικές διαστάσεις της γλώσσας του (κάτι που αναγνώρισε δημόσια και ο Σεφέρης το 1952, συγκαταλέγοντάς τον στους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές), ιδού τι έγραφε στην «Ιστορία» του ο Κ. Θ. Δημαράς: «Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα απὸ ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή. Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη». Μια αστοχία που μνημονεύεται ακόμη…

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το παπαδιαμαντικό σύμπαν ταυτίστηκε θετικά με την έννοια της Ορθοδοξίας (βλ. Λορεντζάτος, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναράς), προσεγγίστηκε με εργαλεία ψυχαναλυτικής κριτικής (βλ. Γκι Σονιέ, Π. Μουλλάς), και έδωσε επιχειρήματα σε μελετητὲς όπως ο Λάκης Προγκίδης για να συγκρίνουν τον δημιουργό του με τους θεμελιωτές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Κάθε εποχὴ και με τον Παπαδιαμάντη της.

Έργο με ξεχωριστὴ θέση στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» κατέχει και τη μερίδα του λέοντος στις μεταφράσεις του στο εξωτερικό. Η νο ιστορία της Φραγκογιαννούς που παραβαίνει το «οὐ φονεύσεις» για καλὸ σκοπὸ -πνίγει με τα χέρια της δύο νεογέννητα κοριτσάκια για να λυτρώσει και τα ίδια και τους γονείς τους απὸ τα βάσανα της κοινωνίας- μία ιστορία που χρεώνει το απόλυτο κακὸ όχι σ᾿ ένα διεστραμμένο τέρας αλλὰ σ᾿ έναν συνηθισμένο άνθρωπο, έχει μεταφραστεί στ᾿ αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικὰ και τα ιταλικά, αλλὰ και στα βουλγαρικά, τα ρουμανικά, τα καταλανικά, τα δανέζικα…


Πλήρης κατάλογος με τα μεταφρασμένα διηγήματά του δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη. Στο σχετικὸ αρχείο πάντως του ΕΚΕΒΙ, αναφέρονται 41 ξένες εκδόσεις, για το διάστημα 1968-2009. Η πιο πρόσφατη, που ειναι ίσως και η σημαντικότερη, απλώνεται στον συλλογικὸ τόμο «The boundless garden» (ἐκδ. Denise Harvey), όπου συμπράττουν μεταξὺ άλλων μεταφραστὲς όπως ο Πίτερ Μάκριτζ και ο Ντέιβιντ Κόνολι, και όπου χάρη στην κατατοπιστικὴ εισαγωγή του ιερωμένου και διακεκριμένου πανεπιστημιακού στο Μόντρεαλ Λάμπρου Καμπερίδη, παρέχονται όλα τα απαραίτητα κλειδιὰ για την κατανόηση του παπαδιαμαντικού κόσμου στο αγγλοσαξονικὸ κοινό.

Πηγή: https://m.tvxs.gr/mo/i/51224/f/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7.html

https://m.lifo.gr/articles/book_articles/264982/aleksandros-papadiamantis-o-syggrafeas-poy-apothisayrise-ton-parakseno-tropo-ton-ellinon?utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1578049720

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΙ, Ο ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα: “Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι” της Πηνελόπης Δέλτα

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ’ αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω’ δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

– Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια… Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;

-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου… και είναι πολύ όμορφο… Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ’ αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ’ αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

– Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

– Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

– Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια… είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω…

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης… μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ’ ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

– Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς…

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

– Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε’ άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ’ ακούς; Τραγουδά απ’ έξω… Θα είναι κανένα αγοράκι… φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

– Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

– Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού… και να μας πει τι γίνεται έξω…

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

– Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν…

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

– Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ’ όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος… Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί…

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια…

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος’ με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ’ έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ’ άσπρα δέντρα…

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει…

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια’ τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης… ψιθύρισε.

– Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

– Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα… Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

– Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό…

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη… Αχ! λίγη ζέστη…

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ’ άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ’ ορφανό τον κοίταξε μ’ έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα…

– Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου… Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου…

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ’ μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ’ όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ’ όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα: “Τα συγχαρήκια” του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Τρεις χαραίς είχε την ημέραν εκείνην η κυρά-Γαλάτσαινα του Κασσανδριανού, χήρα του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου, αποθανόντος προ τινων ετών πτωχού μετά πολλάς επιχειρήσεις. Η πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την κόρην της, την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η δευτέρα ήτο ότι σήμερον πρωτοχρονιάν εώρταζε την εορτήν του ονόματός του ο ίδιος ο γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας τα «μβατίκια» του γαμβρού εις την οικίαν της.

Η ιδέα της κυρά-Γαλάτσαινας ήτο να είχον τελεσθή τα μβατίκια αφ’ εσπέρας, την νύκτα του παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν’ αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2 Ιανουαρίου. Οι λογαριασμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού δεν συμφωνούν καθ’ όλα τα μέρη πάντοτε με τους λογαριασμούς της μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρά-Γαλάτσαινας έλεγεν ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ’ εσπέρας της παραμονής, μεθ’ ό ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθερος να επισκέπτηται δις και τρις της ημέρας την αρραβωνιαστικήν του εις την οικίαν της (ειμπορούσε, μάλιστα, αν ήτο αδιάκριτος, και να το στρώση «κόττα πήττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρά-Γαλάτσαινα υποχρεωμένη να κουβαλήση ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την οικίαν της συμπεθέρας της, αλλά μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την οικίαν της, διά την εορτήν του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν να έχη άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.

Αλλ’ ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτο πρέπον να φύγη από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάση την ημέραν της εορτής του, πριν στεφανωθή ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης. Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάση εις την οικίαν της νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αύτη προίκα, με γεια της και με χαρά της. Αλλ’ εφέτος διά τελευταίαν φοράν, ας μείνη ακόμη πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε. Τα χαμαλιά «τα κρυφά> τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι — όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του, μικράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα καταβροχθίζη, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόντας, αλωνίζων με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς να τα μασσά με τους τραπεζίτας του. Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι’ αυτό, αλλ’ αυτός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός; Δική του δεν ήτο η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά; Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα οποία του έστελνεν η πενθερά του, διά να μην τον ιδή κακό μάτι, μην τύχη και τον αβασκάνη κανείς. Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός, να τα φάγουν όλα οι συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτο καιρός διά τα άλλα δώρα τα επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ εάν η συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάη καπότο», οικονομούσα με τρόπον να εγίνοντο τα μβατίκια αφ’ εσπέρας διά να δικαιολογηθή ότι δεν θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των στενωτέρων συγενών του γαμβρού της, του Βασίλη. Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης, καθ’ ήν είχε κατορθωθή τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν πανδρειαίς».

Ω! αυταίς η πανδρειαίς! Πόσα φαρμάκια την είχαν ποτίσει την κυρά- Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη». Κατόπιν από την πρώτην προξενειάν, μετά πολλά λόγια και «μαναφούκια» και σκάνδαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλαίς αβανιαίς και κατηγορίαις, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα λόγια τον γαμβρόν και της συμπεθέραις και έψαλλαν πολλά ανάποδα εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος να ορισθή η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειαίς». Η κυρά-Γαλάτσαινα εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ’ όλα η γειτονιά τα είξευρε, σχεδόν σίγουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είνε κατάσκοπος της άλλης γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.

Την εσπέραν του Σαββάτου, άναψεν η κυρά-Γαλάτσαινα το μεγάλον οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον καιρόν που είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο- Λάζος, και η κυρά Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε έκαμαν τρεις σταυρούς, κ’ εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.

Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός πρέπει να είνε οι συγγενείς της νύμφης, οίοι θα υπάγουν ν’ ανταλλάξουν αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι, κατά τον στίχον του αειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.

Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας κρατών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρά-Γαλάτσαινα φέρουσα τον δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπαις το όλον, από κυδώνιον και μύγδαλα και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γέρο-Λάζος, κατόπιν η Λαζίτσα η σύζυγος του, και τελευταία η Μπόζαινα.

Ήτο δεκάτη ώρα, και ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθή όλοι οι γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι’ όλης της ημέρας ότι έμελλε την εσπέραν εκείνην να γείνη ο αρραβών της Μυρσούδας της κυρά- Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γέρο-Λάζον με την συμβίαν του, και τον Μπόζαν με την φαμελιάν του, ανερχομένους εις την οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθή, δεν επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν. Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο γαμβρός θα ετρακάβνιζε, καρφώνων με την μακράν μάχαιράν του, τα κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την γειτονιάν.

Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις του χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα. Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριζαν άμα τη προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδαν μέγαν λύχνον να φέγγη από μέσα, από το γυαλί ενός παραθύρου έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα.

Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, διά να είνε καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις τας χείρας της τώρα, διά να έχη όλο γλύκαις και χαραίς το ανδρόγυνον. Αύτη, η Λαζίτσα, πολύ νεωτέρα του ανδρός της, συνέβαινε να έχη αμφοτέρους τους γονείς της ζώντας, και δι’ αυτό επροτιμήθη να κρατήση τα γλυκά, διά να έχη πολύν ζωήν το ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γέρο-Λάζος, διά να γηράση το ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθε η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», διά να δείξη την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν η πενθερά, διά να δείξη την υπακοήν και την υποταγήν της νύμφης εις τον γαμβρόν. Η κυρά Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι ανάποδα», αλλ’ εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήση να βγη εις το φανερόν και να ενεργήση. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η κυρά Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης τραπέζης, και όλοι εκάθησαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ’ ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός, υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις την Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα, εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της. Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα έκαστον των άλλων τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των, τους εφίλευσεν ανά έν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν ή τουρκικήν. Τον καιρόν εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και λίραι·

Έλαβον όλοι γλυκόν και έπιον μαστίχαν ή ροσόλιον, ευχηθέντες τα «καλορρίζικα» και τα «τίμια στέφανα». Είτα εστρώθησαν εις το δείπνον, και οι άνδρες έφαγαν καλά, αι δε γυναίκες εγεύθησαν με άκρα χείλη. Και είτα ετέθησαν εις ενέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι οίνου. Και ο μπάρμπα-Λάζος και ο Μπόζας έπιναν γερά, κ’ επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρητήρια, κ’ ετραγουδούσαν:

$Σαυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραΐση. $κι’ ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση.

Εις τούτο εκ μέρους του γαμβρού απήντησαν διά του άλλου:

$Χίλια καλώς-ωρίσατε, φίλοι μ’ αγαπημένοι, $κι’ από καιρού χαιρούμενοι και καλοκαρδισμένοι.

Ακμαία ήτον η ευθυμία, και υπήρχεν εκατέρωθεν καλή διάθεσις· μόνον έν κακόν σημείον εφάνη, το οποίον έκαμεν όλους να μελαγχολήσουν. Ο γέρο-Λάζος, όταν έπινε, συνήθιζε να ομιλή με πολλάς χειρονομίας. Ένεκα του ελαττώματος τούτου ανέτρεψεν απροσέκτως τον μέγαν λύχνον, επί της τραπέζης του δείπνου. Ο λύχνος έσβεσεν, η δε συντροφιά θα έμενεν εις τα σκοτεινά, αν δεν υπήρχε το κανδήλιον το καίον ενώπιον των αγίων εικόνων, ως και δύο κηρία αναμμένα επί της εστίας.

Διά να μετριάση την κακήν εντύπωσιν, ο γέρο-Λάζος υπεσχέθη να βαπτίση αυτός το πρώτον παιδίον, το οποίον θα εγεννάτο εκ του συνοικεσίου, και αν είνε και γυιος. Αφού είχε χύσει το λάδι, είπεν αυτός το έβλεπε καλόν σημείον, διότι λάδι θα έχυνε και εις την βάπτισιν του παιδίου.

Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα της οικίας. Ο μικρός υιός της Γαλάτσαινας, παιδίον εννέα ετών, ο Χρήστος, είχε γελασθή με χίλια ψέμματα την εσπέραν υπό της μητρός του, ότι ο αρραβών θ’ ανεβάλλετο διά το άλλο Σάββατον. Είχεν αποκοιμηθή, αφού έφαγε πολλά γλυκά και έλαβεν υπόσχεσιν ότι θα φάγη περισσότερα την επαύριον. Είχε την απαίτησιν· να ήτο και αυτός είς εκ των ανδρών, όσοι θα επήγαιναν να «δέσουν της πανδριαίς» εις του γαμβρού το σπίτι. Η μήτηρ του, του το υπεσχέθη κατ’ αρχάς, ελπίζουσα ότι θα ήταν επτά τουλάχιστον οι συγγενείς, όσοι θα πήγαιναν διά την υπόθεσιν. Αλλ’ αφού οι συγγενείς του γαμβρού, οίτινες εκανόνιζον τα τοιαύτα, παρήγγειλαν ότι ο αριθμός ωρίσθη εις πέντε, η Γαλάτσαινα, μη δυναμένη ν’ αφήση απ’ έξω άλλους ηλικιωμένους συγγενείς, ευρέθη εις την ανάγκην ν’ αποκλείση τον ανήλικον υιόν της.

Ο μικρός απεκοιμήθη αναμασσών τα τόσα γλυκά και τας υποσχέσεις, ενωρίς, πριν έλθωσιν ακόμη εις την οικίαν τα δύο συγγενικά ανδρόγυνα. Αλλά περί το μεσονύκτιον, αφού εχόρτασε τον ύπνον, εξύπνησε και βλέπει την αδελφήν του, ημιπλαγιασμένην παρά την εστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδώς το φθίνον πυρ και μελετώσαν την ιδέαν του γάμου. Η Μυρσούδα δεν είχεν ύπνον, και οι λογισμοί της και τα ξυπνητά όνειρά της, τα οποία επλησίαζαν να γείνουν πράγματα, επετούσαν προς την οικίαν εκείνην του αρραβωνιαστικού της, όπου ευρίσκοντο τώρα η μήτηρ της και οι θείοι και αι θείαι της. Διότι είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος. Πρέπει να καμαρώνης και να δαγκώνης τα χείλη σου, να μη γελάς. Από το σπίτι έξω δεν βγαίνεις, αλλά μόλις θα προβάλης εις το παράθυρον διά να ποτίσης την γάστραν με τα λελούδια, μόλις θα φανής εις τον εξώστην διά να γεμίσης το κανάτι νερόν από την στάμναν, ευθύς ο κόσμος, δηλαδή η γειτόνισσαις, σου φωνάζουν: «Με τς’ γειαις, Μυρσούδα!» Τότε τι να πης; Να κάμης τον κωφόν; Θα σου το φωνάξουν δυνατώτερα. Να πης «φχαριστώ;» θ’ ανοίξης το στόμα σου, και σαν το ανοίξης θα γελάσης χωρίς να θέλης. Όσο και να καμαρώνης, θα χαμογελάσης, δεν μπορείς. Είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος. Είδε λοιπόν ο μικρός την Μυρσούδαν να ρεμβάζη, και την θέσιν την μητρός του την βλέπει κενήν. Τινάζει τότε το πάπλωμα, πετιέται απάνω, και βάζει της φωναίς. Πού είνε η μάννα; επήγαν να δέσουν της πανδρειαίς, κι’ αυτόν τον εγέλασαν μες τα μάτια; Η αδελφή του δεν ειξεύρει πώς να ειπή ψεύματα με πιθανότητα. «Γουρούνα, βρωμούσα!» Την πιάνει από τα μαλλιά. Της τα τραβά δυνατά. Την θανατώνει από τον πόνον. Κλαίει εκείνη και δοκιμάζει να κρατήση τα χέρια του. Επί τέλους επικαλείπαι έν ψεύμα εις βοήθειάν της. — Η μητέρα επήγε στην εκκλησία. Θα γείνη πάλιν σήμερα, την Κυριακή, νύκτα βαθειά η λειτουργία, καθώς προχθές τα Χριστούγεννα. Είνε τώρα τρεις απ’ τα μεσάνυκτα. Δεν τον εξύπνησε διά να μη τον κρυώση. Αλλά τώρα-τώρα θα φέξη, και θα πάγη κι’ αυτός στην εκκλησία. Ο μικρός εκόντευσε να πιστεύση. Αλλά, κατά συγκυρίαν, βλέπει εκεί, υποκάτω απ’ τα εικονίσματα επί μικρού τραπεζίου, την προσφοράν, που είχεν η μητέρα του από προχθές φυλαγμένην, διά να την προσφέρη σήμερον εις την εκκλησίαν. Η προσφορά ήτο εκεί τυλιγμένη εις λευκόν προσόψιον. Αν η μητέρα επήγαινε στην εκκλησίαν, θα έπαιρνε την προσφοράν μαζί της. — Την εξέχασ’ η μητέρα την προσφορά, εδοκίμασε να ισχυρισθή η Μυρσούδα.

 — Ψέμματα λες. Γουρούνα, γουρούνα!

Κ’ έκαμε πάλιν να την αρπάξη από τα μαλλιά.

Η Μυρσούδα έδεσε σφιγκτά το λευκόν τουλουπάνι της, και το κατεβίβασεν έως τα οφρύδια, διά να προφυλάξη τα ωραία καστανά μαλλιά της. — Η προσφορά, επανέλαβεν η Μυρσούδα, συγκεντρούσα όλην την γυναικείαν λογικήν εις τον νουν της, η προσφορά έγεινε διά την ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς. Αφού απομείναμε αυτό το Σάββατο, τώρα την προσφορά θα την φάμε μεις, κ’ η μητέρα θα ζυμώση άλλη το άλλο Σάββατο, για την πάη στην εκκλησία, για την ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς.

 — Ψέμματα, δε με γελάς! γουρούνα!

Είχεν εξασθενήσει η γνώμη του πολύ και ίσως θα επείθετο. Αλλά τότε ενθυμήθη ότι αφ’ εσπέρας υπήρχεν επάνω εις το ίδιον τραπέζι μέγας δίσκος, και ο δίσκος αυτός έλειπε τώρα απ’ εκεί. Εκ τούτου οδηγούμενος, εκύτταξεν επάνω εις το ράφι, και είδεν ότι έλειπαν απ’ εκεί αι πέντε ή εξ κούπαις του γλυκού, όπου υπήρχαν το βράδυ. Τότε ο μικρός έβαλεν αγρίαν κραυγήν, και ήρπασε τα δύο κλώνια ή τα άκρα του κεφαλοδέσμου της αδελφής του, προσπαθών να την ξεμανδηλώση. — Ψεύτρα! γουρούνα! πήγαν να δέσουν της πανδρειαίς.

Ο μικρός εφόρεσε το ένδυμά του, κ’ εζήτησε να φύγη. Ήθελε να υπάγη και αυτός εις την οικίαν του γαμβρού. Εν τη παραφορά του δεν εφοβείτο πλέον ούτε τους καλικαντζάρους, ούτε τα φαντάσματα. Η αδελφή του κλαίει, φοβείται να μείνη μοναχή της. Ο μικρός δεν την ακούει, ανοίγει την θύραν, εξέρχεται. Εκείνη τρέχει κατόπιν του. Εκείνος γυρίζει.

 — Άναψέ μου το φανάρι, τώρα ευθύς, γιατί. . .

Και την εφοβέριζε με τον γρόνθον.

 — Το φανάρι το επήρε η μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ’, πού θα πας; Τώρα, όπου είνε θαρθούνε πίσω. Του έλεγε πολλά, αλλ’ εκείνος επέμενεν. Ίσως επί τέλους ο φόβος των καλικαντζάρων, θα τον έκαμνε να γυρίση πίσω, αφού έκαμνε ολίγα βήματα εις τον δρόμον, αλλά την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, κάτω από τον εξώστην.

 — Τι έχετε, θα πω; έλεγεν η φωνή.

 — Θεια-Χρυσή, δεν ακούς; είπεν η Μυρσούδα. Θέλει να πάη στης πανδρειαίς.

Η θεια Χρυσή ήτο πτωχή και έρημη χήρα, κατοικούσα εις μικρόν θάλαμον, εις το εισόγειον της οικίας. Είξευρε τα περί του αρραβώνος, και ηγάπα την κόρην και την μητέρα της. Ήτο δε μακρυνή συγγενής του γαμβρού.

 — Για να σου πω, παιδί μου Μυρσούδα, είπεν ήρθε κανένας απ’ το σπίτι του γαμβρού να σου πάρη να σ’ χαρήκια;

 — Όχι.

 — Πώς ξέχασαν οι μουρλοί! Για να σου πω, έχω εγώ ένα μικρό φαναράκι, τώρα το ανάφτω, και να πάμε μαζί με το Χρήστο, και να ‘ρθώ πίσω να σ’ πάρω τα σ’ χαρήκια. Κλειδώσου μες το σπίτι και μη φοβάσαι.

Έκρουσαν την θύραν της οικίας της Μπόναινας. Ο Χρήστος έγεινε δεκτός, διότι αφού εδόθησαν πλέον οι αρραβώνες, ήτο πλέον αδιάφορον αν ήρχοντο και άλλοι περιττοί ή άρτιοι.

Εφίλησαν την θεια-Χρυσή, ήτις τους συνεχάρη πρώτη, και επανελθούσα μόλις μετ’ ολίγα λεπτά, επήρε τα συχαρήκια της Μυρσούδας, ήτις την «ασήμωσεν», ήτοι της έδωκεν αργυρούν νόμισμα.

Η ημέρα του Αγίου Βασιλείου εορτάσθη καλώς εις τας οικίας της μιας και της άλλης συμπεθέρας. Η Μυρσούδα δεν επρόφθανε να φτιάνη φουσκάκια (ή λοκμάδες) από πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Η κυρά-Γαλάτσαινα δεν επρόφθανε να φιλεύη όλον τον κόσμον φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκό και μεγάλαις σταφίδες από ραζακί σταφύλι. Μερικοί από τους επισκέπτας ήρχοντο δις και τρις, λέγοντες ότι η πρώτη φορά ήτο διά τον αρραβώνα, η δευτέρα διά την εορτήν του γαμβρού και η τρίτη διά τα «μβατίκια».

Τα «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρώς. Έρρανον τον γαμβρόν με κοφέτα και με ορύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, και ο γέρο- Λάζος, όστις επρόσεχε πλέον εις τας χειρονομίας του, έκαμε τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να φωνάζη·

 — Ας φέξη!

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου: