Αντρέ Μπρετόν, ο πατέρας του Υπερρεαλισμού

Λίγα λόγια για τον ίδιο:

Ο Αντρέ Μπρετόν γεννήθηκε σαν χθες το 1896. Ήταν γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Θεμελιωτής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού. Σπούδασε αρχικά ιατρική στο Παρίσι. Το 1924 δημοσίευσε το πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού. Το 1926, μαζί με αρκετούς ομοϊδεάτες του, προσχωρεί στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, αργότερα όμως διαγράφεται. Αντιπροσωπευτικά έργα της πολυτάραχης αυτής περιόδου είναι το πεζογράφημα Άσκοπα βήματα (1924), το δοκίμιο Ο υπερρεαλισμός και η ζωγραφική (1928), η Νατζά (1928): ιστορία της τυχαίας συνάντησης με μιαν αινιγματική γυναίκα η οποία τον γοητεύει. Σε συνεργασία με τον Σουπώ συνθέτει μια σειρά από κείμενα (πεζά, ποιήματα, αφορισμοί) χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αυτόματης γραφής, τα οποία αποτέλεσαν το βιβλίο Champs Magnetiques (Τα Μαγνητικά Πεδία). Το έργο αυτό, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα αυτού που αργότερα ονόμασε ο ίδιος “γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός” αναφερόμενος στο κίνημα του Υπερρεαλισμού και προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις του, ως ασκούμενος γιατρός, πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι των ψυχιατρικών κλινικών. Το 1931 παντρεύεται τη Ζακλίν Λαμπά που του εμπνέει το Τρελός έρως (1937). Ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική διαδίδοντας τον υπερρεαλισμό. Αν και ήρθε συχνά σε ρήξη με πολλούς παλαιούς ομοϊδεάτες του, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ακαταπόνητος και ασυμβίβαστος οραματιστής της ολικής απελευθερωτικής επανάστασης. Άλλα αντιπροσωπευτικά έργα του: Τα μαγνητικό πεδία (1920), Τα συγκοινωνούντα δοχεία (1932), Αρκάνα 17 (1945), Ποιήματα (1948).Έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966. Στον τάφο του, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή “Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου”.

Λίγα λόγια για την πρωτοπορία του:

Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Οργανώνει την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και τον Οκτώβριο του 1924 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του κινήματος, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών αρχών.

“ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα ουσιαστικό. Γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα λογικό έλεγχο, πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια.”
(Ορισμός του υπερρεαλισμού από το Πρώτο Μανιφέστο του Breton σε μετάφραση Ανδρέα Εμπειρίκος)

Το Δεκέμβριο του 1924 ο Μπρετόν ιδρύει άλλο ένα λογοτεχνικό περιοδικό της υπερρεαλιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο “La Revolution Surrealiste” (Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση).

Μέλημα και αποστολή “η εδραίωση της αλήθειας στον κόσμο”.

“Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός”, θα γράψει στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. “Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου. […] Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις”.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν:

Ο Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!

Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!

Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!

από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970

Εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Αισθανόμουνα όπως θα αισθάνετο ένας αρχαίος Ελλην, αν συναντούσε τον Απόλλωνα. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Επικοινωνούσα πέραν του ορίζοντος, με την καθολικότητα του σύμπαντος.
Επραγματοποιείτο ανυπαρξία των οριζόντων σαν φράγμα, που δημιουργεί η κυκλικότητα της Γης και, σα να μετείχαμε όλων αυτών, εις βάθος, ύψος και πλάτος. Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς, ο Τανγκύ, ο Περέ, ο Ελυάρ. Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην Πλας Μπλανς συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση, για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χαίγκελ, τον Μαρξ, τον Εγκελς, τον Φρόυντ”.

Λίγα δείγματα του έργου του:

Φασματικές στάσεις [Απόσπασμα]

Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.

Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα

Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει

μια γυναίκα τόσο ωραία

που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη

χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως

είναι τόσο ωραία

που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή

Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών

καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές

και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα

κατάματα

όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα

Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια

του αέρος

ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς

Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει

το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις

και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα

κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα

Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων

γραμμάτων

όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι

αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών

για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να

σμίξουν

Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα

των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω

από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης

μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον

εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα

του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από

θάμνους γιομάτους πέπλους

και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη

αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης

εκτάσεως

αυτού που δεν θα ξαναδώ πια

εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου

που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων


Εγώ είμαι ανοίξετε

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Πηγές : Νόστιμον ήμαρ, Βικιπαίδεια

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος: ” Να Ευχώμεθα ότι δεν θα θελήση Κανείς Ευρωπαϊκός Λαός να Διεκδικήση Ηγεμονίαν “

Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος απεβίωσε σαν σήμερα το 1981 και ήταν Έλληνας φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός.

Επιλέξαμε ένα κείμενο που μιλά για το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς και οι ηγεμονικές διαθέσεις εκ μέρους κάποιων κρατών έχουν κάνει την εμφάνισή τους, αλλά και τάσεις ομοιομορφοποίησης δείχνουν να επικρατούν σε διάφορους ιθύνοντες Ευρωπαϊκούς κύκλους, απειλώντας να υπονομεύσουν μακροπρόθεσμα το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης…

«Άλλο μέγα προνόμιον του ελληνικού πνεύματος υπήρξε και είναι το αδογμάτιστον. Το αδογμάτιστον τούτο επέτρεψε εις το ελληνικόν πνεύμα να ανανεώνεται συνεχώς, να είναι πάντοτε νέον. Επίσης αυτό το αδογμάτιστον χαρακτηρίζει και το όλον πνεύμα της Ευρώπης, μολονότι βεβαίως υπήρξαμεν μάρτυρες κατά τον δεύτερον Παγκόσμιον πόλεμον σκληρών και φρικτών δογματικών συστημάτων, τα οποία όμως η πυρά του πολέμου κατέστρεψε. Με αυτό το αδογμάτιστον ανανεώνεται συνεχώς και το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Αντιθέτως, όλα τα Ασιατικά πνεύματα είναι δογματικά και διά τούτον τον λόγον γηραλέα. Δι’ αυτό εις την Ασίαν οι αιώνες και αι χιλιετηρίδες είναι ωσάν να μη κινούνται, ενώ εις την Ελλάδα και την Ευρώπην κινούνται τα πάντα. Εις την Ελλάδα μάλιστα κινούνται ανά πάσαν στιγμήν τα πάντα. Και διά τούτο ακριβώς είναι δύσκολη η ζωή εις την Ελλάδα, διότι διαρκώς αναθεωρούνται εδώ τα πάντα, κρίνονται και ελέγχονται τα πάντα. Δι’ αυτό και κανένα δόγμα δεν ήτο δυνατόν να επιβληθή επί μακρόν και εις τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ούτε με τον πόλεμο ούτε με την βίαν κατώρθωσε κανείς από τους ευρωπαϊκούς λαούς να επιβληθή εις τους άλλους ολοκληρωτικώς. Επεχείρησαν διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί να κατακτήσουν τους άλλους, Γάλλοι, Γερμανοί, ουδείς όμως το κατώρθωσε παρά προσκαίρως. Πρέπει να ευχώμεθα ότι η σκληρά πείρα του παρελθόντος πολέμου θα διδάξη πολλά τους ευρωπαϊκούς λαούς, δηλαδή ότι δεν θα θελήση κανείς ευρωπαϊκός λαός, όσον μεγάλος και αν είναι, να επιβληθή εις τους άλλους, ή να διεκδικήση ηγεμονίαν.
Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήσαν κατ’ ουσίαν εμφύλιοι πόλεμοι των Ευρωπαίων και έφεραν την καταστροφήν της Ευρώπης και την απώλειαν της υπερπόντιας ακτινοβολίας της Ευρώπης. Εν τούτοις η Ευρώπη παραμένει μέχρι σήμερον η μήτρα όλης της ιστορίας της γης. Και παραμένει, διότι όλοι οι λαοί, έστω και αν την φθονούν, κατά βάθος δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά να γίνουν όπως οι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν επιδιώκουν τίποτε άλλο παρά να έχουν την ζωήν αυτήν την οποίαν έχουν οι Ευρωπαίοι. Όλοι ανεξαιρέτως, όλων των χρωμάτων και όλων των δογμάτων, – τούτο είναι κατάδηλον και από τα λεγόμενά των – δεν επιθυμούν τίποτε άλλο παρά να φθάσουν εις την στάθμην της ζωής των ευρωπαϊκών λαών. Μέσα εις αυτούς φυσικά είναι και οι υπερπόντιοι ευρωπαϊκοί λαοί, η Αμερική, ο Καναδάς κ.ο.κ. Παρά την καταστροφήν και παρά την απώλειαν της πέραν από τον πόντον ακτινοβολίας, η Ευρώπη έχει δυνάμεις βιολογικάς και πνευματικάς ανυπολογίστους, τεραστίας. Δεν το λέγω αυτό τώρα, όπου είναι εμφανής η αναδημιουργία της Ευρώπης, το είπα προ 15 ετών και το έγραψα εις μίαν σειράν άρθρων, όταν η Ευρώπη ήτο κάτω από τα ερείπια του πολέμου. Έχει τεραστίαν ζωτικότητα η Ευρώπη. Και αρνητική, δυστυχώς, απόδειξις της ζωτικότητος είναι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.
Ο σχηματισμός του όγκου της κομμουνιστικής δυνάμεως από το ένα μέρος και η απίστευτος ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών από το άλλον, ηνάγκασε την Ευρώπην, μετά τον πόλεμον, να αρχίση να σκέπτεται διά την ένωσίν της. Χωρίς αυτήν την διπλήν πίεσιν, πίεσιν αρνητικήν – από Ανατολάς – και θετικήν – από Δυσμάς – δεν θα εσκέπτετο η Ευρώπη ποτέ να ενωθή. Κήρυκες διά την ένωσιν υπήρξαν πολλοί. Επί κεφαλής όλων, με επίγνωσιν του βάθους των δυσκολιών, όπως είπα εξ αρχής, ήτο ο Νίτσε, ο οποίος είδε όλας τας αδυναμίας, όλας τας ασθενείας της Ευρώπης και προείδε την εσωτερικήν της κατάρρευσιν.
Όμως η ένωσις αυτή έχει – ή τουλάχιστον πρέπει να έχη κατά την γνώμην μου – όλως διαφορετικόν χαρακτήρα από τας άλλας ενώσεις. Ούτε η Σοβιετική Ένωσις, ούτε η Ένωσις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι δυνατόν ν’ αποτελέσουν υπόδειγμα διά την ένωσιν της Ευρώπης. Και εις την Αμερικήν και εις την Ρωσσίαν, παρά τας διαφοράς, το ιδανικόν είναι η τυποποίησις, η εξομοίωσις όλων προς όλους, η μονοτυπία θα έλεγα.
Η ποικιλία του πνεύματος όμως είναι η δύναμις της Ευρώπης. Η εξομοίωσις εδώ δεν θα ήτο λύσις του προβλήματος, διότι η εξομοίωσις θα ωδήγει εις την επιπέδωσιν του ευρωπαϊκού πνεύματος. Όταν όμως η Ευρώπη επιπεδώση το πνεύμα της, όταν εξομοιωθούν όλοι με όλους, τότε βεβαίως θα κινδυνεύση ασφαλώς να χάση την υπόστασίν της. Και τούτο σημαίνει θα κινδυνεύση ν’ απορροφηθή αυτομάτως από την Ασίαν. Ο μέγας κίνδυνος διά την Ευρώπην είναι λοιπόν η ομοιομορφία τυχόν της ζωής της. Συνεπώς καλός Ευρωπαίος είναι εκείνος, ο οποίος αναγνωρίζει την διαφοράν των ευρωπαϊκών λαών, εργάζεται όμως διά τα κοινά συμφέροντά των.
Υπάρχει όμως μέσα εις την ποικιλίαν αυτήν των λαών και εις την διαφοράν κάτι βαθύτατα κοινόν, εκτός του κοινού συμφέροντος, υπάρχει ο ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αναδύεται από τους κόλπους του καθενός λαού. Αυτός είναι ο δημιουργός του πνεύματος του λαού, είτε είναι καλλιτέχνης, είτε επιστήμων, είτε πολιτικός, είτε φιλόσοφος. Αυτός αναγνωρίζει την συγγένειαν, την οποίαν έχουν προς αυτόν τα πνεύματα των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Τοιουτοτρόπως, από την διαφοράν και την ποικιλίαν, ακόμη όμως και από την αντίθεσιν, δημιουργείται η σύνθεσις, η αρμονία των πνευμάτων. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονώμεν ότι η διαμόρφωσις των ευρωπαϊκών λαών έγινε ακριβώς με την πάλην αναμεταξύ των, έγινε με τον συνεχή αγώνα, τον οποίον οι λαοί αυτοί ήνοιγαν μεταξύ των. Ούτε η πνευματική του ζωή, ούτε η πολιτική του ζωή, ούτε η οικονομική του ζωή νοείται δίχως την ζωήν των άλλων. Οι Ευρωπαϊκοί λαοί έχουν ο καθείς των χωριστήν προσωπικότητα, ηθικήν και πνευματικήν, και έχουν σχηματισθή με αγώνας ο ένας εναντίον του άλλου. Κάποτε ήτο η Ευρώπη ηνωμένη, εις τον Μεσαίωνα, και υπήρχε και μία γλώσσα, η λατινική. Όμως κάθε λαός έχει την γλώσσαν του, και όχι απλώς την γλώσσαν του, αλλά κάθε λαός έχει εις την γλώσσαν αποθησαυρίσει ένα τεράστιον θησαυρόν πνεύματος. Κάθε λαός έχει ένα όργανον, όπως είναι η γλώσσα, με το οποίον μάχεται και με το οποίον επιζή. Διά να κατανοήση κανείς την σημερινήν πραγματικότητα της Ευρώπης, αλλά και γενικώς του κόσμου πρέπει να έχη εις τον νουν του σταθερώς ότι η Ιστορία εργάζεται πάντοτε με λαούς. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος, την οποία ευρήκε η Ιστορία μέχρι τούδε, και με την οποίαν εργάζεται. Με λαούς πάντοτε ειργάσθη και με λαούς εργάζεται τώρα. …»

Πηγή: Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Ευρώπη και Σοσιαλισμός», β΄ έκδοση, Αθήνα 1982 https://kalyteresmeres.wordpress.com/

Μια μικρή, αληθινή ιστορία του Χόρχε Μπουκάι

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος. Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα. Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.

Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του. Ζώντας σε µια κρεβατοκάµαρα κι ένα γραφείο µ’ ένα µπάνιο ανάµεσά τους και αποµονωµένος από το υπόλοιπο σπίτι και τον κόσµο, µε ερµητικά κλειστές πλαστικές κουρτίνες, τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του δεχόταν µετρηµένες επισκέψεις στον ιδιωτικό και προστατευµένο χώρο του.

Για να αποφευχθεί η εισαγωγή µικροβίων που θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για τη ζωή του Μαρκ, κανείς δεν µπορούσε να τον πλησιάσει χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του µε αντισηπτικό και χωρίς να φοράει αποστειρωµένα ρούχα, στολή χειρουργού, µπότες και µαντίλι στο στόµα. Κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων, ο Μαρκ είχε µάθει ό,τι ήξερε από τα αυστηρά και µεθοδικά µαθήµατα της µητέρας του, τις εις βάθος συζητήσεις µαζί της, από λίγα βιβλία που έφταναν στα χέρια του (καινούρια, καθαρά και αποστειρωµένα) και από τα λίγα που έβλεπε στην τηλεόραση. Εκτός από αυτά, ο µοναδικός του τρόπος επικοινωνίας ήταν γράµµατα, φωτογραφίες και κάποιες συζητήσεις από το τηλέφωνο µε την υπόλοιπη οικογένεια.

Ήταν η µέρα που συµπλήρωσε τα εικοσιένα του, όταν ζητησε από τη µητέρα του να αλλάξει και να µπει στο δωµάτιό του. Ήθελε να της µιλήσει.

«Μαµά», της είπε πολύ ήρεµα, «έχω πάρει µια απόφαση. Θα ταξιδέψω … ».

Η µητέρα παρέλυσε όταν άκουσε το γιo της. Βγαίνοντας από το αποστειρωµένο περιβάλλον του δωµατίου του έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του. Πράγµατι, η µοναδική φορά που είχε εγκαταλείψει το δωµάτιο ήταν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του και, παρά τις προφυλάξεις που είχε πάρει, ένας ιός της γρίπης που έφτασε στο σώµα του παραλίγο να τον σκοτώσει.

Για δυο εβδοµάδες, κανείς από την οµάδα των γιατρών που τον παρακολουθούσαν -ούτε ο ίδιος ο Δρ. Σκόρο- δεν µπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι θα ξεπερνούσε τον κίνδυνο.

«Γιε µου», του είπε στο τέλος, «ξέρεις ότι δεν µπορείς να το κάνεις αυτό. Εγώ θα έδινα και τη ζωή µου, το ξέρεις, για να σου χάριζα αυτήν τη δυνατότητα, αλλά είναι αδύνατον και λυπάµαι.»

Κοίτα µαµά» είπε ο Μαρκ, «είµαι είκοσι ενός. Κανείς με αυτήν την αρρώστια δεν έχει ξεπεράσει τα είκοσι έξι, κι ας είχαν την ίδια ή καλύτερη φροντίδα από µένα. Υποτίθεται πως, αφού τελειώσει η ανάπτυξη, αρχίζει η προοδευτική και μη αναστρέψιµη φθορά στο συκώτι και τη σπλήνα. εγώ δεν θέλω να πεθάνω, µαµά. Αλλά λιγότερο θέλω να εγκαταλείψω αυτόν τον κόσµο χωρίς να έχω δει τη Μόνα Λίζα. Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω πατήσει ποτέ την άµµο µιας παραλίας ή χωρίς να έχω κάνει µπάνιο στη θάλασσα, κι ας είναι µόνο για µία φορά. Δε θέλω να φύγω για πάντα χωρίς να έχω επισκεφτεί τη θεία Γερτρούδη και τη φάρµα της στην Καλιφόρνια. Δεν θα πεθάνω, µαµά, χωρίς να σε αγκαλιάσω και να αισθανθώ το µάγουλό σου πάνω στο δικό µου, χωρίς τίποτα ανάµεσά τους, κι ας είναι µόνο για µία φορά.»

Η µητέρα έκλαιγε, αλλά του απάντησε:«Η επιστήµη προοδεύει, Μαρκ. Ίσως σε µερικά χρόνια, αυτό που µέχρι σήµερα είναι ανίατο, να θεραπεύεται. Περίµενε λίγο, γιε µου … »

«Είµαι πρόθυµος να ακούσω τον Δρ. Σκόρο» είπε ο Μαρκ. «Αν αυτός πει πως υπάρχει κάτι νέο, αν µου δώσει κάποια εναλλακτική λύση, αν έχει κάποια πληροφορία που αγνοώ, θα ξανασκεφτώ τη στάση µου. Αλλά αν δεν είναι έτσι, µαµά, σ’ το λέω από τώρα: εγώ θα βγω απ’ αυτή τη φούσκα και θα ηθελα να πάω στην Ευρώπη µαζί σου, και στην παραλία και στη φάρµα της αδελφής σου. Βέβαια, αν δε θες να γίνεις συνεργός µου, µπορώ να το καταλάβω και θα το κάνω όπως και να ‘χει, ακόµα και µόνος.»

Ούτε ο Δρ. Σκόρο συµφωνούσε µε την απόφαση του Μαρκ. Του είπε πως, αν εκτεθεί στον έξω κόσµο, θα επιβιώσει έξι, το πολύ οχτώ, µήνες, αλλά όχι παραπάνω. Φυσικά, -δεν ήταν διατεθειµένος να πει ψέµατα-, από ιατρικά νέα δεν είχε τίποτα. Μπροστά στην αµετάκλητη απόφαση του Μαρκ, η µητέρα αποφάσισε να τον συνοδέψει στην τελευταία του περιπέτεια.

Σχεδόν ένα µήνα αργότερα θαύµαζαν, απολαµβάνοντας, τα γλυπτά του Λούβρου, τους πίνακες του Πράδο, τα αρχαία της Ελλάδας και τις πλατείες της Ρώµης.

Από ‘κει πέταξαν για την Καλιφόρνια. Ο Μαρκ έλεγε πως δεν υπήρχε και τόσος χρόνος και είχε πολλά να κάνει. Η οικογένεια µε χαρά συνόδεψε τον Μαρκ στην πρώτη του ανάβαση σε άλογο, του έδειξαν πώς να αρµέγει τις αγελάδες και μοιράστηκαν µε τη µητέρα και τον γιο τη στιγµή που ο Μαρκ έκλαψε από συγκίνηση µπροστά στην απεραντοσύνη του ωκεανού.

Πήγαιναν τέσσερις µήνες που έλειπαν από το σπίτι, όταν λίγα δέκατα συννέφιασαν τη χαρά όλων. Η µητέρα ζήτησε από τον Μαρκ να γυρίσουν στην πόλη και να επισκεφτούν τον Δρ. Σκόρο, κι έτσι έκαναν.

Οι εξετάσεις δεν έδειξαν τίποτα το αναπάντεχο. ‘Ενα κρύωμα δεν ήταν επιπλοκή για κάποιον που δεν είχε ανεπάρκεια ανοσοποιητικού, αλλά ο Μαρκ χρειαζόταν παρά πολλή προσοχή. Η ιατρική οµάδα συνέστησε την επιστροφή στη μόνωση του πλαστικού, αλλά ο Μαρκ αρνήθηκε. Οι γιατροί μπόρεσαν µόνο να αποσπάσουν την υπόσχεση του ασθενή ότι θα ξεκουραζόταν στο σπίτι για µερικές εβδοµάδες.

Ήταν µέρες µεγάλης αγωνίας για τη µητέρα του Μαρκ, που αναρωτιόταν αν είχε κάνει λάθος. Θα έπρεπε να είχε εναντιωθεί µε περισσότερη επιµονή; Ίσως τα σχέδιά του να ήταν μεγάλα λόγια, και χωρίς την παρέα της µαµάς του ο Μαρκ να μην είχε τολµήσει να κάνει το βήµα που τώρα απειλούσε να γίνει η τελευταία επιθυµία του.

«Μαµά» φώναξε το παιδί από το κρεβάτι.

«Εδώ είµαι, παιδί µου, χρειάζεσαι κάτι;»

«Αγκάλιασε µε» της ζήτησε και, καθώς πίεζε το µάγουλό του πάνω στο δικό της, της είπε, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της.

Σ΄ ευχαριστώ πολύ, µαµά, εγώ ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν να δεχτείς την απόφαση µου. Ο σεβασµός σου για μένα μπορεί να συγκριθεί µόνο µε την αγάπη µε την οποία πάντα µε φρόντιζες».

«Ίσως έπρεπε να είχα επιµείνει να µην πας … »

«Το έκανες, µαµά … Θα είχα πάει έτσι κι αλλιώς, αλλά ασφαλώς δεν θα είχα περάσει τόσο καλά» είπε ο Μαρκ χαµογελώντας.

Μετά από δύο εβδοµάδες ξεκούρασης και µητρικής φροντίδας, τα φάρµακα έφεραν αποτέλεσµα και ο κίνδυνος πέρασε. Ο Μαρκ σηκώθηκε από το κρεβάτι – στην αρχή µε την άδεια να τριγυρνάει µες στο σπίτι και µετά να κάνει σύντοµες βόλτες στην πόλη.

Σε µία από τις πρώτες εξόδους του πήγε στο τεράστιο εµπορικό κέντρο κοντά στο σπίτι του. Σκόπευε να αγοράσει βιβλία για το Ισραήλ και την Αίγυπτο – τους επόµενους προορισµούς του, όπως είπε στη µητέρα του. Περνώντας από το δισκάδικο σκέφτηκε πως η µουσική αυτών των τόπων θα πρέπει να ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος για να πρωτογνωρίσει την κουλτούρα τους, και µπαίνοντας την είδε.

Ήταν µια κοπελίτσα γύρω στα είκοσι, µε τα µαλλιά γεµάτα µπούκλες, µελαχρινή και µε δύο υπέροχα πράσινα µάτια, που στον Μαρκ έµοιαζαν να λάµπουν από µακριά. Σαν να τον τράβηξε µαγνήτης, την πλησίασε κι έµεινε κοκαλωµένος να την κοιτάζει.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η κοπέλα τον ρώτησε: «Μπορώ να σε βοηθήσω;»

Κι αυτός σκέφτηκε να της πει: «Ναι, Πάµε να πιούµε κάτι. Πάµε να κάνουµε µια βόλτα. Άσε µε να σε κοιτάζω για ώρες. Πες µου κάτι για σένα … » Αλλά δεν µπόρεσε. Ένας κόµπος είχε ανέβει στον λαιμό του και, ξεροκαταπίνοντας, είπε µονο:

«Θέλω αυτό το cd» πήρε το πρώτο που βρήκε µπροστά του και το έδωσε στην πωλήτρια χωρίς καν να το κοιτάξει.

Εκείνη χαµογέλασε παίρνοντας το cd και ρώτησε: «Κάτι άλλο;»

Ο Μαρκ έχασε και αυτή τη δεύτερη ευκαιρία και, απλά έγνεψε όχι µε το κεφάλι. Ο κόµπος δεν τον άφηνε να µιλήσει. Η κοπέλα ρώτησε ακόµα: «Είναι για δώρο;»

«Όχι. Είναι για µένα.»

«Θέλεις να σ’ το τυλίξω έτσι κι αλλιώς;»

«Ννννναι … » ψέλλισε το παιδί, συνειδητοποιώντας πως αυτό θα του έδινε λίγο χρόνο παραπάνω. Ίσως σ’ εκείνα τα λεπτά… καθώς αυτή τύλιγε τη θήκη του cd, ο Μαρκ σκεφτόταν όλα όσα θα µπορούσε να της πει αλλά ήξερε ότι δεν θα τολµούσε.
Όταν βγήκε από το µαγαζί η µαµά του τον ρώτησε αν είχε βρει αυτό που έψαχνε και ο Μαρκ της απάντησε αινιγµατικά: «Ναι. Υποθέτω πως ναι».

Όταν έφτασαν σπίτι, διηγήθηκε στη µητέρα του όλο το συµβάν κι έβρισε τον εαυτό του που δεν είχε τολµήσει να πει τίποτα. Η µητέρα τον ηρέµησε λέγοντάς του πως µπορούσε να ξαναπάει στο µαγαζί την επόµενη εβδοµάδα και να βρει το θάρρος να της προτείνει να βγούνε ή να της ζητήσει το τηλέφωνό της για να µπορεί να την πάρει. Ο νέος δέχτηκε πως η µητέρα του, για άλλη µια φορά, είχε δίκιο. Μπορούσε να επιστρέψει, αλλά όχι σε µία βδοµάδα, την επόµενη µέρα.

Αυτή τη φορά ανακάτεψε κάτι ράφια κάνοντας πως ψάχνει κάτι σπάνιο, για να βρει ευκαιρία να την κοιτάξει. Του φάνηκε ακόµα πιο όµορφη από την προηγούµενη µέρα. Όταν πήγε πιο κοντά, εκείνη φάνηκε να τον αναγνωρίζει, γιατί µε ένα χαμόγελο τον πλησίασε και του είπε:

«Γεια … Μπορώ να σε βοηθήσω;»

Ο Μαρκ αισθάνθηκε να κοκκινίζει και αυτό τον έκανε να ντραπεί. Έβηξε, ξεροκατάπιε ξανά και τελικά είπε:

«Αυτό το cd».

«Κι άλλο δώρο … Για σένα;» είπε η νεαρή, καθώς ο Μαρκ ανακάλυπτε ένα ταµπελάκι µε το όνοµά της, Τζένιφερ, και χαιρόταν που τον είχε θυµηθεί.

«Ναι. Παρακαλώ … » απάντησε µαγεµένος. Για άλλη µια φορά, η ιεροτελεστία θαυµασµού της πλάτης της κοπέλας, καθώς εκείνη τύλιγε το χαρτί και την κορδέλα του αµπαλάζ. Για άλλη µια φορά, το ελάχιστο άγγιγµα των δαχτύλων της, καθώς της έδινε την πιστωτική κάρτα. Για άλλη µια φορά οι µατιές τους συναντήθηκαν φευγαλέα και, κυρίως, για άλλη µια φορά, η δειλία και η ντροπή του τον ανάγκασαν να µείνει σιωπηλός.

Έτσι, ο Μαρκ συνέχισε να πηγαίνει στο δισκοπωλείο δύο-τρεις φορές τη βδοµάδα, κάθε φορά ελπίζοντας πως θα τολµούσε να της µιλήσει. Αλλά, κάθε φορά, αφού αγόραζε ένα cd τυλιγµένο µε πολύχρωµα χαρτιά κι όλο και πιο φανταχτερές κορδέλες, έφτανε σπίτι και το φύλαγε στην ντουλάπα του δωµατίου του χωρίς να το ανοίξει, σαν σύµβολο της ατολµίας του.

Μέχρι που, µια µέρα, ο νέος πήρε µια απόφαση. Εκείνη τη φορά θα της µιλούσε, θα έπαιρνε το ρίσκο, θα τολµούσε να ζήσει την απόρριψή της. Άλλωστε, όπως έλεγε η µητέρα του, δεν είχε τίποτα να χάσει και πολλά να κερδίσει. Ο Μαρκ δεν αισθανόταν καλά εκείνες τις µέρες. Μερικά δέκατα έδειχναν πως κάποιο νέο µικρόβιο τον ενοχλούσε. Τη Δευτέρα θα πήγαινε να επισκεφτεί τον Δρ. Σκόρο.

Όπως κάθε Σάββατο, το εµπορικό κέντρο ήταν γεµάτο κόσµο. Ο Μαρκ περιπλανήθηκε άσκοπα περιµένοντας να περάσει η ώρα και µετά, όταν όλοι άρχισαν να φεύγουν, µπήκε στο δισκοπωλείο και πήγε κατευθείαν προς την Τζένιφερ. Εκείνη τον είδε να έρχεται και χαµογέλασε.

«Ήθελα … » άρχισε.

«Ναι;» είπε αυτή.

«Ήθελα … αυτό το cd» είπε για άλλη µια φορά, µε µια άγνωστη θήκη στο χέρι.

«Φυσικά» είπε η Τζένιφερ.

Και χωρίς να ρωτήσει, πήγε στον πάγκο του αµπαλάζ για να το τυλίξει για δώρο. Ο Μαρκ αναθεµάτισε σιωπηλά τον εαυτό του. Αλλά, πριν η Τζένιφερ γυρίσει να του δώσει το cd, τόλµησε να κάνει κάτι. Πήρε ένα µπλοκ αποδείξεων που έγραφε πάνω το όνοµα της κοπέλας κι έγραψε χωρίς εκείνη να τον πάρει είδηση: «Γεια. Με λένε Μαρκ. Μένω εδώ. Θα ήθελα πολύ να πάµε να πιούµε κάτι και να µιλήσουµε. Αυτό είναι το τηλέφωνό µου 298-345688».

Και αφού το έγραψε, έκλεισε το µπλοκ και πλήρωσε φεύγοντας σαν να µην είχε συµβεί τίποτα. Τη Δευτέρα, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού του. Η µητέρα το σήκωσε.

«Ναι;»

«Γεια σας … Ειµαι η Τζένιφερ, µπορώ να µιλήσω µε τον Μαρκ, παρακαλώ;»

Ακολούθησε µια µακριά σιωπή στη γραµµή, µέχρι η µητέρα να ξαναβρεί την ανάσα της και να απαντήσει: «Λυπάµαι, Τζένη… Ο Μαρκ πέθανε χτες.»

Ίσως επειδή δεν υπήρξαν άλλες πωλήσεις εκείνη τη µέρα, ή επειδή τις Κυριακές η Τζένιφερ είχε ρεπό, το αποτέλεσµα ήταν να βρει το σηµείωµα του Μαρκ, όταν ήταν πια αργά.

Η µητέρα έκλεισε το τηλέφωνο κλαίγοντας. Και χωρίς κανένα λόγο πήγε µέχρι το άδειο πια για πάντα υπνοδωµάτιο του γιου της. Άνοιξε την ντουλάπα και κοίταξε τη στοίβα µε τα τυλιγµένα cd στο πρώτο ράφι.

Από περιέργεια η χωρίς κανένα λόγο άνοιξε το πρώτο από κάτω για να δει τι είχε µεσα.

Πάνω στο cd ήταν κολληµένο ένα σηµείωµα που έλεγε:
«Γεια. Είµαι η Τζένιφερ. Είµαι καινούργια στην πόλη. Δεν έχω κανένα φίλο, θα ήθελες να πιεις κάτι µαζί µου … ;»

Η µητέρα άνοιξε τα υπόλοιπα cd.
Καθένα απ’ αυτά είχε κολληµένο ένα σηµείωµα που η Τζένη είχε γράψει χωρίς να τη βλέπει ο Μαρκ, και είχε κρύψει κάτω από το περιτύλιγµα. Πιθανότατα µε τον ίδιο φόβο της απόρριψης, όπως και ο γιος της. Μάλλον, χωρίς να τολµήσει ούτε αυτή να πάρει το ρίσκο.

«Έχεις δυο µάτια πολύ όµορφα και βλέµµα θλιµµένο. Δε θέλεις να βρεθούµε να µιλήσουµε;»

«Με λένε Τζένιφερ και θέλω πραγµατικά να σε γνωρίσω … »

«Γεια. Είµαι η Τζένιφερ … Δε θέλεις να γίνουµε φίλοι;

Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη, Κρισναμούρτι


Να είσαι πνευματικά ευέλικτος. Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να είναι κανείς άκαμπτος και σταθερός, αλλά στο να είναι ευλύγιστος. Το ευλύγιστο δέντρο αντέχει στη θύελλα. Μάζεψε όλη τη δύναμη που δίνει ένας γρήγορος νους.

Η ζωή είναι παράξενη· συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένει κανείς, ώστε απλώς με το ν’ αντιστέκεται σ’ αυτά δεν πρόκειται να λύσεις κανένα πρόβλημα. Χρειάζεται να έχει κανείς τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά.
Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία
Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές· δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.
Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα· φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν· τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν.
Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα.
Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.
Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρωμιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο.
Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Γράμματα σε μια νεαρή φίλη” Εκδόσεις Καστανιώτη

† 13-12-43, Γιώργος Ιωάννου

Κατα την Περιοδο της Γερμανικης κατοχής εκτελέστηκαν πολλοί Έλληνες που πρόβαλλαν αντίσταση στον κατακτητή, αλλά και αθώοι πολίτες και παιδιά. Τέτοιες ομαδικές εκτελέσεις έγιναν π.χ. στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Χορτιάτη και σε πολλά άλλα μέρη. Το διήγημα ανήκει στη συλλογή Για ένα φιλότιμο (1964).

Φτάνω στο σημείο να πω πως ίσως θα ‘ταν καλύτερα να μην είχα πατήσει ποτέ μου σε κείνο τον τόπο της ομαδικής εκτελέσεως. Κι άλλες φορές έτυχε βέβαια να επισκεφθώ τόπους μαρτυρίου ή ομαδικής ταφής· η γη της πατρίδας μας είναι παραγεμισμένη με κόκαλα παλικαριών· μα ποτέ μου δεν ταράχτηκα και δεν έκλαψα τόσο, όσο αυτή τη φορά. Αυτό ασφαλώς έγινε, γιατί την ώρα που βρέθηκα εκεί, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αδέλφια, άνοιγαν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, που είχε εκτελεστεί πριν από είκοσι χρόνια. Πλησίασα, κι όταν κατάλαβα τι συνέβαινε, σιγοκάθισα πάνω στα πόδια μου σε μιαν άκρη. Και τώρα, που η ψυχή μου έχει κολλήσει εκεί, μου φαίνεται πως θα μείνω για πάντα, σαν ένα αγριόχορτο, καθισμένος δίπλα σε κείνο τον τάφο. Και μακάρι να γινόταν έτσι.

Τότε που πρωτοζύγωσα, το σκάψιμο με την αξίνα είχε προχωρήσει. Εξάλλου δεν τον είχαν θαμμένο καθόλου βαθιά. Μάλλον γυναίκες θα είχαν φροντίσει για την ταφή του. Σε λίγο, ένα ένα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα κόκαλα. Ήταν κατακίτρινα, με λίγο καστανό χώμα κολλημένο πάνω τους. Η γυναίκα, μ’ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, σχεδόν γονατιστή, αφού τα ξέπλενε λίγο με κόκκινο κρασί, τ’ αράδιαζε ευλαβικά μέσα σε μια κάσα χαρτονένια, απ’ αυτές της αμερικάνικης βοήθειας. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε τίποτα το αηδιαστικό ή το τρομαχτικό. Άλλωστε το παιδάκι ήταν δεκάξι χρονών όταν μαρτύρησε. Και πιστεύω, χωρίς αμφιβολία, πως θα έχει αγιάσει. Στο χώμα δίπλα ήταν μπηγμένο ένα κερί και στο θυμιατό σιγόκαιγε θυμίαμα. Ευωδίαζε όλος ο τόπος. Λέξη δεν έλεγαν, ούτε ακουγόταν κλάμα. Καταλάβαινα όμως πως τα μάτια τους τρέχαν, γι’ αυτό έσκυψα το κεφάλι μου προς το χορτάρι και δεν προσπαθούσα, ούτε τολμούσα να τους κοιτάξω. Πολύ ήταν και που με άφηναν κοντά τους μια τέτοια ώρα.

Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο. Είχα γίνει πια ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε· ίσως και να το ζήλεψε. Μπορεί να ήταν και κείνο το αρκετά μεγάλο δέντρο, αν και δεν αποκλείεται να έχει μεγαλώσει πιο γρήγορα, εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες κορμιά. Καλά θα ήταν να μπορούσε να μεταμορφώνεται ο άνθρωπος, όταν πέφτει σε μεγάλο κίνδυνο, ή ν’ ανοίγει η γη και να τον κρύβει. Εγώ τουλάχιστο έτσι παρακαλούσα, όταν βρέθηκα σε κάτι τιποτένιους κινδύνους, που είναι ντροπή και να τους σκέφτομαι ακόμα. Πάντως, θυμούμαι πως εκείνες τις στιγμές λάτρευα και πρόσεχα, όσο ποτέ, τα άψυχα, αλλά και τα έντομα και τα φυτά και τα πουλιά. Σ’ αυτό ακριβώς στηρίζομαι και πιστεύω πως έτσι θα ‘νιωσε κι αυτός εκείνη την ώρα. Εξάλλου ήταν της ηλικίας μου. Δεν είναι δυνατό να διαφέρω και τόσο πολύ απ’ τους άλλους. Άνθρωπος είμαι και εγώ. Κι όμως η κάποια διαφορά είναι που με καίει.

Πάνω στην κορφή του λόφου έχουν στήσει ένα τεράστιο κάτασπρο σταυρό και παρακάτω, στην πλαγιά, είναι σχηματισμένη, με άσπρες πάλι πέτρες, η ημερομηνία: 13-12-43. Λογάριαζα, όταν γυρίσω σπίτι, να ψάξω για κείνο το ημερολόγιό μου, που μπόρεσα να κρατήσω, μέρα με τη μέρα, τότε. Τι να ‘γινε άραγε εκεί σε μας αυτή τη μέρα;

Κι έτσι, καθώς είχα απομονωθεί κοιτάζοντας το ρηχό μνήμα του χωριατόπουλου, άρχισα να ψιθυρίζω ανεπαίσθητα το αντρίκιο εκείνο μοιρολόγι, που μόνο τα λόγια του ξέρω και όχι το σκοπό:

Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες,
που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια,
φτιάχτε και μένα ‘να καλό, καλύτερο από τ’ άλλα…

Όμως ένα μπουλούκι εντόπιοι τουρίστες φάνηκε να μπαίνει μέσα στον ιερό περίβολο. Στάθηκαν γύρω απ’ το ελεεινό για μια τέτοια θυσία κενοτάφιο. Φαίνονταν απ’ τους μορφωμένους και δεν μπορώ να πω πως η στάση τους δεν ήταν σεμνή. Κατέθεσαν μάλιστα ένα καλοκαμωμένο δάφνινο στεφάνι και κατόπι κράτησαν ένα λεπτό σιγή. Κάποιος τους άρχισε να διαβάζει από ένα χαρτί το ιστορικό της εκτελέσεως των 1200 ανθρώπων. Ήταν τόσο ψυχρή η περιγραφή, ώστε αμέσως υπέθεσα πως σίγουρα θα τα είχε ξεσηκώσει απ’ την τελευταία εγκυκλοπαίδεια. Ύστερα σκόρπισαν μιλώντας δυνατά ή χαχανίζοντας. Πολλοί ήρθαν τριγύρω μας. Και φυσικά αμέσως άρχισαν τις ερωτήσεις, ιδίως οι γυναίκες. Το παλικάρι με την αξίνα απαντούσε, πιέζοντας ολοφάνερα τον εαυτό του. Φαινόταν καθαρά πως θεωρούσαν σχεδόν ευτυχία τους και σπουδαίο συμπλήρωμα στις συγκινήσεις της εκδρομής την ανακομιδή, που πέτυχαν πάνω στην ώρα. Ο αδελφός μάλιστα ζαλίστηκε τόσο για μια στιγμή, ώστε έκανε το λάθος να τους δείξει ακόμα και το κρανίο με τη χαριστική βολή. Αυτό όμως θα ήταν πέρα απ’ τα όρια της αντοχής τους, γιατί αμέσως πρόσεξα μια κίνηση για απομάκρυνση. Κάποιος τους θύμισε πως η ώρα περνάει. Εκείνη τη στιγμή η σκυμμένη γυναίκα τούς γύρεψε, αν έχουν, καμιά εφημερίδα για να σκεπάσει τα κόκαλα. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν από εφημερίδες άλλο τίποτα, και τι εφημερίδες…

Πήραν να κατηφορίζουν. Μετά από λίγα βήματα άναψε ζωηρή συζήτηση ανάμεσά τους· σα να μην ήμασταν κι εμείς λίγο πιο πάνω. Ένας ακούστηκε να φωνάζει με θυμό: Καλά τους έκαναν αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή.

Κανένας δεν αντιμίλησε. Ήταν και κάποιος με στολή μαζί τους.

Μου ‘ρθε να πέσω απάνω σε κείνη την άτιμη φωνή και να τη στραγγαλίσω άγρια, προτού προφτάσει να προχωρήσει. Αλλά την άκουσαν βέβαια συγχρόνως και τα δυο αδέλφια κι έσκυψαν πιο πολύ κατά το χώμα, σα να ‘φαγαν καμτσικιά, αλλά και σα μαθημένοι από κάτι τέτοια.

Κατόπι ο άντρας άφησε την αξίνα· δεν υπήρχαν άλλωστε άλλα κόκαλα. Η αδελφή του έσβησε το κερί και πήρε το θυμιατό. Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα. Η βρωμερή εφημερίδα κυλιόταν πάνω στα χόρτα.

Έμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα ‘χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι’ αυτό ξεκίνησα για το πιο λαϊκό καφενείο, και στο δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις ούτε καλημέρα να ‘χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα.

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή: ΚΝΛ Β’ ΓΕΛ

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Ε, ωραίο είναι, που ζεις ακόμα. Δεν αποφάσισες ακόμα να εκτεθείς, γι’ αυτό δεν ξέρεις τι σου γίνεται… Να εκθέσεις τη μοναδικότητά σου, τη μοναξιά σου και τις προσωπικές σου σκέψεις, όχι αυτές που σου επιβάλλει η κοινωνία αλλά εκείνες τις μυστικές σου, που γεννιούνται τις νύχτες της αγρύπνιας από τις πιο βαθιές σπηλιές του είναι σου…

Δηλαδή, θέλω να πω, να εκθέσεις την ελευθερία σου επί της ουσίας και όχι συμβολικά, κατάλαβες; Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα…

Χρόνης Μίσσιος Απόσπασμα από το “Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;” Εκδόσεις Γράμματα, 1988

Το μυστήριο πίσω από το έργο «Αμερικανικό Γκόθικ» του Grant Wood

Το «Αμερικανικό Γκόθικ» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού και δημιουργήθηκε από τον Grant Wood. Αν, όπως λένε, η Μόνα Λίζα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος πίνακας παγκοσμίως, τότε και αυτό είναι το πιο αναγνωρίσιμο έργο της αμερικάνικης ζωγραφικής.

O Grant Wood που γεννιέται σαν σήμερα το 1891, στον πίνακα αυτό που δημιούργησε το 1930, την εποχή που οι ΗΠΑ, έμπαιναν στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης και έψαχνε για μοντέλα που θα μπορούσαν να τον εμπνεύσουν να συλλάβει την ουσία των σκληρά εργαζόμενων μέσων Αμερικανών.

Για αυτό το λόγο, το έργο απεικονίζει ένα κτηματία με την κόρη του, μπροστά από ένα αγροτόσπιτο, και περιγράφει τους παραδοσιακούς ρόλους των 2 φύλων στην αμερικανική αγροτική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το δικράνι στο χέρι του άνδρα, που από τη μια συμβολίζει την χειρωνακτική εργασία με την οποία ασχολούνταν κυρίως οι άνδρες και από την άλλη τον εξουσιαστικό ρόλο που έχει ο πατέρας μέσα στην οικογένεια. Παρά την εσφαλμένη πεποίθηση πολλών ότι πρόκειται για έναν τυχαίο αγρότη και την σύζυγο του, ο Wood, ως μοντέλα για τον πίνακα του αυτόν χρησιμοποίησε την μικρή του αδερφή Nan και τον οικογενειακό τους οδοντογιατρό Byron McKeeby. Και οι δύο ήταν απρόθυμοι στην αρχή αλλά τελικά πόζαραν όταν ο Wood, τους διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν θα τους αναγνώριζε. Τα μοντέλα δε στάθηκαν ποτέ μπροστά από ένα σπίτι όπως φαίνεται στον πίνακα. Μάλιστα, τα δύο μοντέλα ούτε καν πόζαραν μαζί. Ενδιαφέρον επίσης έχει το γεγονός ότι υπήρξε συζήτηση για το κατά πόσο τα δύο μοντέλα απεικόνιζαν ένα ζευγάρι.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο Wood αρχικά τους ζωγράφισε ως ζευγάρι. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Nan Wood βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς ο «σύζυγός» της είχε σχεδόν τα διπλάσιά της χρόνια και έτσι η ίδια έλεγε ότι ο πίνακας απεικόνιζε έναν άνδρα με την κόρη του. Ο ζωγράφος με επιστολή του το 1941, φαίνεται να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της αδερφής του, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δίπλα στον άνδρα είναι η «μεγάλη του κόρη».

Η Nan Wood Graham, που πέθανε τον Δεκέμβρη του 1990, εργάστηκε για την προβολή και την ιστορική μελέτη του συνολικού έργου του αδερφού της. Επειδή, όπως συμβαίνει με όλα τα διάσημα έργα, πολλοί επιδόθηκαν σε ζωγραφικές παρωδίες του «american gothic», η Nan οδήγησε πολλές από τις υποθέσεις αυτές στα δικαστήρια, μια και πίστευε ότι μέσα από τις παρωδίες αυτές εθίγετο το έργο και η προσωπικότητα του αδερφού της.
Aλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σταματήσει την σάτιρα, κι αυτή την στιγμή το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρωδίες του πίνακα αυτού.

Όπως είπαμε παραπάνω, σε αυτόν τον πίνακα βλέπουμε έναν άντρα και μία γυναίκα να στέκονται μπροστά από ένα μικρό, λευκό σπίτι, όπου παρατηρούμε ένα παράθυρο νεογοτθικού ρυθμού. Στο μικρό , γοτθικού ύφους παράθυρο του αγροτόσπιτου, που προβάλει ανάμεσα στις δύο μορφές, οφείλεται και ο τίτλος του πίνακα.

Το σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1881 στο Eldon της Iowa, και ανακηρύχτηκε ιστορικό εθνικό μνημείο το 1974, δεν είναι ανοιχτό για το κοινό. Οι επισκέπτες όμως μπορούν να το φωτογραφίσουν εξωτερικά, όπως ακριβώς έκανε και ο Wood για να μπορέσει να δουλέψει πιο άνετα τον πίνακά του. Μικρή λεπτομέρεια της όλης ιστορίας είναι ότι, το γοτθικό παράθυρο που ενέπνευσε τον αμερικανό ζωγράφο, φυλάσσεται τώρα στο Boulder του Colorado, κι αυτό που φωτογραφίζουν πια οι τουρίστες είναι ένα νεώτερο αντίγραφό του.

Με τη Μεγάλη Ύφεση να επεκτείνεται σε ολόκληρη την Αμερική, αυτό το έργο αντέδρασε και έδωσε την ελπίδα στους αγωνιζόμενους Αμερικανούς που αναζητούσαν θετικά σύμβολα μέσα στη σκληρή δουλειά τους. Αυτό που γέννησε το έργο, εξηγεί ο επιμελητής Haskell, ήταν ένα βαθύς σεβασμός για τις αξίες της κοινότητας και την αυτοπεποίθηση – θεμελιώδους σημασίας έννοιες για τον εθνική ταυτότητα, που παρουσιάστηκε στις μικρές πόλεις και στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των ΗΠΑ. Η ζωγραφική του Wood τον εξύψωσε σε σχεδόν μυθικό βάθρο. “Είναι ξεκάθαρο ότι η διαρκής δύναμη της τέχνης του Wood οφείλεται τόσο στην ψυχαναγκαστική ασάφεια όσο και στην αρχέτυπη εικόνα του Midwestern”, προσθέτει ο Haskell. “Μια ονειρική σιωπή τρέχει καθ ‘όλη τη δουλειά του, ενωμένη με την φαινομενικά βουκολική κομψότητά του. Η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία του Wood να αναπαράγει τον φανταστικό κόσμο της παιδικής ηλικίας του και τα ένστικτά ντροπαλότητας και σεξουαλικής συστολής αποτυπώθηκαν στην τέχνη του, προσδίδοντάς της μια ανατριχιαστική μοναξιά και μια ψυχρή αίσθηση φαντασίας. Με την υποσυνείδητη έκφραση της συγκρουόμενης σχέσης του με την πατρίδα που υποτίθεται ότι λατρεύει, δημιούργησε υπνωτικά έργα που αντιμετωπίζουν τις ανεπίλυτες εντάσεις της αμερικανικής εμπειρίας.
Αυτή η μαγευτική σύγκρουση ενισχυμένων, εξωθημένων συναισθημάτων και στοιχειοθετημένων εννοιών κυριαρχεί στο συνολικό του έργο και στο πίνακα που εξετάσαμε παραπάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στη θέασή του μας προκαλείται δέος.

Πηγές: Wikipedia, Forbes, AthensVoice, Mononews

20 αποφθέγματα από τον πατέρα του σύγχρονου θεάτρου, Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ο Mπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε σαν σήμερα το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δραματουργούς, ποιητές και σκηνοθέτες του 20ου αιώνα. Θεωρείται μάλιστα ο πατέρας του “επικού θεάτρου”.Το επικό θέατρο, είναι ένα κίνημα  στην ιστορία του θεάτρου, που αναπτύχθηκε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και έχει ταυτιστεί στην καλλιτεχνική συνείδηση με τον Μπρεχτ.

Ο Μπρεχτ υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένος από την διαλεκτική του Πλάτωνα, αλλά και γενικότερα από τον αρχαιοελληνικό τρόπο σκέψης και στόχος του ήταν να ενθαρρύνει και να διδάξει το κοινό, ώστε να καταφέρει να έχει δική του βούληση και να σκέφτεται μόνο του.

Τα  έργα του και διακατέχονται από έντονο πολιτικό περιεχόμενο και αντιπολεμικά μηνύματα αλλά και με μεγάλες αλήθειες για την ζωή, την ύπαρξη, την ευτυχία και την ελπίδα.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα σπουδαία λόγια και αποφθέγματα αυτού του σπουδαίου δημιουργού:

1.”Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει’.

2.“Αυτοί που είναι εναντίον της πολιτικής είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται.”

3.”Μη φοβάστε τόσο πολύ τον θάνατο, όσο μια ανεπαρκή ζωή.”

4.”Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;”

5.”Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό.”

6.“Είναι ευκολότερο να ληστέψεις ιδρύοντας μια τράπεζα παρά απειλώντας έναν ταμία.”

7.“Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ.”

8.“Σε κάθε ιδέα, πρέπει να ψάξει κανείς από πού έρχεται και πού πάει. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε αν είναι καλή ή όχι.”

9.“Χόρτασε πρώτα, μετά ηθικοί κανόνες.”

10.“Δεν πειράζει να διστάζεις, αν μετά προχωράς μπροστά.”

11.“Α, τι ωφελεί χωμένος μέχρι το λαιμό στη λάσπη, να κρατάς τα νύχια των χεριών σου καθαρά;”

12.“Γιατί να είσαι άνθρωπος όταν μπορείς να είσαι πετυχημένος;”

13.“Κανείς δεν μπορεί να είναι καλός για πολύ, αν δεν υπάρχει ζήτηση για καλοσύνη.”

14.“Είδα το παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα νέο. 
Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρομούσε νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει.”

15.“Η πραγματικότητα είναι εκεί και σε περιμένει, θέλει να αλλάξει, άλλαξέ την.

16. “Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία! Σας συμβουλεύω να χαιρετάτε με χαρά και σεβασμό κείνον που τα λόγια σας σαν κάλπικη δεκάρα εξετάζει.”

17. “Η ανθρώπινη ράτσα έχει την τάση να θυμάται την κακομεταχείριση που έχει υποστεί παρά τις καλοσύνες. Τι μένει από ένα φιλί; Οι πληγές όμως αφήνουν σημάδια.”

18. “Το να ανακατεύει κανείς κρασιά μπορεί να είναι λάθος, αλλά η παλιά και η νέα σοφία ανακατεύονται θαυμάσια.”

19. “Αυτούς στο σκοτάδι δεν τους βλέπει κανείς.”

20. “Ο πόλεμος είναι όπως η αγάπη: πάντα βρίσκει έναν τρόπο.”

30 ρητά του Ντοστογιέφσκι για τη ζωή, τον έρωτα και τον άνθρωπο.

Σαν σήμερα φεύγει από τη ζωή το 1881 ο Ρώσος συγγραφέας και φιλόσοφος, Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι .

Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1821 κι από πολύ μικρή ηλικία ο Ντοστογιέφσκι γνώρισε την λογοτεχνία μέσα από παραμύθια και μύθους και από βιβλία Ρώσων και ξένων. Στα μέσα του 1840 έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Φτωχοί άνθρωποι» το οποίο του εξασφάλισε την είσοδο στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αγίας Πετρούπολης.

Τα λογοτεχνικά του έργα εξερευνούν την ανθρώπινη ψυχολογία στην προβληματική κοινωνική, πολιτική και πνευματική ατμόσφαιρα της Ρωσίας του 19ου αιώνα. Πολλά από τα έργα του περιέχουν δυνατή έμφαση στον Χριστιανισμό και στο μήνυμα του για την απόλυτη αγάπη, συγχώρεση και φιλανθρωπία και διερευνούνται μέσα στο χώρο του ατόμου που αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες και την ομορφιά της ζωής.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε παραπάνω από 170 γλώσσες. Ο Ντοστογιέφσκι επηρέασε πλήθος συγγραφέων και φιλοσόφων, από τον Άντον Τσέχωφ και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ μέχρι τον Φρίντριχ Νίτσε και τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

1. «Καλύτερα να πηγαίνεις λάθος στον δρόμο σου παρά σωστά στον δρόμο κάποιου άλλου» (Έγκλημα και Τιμωρία).

2. «Όσο πιο σκοτεινή η νύχτα, τόσο πιο φωτεινά τα αστέρια. Όσο πιο βαθιά η θλίψη, τόσο πιο κοντά είναι ο Θεός!» (Έγκλημα και Τιμωρία)

3. «Ένα καινούργιο βήμα, μια καινούργια λέξη είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται » (Έγκλημα και Τιμωρία).

4. «Η αγάπη είναι μια πράξη σκληρή και τρομακτική σε σύγκριση με την αγάπη των ονείρων» (Αδελφοί Καραμάζοφ)

5. «Πάνω από όλα, μην λες ψέματα στον εαυτό σου. Ο άνθρωπος που λέει ψέματα στον εαυτό του και ακούει το ίδιο του το ψέμα, φτάνει σε ένα σημείο όπου δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια μέσα του, ή γύρω του και έτσι χάνει όλο τον σεβασμό για τον εαυτό του και για τους γύρω του. Και χωρίς σεβασμό, σταματά να αγαπά» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

6. «Τι είναι η κόλαση; Υποστηρίζω ότι είναι ο πόνος του να μην μπορείς να αγαπάς» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

7. «Το απαίσιο είναι πως η ομορφιά είναι μυστηριώδης όσο και τρομερή. Ο Θεός και ο διάβολος μάχονται εκεί και το πεδίο μάχης είναι η καρδιά του ανθρώπου» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

8. «Μπορώ να δω τον ήλιο, αλλά ακόμα και αν δεν μπορώ να τον δω ξέρω ότι υπάρχει. Και ξέρω ότι είναι εκεί, ότι ζει» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

9. «Ένας ανόητος με καρδιά και κανένα νόημα είναι εξίσου δυσαρεστημένος με έναν ανόητο με νόημα και χωρίς καρδιά» (Ο Ηλίθιος).

10. «Σας ορκίζομαι κύριοι, ότι το να σκέφτεσαι υπερβολικά είναι μια αρρώστια, μια πραγματική ασθένεια» (Το υπόγειο).

11. «Να αγαπάς σημαίνει να υποφέρεις και δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη αλλιώς» (Το υπόγειο).

12. «Θεέ μου, μια στιγμή ευτυχίας. Γιατί δεν είναι αρκετή για μια ολόκληρη ζωή;» (Λευκές Νύχτες).

13. «Μα πως θα μπορούσες να ζήσεις και να μην έχεις μια ιστορία να πεις;» (Λευκές Νύχτες).

14.«Τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι δυσκολότερο από το να λες την αλήθεια, τίποτα δεν είναι ευκολότερο από να κολακεύεις» (Λευκές Νύχτες).

15. «Πολλή δυστυχία έχει έρθει στον κόσμο λόγω της αμηχανίας και των πραγμάτων που μένουν ανείπωτα».

16. «Η ψυχή γιατρεύεται όταν είσαι κοντά σε παιδιά».

17. «Δεν είναι το μυαλό που έχει την περισσότερη σημασία, αλλά αυτό που το καθοδηγεί- ο χαρακτήρας, η καρδιά, οι γενναιόδωρες ιδιότητες, οι προοδευτικές ιδέες».

18. «Μπορείς να είσαι ειλικρινής και ταυτόχρονα χαζός».

19. «Ο άνθρωπος είναι μερικές φορές ασυνήθιστος, με πάθος, ερωτευμένος, με βάσανα…»

20. «Στους ανθρώπους πραγματικά αρέσει να βλέπουν τους καλύτερους τους φίλους να ταπεινώνονται. Ένα μεγάλο μέρος της φιλίας βασίζεται στην ταπείνωση. Και αυτή είναι μια παλιά αλήθεια, γνωστή στους έξυπνους ανθρώπους». (Ο παίκτης).

21. «Είναι περίεργο και γελοίο το πόσα μπορεί να εκφράσει μερικές φορές το βλέμμα ενός σεμνού και οδυνηρά ενάρετου ανθρώπου που τον άγγιξε η αγάπη. Και αυτή ακριβώς τη στιγμή φυσικά θα χαρεί να εξαφανιστεί από την γη παρά να εκφράσει το οτιδήποτε με μια λέξη ή με ένα βλέμμα» (Ο παίκτης).

22. «Ήθελα να καταλάβω τα μυστικά της. Ήθελα να έρθει και να μου πει: “Σε αγαπώ,” και αν όχι αυτό, αν αυτό ήταν παράλογη παραφροσύνη, τότε… λοιπόν, τι υπήρχε για να με νοιάξει; Ήξερα τι ήθελα; Ήμουν σαν τρελός: Το μόνο που ήθελα ήταν εκείνη να βρίσκεται κοντά, στο φως της δόξας της, στη λάμψη της, πάντα, για πάντα, για όλη μου τη ζωή. Δεν ήξερα τίποτα παραπάνω!» (Ο παίκτης).

23. «Ο άνθρωπος που συνειδητά υποφέρει αναγνωρίζοντας την αμαρτία του. Αυτή είναι η τιμωρία του» (Έγκλημα και Τιμωρία).

24. «Το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης δεν βρίσκεται στο να μένουμε απλώς ζωντανοί, αλλά στο να βρούμε κάτι για να ζούμε» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

25. «Το ανθρώπινο γένος δε δέχεται τους προφήτες και τους θανατώνει, όμως οι άνθρωποι αγαπούν τους μάρτυρες και τιμούν εκείνους που οι ίδιοι θα βασάνιζαν» (Αδελφοί Καραμάζοφ).

26. «Είναι καλύτερο να είσαι δυστυχισμένος και να γνωρίζεις το χειρότερο παρά να είσαι ευτυχισμένος στον παράδεισο των ηλιθίων» (Ο Ηλίθιος).

27. «Δεν θα φτάσεις ποτέ στον προορισμό σου αν σταματάς και ρίχνεις πέτρες σε κάθε σκυλί που γαβγίζει».

28. «Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία, παύεις να σκέφτεσαι».

29. «Σε μια καρδιά που αγαπά πραγματικά ή η ζήλια θα σκοτώσει την αγάπη ή η αγάπη θα σκοτώσει την ζήλια».

30. «Να είσαι ο ήλιος και όλοι θα σε βλέπουν».

Ένας αποχαιρετισμός στη Ρόζαμουντ Πίλτσερ

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ, διάσημη συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και θεατρικών έργων, πέθανε την χθες, σε ηλικία 94 ετών, ενώ είχε αρρωστήσει.

Η Πίλτσερ γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1924. Στη διάρκεια του πολέμου, από το 1943 ως το 1946, υπηρέτησε στο Γυναικείο Σώμα του Βρετανικού Ναυτικού. Τον Δεκέμβριο του 1946 παντρεύτηκε τον Σκοτσέζο ήρωα πολέμου Γκρέιαμ Πίλτσερ και απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά· την ημέρα του θανάτου της είχε δεκατέσσερα εγγόνια και δεκαεπτά δισέγγονα.

Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή και δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα σε ηλικία 18 ετών. Από τότε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τα πρώτα δέκα μυθιστορήματά της τα δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Τζέιν Φρέιζερ και γρήγορα έγινε γνωστή και αγαπητή, κυρίως στο γυναικείο κοινό. Τα έργα της, που θεωρείται ότι εξύψωσαν το είδος του λεγόμενου «ρομαντικού μυθιστορήματος», έχουν πουλήσει περισσότερα από 60 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Αποσύρθηκε από τη συγγραφή μετά το έργο της Winter Solstice [Χειμερινό ηλιοστάσιο] το έτος 2000, ωστόσο τα βιβλία της εξακολουθούν να διαβάζονται ως σήμερα.

Από τα πιο γνωστά της είναι ο «Σεπτέμβρης», «Ο γυρισμός» (Romantic Novel of the Year Award), «Στον αστερισμό των διδύμων», «Χειμερινό ηλιοστάσιο», «Το άγριο θυμάρι», «Χιόνι τον Απρίλη».
Μετά το -υπέροχο- «Χειμερινό ηλιοστάσιο», που εκδόθηκε στην Αγγλία το 2000, σταμάτησε να γράφει. Το 2002 χρίστηκε αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Ως χαιρετισμό στη συγγραφέα που αγαπήσαμε , σας αφήνουμε με λίγα δικά της λόγια θα μείνουν λαξευμένα στο μυαλό και την καρδιά μας:

«Ήταν όλα όμορφα, με κάθε διάσταση της λέξης αυτής. Και, σε αυτή τη ζωή, τίποτα όμορφο δε χάνεται πραγματικά. Παραμένει κομμάτι του ανθρώπου, μετατρέπεται σε στοιχείο του χαρακτήρα του. Επομένως, ένα κομμάτι σου με συνοδεύει παντού. Κι ένα κομμάτι μου είναι δικό σου, παντοτινά.» ✒ Ρόζαμουντ Πίλτσερ, Μαζεύοντας κοχύλια

Πηγές: Εκδόσεις Διόπτρα, Ψυχογιός, Huff Post