Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι Θεομητορική εορτή των Χριστιανικών Εκκλησιών, η οποία εορτάζεται στις 15 Αυγούστου.Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και “Πάσχα του καλοκαιριού”.Κατά την χριστιανική παράδοση, όταν η Παναγία πληροφορήθηκε άνωθεν τον επικείμενο θάνατό της προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών, ετοιμάστηκε, και ανέφερε το γεγονός στους Αποστόλους.Επειδή κατά την ημέρα της κοίμησης δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, μία νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της.Την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεθσημανής, αλλά μετά από τρεις μέρες ο τάφος ήταν άδειος. Η Παναγία μετατέθη τους ουρανούς.”Η “Κοίμηση της Θεοτόκου” είναι ένα δημοφιλέστατο θέμα τόσο στην ανατολική όσο και στην δυτική χριστιανική τέχνη και ζωγραφική– Στην δυτική, βέβαια, μεταφράζεται ως ο “Θάνατος της Παρθένου Μαρίας”.Από την άλλη, στην δυτική τέχνη του 15ου και 16ου αιώνα έδαφος στην ζωγραφική χριστιανικής θεματολογίας κερδίζει περισσότερο η “Ανάληψη της Θεοτόκου στον Παράδεισο”, παρά η “Κοίμηση”, ο θάνατός της.Δεν υπάρχει καμία πληροφορία στην Βίβλο για τον θάνατο της Παναγίας, ωστόσο μία χριστιανική παράδοση του 5ου αιώνα επιβεβαιώνει το κάλεσμα των Δώδεκα Αποστόλων από την ίδια, ώστε να είναι παρόντες στην τελευταία της στιγμή.Οι Απόστολοι που κάθονται γύρω από το κρεβάτι της είναι και το συνηθέστερο θέμα στους περισσότερους πίνακες και αναπαραστάσεις.Ξεχωρίσαμε τους πιο εντυπωσιακούς απ’ αυτούς:Άγνωστοι Ιταλοί ζωγράφοι, 1350Ιερέας Victor. Λατρευτική εικόνα που χρονολογείται στα 1650 – 1699. Σήμερα βρίσκεται στην συλλογή του Μουσείου ΜπενάκηΠλάκα από ελεφαντοστό. Τέλη 10ου – αρχές 11ου αιώνα. Μουσείο Cluny, Παρίσι.Η Κοίμηση της Θεοτόκου, λάδι σε μουσαμά. Νικόλαος Δοξαράς, 1753-1754Petrus Christus, 1457-1467Hans Leonard Schaufelein, 1510Hans Holbein the Elder, 1491-1492Pier Maria Pennacchi, 1511Pedro Garcia de Benabarre, 1460-1465Michel Wolgemut, 1493Master of RiglosMaster of the Amsterdam, 1500 *Τρεις ανώνυμοι ζωγράφοι έχουν περάσει στην ιστορία της τέχνης ως Masters of the Death of the Virgin.Ιταλική Σχολή, 16ος αιώναςCaravaggio, 1606 – Μουσείο του ΛούβρουHans Multscher, 1437Fra Angelico, 1432Fernando Llanos, 1507Jacopo Bellini, 1450Pieter Bruegel, 1564Andrea Mantegna, 1461Hugo Van Der Goes, 1480Bartolome Bermejo, 1460-1462Arcimboldo GiuseppeGuercino (Giovanni Francesco Barbieri), 1591-1666, Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.Titian (Tiziano Vecello), 14888-1576, Βασιλική Santa Maria Gloriosa dei Frari, Βενετία.Rubens, 1577-1644, Καθεδρικός της Αμβέρσας.El Greco, 1541-1614, Art Institute of Chicago.Paolo Veronese, 1528-1588, Basilica di San Giovanni e Paolo, Βενετία.Tintoretto, 1518-1594, εκκλησία Santa Maria Assunta (I Gesuiti), Βενετία.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου από τον Francesco Botticini.Antonio da Correggio, 1489-1534, καθεδρικός ναός της Πάρμας.Και για τέλος:Η Κοίμηση της Θεοτόκου [Ο διάσημος πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Ελ Γκρέκο) που χρονολογείται στα 1565-1566, όσο ο καλλιτέχνης βρισκόταν στην Κρήτη.]Οι πίνακες του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είχαν θεματικές παρμένες κυρίως από τη χριστιανική παράδοση. Δύο ήταν κυρίως οι γυναικείες μορφές που εμφανίζονταν στα έργα του καλλιτέχνη, η Παναγία και η Μαρία η Μαγδαληνή. Η απεικόνιση των μορφών αυτών δεν ήταν κάθε φορά η ίδια αλλά εξελίσσονταν ανάλογα με τις επιρροές του Γκρέκο και την εξέλιξη και ωρίμανσή του ως καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια της ζωής του. Οι επιρροές του Γκρέκο ήταν πολλές αν αναλογιστεί κανείς την εποχή που ζει, τα διαφορετικά καλλιτεχνικά ρεύματα που συνυπάρχουν (Μανιερισμός, Μπαρόκ, Ροκοκό), τα μέρη που έζησε (Κρήτη- Ιταλία-Ισπανία) καθώς και τους καλλιτέχνες με τους οποίους ήρθε σε επαφή (Μιχαήλ Άγγελος, Τιτσιάνο).Πρώτο αντιπροσωπευτικό έργο της νεανικής καλλιτεχνικής περιόδου του Γκρέκο, που αποτελεί και το παλαιότερο χρονολογικά έργο που διασώζεται, είναι η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Ερμούπολη Σύρου). Η καινοτομία που παρουσιάζει ο Γκρέκο δεν έγκειται στη θεματική της εικόνας, αφού αποτελεί κλασική θεματική της «Κρητικής Σχολής» παρμένη από τα απόκρυφα ευαγγέλια αλλά στο συνδυασμό πολλών αναγεννησιακών και παλαιολόγειων στοιχείων με το κλασικό. Η εικόνα της Παναγίας εδώ χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα, κίνηση και χάρη ενώ οι άλλες γυναικείες μορφές θρηνούν, όλες αποτυπωμένες κατά τα βυζαντινά πρότυπα.
Πηγές:Rosa Giorgi, El Greco, επιμ. Κατερίνα Πρεβόλη, Ημερησία, 2006, σ. 16.Α. Χ. Μπιτσάνη, Οι γυναίκες του Γκρέκο-Πάθος, κάλλος, αρετή στο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004 , σ. 297.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι για την νεοελληνική γλυπτική ο μεγάλος τραγικός της μύθος. Ο νεαρός ταλαντούχος καλλιτέχνης με την τεράστια αναγνώριση, την τραγική μοίρα, την τρέλα και την απομόνωση, την μάνα που καταστρέφει τα έργα του, του απαγορεύει την γλυπτική και θέλουν να την ταυτίζει με την Μήδεια. Ο Χαλεπάς μέσα από την τραγική πορεία της ζωής του, από την τεράστια αναγνώριση, στην τρέλα, κατάφερε να μπει στο πάνθεον των μεγάλων τραγικών καλλιτεχνών. Υπήρξε μία μυθολογική μορφή, όπως είναι και τα έργα του, η οποία ακόμη και σήμερα συγκινεί τους ειδικούς και του ευρύ κοινό.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Στις 14 Αυγούστου του 1851 γεννιέται στο χωριό Πύργος της Τήνου ο διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης, Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο πατέρας και ο θείος του ασχολούνταν με την οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής, η οποία διατηρούσε παραρτήματα στο Βουκουρέστι, τη Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο ίδιος ήταν ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του και οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο και συνεχιστή της επιχείρησης, κάτι που τον έβρισκε αντίθετο, αφού όνειρό του ήταν να ασχοληθεί με την γλυπτική. Το πάθος του αυτό θα δημιουργήσει ρήξη στις σχέσεις με τον πατέρα του, αλλά ο Γιαννούλης θα καταφέρει να σπουδάσει αυτό που αγαπάει στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1872 θα συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου. Στο Μόναχο θα μαθητεύσει δίπλα στον Μαξ φον Βίντμαν και σε ηλικία 24 ετών θα παρουσιάσει το έργο του «Το παραμύθι της Πεντάμορφης» και «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα», για το οποίο θα βραβευθεί. Το 1876, ύστερα από τη διακοπή της υποτροφίας του, επιστρέφει στην Αθήνα και ανοίγει δικό του εργαστήριο. Σε μικρό χρονικό διάστημα, γίνεται γνωστός και δέχεται πολλές παραγγελίες για έργα.
η ψυχικη καταρρευση
Το 1877 η ψυχική υγεία του Γιαννούλη Χαλεπά θα κλονιστεί, ύστερα από την γνωριμία του με μία συγχωριανή του, τη Μαριγώ Χριστοδούλου. Ο Χαλεπάς θα την ζητήσει σε γάμο από τους γονείς της, οι οποίοι θα αρνηθούν και θα οδηγήσουν τον γλύπτη σε ψυχική κατάρρευση. Η ερωτική απογοήτευση σε συνδυασμό με την υπερκόπωση τον οδηγούν σε νευρικό κλονισμό, με αποτέλεσμα την καταστροφή των έργων του και την κατ’ επανάληψη προσπάθεια να αυτοκτονήσει. Οι γονείς του, μη μπορώντας να καταλάβουν τα αίτια της ασθένειας, αποφασίζουν να τον στείλουν ταξίδι στην Ιταλία, κάτι που βοηθάει το νεαρό Χαλεπά για κάποιο διάστημα. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα όμως, τα συμπτώματα εμφανίζονται και πάλι και η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Το 1888, ύστερα από την ιατρική διάγνωση «άνοιας», ο Γιαννούλης Χαλεπάς κλείνεται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1902. Η αντιμετώπιση του, από το προσωπικό – γιατρούς και φύλακες – ήταν σκληρή. Ζούσε χωρίς φάρμακα, βρώμικος και δεμένος με αλυσίδες. Του απαγόρευαν να πλάθει και να σχεδιάζει και οτιδήποτε και αν δημιουργούσε του το κατέστρεφαν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο, διασώθηκε μόνο ένα του έργο, το οποίο είχε κλέψει ένας φύλακας και βρέθηκε το 1942, πεταμένο στο υπόγειο του Ιδρύματος.
Το 1901 πεθαίνει ο πατέρας του και ένα χρόνο αργότερα, η μητέρα του τον βγάζει από το ψυχιατρείο και τον παίρνει στην Τήνο, αναλαμβάνοντας την κηδεμονία του. Στο νησί ζει κάτω από την αυστηρή επίβλεψη της, η οποία θεωρεί ότι η γλυπτική είναι η αιτία για την ψυχική κατάρρευση του γιου της. Του απαγορεύει να ασχοληθεί με την τέχνη που αγαπάει και τα έργα του τα κρατάει κλειδωμένα στο υπόγειο. Ο Χαλεπάς φτάνει στο σημείο να θεωρείται ο τρελός του χωριού. Τριγυρνάει στους δρόμους βρώμικος και ρακένδυτος, γίνεται νεροκουβαλητής, βοσκάει τα κοπάδια των συγχωριανών του και μικροί-μεγάλοι περιγελούν τον «Μπάρμπα Γιάννη». Τα βράδια επιστρέφοντας στο σπίτι, απομονώνεται σε μία γωνιά, χωρίς να μιλάει, από φόβο μην τον μαλώσει η μάνα του. Ο μεγάλος γλύπτης έχει πλέον ξεχαστεί από όλους και η μεγάλη του αγάπη κοιμάται για 40 χρόνια.
Το 1916 η μάνα του πεθαίνει και ο ίδιος ακολουθεί τη νεκρική πομπή χωρίς να χύσει ένα δάκρυ. Επιστρέφει στο πατρικό σπίτι, ανοίγει το υπόγειο και αρχίζει πάλι να δουλεύει. Τα χέρια του δεν έχουν ξεχάσει την τέχνη της γλυπτικής και, σαν από θαύμα, η μεγάλη του αγάπη καταφέρνει να τον θεραπεύσει εντελώς. Ξεκινάει πάλι να δημιουργεί, προσπαθώντας να κερδίσει τα χαμένα χρόνια. Τα μέσα που διαθέτει είναι πρωτόγονα και η κοινωνία του χωριού εχθρική προς το πρόσωπο του «τρελού». Ο ίδιος όμως, δουλεύει με πείσμα, καταφέρνοντας να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Επτά χρόνια αργότερα, το 1923, ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Θωμάς Θωμόπουλος, μεγάλος λάτρης της τέχνης του Γιαννούλη Χαλεπά, αντιγράφει σε γύψο έργα του και το 1925 τα παρουσιάζει στην Ακαδημία Αθηνών. Ο κόσμος γνωρίζει το έργο του «τρελού» γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του και το 1927 βραβεύεται με το Αριστείο των Τεχνών. Ακολουθεί δεύτερη έκθεση, το 1928, στο Άσυλο Τέχνης και το 1930, ύστερα από προτροπή της ανηψιάς του, Ειρήνης Χαλεπά, μετακομίζει στο σπίτι της στην Αθήνα και συνεχίζει να εργάζεται με εντατικούς ρυθμούς. Για τα επόμενα 8 χρόνια γνωρίζει τη δόξα και αναγνωρίζεται ως ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης, μέχρι που μία ημιπληγία νεκρώνει το δεξί του χέρι. Λίγο καιρό αργότερα και συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου του 1938, σε ηλικία 84 ετών, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα αφήσει την τελευταία του πνοή, έχοντας προλάβει να αφήσει πίσω του εξαιρετικά έργα, κερδίζοντας την αγάπη και το σεβασμό της Ελλάδας.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΧΑΛΕΠΑ
Το έργο του Γιαννούλη Χαλεπά χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος χρονολογείται από το 1870 έως το 1878. Περιλαμβάνει τα πρώτα του έργα μέχρι και τα πρώτα σημάδια της ψυχικής του ασθένειας. Έργα της πρώτης περιόδου είναι:
«Το παραμύθι της Πεντάμορφης»(1874), με το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο και χρηματικό έπαθλο σε διαγωνισμό.
«Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα»(1877), με το οποίο κέρδισε χρυσό μετάλλιο στην Έκθεση του Μονάχου. Το έργο είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα.
«Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα».
Την ίδια χρονιά, αρχίζει να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την «Κοιμωμένη», για τον τάφο της κόρης της οικογένειας Αφεντάκη, Σοφίας, η οποία έβαλε τέρμα στη ζωή της από ερωτική απογοήτευση, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Το 2017 το γλυπτό μεταφέρεται στην Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης, στο Άλσος Στρατού, για λόγους συντήρησης. Στη θέση του τοποθετήθηκε ένα πιστό αντίγραφο.
«Κοιμωμένη».
Η πρώτη περίοδος εμπνέεται από θέματα της αρχαιότητας και της ελληνικής μυθολογίας και με το έργο του «Κεφάλι Σατύρου» (1878) στρέφεται προς τον ρεαλισμό.
«Μήδεια».
Η δεύτερη περίοδος των έργων του καλύπτει τα έτη 1902 έως 1930, μετά την επιστροφή του στην Τήνο, ύστερα από τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας και η τρίτη περίοδος τα δημιουργικά χρόνια στην Αθήνα, από το 1930 έως το 1938. Τα περισσότερα έργα των δύο τελευταίο περιόδων δημιουργίας του δεν ολοκληρώθηκαν σε μάρμαρο και τα θέματά τους είναι μυθολογικά, όπως και της πρώτης περιόδου. «Σάτυρος και έρωτας», «Μήδεια» και σκηνές από την καθημερινή ζωή. Από τα έργα του Χαλεπά, σώζονται σήμερα εκατόν δεκαπέντε γλυπτά, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες, υπάρχουν άλλα τριάντα του έργα, που καταστράφηκαν ή αγνοούνται. Σώζονται επίσης πολλά σχέδια του σε μονόφυλλα ή τετράδια, καθώς και σε κατάστιχα λογαριασμών της επιχείρησης του πατέρα του. Από αυτά τα σχέδια σώζονται δέκα. Τα οκτώ ανήκουν στην οικογένεια Β. Χαλεπά, ένα στη συλλογή Κωστόπουλου και ένα στην Εθνική Πινακοθήκη.
2018 – ΕΤΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΧΑΛΕΠΑ
Φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από το θάνατο του Γιαννούλη Χαλεπά και ο Δήμος Τήνου σε συνεργασία με το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου «Γιαννούλης Χαλεπάς» πραγματοποιούν μία σειρά εκδηλώσεων προς τιμήν του σπουδαίου γλύπτη, στην Τήνο, από τον Ιούλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν Εκθέσεις, τις οποίες επιμελήθηκε ο ιστορικός τέχνης Μάνος Στεφανίδης, σύγχρονων Τηνιακών καλλιτεχνών με έργα γλυπτικής, χαρακτικής, σχεδίου και φωτογραφίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση ζωγραφικής του Πέτρου Ζουμπουλάκη, ο οποίος θα παρουσιάσει στο Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου την έκθεση «Πορτρέτα σε βάθος χρόνου», με 60 προσωπογραφίες του πνεύματος και της τέχνης, ανάμεσα τους και το πορτρέτο του Χαλεπά, το οποίο επελέγη ως λογότυπο του Έτους Χαλεπά 2018. Το τελευταίο τρίμηνο του έτους θα παρουσιαστούν τα καλλιτεχνικά γραφήματα που βρέθηκαν στα επιχρίσματα των τοίχων του σπιτιού-μουσείου του Χαλεπά στον Πύργο της Τήνου.
Ο επιμελητής των εκθέσεων κ. Μάνος Στεφανίδης, μεταξύ άλλων, τόνισε την ανάγκη να μεταφερθεί το διάσημο γλυπτό του Χαλεπά «Κοιμωμένη» στην Τήνο. Το συγκεκριμένο γλυπτό έχει γίνει «μήλο της έριδος» ανάμεσα στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, στο οποίο ανήκει το γλυπτό.
Σήμερα, ο Γιαννούλης Χαλεπάς αναγνωρίζεται ως ο πιο διακεκριμένος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας που με το έργο του επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει γλύπτες τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Είναι άλλωστε σήμερα που περισσότερο από ποτέ το έργο του Χαλεπά μοιάζει να συγκινεί και να εμπνέει καλλιτέχνες, ερευνητές, επιστήμονες, οι οποίοι φαίνεται να έχουν πια την ωριμότητα να το προσεγγίσουν. Στο έργο του Χαλεπά, στα γλυπτά και τα σχέδιά του, αποκαλύπτεται η απελευθέρωση του δημιουργού από τις δεσμεύσεις του ακαδημαϊσμού και η κατάκτηση μιας προσωπικής έκφρασης κερδισμένης με πολλές δυσκολίες, βασανιστικά, μέσα από μια τραγική μοίρα. Σχεδόν αναπόφευκτα η συγκινησιακή αυτή φόρτιση οδηγεί στην ταύτιση της μοίρας του Χαλεπά με αυτή της πορείας της νεοελληνικής τέχνης 19ο – 20ο αιώνα: την σταθερή σχέση με την κλασική τέχνη, τον ακαδημαϊσμό και την λαχτάρα των διανοούμενων της εποχής να συνδεθούν με την νεωτερικότητα, που στην περίπτωση του Χαλεπά προκύπτει επιπλέον μέσα από σταθερές αξίες, την εντοπιότητα, την αυθεντικότητα της τραγικής μοίρας, την εκφραστικότητα στην θέση της δεξιοτεχνίας.
Σαν σήμερα, στις 13 Αυγούστου 1863, πεθαίνει στο Παρίσι ο Ευγένιος Ντελακρουά. Λίγοι καλλιτέχνες είχαν την ίδια επίδραση και διαρκή επιρροή όπως ο σπουδαίος ρομαντικός ζωγράφος. Ήταν ο πιο γνωστός και αμφιλεγόμενος Γάλλος ζωγράφος του πρώτου μισού του 19ου αιώνα και ένας από τους πρώτους μεγάλους καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης. Κάθε νέο έργο του που παρουσιαζόταν συνάρπαζε τους σύγχρονούς του, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ο Courbet, ο Chassériau και ο ποιητής και κριτικός Σαρλ Μπωντλαίρ, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως τον τελευταίο ζωγράφο της Αναγέννησης και τον πρώτο μοντέρνο. Μετά τον θάνατό του, γενιές καλλιτεχνών στρέφονται συνεχώς σε αυτόν, προκειμένου να βρουν νέες κατευθύνσεις για την τέχνη τους. Παρόλο που λατρεύτηκε ως πρωτοπόρος από καλλιτέχνες όπως ο Μανέ, ο Σεζάν, ο Ρενουάρ, ο Βαν Γκογκ και ο Ματίς, σε αντίθεση με τα δικά τους, το όνομά του δεν είναι τόσο οικείο σήμερα.
Γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1798 στο Σαρεντόν-Σαιν-Μορίς και ήταν το τέταρτο παιδί του Σαρλ Ντελακρουά, υπουργού Εξωτερικών του Διευθυντηρίου αν και εικάζεται ότι ο πραγματικός του πατέρας ήταν ο Ταλλεϋράνδος, διάσημος διπλωμάτης στον οποίο ο Ευγένιος έμοιαζε στην εμφάνιση και το χαρακτήρα.
Η θεματική των έργων του Ντελακρουά αποτελούνταν κυρίως από ιστορικά ή σύγχρονα γεγονότα της εποχής, από τη λογοτεχνία καθώς και πιο εξωτικά θέματα τα οποία άντλησε μετά από επίσκεψη του στο Μαρόκο.
«Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», Ευγ. Ντελακρουά
Το καλλιτεχνικό ντεμπούτο του Ντελακρουά πραγματοποιήθηκε, το 1822, στην έκθεση ζωγραφικής «Σαλόν» στο Παρίσι, όπου και παρουσίασε το πρώτο του έργο «Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», εμπνευσμένο από την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, πίνακα ορόσημο του γαλλικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Το 1824 σε ηλικία 24 ετών παρουσίασε ξανά πίνακές του στο Παρίσι. Πηγή έμπνευσης ήταν η σφαγή χιλιάδων Ελλήνων της Χίου από τους Οθωμανούς, που είχε γίνει δύο χρόνια νωρίτερα ως αντίποινα για τον ξεσηκωμό τους.
Στους πίνακες του Ντελακρουά, το πρόσωπο των Τούρκων συμβόλιζε την τυφλή, βίαιη δύναμη και το πρόσωπο των Ελλήνων την ελευθερία και τον πολιτισμό. Όπως ανέφερε στο Ημερολόγιο του το 1822 «Όταν οι Τούρκοι προφταίνουν τους λαβωμένους στο πεδίο της μάχης, η ακόμη και τους αιχμαλώτους τους λένε: Μη φοβάσαι και τους χτυπούν στο πρόσωπο με τη λαβή του σπαθιού τους για να τους κάνουν να σκύψουν το κεφάλι: τους το παίρνουν με μια σπαθιά!…»
«Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» , Ευγ. Ντελακρουά
Ο Ντελακρουά έφυγε για το Λονδίνο το 1825, όπου και μαθήτευσε κοντά στους Κόνσταμπλ, Ουίλιαμ Τέρνερ και Σερ Τόμας Λόρενς. Επιστρέφει στο Παρίσι το 1827 και έως το 1832 ήταν η πιο δημιουργική περίοδος του ζωγράφου. Στην περίοδο αυτή ανήκουν τα «Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» και το «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» αντλούν τη θεματική τους από τη βυρωνική ποίηση. Το ποίημα «Ο Γκιαούρης», που έγραψε ο Λόρδος Μπάιρον, ενέπνευσε τον Ντελακρουά να ζωγραφίσει τη «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν». Απεικόνιζε τη σκηνή εκδίκησης του Γκιαούρη για τον θάνατο της αγαπημένης του από τον Τούρκο Χασάν και συμβόλιζε την μάχη των δύο κόσμων, την ένταση του αγώνα και τη σφοδρότητα με την οποία πολεμούσαν Έλληνες και Τούρκοι.
«Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» , Ευγ. Ντελακρουά
Τρία ακόμη, το «Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου», το «The Battle of Nancy» και το «Battle of Poitiers», έχουν μεσαιωνική προέλευση. Επίσης, την περίοδο εκείνη, ο Ντελακρουά έφτιαξε ένα σετ λιθογραφιών, στο οποίο απεικόνιζε τη γαλλική έκδοση του «Φάουστ», του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε.
«Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου» , Ευγ. Ντελακρουά
Η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών το 1826 και ο θάνατος του αγαπημένου του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι συγκλονίζουν τον Ντελακρουά. Ζωγραφίζει έναν ακόμη εντυπωσιακό πίνακα, με τίτλο «Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» και τον εκθέτει στην γκαλερί Λεμπρέν «προς όφελος των Ελλήνων». Η Ελλάδα παρουσιάζεται απελπισμένη να στέκεται πάνω στα πτώματα των αγωνιστών και πίσω της να στέκεται ο εχθρός που υψώνει τη σημαία.
«Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» , Ευγ. Ντελακρουά
Ο Ντελακρουά εντυπωσίασε και πάλι το κοινό με το σημαντικότερο και τελευταίο ρομαντικό έργο του, το «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ), εμπνευσμένο από την Γαλλική επανάσταση του 1830. Ο πίνακας αγοράστηκε και αυτός από την Γαλλική κυβέρνηση αλλά χάρη στην αντίδραση κάποιων αξιωματούχων που θεωρούσαν την προώθηση της ιδέας της ελευθερίας ανατρεπτική, αποσύρθηκε από την κοινή θέα.
«Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» , Ευγ. Ντελακρουά
Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1832, ο Ντελακρουά έκανε μια σειρά από ταξίδια που περιελάμβαναν την Ισπανία, το Μαρόκο και την Αλγερία. Εκεί, εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και των αλόγων καθώς και από τους Άραβες και την εξωτική κουλτούρα τους. Σε αυτήν την περίοδο, το καλλιτεχνικό του στυλ έγινε πιο απελευθερωμένο, κάτι που φαίνεται και στην πολυτέλεια των χρωμάτων που έβαλε στους πίνακες του για τους οποίους χρησιμοποίησε την εικονική εμπειρία του από αυτό το ταξίδι. Σημαντικά έργα που ήταν οι καρποί αυτής της περιπέτειας είναι τα «Women of Algiers in Their Apartment», «Fanatics of Tangier», «Jewish Wedding» και «Arab Fantasia».
«Jewish Wedding» , Ευγ. Ντελακρουά
Στο τελευταίο κομμάτι της πολυετούς καλλιτεχνικής του καριέρας, την περίοδος 1833 έως το τέλος της ζωής του, ανατέθηκε στον Ντελακρουά η διακόσμηση πολλών κυβερνητικών κτιρίων, όπως, το Παλάτι των Βουρβόνων, το Λούβρο, το Μουσείο Ιστορίας των Βερσαλλίων και πολλά άλλα. Οι τοιχογραφίες του, που κοσμούσαν τα κτίρια αυτά, αποτελούν την τελευταία μεγάλη προσπάθεια τέτοιου είδους των Μπαρόκ ζωγράφων οροφής. Οι τελευταίοι πίνακες του Ντελακρουά αντλούν την θεματολογία τους από την Αραβική κουλτούρα, την θρησκεία και την άγρια φύση. Μερικά από αυτά έργα είναι τα «The Entombment of Christ», «Arab Horses Fighting in a Stable», «Bouquet of Flowers», «Lion Rending Apart a Corpse» και «Lion Hunt».
«Lion Rending Apart a Corpse» , Ευγ. Ντελακρουά
Το 1855 εξέθεσε 48 πίνακες στην Διεθνή Έκθεση Παρισιού και έγινε δεκτός στην Ακαδημία μετά από την όγδοη αίτησή του. Κάνοντας τοιχογραφίες πολλές ώρες όρθιος επάνω σε σκαλωσιές μισοτελειωμένων κτιρίων, αρρώστησε και αποσύρθηκε.
Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1863 στο Παρίσι. Ωστόσο, η παρακαταθήκη του στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών θα είναι τεράστια, καθώς θα αφήσει πίσω του πάνω από 9.000 έργα τέχνης. Οι τολμηρές του τεχνικές καινοτομίες στην ζωγραφική θα συμβάλλουν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του ιμπρεσσιονισμού και άλλων μοντέρνων ρευμάτων. Η απεικόνιση της ενέργειας, της κίνησης, των έντονων σκηνών βίας και καταστροφής μαζί και με την αισθητική ζωντάνια των χρωμάτων στα έργα του, τον κατατάσσουν, χωρίς καμία αμφιβολία, ανάμεσα στους πιο περίπλοκους καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.
Μέσα από τα έργα του εκφράζονται ξεκάθαρα οι αξίες και τα αιτήματα του Ρομαντισμού: η αγάπη για την ελευθερία, το πατριωτικό καθήκον, η ανακάλυψη της αξίας του λαού, του έθνους, της ιστορίας,η απελευθέρωση από τα σφιχτά δεσμά της λογικής και η έκφραση του συναισθήματος σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Ο Ουίλιαμ Μπλέικ, ο οποίος φεύγει από τη ζωή σαν σήμερα στις 12 Αυγούστου 1827, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης, εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής.
Χαρακτηρίζεται συχνά «προφήτης» της αγγλικής λογοτεχνίας και υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πλέον εκκεντρικούς και πολύπλευρους καλλιτέχνες. Αν και στην εποχή του χλευάστηκε ως παράφρων, σήμερα αναγνωρίζεται ως ο αυθεντικότερος και πιο εκλεκτός από τους ρομαντικούς ποιητές και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι κοινή διαπίστωση των μελετητών του πως η αξία του Μπλέικ δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός πως αποτέλεσε έναν αξιόλογο ρομαντικό ποιητή αλλά κυρίως στο ότι κατόρθωσε παράλληλα να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό μυθολογικό σύστημα.
Ως μια από τις κορυφαίες μορφές του Ρομαντισμού, τον περίφημο Βρετανό ποιητή, ζωγράφο και χαράκτη οι σύγχρονοί του δεν αντιλήφθηκαν την αξία του. Σήμερα, ωστόσο, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μείζονες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τους μεγάλους δασκάλους της ζωγραφικής. Μάλιστα, πέρα από τη βαθιά επίδραση που άσκησε στους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα, η φήμη του Μπλέικ συνέχισε να μεγαλώνει κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με τα «καταραμένα» ζωγραφικά κυρίως έργα του να έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στον ποπ πολιτισμό μας, κοσμώντας εξώφυλλα δίσκων και βιβλίων. Όταν τα πράγματα έχουν εξάλλου να κάνουν με μεταφυσική, Βίβλο, Κόλαση κ.λπ., το όνομα του Μπλέικ και οι ζοφερές του παραστάσεις μας έρχονται πρώτα στο μυαλό.
Στο τέλος της ζωής του καταπιάστηκε με την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ιταλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας αρχίζει να εικονογραφείται με τρόπο αληθινά μαγικό. Ο Μπλέικ πέθανε πριν καταφέρει να ολοκληρώσει την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας. Παρ’ όλα αυτά, η δουλειά που έκανε, είτε πρόκειται για ολοκληρωμένα έργα που αφορούν κεφάλαια του βιβλίου είτε σκίτσα ή ημιτελείς σημειώσεις, αποτελούν ίσως μία από τις σημαντικότερες και πιο ατμοσφαιρικές εικονογραφήσεις που έγιναν ποτέ για κάποιο λογοτεχνικό έργο.
Οι εκδόσεις Taschen συγκέντρωσαν τα έργα του που βρίσκονται σε συλλογές μουσείων και ιδιωτών και κυκλοφορούν σύντομα έναν εξαιρετικό τόμο με αυτήν τη δουλειά.
Κάποτε είχα ακούσει έναν δάσκαλο να λέει ότι σε τραγικές στιγμές της ιστορίας οι καλλιτέχνες καταρρέουν ψυχολογικά, είτε πρώτοι από όλους είτε τελευταίοι.
Με τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Συρία να βρίσκεται σε εξέλιξη από τον Μάρτιο του 2011 μέχρι και σήμερα και τις καταστροφικές του συνέπειες, ο Σύρος καλλιτέχνης Tammam Azzam, γεννημένος το 1980 και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Δαμασκού, στράφηκε στα ψηφιακά μέσα και τις γραφικές τέχνες για να δημιουργήσει οπτικές συνθέσεις των συγκρούσεων ως άμεση μορφή διαμαρτυρίας προς τον έξω κόσμο.
Με τη χρήση μεικτής τεχνικής, φωτογραφία, ζωγραφική, κολάζ, graffiti, street art, o Tammam Azzam κατάφερε να γίνει viral σε πολλά κοινωνικά μέσα και να δημιουργήσει έτσι μια παγκόσμια διαμαρτυρία που δεν λογοκρίνεται ούτε καταστέλλεται.
Οι εικόνες του συγκινούν με την ευαισθησία τους, τον πολιτικό τους χαρακτήρα και την καλλιτεχνική τους ευφυΐα.
Ο Azzam που γεννήθηκε στη Δαμασκό και ζει στο Ντουμπάι από τότε που με την οικογένειά του έφυγε από τη Συρία με τη βοήθεια της γκαλερί του επτά μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης εναντίον του Προέδρου Άσαντ στις αρχές του 2011, έχει ονομάσει αυτή τη συλλογή του το “Συριακό Μουσείο” .
“Επέλεξα αυτό το όνομα επειδή οι εικόνες που βλέπετε στο παρασκήνιο όλων αυτών των έργων είναι, για μένα, σαν κάτι περισσότερο από ένα μουσείο”, εξηγεί. “Αισθάνομαι έκπληκτος πόση καταστροφή έχει συμβεί, πώς αυτό το καθεστώς έχει αλλάξει τη χώρα μας σε αυτό που είναι τώρα”.
Με το τέλος του εμφυλίου που εξελίσσεται στη χώρα, τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει σαν επανάσταση ελπίζει να κατορθώσει να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Σαν σήμερα, πριν από 38 χρόνια, έφυγε από τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ζωγράφους που ανέδειξε η Κρήτη, ο Χανιώτης Ανδρέας Γεωργιάδης που υπέγραφε τα έργα του ως “Κρης”, τον οποίον ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου χαρακτήρισε ως «…Ένας παρ’ ολίγο μοντέρνος».
Ελαιογραφία στην οποία απεικονίζεται ο Ανδρέας Γεωργιάδης
Μαθητής του Γεωργίου Ροϊλού, του Δημήτρη Γερανιώτη, του Γεωργίου Ιακωβίδη και του Σπυρίδωνος Βικάτου στη Σχολή Καλών Τεχνών, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι (Académie Julian και Académie de la Grande Chaumière) και στη Μπολόνια (Regia Scuola per Industria d’ Arte, 1930-1931). Δίδαξε στη Σχολή από το 1947 ως το 1961. Υπήρξε ο κατεξοχήν θιασώτης της μεγάλης δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης.
Ο πατέρας του μόλις έχει επιστρέψει στην Κρήτη το 1892, μετά από την αμνήστευσή του από καταδικαστική απόφαση της Πύλης και έχει καταφύγει στην Αθήνα στέλνοντας τους δικούς του στη Μήλο.
Το 1896 ο Ανδρέας φτάνει στην Αίγυπτο μετά την πυρπόληση της πόλης των Χανίων. Στην Ισμαηλία και το Κάιρο ζει τα παιδικά του χρόνια. Δουλεύει στην αρχή στα συνεργεία του εργολάβου Β.Βερνάρδου που αναλαμβάνει διακοσμήσεις οικοδομών. Με την εμπειρία που αποκτά εργάζεται αργότερα κοντά στον ζωγράφο – διακοσμητή Orlando και στην συνέχεια στο αρχιτεκτονικό γραφείο των αδελφών Nistri, μέχρι που συμπλήρωσε τα 18 του χρόνια.
Έρχεται στη Αθήνα το 1910 και δίνει εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών («Σχολή Γραφικών Τεχνών» τότε) και κατατάσσεται στην τρίτη τάξη με δάσκαλο τον Γερανιώτη.
Πολεμά ως εθελοντής με το σώμα των Γαριβαλδίνων («Ερυθροχιτώνων»), στους Βαλκανικούς Πολέμους. Στη μάχη του Δρίσκου τραυματίζεται και χάνει το ένα του μάτι.
Ξαναρχίζει τις σπουδές του στη Σχολή το 1914 για μια επταετία με δασκάλους του τους Ιακωβίδη, Ροϊλό και Βικάτο. Παίρνει το πρώτο βραβείο του Υπουργείου Τ.Τ.Τ. το 1922 στον Πανελλήνιο Καλλιτεχνικό Διαγωνισμό για τη δημιουργία έργου με θέμα την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Αποσπά το πρώτο βραβείο στον Αβερώφειο διαγωνισμό του Πολυτεχνείου και εξασφαλίζει τετραετή υποτροφία για το Παρίσι (1925 – 1929). Εκεί φοιτά στην Ecole des Beaux Arts και στις ελεύθερες Ακαδημίες Julian, Colarossi και Grande Chaumiere. Μελετά παράλληλα τα έργα των μεγάλων δασκάλων της Αναγέννησης στα μουσεία του Παρισιού, της Μαδρίτης, του Τολέδο και του Εσκοριάλ. Ταξιδεύει επίσης στις Βρυξέλες, στην Αμβέρσα και στην Γάνδη. Εκπονεί μια σειρά από εικοσιπέντε μελέτες με ελεύθερες αφομοιώσεις από τα έργα των Ριμπέρα, Καρένιο, Τισιανού, Βελάσκεθ, Ρούμπενς, Βαν Ντάικ και Ρενουάρ.
Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1929 και παρουσιάζει την πρώτη ατομική του έκθεση με σαράντα έργα στην αίθουσα «Παρνασσός». Του χορηγείται υποτροφία Ηρακλέους Βόλτου του Πανεπιστήμιου Αθηνών και συνεχίζει για τρία χρόνια τις σπουδές του πάνω στις τεχνοτροπικές και τεχνικές εξελίξεις της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής. Μελετά τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο στο Λούβρο και στην Γκαλερία Κορσίνι.
Το έργο του «Μάνα» γίνεται δεκτό από κριτική επιτροπή ζωγράφων και παρουσιάζεται στην έκθεση του Grand Palais στο Σαλόν της χρονιάς, όπου εκθέτουν κατ’εξαίρεση και μη γάλλοι ζωγράφοι. Φοιτά για ένα χρόνο στην Βασιλική Ακαδημία Regia Scuola per Industria Arte στην Μπολόνια και ειδικεύεται στην τεχνική της νωπογραφίας με καθηγητή τον Μάριο Ροβέρσι.
Του απονέμεται «τιμής ένεκεν» μετάλλιο και δίπλωμα για τα εκατό χρόνια της απελευθέρωσης του ελληνικού έθνους το 1931. Ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της Ενώσεως Παλαιών Πολεμιστών και του δίνεται δίπλωμα για τις υπηρεσίες του προς το έθνος και την τέχνη. Το 1934 παίρνει μέρος στην Διεθνή Έκθεση της Βενετίας και μαζί με τον Δημήτριο Δήμα αποσπούν το ενδιαφέρον του κριτικού τέχνης Ούγκο Οτζέτι.
Το 1935 διορίζεται, μαζί με τον Φώτη Κόντογλου, από το Υπουργείο Παιδείας, μέλος της Επιτροπής για την επισκευή και αποκατάσταση των τοιχογραφιών στην Αίθουσα Τροπαίων στα Παλιά Ανάκτορα. Εκλέγεται από την Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών να αποστείλει έργο του στη Διεθνή Έκθεση του Σίδνεϋ της Αυστραλίας.
Διορίζεται από την ολομέλεια των καλλιτεχνικών σωματείων μέλος της Κριτικής Επιτροπής της Πανελληνίου Εκθέσεως και το 1947 εκλέγεται καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών όπου διδάσκει χρώμα και σύνθεση στην έδρα της ζωγραφικής μέχρι το 1961.Το 1965 επιλέγεται πρόεδρος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου και μένει στη θέση αυτή μέχρι το 1970. Πέθανε στην Αθήνα σαν σήμερα, 11 Αυγούστου του 1981.
το προσωπικο υφοσ του γεωργιαδη
Ο Γεωργιάδης δουλεύει προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και ιστορικές σκηνές με μεγάλη εμβρίθεια, κάνοντας αναφορές σε μεγάλες μορφές της παραδοσιακής Ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Παρά την αγάπη και τη φιλοπατρία με την οποία αποτυπώνει θέματα από την ελληνική ιστορία, η έννοια της παράδοσης που επαγγέλλεται δεν είναι γεωγραφικά περιορισμένη στα όρια της ελληνικής επικράτειας, όπως στην περίπτωση του Φώτη Κόντογλου, μια και φαίνεται πως διαπνεόταν από την πεποίθηση ότι ο Ευρωπαϊκός ανθρωπισμός είναι ουσιαστικά ελληνοκεντρικός από τη σκοπιά της καταγωγικής του προέλευσης.
Είναι επίσης αποκαλυπτικό το γεγονός, το οποίο δεν έχει προσεχθεί όσο του αξίζει, ότι ο Γεωργιάδης δεν εμπνέεται από τις κλασικές αξίες της Ιταλικής Αναγέννησης αλλά ούτε από το κληροδότημα της κλασικής ή νεοκλασικής ορθολογιστικής ζωγραφικής του τύπου του Πουσέν. Οι επίμονες αναφορές του είναι στους Τισιάνο, Γκρέκο, Ρέμπραντ, Χαλς, Βελάσκεθ,Ντελακρουά, Ανγκρ, Κουρμπέ, Μανέ, Πισαρό, Κορό και Ρενουάρ. Οι αναφορές αυτές, οι οποίες αναγνωρίζονται στην ίδια τη ζωγραφική του πρακτική,τόσο στη χειρονομιακή αλλά και απόλυτα ελεγχόμενη πινελιά, στην πληθωρική αλλά συγκροτημένη και ζυγισμένη σύνθεση, όσο και στην πλούσια χρωματική και τονική γκάμα, θεσπίζουν μιαν αμφίσημη σχέση με τις αξίες της κλασικής παράδοσης, ειδικά όταν αυτές εννοηθούν με αυστηρό τρόπο και αναφορικά με την Ιταλική Αναγέννηση και τα ρεύματα του κλασικισμού και νεοκλασικισμού του 18ου και 19ου αιώνα. Το παραπάνω σε συνδυασμό με τη συστηματική κριτική που διατυπώνει στα κείμενά του για την καταλυτική επέλαση του μοντερνισμού και τις δυσμενείς αναφορές του σε ζωγράφους όπως οφορών των ζωγράφων και των σχολών από τις οποίες εμπνέεται. Η απόπειρά του να επωμιστεί τη συνολική υπεράσπιση της ζωγραφικής σε μια εποχή που η πρωτοκαθεδρία της απειλείται, τον οδηγεί σε μια εκλεκτικιστική και συγκρητική αντιμετώπισή της από επάλξεις οι οποίες αργότερα, τη δεκαετία του 1980, θα καταληφθούν από τους μεταμοντέρνους υπερασπιστές της. Έτσι εξηγείται και ο επιτυχημένος χαρακτηρισμός που ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προφητικά του απέδωσε το 1929 επισημαίνοντας στην κριτική του το παράδοξο των πηγών του: «ένας παρ’ ολίγο μοντέρνος». Επομένως το έργο του Γεωργιάδη δεν είναι συντηρητικό, διότι δεν υπακούει στα κελεύσματα της εποχής του αλλά έχει την τραγικότητα κάποιου που τολμά να ορθώσει το ανάστημά του ενάντια σε αυτά.
Ούτε ακαδημαϊκό είναι, με τις έννοιες του ψυχρού, τυποποιημένου, στείρου και ψεύτικου, διότι διέπεται από μια ζέση και ένα πάθος που τολμά ένα μεγαλεπήβολο συγκερασμό ρευμάτων και τεχνικών κι έχει γι’ αυτό μιαν αλήθεια, όπως αποδεικνύουν αφενός η τροπή που πήραν τα πράγματα προς το τέλος του εικοστού αιώνα, αφετέρου η μαρτυρία των πολυάριθμων μαθητών του.
Σήμερα, 8 Αυγούστου του 2019, πέθανε o εμβληματικός γλύπτης διεθνούς φήμης Παναγιώτης Βασιλάκης, γνωστός ως Takis.
Με βαθιά θλίψη το Ίδρυμα Τάκις ανακοινώνει την απώλεια του διεθνούς γλύπτη Παναγιώτη Βασιλάκη, γνωστό ως Tάκι.
Ένας αληθινός πρωτοπόρος, επαναστάτης και θρύλος. Θα μείνει για πάντα αλησμόνητος.
Ένα παραγωγικό και δημιουργικό μυαλό, του οποίου η εφευρετικότητα, το πάθος και η φαντασία ήταν αστείρευτα, ο Τάκις διερεύνησε πολλούς καλλιτεχνικούς και επιστημονικούς ορίζοντες, όπως μεταξύ άλλων τη μουσική και το θέατρο, και επαναπροσδιόρισε τα όρια στην τέχνη.
Χάρη στην πολυδιάστατη δημιουργική ιδιοφυΐα του, τη γενναιοδωρία του και την εξαιρετική του διαίσθηση, ο Τάκις ήταν μπροστά από την εποχή του, γεγονός που συνέβαλε στη διεθνή του επιτυχία. Σήμερα, χάσαμε όλοι ένα εξαιρετικό πνεύμα.
Το Ίδρυμα Τάκις εκφράζει στα μέλη της οικογένειά του, στους συγγενείς και τους φίλους του τα βαθύτατα συλλυπητήριά του. Ο μεγαλύτερος φόρος τιμής που μπορούμε να αποτίσουμε σήμερα είναι να συνεχίσουμε να ακολουθούμε το οραματιστικό του μονοπάτι, όπου -παραθέτοντας τα λόγια του Τάκι- «όλα είναι μυαλό και κίνηση», έτσι ώστε να διαιωνιστεί η μοναδική του κληρονομιά.
Σας ευχαριστούμε που σέβεστε την ιδιωτικότητα που απαιτείται σε μια τέτοια στιγμή.
Δημοσίευση του ιδρύματος Takis Foundation – Research for the Art & the Sciences στο Facebook
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ TAKIS
Ο Παναγιώτης Βασιλάκης, γνωστός παγκοσμίως ως TAKIS, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας εικαστικής σκηνής. Πρωτοπόρος της κινητικής τέχνης, ξεδίπλωσε το καλλιτεχνικό του ταλέντο μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και επιβλήθηκε προσφέροντας μια διαφορετική προσέγγιση της κινητικής τέχνης. Καλλιτέχνης αυτοδίδακτος εκ πεποιθήσεως, κατάφερε να δημιουργήσει μια άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην τέχνη και τις επιστήμες συνδυάζοντας στοιχεία της φύσης και της φυσικής στη γλυπτική του. Ο Takis ως «ακάματος δουλευτής των μαγνητικών πεδίων …» δημιούργησε πειραματιζόμενος κινητικά έργα τέχνης που έχουν εμπνεύσει ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές της γενιάς του αλλά και συγχρόνους του.
Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Η παιδική του ηλικία και η εφηβεία του σημαδεύονται από αλλεπάλληλους πολέμους από τους οποίους η Ελλάδα υπέφερε όπως η Γερμανική και Ιταλική κατοχή και ο Εμφύλιος πόλεμος. Η οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς του είχε πληγεί ήδη από το 1922 , δηλαδή την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής.
Ξεκινά την καλλιτεχνική του πορεία σε ηλικία περίπου 20 ετών, παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του δεν αποδεχόταν την κλίση του προς τις καλές τέχνες, σε ένα υπόγειο εργαστήρι, όταν έρχεται σε επαφή με τα έργα του Picasso και του Giacometti. Το 1952 δημιουργεί το πρώτο του ατελιέ με τους παιδικούς του φίλους και καλλιτέχνες Μίνω Αργυράκη και Ραϋμόνδο στην περιοχή της Ανάκασας. Τα πρώτα έργα του Τάκι είναι προτομές από γύψο και γλυπτά από σφυρήλατο σίδηρο εμπνευσμένα και από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό αλλά και από καλλιτέχνες όπως ο Picasso και ο Giacometti.
Στα τέλη του 1953 αναχωρεί για το Παρίσι. Το 1954, φτάνοντας στο Παρίσι εντάσσεται για λίγους μήνες στο ατελιέ του Brancusi. Τα τρία περίπου επόμενα χρόνια ταξιδεύει και ζει ανάμεσα στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου εμπνέεται και δημιουργεί τα πρώτα του κινητικά έργα. Εντυπωσιασμένος από τα ραντάρ, τις κεραίες και τα τεχνολογικά κατασκευάσματα που κοσμούν τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Calais της Γαλλίας, εμπνέεται και δημιουργεί τα πρώτα του Σινιάλα, τα οποία ενώ στην αρχή είναι άκαμπτα και έχουν φωτεινά σήματα στην κορυφή τους, σταδιακά αλλάζουν μορφή. Στην κορυφή τους τοποθετούνται πυροτεχνήματα μέσω των οποίων πραγματοποιεί διάφορα street art happenings στις πλατείες του Παρισιού, αποκτούν ευελιξία, κοσμούνται με τα λεγόμενα «objets trouvés», λικνίζονται χάρη στην πνοή του ανέμου ενώ όταν κρούουν μεταξύ τους παράγουν μοναδικούς ήχους δίνοντας την αίσθηση της δόνησης των χορδών και της μελωδίας της άρπας.
Από το 1955 και μέχρι το τέλος του 1965 ο Takis, ως καλλιτεχνική διάνοια ήδη από τότε, πειραματίζεται με όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος και της φύσης τα οποία μας περιβάλλουν, αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε με γυμνό μάτι. Αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν τη βάση της καλλιτεχνικής του πορείας και εξερεύνησης καθώς χάρη σε αυτά διακρίνεται, ξεχωρίζει και καινοτομεί. Εξερευνά τις μαγνητικές δυνάμεις και την ενέργεια των μαγνητικών πεδίων τα οποία αποτελούν ένα από τα θεμέλια του έργου του στην καλλιτεχνική του έρευνα. Πειραματίζεται με τον ηλεκτρισμό, τον ήχο και το φως όπως και άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς των Νεο-Ρεαλιστών της δεκαετίας του 1960 στο Παρίσι. Έτσι, μέσω της τέχνης του καθιστά ορατά όλα αυτά τα αόρατα στοιχεία. Επηρεασμένος από όλα όσα αναφέρθηκαν αλλά και από τις κοσμικές δυνάμεις και την επικοινωνία με το υπερπέραν δημιουργεί Τηλεγλυπτά και Τηλεπίνακες, Τηλεφώτα, Καντράν, Μουσικά. Την περίοδο εκείνη ταξιδεύει αρκετά συχνά σε όλα τα μεγάλα καλλιτεχνικά και μητροπολιτικά κέντρα του κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρώτο του ταξίδι του στις ΗΠΑ το 1961 όπου γνωρίζει τον μετέπειτα φίλο του Marcel Duchamp.
“Τηλεφώτα”, Takis
Χρονιά ορόσημο της περιόδου εκείνης αποτελεί το 1960, όταν ο Takis πραγματοποιεί την performance L’Impossible – Homme dans l’Espace (Το Αδύνατον – Ο Άνθρωπος στο Διάστημα) σε συνεργασία με το φίλο του Νοτιοαφρικανό ποιητή Sinclair Beiles. Η performance πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Iris Clert στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Sinclair Beiles διάβασε το περίφημο μαγνητικό του μανιφέστο: «Είμαι γλυπτό…Υπάρχουν κι άλλα γλυπτά σαν εμένα. Η κύρια διαφορά είναι ότι δε μπορούν να μιλήσουν…Θα ήθελα να δω όλες τις πυρηνικές βόμβες στη Γη να μετατρέπονται σε γλυπτά …» και «εκτοξεύεται στον αέρα» στιγμιαία αιωρούμενος από το μαγνητικό πεδίο ενός μαγνήτη που συνδέεται με τη ζώνη του.
Το 1968 μετακομίζει στη Μασσαχουσέτη όπου προσκαλείται με υποτροφία ως ερευνητής από το πανεπιστήμιο του ΜΙΤ και πιο συγκεκριμένα από το Κέντρο Προηγμένων Οπτικών Μελετών. Εκεί δημιουργεί μια σειρά από Ηλεκτρομαγνητικά γλυπτά. Μελετά την υδροδυναμική ενέργεια και δίνει μορφή στην επινόησή του με τίτλο Υδροδυναμική της Θαλάσσιας Ταλάντωσης, ενώ παράλληλα εμπνέεται και μια σειρά από Υδρομαγνητικά γλυπτά. Ριζοσπαστικός και ανατρεπτικός, συνιδρύει την περίοδο εκείνη την Ένωση Art Workers Coalition με σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών ενάντια στην εκμετάλλευσή τους από τους γκαλερίστες, τους εικαστικούς επιμελητές και τα μουσεία. Χαρακτηριστικό γεγονός αποτελεί η εφόρμισή του στο Mουσείο Μοντέρνας Τέχνης με σκοπό να αποσύρει ένα έργο του πριν προλάβει η ασφάλεια του Μουσείου να αντιδράσει. Η συμβολική του αυτή κίνηση γίνεται πρωτοσέλιδο στους New York Times.
Το 1974, έχοντας πλέον επιστρέψει και πάλι στο Παρίσι, ξεκινά να δημιουργεί τα Ερωτικά του γλυπτά. «La force d’attraction est le denominateur commun du magnétisme et de l’érotisme. En 1974, Takis en fait l’equitation dans une série de bronzes réalisés a partir de moulages» (Takis, monographies, Érotique, p.203).
Δύο από τα “Ερωτικά” γλυπτά του Takis
Το 1986 επιστρέφοντας στην Ελλάδα ιδρύει το Κέντρο Ερευνών για την Τέχνη και τις Επιστήμες (KETE) στο Γεροβουνό Αττικής, του οποίου τα επίσημα εγκαίνια πραγματοποιούνται το 1993.
Δύο από τα γλυπτά του Takis ονόματι “Μαγνητικοί τοίχοι – Τέταρτη Διάσταση”
Όντας καλλιτέχνης πολυσχιδής, επιβάλλεται με την περίφημη Τέταρτη Διάσταση, μια αόρατη δύναμη που δημιουργείται από τα μαγνητικά πεδία που μας περιβάλλουν και διαχέονται στο χώρο.
Παρά το γεγονός ότι είναι αναγνωρισμένος για τα κινητικά του γλυπτά, ο Takis πρωτοπορεί και στη δημιουργία σκηνικών, στη μουσική επιμέλεια θεατρικών παραστάσεων και performances. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι συνεργασίες με τον Κώστα Γαβρά για την ταινία Section Spéciale (Ειδικό Δικαστήριο) το 1975, με τον Μιχάλη Κακογιάνη για την παράσταση Ηλέκτρα του Σοφοκλή στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου το 1983 καθώς και την παράσταση Τρωάδες, με το Nam June Paik το 1979, με τη Joelle Léandre και τη χορεύτρια Μάρθα Ζιώγα για την performance με τίτλο Ligne Parallèle Erotique (Παράλληλη Ερωτική Γραμμή) το 1986 καθώς και με τη Βαρβάρα Μαυροθαλασσίτη για την performance «Isis Awakening» (Το ξύπνημα της Ίσιδος) το 1990.
Συνολικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Takis συνεχίζει να διερευνά τα όρια και τα σημεία τομής της καλλιτεχνικής και επιστημονικής αντίληψης, καθώς και της μουσικής, των ήχων και ιδιαίτερα των εικόνων που βρίσκονται σε κίνηση.
Η μόνιμη έκθεση του ιδρύματος Takis Foundation
Καλλιτέχνης σύγχρονος και πρωτοποριακός, ο Takis ακολούθησε μια καλλιτεχνική πορεία που εκτίθετο στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, με ρίζες σε μια γλυπτική παράδοση η οποία κυμαίνεται από την αρχαία ελληνική γλυπτική, τον Giacometti και φθάνουν στα τεχνολογικά αντικείμενα και κατασκευάσματα της σύγχρονης εποχής. Τα έργα του κοσμούν τις μόνιμες συλλογές των σπουδαιότερων μουσείων του κόσμου όπως το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης George Pompidou στο Παρίσι, το ΜΟΜΑ και το Guggenheim Museum της Νέας Υόρκης, τη De Menil Collection στο Χιούστον, την Tate Modern του Λονδίνου, την Peggy Guggenheim Collection στη Βενετία. Στη Γαλλία, το Μουσείο του Jeu de Paume, το Palais de Tokyo και το Fondation Maeght έχουν οργανώσει μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις αφιερωμένες στον καλλιτέχνη. Το έργο του επίσης εκτίθεται στους κήπους της UNESCO στο Παρίσι και στην περιοχή της La Défense, όπου η γαλλική κυβέρνηση του παραχωρεί τον μεγαλύτερο δημόσιο χώρο που δόθηκε ποτέ στην ιστορία του Παρισιού σε καλλιτέχνη, 3500 τ.μ. για ένα «δάσος» από 49 Φωτεινά Σινιάλα. Συμμετείχε επίσης δύο φορές στη Documenta στο Κάσελ, μια φορά στην Biennale της Βενετίας και το 1985 στην Biennale του Παρισιού όπου τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο. Το 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδίδει στο Κ.Ε.Τ.Ε. τιμητική πλακέτα για την προσφορά του καλλιτέχνη στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τα έργα του με τίτλο Ηλεκτρικά Βαρέλια.
η εκθεση στο tate modern του λονδινου
Πριν από λίγο καιρό, στις 3 Ιουλίου, άνοιξε τις πόρτες της μεγάλη έκθεση με έργα του γλύπτη στην Tate Modern του Λονδίνου.
Στα έργα αυτά, Ο Takis είχε χρησιμοποιήσει το μαγνητισμό για να οπτικοποιήσει με το δικό του τρόπο όλα τα φυσικά φαινόμενα της μετα-Αϊνστάιν εποχής.
Στον πίνακά του Telepainting, του 1959-1960, τρεις μεταλλικοί κώνοι κρέμονται από κλωστές μπροστά από ένα μονόχρωμο καμβά. Αντί να κρέμονται κάθετα, «πετάνε» οριζόντια, καθώς ισχυροί μαγνήτες, κρυμμένοι κάτω από τον καμβά, τους τραβούν.
Αντί να απεικονίζει τρίγωνα και κυλίνδρους σε ένα φανταστικό χώρο, ο Takis δημιουργούσε μια σχέση ανάμεσα σε στερεά αντικείμενα στον πραγματικό χώρο και το κάνει με τους μαγνήτες. Αυτό ήταν, άλλωστε, κάτι που δεν βαριόταν ποτέ: το επαναλάμβανε ξανά και ξανά καθώς δημιουργούσε το ένα έργο μετά το άλλο.
Telepaintings, Telesculptures: Τα ονόματα των έργων του από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αναφέρονταν στην τεχνολογική επανάσταση εκείνης της εποχής. Της εποχής της τηλεόρασης και των δορυφόρων.
Τέσσερα από τα γλυπτά του Takis ονόματι “Τηλεγλυπτά”
Ο Takis έχει πει ότι όταν ήταν παιδί στην Αθήνα, οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες στους δρόμους ήταν κάτι σχεδόν ανήκουστο. Όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Λονδίνο, μαγεύτηκε βλέποντας ότι υπήρχαν παντού.
Και κάπως έτσι, το φως τού έγινε εμμονή. Ψηλοί πόλοι με χρωματιστά φώτα είναι ένα άλλο μέρος του έργου του. Μπορεί να μην φαίνονται πλέον πολύ σύγχρονα αυτά τα έργα, αλλά αυτό είναι και ένα μέρος της γοητείας του έργου του Takis.
Οι πρώτες του δουλειές περιλάμβαναν μπρούτζινα και γύψινααγάλματα, εμπνευσμένα από τα Κυκλαδίτικα αγαλματίδια. Η μετάβασή του από την αρχαιολογία στον ηλεκτρομαγνητισμό μπορεί να φαίνεται απότομη, αλλά στην πραγματικότητα ήταν απλώς η φυσική συνέχεια.
Ο Takis μεταπήδησε στη συνέχεια στην τεχνολογικήεποχή, αλλά μέσα από τα έργα του συνέχισε να αναζητά τη διαχρονικότητα των πραγμάτων.
Σαν σήμερα το 1898 φεύγει από τη ζωή ο Εζέν Μπουντέν, Γάλλος ζωγράφος, εξαίρετος τοπιογράφος και ιδιαίτερα θαλασσογράφος. Άμεσος πρόδρομος του ιμπρεσσιονισμού, ο Μπουντέν ήταν από τους πρώτους καλλιτέχνες που βγήκαν από το εργαστήριο τους και ζωγράφισαν στην ύπαιθρο.
Η ΖΩΗ ΤΟΥ
Ο Μπουντέν γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ονφλέρ της Κάτω Νορμανδίας και ήταν γιος ναυτικού που αποσύρθηκε και έγινε ιδιοκτήτης καταστήματος χαρτοπωλείου και κορνιζών πινάκων ζωγραφικής. Έτσι ο νεαρός καλλιτέχνης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ζωγράφους που δούλευαν στην περιοχή (μεταξύ των οποίων ο Ζαν Φρανσουά Μιγέ και ο Τομά Κουτύρ) οι οποίοι τον ενεθάρρυναν να ακολουθήσει το καλλιτεχνικό στάδιο. Στα εικοσιδύο του εγκατέλειψε το κατάστημα κι αφοσιώθηκε στην ζωγραφική. Ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Φλάνδρα και το 1850 κέρδισε μια υποτροφία που του επέτρεψε να εγκατασταθεί στο Παρίσι.
“Γυναίκες ψαράδων στην ακροθαλασσιά”, Εζέν Μπουντέν
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ
Έντονα εντυπωσιασμένος από τους Ολλανδούς ζωγράφους, ακολούθησε την συμβουλή του Γιόχαν Γιόνγκκιντ να ζωγραφίζει σε ανοικτό χώρο (en plein air) και την μετέδωσε στον νεαρό τότε προστατευόμενό του Κλωντ Μονέ. Ο Μπουντέν ζωγράφισε παραλιακές σκηνές και θαλασσινά τοπία της βορείου Γαλλίας και ήταν υπέρμαχος της άμεσης απεικόνισης της φύσης. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από την μεγάλη σημασία που έδινε στην απόδοση της φωτεινότητας του ουρανού. Θεωρείται σύνδεσμος μεταξύ της γενιάς του Κορό και των ιμπρεσσιονιστών. Στη γενέτειρά του Ονφλέρ (Honfleur) βρίσκεται το Μουσείο Εζέν Μπουντέν (Musée Eugène Boudin).
Το Μουσείο Εζέν Μπουντέν στην γενέτειρα του ζωγράφου, Ονφλέρ
Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ, ΚΛΟΝΤ ΜΟΝΕ
Ο Μονέ γνωρίστηκε με τον Εζέν Μπουντέν το 1858, ένα χρόνο μετά το θάνατο της πολυαγαπημένης του μητέρας. Η χρονιά εκείνη ήταν πολύ δύσκολη για το Μονέ λόγω της θλίψης του για το χαμό της μητέρας του, η οποία πίστευε στο ταλέντο του. Όμως, ένα χρόνο μετά, γνωρίζει τον πρώτο του “πνευματικό πατέρα”, τον Εζέν Μπουντέν, ο οποίος τον ενθαρρύνει να αντλεί τα θέματά του από την ύπαιθρο. Εκτός από δάσκαλός του είναι και ο πρώτος του φίλος, στον οποίο μπορεί να εκφράζει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Έτσι, ο Γάλλος τοπιογράφος και θαλασσογράφος που θεωρείται πρόδρομος του ιμπρεσσιονισμού, αποτέλεσε έναν από τους πρώτους δασκάλους του Μονέ, τον οποίον, μάλιστα, θεωρούσε μάλιστα προστατευόμενο του.
“Φιγούρες στην παραλία στην Trouville”, Εζέν Μπουντέν
Στο Μουσείο Τισέν-Μπορνεμίτσα στη Μαδρίτη είχε μάλιστα λάβει χώρα μια έκθεση με τίτλο “Monet/Boudin” που εξερευνούσε τη σχέση του κατά κόσμον “πατέρα” του ιμπρεσιονισμού, Κλοντ Μονέ, με έναν από τους πρώτους δασκάλους και προστάτες του, τον Εζέν Μπουντέν.
“Το στάσιμο ποτάμι στην Deauville”, Εζέν Μπουντέν
Συγκεκριμένα, παρουσιάστηκαν γύρω στα 100 έργα των δύο καλλιτεχνών, τα οποία αποκαλύπτουν πώς η διδασκαλία του Μπουντέν στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του Μονέ μετασχηματίστηκε μέχρι το τέλος της σταδιοδρομίας του σε ένα βαθύ θαυμασμό για το καλλιτεχνικό θάρρος και την εξέλιξη του μαθητή του. Ανάμεσα στα κοινά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα των δύο ζωγράφων, η έκθεση έδινε έμφαση στα θέματα της σύγχρονης ζωής, που απεικονίζονται στις σκηνές παραλιών το καλοκαίρι στην Trouville.
“Γυναίκες πλύστρες δίπλα στο ποτάμι”, Εζέν Μπουντέν
Κοινό στοιχείο που προέβαλλαν τα έργα της έκθεσης ήταν οι μεταβαλλόμενες επιδράσεις του φωτός, το οποίο αποτελούσε μάλιστα το αντικείμενο των περισσότερων παστέλ και ελαιογραφιών. Παράλληλα ο επισκέπτης μπορούσε να θαυμάσει την ημι-άγρια φύση των βράχων κατά μήκος των ακτών της Βρετάνης και της Νορμανδίας.
Σαν σήμερα το 1867 γεννιέται ο Εμίλ Νόλντε, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Γερμανού ζωγράφου Εμίλ Χάνσεν (Emil Hansen). Ο Νόλντε καταγόταν από οικογένεια χωρικών και γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου 1867 στο Σσλέσβιχ Χολστάιν. Αρχικά εργάστηκε ως λεπτουργός και χαράκτης (1888-91), αλλά την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. επιδόθηκε στη ζωγραφική. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και Χειροτεχνίας της Καρλσρούης (1888-89), όπου άρχισε να ζωγραφίζει τοπία και πορτρέτα στον ελεύθερο χρόνο του.
“Κανάλι” (1902), Εμίλ Νόλντε
Στη συνέχεια δίδαξε σχέδιο στο Μουσείο Βιομηχανικών Τεχνών του Ζανκτ Γκάλεν στην Ελβετία (1892-97). Φοίτησε επίσης στην ιδιωτική σχολή του Φρίντριχ Φερ στο Μόναχο (1898-99) και μαθήτευσε κοντά στον Άντολφ Χόλζελ στο Νταχάου (1899). Στη συνέχεια πήγε για λίγο στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στην Ακαδημία Τζούλιαν. Το 1901 εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη, όπου πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Εκεί δημιούργησε το δικό του ατελιέ και ήρθε σε επαφή με σημαντικούς δανούς εικαστικούς. Στην αρχή της καλλιτεχνικής του πορείας έδωσε έμφαση στο χρώμα και επηρεάστηκε εμφανώς από τον ιμπρεσιονισμό. Χαρακτηριστικό δείγμα από την ιμπρεσιονιστική του περίοδο είναι το «Κανάλι» (1902).
“Λίμνη της Λουκέρνης”, Εμίλ Νόλντε
Έπειτα, εγκαταστάθηκε στο νησί Άλσεν (1903), με διαστήματα διαμονής στο Βερολίνο, όπου άρχισε να ζωγραφίζει εξπρεσιονιστικά τοπία με πολύ έντονα χρώματα και άγριες πινελιές, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως χρωματική θύελλα. Ο Νόλντε έγινε γρήγορα γνωστός στους γερμανικούς καλλιτεχνικούς κύκλους ιδίως για τα τοπία του. Σε πολλά έργα του με ακουαρέλα πειραματίστηκε με τα έντονα χρώματα, καθώς και με νέες τεχνικές ζωγραφικής. Χαρακτηριστική για τη ζωντάνια των χρωμάτων της είναι η υδατογραφία «Λίμνη της Λουκέρνης» (1930). Εκείνη την περίοδο αποφάσισε να υιοθετήσει και το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο.
“Ηλιοτρόπια” (1917), Εμίλ Νόλντε
Το 1906 διοργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση, στη Δρέσδη, όπου ήρθε σε επαφή με τα μέλη της εξπρεσιονιστικής ομάδας Η Γέφυρα (Die Brucke), στην οποία προσχώρησε για μικρό διάστημα (1906-7). Σύντομα όμως αποχώρησε, για να ακολουθήσει μια πιο μοναχική καλλιτεχνική πορεία. Από το 1908 ήταν ήδη καθορισμένα τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του, ιδιαίτερα το μνημειακό στοιχείο το οποίο τονίζεται από την εκφραστική δύναμη του χρώματος.
“Σταύρωση” (1912), Εμίλ Νόλντε
Στην περίοδο αυτή ανήκουν οι μεγάλες θρησκευτικές συνθέσεις του Ο μυστικός δείπνος, Η Πεντηκοστή και Οι ιστορίες του Ιωσήφ. Ένα ταξίδι του στην Πολυνησία (1913-14), ως μέλος αρχαιολογικής αποστολής, επέδρασε βαθιά στο έργο του και του έδωσε νέο σφρίγος.
“Χαμένος παράδεισος”, Εμίλ Νόλντε
Παράλληλα, ο Νόλντε χαρακτηρίζεται ως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, καθώς την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού υπήρξε οπαδός του ναζιστικού κόμματος. Ωστόσο, οι ίδιες οι ναζιστικές αρχές τον κατέταξαν αργότερα στους εκφυλισμένους καλλιτέχνες, απομάκρυναν τα έργα του από τα γερμανικά μουσεία, καθώς αρκετά από αυτά “δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της «καθαρής γερμανικής τέχνης” και του απαγόρευσαν να ζωγραφίζει το 1941. Μάλιστα το έργο του «Χαμένος παράδεισος» (1921) είχε χαρακτηριστεί από έναν καθεστωτικό κριτικό τέχνης ως ένα τυπικό παράδειγμα της παρακμής της γερμανικής τέχνης. Ο Νόλντε συνέχισε τη δουλειά του κρυφά, κυρίως πάνω σε παλαιότερα έργα του και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο έγινε ευρύτερα γνωστός και απέσπασε πολλές διακρίσεις. Μέχρι το θάνατό του, το 1956, είχε τύχει μεγάλης αναγνώρισης και ήδη εν ζωή θεωρούνταν μεγάλος ζωγράφος.
O Ντιέγκο Βελάθκεθ ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους της περιόδου του μπαρόκ, γνωστός κυρίως για τις προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε ως καλλιτέχνης της αυλής του βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππου Δ´. Αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της τέχνης, με σημαντική επίδραση στη ζωγραφική του 19ου αιώνα, ειδικότερα στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Δυστυχώς, κάποιοι από τους πίνακες του μεγάλου ζωγράφου χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου, και όμως εκατονταετίες αργότερα εμφανίστηκαν ξανά σε μέρη που κανένας δεν θα σκεφτόταν να ψάξει.
«Το πορτρέτο της Ολυμπίας Μαϊνταλκίνι
Παμφίλι» -που φιλοτέχνησε στα μέσα του 17ου αιώνα ο κορυφαίος
Ισπανός ζωγράφος Ντιέγο
Βελάσκεθ βρέθηκε φέτος στην Ολλανδία.
Επί σχεδόν 300
χρόνια και συγκεκριμένα, από το 1724, ο πίνακας θεωρείτο χαμένος, ή κατά μία
εκδοχή, κατεστραμμένος. Ωστόσο, σήμερα, η προσωπογραφία μίας από τις πιο
ενδιαφέρουσες γυναικείες προσωπικότητες στην Ιστορία, επανήλθε στο φως στο
Άμστερνταμ, αποκαταστάθηκε και θα βγει σε
δημοπρασία από τον οίκο Sotheby’s.
Με εκτιμώμενη τιμή στα 2-3 εκατ. στερλίνες, τον
πίνακα θα διεκδικήσουν μεγάλοι συλλέκτες και διεθνή Μουσεία, καθώς, όπως
τονίζει ο Τζέιμς ΜακΝτόναλντ, ειδικός σε κλασσικούς ζωγράφους του Sotheby’s, «ο
Βελάσκεθ είναι ένας από τους αδιαφιλονίκητους τιτάνες της ευρωπαϊκής και
παγκόσμιας ζωγραφικής. Η προσωπογραφία αυτή αναμφίβολα εξερεθίζει το ενδιαφέρον
και των ειδικών, αλλά και των θαυμαστών του Βελάσκεθ».
Ο πίνακας
υποβλήθηκε σε εξαντλητικές εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί η αυθεντικότητά
του και κατόπιν να αποκατασταθεί, προτού έλθει η στιγμή που θα παρουσιασθεί
στους επίδοξους πλειοδότες του, 18 μήνες μετά την απόκτησή του από τον
ολλανδικό Οίκο δημοπρασιών.
Επίσης, το
μεγάλο ενδιαφέρον για τον πίνακα οφείλεται και στη μυθολογία που τον περιβάλλει,
καθώς αναπαριστά μία από τις πιο επιδραστικές και με μεγάλη επιρροή γυναίκες
του 17ου αιώνα στη Ρώμη.
Η Ολυμπία Μαϊνταλκίνι Παμφίλι ήταν η «σκιώδης δύναμη» πίσω από
τον παπικό θρόνο και νύφη, αλλά και -όπως θρυλείται- ερωμένη του Πάπα
Ιννοκέντιου του 10ου. Η επονομαζόμενη και «Πάπισσα» (Παπέσσα), η Ντόνα Ολύμπια
ήταν διαπρύσια φεμινίστρια, η οποία δεν δίσταζε να υπερασπισθεί τις πόρνες της
Ρώμης.
Σύμφωνα με τη συγγραφέα του βιβλίου «Ερωμένη του Βατικανού, η αληθινή ιστορία της Ολυμπίας Μαϊνταλκίνι»,
Ελεανόρ Χέρμαν, ήταν μία «σταρ της ροκ την εποχή του μπαρόκ».
«Γυναίκες απ′ όλο τον καθολικό
κόσμο πήγαιναν στη Ρώμη και κάθονταν έξω από το παλάτι της για να
ζητωκραυγάσουν στο πέρασμα της άμαξάς της».
«Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς μία γυναίκα με τέτοια ταπεινή
καταγωγή μπόρεσε να ανέλθει σε τέτοια αξιώματα, διοικώντας τις υποθέσεις του
παπικού κράτους και της Καθολικής Εκκλησίας, ενός θεσμού όπου οι γυναίκες
-τότε, αλλά και τώρα- αποκλείονται από κάθε βαθμίδα της εξουσίας του»,
προσθέτει η ίδια.
Η Ντόνα Ολυμπία καθόριζε την
εξωτερική πολιτική και διόριζε καρδιναλίους. Βασιλείς και εστεμμένες απ′ όλη
την Ευρώπη της έστελναν δώρα, χρυσό και διαμάντια, για να αποσπάσουν την εύνοιά
της. Ο Πάπας Ιννοκέντιος δεν ελάμβανε καμία απόφαση, εάν πρώτα δεν συμβουλευόταν
τη νύφη του.
«Οι κάτοικοι της Ρώμης άπλωναν επιγραφές πάνω από κάθε αναφορά
με το όνομα του Πάπα, που έγραφαν Πάπας Ολυμπία 1η. Χαράσσονταν δε μετάλλια με
τη μορφή της φέρουσα την παπική τιάρα και καθισμένη στον θρόνο του Αγίου
Πέτρου», προσθέτει η Χέρμαν.
Βεβαίως, δεν ήταν αγαπητή στο παπικό περιβάλλον. Ένα καρδινάλιος μιλούσε για «την τερατώδη δύναμη μίας γυναίκας μέσα στο Βατικανό». Σύγχρονός της τόνιζε πως ποτέ άλλοτε ένας Πάπας είχε επιτρέψει «να άγεται και να φέρεται με τόσο απόλυτο τρόπο από μία γυναίκα», ενώ άλλος καρδινάλιος ονείδιζε το γεγονός ότι η διακυβέρνηση της Ρώμης «βρισκόταν στα χέρια μίας πόρνης».
Μία πλειάδα από καλλιτέχνες της Ρώμης, ζωγράφοι, μουσικοί,
θεατρικοί συγγραφείς, έχαιραν της προστασίας και της βοήθειάς της. Αυτή
βρισκόταν πίσω από την παραγγελία για την κατασκευή της Πηγής των Τεσσάρων
Ποταμών (Φοντάνα ντέι Κουάτρο Φιούμι), το εκθαμβωτικό συντριβάνι στην Πλατεία
Ναβόνα, που σήμερα είναι ένα από τα πιο δημοφιλή τουριστικά αξιοθέατα στην
Αιώνια Πόλη.
«Ήταν μία γυναίκα με έντονα
πάθη, κοφτερό μυαλό και μεγάλη γοητεία, η οποία προστάτευε αδύναμες γυναίκες
από την αδικία των ανδρών. Επίσης ήταν άπληστη, υπολογίστρια και συχνά πολύ
ψυχρή», τονίζει η ίδια συγγραφέας.
Λίγο μετά τον θάνατό της από βουβωνική πανώλη, το 1657, η
Καθολική Εκκλησία έσπευσε να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτής της τολμηρής γυναίκας
που κυβερνούσε τους πάντες.
Πολλά χρόνια νωρίτερα όμως, ο Βελάσκεθ πραγματοποιούσε το
δεύτερο ταξίδι του στη Ρώμη και η διάσημη αυτή γυναίκα κάθισε ως μοντέλο του:
«ο χρωστήρας του συνέλαβε τον χαρακτήρα της και σε αυτήν την προσωπογραφία
μπορεί κάποιος να δει την αυστηρή και αταλάντευτη προσωπικότητά της», τονίζει ο
ΜακΝτόναλντ.
Σήμερα έχει γίνει γνωστό, πως ο πίνακας κατέληξε στην Ολλανδία,
όπου στη δεκαετία του ’80 εκτέθηκε σε δημοπρασία υπό την περιγραφή «ανώνυμου,
της Ολλανδικής σχολής». Αγοράσθηκε από ιδιώτη συλλέκτη, ο οποίος τον
κληροδότησε στον σημερινό του ιδιοκτήτη.
«Όταν μας έφεραν στον Sotheby’s τον πίνακα, δεν είχαν την παραμικρή
ιδέα ότι επρόκειτο για έναν Βελάσκεθ. Όμως ένας συνάδελφος εντόπισε ένα
μονόγραμμα και έναν αριθμό αρχείου στο πίσω μέρος του. Είδα λίγο αργότερα
τον πίνακα και δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία πως, μόλο που είχε υποφέρει από
το πέρασμα του χρόνου, επρόκειτο για το πορτραίτο που ο Βελάσκεθ φιλοτέχνησε με
θέμα την Ντόνα Ολυμπία».
Ο οίκος έθεσε τον πίνακα στη διάθεση των ειδημόνων για τη
ζωγραφική του Βελάσκεθ στη Βρετανία και σε όλον τον κόσμο. Όπως θυμάται ο
ΜακΝτόναλντ «λίγο, λίγο, το ψηφιδωτό συμπληρωνόταν στη θέση του. Ήταν πολύ
εντυπωσιακό. Όποιος έβλεπε τον πίνακα μαγευόταν από αυτόν, που για πολύ καιρό
θεωρούνταν χαμένος και πιθανώς κατεστραμμένος για πάντα, αλλά τώρα αναδυόταν
από τις στάχτες του».
Ένα ακόμη έργο τέχνης, ο πίνακας με τον «Ανώνυμο ιππότη» που για χρόνια βρισκόταν «παραμελημένος» στις αποθήκες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) πλέον αποδίδεται στον μεγάλο μαέστρο του πινέλου, Ντιέγκο Βελάσκεθ.
Σύμφωνα με τον Χαβιέρ Πορτούς, επικεφαλής συντηρητή του
τμήματος ισπανικής ζωγραφικής έως το 1700 του Μουσείου του Πράδο, ο πίνακας
αποτελεί μία προσωπογραφία του Χουάν ντε Κόρδοβα, εμπορικού απεσταλμένου του
βασιλιά Φιλίππου Δ’ στη Ρώμη, που είχε βοηθήσει τον σεβιλιάνο ζωγράφο στην
αγορά έργων για λογαριασμό του μονάρχη, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην
Ιταλία.
Στη μελέτη του
ο Πορτούς υποστηρίζει πως ο πίνακας ενδέχεται να έχει φιλοτεχνηθεί, κατά τη
διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού του Βελάσκεθ στην Ιταλία (1649-51) και πως ο
πίνακας τούτος έχει πολλά κοινά με την αντίστοιχη προσωπογραφία του ντε Παρέχα
(1650), που βρίσκεται επίσης στο ΜΕΤ, αλλά και με τα κατοπινά του πορτραίτα.
Ο Πορτούς
αφιέρωσε τρία χρόνια στη μελέτη αυτού του πίνακα με το «άγνωστο μοντέλο» και
βρίσκει στην αυθορμησία της εκτέλεσής του το καλύτερο πειστήριο και εγγύηση της
πατρότητάς του. Είναι κλασσικό δείγμα ενός Βελάσκεθ που με λιγοστές πινελιές
κατορθώνει να δώσει ένα πλούσιο αποτέλεσμα.
Εκτελεσμένο με
περισσή ελευθερία και μικρά τελειώματα, δεν νοιάζεται να αμβλύνει τα
περιγράμματα του μοντέλου, αδιαφορώντας εάν διακρίνονται οι πινελιές. Οι
αυτοσχεδιασμοί του είναι σοφά υπολογισμένοι, με σιγουριά και με μία δόση
έπαρσης. Η επιφάνεια του πίνακα μοιάζει με έναν αναβρασμό από πινελιές, που
δείχνουν να μην είναι συντονισμένες μεταξύ τους, που όμως εάν κάποιος κάνει
ένα-δύο βήματα πίσω βλέπει πως όλα βρίσκονται στη φυσική τους θέση.
Ο Πορτούς
διακρίνει στην ακατάστατη κόμη του μοντέλου, την φυσικότητα του Βελάσκεθ, του
ζωγράφου που με τον καλύτερο τρόπο εξέφρασε το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης:
αληθοφάνεια, παράστημα, αξιοπρέπεια και εγγύτητα προς το πραγματικό. Ιδίως εκείνο
που του τράβηξε την προσοχή είναι η «βρώμικη πινελιά» στην εκτέλεσή του, την
πρόθεση του δημιουργού να μην αναζητήσει ένα «πολύ καθορισμένο» τελικό
αποτέλεσμα. Τα όρια του προσώπου δεν είναι ολότελα καθορισμένα, «αλλά
αμφίσημα», τονίζει. «Όλο το προφίλ του μοντέλου είναι πολύ δυναμικό. Στη ζώνη
του στήθους, ή στο πίσω μέρος του αυχένα έχουν διαλυθεί οι γραμμές ανάμεσα στο
σώμα και το υπόβαθρο μέσα σε μία πλατιά φωτεινή ζώνη», γράφει ο ίδιος,
τονίζοντας πως είναι ένα διάστικτο πορτραίτο, χαρακτηριστικό του ύφους του
Βελάσκεθ. Αλλά και το φόντο του πίνακα είναι ουδέτερο, άπειρο, το τίποτα, με
μία σκιά που διατρέχει και περιβάλλει με θαυμαστό τρόπο όλα τα υπόβαθρα και
στους υπόλοιπους πίνακες του Βελάσκεθ
Ακόμα ένας πίνακας αποκαλύφθηκε ότι ανήκει στον Ισπανό καλλιτέχνη πριν ένα χρόνο. To μουσείο Prado στη Μαδρίτη παρουσίασε ένα “άγνωστο” πορτρέτο του βασιλιά Φιλίππου Γ’ που αποδίδεται στον Ντιέγο Βελάσκεθ, το οποίο ανακάλυψε αμερικανός συλλέκτης που το δώρισε στο μουσείο.
“Είμαι ευτυχής και περήφανος που ο “μικρός πίνακάς” μου μπόρεσε να βρεθεί εδώ στη Μαδρίτη”, δήλωσε ο συλλέκτης Ουίλιαμ Μπ. Τζόρνταν, ειδικός της ισπανικής ζωγραφικής, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του πίνακα στη Μαδρίτη.
Το έργο παρουσιάζει τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ’ που κυβέρνησε από το 1598 έως το 1621. Σύμφωνα με το Μουσείο του Πράδο, το πορτρέτο χρονολογείται στο 1627 και είναι ένα σχέδιο που πραγματοποιήθηκε για άλλο έργο του Βελάσκεθ “Lα expulsion de los Moriscos” το οποίο καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1734 πριν από την κατασκευή του μουσείου. Η έκθεση περιλαμβάνει και άλλους πίνακες που έχουν σχέση με το πορτρέτο, κυρίως έναν Τιτσιάνο που παρουσιάζει τον Φίλιππο Γ’ παιδί, και πίνακες που φέρεται να ενέπνευσαν τον μεγάλο ζωγράφο για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο. Τον Δεκέμβριο του 2016, ο Τζόρνταν δώρισε το “Πορτρέτο του Φίλιππου Γ’” στους Αμερικανούς Φίλους του Μουσείο του Πράδο. Το ίδρυμα το μετέφερε στη συνέχεια στο μουσείο για έκθεσή του στη μόνιμη έκθεση. Ο Αμερικανός ανακάλυψε τον πίνακα το 1988 που έφερε τίτλο “Πορτρέτο ενός άνδρα” και είχε αποδοθεί σε άλλον ζωγράφο, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας στο Λονδίνο. Μετά τις εργασίες αποκατάστασης του πίνακα, ο Τζόρνταν εξέφρασε την υπόθεση ότι επρόκειτο για Βελάσκεθ. Το Prado το επιβεβαίωσε έπειτα από μελέτη του έργου και σύγκρισή του με άλλους πίνακες του ζωγράφου.