Το χρονικό της ανθρώπινης εξαθλίωσης μέσα από τα μάτια του Ηλία Βενέζη στο ΝΟΥΜΕΡΟ 31328

ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328 (Απόσπασμα), ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

«Εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου.»

Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη.
Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι.
Η πόρτα έκλεισε. Είμαστε μονάχοι οι σκλάβοι. Πέρασε ίσαμε μια ώρα. Από καιρό σε καιρό, σε αραιά διαστήματα, γινόταν σιωπή. Ύστερα ακουγόταν ένα μουγκριχτό σε μιαν άκρη – κάποιος σύντροφός μας. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα, αυτές οι βαριές υπόκωφες κραυγές ολοένα πολλαπλασιάζουνταν. Τα μισόγυμνα κορμιά, όσα δεν ήταν δουλεμένα στην τραχιά ζωή, σπαράζαν. Όσο περπατάς δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ το ύπουλο έργο που γίνεται κάτου απ’ το πετσί, μες στα νεύρα. Μα μόλις καθίσεις είναι αδύνατο πια να σαλέψεις χωρίς να δαγκάνεις, να βγει αίμα απ’ τον πόνο. Πεινούσαμε.
– Ηλία, θα βαστάξουμε, δεν είναι έτσι;… με ξαναρωτά ο Αργύρης, να πάρει κουράγιο από μένα.
Κ’ εγώ θέλω να μη λιποψυχήσω:
– Θα βαστάξουμε, Αργύρη.
– Ελπίζεις;…
– Ελπίζω.
Λίγο έπειτα μου παραπονιέται για τα πόδια του. Το ένα, που ήταν ολότελα γυμνό, άρχισε να πρήζεται, να κάνει φουσκαλίδες. Ένα δυο απ’ αυτές σπάσαν στο δρόμο και τσούζουν. Και το άλλο, με τη συντροφική παπούτσα, είχε πληγώσει. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ωραίο χλωμό του πρόσωπο επειδή είναι σκοτάδι. Μα τον ακούγω που κλαίει σιγανά. Του λέω πως υποφέρω κ’ εγώ, σώπα.
Ξεχνιέται μια στιγμή, μα πάλι ξανάρχεται στο ίδιο μοτίβο:
– Ηλία αδερφάκι μου, μπας και δε βαστάξουμε;…
Θα ήταν έντεκα η ώρα, τη νύχτα, όταν έτριξε η πόρτα. Δυο τρεις στρατιώτες μιλούσαν σιγανά. Στριμώχτηκα κοντά στον Αργύρη, κ’ εκείνος σιμά μου, και βλέπαμε. Ένα φως άναψε. Ένα κερί. Οι στρατιώτες άρχισαν να ψάχνουν. Σκύβουν με το κερί στα πρόσωπα και κοιτάζουν. Γυρεύουν.
Σαν φτάξανε σ’ εμάς, στα δυο αγόρια, στάθηκαν.
– Θέλεις; λέει ο ένας δείχνοντας τον Αργύρη.
Ο άλλος σκέφτηκε, ύστερα λέει;
– Όχι για την ώρα.
– Τη γυναίκα;
– Ναι.
– Θα περιμένεις σειρά, λέει ο πρώτος.
– Θα περιμένω.
Απομακρύνουνται.
Ο Αργύρης τα καταλαβαίνει όλα, γιατί ξέρει τούρκικα. Μα κ’ εγώ το υποπτεύουμαι. Είναι τόσο κοντά μου, ακούγω την καρδιά του που χτυπά γρήγορα. Μα γρήγορα. Σφίγγεται πάνω μου.
– Ηλία… μουρμουρίζει συγκινημένος. Α, «αυτό» όχι! Όχι!
Κ’ εμένα μ’ έχει περιχύσει ο ίδρος απ’ το φόβο. «Αυτό» δεν το είχα υποπτευτεί, δεν το υπολόγιζα. Θυμούμαι μονομιάς ένα σωρό ιστορίες που είχα ακουστά. Μια ξαφνική αξιοπρέπεια τινάζεται σα λόχη μες από κει, απ’ το ταπεινωμένο ζο. Μια περηφάνια, μες στις μύξες, στη γύμνια, στα δάκρυα – ναι, ήταν ολότελα κωμικό.
Παίρνω αμέσως την απόφαση:
– Αργύρη, εγώ θα προτιμήσω να πεθάνω. Θα κάμω ό, τι μπορώ…
Δεν ακούγω την απάντησή του. Ίσως γιατί τρέμει. Δε θέλει ν’ αγγίσει τη βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να ζήσουμε. Γιατί, γιατί είναι έτσι ωραία να έχεις μια θερμή καρδιά, να είναι ήλιος, η θάλασσα…
– Αλλά «αυτό» όχι… Όχι «αυτό» μουρμούρισε πάλι.
Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος· χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζουνταν να μη γίνει θόρυβος.
Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο.
Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο πρόσωπο, πέφτει και πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο – μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τα’ άλειψε με φως.
– Γλιτώστε με!… Γλιτώστε με!…
Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.
– Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! Του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!…
Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:
– Λυπηθείτε μας!… Λυπηθείτε μας!…
Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας.
Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:
– Μητερούλα!… Μητερούλα!…
Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε.
Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσιδι, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.
– Εδώ μέσα!… Μπρος στα μάτια μας!… μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!
– Σουτ! Κάνει κάποιος άλλος.
Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν, Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δουλεύαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξαπλώσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας:
– Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!
Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν.
Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες – κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».
Γύρισα τα μάτια. Δυο τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα παραπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το’ σφιγγε.
– Πως θα το βαστάξω;… Πως θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του.
Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.
– Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις τίποτα…
Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».
– Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…
– Μα είναι γι’ αυτό τώρα;… τινάζεται απελπισμένα. Δεν την ακούτε εκεί χωρίς βοήθεια; Τ ώ ρ α τι να κάμω! Τ ώ ρ α! Τ ώ ρ α!

Λίγα λόγια για το έργο: Ο Αλ. Αργυρίου επισημαίνει πως η ύλη του μυθιστοριογράφου είναι η πραγματικότητα, «αυτή» που «αυτός» αντιλαμβάνεται «ως τοιαύτη». Στο υπό εξέταση μυθιστόρημα, στο Νούμερο 31328του Ηλία Βενέζη, η Ιστορία περνά όχι ως εξακριβωμένο ιστορικό γεγονός, αλλά ως άμεση εμπειρία, ως βιωμένο περιστατικό του συγγραφέα. Ο Γ. Δάλλας πιστεύει πως στο Νούμερο, ο Βενέζης εξετάζει την Ιστορία από μια ανθρωποκεντρική σκοπιά, καθώς πρόκειται για μια προσωπική κατάθεση ιδιωτικών εμπειριών, που ηχούν ως μαρτυρίες. Η Φρ. Αμπατζοπούλου μιλά για λογοτεχνία του αυτόπτη μάρτυρα και για σχολή του βλέμματος. Η αμεσότητα της αφήγησης απλών ανθρώπων αντιστοιχεί με την αλήθεια, στο βαθμό που εκφράζει το πραγματικό συμφέρον των ανθρώπων. Η εκφορά του λόγου στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις πολέμου γίνεται από τη σκοπιά του αυτόπτη μάρτυρα, του θύματος, ενός αφηγητή που ταυτίζεται σ’ ένα αφηγούμενο εγώ, ο οποίος αυθιστορείται, ενώ εξιστορεί και ο οποίος αφηγείται την προσωπική του εμπειρία προσπαθώντας να τηρήσει ένα συμβόλαιο φιλαλήθειας. Ο γράφων ως άλλος ρεπόρτερ οφείλει να καταγγέλλει τα εγκλήματα του πολέμου, την παραβίαση των πρωτογενών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα στρατόπεδα των αντιφρονούντων, τα οποία σφράγισαν τη μετέπειτα ζωή του, καθώς τον εμπλούτισαν διανοητικά και συναισθηματικά. Σύμφωνα με τη Αμπατζοπούλου, ο γράφων αφηγείται και για να αναγνωρίσει τον εαυτό του και το προσωπικό στίγμα του στην ιστορία, δηλαδή για να ανιχνεύσει την ταυτότητά του.

Το κύριο, ουσιαστικό και αποφασιστικό θέμα του βιβλίου, κατά τον Απ. Σαχίνη, είναι ο άνθρωπος, που αιώνια δοκιμάζεται και παιδεύεται μέσα στη ζωή, χωρίς ανάπαυση τέλος και σκοπό. Όπως υπογραμμίζει, το κλίμα του φόβου και της αγωνίας για τη ζωή και την επιβίωση χαρακτηρίζει το βιβλίο, ενώ παράλληλα με την εξωτερική περιπέτεια, συμβαδίζει κι η εσωτερική, δηλαδή η υποβολή, η νύξη κι η υπόμνηση ψυχικών καταστάσεων, απροσδιόριστων και ασυνειδήτων, που ανοίγονται πίσω από τα πραγματικά περιστατικά και δημιουργούν προεκτάσεις προς το πυκνό μυστήριο της ζωής. Με το διάλογο, το επιφώνημα, τις επινοήσεις και τις αποσιωπήσεις, ο Βενέζης γοητεύει και συγκινεί τον αναγνώστη, ενώ, με τα ασυνήθιστα και καταπληκτικά εξωτερικά περιστατικά, τον συναρπάζει, του κινεί το ενδιαφέρον και τον αναγκάζει να μην αφήσει το βιβλίο αν δεν φτάσει στην τελευταία σελίδα. Ο Α. Σαχίνης διαπίστωνε ότι: «Μέσα στοΝούμερο 31328 υπάρχει μια θαυμαστή αντιστοιχία της πραγματικότητας που περιγράφεται και της αισθητικής εκμετάλλευσής της […]. Γιατί το ύφος του βιβλίου, μικροπερίοδο, στενογραφικό, πυκνό και αστόλιστο, είναι το ύφος της αγωνίας. Ο Ηλίας Βενέζης μεταφέρει πάνω στο χαρτί το ρυθμό των συγκλονιστικών περιστατικών της σκλαβιάς του – αυτά τα ίδια περιστατικά, γυμνά και τραγικά, μ’ έναν ασθματικό κι ελλειπτικό τρόπο που δεν είναι άλλος από τον τρόπο του άγχους». Παράλληλα, επισήμανε τη ζωντάνια της γλώσσας, την πεζογραφική κι αναπαραστατική ρώμη, τον τραγικό σαρκασμό ή τη δηκτική ειρωνεία, που διοχετεύεται κυρίως μέσα σε τολμηρότατες παρομοιώσεις.

Iσορροπώντας την αυθεντικότητα της προσωπικής μαρτυρίας, με μια απέριττη αφηγηματική γραφή, σύμφωνα με τον Μ. Γ. Μερακλή, το βιβλίο γίνεται το «αργοβάδιστο μαρτυρολόγιο, η χαρτογράφηση της ματωμένης πορείας χιλιάδων ανυπεράσπιστων ομήρων και αιχμαλώτων, το χρονικό ενός σπάνιου συλλογικού πόνου, όπου η ανθρώπινη ουσία δέχεται όλες τις διεργασίες της αλλοίωσής της σε κάτι υποζωώδες και φυτικό, με την προοδευτική σωματική εξουθένωση κι όλες τις άμεσες επιπτώσεις της στις ψυχικές, ηθικές και πνευματικές δυνάμεις της προσωπικότητας. Περιγράφονται οι καταστάσεις της θανάσιμης κούρασης, της πείνας και της δίψας, της σωματικής βρωμιάς, οι αλόγιστες και τρομακτικά ανεύθυνες εκτελέσεις χιλιάδων υπάρξεων, το κουρέλιασμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Πηγή: fractalart.gr

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Όνειρο στο κύμα

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.

Τον χειμώνα που ήρχισ’ ευθύς κατόπιν μ’ επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ’ έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.

Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ’ εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ’ επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου…

Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.


* *

Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ’ ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.

Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ’ εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ’ αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ’ έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ’ έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ’ οι ξένοι κ’ οι διαβάτες, και τα πετεινά τ’ ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ’ έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν’ αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.

Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι’ εμέ.

Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.

Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι’ αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι’ εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ’ έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ’ ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.


* *

Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ’ εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ’ ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ’ αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί…”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ’ έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.

Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ’ η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;

Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!… πού ειν’ η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!… Με σένα δεν έχω να κάμω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ’ έγινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ’ εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.

Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ’ άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!… Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!…

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή… Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι’ αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ’ ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.


* *

Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν’ “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ’ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.

Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι’ αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ’ εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.

Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.

Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ’ έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ’ ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ’ ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι’ εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.

— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…


* *

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ’ εκινείτο εδώ κ’ εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.

Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ’ η στιγμή καθ’ ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω… Μην τρομάζης!… φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ’ επερίμενα.

“Αυτή δεν θ’ αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη… θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!…”

Κ’ ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!

Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν’ αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.

Θ’ άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν’ αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…

Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν’ αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ’ ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ’ εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.


* *

Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!…”

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα… Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!…

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον… Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ’ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!…

Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη… Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως μ’ εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;


* *

Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν’ ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.

Αλλ’ όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς…— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου…

Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν’ αρθρώσω φωνήν, κ’ έκραξα:

— Μη φοβάσαι!… δεν είναι τίποτε… δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω… Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.

Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!… Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της…

Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!… Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα… Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…

* *

Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.

Αλλ’ εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!… Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.

Κ’ εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ’ έγινα δικηγόρος… Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!

Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!…

Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ’ επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι’ εμέ, όπως η Γραφή λέγει.

Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…”

(Διά την αντιγραφήν)


Ο κόσμος της τέχνης για τον Νίκο Καζαντζάκη

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν συγγραφέας, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, ποιητής και φιλόσοφος, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από το λαό και από τους πλέον αναγνωρισμένους στο εξωτερικό συγγραφείς. Γι’αυτόν τον λόγο δεν θα ήταν δυνατόν να μην υπάρχουν κάθε λογής αφιερώματα για τον Νίκο Καζαντάκη από τον κόσμο της τέχνης. Δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, καλλιτέχνες προσπάθησαν να αποδώσουν το μεγαλείο του λογοτεχνικά, θεατρικά, μουσικά αλλά και κινηματογραφικά. Σας παρουσιάζουμε, λοιπόν, τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα που είναι αφιερωμένα στον μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στην λογοτεχνία

Όντας ο σπουδαιότερος συγγραφέας των νεώτερων χρόνων και όχι μόνο, η βιβλιογραφία που είναι αφιερωμένη στο πρόσωπο του δεν είναι καθόλου αμελητέα. Για την ακρίβεια, πληθώρα συγγραφέων προσπάθησαν να αναλύσουν και να υμνήσουν την ζωή, το έργο και τον δυναμικό χαρακτήρα του αείμνηστου δημιουργού. Από δοκίμια, επιστημονικές αναλύσεις, μυθιστορήματα, εώς και παιδικά παραμύθια, οι “αναφορές” στον Νίκο Καζαντζάκη είναι αμέτρητες.

Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ασυμβίβαστος – Ελένη Καζαντζάκη

Η συγγραφέας αυτού του βιβλίου έζησε με τον Νίκο Καζαντζάκη τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ήταν γι’ αυτόν σύντροφος και σύζυγος, συμπαραστάτης και βοηθός, φίλος και συνοδοιπόρος. Ήταν, όπως ο ίδιος λέγει, «το εφταγύναικο, το εφταπέτσινο σκουτάρι της ζωής του που καμιά σαγίτα δεν το περνάει». (. . .) Αποτελεί η αναγνώριση αυτή για την Ελένη το πιο άξιο έπαθλο. Αλλά το έπαθλο γεννά καινούριο χρέος και το βιβλίο τούτο είναι ουσιαστικά μια νέα έκφραση χρέους προς τον οικουμενικό συγγραφέα της νεώτερης Ελλάδας και προς τους μελετητές του έργου του. Εκείνη τον γνώρισε καλύτερα από τον καθένα, τον έζησε. Και τον απεικονίζει με το λιτό και λυρικό συνάμα ύφος της, με το αναλυτικό και περιεκτικό γράψιμό της, με χάρη και πληρότητα. Μέσα από τις σελίδες του αποκαλυπτικού τούτου βιβλίου με τα άγνωστα ως τώρα κείμενα και τις πρωτοφανέρωτες πτυχές αναδύεται ακέραιη, ζωντανή, δυναμική, φορτισμένη με τους αγώνες και τις αγωνίες και τις εξάρσεις της η πολύπλαγκτη μορφή του μεγάλου Κρητικού, που άπλωσε στον αιώνα μας το πνευματικό όραμα και όνομα της Ελλάδας σ’ όλη τη γη.

Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη – Συλλογικό Έργο

Πολλές και ποικίλες είναι οι κριτικές εκτιμήσεις για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Η παρούσα “Εισαγωγή” συνενώνει κείμενα που εκφράζουν ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών, αισθητικών και ιδεολογικών απόψεων, προκειμένου να αναδειχτούν με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο τα πνευματικά ενδιαφέροντα του πολύτροπου αυτού συγγραφέα. Τα εν λόγω κριτικά κείμενα καλύπτουν μια περίοδο ενός περίπου αιώνα, από ένα κριτικό σχόλιο του 1916 μέχρι σήμερα. Το υλικό είναι οργανωμένο θεματικά, με κεφάλαια αφιερωμένα στην ποίηση του Καζαντζάκη, στο θεατρικό, ταξιδιωτικό και αυτοβιογραφικό έργο του, αλλά και στα έξι μείζονα μυθιστορήματα της ωριμότητάς του. Συλλογικό έργο από περισσότερους από 50 σπαυδαίους στοχαστές, συγγραφείς και μελετητές.

Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας με φως και με σκοτάδι – Χατζοπούλου Λίτσα

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας μεγάλος ταξιδευτής. Αν το κάθε ταξίδι του είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό, τα ταξίδια του στο σύνολο τους δίνουν την εικόνα μιας αέναης περιπλάνησης. Ο Καζαντζάκης δέθηκε με τους ανθρώπους πολύ περισσότερο απ’ ότι με τους τόπους, όπως μαρτυρεί η αλληλογραφία του. Αλλά, από κάθε τόπο που επισκέπτεται, κρατάει στο μυαλό του το νήμα της επαφής, τον σύνδεσμο που θα πυροδοτήσει κάποτε τη συγγραφική του εργασία ή θα μπολιάσει το συγγραφικό του έργο. Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας πολίτης του κόσμου, σε δεκαετίες μεγάλων παγκόσμιων συγκλονισμών. Αναγκαστικά, μπροστά σε ένα ευρύ, πολύμορφο και ρευστό πεδίο, η όραση γίνεται επιλεκτική. Ο Καζαντζάκης υπήρξε ένας διανοούμενος χαρακτηριστικά εκλεκτικιστής. Ήταν, όμως, και αρκετά αποτελεσματικός βολονταριστής. Τόσο ώστε, ακόμα και σήμερα, έχει ενδιαφέρον να δούμε τον κόσμο του πρώτου μισού του 20ού αιώνα μέσα από τα μάτια του.

Νίκος Καζαντζάκης
Παραμορφώσεις, παραλείψεις, μυθοποιήσεις – Αγαθός Βασίλης, Σταυροπούλου Έρη

Για κανένα ίσως Έλληνα λογοτέχνη δεν έχουν γραφεί τόσες πολλές και αντικρουόμενες γνώμες, δεν έχει χυθεί τόσο πολύ μελάνι στην Ελλάδα και το εξωτερικό όσο για τον Νίκο Καζαντζάκη. Tο πολύπλευρο έργο του αλλά και η προσωπικότητα, η ζωή και οι ιδέες του συνεχίζουν να απασχολούν με αμείωτο ενδιαφέρον αναγνώστες και μελετητές, προκαλώντας ευρύτατες συζητήσεις και έντονους προβληματισμούς.
Στο βιβλίο αυτό Έλληνες και ξένοι ειδικοί μελετητές αλλά και ομότεχνοι του Καζαντζάκη επιχειρούν να κρίνουν με νηφαλιότητα όψεις του έργου και της προσωπικότητας του μεγάλου Κρητικού λογοτέχνη και στοχαστή, να εξετάσουν παραμορφωτικές αναγνώσεις των κειμένων του, να επισημάνουν παραλείψεις της κριτικής, που περιορίστηκε κυρίως στη συζήτηση των ιδεών του και όχι στην καλλιτεχνική αποτίμηση της δημιουργίας του και, τέλος, να συμβάλουν σε μια όσο πιο αντικειμενική θεώρηση του έργου και της ζωής του.

Καζαντζάκης – Ζορμπάς: Μια αληθινή ιστορία – Στασινάκης Γιώργος

Στο βιβλίο αυτό ο Γιώργος Στασινάκης, πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, πραγματεύεται τη σχέση Καζαντζάκη – Ζορμπά, την ιστορία μιας αληθινής φιλίας. Εξήντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη, και ύστερα από εμπεριστατωμένη έρευνα, παρουσιάζονται άγνωστα στοιχεία για τον θρυλικό Γιώργη Ζορμπά (που έγινε Αλέξης Ζορμπάς στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”): η γέννησή του στη Μακεδονία, τα ταξίδια και οι περιπέτειές του, η ταφή στα Σκόπια… Επίσης έρχονται στο φως στοιχεία για τη σχέση του με τον Καζαντζάκη, όπως η γνωριμία τους στο Άγιον Όρος, η εκμετάλλευση ενός λιγνιτωρυχείου στη Μεσσηνιακή Μάνη, ο επαναπατρισμός Ελλήνων από τον Καύκασο κ.ά. Η φιλία τους ήταν βαθιά και αληθινή, ‘οπως παρουσιάζεται και στο βιβλίο.

Ο Ζορμπάς ανέφερε: “Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν εσένα”. Και ο Καζαντζάκης έγραψε: “Αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στη ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, το Βούδα, το Νίτσε, τον Μπέρξονα και το Ζορμπά […] Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο”.

Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης – Τσαντής Χρήστος

Τι θα συνέβαινε, εάν ο μικρός πρίγκιπας συναντούσε τους ήρωες του Νίκου Καζαντζάκη; Τι θα είχαν να πουν, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού αναζήτησης; Σε αυτό το ταξίδι συμμετέχει και ο αναγνώστης, ο οποίος βρίσκεται ενώπιον ερωτημάτων, αλλά και απαντήσεων, για τα μυστήρια της ζωής.  Ο μικρός πρίγκιπας επιστρέφει στη Γη, όπου θα συναντήσει τον Καπετάν-Μιχάλη, τον παπά-Φώτη, τον Ζορμπά, που έφυγαν από τα βιβλία τους για να βοηθήσουν. Την ίδια στιγμή, δυο φίλοι σαλπάρουν για το δικό τους ταξίδι στο δρόμο της αναζήτησης. Η ελπίδα στα χρόνια της κρίσης, αχτίδα και γέφυρα πάνω από τη θάλασσα της ψυχής μας.

Καζαντζάκης – Ειρήνη Καμαράτου-Γιαλλούση

Οι Χρονοταξιδευτές είναι μία εξαιρετικά καινοτόμος σειρά των Εκδόσεων Ταξιδευτής που απευθύνεται σε νεαρούς αναγνώστες -μαθητές του Δημοτικού Σχολείου- και στοχεύει σε μια γνωριμία τους με σημαντικά πρόσωπα του ελληνικού πολιτισμού, μέσα από ένα ελκυστικό ταξίδι στο παρελθόν. Μέσα από ένα ταξίδι στο χρόνο, οι Χρονοταξιδευτές φέρνουν τα παιδιά μας κοντά σε μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος καθιστώντας τες οικείες και γνώριμες, αγαπητές και πάνω από όλα ανθρώπινες, δίνοντάς τους το δικαίωμα και την ευκαιρία να τις κατανοήσουν, να τις αναλύσουν και γιατί όχι, να τις ερευνήσουν και ακόμα περισσότερο μέσα από δική τους πλέον πρωτοβουλία. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το παιδί για να αγαπήσει κάτι, πρέπει πρώτα από όλα να το γνωρίσει και να οικειοποιηθεί χωρίς μηχανιστικούς και τυποποιημένους τρόπους. Στον “Καζαντζάκη”, οι Χρονοταξιδευτές συναντούν τον μεγάλο στοχαστή και συζητούν μαζί του σε έναν υπέροχο διάλογο περί Θεού, αλήθειας, ελευθερίας, πίστης και ζωής.

Ο Γιώργος και η Μαίρη είναι γείτονες, συμμαθητές και αχώριστοι φίλοι. Λατρεύουν και οι δύο την Ιστορία. Τις ελεύθερες ώρες τους, αντί να παίζουν σαν τα άλλα παιδιά, διαβάζουν μαζί κάποιο βιβλίο ή κάνουν ατελείωτες βόλτες σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο που βρίσκεται κοντά στα σπίτια τους. Μια μέρα αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους μια ανασκαφή με την ελπίδα πως κάτι θα έβρισκαν. Πήραν, λοιπόν, τα φτυαράκια τους και έσκαψαν λίγα μέτρα πιο κάτω από το πίσω μέρος των σπιτιών τους. Έσκαβαν έναν ολόκληρο μήνα χωρίς να βρουν τίποτα και την τελευταία μέρα, όταν πια είχαν αρχίσει να απελπίζονται, βρήκαν κάτι ανεπανάληπτο. Ήταν ένα τεράστιο βιβλίο Ιστορίας φτιαγμένο από ένα παράξενο υλικό. Με πολύ ενδιαφέρον το άνοιξαν για να το διαβάσουν. Το βιβλίο στις πρώτες σελίδες έγραφε πως ήταν θαυματουργό και πως αν κανείς το διάβαζε με πάρα πολύ μεγάλη επιθυμία, θα μπορούσε να τον μεταφέρει αόρατο στον τόπο και τον χρόνο που εξιστορούσε η κάθε σελίδα. . .

– Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

Σ’ ευχαριστώ, Νίκο Καζαντζάκη – Καλογεράκη Μαρία

Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνιστούν ένα μικρό κορίτσι η Σεβαστιανή και ο παγκόσμιας φήμης συγγραφέας ο Νίκος Καζαντζάκης. Ένα όνειρο της πρώτης θα γίνει το μέσο για να συναντηθούν πάνω στα Κρητικά βουνά το μικρό κορίτσι και ο μεγάλος στοχαστής. Ο τελευταίος θα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της μικρής του θαυμάστριας και θα την ταξιδέψει παντού, πετώντας με το λευκό του άλογο – σύμβολο της έμπνευσης και της ποιητικής δημιουργίας… Το βιβλίο το οποίο ανήκει στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας προσεγγίζει με τρόπο μοναδικό το θέμα, βοηθώντας ένα μικρό παιδί -μέσα από ένα ονειρικό ταξίδι-, να μάθει ποιος είναι Νίκος Καζαντζάκης, ωθώντας το να γίνει ο αυριανός αναγνώστης των βιβλίων του, ενώ παράλληλα το κάνει κοινωνό τόσο των πανανθρώπινων αξιών όσων και αυτών αυτού του τόπου. 

“Λαμπρή και πρωτότυπη η ιδέα της συγγραφής αυτού του βιβλίου, για πολλούς λόγους. Ένας πολύ σοβαρός απ’ αυτούς είναι ότι βοηθά την προσέγγιση του παιδιού με τη λογοτεχνία … μέσω του κόσμου των ιδεών, του έργου και της ελληνικότητας που ακτινοβολεί το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Λαμπρός είναι επίσης και ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται αυτή η προσέγγιση. Με τη φαντασίωση μιας συνάντησης ενός μικρού κοριτσιού με τον Νίκο Καζαντζάκη. Αυτό είναι εύρημα. Οφείλω να πω ότι το εύρημα αυτό κάνει φανερό μαζί άλλωστε με όλο το βιβλίο ότι η συγγραφέας η Μαρία Καλογεράκη είναι γεννημένη να διδάσκει νέους – και το να διδάσκεις νέους, ιδίως παιδιά είναι από τα ψηλότερα και ευγενέστερα έργα…” Με αυτές τις επισημάνσεις και άλλες σημαντικές που θα διαβάσετε στο επίμετρο του βιβλίου, παρουσίασε το “Σ’ ευχαριστώ Νίκο Καζαντζάκη” στη Στοά του βιβλίου ο τ. υπουργός δικαιοσύνης, Αλέξανδρος Γεώργιος Μαγκάκης.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στον κινηματογράφο -Αγαθός Θανάσης

Το βιβλίο αυτό επικεντρώνεται στη σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τον κινηματογράφο, μια σχέση η οποία μελετάται πάνω σε δύο βασικούς άξονες: την ενασχόληση του ίδιου του Κρητικού δημιουργού με τη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων και τις μεταφορές μυθιστορημάτων του στον κινηματογράφο από διαφορετικούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους.
Παρουσιάζονται τα σενάρια που γράφει ο Καζαντζάκης σε διάφορες φάσεις της δημιουργικής πορείας του (1928, 1931-1932, 1956), επιχειρείται μια συστηματική συγκριτολογική ανάγνωση των μυθιστορημάτων του “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” και “Ο τελευταίος πειρασμός” και των κινηματογραφικών διασκευών τους, που φέρουν τις σκηνοθετικές υπογραφές των Jules Dassin, Μιχάλη Κακογιάννη και Martin Scorsese αντιστοίχως, σχολιάζονται τόσο η κριτική υποδοχή των παραπάνω βιβλίων και ταινιών, όσο και οι αντιδράσεις που συνοδεύουν τις αντίστοιχες εκδόσεις και προβολές.
Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά στις ταινίες τεκμηρίωσης που ασχολούνται με τον βίο και το έργο του συγγραφέα, καθώς και στην ταινία Καζαντζάκης του Γιάννη Σμαραγδή.

Η Ελένη Καζαντζάκη, ο Νίκος Καζαντζάκης, η Μελίνα Μερκούρη και ο Ζυλ Ντασσέν στην πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», τον Μάιο του 1957

Φιλμογραφία για τον Νίκο Καζαντζάκη

Καζαντζάκης

Διαβάζοντας στη σύζυγό του Ελένη την αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο» που έχει σχεδόν ολοκληρώσει, ο Νίκος Καζαντζάκης αναπολεί την πολυτάραχη ζωή του. Σε σκηνοθεσία Γιάννης Σμαραγδής. Πρωταγωνιστούν οι Μαρίνα Καλογήρου, Θοδωρή Αθερίδη, Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Νίκο Καρδώνη και τον Αργύρη Ξάφη. Η ταινία δημιουργήθηκε και βγήκε στους κινηματογράφους το έτος 2017, όταν και συμπληρώνονται 60 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη και το υπουργείο Πολιτισμού κήρυξε επισήμως τη χρονιά ως  «Έτος Νίκου Καζαντζάκη».

Το θέμα της ταινίας ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ είναι η πραγματική ιστορία του μεγαλύτερου Έλληνα συγγραφέα του 20ου αιώνα, Νίκου Καζαντζάκη και στηρίζεται πάνω στο έργο του ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ, το οποίο είναι η αυτοβιογραφία του. Είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση του συγγραφέα ο οποίος ταξιδεύοντας σε όλο το κόσμο διεκδικεί βιωματικά να κατανοήσει τον Χριστό, τον Βούδα, για να καταλήξει, μέσω του Οδυσσέα, στην Κρητική Ματιά: «Η ζωή είναι ανήφορος και πρέπει να τον ανέβουμε με αξιοπρέπεια και ανδρεία.» Ανυποχώρητος στις αξίες του, αντιμετωπίζει με στωικότητα και αξιοπρέπεια τις διώξεις του, καταφέρνοντας να ολοκληρώσει το έργο του, το οποίο υπερασπίζεται την ελευθερία του κάθε ανθρώπου, τις αξίες της ζωής και το Ελληνικό ΦΩΣ. Η ζωή του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια ιστορία αγάπης, πίστης και δύναμης ενός συγγραφέα που μπόρεσε να ξεπεράσει τις αντιξοότητες και τη βαρβαρότητα της εποχής του και να μείνει το έργο του αιώνιο. Το δημιουργικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη εμπνέει το σήμερα και ενεργοποιεί ευεργετικά το αύριο.

Παρ’ότι η ταινία δεν δέχτηκε τις καλύτερες κριτικές, κατέκτησε τις καρδιές της Κριτικής Επιτροπής του 51ου Διεθνούς Φεστιβάλ του HOUSTON, της Επιτροπής των Κριτικών κινηματογράφου καθώς τις καρδιές των απλών θεατών. Η ταινία τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο «Καλύτερης ταινίας» και τρία ακόμη μεγάλα βραβεία, αυτό της μουσικής για τον Μίνω Μάτσα, φωτογραφίας για τον Αρι Σταύρου καθώς και το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στον Οδυσσέα Παπασπηλιώπουλο για την ερμηνεία του στον ρόλο του Νίκου Καζαντζάκη.

«33.333: Η Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη»

Ένα ντοκιμαντέρ του Μένιου Καραγιάννη, γύρω από την προσωπική και συγγραφική Οδύσσεια του μεγάλου Κρητικού στοχαστή.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι παγκοσμίως γνωστός για τα μυθιστορήματά του. Λίγοι όμως γνωρίζουν, και ακόμη λιγότεροι έχουν διαβάσει την «Οδύσσεια», ένα επικό ποίημα 33.333 στίχων, το πιο σπουδαίο, κατά τον ίδιο, έργο του. Η πρώτη ομοιότυπη έκδοση της «Οδύσσειας» του Καζαντζάκη κυκλοφόρησε το 1938, σε 3.000 αντίτυπα, σφραγισμένα και αριθμημένα. Οι περιπέτειες, φυσικές και πνευματικές, και τα ταξίδια τού Οδυσσέα αφ’ ότου επέστρεψε στην Ιθάκη και έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του στον Νότιο Παγωμένο Ωκεανό σε 33.333 στίχους, με αφορμή τους οποίους ξεκινά ένα κινηματογραφικό ταξίδι αναζήτησης…

Το ντοκιμαντέρ ταξιδεύει από τη Σουηδία, όπου ένας μεταφραστής 102 ετών, βρίσκει τη δύναμη να μάθει ελληνικά και να μεταφράσει το τεράστιο αυτό έργο έως την Αμερική, την Κρήτη, την Αθήνα, αλλά και την Τήνο, προσπαθώντας να ρίξει φως τόσο στις πτυχές του άγνωστου αυτού έργου, όσο και στην προσωπικότητα και τη σκέψη του συγγραφέα.

Η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη είναι η οδύσσεια των ανθρώπων σε μια πορεία χωρίς Ιθάκη, επικίνδυνη και αβέβαιη, γι’ αυτό και μεγαλειώδης. Ένας ύμνος στο μεγαλείο τού ανθρώπου. Στο εύθραυστο αυτό μεγαλείο, καθώς δεν υπάρχει σημείο στην ανθρώπινη ευτυχία, που να μην κρύβει κάποια λύπη.

Ο Καζαντζάκης, έχοντας ο ίδιος ζήσει περιόδους μεγάλων κρίσεων και φτώχειας, τονίζει την ανάγκη να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας και την ευθύνη απέναντι σε όσους το έχουν ανάγκη. Όπως γράφει στην Ασκητική, «Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί́, εγώ φταίω… η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη…» 

Έργα του Καζαντζάκη που έχουν γίνει διάσημες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές επιτυχίες

Ταινίες

  • 1957: «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει» ή «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» γαλλικής παραγωγής, σκηνοθ. Ζυλ Ντασέν βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα [
  • 1964: «Αλέξης Ζορμπάς», ελληνοβρετανικής παραγωγής σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα
  • 1973: «Δίαυλος Υ», μικρού μήκους ταινία βασισμένη στην «Ασκητική», σε σκηνοθεσία Διονύση Μαλούχου
  • «Ιερά Μονή Σινά» σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζερβουλάκου, βασισμένο στο ταξιδιωτικό βιβλίο του Καζαντζάκη
  • 1988: «Ο τελευταίος πειρασμός» αμερικάνικης παραγωγής σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε και πάλι από το ομώνυμο μυθιστόρημα.

Σειρές

Μουσική για τον Νίκο Καζαντζάκη

Είναι φυσικό τα σπουδαία γραπτά και ποιήματα του Νίκου Καζαντζάκη να μελοποιηθούν, όπως κάθε μεγάλου λογοτέχνη. Σας παραθέτουμε τις καλύτερες μουσικές συλλογές βασισμένες στο έργο του.

Μάνος Χατζιδάκις – Καπετάν Μιχάλης (1966)

Το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» είναι ένα από τα τελευταία έργα του. Γράφτηκε το 1949-50 και εκδόθηκε το 1953. Αν και αναφέρεται ως ποιητής του κειμένου ο Νίκος Καζαντζάκης, ουσιαστικά πρόκειται για μια πρωτότυπη εργασία του θεατρικού συγγραφέα Γεράσιμου Σταύρου ο οποίος δραματοποίησε το εκτεταμένο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη. Στο εξώφυλλο αναγράφεται:

«στίχοι των τραγουδιών σχηματίστηκαν από αυτούσιες φράσεις του Ν. Καζαντζάκη που περιέχονται στο βιβλίο του «Καπετάν Μιχάλης» και πως «την επιλογή και σύνθεση σε επτά ενότητες έκαμε ο Γεράσιμος Σταύρου».

Έτσι προέκυψαν επτά «ποιήματα», τα οποία μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η συγκεκριμένη θεατρική μορφή του έργου με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι ανέβηκε το 1966 από το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη.

Κώστας Μουντάκης – Αναφορά στον Καζαντζάκη (1976)

Παραφράζοντας τον τίτλο του μυθιστορήματος «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη ο σπουδαίος κρητικός λυράρης Κώστας Μουντάκης ηχογράφησε το 1976 το δίσκο «Αναφορά στον Καζαντζάκη» εμπνεόμενος από το έργο του μεγάλου συμπατριώτη του και ειδικότερα από τον «Ζορμπά». Τα τραγούδια ερμηνεύει ο δημιουργός τους μαζί με το γιο του Μάνο Μουντάκη, ενώ συμμετέχουν ο Δημήτρης Ντουνάκης και η Χάρις Αλεξίου.

 Μανώλης Καλομοίρης – Πρωτομάστορας (Κρατική Ορχήστρα της κινηματογραφίας της ΕΣΣΔ ) (1990)

Μουσική Τραγωδία σε 2 μέρη και ένα ιντερμέδιο, από την ομώνυμη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη. Η όπερα του Μανώλη Καλομοίρη «Ο Πρωτομάστορας» πρωτοπαρουσιάστηκε την Παρασκευή 11 Μαρτίου 1916 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Το έργο ήταν αφιερωμένο στον Ελευθέριο Βενιζέλο, του οποίου θερμός υποστηρικτής ήταν ο Καλομοίρης. Ο Πρωτομάστορας βασίστηκε σε τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη και ήταν γραμμένο στη δημοτική γλώσσα μια και ο Καλομοίρης εκτός από βενιζελικός ήταν και φανατικός δημοτικιστής. Την εποχή εκείνη τα πνεύματα μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων είχαν ιδιαίτερα οξυνθεί όπως και τα πνεύματα μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων.

https://www.youtube.com/watch?v=QuTqVxNym20

Νίκος Μαμαγκάκης – Οδύσσεια (1984, 2011)

Ο δίσκος του Νίκου Μαμαγκάκη περιλαμβάνει εκτενή μελοποιημένα αποσπάσματα από το ομώνυμο επικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο το 1924 ο Νίκος Καζαντζάκης αρχίζει να γράφει την Οδύσσεια. Ένα έπος που περιλαμβάνει 24 ραψωδίες και που του πήρε 14 χρόνια για να το ολοκληρώσει. Η Οδύσσεια του Καζαντζάκη ξεκινά από εκεί που σταματά η Οδύσσεια του Ομήρου. Σ’ αυτήν ξεδιπλώνει την κοσμοθεωρία του, ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη δεν ελπίζει τίποτα , δεν φοβάται τίποτα, είναι ελεύθερος. Στο δίσκο τραγουδούν οι Νένα Βενετσάνου, Κάτια Γέρου, Σπύρος Σακκάς, Λάκης Χαλκιάς και Νίκος Μαμαγκάκης.

Μάνος Μουντάκης – Οδύσσεια (2003)

Η μελοποίηση του Μάνου Μουντάκη με τη μορφή της λαϊκής όπερας με κρητικό χαρακτήρα και ενορχήστρωση που αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο την ομορφιά των παραδοσιακών μουσικών οργάνων, μας κάνει κοινωνούς της κρητικής σκέψης και της κρητικής ματιάς μεταδίδοντάς μας με τη μουσική του, τα μηνύματα του μεγάλου κρητικού συγγραφέα και στοχαστή.

Κική Καγιαβά – Ο επαναστάτης νους (2007)

Η επιλογή των στίχων, η δημιουργία τραγουδιών και οι μουσικές συνθέσεις ανήκουν στην Κική Καγιαβά. Για πρώτη φορά έργο για τον Νίκο Καζαντζάκη παρουσιάζεται με μουσικοχορευτική μορφή. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στο κηποθέατρο Ν. Καζαντζάκης, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τον θάνατό του.

Αυτά είναι μερικά από τα αμέτρητα δημιουργήματα αφιερωμένα στον αθάνατο Νίκο Καζαντζάκη και σίγουρα θα υπάρξουν πολλά ακόμα, καθώς αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του αιώνα και ένας από τους πιο γνωστούς Έλλην των εποχών.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82

https://www.public.gr/search/public/searchResultsSN.jsp?sn.q=%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82&sn.o=0

htpps://tovivlio.net/ο-νίκος-καζαντζάκης-στην-ελληνική-δισ/




20 «αφυπνιστικά» αποφθέγματα του Ν. Καζαντζάκη

Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας πολυγραφότατος, βαθύς και αγαπημένος εραστής της πένας, ο Νίκος Καζαντζάκης. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου άφησε επίσης πίσω του πολλές αξιομνημόνευτες και σοφές φράσεις, που είπε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Από αυτές επιλέξαμε 20 για να σας παρουσιάσουμε ένεκεν της γέννησής του:

1. «Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε».

2. «Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά».

3. «Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ».

4. «Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα».

5. «Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο».

6. «Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν».

7. «Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα».

8. «Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά».

9. «Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος – αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ‘ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος – σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται».

10. «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

11. «H καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες – φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!»

12. «Το ψέμα είναι ανανδρία».

13. «Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».

14. «Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!»

15. «Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος».

16. «Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη· πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου. Κι ακόμα, για να μπορούν –σκοπός ανώτατος– να υπερασπίσουν το άστυ».

17. «Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει».

18. «Οι μισές δουλειές, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο»!

19. «Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι».

20. «Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη».

Καλή ανάγνωση και καλή αφύπνιση🦋

Το καρναβάλι του Γύζη

Σαν χθες, 1η Μαρτίου 1842, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου ο Νικόλαος Γύζης. Ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.

Ως γνήσιο τέκνο της Σχολής του Μονάχου ο Γύζης ασχολήθηκε με την ηθογραφία, τη νεκρή φύση και το πορτρέτο, όμως ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 θα στραφεί προς τα ιδεαλιστικά – αλληγορικά θέματα επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό, εκφράζοντας με τον δικό του, ιδιαίτερο, τρόπο το νέο πνεύμα της εποχής.

Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ζήτησε το 1887 από τον Γύζη αλλά και από τον Ιακωβίδη με την ίδια ακριβώς επιστολή να σχεδιάσουν τη σημαία του. Ο Γύζης αναλαμβάνει το έργο, φροντίζοντας να συζητήσει τα σχέδιά του με τον Ιακωβίδη, τον οποίο εκτιμά ιδιαίτερα. Το λάβαρο, που είναι επηρεασμένο από τα γλυπτά του ναού της Αφαίας, δε θα αρέσει σε όλους: «χονδροειδές εικόνισμα» και «ακαλαίσθητο κακοτέχνημα» είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που ο ζωγράφος θα αντιγράψει στις σημειώσεις του.

Το 1888 το έργο του «Πνεύμα της Τέχνης» χρησιμοποιείται σαν διαφημιστική αφίσα του Καλλιτεχνικού Συνδέσμου του Μονάχου, ενώ το 1892 κερδίζει χρυσά μετάλλια στη Διεθνή Έκθεση του Μονάχου και στη Μαδρίτη. Το 1895 επισκέπτεται για τελευταία φορά την Ελλάδα, όπου όλοι τον αντιμετωπίζουν με δέος και το 1896 σχεδιάζει το Δίπλωμα των Ολυμπιακών Αγώνων.

Από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου», ο Νικόλαος Γύζης δεν επηρέασε μόνο την πορεία της ελληνικής τέχνης αλλά κατέχει σημαντική θέση και στη γερμανική ιστορία της τέχνης του 19ου αιώνα. Οι ηθογραφίες του υπερβαίνουν την απλή διήγηση, το ιδεαλιστικό, αλληγορικό και θρησκευτικό του έργο, ωστόσο, είναι εκείνο που αναδεικνύει το διαμέτρημά του.

Λάτρης της μουσικής, συνήθιζε να ζωγραφίζει υπό τους ήχους της και η επίδρασή της είναι ορατή σε έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία» και ο «Χορός Των Μουσών». «Όταν ο Πήγασος μου θέλη καμμία φορά να ξεκουρασθή επιστρέφει τις τον Όλυμπον. Eκεί είδα πολλούς· όχι μόνον τους θεούς της Eλλάδος αλλά όλους τους εξόχους άνδρας (…). Kαι το μεγαλοπρεπέστερον, εις υψηλότερον μέρος καθήμενος ο Beethoven έπαιζεν εις όργανον την χιλιοστήν συμφωνίαν του», γράφει.

Το έργο του υπήρξε πολύπλευρο, στο επίκεντρο ωστόσο πάντα βρισκόταν ο άνθρωπος. Η οικογένεια και τα βιώματά της είναι το κύριο θέμα των ηθογραφιών του, ενώ ιδιαίτερη σημασία ο ζωγράφος έδινε στην απόδοση των παιδιών. Λιγοστοί είναι οι πίνακες που απεικονίζουν περιθωριακούς τύπους της κοινωνίας, καθώς και εκείνοι που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία, με το «Κρυφό Σχολειό» να κυριαρχεί ανάμεσά τους –πολεμικά γεγονότα ο Γύζης δε ζωγράφισε ποτέ. Επιδιώκοντας να ανανεώσει την ηθογραφία χρησιμοποίησε αρχαιοελληνικά θέματα με τις Νύμφες, τους Κενταύρους, τους Σάτυρους και τους ερωτιδείς να πρωταγωνιστούν.

Στα ιδεαλιστικά του έργα κατοικούν μυστηριώδεις γυναικείες μορφές που φέρουν τα ονόματα Τέχνη, Μουσική, Άνοιξη, Αρμονία, Ιστορία, Φήμη, ενώ τα θρησκευτικά του οράματα είναι δηλωτικά της υπαρξιακής του αγωνίας και εικονογραφούν την πάλη του Καλού με το Κακό. Αν και γνώρισε την αναγνώριση και τη δόξα, ο Νικόλαος Γύζης διατήρησε τη σεμνότητά του, μαζί με μια αίσθηση καλλιτεχνικής ανεπάρκειας, που συνδέεται με τη μεγάλη του αγάπη για τη μουσική: «Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός», δήλωνε στο Νικόλαο Νάζο το 1875.

Το έργο του που επιλέξαμε σήμερα, ώστε να συνάδει με το πνεύμα των ημερών είναι το “Καρναβάλι”.
Απεικόνιση σχεδόν φωτογραφική. Φως ζεστό, μαγικό, που ξεπηδά από εκεί που ο ζωγράφος επιλέγει και με τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε να διαχειριστεί και φωτίζει ανεπιτήδευτα όλες τις μορφές του έργου ώστε να αποκρυσταλλωθούν με την πιο φυσική μέθοδο οι εκφράσεις τους.

Τα πρόσωπα γεμάτα ένταση. Η χαρά που αναβλύζει από τους χαρακτήρες του έργου, ανόθευτη. Η αίσθηση της ένωσης και του μοιράσματος με αφορμή μια παραδοσιακή γιορτή, δυνατή πολύ.

Άνδρες και γυναίκες, καλικάντζαροι, νέοι και πιο ηλικιωμένοι, έπιπλα και σκεύη σκορπισμένα, μάσκες, ρούχα, ξάφνιασμα, λάγνα βλέμματα, ανάμεικτα συναισθήματα και διάθεση που παραπέμπουν σε γιορτή. Ή όπως ακριβώς το ονόμασε κι εκείνος, ένα «Καρναβάλι στην Αθήνα».

Κι όλα αυτά να διαδραματίζονται σε ένα χώρο που φαντάζει μάλλον φτωχικός.

«Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892 μετά από τουλάχιστον μία δεκαετία πειραματισμών και έρευνας πάνω στην σύνθεση και την λειτουργία του φωτός στο έργο», αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης. Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου.Η αντιπαράθεση του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου, η αναμέτρηση του φωτός και της σκιάς, της οικογενειακής ζωής και των εκστασιασμένων καρναβαλιστών ως ένα είδος δαιμόνων – όλα αυτά δημιουργούν ένα έργο εξαίσιο που ξεφεύγει από την παγίδα τού να αποτελεί ένα απλό, άκακο και αφελές βουκολικό ενσταντανέ».

Είναι κι αυτό ένα έργο της ωριμότητάς του, που ξεκάθαρα υπογραμμίζει τη νοσταλγία του για την πατρίδα. Το ίδιο συναίσθημα γέννα και στο θεατή που τον ταξιδεύει σε εποχές που δεν απέχουν χρονικά της δικής μας αλλά απέχουν σε αυθεντικότητα και συναισθήματα. Ευχόμαστε και οι δικές σας απόκριες να έχουν αυτή τη μαγεία και την ομορφιά του πίνακα.

Πηγή: LiFO

Tο Πρόσωπο του Τέρατος

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει οτι του μοιάζει. Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.

Ο Φρανκεστάϊν έγινε πόστερ καί στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι όλομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος καί αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των έξαφανισθέντων, βασανισθέντων καί νεκρών. Καί το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στίς φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι άπ’ όσους εννοούνε ν’ άντιδράσουνε στο τέρας, καί εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στίς αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα πού ό Φρανκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, άπ’ το μυαλό της κότας. Άπ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω καί πώς να τους το πω; Καί μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τίς σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές καί ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει καί να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ό εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε καί να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να τό ανεχόμαστε. Καί ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί καί τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει καί μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι άπ’ τους εχθρούς. Κι ό εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί άπ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας. Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη καί ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

– Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυό άλλοι, δικοί του φίλοι.- Βασίλης, του απαντώ.- Καί που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φάνουν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:

– Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Καί μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια καί χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο καί τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με αθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων καί εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για νά μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τίς πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα καί τίς για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, καί την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη όρθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στό μεταξύ καί ή εφαρμογή του οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, ή μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζός.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οί οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ καί Αισχύλο, μια καί ανήκουν δικαιωματικά στό υπουργείο Πολιτισμού. Χορός άπο τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη καί αποσύρεται εις τάς μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Αγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Καί τρέχουνε στίς Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο καί κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ό κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει άπ’ τίς ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε καί πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τί έγινε στην «Έρωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ό κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια καί την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε ή μορφή ένός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, καί προκαλούσε απρόσμενη, άμεση καί καθοριστική αντίδραση. Μόλις ό Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του καί το προσωπείο του άγαθού αρχηγού πατέρα, κι έφάνη στο πρόσωπο του ή μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ό Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει καί τον εξαφανίζει. Αυτό σημαίνει πώς ό χορός των γυναικών αυτών, καί δεν φοβήθηκε, αλλά καί πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

(Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978)

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟ

Μάνος Χατζιδάκις

Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Βασίλι Καντίνσκι: Η – όχι και τόσο – μαθηματική του σύνθεση VIII

Η καλλιτεχνική φυσιογνωμία του Καντίνσκι ενδεχομένως να συνοψίζεται σε αδρές γραμμές. Ωστόσο, το ίδιο το έργο του είναι εξαιρετικά περίπλοκο και δυσπροσέγγιστο για να συνοψιστεί. Πάντως οι πίνακές του αποτελούνται από γραμμές, σχήματα και χρώματα με τα οποία θέλησε να αποτυπώσει το μυστικιστικό του πνεύμα και συγχρόνως να το μεταδώσει. Ηδη από τον πρώτο του αφηρημένο πίνακα, το 1911, ο Καντίνσκι παραμένει πιστός στις ανεικονικές συνθέσεις, αναζητώντας αναλογίες ανάμεσα στη ζωγραφική και τη μουσική. Σε όλη του τη ζωή αγωνιζόταν με το έργο του, όσο και με τα γραπτά του, να αποδεσμευθεί από κοινοτοπίες και συμβατικότητες.

Η αρχική καλλιτεχνικη πορεία του Καντίνσκι ξεκίνησε στο κέντρο της Ευρώπης, με την απασχόληση του σ’ ένα εκτυπωτικό εργαστήριο της πόλης, πειραματιζόμενος με σχέδια τα οποία θα διακοσμούσαν κουτιά για σοκολατάκια. Δύο χρόνια αργότερα , οι πειραματισμοί του Καντίνσκι γέννησαν από χαρακτικά, ξυλόγλυπτα και λιθογραφίες, που αποτελούσαν πρώιμα δείγματα του μεγαλείου της τέχνης που θα γεννούσε.

Ό Καντίνσκι δεν έγινε διάσημος τόσο για τους πίνακές του, όσο για το ότι εφηύρε την αφηρημένη τέχνη και έγινε θεωρητικός της. Κάτι που συνέβη τυχαία. Ένα βράδυ επιστρέφοντας στο σπίτι του, είδε κάτι που τον εξέπληξε. Ένας πίνακας του που είχε πέσει και σταθεί λοξά, στον οποίο έπεφτε το φως από τον στύλο ηλεκτροδότησης. Το περίγραμμα από τα όσα εικονίζονταν, είχε εξαφανιστεί και ανακατευτεί με την υπόλοιπη σύνθεση. Είχε απομείνει μόνο η γενική εντύπωση από κάτι έντονο και ασυνήθιστο. Από τότε ο Καντίνσκι δεν ζωγράφισε ξανά πίνακες με συγκεκριμένο περιεχόμενο, παρά μόνο με αφηρημένο.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου του Μπάουχαους, ο Καντίνσκι υπήρξε για άλλη μια φορά μάρτυρας και πρωταγωνιστής μιας μεγάλης επανάστασης που φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την αρμονία ανάμεσα στα διαφορετικά καλλιτεχνικά μαθήματα και τις επιμέρους τέχνες υπό την αιγίδα της αρχιτεκτονικής (…) Ο Καντίσκι συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα, που θα συνεχιζόταν παρά τις διαδοχικές μετακομίσεις του Μπάουχαους στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι το οριστικό κλείσιμο της σχολής από τους ναζί το 1933.

Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία, λοιδορία και εχθρότητα, αλλά ο Καντίνσκι επέμενε στη θεμελίωση μιας νέας τάξης πραγμάτων στην τέχνη, στη βάση νέων αρχών. Παίρνει μέρος στα φθινοπωρινά και τα ανεξάρτητα σαλόνια του Παρισιού και εκεί έρχεται σε επαφή με εκπροσώπους των κινημάτων του φοβισμού και του κυβισμού.

Στα έργα του ακόμα, κυριαρχούν τα λεγόμενα «βιομορφικά» σχήματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης εγκυκλοπαίδειες και εργασίες βιολογίας, όπως τα έργα του Ερνστ Χέκελ. Πολλά έργα του με την έναρξη του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου καταστράφηκαν από το ναζιστικό καθεστώς. Όλη η εργασία του στη Γαλλία διασώθηκε. Ο Βασίλι Καντίνσκι, ο καλλιτέχνης που θεμελίωσε την αφηρημένη τέχνη και μπόρεσε να την αποδεσμεύσει από τη φιγούρα, πέθανε στα 78 του χρόνια από αρτηριοσκλήρωση. Τάφηκε στο Νεϊγί-συρ-Σεν. Τα έργα αποτελούν θησαυρό των πιο μεγάλων μουσείων στον κόσμο.

Η σύνθεση VIII έχει μακρά και σκοτεινή ιστορία. Ο ίδιος ο Καντίνσκι θεωρούσε ότι ήταν η ακμή της πρώιμης περιόδου του Bauhaus.
Κανένα τυπικό στοιχείο δεν μπορεί να συσχετηθεί μορφολογικά με οποιοδήποτε εικονιστικό πρωτότυπο. Το γεωμετρικό λεξιλόγιο φαίνεται να αποτελείται από σχετικά λίγα στοιχεία, όπως κύκλους, ημικυκλικά τμήματα, γωνίες, ορθογώνια και ευθείες γραμμές. Ακόμα και αν κάποιος προσπαθήσει να περιγράψει την ατομική εμφάνιση των διαφόρων μορφών κύκλου, ούτε το σημείο, ούτε η μπάλα, ούτε ο δίσκος, ούτε και το σφαιρικό κυκλικό αντικείμενο μπορούν να χρησιμεύσουν για τον ακριβή προσδιορισμό του χαρακτήρα τους.
Φαίνεται ότι δεν υπάρχει λογική στην εικόνα, τα συστατικά μέρη δεν “ανταποκρίνονται” το ένα στο άλλο, η οργανική συνέχεια δεν είναι εμφανής και δεν προκαλούνται ψυχικοί συλλογισμοί. Ο ζωγράφος ειρωνεύεται έμμεσα το θεατή του έργου – αν και φαίνεται να είναι αυστηρά γεωμετρικό – αποκλίνει στην πραγματικότητα από τα μαθηματικά καθορισμένα σχήματα.
Μια πιο στενή μελέτη όχι μόνο αποκαλύπτει ένα πλήθος διαφορετικών αποχρώσεων του χρώματος, αλλά γίνεται επίσης σαφές ότι κανένα χρώμα δεν είναι πανομοιότυπο με οποιοδήποτε άλλο στον πίνακα. Τα χρώματα δεν “εφαρμόζονται” σε οποιοδήποτε αντικείμενο. δεν έχουν ποιότητα brio ή pastose, αλλά είναι τα ίδια τα φαινόμενα, όπως και οι γεωμετρικές μορφές. Λόγω της αδυναμίας να δοθεί μια ευδιάκριτη περιγραφή της Σύνθεσης VIII, ο πειρασμός είναι να παρακάμψουμε το πρόβλημα συγκρίνοντας τα στοιχεία του πίνακα με αυτά της ατομικής φυσικής, τα οποία φυσικά δεν αποτελούν μέρος του πραγματικού κόσμου. Και είναι πολύ αποκαλυπτικό, κυρίως λόγω της αόριστης ποιητικής ποιότητας του έργου, να εξετάσει την απάντηση του Niels Bohr στο πρόβλημα της εξεύρεσης λύσης στο δίλημμα: «Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο όπως χρησιμοποιείται στην ποίηση όπου δεν είναι ο σκοπός της να περιγράψει με ακρίβεια τα δεδομένα γεγονότα, αλλά να δημιουργήσει εικόνες και να εμπνεύσει τις σκέψεις στο μυαλό του ακροατή ».

Χόρχε Μπουκάι: «Το κάστρο της ζωής»

Ήταν μια φορά ένας κύριος που έκανε ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγόρασε από το αεροδρόμιο έναν οδηγό με τα κάστρα των νησιών. Κάποια είχαν συγκεκριμένες μέρες επισκέψεων και άλλα πολύ αυστηρό ωράριο. Αλλά αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ένα που παρουσιαζόταν με τη φράση «Η επίσκεψη της ζωής σου».

Στις φωτογραφίες τουλάχιστον, φαινόταν ένα κάστρο ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο εντυπωσιακό από τα άλλα, αλλά είχε ιδιαίτερες συστάσεις. Ο οδηγός εξηγούσε πως για λόγους που θα γίνονταν κατανοητοί αργότερα, οι επισκέπτες δεν πλήρωναν είσοδο εκ των προτέρων αλλά ήταν απαραίτητο να κλείσουν από πριν ραντεβού δηλαδή ημέρα και ώρα. Η διαφορετική αυτή πρόταση του είχε κινήσει την περιέργεια, και το ίδιο απόγευμα ο άνθρωπος τηλεφώνησε από το ξενοδοχείο του και έκλεισε ραντεβού.

Όλα λειτουργούν πάντα με τον ίδιο τρόπο στον κόσμο. Αρκεί να έχει κάποιος ένα σημαντικό ραντεβού κάποια συγκεκριμένη ώρα και ανάγκη να είναι ακριβής, για να μπερδευτούν όλα. Η περίπτωση αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση, και δέκα λεπτά αργότερα από τη συμφωνημένη ώρα, ο τουρίστας έφτασε στο παλάτι. Παρουσιάστηκε σ’ έναν άντρα με καρό φούστα, που τον περίμενε και τον καλωσόρισε.

-«Οι υπόλοιποι μπήκαν ήδη με τον ξεναγό;» ρώτησε αφού πρώτα δεν είδε κανέναν άλλο επισκέπτη.

-«Οι υπόλοιποι;» ανταπέδωσε την ερώτηση ο άντρας. «όχι οι επισκέψεις είναι ατομικές και δεν προσφέρουμε ξεναγούς»

Χωρίς καμιά αναφορά στο ωράριο, του εξήγησε λίγο την ιστορία του κάστρου και του ανέφερε τι να προσέξει ιδιαιτέρως: τις τοιχογραφίες, τις πανοπλίες στη σοφίτα, τον πολεμικό εξοπλισμό στη Βόρεια αίθουσα, τις κατακόμβες κάτω από τη σκάλα και το δωμάτιο βασανιστηρίων στο μπουντρούμι. Αφού είπε αυτά του έδωσε ένα κουτάλι και του ζήτησε να το κρατήσει οριζόντιο, με το κοίλο μέρος προς τα πάνω.

-«Κι αυτό τι;» ρώτησε ο επισκέπτης

-«Εμείς δεν εισπράττουμε την άδεια εισόδου στο κάστρο. Για να κοστολογήσουμε την επίσκεψή σας καταφεύγουμε σε αυτό το σύστημα. Κάθε επισκέπτης κρατάει ένα κουτάλι σαν αυτό, γεμάτο μέχρι πάνω με ψιλή άμμο. Εδώ χωράνε ακριβώς 100 γραμμάρια. Μετά την περιήγηση σας στο κάστρο, ζυγίζουμε την άμμο που έχει μείνει στο κουτάλι και σας χρεώνουμε μια λίβρα για κάθε γραμμάριο που έχετε χάσει. Ένας τρόπος για να βρούμε το κόστος της καθαριότητας» εξήγησε.

-«Κι αν δεν χάσω ούτε ένα γραμμάριο;»

-«Α αγαπητέ μου κύριε, τότε η επίσκεψη σας στο κάστρο θα είναι δωρεάν»

Ο άνθρωπος αν και έκπληκτος, βρήκε την πρόταση διασκεδαστική και, αφού είδε τον οικοδεσπότη να ξεχειλίζει το κουτάλι με άμμο, ξεκίνησε την περιήγησή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις κινήσεις του, ανέβηκε πολύ αργά τις σκάλες με το βλέμμα καρφωμένο στο κουτάλι. Όταν έφτασε πάνω, στην αίθουσα με τις πανοπλίες, προτίμησε να μην μπει γιατί σκέφτηκε πως ο αέρας θα έπαιρνε την άμμο κι έτσι αποφάσισε να κατέβει προσεκτικά. Περνώντας από την αίθουσα με τις πολεμικές μηχανές, κάτω από τη σκάλα, συνειδητοποίησε πως για να τις δει καλά, θα έπρεπε να κρατηθεί από τα κάγκελα και να σκύψει πολύ. Δεν ήταν επικίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα, αλλά συνεπαγόταν πως θα έχανε κάτι από το περιεχόμενο του κουταλιού, οπότε συμβιβάστηκε να το κοιτάξει από μακριά. Τι ίδιο του συνέβη και με την υπερβολικά απότομη σκάλα που οδηγούσε στα μπουντρούμια. Καθώς επέστρεφε από το διάδρομο στο σημείο εκκίνησης, κατευθύνθηκε ικανοποιημένος προς τον άνθρωπο με τη σκωτσέζικη φούστα που τον περίμενε με μια ζυγαριά. Εκεί άδειασε το περιεχόμενο του κουταλιού και περίμενε την ετυμηγορία του άντρα.

-«Εκπληκτικό, χάσατε μόνο μισό γραμμάριο» ανακοίνωσε, «σας συγχαίρω. Όπως εσεις προβλέψατε, αυτή η επίσκεψη δε θα σας στοιχίσει τίποτα»

-«Ευχαριστώ»

-«Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;» ρώτησε στο τέλος ο οικοδεσπότης.

Ο τουρίστας δίστασε και τελικά αποφάσισε να φανεί ειλικρινής.

-«Η αλήθεια είναι πως όχι και πολύ. Ήμουν τόσο απασχολημένος με το να προσέχω την άμμο, που δεν μπόρεσα να δω αυτό που μου είπατε.»

-«Μα αυτό είναι φριχτό! Κοιτάξτε, θα κάνω μια εξαίρεση. Θα σας ξαναγεμίσω το κουτάλι, γιατί είναι ο κανονισμός, αλλά τώρα ξεχάστε πόσο θα χυθεί: μένουν 12 λεπτά μέχρι να έρθει ο επόμενος επισκέπτης. Να πάτε και να γυρίσετε πριν φτάσει»

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άνθρωπος πήρε το κουτάλι κι έτρεξε στη σοφίτα. Όταν έφτασε έριξε μια γρήγορη ματιά σε ότι υπήρχε εκεί, και κατέβηκε τρέχοντας στα μπουντρούμια γεμίζοντας τις σκάλες με άμμο. Δεν περίσσευε ούτε μια στιγμή γιατί τα λεπτά περνούσαν, και σχεδόν πέταξε προς το πέρασμα κάτω από τη σκάλα, όπου, σκύβοντας για να μπει του έπεσε το κουτάλι και χύθηκε όλο το περιεχόμενό του. Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει έντεκα λεπτά. Ξανά, χωρίς να δει τις πολεμικές μηχανές, έτρεξε μέχρι τον άνθρωπο στην είσοδο, στον οποίο παρέδωσε το άδειο κουτάλι.

-«Αυτή τη φορά χωρίς άμμο λοιπόν, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε κάνει μια συμφωνία. Πώς ήταν; Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;»

Ξανά ο επισκέπτης δίστασε μερικές στιγμές.

-«Η αλήθεια είναι πως όχι» ομολόγησε στο τέλος. «Ήμουν τόσο απασχολημένος να γυρίσω πριν φτάσει ο επόμενος, που έχασα όλη την άμμο, αλλά και πάλι δεν το ευχαριστήθηκα καθόλου.»

Ο άνθρωπος με την πίπα άναψε την πίπα του και του είπε:

-«Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς και αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν τον χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.»

Η αλλοτρίωση του καταναλωτισμού, του Ιωάννη Ξηροτύρη

«Σήμερα ο άνθρωπος των βιομηχανικών κοινωνιών ζει τον εαυτό του και τους
άλλους όπως ζει τα πράγματα, τα αντικείμενα, απλώς με τις αισθήσεις και με το νου, αλλά
σύγχρονα χωρίς καμιά καρποφόρα σχέση προς τον εαυτό του και το περιβάλλον, γιατί έχει
αλλοτριώσει τον εαυτό του. Δεν τον αισθάνεται σαν κέντρο και δημιουργό της τεχνικής
του κατασκευής, του κατασκευάσματός του, παρά σαν υπηρέτη του. Όσο πιο πελώριες
είναι οι δυνάμεις που έχει αποδεσμεύσει ο άνθρωπος, τόσο και πιο αδύνατο αισθάνεται
τον εαυτό του σήμερα μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες. Κατέχεται από την ίδια την
δημιουργία του, τη στιγμή που χάνει τον εαυτό του.
(…) Ο σκοπός του σημερινού ανθρώπου, που ζει μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες,
είναι να πουλήσει τον εαυτό του με επιτυχία στην αγορά. Γι’ αυτό και δεν αντλεί τη
συναίσθηση του εαυτού του από την ενεργητικότητά του σαν ένα ον που σκέπτεται και
αγαπά, πάρα από τον κοινωνικό – οικονομικό ρόλο του. Το αίσθημα της αξίας του
εξαρτάται από την επιτυχία, δηλαδή από το αν μπορεί να πουλήσει σε συμφέρουσα τιμή τον
εαυτό του, το σώμα του, τη νόησή του, τη νοητική του ικανότητα, τη δυνατότητα. Και η
ψυχή του ακόμη είναι το κεφάλαιό του!
(…) Ανθρώπινες ιδιότητες, όπως φιλία, ευγένεια, καλοσύνη και άλλα πιο «ιερά»
ακόμη πράγματα αντικρίζονται σαν εμπορεύματα, είδη χρήσιμα, αναγραμμένα επάνω στο
πακέτο της «προσωπικότητας», που βοηθούν στην ανθρώπινη αγορά να επιτευχθούν
υψηλότερες τιμές. Έτσι είναι φανερό πως η εκτίμηση των ίδιων των ικανοτήτων του
ανθρώπου εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω απ’ αυτόν, βρίσκονται δηλαδή
στην παραπαίουσα κρίση της αγοράς, η οποία αποφασίζει για την αξία του κατά τον ίδιο
τρόπο που κρίνει και αποφασίζει για κάποιο εμπόρευμα, για αντικείμενα δηλαδή και
πράγματα που δεν έχουν οντότητα, εαυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι του
βιομηχανικού πνεύματος των κοινωνιών μας, που βάζει τη σφραγίδα του επάνω στην
κοινωνική μας οργάνωση, τείνουμε να χάσουμε τον εαυτό μας κάτω από τους πολλούς
ρόλους με τους οποίους ντυνόμαστε, και τις πολλές μάσκες που φορούμε.
(…) Ο άνθρωπος του τεχνικού πολιτισμού μεταβίβασε το καθαυτό «είναι» του,
εκποίησε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του. Κι έτσι αφαίρεσε τη γνήσια έκφρασή του, τη
συμπίεσε στις συμπληγάδες της η τεχνοκρατία, τον αποξένωσε από τον πλησίον του και
δυστυχώς κι από τον ίδιο τον εαυτό του …»

Η ζωή και το Έργο του πρίγκιπα των φιλοσόφων – Μπαρούχ Σπινόζα

Η ζωή του

Ο Μπαρούχ Σπινόζα (Baruch Spinoza), γνωστός αρχικά ως Μπέντο ντε (Benedito/Bento de Espinosa) και έπειτα Βενέδικτος Σπινόζα (Benedictus de Spinoza) – το όνομα του στα εβραϊκά, πορτογαλικά και λατινικά αντίστοιχα – ήταν Ολλανδός φιλόσοφος, εβραϊκής καταγωγής. Θεωρείτε ίσως και ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του 17ου αιώνα και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές του ρασιοναλιστικού πνεύματος του 17ου αι αλλά και ένας από τους σημαντικότερους προδρόμους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Ο Σπινόζα γεννήθηκε στι 24 Νοεμβρίου 1632 και μεγάλωσε στην Πορτογαλική Εβραϊκή κοινότητα του Άμστερνταμ. Καταγόταν από εβραιο-πορτογαλική οικογένεια που είχε μεταναστεύσει παλαιότερα σε εποχές διωγμών και αναγκαστικού προσηλυτισμού στην (τότε ισπανική αλλά αυτόνομη) Ολλανδία. Οι Σπινόζα ήταν επιτυχημένοι έμποροι και διακεκριμένα μέλη της εβραϊκής κοινότητας. Η μητέρα του, Ανα Ντεμπόρα, δεύτερη σύζυγος του πατέρα Μιγκουέλ, πέθανε όταν ο Μπαρούχ ήταν μόνο έξι ετών. Ο Σπινόζα είχε παραδοσιακή Εβραϊκή ανατροφή, παρακολουθώντας μαθήματα στη σύναξη Ταλμούδ Τορά του Άμστερνταμ. Μητρική γλώσσα του Σπινόζα ήταν τα Πορτογαλικά, αλλά θα διδαχθεί επίσης Εβραϊκά, έπειτα Ισπανικά, Ολλανδικά, Γερμανικά, ίσως Γαλλικά και αργότερα Λατινικά (γεγονός πο έρχεται σε αντίθεση με την άποψη των τότε μελετητών ότι ήταν “άγλωσσος”). Παρότι προφανώς μαθητής – αστέρι και ίσως θεωρούμενος δυνητικά ραββίνος, ο Σπινόζα δεν έφτασε ποτέ στην προχωρημένη μελέτη της Τορά των ανώτερων επιπέδων του προγράμματος σπουδών. Αντίθετα, στην ηλικία των 17, μετά το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του, Ισαάκ, διέκοψε τις επίσημες σπουδές του για να αρχίσει να εργάζεται στην εισαγωγική οικογενειακή επιχείρηση.

Το 1653, στην ηλικία των 20, ο Σπινόζα άρχισε να μελετά Γαλλικά με τον Φράνσες φαν ντεν Έντεν (1602-1674), περιβόητο ελεύθερο στοχαστή, που πιθανότατα εισήγαγε τον Σπινόζα στη σχολαστική και στη νεότερη φιλοσοφία, περιλαμβανομένης εκείνης του Καρτέσιου.

Το γραφείο του Σπινόζα

Πέθανε το 1654 ο πατέρας, Μιγκουέλ, όταν ο Σπινόζα ήταν 21. Παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της κληρονομιάς του και την παραχώρησε στην αδερφή του (παρά την δικαστική απόφαση υπερ του). Ο Σπινόζα υιοθέτησε το Λατινικό όνομα Benedictus de Spinoza, άρχισε να ζει με τον φαν ντεν Έντεν και να διδάσκει στη σχολή του. Λέγεται ότι ερωτεύθηκε την κόρη του δασκάλου του Κλάρα, αλλά αυτή τον αρνήθηκε για έναν πλουσιότερο σπουδαστή.

Την περίοδο αυτή ο Σπινόζα ήρθε επίσης σε επαφή με διαφόρων ειδών αιρέσεις που απέρριπταν την αυθεντία των καθιερωμένων εκκλησιών καθώς και τα παραδοσιακά δόγματα. Από τη στιγμή που ο Σπινόζα χαρακτηρίστηκε ως αιρετικός, οι συγκρούσεις του με τις αρχές έγιναν εντονότερες. Αργότερα δέχθηκε επίθεση στα σκαλιά της συναγωγής από κάποιον με μαχαίρι που φώναζε «Αιρετικέ!». Προφανώς αυτή η επίθεση τον συγκλόνισε και επί χρόνια είχε (και φορούσε) το σχισμένο του παλτό, ως ενθύμιο.

Στις 27 Ιουλίου 1656 η συνέλευση της Ταλμούδ Τορά του Άμστερνταμ εξέδωσε ένα χερέμ (ένα είδος απαγόρευσης, απομόνωσης, εξοστρακισμού, απέλασης ή αφορισμού) εναντίον του 23χρονου Σπινόζα. 

Με την απόφαση των αγγέλων και την εντολή των αγίων αφορίζουμε, αποβάλλουμε, καταριόμαστε και αναθεματίζουμε τον Μπαρούχ ντε Εσπινόζα με τη συγκατάθεση του Θεού. Ευλογημένος να είναι Εκείνος και με τη συγκατάθεση όλης της Ιεράς Συνόδου, μπροστά σε αυτούς τους ιερούς Παπύρους, με τις 613 εντολές που είναι γραμμένες σ’ αυτούς, με τον αφορισμό, με τον οποίο ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε την Ιεριχώ, με την κατάρα με την οποία ο Ελισαίος καταράστηκε τους νέους και με όλες τις κατάρες, που είναι γραμμένες στο Βιβλίο του Νόμου. Καταραμένος να είναι τη μέρα και καταραμένος να είναι τη νύχτα, καταραμένος να είναι όταν πλαγιάζει και καταραμένος να είναι όταν σηκώνεται, καταραμένος να είναι όταν βγαίνει και καταραμένος να είναι όταν μπαίνει. Ο Κύριος δεν θα τον λυπηθεί, o θυμός και η οργή του Κυρίου θα επιπέσει επ’ αυτού και θα του φέρει όλες τις κατάρες, που είναι γραμμένες σε αυτό το βιβλίο, και ο Κύριος θα εξαλείψει το όνομά του κάτω από τον ουρανό και ο Κύριος θα τον απομακρύνει με τον τραυματισμό του από όλες τις φυλές του Ισραήλ με όλες τις κατάρες της διαθήκης, που είναι γραμμένες στο Βιβλίο του Νόμου. Ο Κύριος δεν θέλει να τον συγχωρήσει, κι έτσι θα εκπέσει εναντίον του ο κεραυνός και η οργή Του. Διατάζουμε κανείς να μην επικοινωνεί με αυτόν προφορικά ή γραπτά, να μην του δείχνει καμία εύνοια, να μη μένει μαζί του κάτω από την ίδια στέγη ή σε απόσταση τεσσάρων μέτρων από αυτόν και να μη διαβάζει οτιδήποτε γραμμένο από αυτόν.

Πρώιμο χαρακτικό του φιλόσοφου Σπινόζα, με υπότιτλο στα Λατινικά «Ένας Εβραίος και Άθεος»

Δεν δηλώνεται η ακριβής αιτία για την αποβολή του Σπινόζα. Η μομφή αναφέρεται μόνο στις «βδελυρές αιρέσεις που εφάρμοζε και δίδασκε» και στις «αποτρόπαιες πράξεις» του και στις καταθέσεις μαρτύρων. Δεν υπάρχει καμμία καταγραφή τέτοιας κατάθεσης, αλλά φαίνεται ότι υπήρχαν αρκετές πιθανές αιτίες για την έκδοση της μομφής.

Όταν του κοινοποιήθηκε η απόφαση της μομφής φέρεται να είπε: «Πολύ καλά, αυτό δεν με υποχρεώνει να κάνω τίποτα που δεν θα είχα κάνει από μόνος μου, αν δεν φοβόμουν το σκάνδαλο.» 


Ο Σπινόζα πέρασε τα υπόλοιπα 21 του χρόνια γράφοντας και μελετώντας ιδιωτικά ως λόγιος. Ο Σπινόζα έζησε μια απλή ζωή ως τροχιστής και λειαντής φακών, δίνοντας παράλληλα ιδιαίτερα μαθήματα φιλοσοφίας και απορρίπτοντας επιβραβεύσεις και τιμές σε όλη του τη ζωή, περιλαμβανομένων υψηλού κύρους θέσεων διδασκαλίας. 

Έζησε ήσυχα στο Άμστερνταμ για μερικά χρόνια, όπου έγραψε τη Σύντομη Πραγματεία περί του Θεού, του Ανθρώπου και της Ευημερίας του.

Ο Σπινόζα μετακόμισε γύρω στα 1660 ή 1661 από το Άμστερνταμ στο Ρίινσμπουργκ όπου άρχισε να εργάζεται πάνω στις Αρχές Φιλοσοφίας του Καρτέσιου, καθώς και στο αριστούργημά του, την Ηθική. Το 1663 επέστρεψε για λίγο στο Άμστενταμ, όπου ολοκλήρωσε και εξέδωσε τις Αρχές Φιλοσοφίας του Καρτέσιου (το μόνο έργο, που εκδόθηκε στην εποχή του με το όνομά του) και στη συνέχεια μετακόμισε τον ίδιο χρόνο στο Βόορμπουργκ. Εκεί εγραψε και το 1670 εξέδωσε ανώνυμα τη Θεολογική Πολιτική Πραγματεία του, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις από την Προτεσταντική Εκκλησία.

Tractatus Theologico-Politicus

Ό,τι είναι ενάντια στους Νόμους της Φύσης, είναι ενάντια στη Λογική και ό,τι είναι ενάντια στη Λογική, είναι ανοησία και πρέπει να απορρίπτεται.

– Θεολογική Πολιτική Πραγματεία

Η πρώτη σελίδα του magnum opus(μεγάλου έργου) του Σπινόζα, Ηθική

Το 1670 ο Σπινόζα μετακόμισε στη Χάγη. Εργάστηκε πάνω στην Ηθική, έγραψε μια ημιτελή Εβραϊκή γραμματική, άρχισε την Πολιτική Πραγματεία του, έγραψε δύο επιστημονικά δοκίμια («Για το Ουράνιο Τόξο» και «Για τον Υπολογισμό των Αλλαγών») και άρχισε μια ολλανδική μετάφραση της Αγίας Γραφής (που αργότερα κατέστρεψε). Ο Σπινόζα επέλεξε τη Λατινική λέξη caute (πρόσεχε), γραμμένη κάτω από ένα τριαντάφυλλο, σύμβολο μυστικότητας, ως σήμα του. «Γιατί, έχοντας διαλέξει να γράφει σε μια γλώσσα τόσο ευρέως κατανοητή, ήταν υποχρεωμένος να κρύβεται για ότι έγραφε»

Το 1676 ο Σπινόζα συναντήθηκε στη Χάγη με το Λάιμπνιτς για μια συζήτηση του βασικού φιλοσοφικού του έργου, της Ηθικής, που είχε τότε ολοκληρώσει. Η συνάντηση αυτή περιγράφεται στο Ο Αυλικός και ο Αιρετικός (2009) του (Αμερικανού φιλοσόφου) Μάθιου Στιούαρτ.

Η υγεία του Σπινόζα άρχισε να επιδεινώνεται το 1676 και πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 1677, σε ηλικία 44 ετών. Λέγεται ότι ο πρόωρος θάνατός του οφειλόταν σε ασθένεια των πνευμόνων, πιθανόν πνευμονοκονίαση, λόγω εισπνοής υαλόσκονης από τους φακούς που κατασκεύαζε. Μεταγενέστερα, το σπίτι του στη Χάγη έγινε μνημείο.

Ο τάφος του Σπινόζα στον περίβολο της Νιούε Κερκ, Χάγη

Το έργο του

Όμως, τι πραγματικά πίστευε ο Σπινόζα; Θα ήταν αδύνατον να αναλύσουμε όλες τις φιλοσοφικές θεωρίες σε ένα μόνο άρθρο. Γενικά, ήταν ορθολογιστής και είχε μία μαθηματικο-γεωμετρική σκέψη. Ο Ολλανδός φιλόσοφος θέλησε να καταπολεμήσει μέσα από το έργο του την εσωτερική καταπίεση, υποδούλωση, τα δεσμά των παθών, τις προκαταλήψεις και γι’ αυτό ασχολήθηκε με το ζήτημα της γνώσης και της ελευθερίας, του Θεού και της αλήθειας.

Πορτραίτο του Σπινόζα

Θρησευτική Ιδεολογία

Ως αιωνιότητα, εννοώ την ίδια την ύπαρξη, καθ’ όσον νοείται ότι παράγεται αναγκαία απ’ αυτόν τούτο τον ορισμό του (ή ενός) αιωνίου πράγματος.

Ηθική, Πρώτο μέρος, «Περί Θεού», Ορισμός 8

Οι φιλοσοφικές του σκέψεις για το κράτος και την φύση προδιέγραψαν τη δημιουργία και εξέλιξη της αστικής δημοκρατίας και στηρίχθηκαν στη βασική ιδέα της ύπαρξης, αντί ενός προσωποποιημένου θεού, μιας παγκόσμιας φυσικής δύναμης, η οποία είναι “θεϊκής” προελεύσεως. 
Για τα θέματα της Ερμηνευτικής της Βίβλου ο Σπινόζα υποστήριζε ότι η Βίβλος δεν περιέχει το λόγο του θεού, αλλά τη θέλησή του, όπως αυτή μεταφέρεται από τους προφήτες, δηλαδή από ενδιάμεσα άτομα, τα οποία όπως πολλοί άλλοι μπορεί να μεtαφέρουν εσφαλμένα και των οποίων στην πορεία της παράδοσης τα έργα πιθανόν να έχουν αλλοιωθεί ή παρεξηγηθεί.
Για να προκύψει λοιπόν ένα “ασφαλές” και “σαφές” νόημα της Βίβλου, απαιτείται ιστορικο-φιλοσοφική επανεξέταση, με καθαρές και σαφείς φιλοσοφικές έννοιες. Ο Σπινόζα απαιτεί την “interpretatio scripturae” της Βίβλου σε αναλογία με τη διερεύνηση της φύσης. Γι’αυτόν, οι έννοιες του καλού και του κακού (τα αμαρτήματα) είναι απατηλές όσο και η επίκληση της βούλησης του Θεού (τον οποίο αποκαλεί «άσυλο της άγνοιας»).

Ευλογία δεν είναι η αμοιβή της αρετής, αλλά η ίδια η αρετή.

Η Μία Υπόσταση – Πανθεϊσμός

Με τον όρο Θεός εννοώ ένα απόλυτα άπειρο ον – δηλαδή μια υπόσταση που αποτελείται από μιαν απειρία κατηγορημάτων που το καθένα τους εκφράζει μια αιώνια και άπειρη ουσία.

Ηθική, Πρώτο μέρος, «Περί Θεού», Ορισμός 6

Ο Σπινόζα υποστήριζε ότι ο Θεός υπάρχει και είναι αφηρημένος και απρόσωπος. Αντιδρά στο καρτεσιανό δυϊσμό και θεωρεί ότι
το σώμα και το πνεύμα δεν διαχωρίζονται, όντας ένα ενιαίο σύνολο. Η ψυχή και το σώμα είναι ένα ιδωμένα άλλοτε υπό το κατηγόρημα της Σκέψης κι άλλοτε υπό εκείνο της Έκτασης. Υποστήριξε ότι τα πάντα που υπάρχουν στη Φύση (δηλαδή τα πάντα στο Σύμπαν) είναι μία Πραγματικότητα, μία Ουσία, και υπάρχει μόνο ένα σύνολο κανόνων, που κυβερνά το σύνολο της πραγματικότητας που μας περιβάλλει και του οποίου αποτελούμε μέρος. Ο Σπινόζα υποστηρίζει ότι ο Deus sive Natura (Θεός ή Φύση) είναι ένα ον με απείρως πολλές ιδιότητες, από τις οποίες δύο μόνο είναι η σκέψη και το πραγματικό. Θεωρούσε το Θεό και τη Φύση ως δύο ονόματα για την ίδια πραγματικότητα, δηλαδή μια ενιαία θεμελιώδη ουσία, μία και μοναδική Υπόσταση, που είναι η βάση του σύμπαντος και της οποίας όλες οι μικρότερες «οντότητες» είναι στην πραγματικότητα τρόποι ή τροποποιήσεις, ότι όλα τα πράγματα είναι καθορισμένα από τη Φύση να υπάρχουν και να προκαλούν αποτελέσματα και ότι η πολύπλοκη αλυσίδα αιτίου και αποτελέσματος γίνεται εν μέρει μόνο αντιληπτή από τον άνθρωπο. Το ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι έχουν ελεύθερη θέληση, υποστηρίζει, είναι αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης μεν των επιθυμιών που επηρεάζουν το νου τους, ενώ αδυνατούν να κατανοήσουν τις αιτίες λόγω των οποίων θέλουν και ενεργούν όπως κάνουν.

Κάθε τι που υπάρχει, υπάρχει μέσα στο Θεό και τίποτα δεν μπορεί ούτε να υπάρξει ούτε να νοηθεί χωρίς το Θεό.

Ηθική, Πρώτο μέρος, «Περί Θεού», Θεώρημα 15


Ντετερμινισμός

«Οι άνθρωποι έχουν επίγνωση των επιθυμιών τους και άγνοια των αιτίων από τις οποίες (οι επιθυμίες) καθορίζονται».

Ο Σπινόζα ήταν ένας πλήρης ντετερμινιστής, που έκρινε ότι απολύτως οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσω της διαδικασίας της αναγκαιότητας. Για αυτόν, ακόμη και η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πλήρως καθορισμένη, με την ελευθερία να συνίσταται στην ικανότητά μας να γνωρίζουμε ότι είμαστε καθορισμένοι και να καταλαβαίνουμε γιατί ενεργούμε όπως ενεργούμε. Έτσι, ελευθερία δεν είναι η δυνατότητα να πούμε «όχι» σε ότι μας συμβαίνει, αλλά η δυνατότητα να πούμε «ναι» και να κατανοήσουμε πλήρως γιατί τα πράγματα ήταν υποχρεωτικό να συμβούν έτσι. Διαμορφώνοντας πιο «κατάλληλες» ιδέες για το τί κάνουμε και για τα συναισθήματα και τα αισθήματά μας, γινόμαστε η επαρκής αιτία των ενεργειών μας (εσωτερικών ή εξωτερικών), που συνεπάγεται μια αύξηση δραστηριότητας (αντί για παθητικότητα). Αυτό σημαίνει ότι γινόμαστε τόσο περισσότερο ελεύθεροι, όσο και σαν το Θεό, όπως υποστηρίζει ο Σπινόζα. Ωστόσο ο Σπινόζα έκρινε επίσης ότι τα πάντα πρέπει αναγκαστικά να συμβούν με τον τρόπο που γίνονται. Όλα δηλαδή είναι νομοτελειακά, μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να συμβούν. Κατά συνέπεια οι άνθρωποι δεν έχουν ελεύθερη βούληση. Πιστεύουν όμως ότι η βούλησή τους είναι ελεύθερη. Αυτή η ψευδαισθητική αντίληψη ελευθερίας προέρχεται από την ανθρώπινη συνείδησή μας, την εμπειρία και την αδιαφορία για τα προηγηθέντα φυσικά αίτια. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι αλλά «ονειρεύονται με τα μάτια τους ανοικτά». Για τον Σπινόζα οι ενέργειές μας καθοδηγούνται εξ ολοκλήρου από φυσικές παρορμήσεις, είναι μέρος του σχεδίου του “Θεού”, της μίας και μοναδικής Υπόστασης. Για τον Σπινόζα, ζούμε στον μόνος δυνατός κόσμος και γι’αυτό τον λόγο είναι τέλειος, η πραγματικότηταν αποτελεί μία τελειότητα.

Με τις λέξεις πραγματικότητα και τελειότητα εννοώ το ίδιο πράγμα.

Ηθική, Δεύτερο μέρος, «Περί της φύσης και της αρχής της ψυχής», Ορισμός 6

Τα τρία είδη Γνώσης

Οι φυσικές βάσεις ενός κράτους δεν πρέπει να βγαίνουν από τα διδάγματα του ορθού λόγου, αλλά από τη γενική φύση και τις ιδιότητες του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον Σπινόζα, η ιδεώδης επιστήμη πρέπει να ερευνά τον κόσμο όχι στον συγκεκριμένο χωρόχρονο αλλά από τη σκοπιά της αιωνιότητας (sub specie aeternitatis)[. Έτσι βλέπει ο Θεός τον κόσμο και το ίδιο κάνουμε και εμείς στο βαθμό που μετέχουμε σε ένα απειροελάχιστο μέρος του θεϊκού νου. Η γνώση προέρχεται απαγωγικά από σαφείς και διακριτές ιδέες. Η αντικειμενική γνώση έχει μορφή μαθηματικής αλήθειας. Τα μαθηματικά δεν λειτουργούν με γενικές ιδέες που προσλαμβάνουμε μέσω των εμπειριών, αλλά με ορισμούς και έννοιες που αποδεικνύουν τις συνθήκες της αναγκαίας ύπαρξης, ενώ με την αυστηρή τους συλλογιστική προφυλάσσουν τη συνείδηση από τις διαστρεβλώσεις της φαντασίας και των συναισθημάτων στον τρόπο σύλληψης και ερμηνείας του κόσμου. Εδώ φαίνεται ότι η ηθική του Σπινόζα κυριαρχείται από τον γεωμετρικό τρόπο σκέψης καθώς επιθυμεί να αντιμετωπίσει τα ανθρώπινα πάθη σαν να είναι τρίγωνα και παραλληλόγραμμα.

Ο Σπινόζα αναγνωρίζει τρία είδη γνώσης με ιεραρχική δομή:

  • opinio: η συγκεχυμένη και ανεπαρκής γνώση, η οποία στηρίζεται στην εμπειρία.
  • ratio: είναι η κοινή γνώση βάσει της οποίας γνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά αλλά όχι την ουσία των πραγμάτων.
  • scientia intuitiva (Ενόραση): γνώση των αιτιών των πραγμάτων, δηλαδή τη γνώση των ιδιοτήτων ή κατηγορημάτων του Θεού.
  • Το τίμιο είναι να λες πάντα την αλήθεια.

The highest activity a human being can attain is learning for understanding, because to understand is to be free.

Απόψεις φιλοσόφων και σχολιαστών για τον Σπινόζα

  • Ο φιλόσοφος Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ δήλωσε ότι από όλους τους σύγχρονους φιλοσόφους «Ή είσαι Σπινοζικός ή δεν είσαι καθόλου φιλόσοφος».
  • ο Χάινε έχει πει πως «όλοι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, χωρίς ίσως να το γνωρίζουν, βλέπουν μέσα από τους φακούς που λείανε ο Σπινόζα»
  • ο Χάρολντ Μπλουμ έγραψε «Ως δάσκαλος της πραγματικότητας εφάρμοσε τη δική του σοφία και ήταν σίγουρα ένα από τα πιο υποδειγματικά ανθρώπινα πλάσματα που έζησαν ποτέ»
  • Ο σχολιαστής Μ. Στιούαρτ Φελπς παρατήρησε: «Κανείς δεν έχει πλησιάσει περισσότερο την ιδανική ζωή του φιλοσόφου από τον Σπινόζα»
  • «Ο Σπινόζα δεν μπορεί να είχε πειστεί. Μπορούσε να σκέφτεται τη φιλοσοφία του, όχι να την πιστεύει, διότι αντέφασκε ευθέως με την πεποίθησή του για τη ζωή, χάρη στην οποία θεωρούσε τον εαυτό του ελεύθερο και ανεξάρτητο».
    Φίχτε (Διδασκαλία περι επιστήμης, 1794)

«…Αφήστε μου, εδώ δίπλα, ένα ποτήρι νερό κι ανοίξτε το παράθυρο να βλέπω στον δρόμο. Το ανθρώπινο δράμα δεν πρόκειται να ξανανέβει μέσα μας – όχι τουλάχιστον σαν δράμα. Πρέπει να μάθουμε σιγά-σιγά ν’ αναγνωρίζουμε τι μας προσάπτει όλο εκείνο το κυρίαρχο Εξω…».

«Ο Μπαρούχ Σπινόζα πέθανε μια Κυριακή του 1677 ενώ ο Βαν ντερ Σπάικ και η γυναίκα του που τον φιλοξενούσαν είχαν πάει στη λουθηριανή εκκλησία», ποίημα του Γιώργου Μπλάνα.

Το εύρος και η σημασία του έργου του Σπινόζα ήταν τόσο σπουδαία που δεν έγιναν πλήρως κατανοητά παρά μόνο χρόνια μετά τον θάνατό του. Θέτοντας τα θεμέλια για τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα και τη σύγχρονη κριτική της Αγίας Γραφής, περιλαμβανομένων των σύγχρονων αντιλήψεων για το άτομο και, αναμφίβολα, το σύμπαν, θεωρείται ένας από τους μεγάλους ορθολογιστές της φιλοσοφίας του 17ου αιώνα. Το αριστούργημά του, η μεταθανάτια Ηθική, με το οποίο αντιτάχθηκε στο δυϊσμό πνεύματος-σώματος του Καρτέσιου, του χάρισε την αναγνώριση ως ενός από τους σημαντικότερους διανοητές της Δυτικής φιλοσοφίας, στο οποίο οι εκλεπτυσμένες αντιλήψεις της μεσαιωνικής φιλοσοφίας στρέφονται τελικά ενάντια στον εαυτό τους και καταστρέφονται εντελώς. Τα φιλοσοφικά του επιτεύγματα και ο ηθικός του χαρακτήρας ουσιαστικά έθεσαν τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου. Δικαίως, λοιπόν, ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα Ζιλ Ντελέζ τον αποκαλεί “ο πρίγκιπας των φιλοσόφων”.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87_%CE%A3%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B6%CE%B1

www.timesnews.gr/μπαρούχ-σπινόζα-μιλούσε-για-την-ελευθ/

https://www.lifo.gr/mag/columns/4426

https://el.wikiquote.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87_%CE%A3%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B6%CE%B1

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/105574_oi-fakoi-toy-spinoza