Ο Σκεπτόμενος: Ο πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη που αντιτίθεται στον κλασσικισμό και την αρχαία παράδοση

Κορυφαία μορφή της ελληνικής Τέχνης στον 20o αιώνα, ο ζωγράφος και σκηνογράφος Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στην Αθήνα σαν σήμερα, στις 13 του Γενάρη 1910. Ο Τσαρούχης θεωρείται από πολλούς ο γνωστότερος Ελληνας ζωγράφος του 20ού αιώνα. Σίγουρα ήταν μία από τις πιο αξιομνημόνευτες, πολύπλευρες και ισχυρές προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης, ανοιχτός στη γνώση. Μοντέρνος και παραδοσιακός, καλλιτέχνης και διανοούμενος, πολυμαθής γνώστης των αρχών που διέπουν την ιστορία, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας μεταξύ άλλων έλαβε μέρος σε τοπικές και διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής, ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία θεάτρου, τον σχεδιασμό θεατρικών κοστουμιών, την αντιγραφή τοιχογραφιών στα Μετέωρα και στον Μυστρά, μελέτησε τις λαϊκές ενδυμασίες, και δίδαξε στη Δραματική Σχολή Σταυράκου (1953) αλλά και στο «Ιωνικό κέντρο» ζωγραφικής στη Χίο (1981). Πέθανε στις 20 Ιουλίου του 1989.

Στη σύγχρονη εποχή η εις βάθος μελέτη της Βυζαντινής τέχνης είχε ως αποτέλεσμα τον συσχετισμό της με τον Εξπρεσιονισμό και την αναβάθμιση της θέσης της στην ιστορία της Τέχνης. Έτσι, το εγχείρημα του Γιάννη Τσαρούχη να συνθέσει ελληνοβυζαντινά και ευρωπαϊκά στοιχεία στα έργα του έχει ιδιαίτερη αξία. Οι ελληνικές επιρροές είχαν προέλθει από τη μαθητεία τού Τσαρούχη στο εργαστήριο του βυζαντινολάτρη Κόντογλου, τη γνωριμία του με τον ζωγράφο λαϊκής τέχνης Θεόφιλο, τη γνωριμία του με τον Σπαθάρη, δημιουργό του Καραγκιόζη. Ενώ επηρεάστηκε δραστηκά και από τα ευρωπαικά ρεύματα με τα οποία ερχόταν σε επαφή κατά τη διάρκεια της ετήσιας παραμονής στο Παρίσι (1934-35). Είχε έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει τα πρωτοπόρα καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως τον Φωβ (fauvre= αγρίμια), τον Κυβισμό, και τον Εξπρεσιονισμό, μεταξύ άλλων.

Στον πίνακα με τίτλο «Ο Σκεπτόμενος», υδατογραφία που δημιουργήθηκε το 1936-1939 από χρωστικές σκόνες με ζωική κόλλα σε χαρτί, απεικονίζεται ένας νεαρός καλοντυμένος άντρας καθισμένος σε ένα λιτό δωμάτιο – πιθανότατα καφενείο. Φοράει γαλάζιο με λευκές ρίγες κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Το δεξί του χέρι ακουμπάει στο γόνατο και κρατάει τσιγάρο ενώ το αριστερό στηρίζει το σαγόνι του δίνοντας την εντύπωση πως κάτι σκέπτεται. Δίπλα του σε μια ψηλή ανθοστήλη υπάρχει ένα βάζο με λουλούδια. Το πάτωμα του δωματίου διακοσμείται με γεωμετρικά σχέδια ενώ πίσω από τον άνδρα υπάρχει παράθυρο ή ένας πίνακας ζωγραφικής. Ο ‘σκεπτόμενος άντρας’ δεν εμφανίζεται σε στιγμή δραστηριότητας. Αντιθέτως, δίνει την εντύπωση ότι ποζάρει για φωτογραφία. Τα λαμπερά μάτια, το επίμηκες πρόσωπο, η μετωπική στάση, τα φωτεινά χρώματα της ενδυμασίας του «Σκεπτόμενου» αλλά και των αντικειμένων που βρίσκονται γύρω του είναι χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης. Στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο κυριαρχεί η θρησκευτική θεματογραφία. Οι βυζαντινοί ζωγράφοι θέλοντας να αποδώσουν πνευματικότητα και να προκαλέσουν δέος έδιναν μεγαλύτερη σημασία στην εσωτερική κατάσταση και στο αόρατο και όχι στο φαίνεσθαι. Ο στόχος της βυζαντινής τέχνης ήταν να αποδοθεί η ήρεμη στοχαστική έκφραση, χωρίς βίαιες κινήσεις, όπως απεικονίζεται ο «Σκεπτόμενος».

Η απεικόνιση είναι επίπεδη χωρίς να υπάρχει σχεδόν καθόλου βάθος. Κάθε στοιχείο της σύνθεσης βγαίνει μπροστά αφού δεν υπάρχει προοπτική. Οι αναλογίες του άνδρα δεν είναι αρμονικές ενώ υπάρχει αναντιστοιχία και στην κλίμακα του με την κλίμακα του περιβάλλοντος και των λοιπών στοιχείων.  Τα περιγράμματα είναι αδρά και ο τονισμός τους βαρύς. Ο άνδρας παρουσιάζεται μνημειακά χωρίς λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να αποδώσουν ατομικά χαρακτηριστικά, ενώ υπάρχει και μια αντίθεση ανάμεσα σε θερμούς και ψυχρούς τόνους.

Ο τσαρουχικός αντικλασικιστικός «Σκεπτόμενος» είναι τεχνοτροπικά εκ διαμέτρου αντίθετος με τον «Σκεπτόμενο» του γάλλου γλύπτη François Auguste René Rodin, ο οποίος διατηρώντας τη μίμηση και το ιδανικό του κλασικού κάλλους απέδωσε ρεαλιστικά και αφηγηματικά έναν άνδρα που στοχάζεται. Η επιλογή του έλληνα καλλιτέχνη να δώσει τον ίδιο τίτλο στο έργο του σίγουρα δεν είναι τυχαία – αντιθέτως είναι προκλητική και ανατρεπτική.  

“Το έργο αυτό αντιπροσωπεύει το καταστάλαγμα της ζωγραφικής στο οποίο θέλουν να φθάσουν οι ζωγράφοι αποφεύγοντας την προοπτική. Ο τίτλος «Στοχαστής» ή «Σκεπτόμενος», που δόθηκε κάπως ειρωνικά στο ταπεινό αυτό έργο μου, έχει ένα αντίθετο αίσθημα απ’ τον «Σκεπτόμενο» του Ροντέν, που ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο. Όσο προχωρούσα στην τεχνοτροπία αυτή έβλεπα το δίκιο και το άδικο των συμφωνούντων καί αντιφρονούντων. Αργά κατάλαβα ότι είναι δυσκολότατο να συνενώσει κανείς τις δυο τεχνοτροπίες, τη σχεδιαστική που λαμβάνει υπόψη το κιάρο σκούρο και την, ας πούμε, ανατολίτικη αντίληψη που περιέχει την ποιότητα των χρωματικών επιπέδων. Το έργο αυτό έγινε από αντίδραση προς τις ακαδημαϊκές μελέτες μου και την παράδοση.”

– Γιάννης Τσαρούχης

Σκεπτόμενη γυναίκα. Άλλο ένα αληθινό και ανατρεπτικο έργο του Γιάννη Τσαρούχη

Το διπλό νήμα, του κοσμοπολιτισμού και της παράδοσης, διαπερνά και χαρακτηρίζει όχι μόνο τον “Σκεπτόμενο” αλλά ολόκληρο το έργο του Τσαρούχη, που διαμορφώνεται από μία εκλεκτική σύνθεση στοιχείων ελληνικών και ευρωπαϊκών, παραδοσιακών και μοντέρνων, υφασμένων γύρω από μιαν αντρική, κυρίως, λαϊκή ανθρωπότητα, η οποία διασχίζει το ζωγραφικό χώρο και τον ιστορικό χρόνο μέσα από διάφορους τρόπους αναπαράστασης. Η λαϊκή τάξη, η οποία κατά τον Τσαρούχη δεν ήταν «αποθήκη μοτίβων αλλά η αυθεντική αριστοκρατία στην Ελλάδα» απότελεσε βασική πηγή έμπνευσης του και με τα έργα του θέλησε να την αναδείξει. Ζωγράφιζε ανθρώπους απλούς που εργαζόντουσαν σε εργοτάξια, σε βιομηχανίες, ζωγράφιζε άντρες, όπως ο «Σκεπτόμενος» που σύχναζα στα καφενεία, χώρο λαικής ψυχαγωγίας αλλά και πολιτικών ζυμώσεων.

«Εκτός από τα επίσημα πρόσωπα, όπως είναι οι μεγάλοι ζωγράφοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν γνωρίζει κανείς το όνομά τους με έχουν επηρεάσει πάρα πολύ με αυτά που λένε, με αυτά που κάνουν, με αυτό που είναι. (…) τι να πω για έναν μαραγκό του οποίου η σεμνότης με έκανε να καταλάβω πολλά πράγματα για τη δουλειά. Τι να πω για μια ασήμαντη γυναίκα που πλένει τα πιάτα της και συγυρίζει την κουζίνα της που μου έμαθε, μου έδωσε φιλοσοφικά διδάγματα ­ ποιες είναι οι συνθήκες της ζωής. Μαθαίνω κάθε ημέρα από οποιονδήποτε άνθρωπο και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι επίσης μεγάλοι γιατί με πολλή απλότητα σαν τους απλούς ανθρώπους εξετέλεσαν τον προορισμό τους».

(Από συνέντευξη του Γιάννη Τσαρούχη στο Βήμα, αναδημοσίευση 18/7/1999)

Παρά την προτίμηση του όμως στην απεικόνιση της λαικής ταξης, προσπάθησε να ισορροπήσει τις μεγάλες παραδόσεις και να συλλάβει τις αιώνιες καλλιτεχνικές αξίες με την τεχνοτροπία του. Οι πίνακές του περικλείουν αφομοιωμένα πολλά λαϊκά και λαογραφικά στοιχεία, στοιχεία της βυζαντινής τέχνης και επιρροές του ευρωπαικού τρόπου ζωγραφικής. Με αυτόν τον τρόπο έχει δημιουργηθεί ένα μοναδικο αποτέλεσμα σε καθε έναν από τους πίνακες του που παρουσιάζουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα και τα πιστεύω του. Γι’αυτό θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα με διεθνή φήμη αλλά και διαχρονική αξία.

Πηγές:

https://xronompala.blogspot.com/2015/03/blog-post_53.html

http://e-oikodomos.blogspot.com/2017/01/blog-post_32.html

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82

www.politropi.greek-language.gr/keimeno/skeptomenos-tsarouchis/

«Οι πρεσβευτές» του Χανς Χόλμπαϊν

Ο πίνακας «Οι πρεσβευτές» είναι έργο του Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου ο οποίος ζωγραφίστηκε το 1533. Είναι ένα από τα πολλά πορτραίτα αυλικών, γαιοκτημόνων και επισκεπτών που φιλοτέχνησε ο Χόλμπαϊν. Το έργο απεικονίζει τον Γάλλο πρεσβευτή Ζαν ντε Ντιντεβίγ στην αυλή του Άγγλου βασιλέα Ερρίκου Η΄ και τον επίσκοπο Ζωρζ ντε Σελβ. Ο Χόλμπαϊν τον ζωγράφισε στο χρονικό διάστημα που βρισκόταν στην Αγγλία, δηλαδή μετά το 1532. Οι πρεσβευτές είχαν πάει στην αυλή του Ερρίκου του Η’ προσπαθώντας να τον πείσουν να μην διαζευχθεί την Αικατερίνη της Αραγονίας. Ο πίνακας φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου.

Ο πίνακας αυτός έχει προβληθεί σε αρκετές ξένες κινηματογραφικές ταινίες και σίγουρα όχι τυχαία, καθώς είναι γεμάτος από κρυφούς συμβολισμούς. Στον πίνακα απεικονίζονται δύο φιγούρες και πολλά αντικείμενα, ο συμβολισμός των οποίων έχει προκαλέσει πολλές διαμάχες μέχρι σήμερα. Ολόκληρος ο πίνακας διακρίνεται από έντονο ρεαλισμό, μέχρι να παρατηρήσει κανείς την άμορφη μάζα στο κάτω-μεσαίο μέρος μεταξύ των δύο ανδρών. Πρόκειται για ένα αινιγματικό κρανίο που αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα “αναμόρφωσης”, δηλαδή της παραμορφωμένης προβολής ή προοπτικής ενός αντικειμένου που απαιτεί ο θεατής να βρεθεί σε ένα συγκεκριμένο πλεονεκτικό σημείο για να μπορέσει να το δει κανονικά. Η πρώτη χρήση αυτής της τεχνικής έχει γίνει από τον Leonardo da Vinci, στο Leonardo’s Eye, όπως μπορείτε να δείτε και στο παρακάτω σύντομο βίντεο:

Έτσι, λοιπόν, από συγκεκριμένη οπτική γωνία μπορεί κανείς να δει κανονικά το κρανίο. Μερικοί μελετητές του πίνακα υποθέτουν πως ο πίνακας προοριζόταν να τοποθετηθεί σε σκάλα, οπότε αυτός που θα την ανέβαινε θα έβλεπε το κρανία κανονικά στα αριστερά του (όπως στην φωτογραφία που ακολουθεί), ενώ άλλοι θεωρούν ότι μάλλον αποτελεί επίδειξη των ζωγραφικών ικανοτήτων του Χόλμπαϊν, για να προσελκύσει μελλοντικές παραγγελίες. 

Πιστεύεται πάντως ότι ο Χόλμπαϊν είχε τοποθετήσει σε τόσο περίοπτη θέση το κρανίο, γιατί θεωρείται χαρακτηριστικό της vanitas (από το vanitas vanitatum et omnia vanitas – ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης) ή του memento mori (θυμηθείτε ότι θα πεθάνετε) βάσει της μεσαιωνικής λατινικής αντίληψης προβληματισμού σχετικά με τον θάνατο, ειδικά δε ως μέσο απεικόνισης της ματαιοδοξίας της επίγειας ζωής και της παροδικής φύσης  όλων  των γήινων αγαθών  και επιδιώξεων.

Εκτός όμως από το κρανίο, αν προσέξει κανείς ψηλά, στο αριστερό άκρο του πίνακα, θα δει ότι πίσω από την κουρτίνα υπάρχει μισοκρυμμένο ένα αγαλματάκι με την σταύρωση του Χριστού. Η νεκροκεφαλή και η σταύρωση, ενώ δεν είναι εμφανείς με την πρώτη ματιά, υπενθυμίζουν ότι η ευημερία και ο πλούτος της ζωής δεν παύουν παρά να είναι εφήμερα.  

Το  λαούτο είναι  δίπλα σε ένα βιβλίο με ύμνους, σε μετάφραση του Λούθηρου και έχει και μια σπασμένη χορδή. Η σπασμένη χορδή υποδηλώνει την σύγκρουση μεταξύ των μελετητών της επιστημών και των κληρικών. Στο ράφι υπάρχει επίσης  ένα βιβλίο μαθηματικών, στο βάθος ένας διαβήτης και δίπλα στο λαούτο μια θήκη με φλάουτα. Τα εικονιζόμενα μαθηματικά όργανα στον πίνακα συμβολίζουν τη μάθηση που περιέχεται στο τετράπτυχο αλλά και την ισχύ που περιέχει αυτή η γνώση.

Ακόμη, υπάρχουν δύο σφαίρες, μία επίγεια στο κάτω ράφι (#1 στην φωτογραφία, γυρισμένη ανάποδα για να φαίνονται τα ονόματα των χωρών της Ευρώπης) και μια ουράνια (#2) στο επάνω. Επίσης ένα Quadrant (#3, διαβήτης τεταρτοκυκλίου), που χρησιμεύει για τον προσδιορισμό της γωνίας και το ύψος του ήλιου από τον ορίζοντα για να βρίσκεται η ώρα , ένα Torquetum ή turquet (#4, αστρονομικό όργανο του μεσαίωνα) ένα πολυεδρικό ηλιακό ρολόι, αλλά και ένα κυλινδρικό ή Shepard dial (#5) δηλαδή ένα φορητό ηλιακό ρολόι το οποίο δείχνει την 11 Απριλίου 1533 που ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Το μωσαϊκό στο πάτωμα (#6) είναι εμπνευσμένο από το δάπεδο του ιερού του αβαείου του Westminster (βλ. παρακάτω), ενώ το χαλί στο έπιπλο είναι ανατολικού τύπου, χαλιά που συχνά απεικονίζονται σε πίνακες του μεσαίωνα από τον 14ο αιώνα ως ένδειξη πολυτελείας.

Μετά από το 1890 και το 1900 έπαυσαν οι διαμάχες για το ποιοι είναι αυτοί που απεικονίζονται στον πίνακα, γιατί έγινε η ταυτοποίηση των δύο ανδρών. Αριστερά είναι ο Jean de Dinteville, seigneur του Polisy (το ένα από τα 4 μέρη που αναγράφονται στην υδρόγειο) Γάλλος πρεσβευτής στην αυλή του Ερρίκου του 8ου για το μεγαλύτερο μέρος του 1533, έτος που έγινε ο πίνακας. Δεξιά είναι ο Georges de Selve επίσκοπος του Lavaur της Γαλλίας και φίλος του. Οι ηλικίες των δύο ανδρών είναι γραμμένες του Dinteville στο στιλέτο “είναι 29 ετών” (AET. SV Æ/ 29) και του de Selve στο βιβλίο “είναι 25 ετών” (AETAT/IS SV Æ).

Tα δύο ράφια  αποτελούν τις κυρίαρχες οριζόντιες γραμμές στον πίνακα και  χρησιμεύουν για να αντιπαραβάλλουν την γη με τον ουρανό. Στο κάτω ράφι υπάρχουν τα επίγεια  αντικείμενα και μία υδρόγειος  σφαίρα, ενώ στο επάνω υπάρχουν  τα αστρονομικά όργανα και  η  ουράνια σφαίρα. Οι δύο άνδρες, οι οποίοι αποτελούν τις κυρίαρχες κάθετες στη ζωγραφική σύνθεση, συνδέουν την  επίγεια με την ουράνια σφαίρα και  υπενθυμίζουν έτσι τις αντιλήψεις που υπήρχαν  την εποχή της Αναγέννησης για τη μοναδική θέση του ανθρώπου στην  δημιουργία.

 ΠΗΓΕΣ: https://www.tilestwra.com/8-diasimi-pinakes-zografikis-pou-echoun-krymmena-minymata/, http://atheofobos2.blogspot.com/2015/01/holbein.html, https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9_%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%82_(%CE%A7%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BD), https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BD%CF%82_%CE%A7%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BD_%CE%BF_%CE%BD%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Τα έργα τέχνης που μας ενέπνευσαν και μας απασχόλησαν το 2020

Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι το 2020 ήταν μία δύσκολη χρονιά για όλους μας. Αυτό άλλωστε αντικατοπτρίζεται και στην ανασκόπηση της χρονιάς που έκανε το Μουσείο Getty (Λος Άντζελες) παρουσιάζοντας τα έργα τέχνης που αγάπησαν περισσότερο οι φιλότεχνοι φέτος.Φαίνεται ότι αυτή τη δύσκολη χρονιά πολλοί ήταν εκείνοι που στράφηκαν στο έργο του ιδιοφυούς αλλά βασανισμένου Βαν Γκογκ για να πάρουν ελπίδα.

Οι «Ίριδες», ο πίνακας που ζωγράφισε όταν νοσηλευόταν στο άσυλο Σεν Πωλ ντε Μουζόλ στην Σεν Ρεμί ντε Προβάνς στη Γαλλία, τον τελευταίο χρόνο πριν τον θάνατό του το 1890, ήταν το έργο με τις περισσότερες προβολές- 38.324 για την ακρίβεια.

Vincent van Gogh, «Ίριδες» (1889)

Η ανασκόπηση του Μουσείου έχει τίτλο «Getty Wrapped 2020» και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους καλλιτέχνες που αναζήτησαν περισσότερο όσοι επισκέφθηκαν τον ιστότοπο του Μουσείου και τα έργα τέχνης που μάζεψαν τις περισσότερες σελιδοπροβολές. Το κοινό, λοιπόν, αναζήτησε περισσότερο:

Τους όρους:
“French” (3,965 προβολές)
“Holland” (3,722 προβολές)
“Van Gogh” (1,852 προβολές)
“Portrait” (1,795 προβολές)
“Monet” (1,402 προβολές)

Τους καλλιτέχνες:
Vincent van Gogh (1,852 προβολές)
Claude Monet (1,402 προβολές)
Édouard Manet (484 προβολές)
Rembrandt (331 προβολές)
Edgar Degas (318 προβολές)

Τα έργα:
Vincent van Gogh, «Ίριδες» (1889) (38,324 προβολές)
Paul Cézanne, «Νεκρή φύση με μήλα» (1893–1894) (14,213 προβολές)
William-Adolphe Bouguereau, “Νεαρό κορίτσι αμύνεται απέναντι στον έρωτα» (1880) (13,982 προβολές)
Master of St. Cecilia, «Παναγία και παιδί» (1290–1295) (13,461 προβολές)
Édouard Manet, «Jeanne (Άνοιξη)» (1881) (13,245 προβολές)

Paul Cézanne, «Νεκρή φύση με μήλα» (1893–1894)

Βέβαια το 2020 ήταν και μία χρονιά δημιουργίας και έκφρασης έντονων συναισθημάτων. Παρά το γεγονός ότι τα μουσεία παρέμειναν κλειστά και οι εκθέσεις ακυρώθηκαν, οι περισσότεροι καλλιτέχνες βρήκαν τρόπο να εκφραστούν μέσω της τέχνης τους και τα την προβάλουν μέσω των δικτύων κοινωνικής ενημέρωσης.

Ο Εντμοντ Κοκ, για παράδειγμα, δημιούργησε πάνω από 170 διαφορετικές μάσκες, λαμβάνοντας έμπνευση τόσο από την πανδημία του κορονοϊού όσο και από τα πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Χονγκ Κονγκ. Όπως έκαναν και άλλοι συνάδελφοί του που εργάζονται στην βιομηχανία του θεάτρου και των θεαμάτων, ο 50χρονος σχεδιαστής κοστουμιών και ηθοποιός άντλησε έμπνευση από τα φαινόμενα της εποχή. Έτσι προχώρησε στον σχεδιασμό ιδιαίτερων μασκών για τον κορονοϊό, τις παρουσίασε στον λογαριασμό του στο instagram και πολύ γρήγορα αυτές έγιναν viral.

Ένας άλλος καλλιτέχνης, ο Michal Zahornacky, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της καραντίνας, περνούσε τον χρόνο του παρατηρώντας την φύση έξω από το παράθυρό του. Κι αυτό ένιωθε να τον ηρεμεί. Την ίδια στιγμή παρατηρούσε και τα γειτονικά διαμερίσματα, τα οποία σταδιακά του φαίνονταν διαφορετικά, σύμφωνα με τον ίδιο. Άρχισε να του αρέσει το πώς έδειχνε ο ήλιος και το φως που αντανακλούσε στα κτίρια, διαφορετικές ώρες της ημέρας. Τότε ήταν που άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο πολύ του έλειπε η δουλειά του. Ως φωτογράφος πορτρέτου, ήταν εννοείται αδύνατον να δουλέψει εκείνη την περίοδο. Τότε ξεκίνησε να φωτογραφίζει αυτό που έβλεπε τη δεδομένη στιγμή και δημιούργησε το πρότζεκτ CLOSE, εμπνευσμένο από την πανδημία.

«Όλοι ήρθαμε πιο κοντά στο διάστημα αυτό, όλοι μαζί ως ανθρωπότητα κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία και να επιβιώσουμε. Για μένα, οι φωτογραφίες αυτές ήταν ένα εργαλείο για να εκφράσω τα συναισθήματά μου τη δεδομένη περίοδο και τον φόβο μου», ανέφερε ο φωτογράφος.

Άλλοι καλλιτέχνες πάλι αποφάσισαν να απαντήσουν στα καλέσματα των μουσείων που με τις πόρτες τους ερμητικά κλειστές στράφηκα στον χώρο των social media για να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες των καιρών.

Ανοιχτό κάλεσμα για τη δημιουργία έργων τέχνης και συμβόλων που μεταφέρουν μηνύματα δημόσιας υγείας και ασφάλειας απηύθυνε και το Amplifier Art Lab με έδρα το Σιάτλ των ΗΠΑ για μία καμπάνια – απάντηση στην κρίση του κορωνοϊού. Αναζητούσαν δύο είδη έργων: Το πρώτο ήταν μηνύματα δημόσιας υγείας και ασφάλειας που μπορούν να βοηθήσουν στην επιπέδωση της καμπύλης της πανδημίας μέσω της εκπαίδευσης. Το δεύτερο ήταν σύμβολα που συμβάλλουν στην προώθηση της ψυχικής υγείας, της ευημερίας και έργο κοινωνικής αλλαγής κατά τη διάρκεια αυτής της πιεστικής περιόδου. Στο πλαίσιο αυτής της διεθνούς πρωτοβουλίας, το Amplifier βράβευσε 60 καλλιτέχνες, οι οποίοι θα παραλάβουν και το χρηματικό ποσό 1.000 δολαρίων ο καθένας. Η καμπάνια στέφθηκε με μεγάλη επτιτυχία και ενεύπνευσε χιλιάδες κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι η τέχνη είχε πρωταγωνιστικό ρόλο αυτήν την χρονιά. Τόσο που δημιουργήθηκε το πρώτο ψηφιακό μουσείο με έργα τέχνης εμπνευσμένα από την πανδημία με τίτλο «CAM», δηλαδή Covid Art Museum. Εμπνευστές της ιδέας είναι οι Ισπανοί art directors, Emma Calvo, Irene Llorca και José Guerrero. Οι τρεις τους εργάζονται στον κλάδο της διαφήμισης και αποφάσισαν να δημιουργήσουν το πρώτο διαδικτυακό μουσείο μέσα από λογαριασμό στο Instagram.

Tο CAM φιλοξενεί έργα τέχνης από καλλιτέχνες που αποτυπώνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα που βιώσαμε και ακόμα βιώνουμε όλοι στην πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση που επικρατεί σε ολόκληρη την υφήλιο. Το μοναδικό αυτό εγχείρημα μπορεί και να μεταφερθεί μελλοντικά σε ένα φυσικό Μουσείο, ωστόσο είναι ακόμη πολύ νωρίς για τους δημιουργούς του να γνωρίζουν τι θα συμβεί μετά το τέλος της πανδημίας.

Και ας μην ξεχνάμε ότι το 2020 ήταν και ένας χρόνος μεγάλων αλλαγών. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά από το γεγονός ότι το κίνημα Black Lives Matter άφησε και θα συνεχίσει να αφήνει το αποτύπωμά του και στην τέχνη καθώς βρέθηκε στην κορυφή της λίστας που δημοσίευσε το περιοδικό ArtReview με τα 100 πιο επιδραστικά ρεύματα και τάσεις στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς, τους καλλιτέχνες και τους παράγοντες του κλάδου που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της λίστας, η επιρροή του κινήματος στην τέχνη τη χρονιά που φεύγει ήταν πρωτοφανής. Οι αξίες που αντιπροσωπεύει επέτειναν τις αλλαγές σε κάθε πτυχή της τέχνης, είτε αυτές αφορούν την καθήλωση αγαλμάτων, είτε στην ενδυνάμωση των μαύρων καλλιτεχνών είτε ακόμα και στη «βιασύνη» των γκαλερί να συμπεριλάβουν περισσότερα πρόσωπα στο δυναμικό τους. Από τον κύκλο των εξελίξεων δεν έμειναν ανεπηρέαστα ούτε και στα μουσεία, τα οποία «αναγκάστηκαν» να αναθεωρήσουν το ποιους αντιπροσωπεύουν και πώς το κάνουν.

Από την εικονική ομαδική έκθεση με επίκεντρο φωτογραφίες από τις διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter στις ΗΠΑ με τίτλο «The Art of Protest» (Η Τέχνη της Διαμαρτυρίας) που διοργάνωσε ο οργανισμός και γκαλερί τέχνης, Compound, στον street artist Banksy που με το έργο του τίμησε τη μνήμη του Τζορτζ Φλόιντ και υποστήριξε το κίνημα, το Black Lives Matter είναι εδώ για να μείνει και το 2021 και να αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον συστημικό ρατσισμό για πάντα.

Το 2020, λοιπόν, είναι η απόδειξη ότι η τέχνη είναι ακούραστη, ασταμάτητη, αληθινή, καταλυτική, επαναστατική. Είναι η απόδειξη ότι η τέχνη είναι απαραίτητη. Και αυτή η ανάγκη για τέχνη υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει όσο δύσκολοι και αν είναι οι καιροί που ζούμε. Γιατί η τέχνη μπορεί να θεραπεύσει, η τέχνη μπορεί να σώσει ζωές, μπορεί να μας φέρει κοντά ακόμα και όταν είμαστε χωριστά. Μπορεί να είναι μια πυξίδα που θα μας καθοδηγήσει σε αυτήν την αέναη καταιγίδα της ζωής. Γιατί η τέχνη είναι γιατρικό και γέλιο και αγάπη και πόνος και έμπνευση και ανακούφιση και φύση και αλλαγή και ελπίδα για μία καλύτερη χρονιά.

Πηγές:

https://www.news247.gr/good-news/koronoios-maskes-prosopoy-eginan-erga-technis.7697380.html

https://www.monopoli.gr/2020/09/15/promotional-items/gallery-promo-items/414417/kallitexnis-dimiourgei-minimalistika-erga-texnis-empneysmena-apo-tin-pandimia/

https://www.naftemporiki.gr/story/1590928/koronaios-anoixto-kalesma-gia-erga-texnis-me-minumata-dimosias-ugeias

https://www.culturenow.gr/to-neo-ergo-toy-banksy-ypostirizei-to-kinima-black-lives-matter/

https://www.artnews.com/list/art-news/artists/2020-best-art-documentaries-1234580425/

“Ψωνίζω άρα Υπάρχω”: Η σφοδρή κριτική της Barbara Kruger στην σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία

H Μπάρμπαρα Κρούγκερ είναι μία διάσημη αμερικανίδα καλλιτέχνιδα, art director, καθηγήτρια θεωρείται μέλος της γενιάς καλλιτεχνών “Pictures Generation” – το όνομα μιας έκθεσης του 2009 στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη. Το έργο της είναι σπουδαίο και καθοριστικό κομμάτι της σύγχρονης εννοιολογικής τέχνης και έχει εμπνεύσει αμέτρητους σύγχρονους καλλιτέχνες καθώς και τις βιομηχανίες της μοδας και της διαφήμισης. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς της αποτελείται από ασπρόμαυρες φωτογραφίες, επικαλυμμένες με λεζάντες με δυνατές εκφράσεις, που συχνά περιλαμβάνουν αντωνυμίες όπως “εσείς”, “σας”, “εγώ”, “εμείς” και “αυτοί”, και ασχολούνται με τον σχολιασμό των κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών δομών της εξουσίας. Οι φράσεις είναι συνήθως σε γραμματοσειρά Futura Bold Oblique ή Helvetica Ultra Condensed σε συνδυσμούς των χρωμάτων λευκό και κόκκινο. Η δουλειά της κλονίζει τα στερεότυπα της κοινωνίας, αμφισβητώντας τα καθεστώτα εξουσίας και εκπροσώπησης. Ο φεμινισμός, ο καταναλωτισμός, ο ταξικισμός , η σεξουαλικότητα, και η σημασία της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας είναι τα κύρια θέματα που σχολιάζει με τα έργα της.

Στην αρχή της καριέρας της, η Kruger χρησιμοποίησε εικόνες της διαφήμισης, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης για να δημιουργήσει τα μηνύματά της. Η Κρούγκερ είχε την ευκαιρία να εξασκήσει τις δεξιότητες σχεδιασμού της στην πρώτη της δουλειά ως art director στο ιστορικό περιοδικό Mademoiselle. Αργότερα, συνειδητοποίησε ότι η δύναμη είναι στην ίδια την λέξη και ακόμα περισσότερο στο αν θα τοποθετηθεί εκεί όπου κανείς δεν το περιμένει.

Το Άτιτλο (1987) ή αλλιώς ανεπίσημα το “Ψωνίζω άρα Υπάρχω” (“I Shop therefore I Am”) είναι ένα από τα πιο εμβληματικά έργα τέχνης της Barbara Kruger και, ειρωνικά θα έλεγε κανείς, έχει αναπαραχθεί σε αντικείμενα όπως τσάντες αγορών καθώς και σε άλλα καταναλωτικά προϊόντα όπως μπλουζάκια.

Αυτή η διάσημη εικόνα απότελείται από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός χεριού που εκτείνεται προς τα εμπρός και τα λευκά γράμματα “I shop therefore I am” μέσα σε ένα κόκκινο ορθογώνιο κουτί στη μέση του έργου. Η περιοχή όπου απλώνεται το χέρι είναι ελαφρύτερα χρωματισμένη από το υπόλοιπο πορτρέτο, παρουσιάζοντας έτσι το φως, την έντονη λαχτάρα για την απόκτηση των υλικών αγαθών. Το πορτρέτο περιβάλλεται από ένα κόκκινο πλαίσιο, το οποίο δημιουργεί περιορισμένο χώρο καθώς και μεγαλύτερη οπτική αντίθεση.

Η Κρούγκερ συνδέει το έργο της με τη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία. Η φράση «Ψωνίζω άρα Υπάρχω» είναι εμπνευσμένη από τον Γάλλο φιλόσοφο Ρενέ Ντεκαρτ και την διάσημη φράση του «Σκέφτομαι άρα Υπάρχω» (“I Think therefore I Am”). Η φράση σημαίνει ότι εφόσον κάποιος σκέφτεται, αυτό είναι επαρκής απόδειξη ότι υπάρχει.

Αυτό που η Κρούγκερ προσπαθεί να υπονοήσει με το “Ψωνίζω άρα Υπάρχω” είναι ότι το κοινό δεν καθορίζεται πλέον από αυτό που σκέφτεται, αλλά από αυτό που κατέχει. Κατά τη δεκαετία του 1980, η κοινωνία γνώρισε την αύξηση του ‘οικονομικού δυναμικού’ των εργαζομένων, τη διεύρυνση των αγορών, τη διεύρυνση της διαθεσιμότητας, της πίστωσης και την αυξημένη ζήτηση της ιδιοκτησίας σπιτιού και της ιδιοκτησίας μετοχών, μια αλλαγή που είχε σοβαρό αντίκτυπο στον τρόπο κατανάλωσης των ανθρώπων. Το μέτρο αξίας αλλάξε και η αντι-καταναλωτική τέχνη επίκρίνει αυτήν την αλλαγή αλλά και τα μέλη της κοινωνίας που αισθάνονται σαν να είναι απαραίτητο να αντικαταστήσουν, να μετρήσουν τη δική τους αξία με τα υλικά αγαθά.

Η Barbara Kruger εκφράζει τις ανησυχίες της για την κοινωνία, η οποία έχει ξεφύγει πολύ μακριά από τα θεμελιώδη και με κάποιο τρόπο έχει μετατραπεί σε μια ‘πλαστική κοινωνία’, μέσα από την τέχνη της. Σύμφωνα με την Αμερικανίδα, η σύγχρονη κοινωνία είναι γεμάτη με ανθρώπους των οποίων το επίκεντρο είναι «τι έχουν και όχι ποιοι είναι». Ο κόσμος αισθάνεται σαν τα υλικά αγαθά τους, καθώς και η κοινωνική τους εικόνα που βασίζεται σε αυτά, να καθορίζουν την ύπαρξη τους αντί για τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά όπως επιτεύγματα και ιδέες, συναισθήματα και διαπροσωπικές σχέσεις. Αμφισβητεί την έννοια της κατασκευής ταυτότητας μέσω πράξεων κατανάλωσης.

‘Ετσι, χρησιμοποιεί την τέχνη της, με πολλαπλά έργα της αφιερωμένα στην κριτική προς τον καταναλωτισμό, για να αναδείξει πόσο ρηχή είναι η σύγχρονη κοινωνία που κατευθύνεται από τους καταναλωτές αλλά και ελέγχει τους καταναλωτές, αντιπαραθέτοντας το ζευγάρι των αντιθέσεων της πνευματικής και της υλικής ύπαρξης.

Στην ουσία, η Barbara Kruger θέλει να απελευθερώσει μια προσωπική σκέψη για το πώς η καπιταλιστική κουλτούρα μας χτίζει και μας περιέχει, μας κάνει αυτό που είμαστε στον κόσμο, μας ορίζει. Αλλά, ταυτόχρονα προσπαθεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο εμείς μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό. Θέτει την πιο σημαντική ερώτηση που πρέπει να κάνουμε στον εαυτό μας: Ποιος είναι ο σκοπός της δικής μας ύπαρξης;

Εσύ Ψωνίζεις ή Υπάρχεις;

Πηγές:

Barbara Kruger’s I shop therefore I am – What you should know

Why Artist Barbara Kruger Is More Relevant Than Ever

https://fahrenheitmagazine.com/arte/visuales/barbara-kruger-artista-transformadora-espacio-publico

https://en.wikipedia.org/wiki/Barbara_Kruger

Αφιέρωμα στον πατέρα της αφηρημένης τέχνης: Βασίλι Καντίνσκι

«Οι μεγάλοι μου πίνακες γεννιούνται σιγά –  σιγά μέσα στην καρδιά μου»

Στις 4 Δεκεμβρίου 1866 (ή 16 Δεκεμβρίου σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο) γεννιέται στη Μόσχα ο Βασίλι Βασίλιεβιτς Καντίνσκι. Μοναχογιός μιας εύπορης ρωσικής οικογένειας, ο Καντίνσκι είχε ξεκινήσει ήδη από τα παιδικά του χρόνια να ασχολείται με τις τέχνες, παίρνοντας μαθήματα μουσικής, ζωγραφικής και σχεδίου.

Ο κομήτης, 1900

Το 1886 ξεκίνησε σπουδές νομικής και οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ασχολούμενος παράλληλα στον ελεύθερο χρόνο του με τη ζωγραφική. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1892, έγινε μέλος της Ένωσης Νομικών και του προσφέρθηκε μία θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας.

Ραπάλλο – Βάρκα στη θάλασσα, 1906

Την περίοδο αυτή γνώρισε και παντρεύτηκε την ξαδέλφη του Άνια Τσιμιάκινα. Παρά την ακαδημαϊκή του πορεία, το ενδιαφέρον του για την τέχνη παρέμενε ζωντανό και τονώθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας δύο γεγονότων. Το πρώτο αφορούσε στην έκθεση των Γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα και το δεύτερο στην παρουσίαση του έργου Λόενγκριν του Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Βασιλικό Θέατρο της Μόσχας, που εντυπωσίασε τον Καντίνσκι.

Μόσχα – Κόκκινη Πλατεία, 1916

Το 1896, σε ηλικία τριάντα ετών, εγκατέλειψε τη Μόσχα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Μόναχο, με σκοπό να ακολουθήσει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Η πόλη του Μονάχου ήταν εκείνη την εποχή καλλιτεχνικό κέντρο ενώ από το 1892 είχε δημιουργηθεί η Απόσχιση (Sezession) του Μονάχου, ομάδα που συσπείρωνε καλλιτέχνες που ακολουθούσαν διαφορετικές τεχνοτροπίες. Ο Καντίνσκι φοίτησε αρχικά στη σχολή ζωγραφικής του Αντόν Αζμπέ και αργότερα προσέγγισε τον Φραντς φον Στουκ, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους σχεδίου και ζωγράφους. Εκείνος του πρότεινε να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ακαδημία του Μονάχου, ωστόσο ο Καντίνσκι απέτυχε στις εξετάσεις και όταν πλησίασε εκ νέου τον Στουκ, τον δέχθηκε στην τάξη του, όπου υπήρξε συμφοιτητής με τον Πάουλ Κλέε.

Σύνθεση #224,

Τον επόμενο χρόνο εγκατέλειψε το εργαστήριο του Στουκ με στόχο να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία και να συνενώσει άλλους καλλιτέχνες που μοιράζονταν κοινά πρότυπα και αντιλήψεις. Το 1901 ίδρυσε την ένωση Phalanx και οργάνωσε την πρώτη έκθεση έργων δικών του καθώς και άλλων καλλιτεχνών. Παράλληλα ξεκίνησε να δημοσιεύει κριτικές σε περιοδικά της Ρωσίας, καυτηριάζοντας το συντηρητισμό και τον ακαδημαϊσμό της καλλιτεχνικής σκηνής του Μονάχου. Μέχρι τη διάλυσή της το 1904, η Phalanx παρουσίασε συνολικά δώδεκα εκθέσεις, μέσα από τις οποίες αναδείχθηκε το έργο συμβολιστών, μεταϊμπρεσιονιστών και καλλιτεχνών της Αρ Νουβό. Στο σύνολό τους αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία ή εχθρότητα, καθώς θεωρήθηκαν αρκετά τολμηρές για τα δεδομένα της καλλιτεχνικής ζωής του Μονάχου. Ο ίδιος ο Καντίνσκι επεδίωκε μέσα από το έργο του, αλλά και σε συνεργασία με άλλους ομοϊδεάτες καλλιτέχνες, να θεμελιώσει μία νέα τάξη πραγμάτων στην τέχνη, στη βάση νέων αρχών. Την ίδια περίοδο δημιούργησε στενή σχέση με τη νεαρή ζωγράφο Γκαμπριέλε Μύντερ, με την οποία συνεργάστηκε και έζησε μετά το χωρισμό του από τη σύζυγό του.

Σε μπλε, 1925

Ο Καντίνσκι παρουσίασε έργα του στις εκθέσεις «Salon d’ Automne» και «Salon des Indépendants» στο Παρίσι, όπου είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με εκπροσώπους των κινημάτων του φωβισμού και του κυβισμού. Την Άνοιξη του 1908 επέστρεψε στο Μόναχο, έπειτα από σύντομα ταξίδια στη Δυτική Ευρώπη και τη Ρωσία, ενώ για μεγάλα διαστήματα έζησε στην μικρή πόλη Μούρναου, στους πρόποδες των Άλπεων. Τα έργα που ολοκλήρωσε εκεί χαρακτηρίζονταν από μεγάλες επιφάνειες έντονων χρωματισμών και αντιθέσεων, σταδιακά απομακρυνόμενων από το αναπαραστατικό στοιχείο και περισσότερο αφηρημένα.

Ροζ κόκκινο, 1927

Τον Ιανουάριο του 1909 ίδρυσε τη «Νέα Ένωση Καλλιτεχνών», οργανώνοντας ομαδικές εκθέσεις στο Μόναχο και κατορθώνοντας να προσελκύσει σε αυτές σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Ζωρζ Μπρακ και ο Πάμπλο Πικάσσο. Η νέα ανεικονική εικαστική εξέλιξη του Καντίνσκι βρήκε ωστόσο επικριτές και εξαιτίας της ακύρωσης εκθέσεων της Ένωσης για αυτό το λόγο, οδηγήθηκε στην παραίτησή του από τη θέση του προέδρου. Μαζί με το ζωγράφο Φραντς Μαρκ, σχεδίασε την έκδοση ενός βιβλίου, με τίτλο Γαλάζιος Καβαλάρης (Der Blaue Reiter) στο οποίο θα εξέθετε τις νέες κατευθύνσεις στην τέχνη.

Ρηχό – Βαθύ, 1930

Στις 18 Δεκεμβρίου 1911 οργανώθηκε η πρώτη έκθεση της ομάδας του Γαλάζιου Καβαλάρη με συμμετοχή του Καντίνσκι, του Μαρκ, του Αουγκούστ Μάκε, του Ρομπέρ Ντελωναί και άλλων. Ο κατάλογος της έκθεσης προανήγγειλε επίσης την κυκλοφορία του ομώνυμου αλμανάκ, το οποίο προετοίμαζε ο Καντίνσκι σε συνεργασία με τον Μαρκ. Την ίδια περίπου περίοδο δημοσιεύτηκε η πραγματεία του Καντίνσκι Για το Πνευματικό στην Τέχνη, η οποία «υποστήριξε» την έκθεση εκθέτοντας συγχρόνως τις θεωρητικές ιδέες του. Για τον Καντίνσκι, όλες οι μορφές τέχνης είχαν αρχίσει να προσεγγίζουν το αφηρημένο, το οποίο αποτελούσε και τον αντικειμενικό τους σκοπό. Οι αντιλήψεις του για το χρώμα και τη δομή θα οδηγούσαν σε μία «καθαρή ζωγραφική», «[…] μία ανάμειξη χρώματος και φόρμας όπου το καθένα υπάρχει ξεχωριστά αλλά και μαζί, σε μία κοινή ζωή που ονομάζεται εικόνα και προκύπτει ως εσωτερική αναγκαιότητα.». Το κίνημα του Γαλάζιου Καβαλάρη ήταν για τους Καντίνσκι και Μαρκ κάτι ευρύτερο από ένα κίνημα στη ζωγραφική, φιλοδοξώντας να αποτελέσει έκκληση για μία πνευματική αναγέννηση σε όλες τις μορφές τέχνης. Η πρώτη ομαδική έκθεση της ομάδας περιόδευσε στην Κολωνία, το Βερολίνο, τη Βρέμη και τη Φραγκφούρτη. Τον Οκτώβριο του 1912 ο Καντίνσκι πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη γκαλερί Der Sturm του Χέρβαλτ Βάλντεν. Η δραστηριότητα της ομάδας έφθασε σύντομα στο απόγειό της, ωστόσο υπήρξε τελικά βραχύβια, διοργανώνοντας συνολικά δύο ομαδικές εκθέσεις.

Ριγέ, 1934

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Καντίνσκι κατέφυγε στην Ελβετία ενώ αργότερα επέστρεψε στη Μόσχα. Τα προηγούμενα χρόνια, φρόντιζε να διατηρεί αρκετές επαφές με τη Ρωσία και τις καλλιτεχνικές εξελίξεις που διαδραματίζονταν εκεί. Ειδικότερα, είχε συνεργαστεί με τα μέλη του Γαλάζιου Ρόδου, μίας ομάδας συμβολιστών καλλιτεχνών, έχοντας συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις τους.

Σύνθεση ΙΧ, 1936

Στη Ρωσία παντρεύτηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1911 για δεύτερη φορά, τη Νίνα Αντρεγιέφσκαγια, κόρη στρατηγού. Από το 1918 μέχρι το 1920 ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της τέχνης και την αναδιοργάνωση των μουσείων, ως μέλος του Τμήματος Καλών Τεχνών (IZO). Παράλληλα, δίδασκε ως επικεφαλής στα Ελεύθερα Κρατικά Καλλιτεχνικά Εργαστήρια (SVOMAS) της Μόσχας και τα μαθήματά του ήταν βασισμένα στις ιδέες που είχε νωρίτερα διατυπώσει στο Για το πνευματικό στην τέχνη. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα διετέλεσε ακόμα διευθυντής του Ινστιτούτου για την Καλλιτεχνική Παιδεία (IΝChUK) της Μόσχας, το οποίο αργότερα εγκατέλειψε για τη Ρωσική Ακαδημία Αισθητικής, όπου προσπάθησε να καταρτίσει το πρόγραμμα σπουδών του τμήματος Ψυχολογίας και Φυσιολογίας. Παράλληλα με τις διδακτικές του δραστηριότητες συμμετείχε σε επτά εκθέσεις ενώ έγραψε και αρκετά δοκίμια για τη ζωγραφική.

Κυρίαρχη καμπύλη, 1936

Μετά τη ρωσική επανάσταση και την επιβολή του δόγματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τα έργα του απομακρύνθηκαν από τα μουσεία της Σοβιετικής Ένωσης και ο ίδιος αναχώρησε από την πατρίδα του εξαιτίας μίας σταθερής εχθρότητας εκ μέρους των συναδέλφων του.

Μαύρα σημεία, 1937

Ο Καντίνσκι δίδαξε στη σχολή Μπάουχαους, προσκεκλημένος – όπως και άλλοι διακεκριμένοι καλλιτέχνες της εποχής – του ιδρυτή της Βάλτερ Γκρόπιους και κλήθηκε να αναλάβει το εργαστήριο τοιχογραφίας. Παράλληλα ανέλαβε ένα μάθημα με θέμα τη φόρμα, σε συνεργασία με το Πάουλ Κλέε και η διδασκαλία του ήταν εμπλουτισμένη με στοιχεία από προσωπικές του θεοσοφικές και αποκρυφιστικές μελέτες. Οι πίνακες του, εκείνης της περιόδου, διακρίνονται από μία αυστηρότητα και εμφανή γεωμετρικά στοιχεία. Τα θερμά χρώματα που χρησιμοποιούσε παλαιότερα στο Μόναχο, είχαν αντικατασταθεί από μία «ψυχρή» χρήση του χρώματος, χαρακτηριστικό της αποκαλούμενης και «ψυχρής περιόδου» του Καντίνσκι, που είχε τις απαρχές της στην περίοδο της Ρωσίας.

Γύρω από τον κύκλο, 1940

Στη σχολή της Βαϊμάρης παρέμεινε μέχρι το 1925 και έπειτα από αντιδράσεις κύκλων και κομμάτων της δεξιάς εγκαταστάθηκε αργότερα στο Ντεσάου, διδάσκοντας στην τοπική σχολή Μπάουχαους. Στα σημαντικότερα έργα του Καντίνσκι αυτής της περιόδου συγκαταλέγεται ο πίνακας Κίτρινο-κόκκινο-μπλε, ο οποίος συμπυκνώνει τη νέα στροφή του στον «ψυχρό ρομαντισμό». Μετά την εκστρατεία των Ναζί εναντίον του Μπάουχαους και το κλείσιμο της σχολής, ο Καντίνσκι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, στο προάστιο Νεϊγύ-συρ-Σεν.

Αμοιβαίες συμφωνίες, 1942

Η αφηρημένη ζωγραφική του Καντίνσκι δεν έγινε θερμά δεκτή στη λεγόμενη Σχολή των Παρισίων και αρκέστηκε στην επανασύνδεσή του με παλιούς φίλους καλλιτέχνες, όπως ο Ντελωναί. Ο Καντίνσκι εκτιμούσε το έργο του Χουάν Μιρό, του Ζαν Αρπ και του Αλμπέρτο Μανιέλι. Την περίοδο αυτή, έζησε και εργάστηκε απομονωμένος, προχωρώντας σε νέες διαφοροποιήσεις της εικαστικής του έκφρασης αλλά και μία σύνθεση τωω παλαιότερων ιδεών του. Χρησιμοποίησε πρωτότυπους συνδυασμούς χρωμάτων, σπάνια βασισμένους σε βασικά χρώματα, ενώ διαφαίνεται επίσης η αλληλεπίδρασή του με τους Μιρό και Αρπ. Στα έργα του κυριαρχούν τα λεγόμενα «βιομορφικά» σχήματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης εγκυκλοπαίδειες και εργασίες βιολογίας, όπως τα έργα του Ερνστ Χέκελ (Kunstformen der Natur) ή του Καρλ Μπλόσφελντ (Unformen der Natur).

Τελευταία ακουαρέλα, 1944 

Το 1939, το μουσείο Jeu De Paume, αγόρασε το έργο του Σύνθεση ΙΧ, ενώ από την άλλη μεριά των συνόρων, πολλά έργα του καταστράφηκαν από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1944, πέθανε από αρτηριοσκλήρωση σε ηλικία 78 ετών και η ταφή του τελέστηκε στο Νεϊγί-συρ-Σεν.

Δημήτρης Τηνιακός, ο μεγάλος Έλληνας χαράκτης και ζωγράφος του 20ου αιώνα

O Δημήτρης Τηνιακός, ζωγράφος και χαράκτης, γεννήθηκε στην Άνδρο το 1920 (κατ΄ άλλους το 1915), και ήταν μόνιμος κάτοικος Κορυδαλλού (Πειραιάς). Από πολύ μικρή ηλικία ανακάλυψε  την κλίση του στις Καλές Τέχνες. Αρχικά ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος ζωγραφική, με τη δημοσίευση ενός έργου του σε μία τοπική εφημερίδα το «Νέο Βήμα» όπου το 1935 παρουσίασε ένα τοπίο. Το έργο αυτό, αποτέλεσε το πρώτο του βήμα στην καλλιτεχνική του πορεία.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1940 εξέθεσε έργα του στην Πανελλήνια Έκθεση ερασιτεχνών ζωγράφων τραβώντας την προσοχή των τεχνοκριτικών με τις σπάνιες για την ηλικία του ικανότητες. Στο δεύτερο χρόνο της κατοχής, το 1941, ο Τηνιακός μπήκε στη Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών σχεδόν για μία δεκαετία (1941-1948). Σπούδασε ζωγραφική στο εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη, ενώ από τον Γιάννη Κεφαλληνό διδάχτηκε τη χαρακτική. Ταυτόχρονα μυήθηκε από τους μεγάλους Έλληνες καλλιτέχνες στις αξίες της θεωρητικής παιδείας, της στέρεης τεχνικής κατάρτισης και της μοντέρνας καλλιτεχνικής αντίληψης.

Στη διάρκεια της πολυδιάστατης καλλιτεχνικής του πορείας, έλαβε μέρος σε πολλές πανελλήνιες εκθέσεις και οργάνωσε περισσότερες από 20 ατομικές εκθέσεις σε μουσεία και χώρους τέχνης. Είχε πάρει μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού και σε όλες τις μεταπολεμικές εκθέσεις του Ζαππείου. Μάλιστα, είχε πάρει μέρος στη Διεθνή έκθεση του Σάο Πάολο το 1953 και στην αντίστοιχη στο Μπιενάλε του Λουγκάνο το 1966.

Το 1989 η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με ιδιαίτερη έκθεση των έργων του. Πέθανε στις 9 Δεκεμβρίου του 1997 από καρκίνο σε ηλικία 77 ετών και κηδεύτηκε με δημοτική δαπάνη. Σήμερα έργα του βρίσκονται σε διεθνείς συλλογές δημόσιες και ιδιωτικές και κοσμούν μέρη όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η Πινακοθήκη Αβέρωφ, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, η Βουλή των Ελλήνων, το Υπουργείο Πολιτισμού, και τοίχους πολλών άλλων φορέων.

Οι αρχικοί του πίνακες χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό με χαρακτηριστικά του έργα το «Ξερρίζωμα», τα «Σπίτια στο Πολύγωνο», και την «Κοκκινιά». Διακρίθηκε κυρίως για την επίδοσή του στη χαρακτική και στην ακουαρέλλα. Το έργο του είναι στά πλαίσια της παραστατικής ζωγραφικής, με ιδιαίτερη θέση να καταλαμβάνουν τα τοπία, οι θαλασσογραφίες, οι νεκρές φύσεις και τα ανθρωποκεντρικά θέματα. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι πολλά από τα έργα του ήταν εμπνευσμένα από το λιμάνι του Πειραιά, τον τόπο διαμονής του, και τα τοπία της Άνδρου, της πατρίδας του που γέννησε την αγάπη του για την φύση και την θάλασσα. Οι συνθέσεις του διακρίνονται για τις αρμονικές αναλογίες και την ισορροπημένη διάταξη των όγκων συνδυαζόμενη με ένα συγκρατημένο λυρικό αίσθημα, καθώς και για την οργάνωση του χώρου.

Στράφηκε στην ξυλογραφία, τεχνική που ξεχωρίζει για τον δυναμισμό των μορφικών στοιχείων, την αδρότητα των τονικών αντιθέσεων και τη συναισθηματική της ένταση. Χρησιμοποίησε επίσης ποικίλες τεχνικές όπως: η ελαιογραφία, η υδατογραφία, η χάραξη, κ.α. με ιδιαίτερη προτίμηση στην έγχρωμη σινική μελάνη. Οι πλούσιες χρωματικές διαβαθμίσεις που προσφέρει η χρήση της έγχρωμης σινικής μελάνης, χαρακτηρίζουν και τη σειρά των προσωπογραφιών του, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη και ξεχώριζαν για την τεχνική τους αρτιότητα αλλά και εντυπωσίασαν με την σταθερότητα του σχέδιου τους. Η εξαιρετική τεχνική απεικόνιση δεν στέρησε τίποτα από την εκφραστικότητα των εικονιζόμενων μορφών. Μέσω της παραμόρφωσης των χαρακτηριστικών και της παράδοξης τοποθέτησης στον ασαφή περιβάλλοντα χώρο, ο Τηνιακός υπογραμμίζει την τραγικότητα και την εσωτερικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην ώριμη περίοδο του έργου του προέβη σε συνθέσεις με τεκτονικές και κυβιστικές προεκτάσεις που αποτελούν καθαρά εξπρεσιονιστικούς τύπους έκφρασης.

Το πιο αναγνωρισμένο έργο του είναι “Το ψάθινο καπέλο”, μια προσωπογραφία ενός νεαρού άνδρα που φοράει ένα μπλε ταλαιπωρημένο πουκάμισο και ένα ψάθινο καπέλο με φόντο τα χωράφια κάποιου νησιού. Το πιο σπουδαίο του όμως έργο (δημιούργημα των ετών 1952-54) αποτελεί η μεγάλη ξυλογραφία της συλλογής της Δημοτικής Πινακοθήκης είναι μια από τις πιο ώριμες χαρακτικές δημιουργίες του καλλιτέχνη. Ένα νησιωτικό τοπίο -πιθανότατα από την πατρίδα του, την Άνδρο- απλώνεται πανοραμικά μπροστά μας. Οι φιδωτές ξερολιθιές με τις πεζούλες και το μεγάλο σπίτι οδηγούν διαδοχικά το βλέμμα στις χαμηλές οικισμένες πλαγιές κι από κει στην κοσμημένη θάλασσα. Όλα τα θέματα, σπίτια, δέντρα, βράχοι, πλεούμενα και σύννεφα, μορφοποιούνται σε ρυθμικές ενότητες γεωμετρικών σχημάτων απαλλαγμένων από κάθε σκληρότητα. Μια μεγάλη ποικιλία γραφών-χαράξεων ζωντανεύει τις διαφορετικές ύλες και χτίζει το διάλογο του φωτός με τη σκιά. Αλλού πρισματικός και φωσφορίζων, αλλού διακοσμητικός και πιο ήσυχος, ο διάλογος αυτός κάνει ορατά τα χρώματα που λείπουν και σφραγίζει μ΄ έναν εύηχο ρυθμό το αρμονικό σύνολο.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το πάθος του Τηνιακού με την χαρακτική ήταν μεγάλο, αυτό φαίνεται άλλωστε και στα ζωγραφικά του έργα. Συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους χαράκτες της γενιάς του, μαζί με άλλα μεγάλα ονόματα, όπως οι Κεφαλληνός, Κατράκη, Γραμματόπουλος, Βελισσαρίδης, και άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες.

«…Είναι η μαγεία του μαύρου και του άσπρου που με τραβά. Το πολύ δούλεμα της ύλης κι η τεχνική, που παίζει τεράστιο ρόλο σ΄ ένα έργο χαρακτικής. Είναι ακόμα κι ο ασκητισμός, η λιτότητα της όμορφης αυτής Τέχνης. Στη χαρακτική βρίσκω ένα θέλγητρο, που δεν το νιώθω στη ζωγραφική. Να δημιουργείς από μια μαύρη πλάκα, δηλαδή τη νύχτα, και σιγά-σιγά να εμφανίζεις πάνω στο ξύλο, σα να γεννιέται, ν΄ αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος, είναι μια αισθητική χαρά, που όμοιά της δεν μπορώ να βρω πουθενά.»

Από συνέντευξη του Δ.Τ. στον δημοσιογράφο Γιάννη Βουτσινά για τη Φιλολογική Βραδυνή, 1 Ιουνίου 1955.

Πηγές:

https://www.royalgallery.gr/%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%82-c-33_240.html

https://www.botsisauctions.com/gr/AuctionsDetails/740/%CE%A4%CE%97%CE%9D%CE%99%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A3,-%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%A1%CE%97%CE%A3.-[1920-1997].-

https://www.lefakis.gr/kallitexnes/tiniakos-dimitris/

http://www.nikias.gr/ell/product/%CE%A4%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

O Ζωρζ Σερά και το “στίγμα” του στον κόσμο της ζωγραφικής

Ο Ζωρζ Σερά (Georges Seurat) ήταν μετα-ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος και θεωρείται ορθώς ο εισηγητής του πουαντιγισμού (στιγματογραφία). Οι κριτικοί θεωρούν πως το έργο του Ένα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί της Γκραντ Ζατ (https://dromospoihshs.home.blog/2019/03/31/georgeseurat/) άλλαξε την κατεύθυνση σύγχρονης τέχνης αποτελώντας την αρχή του νεο-ιμπρεσιονισμού. Οι πυκνές τελείες (στίγματα) με τα οποία δημιουργούσε τους πίνακες του θεωρούνται έκτοτε ένας πολύ ιδιαίτερος τρόπος τέχνης, με συγκεκριμένη τεχνική και αυξημένη δυσκολία.

Self Portrait by Georges Pierre Seurat

Ο Ζωρζ Σερά γεννήθηκε στο Παρίσι στις 2 Δεκεμβρίου του 1859, γιος πλούσιου γαιοκτήμονα της Καμπανίας, του Αντουάν Κρισοστόμ Σερά, ο οποίος πλούτησε από την εκμετάλλευση ακινήτων, ενώ η μητέρα του Ερνέστη Φεβρέ ήταν από το Παρίσι. Ο Ζωρζ ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας, είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό και μια αδελφή, τον Εμίλ και την Μαρί-Μπερθ. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στην ζωγραφική, ενώ καθόλη την ενηλικίωση του έβρισκε μεγάλη χαρά στα πινέλα και στα χρώματα. Το 1878 γίνεται δεκτός στην παρισινή Σχολή Καλών Τεχνών, και ήδη εντυπωσιασμένος από τους ιμπρεσιονιστές, μελετάει για ώρες στην βιβλιοθήκη της σχολής αναζητώντας την συγκίνηση της αληθινής ζωγραφικής και τις αρχές της. Εκεί είναι που βρίσκει έναν παλιό τόμο με τίτλο « Περί των αδιάψευστων σημείων της τέχνης του Υμπέρ ντε Σορβίλ» (1827), έργο που τον συγκλόνισε και διαμόρφωσε τον τρόπο σκέψης του για την ζωγραφική. Ο Σερά ονειρεύεται μια τέχνη που, θεμελιωμένη σε απόλυτα καθορισμένους νόμους, θα ήταν απόλυτη απέναντι στην ρευστότητα του κόσμου (Κασού). Όμως, η σχολή στέκεται εμπόδιο απέναντι στις αναζητήσεις και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και γι’ αυτό την εγκαταλείπει. Βέβαια δεν σταμάτησε ποτέ να ζωγραφίζει. Ολοκληρώνοντας τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις το 1880 επιστρέφει στο Παρίσι, όπου για τα επόμενα δύο χρόνια δουλεύει για να τελειοποιήσει την τεχνική της μονοχρωμικής ζωγραφικής.

Το 1883 δούλεψε όλη την χρονιά σε ένα έργο του, έναν μεγάλο καμβά με τίτλο «Οι Λουόμενοι στο Ανσιερέ» ένα μνημειώδες έργο, επηρεασμένο στα χρώματα από τους Ιμπρεσιονιστές, με απαλές, απλοποιημένες υφές και προσεκτικά περιγράμματα, και με τις ανθρώπινες μορφές να μοιάζουν με αγάλματα. Άλλωστε, ο ίδιος είχε μεγάλη αγάπη για την κλασσική τέχνη και και θεωρούσε τις μορφές στους μεγάλους πίνακές του σχεδόν ως μνημειώδη, κλασσικά ανάγλυφα.

Στην συνέχεια όμως, Ο Σερά εμπνεύστηκε από την επιθυμία να εγκαταλείψει την ανησυχία των Ιμπρεσιονιστών για τη φευγαλέα στιγμή και να προσφέρει, αντ’ αυτού, αυτό που θεωρούσε θεμελιώδες και αμετάβλητο στη ζωή. Παρ’ όλα αυτά, δανείστηκε πολλές από τις προσεγγίσεις του από τον Ιμπρεσιονισμό, από την αγάπη του για τη σύγχρονη θεματολογία και τις σκηνές αστικού ελεύθερου χρόνου, μέχρι την επιθυμία του να αποφύγει την απεικόνιση μόνο του “τοπικού” ή του προφανούς, το χρώμα των εικονιζόμενων θεμάτων και αντ’ αυτού να προσπαθήσει να συλλάβει όλα τα χρώματα που αλληλεπιδρούσαν για να αποδώσει την εμφάνισή τους.

 Εν τέλει, ο Σερά υπήρξε πρωτοπόρος της Νέο-Ιμπρεσιονιστικής τεχνικής που είναι ευρέως γνωστή ως Ντιβιζιονισμός (από τη γαλλική λέξη division που σημαίνει διαίρεση) ή Πουαντιγισμός = pointillisme (από τη γαλλική λέξη point που σημαίνει κουκκίδα ή στίγμα) είναι μία προσέγγιση που σχετίζεται με μία επιφάνεια που ‘τρεμοπαίζει’ με μικρές βούλες ή πινελιές χρώματος. Οι καινοτομίες του εξάγονται από νέες σχεδόν επιστημονικές θεωρίες σχετικά με το χρώμα και την έκφραση, όμως η κατευναστική ομορφιά των έργων του εξηγείται από την επιρροή πολλών διαφορετικών πηγών. Αρχικά πίστευε ότι η σπουδαία μοντέρνα τέχνη θα έδειχνε τη σύγχρονη ζωή με τρόπο παρόμοιο με την κλασσική τέχνη, μόνο που θα χρησιμοποιούσε τεχνολογικά ενημερωμένες τεχνικές. Πίστευε ότι γραμμές που τείνουν προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις και χρώματα συγκεκριμένης ζέστης ή ψυχρότητας, θα μπορούσαν να έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα έκφρασης. Επίσης επεδίωξε την ανακάλυψη ότι αντίθετα ή συμπληρωματικά χρώματα μπορούν να αναμιχθούν οπτικά, για να αποδώσουν πολύ πιο έντονους τόνους από εκείνους που μπορούν να επιτευχθούν απλά αναμιγνύοντας μπογιά. Αποκαλούσε την τεχνική που ανέπτυξε “chromo-luminism” (χρωμο-φωτισμός, το παλλόμενο αποτέλεσμα στις επιφάνειές του καμβά από τις απειροελάχιστες πινελιές μπογιάς).

Το καλοκαίρι του 1884 ολοκληρώνει το έργο του «Ένα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί LaGranteJatte», μεγέθους τριών μέτρων, το οποίο δούλευε για δύο χρόνια καθισμένος στο πάρκο και δημιουργώντας τα περιγράμματα. Σε αυτό το έργο παρουσιάζονται μέλη όλων των κοινωνικών τάξεων σε διαφορετικές σκηνές. Οι μικροσκοπικές κουκίδες των χρωμάτων επιτρέπουν στο μάτι του θεατή να συνδυάσει τα χρώματα οπτικά, αντί για να είναι τα χρώματα αναμεμιγμένα από τον ζωγράφο δημιουργώντας ένα μοναδικό οπτικό εφέ.

Le Chahut, 1890, Otterlo, Kröller-Müller Museum

Αργότερα, το ενδιαφέρον του στράφηκε όλο και περισσότερο στη Γοτθική τέχνη και τις δημοφιλείς αφίσες και η επιρροή αυτών στη δουλειά του, την καθιστούν ως μία από τις πρώτες μορφές μοντέρνας τέχνης, που έκαναν χρήση τέτοιων αντισυμβατικών πηγών έκφρασης. Πρωτοπόρησε και πάλι με μία πιο δυναμική και τυποποιημένη προσέγγιση, που ήταν επηρεασμένη από πηγές, όπως καρικατούρες και δημοφιλείς αφίσες. Έτσι προέκυψε μία νέα, δυνατή εκφραστικότητα στη δουλειά του που, πολύ αργότερα, οδήγησε στην αναγνώριση του από τους Σουρεαλιστές σαν έναν εκκεντρικό και ανορθόδοξο αλλά εναλλακτικό και ταλαντούχο καλλιτέχνη.

Το Τσίρκο, 1891, Παρίσι, Μουσείο Ορσέ

Δυστυχώς, ο θρίαμβός του Σερά ήταν βραχύβιος, καθώς μετά από μόλις μια δεκαετία ώριμης δουλειάς πέθανε μόλις στην ηλικία των 31 ετών. Τα αίτια του θανάτου του ήταν αδιευκρίνιστα αν και πλέον έχουν αποδοθεί σε μια μορφή μηνιγγίτιδας, πνευμονίας, μολυσματική κηνάγχη και τη διφθερήτιδα. Μάλιστα, γιος του πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα από την ίδια ασθένεια. Το τελευταίο του έργο του Σερά, «Το τσίρκο», έμεινε ημιτελές κατά τον χρόνο του θανάτου του. Παρ’όλα αυτά, άφησε πίσω του ένα σημαίνον σύνολο έργων, που περιλαμβάνει επτά μνημειώδεις πίνακες, περίπου 40 μικρότερης κλίμακας πίνακες, και εκατοντάδες ζωγραφιές και σκίτσα. Αν και το έργο του είναι σχετικά μικρό σε ποσότητα, είχε αντίκτυπο διαρκείας. Παρά την σύντομη ζωή του, ο Γάλλος καλλιτέχνης πρόλαβε να σπείρει μια νέα άνοιξη στο ‘κουρασμένο’ μέχρι τότε ζωγραφικό τοπίο. Οιι καινοτομίες του άλλαξαν τον κόσμο της τέχνης και ύπηρξαν αντκείμενα μεγάλης επιρροής και έμπνευσης, διαμορφώνοντας τα έργα καλλιτεχνών όπως ο Vincent Van Gogh και οι Ιταλοί Φουτουριστές.

“Κάποιοι λένε ότι βλέπουν την ποίηση στους πίνακές μου· εγώ βλέπω μόνο την επιστήμη.”

Seurat

Πηγές:

http://homouniversalisgr.blogspot.com/2018/12/georges-pierre-seurat-2-1859-29-1891.html

http://arutv.ee.auth.gr/istoriart/artguide/artist-seurat-georges.htm

Ο ζωγράφος που ζωγράφιζε με τελείες

Γυναίκες Ζωγράφοι: Πως ξεπέρασαν την αφάνεια και επανακαθόρισαν τον κόσμο της τέχνης

The Women of the Bauhaus School 

Ο φεμινισμός ως κοινωνικό κίνημα έκανε την εμφάνιση του στην τέχνη στα τέλη του 1960 και έφερε μεγάλες σημαντικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές.Οι πρώτες υποστηρίκτριες του φεμινισμού στην τέχνη οραματίστηκαν μια επανάσταση στις κοινωνικές δομές στοχεύοντας σε ένα νέο πλαίσιο στο οποίο ο όρος  «οικουμενικότητα» θα περιελάμβανε όχι αποκλειστικά έργα και εμπειρίες ανδρών, αλλά και γυναικών αντίστοιχα. Η ιδέα λοιπόν ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να είναι σε θέση να εκφράζουν τις κοινωνικές τους εμπειρίες μέσω της τέχνης, έδωσε ζωή στο καλλιτεχνικό φεμινιστικό κίνημα.

Φυσικά, οι γυναίκες δημιουργούσαν αιώνες πριν την εμφάνιση του κινήματος. Ανά τους αιώνες, βρίσκουμε τις γυναίκες να ασχολούνται με τις τέχνες και τα γράμματα.  Στον χώρο των τεχνών εμφανίζονται είτε ως δημιουργοί είτε ως εκφραστές νέων μορφών καλλιτεχνίας, προτύπων, συλλογών, πηγών έμπνευσης είτε ως ιστορικοί και κριτικοί τέχνης. Το γυναικείο φύλο δεν έπαψε ποτέ να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της τέχνης. Μάλιστα, σύμφωνα με την ιστορία του Pliny the Elder, ενός Ρωμαίου συγγραφέα  που έζησε τον πρώτο αιώνα μ. Χ., η πρώτη ζωγραφιά που έγινε ποτέ ήταν έργο μιας γυναίκα και είχε τίτλο «Dibutades». Το σχέδιο απεικόνιζε τη μορφή του εραστή της σε έναν τοίχο. Είτε αληθεύει είτε όχι η συγκεκριμένη ιστορία, αξίζει να σημειωθεί ότι αν και στη Δυτική μυθολογία αναφέρεται χαρακτηριστικά πως η καλλιτεχνική δημιουργία ξεκινάει από το γυναικείο φύλο, μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα πολύ λίγη σημασία δόθηκε στις γυναίκες δημιουργούς.

Η καθημερινή ενασχόληση των γυναικών με την τέχνη ήταν και είναι αδιαμφισβήτητη, ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που η θέση τους στο καλλιτεχνικό στερέωμα δέχθηκε ισχυρές επιθέσεις και αμφισβητήσεις. Οι δυσκολίες εμφανίζονταν από το πρωταρχικό στάδιο της εκπαίδευσης στον χώρο μέχρι και το τελευταίο, που ήταν φυσικά η εμπορία των έργων τους.

Acedemie Julian, Mina Carlson-Bredberg

Υπήρχαν αρκετοί λόγοι που είχαν οδηγήσει στον αποκλεισμό των γυναικών από τις θεσμικές δομές του κόσμου της τέχνης. Οι γυναίκες όχι μόνο είχαν θεωρηθεί απειλή σε ένα κόσμο που ο ανταγωνισμός ήταν ήδη μεγάλος αλλά είχαν θεωρηθεί και κατώτερες ή ανίκανες ως προς τη δημιουργική ιδιοφυΐα. Θα μπορούσαν πιθανώς να κάνουν διακοσμητικά σχέδια αλλά όχι μεγάλα και δυνατά έργα ως επαγγελματίες καλλιτέχνες. Ένας ακόμη παράγοντας ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχαν γενικά το δικαίωμα της μόρφωσης, πόσο μάλλον της εκπαίδευσης στον χώρο των τεχνών.

Από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα, ελάχιστες ήταν οι γυναίκες καλλιτέχνες που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους «σπουδαίους ζωγράφους», ακόμη και αν σε πολλά κείμενα αναφέρονται σπουδαίες γυναικείες μορφές με περίσσιο ταλέντο στη ζωγραφική που ξεπέρασαν κάθε κοινωνικό περιορισμό που ετίθετο σε έναν τομέα κατά κόρον ανδροκρατούμενο.

Πώς λοιπόν οι γυναίκες κατάφεραν να βρεθούν σε πρώτο πλάνο; Πως κατάφεραν να ξεπεράσουν την αφάνεια, να ξεθάψουν τις προγόνους τους από τα βιβλία της ιστορία και να τις αναστήσουν από την ανυπαρξία. Πως πλέον γνωρίζουμε ονόματα όπως η Artemisia Gentileschi και η Gwen Mary John που άλλοτε ήταν άγνωστα; Πώς έκαναν τις καλλιτεχνικές τους φωνές να ακουστούν τόσο δυνατά, ώστε να πουν τη δική τους ιστορία και μάλιστα σε ένα ευρύ ακροατήριο, όταν η ιστορία της τέχνης φαίνεται να τις περιθωριοποιεί και να τις αγνοεί;

Η σημαντικότερη καμπή για την αλλαγή της ιστορίας έγινε στο Παρίσι του τέλους του 19ου αιώνα. Ήταν η καθοριστική στιγμή για τις αγνοημένες, ελάχιστα κατανοητές γυναίκες καλλιτέχνες για να ξεπεράσουν τις κοινωνικές προκαταλήψεις, να μπορέσουν να πάρουν επισήμως μαθήματα, να μπουν στις ακαδημίες της τέχνης και να εκπαιδευθούν με σοβαρό τρόπο. Μέχρι το 1897 οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες από τις επίσημες δομές εκπαίδευσης, δεν γίνονταν δεκτές από την École des Beaux Arts και ήταν αναγκασμένες να ακολουθούν άλλες πρακτικές εκμάθησης ή να δημιουργούν δικούς τους χώρους για να καταφέρουν να προβάλλουν τη δουλειά τους.

Marie Bashkirtseff, In The Studio (1881)

Όταν οι σπουδές στην Beaux Arts ήταν δωρεάν για καλλιτέχνες γένους αρσενικού, οι γυναίκες έπρεπε να πληρώσουν για την εκπαίδευσή τους, να παρακολουθήσουν ιδιωτικά μαθήματα ή να παρακολουθήσουν μαθήματα μόνο σε ιδρύματα όπως η Académie Julian, η πρώτη σχολή τέχνης για γυναίκες, που ιδρύθηκε από τον Rodolphe Julian. Ακόμα και όταν εισήχθησαν σε σχολές τέχνης απαγορεύτηκε στις γυναίκες να δουλεύουν με γυμνά μοντέλα, ενώ στο επίσημο σαλόνι του Παρισιού το 1881, ο αριθμός των γυναικών που εκπροσωπούνταν στην ετήσια έκθεση μειώθηκε κατά το ήμισυ, όταν οι διάσημοι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής – που ήταν περιέργως άνδρες – ανέλαβαν για λογαριασμό του κράτους τη διοργάνωσή του. Οι προκλήσεις και τα εμπόδια στο δρόμο των γυναικών καλλιτεχνών ήταν πολλά, παρόλα αυτά οι γυναίκες τα υπερέβησαν συχνά κερδίζοντας αξιόλογες τιμές και επαίνους για τη δουλειά τους.

Beaury-Saurel Dans le bleu, Αμελί Μπορί-Σορέλ (1894)

Οι πρώτες γυναίκες που κατάφεραν να ξεχωρίσουν ήταν η Αμελί Μπορί-Σορέλ, η πρώτη διευθύντρια της Ακαδημίας Julian, η Λουίζ Μπρεσλάου και η Μαρί Μπασκιρτσέφ, μετά την έκδοση του Ζουρνάλ που την έκανε διάσημη στη Γαλλία όταν δημοσιεύθηκε σε δεκάξι τόμους, στους οποίους περιγράφεται η ιστορία της αστικής τάξης, η απογοήτευσή της για τους περιορισμούς της γαλλικής και ευρωπαικής κοινωνίας όσον αφορά τις γυναίκες αλλά και η πορεία και οι αγώνες των γυναικών για να υπάρξουν στο καλλιτεχνικό και πνευματικό περιβάλλον της εποχής τους.

Maria Luise Katharina Breslau, La Toilette

Αυτός ο αγώνας συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, με την γυναικεία θέληση να διεκδικεί την θέση του στο καλλιτεχνικό στερέωμα πόντο-πόντο. Όμως, η ανδρική αντίληψη επικρατούσε στους κύκλους των καλλιτεχνών και φυσικά στην πατριαρχική κοινωνία του 19ου και 20ου αιώνα. Οι άνδρες του χώρου της τέχνης εκούσια εξοστράκιζαν τις γυναίκες θεωρώντας τες κατώτερες ως προς την παρουσία και το δημιουργικό τους ταλέντο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ένα από τα πιο «τραγικά» σχόλια στην ιστορία της κριτικής τέχνης, που έγινε μάλιστα στα μέσα του 20ου αιώνα. Ο καλλιτέχνης και διδάσκαλος Hans Hoffmann σχολίασε με στόχο να κολακεύσει– αποτυχημένως προφανώς – το έργο της αφηρημένης εξπρεσιονίστριας ζωγράφου Lee Krasner: «Είναι τόσο καλό, που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι έχει γίνει από μια γυναίκα».

Το 1919 ήταν μία πολύ σημαντική στιγμή για τα πρώτα προ-φεμινιστικά κινήματα καθώς ιδρύθηκε το Bauhaus Academy. Το Bauhaus θεωρήθηκε ως προοδευτικό ακαδημαϊκό ίδρυμα, καθώς ήταν η πρώτη σχολή που υποστήριξε την ισότητα μεταξύ των φύλων και δέχτηκε τόσο άνδρες όσο και γυναίκες φοιτητές στα προγράμματά του. Το σχολείο είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της γραφιστικής, της εσωτερικής διακόσμησης, της βιομηχανικής σχεδίασης και της τυπογραφίας και από κει προήλθαν πολύ σημαντικοί αξιόλογοι καλλιτέχνες με μεγάλο ποσοστό αυτών να είναι γυναίκες.

Η πρώτη ουσιαστική αλλαγή στον καλλιτεχνικό χώρο παρουσιάζεται περίπου το 1950 και θεμελιώνεται το 1960 με το φεμινιστικό κίνημα. Το 1957 το δοκίμιο του περιοδικού Ζωή περιλαμβάνει την φωτογραφία που ονομάζεται «Γυναίκες Καλλιτέχνες σε υπεροχή» και το 1965 γίνεται μία έκθεση εξολοκλήρου για γυναίκες καλλιτέχνες με τίτλο «Γυναίκες καλλιτέχνες της Αμερικής, 1707-1964, σε επιμέλεια από τον William H. Gerdts, στο Μουσείο Νιούαρκ.

Η ραγδαία διάδοση του φεμινισμού το 1960 φέρνει μία ριζική αλλαγή σε όλους τους τομείς, και φυσικά και στην τέχνη. Μία «έκρηξη» της γυναικείας φύσης ήρθε να ταράξει τα νερά σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Οι κοινωνικές αυτές αλλαγές είχαν ξεκινήσει από στις αρχές του 20ου αιώνα και αναπτύχθηκαν αργά, αλλά σταθερά, και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με το πέρασμα του χρόνου και την ενδυνάμωση των νέων αντιλήψεων, επηρέασαν σε παγκόσμια εμβέλεια την κοινωνική, επαγγελματική και πολιτική διαμόρφωση των κοινωνιών, που προηγουμένως περιοριζόταν στα χέρια των ανδρών. Οι γυναίκες πια όχι μόνο σπουδάζουν, αλλά διδάσκουν σε σχολές και πανεπιστήμια τη μαγεία της τέχνης.  Η παρουσία των γυναικών καλλιτεχνών σε μουσεία και γκαλερί ενθαρρύνεται, ενώ όλο και περισσότερες γυναίκες δημιουργούν και μοιράζονται το έργο τους με τον έξω κόσμο χωρίς δισταγμούς.

Γυναίκες ιστορικοί τέχνης ξεκίνησαν, στα μέσα του 1970, να οργανώνουν εκθέσεις με επίκεντρο την γυναικεία καλλιτεχνική παραγωγή όπως για παράδειγμα την έκθεση που οργανώθηκε από την Linda Nochlin και την Ann Sutherland Harris για το Los Angeles County Museum of Art, με τίτλο «Γυναίκες Καλλιτέχνες: 1550- 1950», που ανέδειξε τον πλουραλισμό των χαρισματικών γυναικών καλλιτεχνών στην πορεία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ιστορίας.

Το 1980 παρατηρείται μία εκτόξευση του φεμινιστικού κινήματος. Ένα γκρουπ ανώνυμων καλλιτέχνιδων και επαγγελματιών στον τομέα της τέχνης, σχημάτισαν τις Guerrilla Girls, μία ομάδα ακτιβιστριών με σκοπό την αναγνώριση των γυναικών τόσο στην τέχνη, όσο και σε άλλους τομείς.

Διαμαρτυρίες, παρεμβάσεις σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, αφισοκόλληση στους τοίχους του Μανχάταν, είναι μερικές από τις δραστηριότητες των μελών της ομάδας, που φορώντας μάσκες γορίλλα προσπαθούν να αφυπνίσουν τους ανθρώπους της τέχνης και το ευρύ κοινό. Κανείς δε γνωρίζει την ταυτότητά τους, το μόνο που είναι γνωστό είναι ότι και οι ίδιες προέρχονται από τον χώρο της τέχνης και μάχονται για έναν κοινό σκοπό. Το 1989, η ομάδα αυτή ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων όταν δημοσιεύει την παρακάτω πλέον διάσημη καυστική λίστα:

Τα Πλεονεκτήματα μιας Καλλιτέχνιδας:

  • Δουλεύει χωρίς να την πιέζει η επιθυμία της επιτυχίας.
  • Δε συμμετέχει σε εκθέσεις που περιλαμβάνουν έργα ανδρών.
  • Ξέρει ότι ίσως κάνει καριέρα μετά τα 80.
  • Μπορεί να είναι σίγουρη για το ότι το έργο της θα χαρακτηριστεί ως «γυναικείο».
  • Ίσως δει τις ιδέες της να παίρνουν ζωή σε έργα άλλων.
  • Έχει την ευκαιρία να διαλέξει ανάμεσα στην καριέρα και τη μητρότητα.
  • Δεν είναι αναγκασμένη να καπνίζει τεράστια πούρα και να φοράει ιταλικά κοστούμια
  • Θα έχει περισσότερο χρόνο να δουλέψει όταν ο σύντροφός της την αφήσει για κάποια νεότερη.
  • Το έργο της ίσως συμπεριληφθεί στις ανανεωμένες εκδόσεις βιβλίων της ιστορίας της τέχνης
The Advantages Of Being A Woman Artist 1988 – Guerrilla Girls

Ο στόχος των Guerrilla Girls, όμως, ήταν να ενθαρρύνουν μελετητές και σπουδαστές να βοηθήσουν στην ανάδυση όλων των ξεχασμένων καλλιτέχνιδων των περασμένων αιώνων, ώστε να επιτύχουμε μία ισότιμη καταξίωση στον χώρο της τέχνης. Και ως ένα βαθμό τα καταφέρνουν φέρνοντας ριζικές αλλαγές.

 Η φεμινιστική τέχνη αμφισβητήθηκε πολλές φορές, ιδιαίτερα την περίοδο του μοντερνισμού, με το ερωτημα αν πραγματικά αντιπροσώπευε την «οικουμενικότητα». Έτσι οι γυναίκες, εκτός από την ενασχόλησή τους με τις παραδοσιακές μορφές τέχνης, στράφηκαν και στις περισσότερο μη-παραδοσιακές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης (performance art, video art, συνδυασμός φωτογραφίας και κειμένου). Η ανοιχτή στους πειραματισμούς φεμινιστική τέχνη, σηματοδότησε κατά κάποιον τρόπο τη μετάβαση από το μοντερνισμό στο μεταμοντερνισμό και την απόδειξη και εγκαθίδρυση της γυναικείας ταυτότητας στην τέχνη. Η γυναικεία πτυχή της τέχνης έδωσε και συνεχίζει να δίνει σήμερα – πολύ περισσότερο μάλιστα – ένα ηχηρό μήνυμα ελευθερίας σχετικά με την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα, την πολιτική και την ιστορία.

Η φεμινιστική τέχνη, πριν καν θεωρηθεί ή ονομαστεί φεμινιστική, έθεσε ζητήματα και προβληματισμούς που αφορούν την έμφυλη ταυτότητα, συνετέλεσε σε ένα μεγάλο αριθμό αλλαγών αναφορικά με τον τρόπο θεώρησης διαφόρων μορφών τέχνης, και διεκδίκησε την καλλιτεχνική εκπαίδευση και τις εκθεσιακές ευκαιρίες για την γυναίκα δημιουργό. Σήμερα, τα ζητήματα φύλου έχουν επεκταθεί σε μια συνολικότερη διαπραγμάτευση των σύγχρονων ταυτοτήτων. Η συμμετοχή καλλιτεχνιδών σε μεγάλες διοργανώσεις αποτελεί γεγονός στη σύγχρονη εικαστική πραγματικότητα, γεγονός που συνδέεται με την ιστορία της τέχνης και αποτελεί απόρροια κοινωνικοπολιτικών αλλαγών σε ολόκληρο τον κόσμο. O αγώνας ακόμα συνεχίζεται.

«Πρέπει να γίνει ευρέως κατανοητό ότι δεν υπάρχει γυναικεία τέχνη, υπάρχει η τέχνη των μορφών, των χρωμάτων, των σχημάτων και δεν κάνει διακρίσεις στους δημιουργούς. Η τέχνη δεν γνωρίζει και δεν πρέπει να γνωρίζει γένος, φυλή, φύλο, εξουσία, ομορφιά, πλούτο. Η Τέχνη είναι ένα σπουδαίο εργαλείο που μπορεί να πάει τον άνθρωπο ένα βήμα παραπέρα.»

Πηγές:

https://artcuremagazine.wordpress.com/2015/09/27/%CE%BF-%CF%86%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7/

https://www.phillips.com/article/37491493/back-in-ascendancy-jane-wilson-and-women-abstract-expressionist-painters

https://www.thoughtco.com/the-feminist-movement-in-art-3528959

https://en.wikipedia.org/wiki/Women_of_the_Bauhaus

https://www.dw.com/en/women-in-art-100-female-artists-you-should-know/a-53959863

https://www.greelane.com/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1–%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/the-feminist-movement-in-art-3528959/

“Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος”: η αριστουργηματική απεικόνιση της θείας δίκης

“Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος” είναι αριστουργηματικό μαρμάρινο γλυπτό της ύστερης ελληνιστικής περιόδου, το οποίο βρίσκεται στην Αυλή του Μπελβεντέρε στα Μουσεία του Βατικανού (Museo Pio-Clementino) στη Ρώμη. Δεν έχει εξακριβωθεί αν πρόκειται για πρωτότυπο έργο ή αντίγραφο παλαιότερου γλυπτού, με την επικρατέστερη άποψη να είναι πως οι Αγήσανδρος ο Ρόδιος, Αθηνόδωρος και Πολύδωρος, οι τρεις Ρόδιοι καλλιτέχνες που το φιλοτέχνησαν κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα, ήταν πιθανότατα αντιγραφείς ενός ορειχάλκινου αγάλματος από την Πέργαμο, που δημιουργήθηκε γύρω στο 200 π.Χ.

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Ρωμαίος συγγραφέας από τους επιδραστικότερους στην εποχή του, έγραφε ότι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα είναι «το σπουδαιότερο από όλα τα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής έως σήμερα».

Ο μύθος του Λαοκόοντα έχει γίνει θέμα χαμένης τραγωδίας του Σοφοκλή. Αναφέρεται επίσης από άλλους Έλληνες συγγραφείς. Ο Λαοκόων θανατώθηκε, μετά την απόπειρά του να αποκαλύψει, με χτύπημα ακοντίου, το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου. Τα φίδια που έπνιξαν αυτόν και τους γιους του είχαν σταλεί από τη θεά Αθηνά και η επέμβασή τους ερμηνεύτηκε από τους Τρώες ως απόδειξη της ιερότητας του Δουρείου Ίππου. Η πιο φημισμένη περιγραφή αυτών των γεγονότων βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο της Αινειάδας του Βιργιλίου (ο Βιργίλιος βάζει τον Λαοκόοντα να λέει: Equo ne credite, Teucri / Quidquid id est, timeo Danaos et dona ferentes, δηλαδή «Μην εμπιστεύεστε το άλογο, Τρώες. / Οτιδήποτε κι αν είναι, φοβάμαι τους Έλληνες ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα».) , όμως το κείμενο εκείνο πιθανότατα χρονολογείται μετά τη δημιουργία του γλυπτού.

Για το άγαλμα έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες, ξεκινώντας από το 160 π.Χ. μέχρι το 20 π.Χ.  Το άγαλμα πιθανώς παραγγέλθηκε για να κοσμήσει την κατοικία κάποιου πλούσιου Ρωμαίου. Αποκαλύφθηκε το 1506, κοντά στη θέση του Χρυσού Παλατιού (Domus aurea) του Νέρωνα, σε ένα αμπελώνα. Μόλις το έμαθε ο Πάπας Ιούλιος Β΄, ο οποίος ήταν ενθουσιώδης κλασικιστής, το αγόρασε και το τοποθέτησε στον κήπο Μπελβεντέρε (τώρα μέρος των Μουσείων του Βατικανού). Το 1799, ο Ναπολέων Α΄ Βοναπάρτης, με την κατάκτηση της Ιταλίας, μετέφερε το άγαλμα στο Παρίσι και το εγκατέστησε σε τιμητική θέση στο Μουσείο Ναπολέοντα στο Λούβρο. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, οι Βρετανοί το επέστρεψαν στο Βατικανό, το 1816.

Όλοι αποφάνθηκαν πως ήταν το περιβόητο σύμπλεγμα που περιέγραφε ο Πλίνιος, μόνο που έλειπε το δεξί χέρι του Λαοκόοντος μαζί με μέρος της παλάμης του ενός παιδιού και το δεξί χέρι του άλλου. Η αναπαράσταση αυτών των απολεσθέντων τμημάτων αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας καλλιτεχνών και τεχνοκριτικών. Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Ιταλίας, από τον Μιχαήλ Άγγελο μέχρι τον Ραφαήλ, είχαν τώρα τις δικές τους εκδοχές για τη στάση του χαμένου χεριού: κάποιοι έλεγαν πως το χέρι λύγιζε προς τα πίσω (μαζί τους και ο Μιχαήλ Άγγελος), ενώ κάποιοι άλλοι το ήθελαν να εκτείνεται ηρωικά προς τα έξω (υπέρμαχος αυτής της άποψης και ο Ραφαήλ).

https://d1inegp6v2yuxm.cloudfront.net/royal-academy/image/upload/c_limit,cs_tinysrgb,dn_72,f_auto,fl_progressive.keep_iptc,w_1200/s61nojgcwswd3orba5qp.jpeg
Πίνακας του Henry Singleton (1766 – 1839), που απεικονίζει την Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου με αντίγραφο του συμπλέγματος με τη λανθασμένη αποκατάσταση (The Royal Academicians in General Assembly, 1795 / Πηγή: Royal Academy of Arts)

Ο Πάπας αναγκάστηκε να κηρύξει διαγωνισμό γλυπτικής το 1510 για την αποκατάσταση του χαμένου χεριού και ξέρουμε πως ο τελικός κριτής ήταν ο ίδιος ο Ραφαήλ. Η επιτροπή έκρινε τελικά πως η εκδοχή της έκτασης του χεριού προς τα έξω ήταν η σωστή, κι έτσι ακριβώς αποκαταστάθηκε το κατεστραμμένο τμήμα.

Το έργο της αποκατάστασης ανατέθηκε στον έμπιστο του Ραφαήλ, γλύπτη Γιάκοπο Σανσοβίνο, ο οποίος χάρισε στον Λαοκόοντα ένα χέρι που εκτεινόταν προς τα έξω. Για λόγους πάντως που μας διαφεύγουν ιστορικά, αυτό το χέρι δεν προσαρμόστηκε στο άγαλμα. Μια ακόμα πιο ευθεία εκδοχή του χεριού φιλοτεχνήθηκε το 1532 από τον πρώην μαθητή του Μιχαήλ Αγγέλου, Τζιοβάνι Μοντορσόλι, η οποία κολλήθηκε στο άγαλμα κι έτσι πέρασε το σύμπλεγμα στους αιώνες που ακολούθησαν.

Όλα αυτά μέχρι το 1906, όταν ένας αρχαιολόγος ονόματι Λούντβιχ Πόλακ ανακάλυψε το πραγματικό χέρι του Λαοκόοντος στην αυλή ενός λιθοξόου. Θεωρώντας πως ήταν το χαμένο μέλος του αγάλματος, το οποίο μετά τη βόλτα του στο Λούβρο από τον Μέγα Ναπολέοντα είχε επιστρέψει ξανά στο Βατικανό, ο Πόλακ το πήρε παραμάσχαλα και το πήγε στην έδρα του ρωμαιοκαθολικισμού.

Ο αρχαιολόγος είχε δίκιο, καθώς το χέρι ταίριαζε γάντι με το σύμπλεγμα. Και φυσικά το χέρι λύγιζε προς τα πίσω, όπως ακριβώς είχε υποθέσει δηλαδή ο Μιχαήλ Άγγελος. Κάτι που σήμαινε τώρα πως η εκδοχή του Ραφαήλ και το χέρι του Μοντορσόλι ήταν ολότελα λάθος. Ένα λάθος για την αποκατάσταση του οποίου θα έπρεπε να περιμένει η ιστορία της τέχνης κοντά 400 χρόνια!

Μετά την αποκατάσταση βέβαια του αρχικού συμπλέγματος, οι τεχνοκρίτες ήρθαν αντιμέτωποι με ένα νέο πρόβλημα: ο Λαοκόων είχε αντιγραφεί μαζικά και πάμπολλα αντίγραφά του κοσμούσαν μουσεία και συλλογές τέχνης στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης. Και όλα τους είχαν φυσικά το λάθος χέρι του Τρώα ιερέα. Όπως ακριβώς το προτιμούσε ο Ραφαήλ…

Υπάρχουν πολλά αντίγραφα του αγάλματος, τα οποία δείχνουν το χέρι του Λαοκόοντα στην παλιότερη μορφή αποκατάστασης, ενώ ένα από τα γνωστότερα αντίγραφα είναι αυτό στο ανάκτορο του Μεγάλου Μαγίστρου των Ιπποτών της Ρόδου, το οποίο ακολουθεί τη διορθωμένη σημερινή μορφή.

Διορθωμένο αντίγραφο του (ορθά αποκατεστημένου) συμπλέγματος του Λαοκόοντα στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου (Φωτογραφία Νίκος Πράσσος)

Η ανακάλυψη του Λαοκόοντα δημιούργησε μεγάλη εντύπωση στους Ιταλούς γλύπτες και επηρέασε σημαντικά την πορεία της τέχνης της ιταλικής Αναγέννησης. Είναι γνωστό ότι ο Μιχαήλ Άγγελος εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από τη μεγάλη κλίμακα του έργου και και τον αισθησιασμό της ελληνιστικής αισθητικής του, καθώς και από την αναπαράσταση των ανδρικών μορφών. Η επίδραση του Λαοκόοντα είναι εμφανής σε πολλά από τα κατοπινά έργα του Μιχαήλ Άγγελου, όπως τα “Επαναστάτης σκλάβος” και “Θνήσκων σκλάβος”, που δημιουργήθηκαν για τον τάφο του Πάπα Ιουλίου Β’, αλλά και στο έργο μεταγενέστερων καλλιτεχνών. Δεν είναι, άλλωστε, διόλου τυχαίο που το σπουδαίο αυτό γλυπτό σύμπλεγμα εξακολουθεί να εμπνέει μέχρι και σήμερα την τέχνη.

Στα αριστερά Laocoon (1996) του Richard Deacon C και στα δεξιά Bust of Laocoon (1758) του Joseph Wilton από την έκθεση Towards a Newer Laocoön του 2012 (Πηγή: Ίδρυμα Henry Moore)

ΠΗΓΕΣ: https://www.elculture.gr/blog/article/to-syblegma-tou-laokoonta-mia-theiki-timoria-pou-gennise-aristourgimata-tis-technis/, https://paspartou.gr/nikos-prassos/symplegma-toy-laokoontos-apo-tin-arhaiotita-os-simera, https://www.fractalart.gr/ta-20-pio-emvlimatika-glypta-olon-ton-epochon/, https://www.newsbeast.gr/world/arthro/2627300/pos-ke-giati-to-perifimo-agalma-tou-laokoontos-iche-lathos-cheri-gia-tesseris-eones, https://www.iefimerida.gr/news/453139/pos-tha-mporoyse-na-itan-diasimo-elliniko-glypto-symplegma-toy-laokoontos-eihe-ftiahtei

Ο Χορός της Ζωής: Το υποτιμημένο αριστούργημα του Έντβαρτ Μουνκ

View Post

Ο Έντβαρτ Μουνκ ήταν και είναι ένας από τους καλύτερους και γνωστότερους ζωγράφους του 20ου αιώνα. Ο δημιουργός της Κραυγής διακρίνεται για τα έντονα χρώματα των έργων του, την ημι-αφαίρεση και τα μυστηριώδη, συχνά ανοιχτά θέματα που λειτουργούν ως σύμβολα παγκόσμιας σημασίας.

Self-Portrait with Skeleton Arm, 1895

Ένας σημαντικός αριθμός έργων του Νορβηγού καλλιτέχνη βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης, Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού στο Όσλο. Μαζί με την περίφημη «Κραυγή», στο μουσείο μπορείτε να δείτε έναν εξίσου σημαντικό “κύκλο ζωγραφικής”, την σειρά έργων τέχνης με όνομα «Η Ζωφόρος της Ζωής: Ένα Ποίημα για την Αγάπη, τη Ζωή και τον Θάνατο». Το επίκεντρο της σειράς είναι ένα από τα σημαντικότερα και ίσως πιο υποτιμημένα έργα του Μουνκ, “Ο Χορός της Ζωής” (The Dance of Life). O Πίνακας δημιουργήθηκε το 1899-1900, ενώ μία δεύτερη μορφή του, πιο διευρυμένη, δημιουργήθηκε από τον Μουνκ όταν ξαναεπισκέφτηκε κάποια έργα από “την Ζωφόρο της Ζωής” σε μία δεύτερη απόπειρα δημιουργίας το 1921 και 1925.

Είναι γνωστό ότι ο Έντβαρτ Μουνκ μεγάλωσε σε ένα νοικοκυριό που περιοριζόταν περιοδικά από απειλητικές για τη ζωή ασθένειες και από τους πρόωρους θανάτους της μητέρας και της αδελφής του, οι οποίες εξηγήθηκαν από τον πατέρα του Μουνκ, χριστιανικό φονταμενταλιστή, ως πράξεις θεϊκής τιμωρίας. Αυτή η ισχυρή μήτρα τυχαίων τραγικών γεγονότων και η μοιρολατρική ερμηνεία τους άφησαν μια διά βίου εντύπωση στον νεαρό καλλιτέχνη και συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική του μέριμνα για θέματα ανησυχίας, συναισθηματικού πόνου και ανθρώπινης ευπάθειας. Έτσι, τα σχέδια, τα έργα ζωγραφικής και οι εκτυπώσεις του αναλαμβάνουν την ποιότητα των ψυχολογικών ταλαντεύσεων που προέρχονται από τις προσωπικές εμπειρίες του Μουνκ. Συχνά ανακουφίζουν τη συναισθηματική ή ψυχολογική κατάσταση κάθε θεατή. Και άλλοτε την ταράζουν και την αναστατώνουν.

“Ζωγράφιζα ό,τι ερέθιζε το εσωτερικό μου βλέμμα. Ζωγράφιζα από μνήμης, δίχως να προσθέσω οτιδήποτε, δίχως τις λεπτομέρειες, που είχα πάψει να τις βλέπω μπροστά μου. Αυτός είναι ο λόγος που οι πίνακές μου είναι τόσο απλοί, τόσο εμφανώς “άδειοι”. Ζωγράφισα τις εντυπώσεις από την παιδική μου ηλικία, τα μουντά χρώματα μιας ξεχασμένης εποχής”

– Έντβαρντ Μουνκ

Ο Χορός της ζωής θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρίσκεται κάπου στην μέση αυτών των έντονων συναισθημάτων. Είναι ένα έργο περισσότερο φιλοσοφικό, και όμως, δημιουργεί μία περίεργη αίσθηση, μία ενόχληση, μία ανησυχία, μία αναταραχή στον θεατή που το παρατηρεί προσεχτικά.

Ο Μουνκ σκεπτόταν το έργο σαν ένα ενιαίο σύνολο, μια ένωση που δεν είναι μόνο θεμάτων και τεχνοτροπίας, αλλά και μουσικής. Κυματιστός ρυθμός, χορευτικός, στον οποίο εγγράφονται οι εικόνες. Εκείνες των ζευγαριών, σε διάφορες στάσεις, και εκείνες οι αντιτιθέμενες των γυναικείων μορφών στο πράσινο φόντο του γρασιδιού. Στο κέντρο ανάβει το κόκκινο της φωτιάς του φορέματος της γυναίκας, που φαίνεται να τυλίγει τον άνδρα με τη μορφή της.

Η ιστορία που διηγείται ο πίνακας «The Dance of Life» αντανακλά ένα άλλο έργο του Νορβηγού καλλιτέχνη – το «Three Ages of a Woman». Μια νεαρή κοπέλα με λευκό φόρεμα, μία γυμνή ομορφιά και μια θλιβερή φιγούρα με ρούχα πένθους είναι τα τρία πρόσωπα που απεικονίζουν την ίδια γυναίκα. Αρχικά, η τελευταία εικόνα που θα έκλεινε την σειρά, αλλά τελικά ο Μουνκ επέλεξε το «The Dance of Life».

Το έργο του Δανού συμβολιστή H. Rohde, “In a whirlwind of waltz”, ήταν η έμπνευση για τη δημιουργία του Χορού. Σύμφωνα με μία άλλη Νορβηγική ιστορία, η έμπνευση για τον πίνακα ήταν η πραγματική ιστορία της ζωής του Munch, που συνδέεται με την πρώτη του αγάπη, Milli Taulov. Οι αναμνήσεις και η αγάπη του γι’αυτήν τον ώθησαν να δημιουργήσει το αξιοθαύμαστο έργο τέχνης. Και η τρίτη εκδοχή της ιστορίας, την οποία υποστηρίζουν οι βιογράφοι του Munk, συνδέει την εμφάνιση του καμβά με τη σχέση του καλλιτέχνη με την Tulla Larsen. Κάθε μία από τις γυναικείες φιγούρες θυμίζει εξίσου ένα πορτρέτο της, ζωγραφισμένο από τον Munk στην αρχή της σχέσης τους. Η κοπέλα με το λευκό είναι η νεαρή Tulla στην αρχή της σχέσης τους, που τρέφε ελπίδες για τη δύναμη της αγάπης της που θα μπορούσε να θεραπεύσει τον καλλιτέχνη, και η βαριεστημένη σκοτεινή γυναίκα με το μαύρο είναι η Tulla που έχασε την πίστη της, που αναγνώρισε στο τέλος την ήττα της.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στο έργο, η οποία δεν είναι εμφανής με την πρώτη ματιά. Πίσω από τις πλάτες των χορευτών, ένα μονοπάτι φτιαγμένο από το φως του φεγγαριού απλώνεται κατά μήκος της επιφάνειας της θάλασσας, η οποία σε μια προσπάθεια της να ξεκινήσει το δικό της χορό, συνδέεται με το φεγγάρι μέσω του μονοπατιού και μαζί σχηματίζουν μια ανθρώπινη μορφή με ανοιχτές αγκάλες. Το φεγγάρι θέλει να συγχωνευτεί με τους ανθρώπους και να βιώσει τα συναισθήματα που βιώνουν καθώς ζουν κάθε στιγμή του σύντομου χορού της ζωής τους.

Ο Μουνκ είναι συμβολιστικός σε περιεχόμενο, απεικονίζοντας μία μεταφορά, μία αλληγορία για την ζωή, μια κατάσταση του μυαλού παρά μια εξωτερική πραγματικότητα. Άλλωστε, υποστήριζε ότι ο ιδιωματισμός των ιμπρεσσιονιστών δεν ταίριαζε στην τέχνη του. Δεν αποσκοπούσε στην απεικόνιση μιας τυχαίας στιγμής της πραγματικότητας, αλλά σε καταστάσεις που υπάρχει έντονο συναισθηματικό περιεχόμενο και εκφραστική ενέργεια. Υπολόγιζε προσεκτικά τις συνθέσεις του για να δημιουργήσει μια ανήσυχη, τεταμένη ατμόσφαιρα, όπως αυτήν στον πίνακα.

Μάλιστα, για το συγκεκριμένο έργο είχε γράψει και ένα σαρκαστικό ποιήμα, σε μία ανέκδοτη προσπάθεια ερμηνείας της ίδιας του της δημιουργίας.

Ο Χορός της Ζωής

Ξεκίνησα μια νέα αναπαράσταση

«Ο Χορός της Ζωής»

μέσα σ’ ένα πεδίο

λουσμένο σε λάμψεις σεληνόφωτων,

καλοκαίρι

ο νέος επίσημος χορεύει μαζί της

με τόσο υπέροχα αφημένα τα λυτά

της μαλλιά

κοιτάζοντας ο ένας

μέσα στα μάτια του άλλου.

Στο βάθος

αυτό το άγριο πλήθος των ανθρώπων

που στροβιλίζουν,

γυναικείοι λαιμοί ασφυκτιώντας

σε αρπαγές μεγαλόσωμων,

καρικατούρες γιγάντων

τις αποτελειώνουν

στην αγκαλιά τους.

Ανέκδοτο ποίημα του εξπρεσιονιστή ζωγράφου Eduard Munch, μετάφραση Αχιλλέας Σύρμος

Εν τέλει, αποδείχτηκε ότι ο Χορός της Ζωής ήταν και είναι ένα από τα σημαντικότερα και πιο διαφορετικά έργα του Έντβαρντ Μουνκ, καθώς αποτέλεσε κατά έναν τρόπο το κύκνιο άσμα της καριέρας του. Τα δεκάξι χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη έκθεση του στο Βερολίνο ως τον νευρικό κλονισμό του το 1908 ήταν τα σημαντικότερα της σταδιοδρομίας του. Σέ όλη αυτήν την διάρκεια, προσπάθησε με το έργο του να εξηγήσει, το ανεξήγητο, αυτόν τον τρελό Χορό που ονομάζουμε Ζωή.

Πηγές:

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=297300

http://homouniversalisgr.blogspot.com/2012/12/en-12-1863-23-1944.html

https://www.eirinika.gr/article/5510/entvarnt-moynk-afieroma-ston-prodromo-toy-expresionismoy

http://texnografia.blogspot.com/2013/06/blog-post.html

https://painting-planet.com/dance-of-life-by-edvard-munch/

https://artsandculture.google.com/asset/the-dance-of-life/2QHHE-2HLPWV0g

https://www.edvardmunch.org/the-dance-of-life.jsp

https://www.politeianet.gr/books/9789602356975-bischoff-ulrich-taschen-mounk-entbarnt-1863-1944-51860