Pachinko: Γιατί η Ν. Κορέα έχει πολλά να μας πει και στην μικρή οθόνη

Αντί Προλόγου

Όταν η Apple TV+ ανακοίνωσε την μεταφορά του παγκόσμιου μπεστ σελερ “Πατσίνκο” της αμερικανο-κορεάτισσας συγγραφέως Μιν Τζιν Λι στην μικρή οθόνη τολμούμε να ομολογήσουμε πως ανησυχήσαμε. Πολλές φορές ιστορίες τόσο μεστές, γεμάτες νοήματα και με βάθος χαρακτήρων δύσκολα αποτυπώνονται τηλεοπτικά. Το αποτέλεσμα του πρώτου, τουλάχιστον, μέρους μας διέψευσε οικτρά. Ετοιμάσαμε, λοιπόν, μια σύντομη, αλλά περιεκτική, θαρρούμε, παρουσίαση μιας σειράς που προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όσους εκτιμούν την καλή σκηνοθεσία, τη αισθητική, την ιστορία και το ανατρεπτικό σενάριο!

Continue reading “Pachinko: Γιατί η Ν. Κορέα έχει πολλά να μας πει και στην μικρή οθόνη”

Devil Judge: ένα ψηφιακό λαϊκό δικαστήριο είναι το μέλλον της δικαιοσύνης;

Αντί Προλόγου

Το 2021, ήταν αναμφίβολα, η χρονιά της κορεατικής μικρής οθόνης, με το “Squid Game” ελληνιστί “Παιχνίδι του Καλαμαριού”, αλλά και άλλες κορεάτικες σειρές να αναρριχώνται στην κορυφή της τηλεθέασης της πλατφόρμας του Netflix (Hometown Cha Cha Cha, Hellbound κ.α.). Δεν πρόκειται, βέβαια, για ένα φαινόμενο μεμονωμένο, αφού το κορεάτικο κύμα (Hanryu ή συνήθως Hallyu) που μεταφράζεται ως η εξαγωγή πολιτιστικού προϊόντος είναι μια πολιτική που η χώρα έχει αγκαλιάσει και ενστερνιστεί βαθύτατα, ως μια προσπάθεια να αυξήσει τα έσοδά της, αλλά και την φωνή της, να εδραιώσει την θέση της μετά την γεμάτη δεινά και δυσχέρειες ιστορία της. Και μοιάζει να το κατορθώνει επιτυχώς. Τα τελευταία χρόνια, η Νότια Κορέα μας έχει χαρίσει κινηματογραφικά διαμάντια που δεν έμειναν απαρατήρητα ούτε από την χολιγουντιανή κινηματογραφική βιομηχανία ούτε από τον δυτικό κόσμο.

Continue reading “Devil Judge: ένα ψηφιακό λαϊκό δικαστήριο είναι το μέλλον της δικαιοσύνης;”

And then there were none ή αλλιώς 10 μικροί νέγροι της Agatha Christie

Τα θαυμάσια μυθιστορήματα συχνά μετατρέπονται σε κατώτερες τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, πολλές φορές έχουν μικρές ομοιότητες με το αρχικό υλικό. Το μυθιστόρημα μυστήριου της Agatha Christie “And Then There Were None” του 1939 έχει μετατραπεί σε ένα κλασικό κωμικό θρίλερ, σε μια αναποτελεσματική αδιάφορη διασκευή, σε μια κιτς εξεζητημένη ταινία τρόμου και σε ένα αρκετά ευχάριστο musical του Bollywood. Ωστόσο, μόνο η εκπληκτική ρωσική εκδοχή σκιαγράφησε τον σκοτεινό και μελαγχολικό τόνο του μυθιστορήματος, αν και για να είμαστε δίκαιοι, ορισμένες προσαρμογές μιμούνται τον ελαφρύτερο τόνο της θεατρικής παραγωγής της Christie.

Η πρόσφατη προσαρμογή του BBC για το “And Then There Were None” ήταν η πλησιέστερη εκδοχή στο αρχικό βιβλίο της Christie στην αγγλική γλώσσα. Διατηρεί ακόμη και το αρχικό τέλος του μυθιστορήματος, ενώ οι περισσότερες μεταφορές έχουν κρατήσει το φινάλε της θεατρικής προσαρμογής της Christie. Η παραγωγή είναι σκοτεινή, εστιάζοντας στους χαρακτήρες και τις διαστρεβλωμένες ψυχές τους, και είναι γενικά ένα εξαιρετικό miniseries. Οι αναδρομές είναι αξιοσημείωτα αποτελεσματικές. Η παραγωγή παίρνει την υπεροχή αυτή ιδέα της Christie – στην οποία δέκα άτομα προσκαλούνται σε ένα απομονωμένο νησί, όπου ο καθένας κατηγορείται για δολοφονία και ο ένας μετά τον άλλο, δολοφονούνται – και καταφέρνει να τη δικαιώσει, κάτι που δεν είναι εύκολο.

Δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα, προσκαλούνται σε ένα απομακρυσμένο νησί προς υπηρεσία του ζευγαριού που ζει εκεί, των Owen. Το πρώτο βράδυ, καθώς απολαμβάνουν τη φιλοξενία περιμένοντας τους οικοδεσπότες τους, μία μυστηριώδης ηχογράφηση αντηχεί σε όλο το σπίτι. Η ακέφαλη φωνή κατηγορεί τον καθένα από τους καλεσμένους για σκοτεινά εγκλήματα του παρελθόντος. Όχι πολύ αργότερα, ο πρώτος από αυτούς πέφτει νεκρός, ξεκινώντας μία σειρά από μυστήριους θανάτους χωρίς εκτελεστή που φαίνεται να είναι εμπνευσμένοι από ένα παλιό παιδικό ποίημα που κοσμεί κάθε δωμάτιο της έπαυλης.

Το κλασσικό και πολυδιασκευασμένο αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι μεταφέρεται αυτή τη φορά για την μικρή οθόνη από το BBC1 σε μία μίνι σειρά τριών μονόωρων επεισοδίων για να αποτελέσει ίσως την πιο καλοφτιαγμένη διασκευή του έργου μέχρι σήμερα. Όπως συμβαίνει πάντα όταν πρόκειται για μία κινηματογραφική (ή εν προκειμένω τηλεοπτική) μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου τίθεται ένα καίριο ζήτημα: κατά πόσο καταφέρνει το νέο μέσο να μεταδώσει την ατμόσφαιρα και τον χαρακτήρα με πιστότητα και σεβασμό στο πρωτότυπο. Και στην περίπτωση του And Then There Were None, το στοίχημα για τη βρετανική τηλεόραση, και τους κατά τα άλλα άγνωστους συντελεστές της σειράς, ήταν διπλό. Αφενός, να καταφέρει να μεταφέρει το κλίμα της εποχής, καθώς η ιστορία είναι τοποθετημένη στη δεκαετία του ’30 και αφετέρου να μετατρέψει την ένταση και τον τρόμο των γραπτών της Αγκάθα Κρίστι σε τηλεοπτική προϊόν, που είναι σε θέση να ικανοποιήσει και το απαιτητικό, εκπαιδευμένο στον τρόμο, σημερινό κοινό. Και από τα πρώτα είκοσι περίπου λεπτά του πρώτου επεισοδίου είναι πια βέβαιο πως το στοίχημα αυτό έχει κερδηθεί.

Από τα ρούχα, τα μαλλιά και τα αυτοκίνητα των πρωταγωνιστών μέχρι τους κοινωνικούς ρόλους, τις ιστορίες και τους διαλόγους τους, τα πάντα είναι επιλεγμένα με φροντίδα στη πιστότητα και την ιστορική ακρίβεια. Το σκηνικό, που αποτελεί και αυτό από μόνο του τον ενδέκατο πρωταγωνιστή της σειράς, είναι όσο αινιγματικό και επιβλητικό θα έπρεπε να είναι. Η αφιλόξενη ακτή του Soldier Island και το βαρύ και επιμελώς διακοσμημένο αρχοντικό συνθέτουν το κατάλληλο σκηνικό και μας προετοιμάζουν άριστα για τη μυστηριώδη συνέχεια. Τα πανέμορφα ατμοσφαιρικά πλάνα τόσο του εξωτερικού τοπίου όσο και των εσωτερικών χώρων σε συνδυασμό με τη δυσοίωνη μουσική συνθέτουν από την αρχή μία ατμόσφαιρα που σε μεταφέρει αβίαστα στην εποχή και ομολογουμένως σου μένει για μέρες.

Στο πρωτότυπο κείμενο λοιπόν διαδραματίζονται δέκα φόνοι. Η αρχική μου εύλογη απορία ήταν: Μα καλά, δέκα φόνοι σε τρία μόνο επεισόδια; Κι όμως! Η πλοκή ξεκινάει από πολύ νωρίς να ξετυλίγεται γύρω από τους χαρακτήρες και να τους εμπλέκει σε ένα παιχνίδι ρόλων όπου ο καθένας θα μπορούσε να είναι ο ένοχος και το επόμενο θύμα. Παρόλο που δεν έχεις τον απαραίτητο χρόνο στην διάθεσή σου να γνωρίσεις τους χαρακτήρες, μέσα από άριστα εναρμονισμένες αναδρομές η σειρά σου δίνει τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να ξέρεις για τον καθένα. Κάποιοι από τους χαρακτήρες είναι παντελώς αναλώσιμοι και κάποιοι άλλοι καταλήγουν να είναι το κέντρο του μυστηρίου και τελικά της λύσης του, όμως όλοι τους είναι τόσο καλογραμμένοι (τα εύσημα στην κυρία Christie) και τόσο καλά εκτελεσμένοι (τα εύσημα στο BBC και το υπέροχο καστ) που η άνιση εξέλιξη των χαρακτήρων δεν ενοχλεί.

Το And Then There Were None έχει δύο βασικά προτερήματα. Αφενός είναι μία άριστη διασκευή ενός κλασσικού μυστηρίου, με σεβασμό στο πρωτότυπο και σύγχρονες προσθήκες εκεί που πρέπει, τώρα που δεν υπάρχουν οι κοινωνικοί περιορισμοί που είχε η συγγραφέας τότε. Αφετέρου, αποτελεί ένα δελεαστικό αντίδοτο στις σειρές με αφήγηση που τεντώνεται σε πολλές απλά-για-να-βγαίνει σεζόν, με συμπυκνωμένο δράμα, ένταση σε μεγάλες δόσεις και μικρή, βολική διάρκεια. Το binge-watching είναι μονόδρομος!

Στο μυθιστόρημα της Christie, η δολοφονία που ο καθένας κατηγορείται ότι έκανε, είναι ένα είδος μη αιματηρής δολοφονίας κατά κάποιο τρόπο, μια δολοφονία εκτός του νόμου. Το ότι δεν κατηγορήθηκαν – ή δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν ή να τιμωρηθούν με άλλο τρόπο – για τις πράξεις τους, είναι αυτό που παρακινεί κάθε δολοφόνο να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του.

Ένας στρατηγός στέλνει τον στρατιώτη και εραστή της γυναίκας του σε μια αποστολή, στην οποία ήταν σίγουρος ο θάνατος του. Ένας αστυνομικός υποβάλλει ψευδή στοιχεία για να καταδικάσει έναν αθώο άνθρωπο σε ισόβια φυλάκιση που τον σκοτώνει. Ένας μισθοφόρος εγκαταλείπει τους οδηγούς του χωρίς φαγητό και νερό. “Υποθέτω, κατά κάποιο τρόπο, ήταν δολοφονία“, λέει ένας χαρακτήρας. “Αλλά δεν φαινόταν έτσι εκείνη τη στιγμή.” Οι ισχυρισμοί εναντίον αυτών των χαρακτήρων είναι αναμφίβολα ηθικά κακοί, αλλά δεν είναι δολοφονίες με την νομική έννοια του όρου.

Στο miniseries οι δολοφονίες είναι σχεδόν ομοιόμορφα αιματηρές, βίαιες και άμεσες. Ο στρατηγός πυροβολεί τον στρατιώτη του στο κεφάλι. Ο αστυνομικός χτυπά τον αιχμάλωτο μέχρι τον θάνατό του. Ο μισθοφόρος σφαγιάζει τους οδηγούς του. Η αίσθηση της αφαίρεσης που επιτρέπει στους χαρακτήρες της Christie να εμφανιστούν ως αθώοι έχει φύγει. Αντ’ αυτού, μένουμε με χαρακτήρες που ξέρουν αναμφισβήτητα ότι είναι δολοφόνοι και μας δείχνουν τις δολοφονίες με τρομερές λεπτομέρειες. Το κίνητρο του δολοφόνου του νησιού, εν τω μεταξύ, γίνεται πολύ πιο αδιαφανές. Σίγουρα αυτά τα θύματα δεν είναι πέρα ​​από το νόμο;

Είναι μια αλλαγή και μιλάει για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του υλικού προέλευσης και της σειράς. Το “And Then There Were None” της Christie είναι διακριτό για την ατμόσφαιρα και την πολυπλοκότητα του. Η συγγραφέας δεν έχει χρόνο να χάσει για την εγκαθίδρυση ενός σκοτεινού και γοτθικού σπιτιού, όταν μπορεί απλά να πει ότι το σπίτι είναι απόλυτα φυσιολογικό και να δουλέψει με την τοποθέτηση ενδείξεων. Δεν διαβάζετε την Christie για να τρομάξετε, διαβάζετε τη Christie για να επεξεργαστείτε μια σειρά λογικών προβλημάτων. Το “And Then There Were None” της Agatha Christie είναι ένα μυστήριο, ένα παζλ με μια πολύπλοκη πλοκή και δολοφονίες, τόσο απομακρυσμένες και τόσο μη αιματηρές, που μόλις καταγράφονται ως δολοφονίες.

Να πω ακόμα ότι η προσαρμογή της Sarah Phelps δείχνει πραγματικό σεβασμό για το υλικό της Agatha Christie. Το cast είναι όλο καταπληκτικό, ειδικά η Maeve Dermody, ο Charles Dance, ο Toby Stephens, ο Aidan Turner και ο Sam Neill. Αισθητικά το miniseries λάμπει. Αν δεν είναι μια τέλεια προσαρμογή ενός κάλου βιβλίου, είναι τουλάχιστον ένας προάγγελος των καλών παραγώγων που έρχονται. Με τουλάχιστον επτά ακόμη τηλεοπτικές προσαρμογές της Christie προγραμματισμένες για το BBC, το “And Then There Were None” έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη για της μελλοντικές παραγωγές που έρχονται.

Πηγές:

www.maxmag.gr

https://www.moveitmag.gr/news/eidame-tileoptiko-and-then-there-were-none/55621

Μεγάλες Προσδοκίες, το μεγαλειώδες έργο του Ντίκενς στην μικρή οθόνη

Ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματα του Ντίκενς σε μια αριστουργηματική μεταφορά του στη μικρή οθόνη. Ένα τρομακτικό συναπάντημα με τον δραπέτη Μάγκουιτς στους βάλτους, η εκκεντρική και απομονωμένη Μις Χάβισαμ, η φιλία με την όμορφη αλλά άκαρδη υιοθετημένη κόρη Εστέλα, η ξαφνική γενναιοδωρία ενός μυστηριώδη ευεργέτη: αυτά είναι τα γεγονότα που κάνουν τη ζωή του ορφανού Πιπ να αλλάξει για πάντα.

Μια τρομακτική συνάντηση στους βάλτους μ’ έναν δραπέτη και το κάλεσμα από τη μυστηριώδη Μις Χάβισαμ αλλάζουν τη ζωή του ορφανού Πιπ για πάντα. Τολμά να πιστέψει πως θα μπορούσε να έχει ένα άλλο μέλλον, πέρα από τους βάλτους – ένα μέλλον που να συνδέεται μ’ αυτό της όμορφης Εστέλα. Ο Πιπ αρχίζει τη νέα του ζωή σαν τζέντλεμαν στο Λονδίνο, αποκτώντας γρήγορα ακριβά γούστα και μεγάλα χρέη. Ερωτεύεται με πάθος την Εστέλα και κυκλοφορεί μαζί της στην πόλη. Καθώς πλησιάζουν τα γενέθλιά του, όπου θα κλείσει τα είκοσι ένα χρόνια, ο Πιπ περιμένει να φανερωθεί ο ευεργέτης του και οι προθέσεις του. Ο Πιπ δεν θέλει καμία σχέση με τον Μάγκουιτς και σπεύδει στο αρχοντικό της  Μις Χάβισαμ, για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς μαζί της. Εκεί μαθαίνει πως μπορεί να χάσει την Εστέλα για πάντα. Πίσω στο Λονδίνο μαθαίνει ότι η ποινή του Μάγκουιτς, όταν γυρίσει πίσω από την Αυστραλία, θα είναι η κρεμάλα και ο Πιπ πρέπει να τον βοηθήσει να δραπετεύσει.

Γεμάτη αγωνία και μυστήριο, μια υπέροχη ιστορία, όπου όλα μπορούν να αλλάξουν σε μια στιγμή, μια ιστορία για εμμονές, διαφθορά, εκδίκηση, εξιλέωση και συγχώρεση.

Ο συγγραφέας, έχοντας μια τραυματική εμπειρία της φτώχειας και της αδικίας κατά την παιδική του ηλικία, πλάθει χαρακτήρες και γεννά με τη φαντασία του καταστάσεις που αντικαθρεπτίζουν τη βρετανική κοινωνία των βικτοριανών χρόνων.

Ο πλούτος έρχεται σε αντίθεση με τη μιζέρια και τη μεγάλη φτώχεια, ο έρωτας βρίσκεται σε συνεχή διαμάχη με την απόρριψη, ο σνομπισμός με την πίκρα των περιφρονημένων, το δίκαιο με το άδικο. Στο τέλος νικά η καλοσύνη, η καλή πλευρά του ανθρώπου έρχεται στην επιφάνεια ενώ ο σκοταδισμός και το κακό περιορίζονται. Στις «Μεγάλες Προσδοκίες», μάλιστα, ο συγγραφέας εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχολογική ανάλυση των προσώπων του σε σχέση με άλλα έργα του.

Με φόντο την ύπαιθρο, που παρακμάζει, και το άστυ, που αναπτύσσεται γοργά, ο Ντίκενς δημιουργεί μια σειρά αξιαγάπητους χαρακτήρες (όπως τον καλοκάγαθο Τζο και την γλυκιά Μπίντυ) που συγκρούονται με τους Κακούς, που κι αυτοί απ’ την πλευρά τους έχουν τις δικαιολογίες τους. Η ωραία Εστέλλα είναι δύστροπη και καταστροφική, η μις Χάβισαμ είναι μισότρελη, η αδελφή του Πιπ είναι μια μέγαιρα: και ο Μάγκγουιτς, που αποτελεί με τον τρόπο του το κέντρο αυτής της ιστορίας, είναι ένας παράνομος – σαν τον Γιάννη Αγιάννη στους Αθλίους. Όμως πίσω από τα φαινόμενα κρύβονται απρόσμενες αλήθειες και παλιά μυστικά που συνιστούν την ίδια την πλοκή και που κινούν το γαϊτανάκι των ηρώων.

Χαρακτήρες που η πένα του Κάρολου Ντίκενς ζωντανεύει με τις πιο αδρές πινελιές και τις πιο λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, με χιούμορ και δραματική ένταση, στήνοντας μια δυνατή πλοκή μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Λονδίνου των αρχών του 19ου αιώνα. Οι «Μεγάλες προσδοκίες» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα στον κόσμο.

Oι περισσότεροι θυμόμαστε τις Μεγάλες Προσδοκίες στην ομότιτλη ταινία του Alfonso Cuarón που κυκλοφόρησε το 1998 με πρωταγωνιστές τους Ethan Hawke και Gwyneth Paltrow. Ωστόσο, η σειρά αυτή του BBC ήταν μια υπέροχη αφορμή να ξαναθυμηθούμε το μεγαλειώδες αυτό έργο.

Πηγή:https://m.tvxs.gr/mo/i/102358/f/news/san-simera/oi-megales-prosdokies-toy-karoloy-ntikens-oloklironontai.html

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/14363

Άλλη μια “Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ”

Με σιγουριά δεν υπάρχει είδος πιο αξιόπιστο για την τηλεοπτική επιτυχία από τις σειρές εποχής; Οι κορσέδες, οι περούκες και τα άβολα παπούτσια που αναγκάζονται να φορούν οι πρωταγωνιστές, παρέχουν στο κοινό μικρή απόλαυση για όσους αγαπούν να ξεκλέβουν λίγα λεπτά από τη σύγχρονη καθημερινότητα για να ασχοληθούν με τα πάθη και τις αμαρτίες καιρών περασμένων.

Μια τέτοια σειρά είναι και η μεταφορά του ‘Howards End’ στη μικρή οθόνη με βάση το ομώνυμο κλασικό βιβλίο του E.M. Forster.

Δύο οικογένειες της Εδουαρδιανής Αγγλίας, οι Wilcox και οι Schlegel, αντιπροσωπεύουν τις δύο πλευρές της ανώτερης τάξης. Οι πρώτοι συντηρητικοί και μετρημένοι. Οι δεύτεροι που εκπροσωπούνται μαζί με αδελφό τους από δύο προοδευτικές, αγαπημένες αδελφές σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άντρες, είναι αντισυμβατικοί και ιδεαλιστές. Η ψήφος της γυναίκας και η στάση τους απέναντι στην εργατική τάξη, θα ήταν δύο μόνο από τα σημεία τριβής τους όταν θα βρίσκονταν να περνούν παρέα τον καιρό τους.

Η υποσημείωση που θα γινόταν τελικά σταθμός για τις ζωές τους, θα ήταν η γνωριμία με τον Leonard Bast. Έναν εκλεπτυσμένο πλην όμως φτωχό νεαρό λογιστή που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη σύζυγό του, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από το περιβάλλον του. Χωρίς να γίνει ακριβώς σαφές, υπονοείται πως εκτός από το χαμηλό στάτους της γυναίκας του ως πρώην πόρνη, ρόλο στον αποκλεισμό τους παίζει και το γεγονός ότι είναι μαύρη.

Η Jacky δεν είναι ο μοναδικός μαύρος χαρακτήρας στη σειρά ωστόσο, υπάρχει και μια υπηρέτρια των Schlegel ίδιου χρώματος που το υπόλοιπο προσωπικό αντιμετωπίζει διαφορετικά. Σπάνια μετατροπή η συμμετοχή μη λευκών ηθοποιών από τη σελίδα στην οθόνη όσον αφορά τις σειρές εποχής, αλλά πάντοτε ευπρόσδεκτη.

Από το εκλεκτό καστ ξεχωρίζουν και οι βετεράνοι Matthew Macfadyen και Hayley Atwell – κι όμως, είχε περισσέψει ακόμη ένας μουντρούχος εποχής μέσα στον Macfadyen – και οι ανερχόμενοι Philippa Coulthard (Annabelle: Creation) και Alex Lawther (The End of the F**ing World, Black Mirror), ενώ η σκηνοθεσία της Hettie MacDonald απομακρύνει τη σειρά από τις συγκρατημένες συνήθως ερμηνείες του είδους και της δίνει την καθαρή παλέτα που είδαμε στο ‘Fortitude’. Το γερό χαρτί του ‘Howards End’ όμως είναι ο οσκαρικός σεναριογράφος Kenneth Lonergan (Manchester By the Sea, Margaret) που γράφει ρεαλιστικούς διαλόγους και αποφεύγει το γλυκερό τέλος. Ο Lonergan πάντα ενδιαφερόταν για τους οικογενειακούς δεσμούς και τα προνόμια ως θεματικές, οπότε εδώ έχει την ευκαιρία να τα εξετάσει υπό το πρίσμα το κλασικού.

Η συνάντηση και οι δυναμικές μεταξύ των τριών κόσμων που ενορχηστρώνει θα αλλάξει τη ζωή όλων με τρόπο μη αναμενόμενο, την ίδια στιγμή που το αιώνιο ερώτημα του Forster θα ριζώνει στον πυρήνα της σειράς. Μετά από την περίοδο των εντάσεων και της τεκτονικής σχεδόν μεταβολής των παραδοσιακών αξιών και της οικονομίας, ποια τάξη θα κληρονομήσει την Αγγλία τελικά;

Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσε εύκολα να ανακύψει και τώρα σχετικά με την Ευρώπη, έχοντας μάλιστα και μια νέα λεπτομέρεια υπόψιν. Σήμερα ο πάμπτωχος Leonard, δεν θα είχε καν την πολυτέλεια να μένει στο Λονδίνο.

Αγαπημένο μυθιστόρημα στους βιβλιοφιλικούς κύκλους και όχι μόνο, ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας εξαιρετικά διαχρονικό λόγω της διορατικότητας και της οξυδέρκειας με την οποία ο συγγραφέας Έντουαρντ Φόρστερ παρατήρησε τις τάξεις στην Αγγλία του εικοστού αιώνα αναπλάθεται για την μικρή οθόνη σε μία συμπαραγωγή του BBC One και του τηλεοπτικού δικτύου Starz, που αν και σύντομο περικλείει τον κόσμο του συγγραφέα στο βέλτιστο. Περίπου 30 χρόνια μετά την αξεπέραστη «Επιστροφή στο Χάουαρντς Έντ» του James Ivory, οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν οι Emmna Tomson, Antony Hopkins και Helen Bonam Carter αλλάζουν χέρια και αυτήν την φορά καταφέρνουν σε τέσσερα επεισόδια να μας ξεναγήσουν στον κόσμο του χρήματος και της διανόησης αλλά κυρίως στις σχέσεις που κατευθύνουν αυτές οι δύο έννοιες και τις συνέπειες που βαραίνουν τους ανθρώπους.

Τέτοια σφαιρικότητα της σκέψης φυσικά βρίσκουμε και σε πολλά κλασσικά αριστουργήματα και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η προσέγγισή τους, είτε κινηματογραφική είτε τηλεοπτική, χαίρει πάντα ιδιαίτερου σεβασμού ως προς το πρωτότυπο. Διότι, φαινομενικά το “Howards End” προσφέρει ίντριγκα με τα δράματα των αριστοκρατών ή την βιοπάλη των μικροαστών, όπως γίνεται και στις μέρες μας, όμως κάτω από την επιφάνεια τα εργαλεία των συγκρίσεων και των παραλληλισμών που χρησιμοποιεί η σειρά αντικατοπτρίζουν την μαεστρία του συγγραφέα και υπαινίσσονται την χιλιοειπωμένη ατάκα περί “μικρογραφίας της κοινωνίας”, που να είστε σίγουροι ότι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.

Πηγή:https://www.oneman.gr/entertainment/howards-end-mini-series-review/

https://www.moveitmag.gr/news/howards-end-s01-me-sevasmo-sto-prototypo/58502&amp

«Απάνθρωποι Πόροι»: το απάνθρωπο πρόσωπο της ανεργίας

Oι «Απάνθρωποι Πόροι» (Dérapages ή Ιnhuman Resources) είναι μια νέα – άκρως επιτυχημένη – γαλλική μίνι σειρά έξι επεισοδίων που από τις 15 Μαΐου έγινε διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix και ήδη γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Τα μεγάλα ατού της είναι δύο: αφενός το ότι ένα ψυχαγωγικό προϊόν ασχολείται με σοβαρότητα με το μεγαλύτερο ίσως κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, την ανεργία, και αφετέρου ότι πρωταγωνιστής της σειράς είναι ένας πρώην σταρ –για την ακρίβεια «βασιλιάς»– του ποδοσφαίρου, ο Ερίκ Καντονά, που ανταποκρίνεται θαυμάσια σε αυτόν το ρόλο. Επιπλέον, καθώς η πανδημία δικαιολόγησε και επιτάχυνε δεκάδες εκατομμύρια απολύσεις σε όλο τον κόσμο, η σειρά αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.

Η σειρά βασίζεται στο μυθιστόρημα Cadres Noirs του βραβευμένου με Γκονκούρ Πιέρ Λεμέτρ, του οποίου επτά βιβλία έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα κι έχουν αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές.

Dérapages (TV Mini-Series 2020– ) - IMDb

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο 57χρονος Αλέν Ντελάμπρ, πρώην στέλεχος επιχειρήσεων, ειδικευμένος στους «ανθρώπινους πόρους», δηλαδή στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, είναι εδώ κι 7 χρόνια άνεργος, καθώς η εταιρεία του προχώρησε σε περικοπές. Συντηρείται χάρη στο μισθό της γυναίκας του, κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του και εργάζεται προσωρινά σε μια αποθήκη για 560 ευρώ το μήνα μικτά. Μια μέρα, του προσφέρεται μια ευκαιρία να προσληφθεί σε έναν βιομηχανικό κολοσσό. Προκειμένου να την κερδίσει, όμως, οι υποψήφιοι εργοδότες θα θελήσουν να δοκιμάσουν αυτόν και τους ανταγωνιστές του. Η δοκιμασία περιλαμβάνει ένα “παιχνίδι ρόλων”, μια υποθετική κατάσταση ομηρείας, στην οποία τέσσερα ανώτερα στελέχη της επιχείρησης θα πρέπει να περάσουν από ανάκριση. Στόχος είναι να δείξουν οι υποψήφιοι τις ικανότητές τους στην διαχείριση κρίσεων, όπως η προβλεπόμενη απόλυση 1.500 εργαζομένων της εταιρείας από ένα εργοστάσιό της (αυτό είναι και το πρώτο που πρόκειται να αναθέσει η εταιρεία σε όποιον κερδίσει την θέση).

Inhuman Resources | Netflix Official Site

Ο Αλέν είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να βρει μια δουλειά, οπότε και αποφασίζει να συμμετάσχει στην διαδικασία. Όταν όμως ανακαλύπτει ότι ο ίδιος είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι που τον υπερβαίνει, θα γίνει από θύμα θύτης, θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει τους δικούς του κανόνες. «Η ανεργία είναι βία», θα πει αργότερα και «όποιος ψάχνει για δουλειά, είναι σε πόλεμο, οι νικητές επιβιώνουν, οι άλλοι ψοφάνε».

Inhuman Resources | Netflix Official Site

Ιδιαίτερα θετικά μας εκπλήσσει ο πρωταγωνιστής της σειράς που δεν είναι άλλος από τον «βασιλιά» Ερίκ Καντονά, μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες μορφές του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και της Manchester United. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ερίκ Καντονά ασχολείται με την υποκριτική, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές άλλες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές στο παρελθόν. Η παρουσία του στη συγκεκριμένη σειρά κρίνεται άκρως ταιριαστή και ο ίδιος προσφέρει μια πραγματικά αξιόλογη ερμηνεία.

Από επεισόδιο σε επεισόδιο, οι «Απάνθρωποι Πόροι» μεταλλάσσονται: από κοινωνικό και υπαρξιακό δράμα σε εταιρικό θρίλερ, σε οικογενειακό δράμα, σε θρίλερ φυλακής και τέλος σε δικαστικό θρίλερ και αντικαπιταλιστικό μανιφέστο, ικανοποιώντας τα γούστα κάθε θεατή.

Inhuman Resources, Season 1 | 24 New and Returning Netflix Series ...

Η σειρά προσπαθεί και καταφέρνει να συνδυάσει με επιτυχία την αγωνία και την ένταση με την υπόθεση (ώστε να μην αφήσει κάποιον παραπονεμένο), ενώ προσπαθεί με επιτυχία να ξεφύγει από τα κλισέ του θέματος, κάνοντας και ένα κοινωνικό σχόλιο.

Τα 6 επεισόδιά της είναι πράγματι καθηλωτικά· οι «Απάνθρωποι Πόροι» έχουν αποθεωθεί από κοινό και κριτικούς. Στην καρδιά τους κρύβονται άβολα ζητήματα, όπως το γεγονός ότι άνθρωποι απολύονται εξαιτίας της ηλικίας τους και μόνο. Ή ότι οι κολοσσοί δεν έχουν κανένα ανθρώπινο συναίσθημα. Αξίζει να την απολαύσετε άμεσα!

Inhuman Resources' aka 'Dérapages' Ending Explained: What happens ...

ΠΗΓΕΣ: https://prin.gr/?p=31406 , https://www.ieidiseis.gr/eidiseis/politismos/item/45894-netflix-o-erik-kantona-protagonistei-sti-nea-seira-apanthropoi-poroi , http://www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-seira-quot-apanthropoi-poroi-quot/ , https://www.athensvoice.gr/culture/tv/649881_netflix-8-synarpastikes-seires-apo-ti-gallia-kai-velgio , https://www.newsbeast.gr/entertainment/cinema/arthro/6295464/netflix-i-nea-dramatiki-seira-me-ton-erik-kantona-poy-apotheonoyn-oloi

Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, η ρομαντική ιστορία των 80′ s

Μετανάστευση, πόλεμοι και ταξίδια από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Αγάπη και μάλιστα παράνομη, αλλεπάλληλες οικογενειακές τραγωδίες. Φτώχεια και αμύθητα πλούτη, ίντριγκες και εκκλησιαστικές φιλοδοξίες.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται στις 500 σελίδες του βιβλίου, «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», ένα μπεστ σέλερ που κατάφερε να ξεπεράσει τα τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα και να μεταφραστεί σε τουλάχιστον είκοσι γλώσσες. Εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο ερωτεύτηκαν τον γοητευτικό πρωταγωνιστή του βιβλίου, Ραλφ ντε Μπρικασάρ, ο οποίος στην ιστορία του βιβλίου ξεκινάει από απλός ιερέας εξορισμένος στην Αυστραλία και καταλήγει καρδινάλιος στο Βατικανό. Την ίδια …υστερία είχε προκαλέσει και ο Ρετ Μπάτλερ από το «Όσα παίρνει ο άνεμος», ενώ πολλοί έσπευσαν να συγκρίνουν την εκδοτική επιτυχία των δύο βιβλίων, καθώς η συνταγή της επιτυχίας ήταν παρόμοια.

Το βιβλίο εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1978 από τις εκδόσεις Ζάρβανος (και το 2000 από το Bell), στην Αμερική όμως είχε κυκλοφορήσει έναν χρόνο νωρίτερα και αμέσως έγινε τεράστια εκδοτική επιτυχία. Ήταν το δεύτερο βιβλίο της Αυστραλέζας – νευροφυσιολόγου στο επάγγελμα – Κoλίν ΜακΚάλοου η οποία είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ για να διδάξει στην Ιατρική Σχολή του Γέιλ στο Κονέκτικατ. Της άρεσε τις νύχτες να κάθεται στο γραφείο της και να γράφει και πάντα έψαχνε ένα τρόπο να εξασφαλίσει τα γεράματά της, πράγμα που δεν της υποσχόταν η επιστημονική έρευνα. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τιμ» ήταν μια ερωτική ιστορία ενός πνευματικά καθυστερημένου νεαρού άντρα και μιας κατά πολύ μεγαλύτερής του γυναίκας, που κυκλοφόρησε το 1974.

Ωστόσο δεν είχε μεγάλη απήχηση και δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά άνοιξε στην Κολίν ΜακΚάλου τον δρόμο. Οι ειδικοί είδαν σε αυτή ένα ταλέντο που θα οδηγούσε σε εμπορική επιτυχία. Πριν καν γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά της, ο εκδοτικός οίκος Avon Books φρόντισε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα για μια έκδοση τσέπης έναντι του αστρονομικού ποσού των 1,9 εκατ. δολαρίων.

Η πλοκή του βιβλίου είχε τη συνταγή της εμπορικής επιτυχίας. Ένας καθολικός παπάς, ο Ραλφ ντε Μπρικασάρ, με εμφάνιση ζεν πρεμιέ, ερωτεύεται τη νεαρή Μέγκι Κλίρι που τη γνωρίζει από μωρό και κάνει μαζί της έναν γιο, ο οποίος θα γίνει επίσης παπάς. Η επιτυχία Αν και οι κριτικοί «έθαψαν» το βιβλίο σε εφημερίδες και περιοδικά, χαρακτηρίζοντας το ως σκουπιδοσαπουνόπερα, το αναγνωστικό κοινό είχε διαφορετική άποψη όπως φάνηκε από τις πωλήσεις. Επρόκειτο για ένα καθαρά λαϊκό ανάγνωσμα. Στις 500 σελίδες του βιβλίου εκτυλισσόταν μια οικογενειακή τραγωδία που απλωνόταν σε τρεις γενιές, χωρίς διαστροφές αλλά με πολλή δυστυχία και απλά συναισθήματα που εύκολα μπορούσαν να αγγίξουν τον καθένα. Ίσως γι’ αυτό κέρδισε με τόση ευκολία το πλατύ κοινό. Ήταν «τόσο ρομαντικό και καθαρό», έγραψε η Αλις Τέρνερ στους «New York Times», «που μπορούσες άνετα να το κάνεις δώρο στη θεία Τίλι, αλλά και να το πάρεις μαζί σου στη θάλασσα χωρίς να ντρέπεσαι για την επιλογή σου».

Η μεταφορά στη μικρή οθόνη Λίγο αργότερα το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, όπου τον ρόλο του Ραλφ ντε Μπρικασάρ ενσάρκωσε ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν. Ο ηθοποιός κατάφερε να αποδώσει πολύ καλά τον ρόλο του ιερωμένου με την αδύναμη σάρκα και την τεράστια θρησκευτική φιλοδοξία. Δίπλα του ήταν η πανέμορφη Μέγκι, τον ρόλο της οποίας ανέλαβε η ηθοποιός Ρέιτσελ Γουόρντ. Ο έρωτας ενός παπά και μιας καλλονής ήταν ανυπέρβλητο θέαμα για την εποχή του. Η μίνι τηλεοπτική σειρά προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική τον Μάρτιο του 1983, ενώ ένα χρόνο αργότερα την είδαμε και στην Ελλάδα από την ΕΡΤ. Η σειρά κατάφερε να καθηλώσει παγκοσμίως 110 εκατ. τηλεθεατές.

Bryan Brown και η Rachel Ward Από τα πρώτα κιόλας γυρίσματα, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα τον “τηλεοπτικό” της άντρα, Λουκ, τον Bryan Brown.

Ήταν τόσο δυνατός ο έρωτας τους, που τους οδήγησε μετά το τέλος των γυρισμάτων στα σκαλιά της εκκλησίας. Είναι μαζί μέχρι σήμερα και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Όσο για το Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, πολλές φορές, ήρθε σε σύγκρουση με τον σκηνοθέτη και τον παραγωγό για το ρόλο του. Εκείνοι ήθελαν έναν παπά πιο φιλόδοξο και υπόγειο, ενώ αυτός τον φανταζόταν πιο ρομαντικό και ευαίσθητο. Μάλιστα μια φορά πάνω στη λογομαχία, χτύπησε με τη γροθιά του μια κάμερα με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι του. Όταν τέλειωσαν οι λήψεις ακολούθησε ένα πρόγραμμα ολιστικών και χαλαρωτικών διακοπών που κράτησε 17 μέρες. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε οπαδός των ανατολίτικων μεθόδων και θεραπειών.

Η συγγραφέας του βιβλίου «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας». Έγινε παθύπλουτη, παράτησε τα πάντα και παντρεύτηκε έναν νεαρότερο άνδρα.

Το 1983, προβλήθηκε στην Αμερική η τηλεοπτική σειρά “Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” και ένα χρόνο μετά, ήρθε και στην Ελλάδα. Η υπόθεση της σειράς αναφερόταν στην ιστορία της οικογένειας Κλίρι που μετανάστευεσε από τη Νέα Ζηλανδία στην Αυστραλία, στις αρχές του 1900. Ένας ρομαντικός έρωτας αναπτύσσεται μεταξύ του παπά της περιοχής και της κόρης της οικογένειας. Το έργο βασίζεται στο μπεστ σέλερ, της Αυστραλέζας νευροφυσιολόγου Colleen McCullough και εκδόθηκε το 1977. Ήταν τέτοια η επιτυχία του που η νευροφυσιολόγος εισέπραξε το αστρονομικό ποσό των 1.9 εκατομμυρίων δολλαρίων. Μετά από αυτό, εγκατέλειψε στα 46 της χρόνια τη δουλειά της και πήγε να ζήσει για πάντα σε ένα απομονωμένο νησί του Ειρηνικού. Εκεί παντρεύτηκε έναν άντρα κατά δεκατρία χρόνια νεότερο της.

Πηγές:https://www.mixanitouxronou.gr/ta-poulia-pethenoun-tragoudontas-to-best-seler-pou-xeperase-ta-30-ekatommiria-antitipa-ke-egine-petichimeni-tileoptiki-sira/

«Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»: το μπεστ σέλερ που έγινε πετυχημένη τηλεοπτική σειρά Ο πάτερ Ραλφ ήταν γκέι και η Μέγκυ ερωτεύτηκε τον άντρα που μίσησε στο σήριαλ !!!

«Πόλεμος και Ειρήνη»: μια πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά του εμβληματικού έργου

Παρά τη γενική πεποίθηση ότι το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ένα από τα πιο πολυδιασκευασμένα στο σινεμά και την τηλεόραση έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η μίνι σειρά των έξι επεισοδίων που φέρει την υπογραφή του BBC είναι μόλις η τρίτη τηλεοπτική μεταφορά του αριστουργήματος του Τολστόι – η πρώτη και πιο διάσημη ήταν το 1971 πάλι από το BBC με πρωταγωνιστή τον Αντονι Χόπκινς και η δεύτερη μια σχετικά άγνωστη μίνι σειρά το 2007 σε ευρωπαϊκή συμπαραγωγή και βάση την Ιταλία.

«Το “Πόλεμος και Ειρήνη” δεν είναι μόνο ένα σπουδαίο βιβλίο. Παρέχει πέρα από αυτό και απίστευτο υλικό για μια τηλεοπτική σειρά. Μια συναρπαστική, αστεία και σπαραξικάρδια ιστορία αγάπης, πολέμου και οικογένειας. Οι χαρακτήρες είναι τόσο φυσικοί, ανθρώπινοι και μπορείς τόσο εύκολα να ταυτιστείς μαζί τους», δηλώνει ο Άντριου Ντέιβις που ανέλαβε όχι μόνο μέρος της παραγωγής αλλά και τη σεναριακή διασκευή του πολυσέλιδου βιβλίου του Λέοντα Τολστόι, έχοντας ήδη διαπρέψει στο «είδος» με τα σενάρια για το κλασικό «House of Cards», το θρυλικό τηλεοπτικό «Pride and Prejudice» του 1995 με τον Κόλιν Φερθ, το «The Line of Beauty» και το «Sense and Sensibility» που έγραψαν τη δική τους τηλεοπτική ιστορία.

Ο Άντριου Ντέιβις ομολογεί ότι διάβασε το βιβλίο του Τολστόι, μόνο αφού το BBC του πρότεινε να αναλάβει τη μεταφορά.

«Δεν το είχα διαβάσει ποτέ πριν. Το κρατούσα για την κατάλληλη στιγμή. Με εξέπληξε απόλυτα η αίσθηση του πόσο φρέσκο, ζωντανό και μοντέρνο μου φάνηκε. Αν αφαιρέσεις τα κομμάτια στα οποία ο Τολστόι διαπραγματεύεται με τον εαυτό του θεωρίες γύρω από την Ιστορία , αυτό που μένει είναι μια ολοζώντανη, αστεία και πολύ συγκινητική πλοκή με πραγματικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Το ερωτεύτηκα.»

Με γυρίσματα σε τρεις χώρες και δύο χρόνια προετοιμασίας , η σειρά ευτύχησε όχι μόνο να είναι μια παραγωγή του BBC – με ό,τι αυτό σημαίνει για την προσοχή στη λεπτομέρεια και την πιστή απόδοση του κλασικού κειμένου – αλλά και να συγκεντρώσει ένα καστ ηθοποιών που μοιάζουν να περίμεναν εδώ και καιρό τη στιγμή που θα υποδύονταν τους χαρακτήρες του Τολστόι. Με την σκηνοθετική μαεστρία του Τομ Χάρπερ και μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, το “Πόλεμος και Ειρήνη” αναδεικνύεται σε μία σειρά που μετά το Downton Abbey, επιβεβαιώνει ότι οι Βρετανοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα να γυρνούν σειρές εποχής.

Τη Νατάσα Ρόστοβα (αυτή που ο Άντριου Ντέιβις θεωρεί την πιο αγαπητή ηρωίδα της παγκόσμιας λογοτεχνίας – ακόμη περισσότερο και από την Ελίζαμπεθ Μπένετ του «Περηφάνεια και Προκατάληψη» της Τζέιν Οστεν) υποδύεται η Λίλι Τζέιμς που τη θυμάστε όλοι από το «Cinderella» του Κένεθ Μπράνα, αλλά και το μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο της στο «Downton Abbey». Τον Πιερ Μπεζούκοφ υποδύεται ο Πολ Ντέινο – ένας από τους σπουδαιότερους και πιο αθόρυβους νέους ηθοποιούς (θυμηθείτε τον στο «There Will Be Blood» του Πολ Τόμας Αντερσον ή ως Μπραίαν Γουίλσον στο «Love & Mercy»). Τον Αντρέι Μπολόνσκι υποδύεται ο ανερχόμενος Τζέιμς Νόρτον, ενώ τη νέα φρουρά ηθοποιών φωτίζουν με την εμπειρία τους μερικοί από τους πιο σπουδαίους βετεράνους του σινεμά και της τηλεόρασης: ο Στίβεν Ρία, ο Μπράιαν Κοξ, η Γκρέτα Σκάκι, η Τζίλιαν Αντερον και ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ.

Μιλάμε για μια εποχή με πρίγκηπες και ευγενείς, μια εποχή πολέμων, μια εποχή αναγέννησης και διαφωτισμού σε κάποια κομμάτια της Ευρώπης. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο, αναρωτιέσαι πώς θα ήταν να ζει κανείς σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάμε για μία πολύ ρεαλιστική απόδοση του κλίματος της εποχής, με σκηνοθεσία που σε κάνει να νιώθεις κοινωνός εκείνης της ζωής.


Μιας ζωής που μοιάζει ανώφελη και μάταια. Μέσα στα πλούτη και τη χλιδή από τη μία και στη δείνη ενός παράλογου πολέμου από την άλλη. Ο Ναπολέων προελαύνει στα εδάφη της Ρωσίας και εμείς, από τη μεριά των Ρώσων, παρακολουθούμε τις εξελίξεις του 1805.

Ο νεαρός Πιερ είναι o κεντρικός μας ήρωας. Αντικομφορμιστής, έτοιμος να διακηρύξει τις αλήθειες της Γαλλικής επανάστασης και στην πατρίδα του, παγιδεύεται στα πλούτη και την αριστοκρατική ζωή των Ρώσων ευγενών. Με την πανέμορφη Τίπενς Μίντλετον να τυλίγει τα δίχτυα της γύρω του και την επίσης υπέροχη Λίλυ Τζέημς να μοιάζει η μόνη σανίδα σωτηρίας του.

Το να μεταφέρεις ένα κλασσικό βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην τηλεόραση περιλαμβάνει μερικές αντικειμενικές δυσκολίες. Πρώτον, δεν μπορείς να συμπεριλάβεις όλες τις λεπτομέρειες αν είναι μεγάλο, ή θα πρέπει να προσθέσεις πράγματα από το μυαλό σου αν το υλικό δεν σε καλύπτει τόσο. Δεύτερον, κάποια πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα να τα δεχτεί η τηλεόραση, οπότε θα πρέπει να αλλάξεις στοιχεία της ιστορίας. Στο “Πόλεμος και Ειρήνη” το έκαναν και εν τέλει τα κατάφεραν καλά. Κατόρθωσε να αναδείξει την υψηλότερη αισθητική που χαρακτηρίζει για χρόνια το BBC, με την οσμή της ιστορικής εποχής του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Η σειρά αυτή καταφέρνει να αφηγηθεί με πολύ ρεαλιστικό τρόπο τις ανησυχίες, τα προβλήματα και τα αδιανόητα για την εποχή μας διλλήματα ενός κόσμου πλασμένου στη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη.

Εκτός από το ότι αξίζει να τη δει κανείς για να πάρει μια γεύση από τον αγαπημένο αυτό συγγραφέα, η σειρά είναι καλοστημένη, προσεγμένη, με εξαιρετικές ερμηνείες. Γενικά αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια για παραγωγή ενός ποιοτικού θεάματος για τους λάτρεις των σειρών εποχής, της ιστορίας, της λογοτεχνίας αλλά και για κάθε θεατή που προτιμά από το να αφιερώσει το χρόνο του γνωρίζοντας τους ανθρώπους μιας μακρινής εποχής, τα πάθη και τις αδυναμίες τους που στην πραγματικότητα είναι τόσο κοντινά όσο δεν φαντάζεται! Την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!

Πηγές:

http://flix.gr/news/war-and-peace-tv.html

https://m.oneman.gr/pop-code/t/tileorasi/reviews/to-war-and-peace-myrizei-san-to-xarti-apo-to-agaphmeno-soy-vivlio.3870824.amp.html#aoh=15740820578332&amp_ct=1574082347264&csi=1&referrer=https%3A%2F%2Fwww.google.com&amp_tf=%CE%91%CF%80%CF%8C%20%251%24s

https://www.reader.gr/tv-movies/war-and-peace-sto-bbc-milane-rosika-kai-ta-milane-kala?amp#aoh=15740820578332&amp_ct=1574082715404&csi=1&referrer=https%3A%2F%2Fwww.google.com&amp_tf=%CE%91%CF%80%CF%8C%20%251%24s

Περηφάνια και Προκατάληψη: Η καλύτερη μεταφορά του βιβλίου

Η Τζέην Ώστεν έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως μια από τις πιι σπουδαίες συγγραφείς της Βικτωριανής περιόδους που παρά τον σύντομο βό της κατάφερε να ολοκληρώσει πολλά σημαντικά έργα που άφησαν ιστορία στην λογοτεχνία. Η κορωνίδα όλων αυτών ίσως υπήρξε το “Περηφάνεια και Προκατάληψη”. Αυτό το βιβλίο αγαπήθηκε όσο λίγα ρομαντικά μυθιστορήματα. Το ίδιο και οι ήρωές του: η ασυμβίβαστη κι ανεξάρτητη Ελίζαμπεθ Μπένετ και ο αινιγματικός και εσωστρεφής κύριος Ντάρσι. Ο έρωτας τους τόσο δαιδαλώδης , όσο και οι χαρακτήρες τους και τόσο βαθύς, όσο και η ηθογραική προοπτική που έχει χαρίσει η πέννα της συγγραφέως μέλλει να θριαμβεύσει στο τέλος του λαβυρίνθου που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο.

Η Ελίζαμπεθ με τις αδελφές της: Μαίρη, Λίντια, Κίττυ, Τζέην

Ήταν αναμενόμενο ένα έργο τέτοιου ενδιαφέροντος να μεταφερθεί στη μικρή και στη μεγάλη οθόνη. Πράγματι αυτό συνέβη με πολλές φορές με εξίσου μεγάλη επιτυχία. Στον κινηματογράφο, η Κίρα Νάιτλι και ο Μάθιου Μακφάιντεν ενσάρκωσαν τους δύο πρωταγωνιστές το 2005 στην πιο γνωστή, ίσως, στο ευρύ κοινό μεταφορά του βιβλίου. Είχε προηγηθεί το 1940 μια αρκετά διαφορετική από την πραγματική ιστορία μεταφορά στο σινεμά, όπως και ακολούθησε μια ακόμη περισσότερο διαφορετική στην τηλεόραση. Αν έπρεπε όμως να διαλέξουμε την πιο άρτια μεταφορά του έργου, από κάθε άποψη, χωρίς δεύτερη σκέψη θα καταλήγαμε στην σειρά του 1995 του BBC σε σενάριο του Άντριου Ντέιβις (βραβευμένος με ΕΜΜΥ «Pride and Prejudice», «Bleak House», «Mr. Selfridge»), σκηνοθεσία του Σάιμον Λάνγκτον και τους Κόλιν Φερθ και Τζένιφερ Ελ.

Η υπόθεση; Ορίστε:Στην επαρχιακή Αγγλία του 19ου αιώνα, ο κύριος και η κυρία Μπένετ έχουν πέντε κόρες που είναι όλες ανύπαντρες. Όταν ένας πλούσιος και ευχάριστος νέος μετακομίζει στη γειτονιά, η κυρία Μπένετ ελπίζει να τον εξασφαλίσει ως γαμπρό για την όμορφη μεγαλύτερη κόρη της, δίδα Τζέιν Μπένετ. Η εκκολαπτόμενη σχέση όμως σαμποτάρεται από τον υπερόπτη φίλο του νεαρού, κύριο Ντάρσι, που θεωρεί το προξενιό ακατάλληλο. Όταν ο κύριος Ντάρσι με τη σειρά του ερωτεύεται τη δεύτερη κόρη των Μπένετ, δίδα Ελίζαμπεθ Μπένετ, η συγκαταβατική πρότασή του για γάμο απορρίπτεται από την Ελίζαμπεθ με ειρωνεία και η προσέγγιση φαίνεται να σταματά. Εντούτοις, τα γεγονότα συνωμοτούν για να συνδέσουν τα διάφορα μέλη, παρά τα εμπόδια και τις παρεξηγήσεις που τα χωρίζουν. Η περηφάνια της μιας πλευράς και η προκατάληψη της άλλης σιγά-σιγά προσπερνιούνται και οι χαρακτήρες αποκομίζουν μεγαλύτερη γνώση του εαυτού τους και των άλλων.

Η συγκεκριμένη τηλεοπτική παραγωγή πέτυχε μέσα σε μόλις έξι επεισόδια των 50 λεπτών περίπου τον καθένα να ταξιδέψει τον τηλεθεατή σε μια εντελώς μακρινή από τον ίδιο εποχή, διαφορετική από αυτή που ζούμε και γνωρίζουμε, αλλά και όμοια σε πολλά πράγματα. Στην εποχή αυτή ο έρωτας και οι ανθρώπινες σχέσεις φαίνονται να είναι πιο ανεπιτήδευετες και αγνές από σήμερα, παραμένουν όμως περίπλοκες, κι απαιτητικές, αφού παρεισφρύουν στοιχεία όπως η κοινωνική θέση, η περιουσιακή κατάσταση, οι γνωριμίες. Ο ρόλος της γυναίκας ήταν σαφώς περιορισμένος, ειδικά εκείνης η οποία στερούταν την περιουσία που θα την καθιστούσε ως ένα βαθμό αυτόνομη. Και για τον άνδρα όμως ισχύει το ίδιο, στις περιπτώσεις που είτε δεν έχει επαρκείς πόρους είτε η κατεύθυνση της ζωής του δίδεται κατόπιν υποδείνξεων των συγγενών στους οποίους είναι οικονομική αγκυστρωμένος. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ήρωες της Ώστεν καλούνται να γνωριστούν, να προσεγγιστούν και να πάρουν αποφάσεις που θα καθορίσουν τη μετέπειτα ζωή τους , σχεδόν σ’ ελάχιστο χρόνο και με ελάχιστη προσωπική επαφή. Αυτό δεν είναι διόλου εύκολο, αφού οι προσωπικότητες δεν φανερώνονται εξ ολοκλήρου, πτυχέςτου χαρακτήρα μένουν κρυμμένες ή παρερμηνεύονται, γνώμες στηριγμένες σε φήμες και μισαλλοδοξίες σχηματίζονται. Ο χαρακτήρας του βιβλίου και της σειράς καλείτα να ξεπεράσει όλα αυτά τα εμπόδια, όλες τις ταμπέλες που θέτει ο ανθρώπινος νους και η κοινωνική αδιακρισία μασκαρεμένη με ένα δήθεν ενδιαφέρον για τον πλησίον. Μέσα από αυτή τη διαδιακασία δεν γνωρίζει απλά τον άλλον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του, αλλά τον ίδιο του το εαυτό. Μοιάζει σαν να βλέπει σε έναν καθρέφτη την αντανάκλασή του, με τα ελαττώματα και τις ατέλειές της. Τότε μόνο υπερβαίνει την περηφάνεια και την προκαταλάψη, που δίνουν τη θέση τους στην κατανόηση και στον έρωτα.

Την “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ενσαρκώνει η Jennifer Ehle, μια ηθοποιός που θα έλεγε κανείς πως μοιάζει εμφανησιακά με την Λίζι της Ώστεν και όμως με μια γυναίκα εκείνης της περιόδου. Η ερμηνεία της είναι ακριβής, χωρίς υπερβολές, αλλά με μια ένταση, όπως αρμόζει και στον ρόλο που υποδύεται. Σίγουρα, τα υπέροχα φορέματα, το προσεγμένο σκηνικό προσδίδουν μια αληθοφάνεια.

Αυτό που ξεχώρισε όμως ήταν αδιαμφισβήτητα ο Colin Firth. Το βλέμμα, οι κινήσεις ήταν πολύ δυνατά στοιχεία του ηθοποιού που οδήγησαν το κοινό να τον ταυτίσει απόλυτα με τον Ντάρσι, που από εγωκεντρικός, περήφανος και αδιάλλαχτος χαρακτήρας, αναστράφηκε σε μυστηριώδης και κλειστός στ αμάτια του. Η ερμηνεία του ήταν αριστουργηματική. Δεν κέρδισε άδικα παγκόσμια φήμη μετά απ’ αυτή τη σειρά. Μάλιστα η ιστορική σκηνή με τον “κύριο Ντάρσι” να βγαίνει μέσα από τη λίμνη με βρεγμένο πουκάμισο κολλημένο πάνω του κι απ’ το πουθενά να πέφτει πάνω στην αποσβολωμένη “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ανακηρύχτηκε μια από τις 100 καλύτερες στιγμές της βρετανικής τηλεόρασης.

Με τη σειρά της, η μεταφορά αυτή απέσπασε πολλάβραβεία (Βραβείο EMMY – Κοστουμιών σε Μίνι Σειρά, Βραβείο BΑFTA – Α΄ Γυναικείου Ρόλου, Βραβείο BANFF – Καλύτερης Μίνι Σειράς, Broadcasting Press Guild Awards – Ανδρικού Ρόλου, Βραβείο OFTA, Βραβείο TCA και Writers’ Guild of Great Britain – Καλύτερη Δραματοποιημένη Σειρά) και αναγνωρίστηκε ως μια από τις καλύτερες. Δε χρειάζεται κανείς να είναι θαυμαστής της Ώστεν για να αγαπήσει τον τρόπο που ενσαρκώνονται οι ρόλοι, την ένταση στην ατμόσφαιρα, την εναλλαγή μεταξύ τρυφερότητας και απεέχθειας, αγάπης και αδιαφορίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια διάθεση να ερωτευτείτε γιατί αυτή η σειρά σίγουρα θα σας δώσει την ευκαιρία. Καλή θέαση!

Πηγές:

«Περηφάνια και προκατάληψη» στην ΕΡΤ2 -Το τέταρτο επεισόδιο

https://tisfanistisfanikeoraio.wordpress.com/2016/02/14/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7-%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9/