Ο πλανήτης μας βρίσκεται σε μία κρίσιμη κατάσταση και όλη η ανθρωπότητα δίνει την μάχη της εναντίον ενός άγνωστου εχθρού. Τα κρούσματα του ιού πολλά, οι νεκροί συνεχώς αυξάνονται, και το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι οι αριθμοί αυτοί να μείνουν όσο το δυνατόν πιο σταθεροί. Όλοι προσπαθούν να κάνουν ό,τι μπορούν για να συμβάλλουν στην αναχαίτιση της εξάπλωσής του. Γιατροί και νοσηλευτές περνούν μέρες και νύχτες στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι πολίτες φέρονται υπεύθυνα και μένουν σπίτι.
Και πάντα υπάρχουν άνθρωποι σαν την Τερέζα Ταλιέντε. Η 83 ετών γυναίκα που κατοικεί στην Ρώμη, εκμεταλλευόμενη τον άπλετο ελεύθερο χρόνο που διαθέτει, δεδομένου ότι ανήκει στις ευπαθείς ομάδες, αποφάσισε να προσφέρει έμπρακτα την βοήθεια της, ράβοντας εκατοντάδες μάσκες για το προσωπικό ενός νοσοκομείου της Ρώμης, όπως έκανε γνωστό η σελίδα στο Facebook “Working Class Hero”.
Τη φωτογραφία έστειλαν στη σελίδα οι συγγενείς της γιαγιάς Τερέζα, περήφανοι για το έργο της. Η Τερέζα Ταλιέντε είναι συνταξιούχος μοδίστρα θεατρικών κοστουμιώνκαι έθεσε τις ικανότητές της στη διάθεση του αγώνα κατά του ιού.
Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε σαν αυτή, αλλά το λιγότερο που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε όλοι είναι να ακούμε τους αρμόδιους φορείς, να υπακούμε στις συμβουλές και τις αποφάσεις τους, και πρώτα από όλα να μένουμε σπίτι.
Kατά τη διάρκεια εργατικής πορείας διαμαρτυρίας στη γαλλική Βρετάνη στις 6 Απριλίου 1972, δυο άντρες έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Guy Burmieux πιάνει από τον γιακά τον αστυνομικό Jean-Yvon Antignac με βλέμμα γεμάτο απόγνωση. Ο κόσμος παρακολουθεί, αλλά δεν γνωρίζει την αλήθεια πίσω από την έκρηξη του άνδρα. Ο φωτογράφος Jacques Gourmelen που απαθανάτισε τη στιγμή αφηγήθηκε στην εφημερίδα Ouest-France την ιστορία της φωτογραφίας: «Τράβηξα την φωτογραφία ενστικτωδώς.»
Κάποια στιγμή ο Burmieux αναγνώρισε μέσα στο πλήθος τον παιδικό του φίλο και συμμαθητή, Jean-Yvon Antignac. Τον είδα να τρέχει με ορμή κατά πάνω του, να τον αρπάζει από τον γιακά και να του φωνάζει: «Εμπρός χτύπησε με, τι περιμένεις! Είμαι κι εγώ ένας από τους εργάτες που δουλεύουν 47 ώρες την εβδομάδα, χωρίς να πληρώνονται.» Εκείνος δεν κουνήθηκε καθόλου. Πάγωσε. «Για μένα ήταν αδιανόητο να βλέπω τον καλύτερο μου φίλο να στέκεται απέναντι μου. Θυμήθηκα τα σχολικά μας χρόνια, που ήμασταν ένα αχτύπητο δίδυμο. Μέσα στην τάξη τους κάναμε όλους να γελάνε με τις πλάκες μας».
Λίγο καιρό μετά την πορεία, ο Guy βρήκε δουλειά σε άλλο εργοστάσιο. Η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε ο γιος του αστυνομικού να εργαστεί μαζί με τον Burmieux που τον εκπαίδευσε στη νέα του εργασία. Οι δυο φίλοι ήρθαν και πάλι κοντά. Αφού έλυσαν τις μεταξύ τους διαφορές έμειναν αχώριστοι, μέχρι που ο Jean-Yvon Antignac πέθανε από καρκίνο.
Η φωτογραφία του Ισπανού Σάμουελ Αράντα βραβεύτηκε από την επιτροπή των World Press Photo ως η καλύτερη φωτογραφία της χρονιάς για το 2011.
Απεικονίζονται η Ζαΐντ Αλ Κουάς και η μητέρα του Φατιμά σε μία στάση που θυμίζει έντονα την Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου με την Παναγία και τον Χριστό λίγο μετά την Αποκαθήλωση. Ο Ζαΐντ ένας 18χρονος φοιτητής ιατρικής εργάζονταν παράλληλα ως οδηγός ταξί για να πληρώσει τα δίδακτρα της σχολής του. Ζούσε μαζί την οικογένεια του κοντά στην πλατεία «Αλλαγής», στην Σάνα, την πρωτεύουσα της Υεμένης. Μαζί με χιλιάδες άλλους νέους βγήκε στους δρόμους, τον Οκτώβριο του 2011, κατά του προέδρου Αλί Αμπτουλάχ Σαλέχ στην υεμενική έκδοση της Αραβικής Άνοιξης.
Στις 15 Οκτωβρίου 2011 οι διαδηλώσεις δέχτηκαν επίθεση από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Όταν έγινε διακοπή ρεύματος η μάνα του Ζαίντ θορυβήθηκε και επειδή ήξερε ότι ανάμεσα στους διαδηλωτές ήταν και ο γιός της, προσπάθησε να το βρεί. Τον αναζήτησε στο νοσοκομείο, καθώς είχε χτυπηθεί και στο παρελθόν. Η Φατιμά θυμάται: «Κοίταξα ανάμεσα στους νεκρούς και στους τραυματίες που ήταν ανάμεσα τους. Αναζήτησα τον γιο μου σε όλους τους χώρους και τελικά τον εντόπισα σε μία μικρή αίθουσα που δεν απείχε πολύ από το τζαμί. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει και κατάλαβα ότι είχε πάθει ασφυξία από τα δακρυγόνα που είχαν ρίξει νωρίτερα. Για αυτό ακριβώς τον πήρα στην αγκαλιά μου και τον κράτησα πολύ κοντά μου. Δεν ήξερα την κατάσταση της υγείας του».
Η Φατιμά δεν παρατηρούσε τι γινόταν γύρω της, εάν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ο γιός της. Ο κόσμος με ρωτούσε εάν έκλαψα όταν βρήκα τον γιο μου. Εάν έκλαιγα κάτω από την μπούρκα μου. Έκλαιγα, όχι επειδή ήμουν λυπημένη, αλλά επειδή τον βρήκα και επειδή θα μπορούσε να σωθεί. Η Φατιμά δεν αντιλήφθηκε τότε ότι κάποιος την είχε φωτογραφίσει. Κάποια στιγμή την πήρε τηλέφωνο η αδελφή της που ζει στα Εμιράτα και της είπε ότι ο γιος της είδε μία φωτογραφία που πιστεύει ότι ήταν ο Ζαΐντ και αυτή.
«Όταν είδα την φωτογραφία αυτή χάρηκα πολύ και πολύ περισσότερο όταν αργότερα κέρδισε ένα τόσο σημαντικό βραβείο. Με έκανε περήφανη. Περήφανη που είμαι γυναίκα, περήφανη που είμαι μητέρα, περήφανη που είμαι γυναίκα της Υεμένης. Ήμουν πολύ περήφανη που έκανε τον γύρο του κόσμου και την είχαν δει τόσα πολλά μάτια. Η μεγάλη μου χαρά είναι ότι η φωτογραφία επιλέχθηκε για το βραβείο από τους Δυτικούς». Η Φατιμά εξέφρασε την επιθυμία να γνωρίσει από κοντά τον φωτογράφο για να τον ευχαριστήσει. Πράγματι, ο Αράντα βρέθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 ξανά στην Υεμένη, για να καλύψει τις προεδρικές εκλογές αυτή τη φορά, και επισκέφθηκε τους «πρωταγωνιστές» της βραβευμένης φωτογραφίας του, στο σπίτι τους. Η υποδοχή από την πολυμελή οικογένεια ήταν θερμή. Στην συνέχεια ο Αράντα, η Φατιμά και ο Ζαΐντ πήγαν ξανά στο σημείο όπου τους είχε απαθανατίσει και επανέλαβαν την λήψη. Αυτή τη φορά ο γιός στεκόταν στο πλευρό της μητέρας. Ο Ζαΐντ ανέφερε στον φωτογράφο ήθελε να πεθάνει και να γίνει μάρτυρας. Μετά τα επεισόδια παρέμεινε σε κώμα για δύο ημέρες και για νοσηλεία ένα μήνα. Ο ίδιος δήλωσε στο ΒΒC: «Η εικόνα εξηγεί τα πάντα: την αγάπη της μητέρας, τον πληγωμένο γιο και το τι έγινε στην χώρα μου εκείνη την περίοδο». «Φυσικά και θα πάω ξανά σε διαδηλώσεις, γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η διαφθορά παραμένει γύρω μας» λέει ο νεαρός διαδηλωτής.
Η ΑφροΡέγκε(Afro-Reggae) είναι μία από τις μεγαλύτερες ΜΚΟ του Ρίο. Ιδρύθηκε το 1993 με σκοπό να προβάλλει την αφροαμερικανή κουλτούρα της φαβέλας Βιγκάριο Χέραλ, που βρίσκεται στην Βόρεια Ζώνη του Ρίο. Η οργάνωση προσκαλεί τους νέους της κοινότητας να ασχοληθούν με διάφορες δραστηριότητες, όπως ο χορός, η μουσική, το ποδόσφαιρο και η καποέιρα, δίνοντας τους μία δίεξοδο από τις δυσκολίες που βιώνουν.
Σε μια από τις φτωχές περιοχές της Βραζιλίας, ο Εβάντρο Ζάου ντα Σίλβα, δίδασκε βιολί σε πολλά νέα παιδιά. Οι μικροί καλλιτέχνες στη συνέχεια έπαιζαν σε φιλανθρωπικές συναυλίες για να ενισχύσουν παιδιά με σοβαρές ασθένειες. Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν και ο 12χρονος Ντιέγκο Φραζάου Τορκάτου, ο οποίος έπασχε και ο ίδιος από οξεία λευχαιμία.
Στις 12 Οκτωβρίου του 2009, ο δάσκαλος μουσικής Εβάντρο Ζάου ντα Σίλβα πέφτει νεκρός έξω από ένα κλαμπ στο Ρίο. Ο άνθρωπος που έδωσε ελπίδα σε πολλά μικρά παιδιά έπεσε θύμα ένοπλης ληστείας και πέθανε από αιμορραγία, λόγω της αδιαφορίας της αστυνομίας.
Στη φωτογραφία βλέπουμε τον 12χρονο Ντιέγκο να φορά τη μπλούζα της μουσικής ομάδας ΑφροΡέγκε και να παίζει μουσική μαζί με τους υπόλοιπους μαθητές της ομάδας. Λένε το τελευταίο αντίο στον Εβάντρο, τον δάσκαλο τους, που τους βοήθησε να ξεφύγουν από την φτώχεια και τα ναρκωτικά και να βρουν καταφύγιο μέσα από τη μουσική.
Δυστυχώς, λίγο καιρό αργότερα πέθανε και ο μικρός Ντιέγκο. Στο τέλος της ζωής του εξαρτιόταν από μηχανική υποστήριξη και δυστυχώς τον Μάρτιο του 2010 η καρδιά του έπαψε να χτυπά.
Ο Κέβιν Κάρτερ γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1960 και ήταν Νοτιοαφρικανός φωτορεπόρτερ. Ξεκινησε την καριέρα του ως φωτορεπόρτερ αθλητικών γεγονότων για την τοπική εφημερίδα Sunday Express, και αργότερα έγινε μέλος μιας τετραμελούς ομάδας φωτορεπόρτερ γνωστής ως The Bang Bang Club, η οποία κάλυψε στη δεκαετία του ’80 τον ξεσηκωμό για την άρση του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.
Το 1993 πήγε στο Σουδάν για να αποτυπώσει με τον φακό του τη φρίκη του λιμού και της εξαθλίωσης. Στη διάρκεια της αναζήτησης του για φωτογραφικό υλικό στο χωριό Αγιόντ, είδε το κορίτσι αποστεωμένο να προσπαθεί να συρθεί προς το κέντρο τροφοδοσίας. Όταν σταμάτησε να το φωτογραφίσει, ένας γύπας προσγειώθηκε κοντά του. Το αρπακτικό περίμενε να φάει το νεκρό σώμα του κοριτσιού. Ο Κάρτερ είπε ότι έμεινε εκεί είκοσι λεπτά, αλλά το πουλί δεν έφευγε. Αφού έβγαλε τη φωτογραφία, έδιωξε το πουλί και το κορίτσι συνέχισε το δρόμο του. Ο φωτορεπόρτερ πήγε κάτω από ένα δέντρο, άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να κλαίει. Το θέαμα ήταν πολύ τρομακτικό για να το αντέξει.
Την επόμενη ημέρα η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στη New York Times. Ήταν τόσο δυνατή και περιγραφική του χάους στο Σουδάν που συγκλόνισε και συγκίνησε όσο ελάχιστες στην εποχή της. Αμέσως έγινε σύμβολο της πείνας στην Αφρική. Οι αναγνώστες όμως ήθελαν να μάθουν τι απέγινε το κορίτσι. Ο Κάρτερ όμως, δεν ήξερε. Κατηγορίες και κινήματα διαμαρτυρίας ξέσπασαν εναντίον του. Το ερώτημα ήταν απλό: γιατί προτίμησε να βγάλει τη φωτογραφία αντί να βοηθήσει το κορίτσι ή έστω γιατί δεν έκανε και τα δύο. Η απάντηση ήταν ότι είχε οδηγίες να αποφεύγει την επαφή με τους κατοίκους καθώς κυκλοφορούσαν πολλές και επικίνδυνες μολυσματικές ασθένειες. Δεν έπεισε τους κατήγορούς του και δεν άντεξε την πίεση.
Μετά από το περιστατικό, ο Κάρτερ πήρε την κάτω βόλτα. Έπαθε κατάθλιψη, έπινε και έπαιρνε ναρκωτικά. Δεν ήταν πια συγκεντρωμένος στη δουλειά του. Ο θάνατος του φίλου του και φωτορεπόρτερ Κεν Ούστερμπρεκ, χειροτέρεψε την κατάστασή του. Τον Μάιο του 1994, ο Κάρτερ επιβραβεύτηκε για τη φωτογραφία του με Πούλιτζερ στο Πανεπιστήμιου Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Η κοινή γνώμη άρχισε να μιλά για έλλειψη ηθικής.
Δύο μήνες μετά την απονομή του βραβείου του, πήγε στο πατρικό του σπίτι στο Γιοχάνεσμπουργκ και αυτοκτόνησε. Έβαλε ένα λάστιχο στην εξάτμιση του αυτοκινήτου του που κατέληγε στο εσωτερικό του σπιτιού του. Έκλεισε τα παράθυρα. Ο θάνατός του οφειλόταν σε δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα. Ο Κάρτερ άφησε ένα σημείωμα που έλεγε «Συγγνώμη. Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της ευτυχίας, σε σημείο που να μην υπάρχει χαρά πια. Έχω κατάθλιψη, δεν έχω τηλέφωνο, λεφτά να δώσω στο παιδί μου, για να ξεπληρώσω το νοίκι και τα χρέη μου. Με στοιχειώνουν οι αναμνήσεις των σκοτωμών, των πτωμάτων, του θυμού και του πόνου των πεινασμένων και τραυματισμένων παιδιών, οι εικόνες με τους πολεμοχαρείς τρελούς και τους εκτελεστές. Θα πάω να βρω τον Κεν, αν είμαι τυχερός».
Η φωτογραφία προκάλεσε μια τεράστια συζήτηση για θέματα δεοντολογίας και ηθικής. Ωστόσο ο Κάρτερ βοήθησε όσο λίγοι την περιοχή καθώς ο κόσμος συνειδητοποίησε με σκληρό τρόπο την κατάσταση στο Σουδάν, με αποτέλεσμα την αύξηση της βοήθειας προς τις εξαθλιωμένες περιοχές της Αφρικής.
Η φωτογραφία, πέρα από την τεχνολογική της διάσταση, αναγνωρίζεται ως ένα από τα ευρύτερα διαδεδομένα μέσα επικοινωνίας του 20ού αιώνα καθώς και ως μία μορφή τέχνης συγγενική με τη ζωγραφική.
Ποια είναι όμως η πρώτη φωτογραφία που τραβήχτηκε ποτέ; Πόσο διαφορετική είναι από τις φωτογραφίες που βλέπουμε καθημερινά;
Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποια στιγμή το 1826 ή το 1827 από τον εφευρέτη Nicéphore Niépce. Ο Niepce πειραματίζεται εδώ και καιρό με τις τεχνικές της λιθογραφίας, εκμεταλλεύεται τη λογική του σκοτεινού θαλάμου (camera obscura) και ένα πρωί επιτυγχάνει να τραβήξει από το παράθυρο του εργαστηρίου του την πρώτη φωτογραφία. Για την αποτύπωση της φωτογραφίας αυτής απαιτήθηκε έκθεση στο φως για διάστημα οκτώ ωρών και το θέμα της ήταν οι στέγες των παραθύρων του χωριού Chalon-sur-Saone της Γαλλίας. Ο ίδιος ο Niepce ονόμασε την τεχνική του ηλιογραφία.
Η φωτογραφία ονομάστηκε Θέα από το Δωμάτιο. Χάθηκε στο πέρασμα των χρόνων για να έρθει στην επιφάνεια ξανά εκατό χρόνια αργότερα και σήμερα να φιλοξενείται στη συλλογή Helmut Gernsheim του πανεπιστημίου του Τέξας.
Τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά από τότε. Ένα κλικ είναι αρκετό για να απαθανατίσουμε μια στιγμή για πάντα. Είναι όμως συγκλονιστικό να γνωρίζουμε από πού ξεκίνησαν όλα.
Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά του καρκίνου σας παρουσιάζουμε την ιστορία του Derek Madsen.
Το 2005, ο Derek απολαμβάνει την βόλτα του πάνω κάτω στους διαδρόμους του US Davis Medical Center. Δυστυχώς όμως, η βόλτα αυτή είναι μέρος της της πολύωρης αναμονής για τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο δεκάχρονος Derek πάσχει από νευροβλάστωμα, έναν όγκο του νευρικού συστήματος, και αποτελεί τον 2ο σε συχνότητα όγκο της παιδικής ηλικίας. Οι γιατροί προσπαθούν να διαπιστώσουν αν ο μικρός Derek μπορεί να υποβληθεί σε μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων, που αποτελεί την μεγαλύτερη ελπίδα εναντίον του συγκεκριμένου όγκου.
Οι επόμενοι μήνες είναι γεμάτοι από χημειοθεραπείες για τον νεαρό μαχητή. Αλλά επίσης είναι γεμάτοι από την αγάπη, την στήριξη και την φροντίδα της μητέρας του και των αδερφών του. Δεν έφυγαν στιγμή από δίπλα του, δεν τον άφησαν στιγμή να νιώσει μόνος, να νιώσει ότι η ασθένεια του τον παίρνει μακριά από τα πράγματα που αγαπάει. Τον Μάιο του 2006, η οικογένειά του αποφασίζει να δώσει τέλος στην ζωή του, να τον απαλλάξει από τον πόνο που βιώνει αυτόν τον τελευταίο χρόνο.
Ο Renée C. Byer, φωτογράφος της Sacramento Bee κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την σειρά φωτογραφιών με όνομα “A Mother’s Journey”, που δείχνει τον τελευταίο χρόνο ζωής του Derek Madsen.
Ο Στιβ ΜακΚάρι γεννήθηκε στην Πενσυλβάνια στις 24 Φεβρουαρίου του 1950 και είναι φωτογράφος και φωτορεπόρτερ, έχοντας δουλέψει χρόνια για το National Geographic.
Το 1984 ο φωτογράφος βρήκε τη 12χρονη σε προσφυγικό καταυλισμό στο Πακιστάν και τη φωτογράφισε. Το κορίτσι φορούσε κόκκινη μαντίλα και κοιτούσε με τα καταπράσινα μάτια της ευθεία στον φακό της κάμερας. H φωτογραφία της έγινε εξώφυλλο στο τεύχος Ιουνίου του 1985 και η Σαρμπάτ έγινε σύμβολο των καταπιεσμένων γυναικών του Αφγανιστάν, που βρισκόταν τότε υπό την κατοχή των Σοβιετικών. Το «National Geographic» είχε γυρίσει και ένα μικρό ντοκιμαντέρ για τη ζωή της με τίτλο «Η Μόνα Λίζα του αφγανικού πολέμου». Η Σαρμπάτ είχε ορφανέψει στα έξι της χρόνια, καθώς οι γονείς της είχαν σκοτωθεί στους βομβαρδισμούς του Αφγανιστάν από τους Σοβιετικούς. Το 1984 ταξίδεψε επί μέρες στα βουνά του Αφγανιστάν, προκειμένου να περάσει τα σύνορα και να βρει καταφύγιο σε καταυλισμό στο Πακιστάν, όπου και την εντόπισε ο φωτογράφος του «National Geographic”.
Ωστόσο, ο φωτογράφος δεν είχε συγκρατήσει το όνομά της. Μερικά χρόνια αργότερα, οι υπεύθυνοι του περιοδικού προσπάθησαν να την εντοπίσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Το 2002 ο ΜακΚάρι μαζί με μια ομάδα του περιοδικού ταξίδεψαν στο Αφγανιστάν με σκοπό να μάθουν μάθουν τι απέγινε το κορίτσι του εξωφύλλου. Όταν έγινε γνωστός ο λόγος του ταξιδιού τους πολλοί άντρες τους πλησίαζαν και τους έλεγαν ότι ήταν παντρεμένοι με την κοπέλα της φωτογραφίας. Τελικά κατάφεραν να την εντοπίσουν μέσω ενός φίλου του αδερφού της, σε χωριό του Αφγανιστάν.
Η Σαρμπάτ ήταν πλέον 30 ετών, δεν είχε δει ποτέ τον εαυτό της στο εξώφυλλο του περιοδικού και αγνοούσε την αναγνωρισιμότητα που είχε κερδίσει. Στα 13 της χρόνια είχε παντρευτεί έναν φούρναρη και απέκτησε τέσσερα παιδιά, ενώ εκ των οποίων πέθανε σε νηπιακή ηλικία.
Το 2016 συνελήφθη από τις πακιστανικές αρχές για κατοχή πλαστών εγγράφων. Καταδικάστηκε σε 15 μέρες κράτηση και απελάθηκε από το Αφγανιστάν.
Η φωτογραφία του διαδηλωτή ο οποίος με το σώμα του σταμάτησε την πορεία μιας ίλης αρμάτων μάχης στις 5 Ιουνίου του 1989, κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία Τιενανμέν. Θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα και τραβήχτηκε από τον Τζεφ Ουάιντενερ. Ο Τζεφ Ουάιντενερ γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1956, είναι φωτογράφος και φωτορεπόρτερ και έχει εργαστεί σε πάνω από 100 χώρες.
Τον Απρίλιο του 1989 ο πρώην Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού κόμματος, Χου Γιαομπανγκ, που θεωρούταν σημαντικός μεταρρυθμιστής, πέθανε από καρδιακή προσβολή. Με αφορμή τον θάνατό του, δέκα χιλιάδες φοιτητές από τα Πανεπιστήμια του Πεκίνου κατέλαβαν την πλατεία Τιέν Αν Μεν και φώναζαν συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας και της παραχώρησης περισσότερων ελευθεριών στους πολίτες. Λίγες ημέρες αργότερα, η εργατική τάξη ενώθηκε με τους φοιτητές ζητώντας από την κυβέρνηση τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Κύρια αιτήματά τους ήταν να γίνουν άμεσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
Στις 3 Ιουνίου η κυβέρνηση προειδοποίησε από την τηλεόραση τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους. Το βράδυ της 4ης Ιουνίου 50 τανκς και 300.000 στρατιώτες κατευθύνθηκαν προς την πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου. Μερικοί διαδηλωτές προτίμησαν να αποχωρήσουν, αλλά οι περισσότεροι παρέμειναν και συνέχισαν να διαδηλώνουν μπροστά από τους στρατιώτες. Σε λίγη ώρα ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί και αμέσως επικράτησε χάος. Οι φοιτητές απάντησαν με πέτρες, σίδερα και μολότοφ πίσω από τα φλεγόμενα οδοφράγματα, αλλά οι στρατιώτες συνέχισαν να ρίχνουν στο πλήθος, σκοτώνοντας δεκάδες ανθρώπους. Έως το πρωί οι περισσότεροι διαδηλωτές είχαν φύγει και ο στρατός είχε πλέον τον έλεγχο της πόλης. Οι αρχές ανέφεραν ότι οι νεκροί ήταν 241, αλλά ο πραγματικός αριθμός υπολογίζεται πολύ μεγαλύτερος. Ο Ερυθρός Σταυρός της Κίνας ανέφερε ότι έφτασαν τους 2.400, ανάμεσα τους πολλοί καθηγητές, φοιτητές και εργάτες, ενώ το μικρότερο θύμα ήταν εννέα χρόνων.
Το περιστατικό συνέβη στη βόρεια πλευρά της πλατείας Τιεν Αν Μεν στις 5 Ιουνίου του 1989 και διήρκεσε περίπου 3,5 λεπτά. Το άτομο στεκόταν στη μέση της λεωφόρου, φορούσε λευκό πουκάμισο, μαύρα παντελόνια και κρατούσε σακούλες αγορών. Καθώς η φάλαγγα των αρμάτων σταμάτησε, ο άντρας έκανε μια χειρονομία με το δεξί του χέρι προς το προπορευόμενο άρμα. Το άρμα αντέδρασε προσπαθώντας να αλλάξει την πορεία του και να τον προσπεράσει, ωστόσο αυτός άλλαξε την θέση του έτσι ώστε να συνεχίσει να το εμποδίζει με το σώμα του. Το άρμα τελικά έσβησε την μηχανή του και τα υπόλοιπα άρματα της ίλης έπραξαν το ίδιο. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα δε συνέβη τίποτα, καθώς η κατάσταση βρισκόταν σε αδιέξοδο.
Έχοντας σταματήσει την πορεία των αρμάτων, ο διαδηλωτής ανέβηκε πάνω στο προπορευόμενο και έσκυψε κοντά στην οπή του οδηγού του όπου και φάνηκε σαν να προσπαθούσε να απευθυνθεί στο πλήρωμα εντός. Κατόπιν σκαρφάλωσε στον πύργο του τανκ, και ενώ ακουγόταν ριπές όπλων στη γύρω περιοχή, είχε συνομιλία λίγων δευτερολέπτων με ένα μέλος του πληρώματος που βγήκε από την καταπακτή του πύργου. Μετά το τέλος της συζήτησης ο άντρας κατέβηκε από το τανκ και έκανε χειρονομίες στα άρματα να αποχωρήσουν. Τα άρματα επανεκκίνησαν τις μηχανές τους και ξεκίνησαν να προχωρούν με ταχύτητα, ωστόσο ο διαδηλωτής τοποθέτησε ξανά το σώμα του μπροστά από το πρώτο άρμα το οποίο σταμάτησε αμέσως.
Σύντομα εμφανίστηκαν δύο άντρες με γαλάζια ένδυση οι οποίοι αποτράβηξαν τον διαδηλωτή και εξαφανίστηκαν μαζί του εντός του πλήθους. Μετά την απομάκρυνση του τα άρματα συνέχισαν την πορεία τους. Οι αυτόπτες μάρτυρες δεν είναι βέβαιοι για το ποιοι ήταν αυτοί που τον απομάκρυναν, με τις εκτιμήσεις να αναφέρουν πως ήταν προσωπικό της κινεζικής κυβέρνησης ή πως ήταν τυχαίοι περαστικοί.
Αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες σχετικά με την ταυτότητα του τολμηρού διαδηλωτή. Μια θεωρία που στηρίχτηκε σε μια μαρτυρία ενός βοηθού του προέδρου Νίξον, ο άντρας αυτός εκτελέστηκε 14 ημέρες αργότερα. Άλλες πηγές αναφέρουν πως εκτελέστηκε λίγους μήνες αργότερα. Μια άλλη, πιο αισιόδοξη εκδοχή, αναφέρει ότι ο άντρας τελικά ξέφυγε και συνέχισε να ζει στο Πεκίνο.
Η φωτογραφία του νεαρού άνδρα μπροστά από το άρμα έγινε σύμβολο της φοιτητικής εξέγερσης στην πλατεία Τιέν Αν Μεν το 1989 και θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές ιστορικές φωτογραφίες του 20ου αιώνα. Παρ’όλα αυτά, μια έρευνα αμερικανικού τηλεοπτικού μέσου ανέφερε πως η νέα γενιά των Κινέζων δεν φαίνεται γνωρίζει καλά ή να γνωρίζει καν για την εξέγερση στην Τιέν Αν Μεν, λόγω της κυβερνητικής προπαγάνδας κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, ενώ οι φωτογραφίες από τις διαδηλώσεις είναι απαγορευμένες στην Κίνα.
Σύγκριση των αποτελεσμάτων εικόνων για τον όρο tiananmen, στην κινεζική (αριστερά) και διεθνή (δεξιά) έκδοση της μηχανής αναζήτησης της Google
Οι πυρκαγιές έχουν σαρώσει όλη την ήπειρο της Αυστραλίας από τον Σεπτέμβρη, και δυστυχώς η κατάσταση δεν δείχνει να βελτιώνεται. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις φονικές πυρκαγιές, ενώ ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται στους 24.
Οι πυρκαγιές έχουν κατακάψει περισσότερα από 40 εκατομμύρια τ.μ. δάσους. Η οικολογική καταστροφή που συντελείται είναι ανυπολόγιστη, ενώ η πανίδα του τόπου οδηγείται σχεδόν σε αφανισμό. Περισσότερα από μισό δισεκατομμύριο ζώα εικάζεται ότι έχουν πεθάνει, ενώ πολλά ακόμα υποφέρουν από πείνα και αφυδάτωση. Σπαρακτικές εικόνες περιγράφονται από τα μέσα, όπου κτηνοτρόφοι πυροβολούν και σκοτώνουν κάποια από τα ζώα τους, που τραυματίστηκαν σοβαρά από τις πυρκαγιές, προκειμένου να τα γλιτώσουν από τον αβάσταχτο πόνο που τα περιμένει.
Στην φωτογραφία μας έχουμε ένα από τα εκατομμύρια ζώα που έχουν τραυματιστεί στις χειρότερες πυρκαγιές στην ιστορία της Αυστραλίας, οι οποίες συνεχίζουν να καίνε εκτός ελέγχου σε τεράστια έκταση. Οι σπαρακτικές εικόνες ενός καγκουρό που ικετεύει για βοήθεια, έχοντας υποστεί εγκαύματα από τις καταστροφικές φωτιές στην Αυστραλία κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Το καγκουρό φαίνεται να πλησιάζει ένα αγόρι, με εμφανή τραύματα στο σώμα του και εκείνο του δίνει νερό για να ξεδιψάσει και του ρίχνει νερό με ένα ποτιστήρι για να το ανακουφίσει. Τα μηνύματα δεν είναι αισιόδοξα, όμως όλος ο πλανήτης δεν μπορεί παρά να ελπίζει στην βελτίωση των συνθηκών. Όλοι περιμένουμε να σταματήσουν οι πυρκαγιές, ώστε να μπορέσει η Αυστραλία να μαζέψει τα κομμάτια της.