Το Σαββατοκύριακο αυτό αποφάσισα να ξαναδιαβάσω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία της βικτωριανής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας την Υπερηφάνεια και Προκατάληψη της καυστικής αλλά και ρομαντικής Τζέην Ώστεν. Ακόμα και αν έχει κανείς εξαντλήσει τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές της ιστορίας αυτούσια ή με παραλλαγές, ποτέ δεν κουράζεται από την ειλικρίνεια των χαρακτήρων, την διείσδυση σε μια κοινωνία που αν και μακρινή δεν απάδει της δικής μας και το ευρηματικό χιούμορ της συγγραφέως.
Η συγγραφέας
Η Τζέην Ώστεν, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αγγλικής και εν γένει αγγλόφωνης λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1775 στο Στήβεντον, ένα χωριό στο Χάμσερ, και πέθανε στο Γουίντεστερ το 1817. Πήρε τα πρώτα της μαθήματα στην Οξφόρδη και έπειτα στο Αβαείο του Ρήτινγκ. Στη συνέχεια την εκπαίδευση της ανέλαβε ο πατέρας της, Τζωρτζ Ώστεν, αιδεσιμότατος και λόγιος. Το οικογενειακό της περιβάλλον ευνόησε την ανάδειξη του χαρίσματος της ως μυθιστοριογράφου.
Έζησε μια ήσυχη ζωή, περιτριγυρισμένη από ανθρώπους συνηθισμένους, όπως άλλωστε και οι χαρακτήρες που περιγράφονται στα έργα της. Είναι άνθρωποι καθημερινοί, ρεαλιστικά δοσμένοι, πράγμα που αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη προσφορά της Ώστεν στην αγγλική και την παγκόσμια, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, λογοτεχνία. Τα έργα της σηματοδοτούν τη στροφή της λογοτεχνίας στον ρεαλισμό, καθώς είναι απαλλαγμένα από τον βαρύ ρομαντισμό που ως τότε κυριαρχούσε. Αντιμετωπίζει με κριτική ματιά τους κατεστημένους θεσμούς της εποχής, επί παραδείγματι τον γάμο, παρότι η ίδια επέλεξε να μην παντρευτεί ποτέ. Κύριος άξονας του έργου της είναι ένα από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, ο έρωτας. Δεν σκιαγραφεί με λεπτομέρεια μόνο την κοινωνία της εποχής, αλλά και ψυχογραφεί με βαθιά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση τους χαρακτήρες της. Ως σκηνικό επιλέγει συνήθως την αγγλική επαρχία που υπήρξε γνώριμη σε εκείνη, με τους κατοίκους, τον κληρικό της, τους κτηματίες με τους τιμητικούς τίτλους. Δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό αν εντός των ιστοριών αυτών εντοπίζονται προσωπικά βιώματα, διότι η μεγαλύτερη αδελφή της Κασσάνδρα φρόντισε μετά τον θάνατό της να καούν όλες οι προσωπικές της επιστολές. Έτσι χάσαμε, αφενός ένα πιθανό λογοτεχνικό έργο, αλλά και αφετέρου μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε σε μια προσωπικότητα που επηρέασε και συνεχίζει και στις μέρες μας να επηρεάζει τους αναγνώστες της.
Η Ώστεν συνθέτει μια κωμωδία των ηθών, μια παρωδία. Πίσω όμως από τη διακωμώδιση αυτή και από τους γεμάτους σαρκασμούς διαλόγους της, ελλοχεύει μια αυστηρή κριτική για την γυναίκα και την μοίρα της, για τον έρωτα και τις απογοητεύσεις του, για την ελπίδα και τις διαψεύσεις της. Μέσα από “οικογενειακά” μυθιστορήματα, όπως χαρακτηρίζουν πολλοί τα έργα της, καταφέρνει να αποδώσει την τραγικότητα της ύπαρξης και την ουσία των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτός είναι μάλλον και ο λόγος που δυο αιώνες μετά τον θάνατό της, τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια ζέση και το έντονο ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα μεταξύ αυτών είναι τα εξής: “Λογική και Ευαισθησία”, “Μάνσφηλντ Παρκ”, “Έμμα“, “Αβαείο του Νόρθχανγκερ”, “Πειθώ”, “Λαίδη Σούζαν” . Έχει γράψει και αρκετά διηγήματα.
Υπερηφάνεια και Προκατάληψη
Τα πρόσωπα
Από όλα αυτά τα έργα της, το αναγνωστικό της κοινό μοιάζει να έχει ξεχωρίσει την “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη”. Πράγματι και εγώ η ίδια μέσα από αυτό γνώρισα και αγάπησα τον κόσμο της Ώστεν, τους απλοϊκούς αλλά ρεαλιστικούς χαρακτήρες της και τον μυστήριο και μαγικό τρόπο με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους. Η εμπειρία της βύθισης σε έναν άλλο κόσμο που προσφέρει η λογοτεχνία, στην δική της περίπτωση μας μεταφέρει σε ένα αγροτικό σπίτι της αγγλικής εξοχής, του ύστερου 18ου αιώνα, στην κατοικία της οικογένειας Μπένετ. Οι χαρακτήρες δεν αργούν να αποκαλυφθούν. Θα έλεγε κανείς πως από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου εισέρχεται στην καθημερινή οικογενειακή ζωή της μεσοαστικής τάξης με τους τσακωμούς, τις φωνές και τα απρόοπτά της.
Ο Κύριος Μπένετ, ήσυχος, πράος και αντισυμβατικός για τα δεδομένα της εποχής του πατριάρχης, μοιάζει να έχει παραχωρήσει την θέση του αρχηγού του σπιτιού στην νευρωτική, στα όρια της υστερίας, γυναίκα του που μόνο μέλημά της είναι η εύρεση συζύγου για τις πέντε ανύπαντρες κόρες της. Η πρώτη η Τζέην έχει κληρονομήσει την πραότητα και την ευγένεια του πατέρα της. Σε αντίθεση με την ένταση και την αναίδεια που μοιάζει να επικρατεί στο σπίτι, εκείνη φαίνεται ευγενής, γαλήνια και εγκρατής. Είναι, χωρίς αμφιβολία, η καλλονή του σπιτιού και η ελπίδα της μητέρας της για έναν επωφελή οικονομικά γάμο που θα έσωζε τόσο εκείνη όσο και τις αδελφές της από την αφάνεια και την πενία. Η δεύτερη κόρη που αναμένεται να αναδειχθεί στην πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η Ελίζαμπεθ με το υποκοριστικό Λίζυ, η αγαπημένη του πατέρα της, η ονειροπόλα, απορροφημένη από τα βιβλία της και ισχυρογνώμων νεαρή που δεν διστάζει να έρχεται σε αντιπαράθεση με όλους και με όλα. Μετά ακολουθεί η Μαίρη, ίσως η πιο αθόρυβη από τις αδελφές που αγαπά την μουσική και το πιάνο της σε κωμικοτραγικό βαθμό και που όπως και οι υπόλοιπες αδελφές της που ακολουθούν στερείται ενσυναίσθησης. Η Κίττυ και η Λύντια είναι σαφώς οι ευνοημένες της μητέρας τους, καθώς όπως και εκείνη αγαπούν την διασκέδαση, το φλερτ και δεν έχουν κανένα όριο ηθικό ή αυτό που επιβάλλουν οι κοινωνικές συναναστροφές.
Η αφήγηση, όμως, δεν αναλώνεται στα στενά όρια μιας επαρχιακής οικογένειας. Σύντομα θα εμπλακούν και άλλα πρόσωπα. Από τα πιο “αφανή”, όπως την φίλη της Λίζυ, δεσποινίδα Λούκας, εώς και τον συμπρωταγωνιστή κύριο Ντάρσυ, η Ώστεν σιγά σιγά φανερώνει στοιχεία της προσωπικότητά τους που οδηγούν σε συγκρούσεις αλλά και σε έρωτες. Ο κύριος Μπίγκλεϊ που αποκαλύπτεται από την αρχή της ιστορίας είναι ένας πλούσιος και όμορφος νέος, περιζήτητος γαμπρός, που αρέσκεται στην διασκέδαση. Άγεται και φέρεται από την υπεροπτική αδελφή του και τον περήφανο φίλο του τον κύριο Ντάρσυ. Ο τελευταίος αν και απρόσιτος και βλοσυρός στην πορεία της ιστορίας και του έρωτά του για την Ελίζαμπεθ αποκαλύπτει και άλλες πτυχές του. Ο κύριος Γουίκαμ, μια αμφίβολη μορφή που θα έρθει να αλλάξει τον ρου της ιστορίας είναι ένας τυχοδιώκτης και προικοθήρας που εμφανίζεται με το προσωπείο του. Οι υπόλοιποι, δευτερεύοντες ρόλοι, όπως η δεσποινίδα Λούκας, ο κύριος Κόλινς, η Λαίδη ΝτεΜπεργκ, ο κύριος Γκάρντινερ, η Τζώρτζια κινούν με τον δικό τους τρόπο τα νήματα της πλοκής και φωτίζουν διάφορες όψεις των κεντρικών χαρακτήρων αλλά λειτουργούν και συνήθως ως καρικατούρες.
Η πλοκή
Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε την εξέλιξη της ιστορίας, που έχει ένα κοινό μοτίβο στα έργα της Ώστεν και εν γένει των βικτωριανών γυναικών συγγραφέων. Δύο εκ διαμέτρου εκ πρώτης όψεως αντίθετοι χαρακτήρες λόγω των συνθηκών θα αρχίσουν να έρχονται όλο και πιο κοντά. Ωστόσο, η υπερηφάνεια του ενός και η προκατάληψη του άλλου (δύσκολο να διαχωρίσει κανείς και να διακρίνει ποιο από τα προαναφερθέντα στοιχεία εμφανίζεται σε ποιον) θα διατηρήσει την απόσταση μεταξύ τους μέχρι να είναι ο έρωτας τόσο δυνατός ώστε να υπερβεί τους εγωισμούς και τις μισαλλοδοξίες, τις παρεξηγήσεις, να έρθει στο προσκήνιο και να τους διαποτίσει. Θα έλεγε κανείς πως ο ένας αγαπά τον άλλο ήδη από πολύ νωρίς, αλλά καθυστερεί να αποδεχθεί την έλξη αυτή. Οι λόγοι θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην κοινωνική θέση, στον περίγυρο ή ακόμα στην ισχυρογνωμοσύνη. Το αν θα καταλήξουν μαζί μπορεί να μας είναι γνωστό. Το ενδιαφέρον, παρ’ όλα αυτά, είναι η διαδικασία με την οποία δυο άνθρωποι θα έρθουν κοντά που διαγράφεται εμφανώς στο βιβλίο και που, έστω κατά την γνώμη μας, καμιά μεταφορά στην μικρή ή μεγάλη οθόνη δεν έχει κατορθώσει να αναδείξει το ίδιο ευαγώς. Επίσης, είναι απολαυστική η παρατήρηση της εξέλιξης των χαρακτήρων που περιστοιχίζουν τους πρωταγωνιστές, τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν και ασκούν επιρροή στις ζωές τους.
Η κριτική
Ξεφυλλίζοντας ένα από την εφηβική ηλικία αγαπημένο μυθιστόρημα, με την έντονη μυρωδιά του χαρτιού και την εξαρετική μετάφραση του Ν. Μαργαρινού δεν μπορούσα παρά να νιώσω έντονη νοσταλγία. Δεν άργησα να βρεθώ νοερά σε μια εποχή που λατρεύω, την βικτωριανή και στο γνώριμο αγγλικό της τοπίο. Αν και γνώριζα την ιστορία σαν την παλάμη του χεριού μου, το συγκεκριμένο βιβλίο μου απέδειξε για ακόμα μια φορά πως είναι ανεξάντλητο. Πράγματι, κατάφερα να το δω με μια εντελώς διαφορετική ματιά, περισσότερο διεισδυτικά, πιο σαρκαστικά. Συνειδητοποίησα, μετά λύπης μου, τις ομοιότητες που παρουσιάζει η αγγλική κοινωνία με την δική μας, τις αγκυλώσεις που επικρατούσαν και εξακολουθούν να υφίστανται, τις δυσκολίες της στενής επαφής. Έβρισκα στοιχεία του εαυτού μου αυτή την φορά σε πολλούς από τους συμμετέχοντες στα δρώμενα της ιστορίας, απορούσα με διάφορες αντιδράσεις, συναισθανόμουν την αγωνία, την απογοήτευση, τις ματαιωμένες προσδοκίες και την ελπίδα των ηρωών. Με άλλα λόγια, γινόμουν για ακόμα μια φορά κομμάτι μιας πολυπρόσωπης συναρπαστικής ιστορίας ρομάντζου και σάτιρας που παραμένει επίκαιρη και αγαπημένη όσοι αιώνες και αν περάσουν!
Ειδικά τις φθινοπωρινές αυτές μέρες που εξαιτίας των συνθηκών μας ωθούν στο σπίτι, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να διαβάσετε ή μάλλον να ξαναδιαβάσετε αυτό το αγαπημένο μυθιστόρημα. Η “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.
Η «Λωξάντρα» δεν είναι απλώς βιογραφία, ούτε απλώς μυθιστόρημα. Στο συναρπαστικό αυτό κείμενο, που έγινε ανάρπαστο από την ώρα που πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Εστίας, οι πραγματικοί και οι φανταστικοί χαρακτήρες συγχωνεύονται για να αναπλάσουν την εικόνα της Πόλης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μαρία Ιορδανίδου έγραψε το βιβλίο το 1963, όταν ήταν ήδη εξήντα έξι χρόνων, επειδή – έλεγε – δεν ήθελε αυτά τα λίγα πράγματα που ήξερε να τα πάρει μαζί της. Η Λωξάντρα είναι η ιστορία της γιαγιάς της: μέσα από αυτήν, η Μαρία Ιορδανίδου ξαναζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, ακόμα και ”τώρα, που όλα αυτά πέρασαν και το χορτάρι της λησμονιάς αρχίζει κιόλας να φυτρώνει”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Μαρία Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και έζησε τα παιδικά της χρόνια στον Πειραιά και το Βατούμ της Ρωσίας. Φοίτησε σε ρωσικό γυμνάσιο, στη Σταυρούπολη, όπου τη βρήκε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Το 1919 γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και λίγο αργότερα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου παντρεύτηκε τον Ιορδάνη Ιορδανίδη. Το 1923 επέστρεψαν μαζί στην Αθήνα, αλλά σύντομα ο Ιορδανίδης έφυγε. Εξαιτίας των συνθηκών της ζωής της, η Ιορδανίδου απέκτησε μεγάλη γλωσσομάθεια και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος. Έγινε γνωστή στο λογοτεχνικό χώρο με το έργο «Λωξάντρα», που έγραψε σε ηλικία 65 χρονών, το 1962, και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Η «Λωξάντρα» περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ουσιαστικά η ιστορία της γιαγιάς της. Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της Διακοπές στον Καύκασο (1965), ενώ στο Σαν τα τρελά πουλιά (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταίο της έργο είναι Η αυλή μας (1981). Τα έργα της γνώρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου του 1989.
«Λωξάντρα»
Ελένη Κοκκίδου (από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018)
Η Λωξάντρα είναι μια υπέροχη γυναίκα, που με το ένα χέρι σού φτιάχνει χαλβά και με το άλλο σού ρίχνει ελαφρά σοπάκια για να συνέλθεις. Κι αν συνεχίσεις να την εκνευρίζεις, το στακάτο της «Α!» σημαίνει ότι ως εδώ ήταν, δε σε παίρνει να συνεχίσεις. Η Λωξάντρα είναι η ίδια η Κωνσταντινούπολη, μια γυναίκα βασισμένη στις παραδόσεις που έμαθε, ένα πλάσμα που ξέρει να μαγειρεύει παραδοσιακά, φοβάται τον Κουκουιτζή, το πνεύμα του σπιτιού, αρνείται να αλλάξει την καθημερινότητά της όσο αυξάνονταν οι ανέσεις σε ένα νοικοκυριό κατά το πέρασμα του χρόνου και ένας άνθρωπος που κάθε ιστορική καταστροφή την έβρισκε μαγκωμένη, «τώρα αυτό είναι για καλό μας ή για κακό μας;». Λωξάντρα, Κωνσταντινούπολη, Ιστορία.
Το μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου ξετυλίγει τη ζωή μιας γυναίκας που έζησε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα και πέθανε πλήρης ημερών λίγα χρόνια μετά την είσοδο του 20ού αιώνα, αφήγηση βασισμένη στην πραγματική γιαγιά της συγγραφέως. Η Λωξάντρα ζει με τον σύζυγό της, Δημητρό, τα δικά του παιδιά, τον Επαμεινώνδα, τον Θεόδωρο, τον Γιώργο και την Αγαθώ, τα οποία και μεγάλωσε, αλλά αργότερα απέκτησε και δικά της, τον Αλέκο και την Κλειώ. Τα παιδιά της, λοιπόν, οι γείτονές της, οι συγγενείς της, ο κοινωνικός ιστός της βασίλισσας των πόλεων, συγκροτούν ένα άρτιο, τρυφερό, συγκινητικό μυθιστόρημα, που σε κάνει να δακρύσεις πολλές φορές, όχι τόσο για τις χαμένες πατρίδες όσο για τη χαμένη καθημερινότητα.
Από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018
Η ζωή τότε κυλούσε μετρώντας τους γάμους και τις γεννήσεις, ζώντας έντονα την κάθε εποχή και φτιάχνοντας το αντίστοιχο γλυκό ή φαγητό, η ώρα πέρναγε με το κέντημα όταν ξένοιαζαν οι γυναίκες από τις δουλειές, ένα απίστευτο ωρολόγιο πρόγραμμα, ικανό να εξοντώσει κάθε νέα νοικοκυρά του σήμερα από την πρώτη ώρα! Και η Λωξάντρα εκεί, φρεγάτα στη θάλασσα της Ιστορίας, να ενσαρκώνει τις αναμνήσεις χιλιάδων ανθρώπων που εκδιώχθηκαν άγρια κατά διαστήματα από τον τόπο τους για να γυρίσουν στην Ελλάδα και τις χαρές και τις λύπες γεγονότων και καθημερινών εργασιών που πλέον φθίνουν.
Γλώσσα στρωτή, αφήγηση που ρέει, ιδιωματισμοί με τις επεξηγήσεις τους, αστεία και σοβαρά περιστατικά, διεισδυτική ματιά στα πρόσωπα και τα πράγματα, λεπτομέρειες που έχουν χαραχτεί στο μυαλό της συγγραφέως, η οποία γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και πρόλαβε πολλούς χαρακτήρες που περιγράφει: τον νερουλά, τον αυγουλά, τον τουλουμπατζή. Οτιδήποτε ξεπερνούσε σε μέγεθος την καθημερινότητά της, η Λωξάντρα το θεωρούσε «σφαή» και οι προσευχές και τα τάματα στην Παναγία Μπαλουκλιώτισσα πήγαιναν κι έρχονταν. Μοναδικό το δέσιμο με την Παναγία και το θαυματουργό της αγίασμα. Μοναδικές και οι συνταγές της. Ανεπανάληπτες οι κωμικές σκηνές του μυθιστορήματος.
Η συγγραφέας ντύνει ιστορικά το κείμενό της με συμπυκνωμένες πληροφορίες για τον Κριμαϊκό πόλεμο, για τη βασιλεία του Αβδούλ Μετζίτ και του Αβδούλ Αζίζ και για το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, οπότε και ολοκληρώνει εκεί την ιστορία της, γιατί πλέον ο κόσμος δε θα έιναι ξανά ίδιος. Η Λωξάντρα μετακομίζει από το εξοχικό Μακροχώρι στο κέντρο της Πόλης και από κει στον Πειραιά. Πώς είναι η ζωή της εκεί; Πώς τα καταφέρνει; Θα προσαρμοστεί στις τελείως διαφορετικές εικόνες που δέχεται; Πόσο θα αλλάξει τις καθημερινές της συνήθειες αυτή η νταρντάνα γυναίκα;
Από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018
Η ιστορία κλείνει με τις περιπέτειες της εγγονής της Λωξάντρας από την Κλειώ, της Άννας, που μοναδικό συμπαραστάτη στη ζωή της βρήκε τη γιαγιά της, στην οποία προσέτρεχε κάθε λίγο και λιγάκι. Περιστατικά που ατσάλωσαν έναν χαρακτήρα που θα γνωρίσουμε στο επόμενο βιβλίο, τις «Διακοπές στον Καύκασο».
Το βιβλίο, που γράφτηκε το 1962, γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη προβολή, χάρη στη γνωστή σε όλους ομότιτλη σειρά της ΕΡΤ που προβλήθηκε την τηλεοπτική σαιζόν 1980-1981 σε 30 επεισόδια. Ποιος δε θυμάται τη μορφή της Μπέτυς Βαλάση στον ομώνυμο ρόλο, να σιχτιρίζει τις γάτες, να μαγειρεύει χαλβά και ατζέμ πιλάφι, να κλείνει τη μύτη της φωνάζοντας «τα επτά λέσια!» και να προσεύχεται στην Μπαλουκλιώτισσα; Αυτήν την εικόνα δεν την είδαμε στο μυθιστόρημα, οπότε ίσως η Μπέτυ Βαλάση να πήγε τον χαρακτήρα ένα βήμα παρακάτω, του έδωσε σιλουέτα, προσωπικότητα, προσέθεσε τις δικές της λεκτικές και εκφραστικές νοστιμιές και δημιούργησε μια ηρωίδα που δύσκολα θα ξεχαστεί. Χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 2011, στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ανέβηκε η θεατρική μορφή του έργου, με πρωταγωνίστρια τη Φωτεινή Μπαξεβάνη, η οποία, χωρίς να κοπιάρει τίποτα και κανέναν, δημιούργησε με πρωτόφαντη στα δικά μου μάτια υποκριτική δεινότητα μια άλλη Λωξάντρα, εξίσου στιβαρή και συμπονετικιά, εξίσου ικανή μαγείρισσα («που θα με αφησεις εμένα χωρίς λάδι!»), σε γενικές γραμμές ήταν μια αξιολογότατη πρωταγωνίστρια. Το έργο ανέβηκε τελευταία φορά στο θεατρικό σανίδι τον χειμώνα του 2018 με την Ελένη Κοκκίδου να ενσαρκώνει τον περίφημο ρόλο της Λωξάντρας με μεγάλη επιτυχία.
Η Λωξάντρα είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα, ολοζώντανο και παραστατικότατο, που περιγράφει γλαφυρά μέσα από τα μάτια της κεντρικής ηρωίδας, δεινής μαγείρισσας, τη ζωή, τις χαρές, τις απολαύσεις, τις στιγμές του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης μέχρι την εμφάνιση των Νεοτούρκων. Μυρωδιές της ανατολίτικης κουζίνας ανακατεύονται με τις μυρωδιές από ένα χρυσοποίκιλτο ύφασμα που αργοκαίγεται στο καμίνι της Ιστορίας.
Ένα απλώς εξαιρετικό μυθιστόρημα που σας προτείνουμε να σπεύσετε να απολαύσετε (αν δεν το έχετε ήδη κάνει)!
ΠΗΓΕΣ: Η υπέροχη κριτική του Πάνου Τουρλή (https://www.goodreads.com/book/show/6215512), http://archeia.moec.gov.cy/sm/280/loxandra_iordanidou_didaktiki_protasi.pdf , https://www.politeianet.gr/books/9789600501384-iordanidou-maria-estia-loxantra-201350
Είναι αλήθεια πως τα λογοτεχνικά έργα της Βικτωριανής περιόδου έχουν εδραιωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο και το φανατικό αναγνωστικό τους κοινό απλώνεται σε όλες τις ηπείρους. Από τις αδελφές Μπροντέ ως την Ώστεν και από τον Ντίκενς ως την Έβανς και από τις αρχές του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας η χαρακτηριζόμενη κλασική πλέον λογοτεχνία κερδίζει συνεχώς έδαφος. Οι λόγοι που εξηγούν αυτό το γεγονός είναι πολλοί και διαφέρουν μεταξύ των συγγραφέων και των αναγνωστών. Εξάλλου εύκολα διακρίνει κανείς την αντίθεση ανάμεσα στα έργα του Ντίκενς που κατά κύριο λόγο μιλούν για την δύσκολη και διαβρωτική ζωή στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις από αυτά της Ώστεν που αναπόφευκτα ταξιδεύουν στον νωθρό νότο. Στην μία περίπτωση οι ήρωες αγωνίζονται για την επιβίωση και ενδεχομένως την κοινωνική ανέλιξη μέσω της βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου, ενώ στην άλλη αποσκοπούν στο τελευταίο μέσω της πραγματοποίησης ενός επιτυχημένου ζευγαρώματος. Το κοινό πάντως που παρουσιάζουν όλα τα συγγράμματα της περιόδου αυτής είναι η διεισδυτική ματιά με την οποία οι συγγραφείς βυθίζονται στον ψυχικό κόσμο, στις σκέψεις και τις αντιδράσεις των ηρώων τους. Μεταξύ όλων αυτών κυριαρχεί ένα μοτίβο, μια αλληλουχία που πηγάζει από την ανατροφή και τις παραστάσεις που κυοφορούν μέσα τους. Θα έλεγε κανείς πως οι συγκεκριμένοι λογοτέχνες ήταν δεξιοτέχνες στην σκιαγράφηση χαρακτήρων. Είναι απολύτως λογικό πως χαρακτήρες σαν τον Χίθκλιφ, την Τζέυν Έυρ, τον Πιπ ή τον κ. Ντάρσυ επιβίωσαν μέσα στους αιώνες και δεν χώθηκαν σε κάποιο χρονοντούλαπο της λογοτεχνίας. Σε αυτά τα πού αγαπημένα Βικτωριανά αριστουργήματα θα προσθέσουμε σήμερα ακόμη ένα. Πρόκειται για το “Βορράς και Νότος” της Ελίζαμπεθ Γκασκέλ.
Αν και στενή φίλη του Ντίκενς και της Σαρλότ Μπροντέ, η Ελίζαμπεθ Γκασκέλ μέχρι στιγμής δεν έχαιρε της αναγνωρισιμότητάς τους. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια πολλοί κριτικοί έχουν αρχίσει να αναθεωρούν την στάση τους απέναντι στην εργογραφία της. Μερικά από τα χαρακτηριστικά της γραφής της είναι η εξαιρετική της ικανότητα στην περιγραφή των πιο λεπτών αποχρώσεων των χαρακτήρων και οι λεπτομερείς περιγραφές της υπαίθρου και της αγγλικής πανίδας. Η προτίμησή της για απλούς και ταπεινούς χαρακτήρες φανερώνει την πεποίθησή της ότι η ομορφιά και η ποίηση μπορούν να κρύβονται σε γεγονότα και πρόσωπα καθημερινά. Είναι φανερή η επίδραση των ρομαντικών ποιητών Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ και Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ στον τρόπο σκέψης της αν και το έργο της κατατάσσεται στο χώρο του ρεαλισμού. Τα καυτά κοινωνικά προβλήματα του καιρού της τα αντιμετώπισε από επαναστατική σκοπιά. Δεν ενδιαφέρθηκε για τη νέα τάξη των εξαθλιωμένων εργατών που δημιούργησε η γρήγορη εκβιομηχάνιση της χώρας και για τους κατατρεγμένους από την κοινωνία μόνο ως φιλάνθρωπος σύζυγος πάστορα αλλά τόλμησε να τους αναδείξει ως κεντρικούς χαρακτήρες των ιστοριών της, διακινδυνεύοντας έτσι να ενοχλήσει τη μεσαία αστική τάξη στην οποία ανήκαν οι αναγνώστες της. Στα γυναικεία πρόσωπα των βιβλίων της δεν αρνείται την αφοσίωσή τους στην οικογενειακή εστία αλλά τους δίνει ένα ηθικό ανάστημα και μια ξεχωριστή υπόσταση που ξεπερνούν τα στενά όρια στα οποία τις είχε τοποθετήσει η βικτωριανή κοινωνία. Τοποθετούσε τη δράση των έργων της σε μέρη με τα οποία ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένη, όπως το βιομηχανικό Μάντσεστερ ή η αγγλική ύπαιθρος και πολλές από τις καταστάσεις που ζουν οι ήρωες της έχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Τα κείμενά της αντανακλούν τις θεολογικές της απόψεις, που είχαν σαν άξονα έναν ορθολογικό και φιλελεύθερο Προτεσταντισμό. Γνωρίζοντας τα πιο βασικά στοιχεία της λογοτεχνικής της έκφρασης ως προς την μορφή και το περιεχόμενό της μπορούμε ελεύθερα να εισέλθουμε στα ενδότερα της ιστορίας μας.
Ο “Βορράς και Νότος”, όπως θα μάντευε κανείς από τον τίτλο του είναι ένα ρομαντικό μεν μυθιστόρημα με σημαντικές κοινωνιολογικές πτυχές που δομείται εξαρχής σε μια αντιπαράθεση. Από το πολύβουο και κοσμοπολίτικο Λονδίνο όπου ζει τα τελευταία χρόνια η ηρωίδα μας, Μάργκαρετ Χέιλ αλλά πρόκειται να εγκαταλείψει ενόψει του γάμου της ξαδέλφης της Ίντιθ Σο με τον λογαχό Λένοξ μεταφερόμαστε σχεδόν ακαριαία στο ήσυχο και γραφικό Χέλστοουν του Χάμσαιρ, στην μικρή ενορία όπου λειτουργεί ο πατέρας της Μάργκαρετ, Ρίτσαρντ Χέιλ και ζει με την μητέρα της. Λίγες μέρες ανεμελιάς και μια απρόσμονη πρόταση γάμου θα μεσολαβήσουν μέχρι την εκ νέου αλλαγή σκηνικού. Επόμενος και τελικός (ίσως;) προορισμός το βιομηχανικό Μίλτον στον βρετανικό Βορρά. Την ολάνθιστη και πλουμιστή φύση διαδέχεται αναπόφευκτα το νέφος και ο καπνός των εργοστασίων και των βιομηχανιών. Τους πρόσχαρους και ταπεινούς ανθρώπους της υπαίθρου ακολουθούν οι θορυβώδεις και έντονοι εργάτες των βιοτεχνών και τα επιβλητικά τους αφεντικά. Οι δύο όψεις μιας χώρας που μόλις γνώρισε την βιομηχανική επανάσταση, δίχως να γευτεί μια ταξική αντιπαράθεση, μια επανάσταση στα πρότυπα αυτής της Γαλλίας του περασμένου αιώνα αποδίδονται με μοναδικό τρόπο στο εν λόγω βιβλίο.
Η ζωή της Μάργκαρετ από εκεί και πέρα παίρνει διαφορετική τροπή. Θα έλεγε κανείς πως το νεφελώδες και αγριωπό τοπίο αν και δεν επηρεάζει την αγνή καρδιά και τους αβρούς της τρόπους την σκληραγωγεί και την μεταμορφώνει από μια αριστοκράτισσα χαμηλού εισοδήματος αλλά σωστής ανατροφής σε μια ανεξάρτητη και ώριμη γυναίκα. Στην αλλαγή αυτή δε θα συνδράμει μόνο η ανικανότητα των νοτίων γονιών της να αντιμετωπίσουν διάφορες περιστάσεις ή ενίοτε η συστολή τους αλλά και η γνωριμία της με ανθρώπους όπως οι Χίγκινς ή ο κύριος Μπελ. Ίσως, όμως, τον σημαντικότερο ρόλο να διαδραματίσει ο συμπρωταγωνιστής της, ο αυστηρός και βλοσηρός Τζον Θόρντον. Ο κύριος αυτός, αυτοδημιούργητος βιομήχανος που ασχολείται με την επεξεργασία βαμβακιού και την διάθεσή τους στο λιανικό εμπόριο γίνεται ο πρώτος μαθητής του κύριου Χέιλ στο Μίλτον και στην ουσία ο πρώτος του και μοναδικός φίλος. Παρά τους απότομους τρόπους του, ο Θόρντον είναι ένας άνθρωπος μετρημένος και οξυδερκής με θαυμάσια πειθαρχία και αυτοσυγκράτηση. Ο μόνος άνθρωπος που μοιάζει να αγαπά ειλικρινά είναι η μητέρα του, την οποία χαρακτηρίζουν τα ίδια ακριβώς επίθετα. Σύντομα, η κατάσταση αυτή θα ανατραπεί, καθώς το άκαμπτο σθένος ενός άντρα δυναμικού και μαχητικού θα έρθει να απαλύνει ο έρωτάς του για την Μάργκαρετ, ένας έρωτας μη αναμενόμενος και άδοξος κατά τον ίδιο.
Πράγματι, οι δυο τους θα περάσουν από 40 κύματα, με την σχέση τους να συμπαρασύρεται από απανωτές αλλαγές, από παρεξηγήσεις, από ταραχές, από θλιβερά γεγονότα. Παρότι πρόκειται για ρομαντικό βικτωριανό μυθιστόρημα καθ’ όλη την διάρκειά του ο αναγνώστης αμφιβάλλει έντονα για την κατάληξη. Η αληθοφάνεια της αφήγησης, αλλά ιδίως η ρεαλιστικότητα των χαρακτήρων είναι ανεπανάληπτη. Μέσα από την σύγκρουση των δυο ηρωών συγκρούονται δυο κόσμοι, δυο νοοτροπίες, δυο γεωγραφικά, ταξικά υπόβαθρα. Μένει να δείξει αν αυτή η σύγκρουση θα αποβεί μοιραία για έναν έρωτα που σταδιακά καλλιεργείται συμπαρασύροντάς τον και τσακίζοντάς τον στον εγωισμό ή αν θα οδηγήσει σε μια αλληλοπεριχώρηση και μια μαγευτική σύζευξη. Εξάλλου, ο νόμος της φυσικής περί της έλξης των ετερώνυμων αποδεικνύεται περίτρανα στην βικτωριανή εργογραφία.
Πέρα από την σχέση των δυο φύλων, συγγραφέας με ήρεμο, αλλά ιδιαίτερα καίριο και δεικτικό τρόπο, περιέγραψε βίαιες καταστάσεις, ατομικές και συλλογικές, με αποτέλεσμα να ενοχλήσει την αστική τάξη της βικτωριανής εποχής. Το έργο αυτό όμως δεν μένει μόνο σε εκείνη την εποχή αλλά δημιουργεί καίρια ερωτήματα και για την δική μας. Η συγγραφέας, με την απαράμιλλη αφηγηματική της δεινότητα και με την περιγραφή των πιο λεπτών αποχρώσεων των χαρακτήρων, καταφέρνει να καταγράψει την κατάσταση των εργατών, τις δυσκολίες, τα πάθη και τις ελπίδες τους σε έναν κόσμο που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων στον ρόλο των συνδικάτων και των κινημάτων, όπως ο μεθοδισμός. Ακόμη εκπλήσσει η οξυδέρκεια με την οποία η Γκάσκελ αντιλαμβάνεται τις σχέσεις εξουσίας, όχι μόνο μεταξύ αφεντικών και εργατών, αλλά και μες στους κόλπους της κάθε μιας από αυτές τις τάξεις. Παρόλα αυτά, η Κυρία Γκάσκελ δεν αμελεί την ατομική διάσταση και τις επιπτώσεις όλων αυτών των σημαντικών γεγονότων στον καθένα από τους ήρωές της ξεχωριστά. Έτσι, παρακολουθούμε σε όλο το βιβλίο μια εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών δρωμένων αλλά και μια εξέλιξη των ηρωών.
Το αξιοθαύμαστο στο έργο της Γκασκέλ είναι ότι συνδυάζει τους κοινωνικούς προβληματισμούς του Ντίκενς δίχως την ζοφερότητα τους και το ψυχογραφικό ειδύλλιο της Ώστεν δίχως την υπερανάλυσή της, αλλά με χιούμορ και διορατικότητα. Η πάλη των τάξεων, η έννοια της δικαιοσύνης, ο ρόλος της Εκκλησίας, η θέση της γυναίκας αποτελούν λίγα από τα ζητήματα που θίγει αυτό το μυθιστόρημα και που το καθιστούν μοναδικό μεταξύ των ομοίων του και αναμφίβολα το σημαντικότερο έργο της συγγραφέως. Η Μάργκαρετ Χέιλ και ο Τζον Θόρντον είναι οι εξέλιξη της Ελίζαμπεθ Μπένετ και του Φιτζγουίλιαμ Ντάρσυ και η πολιτικοκοινωνική τους εκδοχή. Σίγουρα, τους αναλογεί πολύ μεγαλύτερη μελέτη και εμβάθυνση και σε κάθε περίπτωση αναγνωσιμότητα ανάμεσα στο φανατικό και όχι μόνο αναγνωστικό κοινό της βικτωριανής λογοτεχνίας.
Στιγμιότυπο από την σειρά “Βορράς και Νότος”
Προσωπικά γνώρισα το έργο μέσα από την μεταφορά του στην μικρή οθόνη το 2004 από το BBC, για την οποία ελπίζω να έχω την ευκαιρία να μιλήσω σε ένα άλλο άρθρο. Διαβάζοντάς το στην γλώσσα που γράφτηκε στην αρχή, καθώς η ελληνική μετάφραση δεν είχε ακόμα συντελεστεί, ήταν μια συναρπαστική εμπειρία, καθώς ο τρόπος έκφρασης της Γκασκέλ είναι σαγηνευτικός, ενώ η παράθεση στην αρχή κάθε κεφαλαίου αποφθεγμάτων ή μικρών ποιημάτων με ενθουσίασε. Πίστευα, ειλικρινά πως κάθε απόπειρα μετάφρασης, θα κατέστρεφε αυτό το δημιούργημα. Παρ’ όλα αυτά έκανα λάθος και η μετάφραση για τον εκδοτικό οίκο Μίνωα για την σειρά Ξένη Κλασική Λογοτεχνία με εξέπληξε ευχάριστα. Το ύφος της Γκασκέλ, σαρκαστικό σε διάφορα σημεία και φιλοσοφικό σε άλλα διατηρείται, ενώ η μαγεία της δικής μας γλώσσας συναρπάζει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Αν αγνοούσατε την ύπαρξη ή ακόμα δεν είχατε να σκεφτεί το έργο αυτό, ελπίζουμε αυτό το άρθρο μας να σας παρακινήσει να το πράξετε!
Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί σε μετάφρασης της Βασιλικής Κοκκίνου από τις εκδόσεις Μίνωα.
Σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος εξέφρασα την ανάγκη να διαβάσω ένα λογοτεχνικό έργο σχετικό με τον θάνατο και την φθορά. Το ζήτημα αυτό από αρχής εώς εσχάτων απασχολεί συγγραφείς και ποιητές, θεολόγους, ψυχοθεραπευτές και φιλοσόφους. Προσπαθώντας να το προσεγγίσω σφαιρικά και ορμώμενη από την ψυχιατρική έστρεψα την αναζήτηση στην λογοτεχνία. Η πρόταση ήρθε σχεδόν ακαριαία: “Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή” του μέχρι τότε άγνωστου σε εμένα Ελβετού συγγραφέα Φριτς Τσόρν. Χωρίς δισταγμό ή δεύτερη σκέψη το απέκτησα και σύντομα βυθίστηκα στον σκοτεινό και νευρωτικό κόσμο της “Οργής” (ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας).
Ο συγγραφέας
Πρόκειται για μια βιογραφία, για ένα ντοκουμέντο καταστροφής, για ένα εξομολογητήριο γράμμα, ένα ημερολόγιο θανάτου, μια εξαγνιστική εκμυστήρευση. “Είμαι νέος και πλούσιος και μορφωμένος. Και είμαι δυστυχισμένος και νευρωτικός και μόνος”: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση της εξόριστης από την ζωή ζωής του νεαρού Φριτς, που έμελλε να μείνει για πάντα νεαρός, τουλάχιστον ηλικιακά. Ο αφηγητής μας θα φύγει από την ζωή στα 32 του χρόνια, χτυπημένος από τον καρκίνο και την κατάθλιψη, μια μέρα αφού θα πληροφορηθεί την έκδοση του βιβλίου του που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο τίτλος του θα είναι “Άρης” (στα ελληνικά προτιμήθηκε λόγω του περιεχομένου Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή).
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, από το πατρικό του σπίτι στο Κ., πλούσιο προάστιο της Ζυρίχης, από την μεγαλοαστική κοινωνία της Χρυσής Ακτής. Θα έλεγε κανείς πως από αυτό ξεκινά και σε αυτό καταλήγει η ιστορία του. Το μικρό αγόρι μεγαλώνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου απολαμβάνει αν και όχι σε υπέρμετρο βαθμό τα υλικά αγαθά και όπου επικρατεί μια οικογενειακή αρμονία. Στο πλαίσιο της τελευταίας, αποφεύγονται οι συζητήσεις βαθύτερων θεμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως δύσκολα. Άνθρωποι διαφορετικοί μέμφονται ως γραφικοί ή γελοίοι. Οι απόψεις πνίγονται, όπως και οι αντιδράσεις. Οι επισκέψεις θεωρούνται περιττές, ενώ ο θεός και η πολιτική αποπέμπονται από την καθημερινή συζήτηση. Η κλασική μουσική και η λογοτεχνία εξυμνούνται, αλλά οποιοδήποτε διαφορετικό είδος περιφρονείται. Και όλα όσα παραθέτει δεν συμβαίνουν από καθαρή αδιαφορία αλλά κατ’ επίκληση μιας κατ’ επίφαση ανωτερότητας, ενός αρρωστημένου ελιτισμού που δεν στηρίζεται πουθενά παρά μόνο στην νοσηρή αντίληψη των γονιών για την οικογενειακή γαλήνη, η οποία δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να διαταραχθεί, ακόμα και αν αυτό σήμαινε τον μαρασμό των μελών της οικογένειας. Αυτό δεν περιορίζεται στους τέσσερεις τοίχους που περιφρουρούν το σπίτι των γονιών του, αλλά εξαπλώνεται καθ’ όλο το μήκος της Χρυσής Ακτής, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό.
Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια, ο Φριτς είναι αιχμάλωτος μιας ασφυκτικής οικογένειας και κοινωνίας. Εντός αυτής δεν πρέπει να ξεχωρίζει, διότι κάτι τέτοια θα οδηγούσε σε διάρρηξη της επιζητούμενης αρμονίας. Προκειμένου να παραμείνει απαρατήρητος και αρμονικός μέσα στην δυσαρμονία δεν έμαθε ποτέ να λέει όχι, να εκφράζει την γνώμη του, να αντιτίθεται, να διαφοροποιείται. Η εκούσια αυτή υποταγή που ήταν βαθιά ριζωμένη στην οικογενειακή και κοινωνική παράδοση δεν είχε εξαρχής αρνητικά αποτελέσματα στον σχολικό του βίο. Ή σωστότερα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες που μια τέτοια στάση θα του επιφύλασσε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Η υποταγμένη στις συμβατικότητες, απογυμνωμένη ολοκληρωτικά από αισθήματα και ευαισθησίες ατμόσφαιρα κάνει αδύνατη ή έστω καθιστά ακόμα πιο δυσχερή την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη φύση του ευαίσθητου νεαρού γόνου. Αυτό δε θα αργήσει να φανεί. Μεγαλώνοντας και περνώντας από την παιδικότητα στην εφηβεία και ύστερα στην ενηλικίωση και την φυγή από τα δεσμά του πατρικού σπιτιού, τα χωροταξικά δεσμά, ο Φριτς θα βρεθεί μόνος, ολότελα μόνος. Δεν είχε δημιουργήσει βαθύτερες διαπροσωπικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, παρ’ ότι είχε την φήμη ενός διασκεδαστικού και ευδιάθετου μαθητή και φοιτητή. Δεν είχε φίλους, είχε απλώς γνωστούς, τ ώστε να απαλύνουν ελάχιστα την μοναξιά του, χωρίς όμως να μπορεί να την μοιραστεί μαζί τους. Το σημαντικότερο ήταν πως δεν είχε αισθανθεί έλξη ούτε για το αντίθετο ούτε για το ίδιο φύλο. Δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί αλλά ούτε και διεγερθεί σεξουαλικά για κάποιον άνθρωπο. Ήταν ανέραστος και ήταν και μόνος. Δυστυχώς, έτσι ακριβώς, έφυγε από την ζωή. Ωστόσο μέχρι τότε, μεσολάβησε μια πολύ σημαντική συνειδητοποίηση που θα δούμε ακολούθως.
Όταν είχε πια ολοκληρώσει τις σπουδές του, είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή Ρομανιστικής, είχε μετακομίσει στην Ζυρίχη όπου ζούσε μόνος του, ήρθε αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με μια αλήθεια που πάσχιζε να εκτοπίσει και να σύρει στα έγκατα της σκέψης του. Έπασχε από κατάθλιψη και από νεύρωση. Τα δείγματα ήταν πασιφανή, αλλά αρνούνταν να τα δει, προτιμώντας να παραδοθεί σε έναν σταδιακό μαρασμό. Εξάλλου, ο έρωτας, σαρκικός και πνευματικός, η αγάπη, το πάθος απουσίαζαν εξαρχής από την ζωή του. Το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα αυτό. Οποιαδήποτε σπίθα ζωής και ενέργειας απουσίαζε από την ύπαρξή του. Σε αυτή την θλιβερή για τον εξωτερικό παρατηρητή κατάσταση, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός θα έλεγε κανείς για την συγκεκριμένη περίπτωση ο καρκίνος. Όπως ο ίδιος αναφέρει ένας όγκος ξεπρόβαλλε στον λαιμό του, ένας όγκος που κουβαλούσε όλα εκείνα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Η πορεία της ασθένειάς του είναι ανοδική. Σύντομα ο καρκίνος θα κάνει μετάσταση σε πολλά σημεία του σώματός του καταδικάζοντας σε έναν θάνατο αργό και βασανιστικό.
Την επανάσταση έρχεται να την κάνει ο θάνατός του, ένας θάνατος που πρέπει να καταδείξει το σπέρμα θανάτου που φωλιάζει σε αυτή την κοινωνία, να κάνει ολοφάνερη την θνησιγένειά της και τις αναπόφευκτες συνέπειες μιας καταπίεσης άνευ προηγουμένου. Ο καρκίνος δεν είναι μόνο σωματικός, είναι ψυχικός, κοινωνικός. Στην ουσία, η ζωή του ήταν ο θάνατος και από τη στιγμή που ο καρκίνος εισβάλλει στο σώμα του τον κάνει να συλλάβει την έννοια της ζωής του. Για τον Φριτς, όπως και για τον Ιβάν Ίλιτς στο έργο του Λέοντος Τολστόι ο θάνατος ή έστω το ενδεχόμενο του οδηγούν σε μια αφυπνιστική εμπειρία που στρέφεται στην αλλαγή της ζωής. Αυτήν την ζωή που ο Φριτς θυσίασε στο βωμό της ψευδεπίγραφης αρμονίας και του Δυτικού καθωσπρεπισμού του κίβδηλου αστικού περιγύρου που τον κρατούσε αλυσοδεμένο για πολλά χρόνια. Ο καρκίνος τον μεταμορφώνει ενώ παράλληλα τον καταστρέφει. Μέσα από την καταστροφή αυτή έρχεται η δημιουργία. Όπως λέει ο Κωστής Παλαμάς: “Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ και ο χτίστης […] Και θέλει το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Ο Φριτς αξιοποιεί τις τρεις αυτές ιδιότητες, το αφυπνισμένο μυαλό του, την χωρίς αγάπη και που λαχταρά για αυτήν καρδιά του και την λογοτεχνική επιδεξιότητα, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του και συνθέτει το πρώτο έργο και κύκνειο άσμα του, το ρέκβιεμ μιας ζωής που παίρνει την αληθινή της έννοια μόνο από την στιγμή που η αρρώστια θρονιάζεται στο κορμί και μετατρέπει την γεμάτη δηλητήριο φυσιολογικότητα σε έναν κακοήθη όγκο που κόβει την ανάσα.
Ο συγγραφέας
Θα αξιοποιήσω έναν αφορισμό του Σάρτρ λέγοντας πως δεν έχει πια σημασία τι έκαναν στον άνθρωπο αλλά τι έκανε ο άνθρωπος από αυτό που του έκαναν. Ο Τσορν επέλεξε να καταρτήσει έναν οδηγό επιβίωσης. Η στάση στην οποία θέλουν να τον βλέπουν δεν είναι εκείνη της αθλιότητας, αλλά η στάση της μοναδικής αρετής στην οποία μπορεί να μετατραπεί η αθλιότητα: στη στάση του ανατόμου της προσωπικής του υπόθεσης. Δεν πρόκειται άλλωστε για ένα post mortem αλλά για ένα ante mortem έργο, για μια ανατομία, μια ψυχογραφία. Ο θάνατος παραμονεύει και τα γραπτά είναι ένας αγώνας δρόμου με αντίπαλο τον εξελισσόμενο καρκίνο. Ίσως, το όλο δημιούργημα να είναι μια απάντηση του συγγραφέα στην ζωή που δεν έζησε. Μια τέτοια σκέψη θα αδικούσε την σημασία του βιβλίου αυτού και θα την περιόριζε σε μια εγωιστική ανάγκη για υστεροφημία. Αν και ο Τσορν δεν επιχειρεί να είναι διδακτικός, μοιάζει να προσπαθεί να επιμηκύνει την ζωή του μέσω της τεχνικής των κυματισμών. Πιο αναλυτικά, βαθιά μέσα του επιδιώκει με το έργο αυτό να μην καταδείξει μόνο την δική του μίζερη ύπαρξη αλλά να ταρακουνήσει όλους εκείνους που αρκούνται σε μια τέτοια κατάσταση που δεν την απαρνούνται και δεν επαναστατούν. Απαντά έστω ετεροχρονισμένα με την δική του ασθένεια με τον καρκίνο στο καρκινογενές περιβάλλον εντός του οποίου ανατράφηκε. Κατηγορεί και εκείνο αλλά και τον εαυτό του για την κατάληξη αυτήν και προσδίδει σε αυτό το υποβόσκον κατηγορητήριο μια λογοτεχνική αξία.
Αυτό το όλο πίκρα βιβλίο, η βιογραφία ενός ανθρώπου κλεισμένου στο χρυσό κλουβί της αστικής ευμάρειας και που ανατράφηκε για τον θάνατο είναι για εμένα κάτι περισσότερο από ένα στοχαστικό δοκίμιο. Μπορεί να μην είναι λογοτεχνία με την τυπική και αυστηρή του όρου έννοια. Είναι ένα βιβλίο απόλυτης ειλικρίνειας και ολοκληρωτικής αυθάδειας, ένα δοκίμιο θρηνητικού χιούμορ και πιεστικής λογικής, βιβλίο με γλωσσική μουσικότητα και με κυριαρχία των εκφραστικών μέσων. Σε αυτό είναι συμπυκνωμένο και συγκεντρωμένο ό,τι ισχύει για το κάθε μεμονωμένο άτομο. Η αφήγηση είναι ένα αγχωτικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή ανάγνωσμα. Είναι μια εξιστόρηση αναγκαία τόσο για τον αφηγητή όσο και για εμάς Δεν ξέρουμε και δε θα μάθουμε ποτέ αν η τέχνη κατάφερε να του δώσει αυτά που του στέρησε η ζωή. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως αυτό το γλωσσικά φτωχό σε πρώτο επίπεδο ντοκουμέντο ενός αρρώστου περί ανικανότητας επαφής όσο προχωρά γίνεται μια πιο πυκνή και καθηλωτική πρόζα ενός αληθινού συγγραφέα αλλά κυρίως ενός αληθινού ανθρώπου, αρνητή της ζωής αλλά αποδέκτη του θανάτου.
Πράγματι, αν και η ζωή μου απάδει από εκείνη του Τσορν από πολλές απόψεις, το βιβλίο μπολιάζει ένα πολύ επικίνδυνο μικρόβιο, αυτό της αναγνώρισης και της ταύτισης, Μπορεί να μην έχουμε προσβληθεί και να μην προσβληθούμε ποτέ από κάποιο θανατηφόρο σωματικό ή ψυχικό νόσημα, μπορεί ποτέ να μην ζήσουμε κάποια εμπειρία θανάτου που να μας προκαλέσει αφύπνιση, αλλά σίγουρα σε αυτό το βιβλίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνο που επεσήμανε στον πρόλογο του ο Άντολφ Μούσγκ ότι “σε μια ανίατη κοινωνία ο θάνατος δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας και ότι θα εξακολουθήσουμε να πεθαίνουμε έτσι, αν εξακολουθήσουμε να ζούμε έτσι. Και ακριβώς σ’ αυτό έγκειται πραγματικά η συγκλονιστικότητα αυτού του βιβλίου”.
Το βιβλίο
Το έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηγιάννη. Eντός του βιβλίου μπορείτε να βρείτε τις κριτικές ομότεχνων του, και όχι μόνο, από τις οποίες αντλήσαμε το υλικό μας.
Πηγές:
H κριτική για τον Άρη, Peter Ruedi, Die Weltwoche, 1977
Ντοκουμέντο μιας καταστροφής, H. Burger, Lenyburg Seetal, 1977
Σύγκρουση με την Κοινωνία, Martin Kraft, Berner Machrichten, 1977
«Δέχονταν τις απολαύσεις του πρωινού, τον αστραφτερό ήλιο, το κυμάτισμα της θάλασσας και τον ευωδιαστό αέρα, όπως στο ξέγνοιαστο παρελθόν τους, όταν η ζωή ήταν γεμάτη, όταν η ελπίδα δεν χρειαζόταν και έτσι την ξεχνούσαν»
Πόσο συγκλονιστικό και πόσο σκληρό είναι να ζει κανείς σε μία κοινωνία που οι κανόνες και οι νόμοι κλίνουν προς το χάος και την πλήρη αναρχία; Πόσο άπληστο, κακεντρεχές και αχάριστο ζώον είναι ο άνθρωπος και πως γίνεται μόνον σε αυτόν να οφείλονται όλα τα κακώς κείμενα αυτού του κόσμου;
William Golding
Λιγότερα από δέκα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ο Γουίλλιαμ Γκόλντινγκ ήταν ακόμα βαθιά απογοητευμένος από την αποτυχία του πολιτισμού να αποτρέψει την ανάδυση των χειρότερων ενστίκτων του ανθρώπου. Και έτσι έγραψε τον Άρχοντα των Μυγών, η θεματική του οποίου αφορούσε αυτήν παρατήρηση, πως τα ελαττώματα της κοινωνίας προέρχονται από τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης. Τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ «δεν έγιναν από κάποιους κυνηγούς κεφαλών της Νέας Γουινέας ή από κάποια πρωτόγονη φυλή του Αμαζονίου. Έγιναν, περίτεχνα, ψυχρά, από μορφωμένους ανθρώπους, γιατρούς, δικηγόρους, από ανθρώπους με μια παράδοση πολιτισμού πίσω τους, προς πλάσματα όμοιά τους», γράφει στο δοκίμιό του Fable (Μύθος), που αφορά το παραπάνω βιβλίο του. «Όποιος έζησε εκείνα τα χρόνια χωρίς να καταλάβει πως ο άνθρωπος παράγει αχρειότητα όπως η μέλισσα το μέλι, πρέπει να ήταν τυφλός ή όχι καλά στα μυαλά του». Αυτό είναι που θέλει να δείξει στον Άρχοντα των Μυγών, ένα «συμβολικό βιβλίο», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Κυκλοφόρησε το 1954 και βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι αυτό το βιβλίο ενέπνευσε τους δημιουργούς της σειράς «Lost«, τον Stephen King και μάλλον και τον James Dashner, συγγραφέα του «The Maze Runner».
Η αφήγηση μας τοποθετεί εν μέσω ενός πυρηνικού πολέμου, όπου ένα αεροπλάνο πέφτει σε ένα μαγευτικό νησί, και τα παιδιά- οι επιβάτες του (ηλικίας 6-12 χρονών) καλούνται να τα βγάλουν πέρα μόνα τους. Τα παιδιά συμφωνούν πως πρέπει να εκλέξουν αρχηγό – και διαλέγουν με συνοπτικές διαδικασίες τον Ραλφ γιατί κρατά το βούκινο που τους ένωσε – να οργανώσουν ομάδες κυνηγιού, να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά για να φαίνεται ο καπνός από μακριά, μπας και τους βρουν και να φτιάξουν καταλύματα. Στην αρχή όλα φαίνονταν ειδυλλιακά, αλλά εκεί, μες στο σχετικά φιλόξενο νησί που τους δίνει τους καρπούς του αφειδώς, έχει γουρούνια για κυνήγι και νερό άφθονο για να μην διψάσουν, αρχίζουν σιγά σιγά τα ανθρώπινα ένστικτα να εμφανίζονται.
Όταν ένα από τα μικρότερα φανερώνει τους φόβους του για ένα κτήνος που κρύβεται στο δάσος, ο Ράλφ τον αγνοεί, λέγοντας πως δεν υπάρχουν τέρατα. Ο ανταγωνιστής του ο Τζακ, όμως, έχοντας αναλάβει την ευθύνη της εύρεσης φαγητού μέσω του κυνηγιού, υπόσχεται να πάει στο δάσος και να το σκοτώσει. Κάπου εδώ είναι που αποκρυσταλλώνεται η αρχή των προβλημάτων που θα ακολουθήσουν στις σελίδες του Γκόλντινγκ. Οι φόβοι για το τέρας του ειδυλλιακού αλλά άγνωστου νησιού, μακριά από την επίβλεψη και προστασία ενηλίκων που προσέφερε στα παιδιά η κοινωνία όπου μεγάλωσαν, διογκώνονται και δίνουν τροφή για την ανάπτυξη παρανοϊκών συμπεριφορών. Τα πάντα μοιάζουν παιχνίδι εξουσίας, η φωνή της λογικής του Πίγκυ χάνεται μέσα σε γέλια για το βάρος και το άσθμα του καθώς ο Ράλφ χάνει τον έλεγχο και βρίσκεται σε πόλεμο με τον Τζακ για την αρχηγία. Οι ελπίδες για διάσωση λιγοστεύουν και τα παιδιά σταδιακά απομακρύνονται από την ιδέα του πολιτισμού που άφησαν πίσω. Η μέχρι πρότινος, μάλλον δημοκρατικά δομημένη ομάδα, μετατρέπεται σε άγρια φυλή. Η πλειοψηφία των παιδιών νικήθηκε από δεισιδαιμονίες κι έναν αόρατο εχθρό. Η δίψα για αίμα και βία επικρατούν. Καθώς όλο το επίχρισμα του πολιτισμού πέφτει αποπάνω τους, σαν φτηνό χρύσωμα, ξεπροβάλει μ’ όλη της τη σκληράδα η ζωώδης άγρια φύση του ανθρώπου, απαλλαγμένη από τις αναστολές που ίσως να διατηρούσαν. Καμία αθωότητα δε θολώνει αυτή την φυσική σκληρότητα που διακατέχει τις ψυχές των νεαρών αγοριών, που διακατέχει την ψυχή του ανθρώπου.
«Το δύσκολο του να είσαι αρχηγός είναι ότι πρέπει να σκέφτεσαι, να είσαι σοφός. Κι επειδή οι ευκαιρίες γλιστρούν και χάνονται τόσο εύκολα, πρέπει να παίρνεις τις αποφάσεις σου χωρίς το παραμικρό χασομέρι. Αυτό σε κάνει να σκέφτεσαι͘ γιατί η σκέψη είναι πολύτιμο πράγμα, που φέρνει αποτελέσματα…»
Αυτό που ο συγγραφέας κατορθώνει είναι να μας θυμίζει την απίστευτη και αδιάκοπη ροπή προς την βαναυσότητα ενώ βυθίζεται η καλοσύνη και η αγαθότητα. Στην ιστορία αυτή δεν πρωταγωνιστούν ενήλικες, δεν βρίσκονται σε πρώτο πλάνο κάποιοι άνθρωποι με ολοκληρωμένη προσωπικότητα αλλά παιδιά που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους και χτίζουν το μέλλον τους. Παιδιά που θα επιθυμούσαμε να είναι αγνά, αμόλυντα και μακριά από εγγενείς δυσλειτουργίες της ενήλικης ψυχής, παιδιά που ο αναγνώστης μπορεί να ονειρεύεται και να αφήνεται να πιστέψει πως με την αθωότητά τους μπορούν και καταφέρνουν να ξεχωρίσουν από την αγριότητα και την αντιπαλότητα που επιδεικνύουν οι «μεγάλοι». Κατά τον Γκόλντινγκ όμως, όλα αυτά είναι μάταια και ουτοπικά και οι φαύλες συμπεριφορές και κακοήθεις ενέργειες που εκτυλίσσονται στο νησί και αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο.
Εδώ, ο κανόνας της επιβίωσης έρχεται να χτυπήσει πρόωρα την πόρτα της ενήλικης ζωής και να αφαιρέσει μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κάθε διάθεση συνεργασίας και αλληλεγγύης, κάθε έννοια παιδικότητας και κάθε πνεύμα ομαδικότητας. Σκηνές απρόσμενης βαρβαρότητας κάνουν την εμφάνιση τους, δολοφονίες και εγκλήματα, παρατυπίες και εκτροχιασμοί από τον αρχικό στόχο της επίλυσης προβλημάτων και της ειρηνικής συνύπαρξης. Καμία αίσθηση δικαιοσύνης δεν παραμένει ζωντανή, κανένας νόμος δεν είναι σε ισχύ και τα παιδιά διχασμένα ξεκινούν έναν πόλεμο δίχως αύριο για την επικράτηση των ισχυροτέρων με ένα ανυπολόγιστο τίμημα καθώς το πολιτισμένο προσωπείο πέφτει και το θηρίο φανερώνει το ανθρώπινο πρόσωπό του.
«Δεν υπάρχει κανένας να σε βοηθήσει. Μόνο εγώ. Κι εγώ είμαι το θεριό».
Ένα από τα πιο διαχρονικά μυθιστορήματα αγγλικής λογοτεχνίας, ένα βιβλίο σημείο αναφοράς για μικρούς και μεγάλους, ένα βιβλίο σημερινό, επίκαιρο, καθόλου φανταστικό αλλά πολύ πραγματικό. Ο Άρχοντας των μυγών είναι ένα υπέροχο, σκληρό, αλησμόνητο παραμύθι, κι ο κόσμος του είναι ο δικός μας, ένας κόσμος βίαιος, άναρχος και αμείλικτος. Ένας κατεστραμμένος κόσμος που ο άνθρωπος είναι ο Άρχοντας.
Υπάρχουν έργα, προϊόντα του χρωστήρα ή της γραφίδας, για τα οποία δεν μπορεί να υπάρχει μια καθορισμένη αίσθηση. Η απόπειρα εξαγωγής συμπερασμάτων, η διάθεση τούτα να αντιστοιχηθούν με καθορισμένα πρότυπα ή ακόμα να ενταχθούν σε είδη και αυστηρά καθορισμένες φόρμες συνιστά μια ματαιότητα. Οι δημιουργοί τους, συχνά ενσωματώνουν σε αυτά μια ακαθόριστη ή δειλή ακόμα στην αλήθεια της θεώρηση φιλοσοφική ή κοινωνική. Η αδυναμία να υπάρχει μια επιβεβαιωμένη κριτική απέναντι στα συγκεκριμένα δημιουργήματα της καλλιτεχνικής προσδοκίας αποδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο, όχι φυσικά την ανεπάρκεια των μελετητών, μα ακόμα περισσότερο τη συγκεχυμένη ιδεολογική οπτική των ίδιων των δημιουργών. Κανείς ανιχνεύει μες σε αυτά τα έργα μια πρόθεση, μια διακριτική αναφορά, ένα ίχνος της προσωπικής ηθικής του προσώπου, μα δεν είναι σε καμιά περίπτωση εφικτή η απόλυτη τεκμηρίωση της καλλιτεχνικής παραγωγής. Το επιχείρημα πως τούτα τα έργα, ειδικά του λόγου δεν έχουν τίποτε να πουν δεν μπορεί να ευσταθεί. Υφίσταται η πιθανότητα να μην είναι διαυγής και ικανή η θεώρηση του δημιουργού, μα δεν μπορεί να εκλείπει παντελώς μια κάποια ευαισθησία ή αντίληψη της κοινωνικής φαινομενολογίας, άλλοτε διατυπωμένης σε εθνικό και άλλοτε πάλι σε υπερεθνικό ή αλλιώς, οικουμενικό επίπεδο. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να είναι μια στείρα υπόθεση, μια ματαιοδοξία ενός καλλιεργημένου και μόνο ψυχισμού. Σε κάθε έργο ενυπάρχουν αδιαμφισβήτητα, ίσως όχι τα προσόντα μα συγκεκριμένες αφορμές και αιτίες, ικανές να δικαιολογήσουν τον κόπο του ίδιου του προσώπου. Ο χρονικός ορίζοντας της αποτελεσματικότητας ενός έργου, η ωρίμανσή του, καθώς έρχεται με την πάροδο των ετών μπορεί να αποκαλύψει πτυχές του και αναφορές, οι οποίες κατέχουν τη δυνατότητα πολλές φορές να καταξιώσουν ένα έργο του λόγου και να αμφισβητήσουν την υποκειμενικότητα ενός ορισμένου κύκλου ανθρώπων ή ακόμα μιας ολόκληρης εποχής. Ο αλεξανδρινός, Κωνσταντίνος Καβάφης, με αφορμή την κριτική για το βιβλίο του Χάρντυ, αναφέρει σχετικά: «Τα βιβλία δεν πρέπει να έχουν αναγκαστικά ένα σκοπό εμπρός τους. Τόσο ανίδεος είναι ο κριτικός από καλλιτεχνική φιλοσοφία, ώστε να μην ξέρει ούτε αυτό; Η πιστή αποτύπωση της ζωής, αποθησαυρισμένη μες σε ένα μεγάλο έργο, ίσως να φαίνεται άχρηστη για ένα μεγάλο, χρονικό διάστημα, αλλά είναι βέβαιο πως με τον καιρό θα φέρει καρπούς. Κάτι βγαίνει στο τέλος. Σε μερικά χρόνια ή σε πάρα πολλά χρόνια.» Στην άποψη αυτή του Καβάφη μπορεί κανείς να εντοπίσει ένα από τα πιο καίρια στοιχεία του πνευματικού ανθρώπου. Μιλούμε για εκείνη την πρισματική οπτική, αυτή που μπορεί να τίθεται σε λειτουργία μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο κριτικός, ο μελετητής ή ο αδιάφορος αναγνώστης δεν παύουν, στο μέτρο του δυνατού ο καθένας και ανάλογα με το βαθμό καλλιέργειας να τηρούν μια ανεκτική στάση, μια διάθεση αποδοχής έργων, των οποίων η στόχευση μπορεί να αποτελεί ένα αίνιγμα, μια κατάσταση αδιόρατη, μια δύσκολη υπόθεση.
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη αποτελούν ομολογουμένως το νόθο τέκνο μιας μακρόχρονης κύησης. Νόθο, με την έννοια ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτό ως ισότιμο λογοτέχνημα του σεφερικού corpus από την κοινότητα των λογίων και από την κριτική. Μακρόχρονη η κύηση, εφόσον η πρώτη σύλληψη και γραφή έγινε όταν ο Σεφέρης βρισκόταν στα 26 του χρόνια και η οριστική σχεδόν 30 χρόνια μετά (1954). Η δημοσίευση του έργου καθυστέρησε επίσης πολύ: έγινε 20 χρόνια μετά τη γραφή του 1954 και τρία χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, με επιμέλεια του καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη (Ερμής, 1974). Ωστόσο το ότι ο ποιητής δουλεύει και ξαναδουλεύει ένα κείμενο στο μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής ζωής του, και μάλιστα με πρωτοφανές πάθος (Μέρες Στ’, Ικαρος, 1986, σελ. 119-120 και 134)· το ότι επίσης ο ήρωας Στράτης, που πρωταγωνιστεί στο πεζογράφημα, εξελίσσεται σταδιακά (κατ’ άλλους ήδη από το 1924, κατ’ άλλους από το 1931) σε προσωπείο του ποιητή που διατρέχει εκ παραλλήλου ποίηση και ημερολόγια (Δ. Μεντή, Στράτης Θαλασσινός και Μαθιός Πασκάλης / Δύο προσωπεία του Γ. Σεφέρη, περιοδικό «Ποίηση», αρ. 13/99, σελ. 189, σημ. 6) είναι γεγονότα που υπογραμμίζουν το διαρκές ενδιαφέρον του Σεφέρη για το μυθιστόρημά του.
Η πλοκή
Ολόκληρο το έργο ακολουθεί το μοτίβο μιας ημερολογιακής γραφής, αποτυπώνοντας γεγονότα και σκέψεις. Η ουσία της ημερολογιακής γραφής τίθεται σε δευτερεύουσα σημασία, καθώς στο τέλος του έργου δεν υφίσταται πια ως παράγοντας ο χρόνος, αλλά τα πρόσωπα. Στα πρότυπα των υπερεαλιστών δημιουργών και την κατάλυση κάθε συμβατικής και αποδεκτής έννοιας, έτσι και ο Σεφέρης κατορθώνει με τη γραφή του να εμπλέξει το παρόν και το παρελθόν, να προβεί σε κειμενικές και χρονικές παλινδρομήσεις. Η γραφή σε ύφος ημερολογιακό αποτελεί ένα ιδιαίτερα κοινό τόπο στην διηγηματογραφία και το θέατρο. Πέρα από τη δυνατότητα που παρέχει να προσδιορίζει επακριβώς το χρόνο, αυτός ο τύπος γραφής, τον οποίο υιοθέτησε και ο νομπελίστας ποιητής συνιστά μια μέθοδο διάσωσης του έργου, σε επίπεδο ιστορικό πια, αφού μες στους κόλπους του ο μελλοντικός αναγνώστης διαπιστώνει και παρακολουθεί μια παλαιά εποχή, με διαφορετικά ζητήματα ή καθολικά θέματα με ορίζοντα χρονικά απροσδιόριστο. Ο άρτι αφιχθείς από την Εσπερία Στράτης συναντιέται με μια παρέα Αθηναίων φίλων που αποφασίζουν να επισκέπτονται την Ακρόπολη επί έξι συνεχείς πανσελήνους. Η συνάντησή του με δύο γυναίκες είναι καταλυτική. Η ερωτική σχέση σκηνοθετείται ως δοκιμασία ψυχής: η πρώτη γυναίκα περισσότερο ως όραμα (Σαλώμη) και λιγότερο ως καθημερινότητα (Μπίλιω), καθοδηγεί τις ερωτικές και διανοητικές ισορροπίες του Στράτη στα όρια ζωής και θανάτου· η δεύτερη (Λάλα), βαθμιαία «μεταστοιχείωση» της πρώτης, τον ελευθερώνει στην καλλιτεχνική δημιουργία. Η Ακρόπολη, ως μυθικός τόπος, πέρα από χρόνο και τόπο, ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού και στο αχνό της πανσελήνου, μεταμορφώνεται σε ονειρικό τόπο δοκιμασίας και κάθαρσης κατά το πρότυπο του δαντικού Καθαρτηρίου.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από έξι κεφάλαια που το καθένα αφηγείται κατά κύριο λόγο τα γεγονότα των έξι νυχτερινών επισκέψεων στη Ακρόπολη. Υπάρχουν δυο αφηγητές: ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής που αναλαμβάνει την αφήγηση των γεγονότων και ο πρωτοπρόσωπος Στράτης όταν καταγράφει στο ημερολόγιο σκέψεις του, ποιητικές εμπνεύσεις και στίχους. Έχουμε, λοιπόν, εναλλαγή των δύο αφηγητών με την ημερολογιακή γραφή να κυριαρχεί και να διασπά τη γραμμική αφήγηση παρεμβάλλοντας επιστολές, στίχους αλλά και περιγραφή ονείρων.
Ο Γ. Σεφέρης ακολουθώντας τη τεχνική του pastiche δημιουργεί μια συνύπαρξη διαφόρων λογοτεχνικών ειδών αποδίδοντας άψογα την ατμόσφαιρα του κατακερματισμού που επιδιώκει και ταυτόχρονα υπακούοντας στη λογική του μοντερνισμού που πρεσβεύει τη συνειρμική γραφή. Οι επιστολές ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, παρέχουν πληροφορίες και δραστηριοποιούν τη μνήμη. Το ημερολόγιο συνδέει τα εξωτερικά γεγονότα με τον τρόπο που τα βιώνει το υποκείμενο και οι παρεμβαλλόμενοι στίχοι δείχνουν συνήθως την αγωνία της σύνθεσής τους και την άβυσσο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συνάμα δίνεται η ευκαιρία επικοινωνίας με έργα άλλων δημιουργών και η ενσωμάτωση αποσπασμάτων τους στο ημερολόγιο του ήρωα. Απ’ την άλλη η περιγραφή των ονείρων δημιουργεί επιπλέον ένα θολό τοπίο, μια ονειρική κατάσταση, μες την οποία υπνοβατούν οι ήρωες. Πρόκειται για μια πόρτα ανοιχτή ανάμεσα στα βιώματα και στην ποιητική σύλληψή τους. Άλλωστε για τον Σεφέρη ζωή και έργο είναι άμεσα συνδεδεμένα, όπως ακριβώς φαίνεται να ισχύει και για τον Στράτη στο μυθιστόρημα, ο οποίος εμφανώς αποτελεί προσωπείο του ποιητή.
Δαντική αλληγορία
Εφόσον, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής (Δοκιμές Β´, Ικαρος, 1981, σελ. 249), «γνώρισε» τον Δάντη στα 35 του χρόνια για πρώτη φορά, είναι φανερό ότι το νεανικό κείμενό του δουλεύτηκε με τη δαντική αλληγορία στην ωριμότερη επεξεργασία του 1954. Η δαντική ατμόσφαιρα διαποτίζει όλο το κείμενο με τη γήινη, σωματική διάσταση που της αποδίδει ο Σεφέρης όταν αναλύει τη Θεία Κωμωδία, μία δεκαετία μετά την ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του, το 1966: «…με την κόλαση και τον παράδεισο που μας δόθηκε να ζήσουμε…» (ό.π. σελ. 282).
Η αθηναϊκή πολιτεία της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα παίρνει έτσι για τον ποιητή τη θέση της δαντικής Φλωρεντίας του 1300· «… η Ακρόπολη αγκυροβολημένη· έτοιμη να σαλπάρει», γίνεται το νησιωτικό βουνό του Πουργατόριου· οι άνθρωποι κινούνται ανάερα, σαν νεκρές ψυχές, όποτε δεν είναι μνήμες, σκιές, φαντάσματα· όνειρα και λιποθυμίες επαναλαμβάνονται σύμφωνα με τον ίδιο μυητικό ρόλο που κατέχουν στη Θεία Κωμωδία· η τοπογραφία ζωγραφίζεται επανειλημμένως με δαντικές αποχρώσεις· και ο λόγος, εκτός από τα δηλωμένα δαντικά δάνεια (Μνήμες Dante, ό.π., σελ. 271-273), βρίθει μεταφορών στο πνεύμα και στο γράμμα του ιταλικού αρχετύπου. Η σκοτεινή Σαλώμη κάποτε γίνεται ο Βιργίλιος του ποιητή, κάποτε αποκτά το φως της Ματίλντα, και όταν εξαφανίζεται, καθώς επίσης ο Βιργίλιος στο Καθαρτήριο, αφήνει τη θέση της σε μια ατθίδα Βεατρίκη, τη φωτεινή Λάλα.
Το στοίχημα είναι προφανές: μέσα στο σκοτάδι της πνευματικής σύγχυσης που ακολουθεί τη μικρασιατική καταστροφή, ο ποιητής θα βάλει τις αδελφές ψυχές να κοιταχτούν «όπως συνηθίζουμε το βράδυ να κοιταζόμαστε στο νέο φεγγάρι» (Κόλαση, XV, 18). Αλλωστε οι Εξι Νύχτες με πανσέληνο, στην ημερολογιακή τους ανακύκλωση, αποτελούν μια αχνή υπόμνηση της θωμιστικής γεωμετρίας του Δάντη. Διαβάζονται δηλαδή ως ανωφερής κλίμακα δοκιμασίας του ποιητή (και μαζί τού αναγνώστη): «αυθεντικοί ήρωες μπορούν να υπάρξουν» μέσα από τον ίδιο τον δημιουργικό εαυτό μας, με την προϋπόθεση ότι αυτός τολμά να αντικρίσει την πραγματικότητα στα μάτια των συνανθρώπων του, όσο «κολασμένοι» και αν είναι (ή του φαίνονται) οι τελευταίοι και αυτή βεβαίως είναι μια πέρα για πέρα δαντική θεώρηση του κόσμου.
Τα πρόσωπα
Σχετικά με τον κεντρικό ήρωα Στράτη μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι εμφανίζεται και σε ποιήματα του Γ. Σεφέρη πρώτα ως Στράτης και έπειτα ως Στράτης Θαλασσινός (στα 1931). Η πρώτη εμφάνιση όμως του Στράτη μετά την επιστροφή του ποιητή στην Ελλάδα (γιατί έχει προηγηθεί αναφορά του στο «Απέραντο Σκάκι της Κονκόρντας») γίνεται σε τούτο εδώ το μυθιστόρημα ενώ επανεμφανίζεται αργότερα και στις Συλλογές «Τετράδιο Γυμνασμάτων» και «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’». Διατρέχει πάντως όλο το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Γ. Σεφέρη για περίπου τριάντα χρόνια έως και την τελευταία αναφορά το 1956 οπότε και εγκαταλείπεται απ’ τον ποιητή που έχει πλέον ωριμάσει ποιητικά. Συνήθως αποτελεί τη δεύτερη αφηγηματική φωνή, το πρόσωπο που βλέπει τον εαυτό του να δρα, και παραπέμπει σε διχασμό του υποκειμένου.
Οι απόψεις των μελετητών
Στο καθ’ όλα γήινο Καθαρτήριο του Εξι νύχτες στην Ακρόπολη τη Βασιλεία των Ουρανών κερδίζει εν τέλει ο δημιουργός εκείνος που «μεταχειρίζεται τους μάταιους ίσκιους σαν πράγμα στερεό» (Καθαρτήριο, ΧΧΙ, 136). Ο Στράτης εγγράφεται έτσι στη χορεία των ηρώων / προσωπείων του τύπου του Αντρέ Βαλτέρ (Ζιντ), του Α. Ο. Μπαρναμπούθ (Λαρμπό), του Στίβεν Ντένταλους (Τζόις), ή των Μπερνάντο Σοάρες, Ρικάρντο Ρέις κ.ά. (Πεσόα), που η καταγραφή της προοδευτικής καλλιτεχνικής τους Οδύσσειας συνιστά αντίστοιχη μυητική διαδικασία για τον αναγνώστη. Ο Στράτης, το ίδιο όπως το ποιητικό του alter ego στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ (1944), είναι ένας πρόσφυγας στον τόπο του ο οποίος «πρέπει να ρωτήσει τους νεκρούς για να μπορέσει να προχωρήσει παρακάτω».
Ο Νάσος Βαγενάς δικαιολόγησε, λίγα χρόνια μετά την έκδοση του σεφερικού μυθιστορήματος (Ο ποιητής και ο χορευτής, Κέδρος, 1979, σελ. 138), την πανθομολογούμενη τότε αποτυχία του σεφερικού πεζογραφήματος με το γεγονός ότι «η αφήγηση παραμένει στο επίπεδο της ημερολογιακής εξομολόγησης χωρίς να κατορθώνει να γίνει μυθιστορηματική». Ο ίδιος αργότερα συνέδεσε αυτό το επιχείρημα με την εγγενή, κατά την άποψή του, αδυναμία του ημερολογίου να συγκροτήσει αμιγή λογοτεχνία (Το Ημερολόγιο ως μυθιστόρημα, περιοδικό «Διαβάζω», 142, 23.4.1986, τώρα στο Η ειρωνική γλώσσα, Στιγμή 1994, σελ. 227-229). Η βαλερική επίδραση κατά τον τρόπο του Κυρίου Τεστ και κατά τον τρόπο των ηρώων του Ζιντ και του Λαρμπό που αναφέραμε είναι βεβαίως σαφής. Το βιβλίο φέρει άλλωστε προκλητικά τα σημάδια της ημερολογιακής πηγής του: ο καθ’ όλα επιμελής Σεφέρης δεν έκανε απολύτως τίποτε για να τα κρύψει… (εν αντιθέσει π.χ. με τον Λαρμπό που κατέστρεφε μεθοδικά σελίδες του προσωπικού του ημερολογίου καθώς τις ενσωμάτωνε στο ημερολόγιο του ήρωά του).
Νεότεροι μελετητές όπως η Νάτια Χαραλαμπίδου (Εξι Νύχτες στην Ακρόπολη, «Καθημερινή», Αφιέρωμα στον Γ. Σεφέρη, 13.10.1996, αλλά και στο Greek Modernism and Beyond, Rowman & Littlefield Publishers, 1997, σελ. 163-176) και η Αλεξάνδρα Σαμουήλ (Ο βυθός του καθρέφτη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998, σελ. 241-258), κρίνουν το πεζογράφημα ως «φιλόδοξο πειραματισμό» ενώ εκ παραλλήλου επανεξετάζουν κάποιες μοντερνιστικές τεχνικές και επιρροές του από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία (εσωτερικός μονόλογος, «ανανέωση» της συμβολιστικής παράδοσης, mise en abyme κ.ά.)· αλλά οι επισημάνσεις τους δεν επηρεάζουν θετικότερα την αρνητική πρόσληψη του μυθιστορήματος άλλωστε δεν έχουν αυτή την πρόθεση.
Το κατά συνθήκην μυθιστόρημα, όπως έχει επαναλειμμένα επισημανθεί από έγκριτους ανθρώπους του λόγου, όπως ο Νάσος Βαγενάς, καθώς και άλλους μελετητές ή κριτικούς συνιστά μια συρραφή σκόρπιων σημειώσεων και δακτυλογραφήσεων, οι οποίες βρέθηκαν στο αρχείο του ποιητή. Η έκπληξη αλλά και το ενδιαφέρον των μελετητών για το αναπάντεχο αυτό έργο του ποιητή Σεφέρη επέφερε, καθώς ήταν φυσικό πλήθος κριτικών θεωρήσεων και μελετών, μέσω των οποίων βαλόταν με τρόπο ευθύ η μυθιστορηματική ανεπάρκεια του Σεφέρη, ενώ παράλληλα σημειωνόταν η αδυναμία του ίδιου του έργου να ενταχθεί σε σύνολα και είδη λόγου. Άλλωστε το ενδιαφέρον των κριτικών και των μελετητών, εντοπίζεται ακριβώς σε ένα πρώτο επίπεδο, ένταξης ενός έργου σε καθορισμένες κατηγορίες, ικανές να αποτελέσουν οδηγό και να ορίσουν από μόνες τους το μέτρο και τα σταθμά εξέτασής του.
Πέρα όμως από τούτη τη φιλολογική κριτική, θα ήταν σκόπιμο να αποπειραθεί κανείς να εμβαθύνει και να εξετάσει το ιδεολογικό υπόβαθρο, κάτω από το οποίο τούτο το έργο ολοκληρώθηκε. Η διατύπωση τεχνικών και θεωρητικών υποδείξεων ικανοποιεί σαφώς τους σκοπούς της φιλολογικής επιστήμης. Μα ένα έργο, προκειμένου να εκτιμηθεί η συνεισφορά του ή εκείνο το «καινούριο» και το «αδοκίμαστο» που προτείνει είναι αναγκαίο να διαβαστεί με την ίδια, ανοιχτή ψυχή που προαναφέραμε. Να εκτιμηθεί το δομικό, φιλοσοφικό υλικό του, να αντιστοιχηθεί ίσως με τον εσώτερο, «εκκινητικό» λόγο, ο οποίος έθρεψε στην ψυχή του δημιουργού την τάδε ή τη δείνα πλοκή, να συζητηθεί με άλλα λόγια το περιεχόμενο του έργου, δίχως καθρέφτες παραμορφωτικούς, χωρίς την αγωνία του κριτή να αναδείξει το σφάλμα του ποιητή, μα να εντοπίσει τις κορυφές του και σε εκείνες να σταθεί για να παρατηρήσει ανεπηρέαστος τα «νέα εδαφη», τα οποία προτείνει ο ίδιος ο ποιητής ή ο διηγηματογράφος.
Ήδη, κατά τις πρώτες σελίδες του βιβλίου δεν είναι δύσκολο κανείς να σημειώσει ένα βασικό χαρακτηριστικό του διηγηματογράφου Σεφέρη. Μα δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για την επιβεβαίωση της ποιητικής φύσης, μια πλευράς του την οποία δεν μπορεί να περιορίσει. Αντίθετα ο δημιουργός μοιάζει να παραδίνεται στον ποιητικό οίστρο, παραλείποντας τα σύμβολα και εισάγοντας παράλληλα την αίσθηση, την πιο ειλικρινή και βαθύτερη αίσθηση, ανιχνεύσιμη στο σύνολο του ποιητικού του έργου. Πρόκειται για εκείνη την αισθητική του λιτού ελληνικού οράματος, έτσι όπως είχε κατοχυρωθεί μες στη δημιουργία. Αφορά την ποιητική δημιουργία, η οποία αποβλέπει στη διατύπωση και την ένταση της ιδέας και σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σε εικονοποιητικές προσεγγίσεις, υποβλητικές μα αδύναμες απέναντι στις ψυχικές επιταγές. Η τριτοπρόσωπη, αφηγηματική γραφή, η οποία θα αντικατασταθεί από το πρώτο, ενικό πρόσωπο, τον εαυτό συνιστά ίσως απόδειξη της βαθμιαίας ενσωμάτωσης του δημιουργού στον ίδιο το λόγο, δίχως να μπορεί ο ίδιος να αποστασιοποιηθεί από την απαίτηση του μυθιστορηματικού είδους. Ο Σεφέρης σταδιακά θα ενδυθεί πλήρως τις αδυναμίες, τις αγωνίες, τον ερωτισμό και την τραγική μοναξιά της περσόνας του έργου, του Στρατή. Η ημερολογιακή γραφή επιτρέπει τούτο να επιτυγχανθεί με φυσικό, αυθόρμητο τρόπο, καθώς συμβαίνει στις καταγραφές των προσωπικών λευκωμάτων ή ακόμα και στα ίδια τα ημερολόγια του ποιητή, μια συνήθεια με φιλολογικό πια ενδιαφέρον, μια ασχολία η οποία συνεισφέρει στην αποκωδικοποίηση της εργογραφίας και των πιο καίριων ιδεών του.
Το βιβλίο έχει σαφή πλοκή με αρχή, μέση, τέλος, κάποια πρόσωπα, έναν πολύ συγκεκριμένο δραματικό χρόνο, και οπωσδήποτε τεχνικές μυθοπλασίας με κεντρική την αναφερθείσα δαντική αλληγορία (για την οποία ακόμη μένει να γίνει συστηματική έρευνα) που το καθιστούν ενδιαφέρον. Βεβαίως δεν πρόκειται για συμβατικό μυθιστόρημα. Το πρώτο πρόσωπο διαδέχεται το τρίτο, την αφήγηση η ημερολογιακή εγγραφή, ενώ η ποιητικότητα της γραφής είναι έντονη. Τα πρόσωπα επίσης είναι περισσότερο δαντικές σκιές ιδεών παρά ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, αντιπροσωπεύουν άλλοτε μια ατμόσφαιρα εποχής, π.χ. των διανοουμένων που πλήττουν, άλλοτε απλώς σκιαγραφούν τύπους της επίγειας Κωμωδίας, όπως π.χ. ο «ερμαφρόδιτος» Λογκομάνος (Καθαρτήριο, XXVI, 73-82). Αυτή ακριβώς υπήρξε όμως η έμπνευση, η πρόθεση και το θέμα ενός έργου που θέλει να διαβαστεί ως ερωτική ιστορία αλλά με τη δαντική έννοια του όρου. Trasumanar per verba· ο περίφημος νεολογισμός του Δάντη εμπρός στη Βεατρίκη (Παράδεισος, Ι, 70) για τη μεταστοιχείωση του ανθρώπου σε κάτι που τον υπερβαίνει, για την αδυναμία μετάδοσης αυτής της εμπειρίας με τον λόγο, καθορίζει υπογείως και την ερωτική / μυητική / ποιητική υπόσταση του μυθιστορήματος.
Κατά άλλους, το διήγημα «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδυναμίες στην κατάστρωση της πλοκής, τέτοιες ώστε δίκαια μπορούμε, είτε να χαρακτηρίσουμε το έργο καθολικά προβληματικό ή να εντοπίσουμε σε αυτό την υποκειμενικότητα του συγγραφέα, την πρόθεσή του ακόμα να θέσει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές, συγγραφικές αρχές της μυθιστορίας. Το ζήτημα της σταθερότητας στον κεντρικό πυρήνα του έργου γίνεται διακριτό σε ένα βαθύτερο επίπεδο, δικαιολογώντας μια μελλοντική κατάταξή του στην ίδια θέση με δημιουργίες, όπως το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Πεντζίκη, μες στο οποίο η μνήμη εξελίσσεται με τον ίδιο δαιδαλώδη τρόπο με τον οποίο υφίσταται μες στα όρια του ατομικού πνεύματος. Ο Σεφέρης επιδιώκει την προβολή των ιδεών και των ορισμένων συναισθημάτων, επηρεασμένος βαθύτατα από διαπιστώσεις πάνω στο ίδιο το «σώμα» της ελληνικής κοινωνίας. Καθώς ο Μαρσέλ Προυστ και οι εισηγήσεις του προς ένα άλλο είδος μυθιστορήματος, έτσι και ο Σεφέρης διαμορφώνει ένα τελείως προσωπικό ύφος, μες στο οποίο ανάμεσα στα άλλα, διακρίνεται, αν δεν επικρατεί ολοκληρωτικά,η αγωνία και το αδιέξοδο του ελληνικού τοπίου, ως έκφραση κοινωνική και πολιτική.
Με την αναφορά στον Γκρέκο, ήδη από την αρχή του κειμένου ο Σεφέρης αποκαλύπτει το μοντέλο μες στο οποίο θα κινηθεί. Για εκείνον ο ελληνισμός των διαρκών χλευασμών και της πολιτικής αστάθειας, η ελληνική κοινωνία της ελιτίστικης θεώρησης συνιστούν βασικά και εμπεδωμένα ζητήματα. Η αδυναμία του εντόπιου στοιχείου να εκτιμήσει τις νέες τάσεις, να τις εντάξει μες στα πλαίσια της πνευματικής δημιουργίας, καθώς και το ζήτημα των «κλειστών» πολιτιστικών συνόρων θα απασχολήσει βαθιά τον Σεφέρη. Τούτη την αναφορά του θα επεκτείνει και θα εξιδεικεύσει ακόμη περισσότερο, με την παράθεση ενός αποσπάσματος του λόγου του Μάρκου Αυρήλιου, μες στον οποίο υφίσταται διάφανα μια σαφής περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας , η οποία μες στα πλαίσια ενός νεοσύστατου, αστικοποιημένου τοπίου, αδυνατεί να διαχειριστεί τη νέα εποχή, επιδιδόμενη σε ανώφελες κενοδοξίες . Μες σε αυτές εξαντλείται, λοιπόν διαπιστώνει ο Σεφέρης το ανθρώπινο στοιχείο, μες σε τούτο το αδιέξοδο δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν επιδιώξεις λιγότερο ατομικές και περισσότερο, την ίδια στιγμή συλλογικές. «Πομπής κενοσπουδία, επί σκηνής δράματα, ποίμνια, αγέλαι, διαδορατισμοί, κυνιδίοις οστάριον ερριμένον, ψωμίον εις τας των ιχθύων δεξαμενάς, μυρμήκων ταλαιπωρίαι και αχθοφορίαι…ότι τοσούτου άξιος έκαστος έστιν, όσου άξια έστι ταύτα περί α εσπούδακεν.»2 Δεν θα μπορούσε με τρόπο πιο εύστοχο και διαχρονικό, να αποδοθεί πληρέστατα η προβληματική, ελληνική κοινωνία, από ότι με την εκφορά του Αυρήλιου, η οποία συμπυκνώνει τις προβληματικές της εσωτερικής ζωής με θαυμαστή οικονομία και ακρίβεια. Μες στην ίδια την ελληνική κοινωνία, ο Σεφέρης εντοπίζει και αποκαλύπτει το συγκρουσιακό χαρακτήρα του ελληνικού στοιχείου, την ανάδελφη μοίρα του, την κατά συνέπεια, ολοκληρωτική απουσία ενός πνεύματος συλλογικότητας. Η απόδοση στον πληθυσμό του στοιχείου της αδιαφορίας, ενός ελιτίστικου, πλούσιου αυτισμού με άλλα λόγια μοιάζει να ενδιαφέρει τον Σεφέρη σε πιο υπερεθνικά κλιμάκια. Έτσι καθορίζει τον ελληνικό λαό, αλλά και κάθε έθνος, έρμαιο και αδιάφορο απέναντι στην πολιτική και ισχυρή σκοπιμότητα. «Χρειάζεται κουράγιο στην πατρίδα», σημειώνει ο Γιώργος Σεφέτης εντείνοντας ακόμη περισσότερο το σχολιασμό του για την Ελλάδα της διαρκούς μεταβατικότητας, της αποξένωσης, της ριζωμένης έχθρας. Μες σε αυτό το περιβάλλον ο Στρατής κι οι φίλοι του δεν μπορούν παρά να αντιταχθούν σε αυτήν την επιταγή της οικουμενικής αντικοινωνικότητας. Ο σχολιασμός του ίδιου του δημιουργού, μέσα από τα πρόσωπα του έργου, δεν συνιστούν παρά μια ένδειξη της υπό διαρκή κλονισμό ελληνικότητας. Μέσω αυτών ο Σεφέρης οριοθετεί το παρόν του, διαπιστώνει την αφετηρία όλων των προβληματικών διαστάσεων, προσδιορίζει τη στειρότητα των ατομικών ονείρων, τα οποία δεν μπορούν να ευδοκιμούν μες σε ένα τέτοιο αντιπολιτιστικό κλίμα. Η χώρα παραδομένη στις φλόγες της ιστορίας της, οι άνθρωποι φλέγονται και εκείνοι αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, να διαφύγουν της επικαιρότητας και να αποκτήσουν την πολυπόθητη «συνοχή», εκείνη που μπορεί να ερμηνευτεί ως μια καθορισμένη και διατυπωμένη εθνική ταυτότητα. Οι επιρροές του Δάντη, τα παραθέματα τα οποία εμπεριέχονται στο λόγο του Σεφέρη, επιβεβαιώνουν την αγωνία του δημιουργού να θέσει το σπόρο της προηγμένης, δυτικής σκέψης μες στα ελληνικά πρότυπα. Η ευρωπαϊκή παιδεία και ο κοσμοπολίτικος βίος του Σεφέρη δεν αρκείται στην απομόνωση και τον ανώφελο εθνικισμό των συμπατριωτών του. Έχοντας επίγνωση της διάθεσής του να στηρίξει την ελληνικότητα, μέσω του λόγου και των έργων του, μπορούμε κάλλιστα να ερμηνεύσουμε τις «Νύχτες» ως ένα κάλεσμα για μια νέα, δημιουργική εποποιία σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής σκέψης και πράξης.
Οι θεωρήσεις του έργου είναι βέβαια πολλές. Τόσο τεχνικά, όσο και από άποψη περιεχομένου μπορούμε να αντλήσουμε ένα πλήθος θεματικών, οι οποίες άλλοτε διαχρονικές και άλλοτε επίκαιρες, -κυρίως το πρώτο-, μπορούν να αποτελέσουν το πρίσμα για την εκτίμηση του έργου. Εκείνο όμως που καθολικά διατρέχει το έργο, εκείνο που το καθιστά περισσότερο ενδιαφέρον, πέρα από τη μοναδική του παρουσία στην ποιητική ενασχόληση του Σεφέρη δεν είναι άλλο από την πρόθεση του δημιουργού να εκτιμήσει την ανάγκη του έθνους να ξεπεράσει τον οικειοθελή αποκλεισμό του και να στραφεί πια, με ένα οξυμένο αισθητήριο προς όλες τις κατευθύνσεις, όλες όσες μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό της εγχώριας, ιδεολογικής και πνευματικής παράδοσης. Από τούτο το πρίσμα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το έργο του Σεφέρη «ελληνικό», με τη διάσταση, την οποία απέδωσε στον όρο ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Το σύμβολο του τίτλου το καθιστά, δίχως αμφιβολία τέτοιο.
Φυσικά όλα αυτά τηρουμένων των αναλογιών. Ο Σεφέρης μεταχειρίζεται το δαντικό κείμενο όπως ακριβώς ο Τζόις το ομηρικό στο Ulysses. Η περίφημη διατύπωση της «μυθικής παραλληλίας» του Τ. Σ. Ελιοτ, την οποία ήδη από το 1946 ο Σεφέρης υιοθετεί στο δοκίμιό του «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Ελιοτ· παράλληλοι», διαγράφει με σαφήνεια τα όρια οποιασδήποτε σύγκρισης ανάμεσα στα δύο κείμενα ενώ ταυτοχρόνως υποδεικνύει μια διαφορετική ανάγνωση του σεφερικού μυθιστορήματος.
Σε κάθε περίπτωση είναι ένα μυθιστόρημα πρωτότυπο, διαφορετικό, σεφερικό που αξίζει να διαβαστεί ιδανικά με πανσέληνο στην Ακρόπολη…
Έξι μόλις χρόνια μετά το λογοτεχνικό αριστούργημα του, “ο Αλχημιστής”, ο Πάουλο Κοέλο γράφει μια από τις πιο συγκινητικές ιστορίες αγάπης, ένα βιβλίο που ακολουθεί μια γυναίκα και μια ερωτική ιστορία, η οποία κλείνει μέσα της όλα τα μυστικά του κόσμου.
Η Πιλάρ κι ο αγαπημένος της, που γνωρίζονταν από παιδιά, αλλά χώρισαν στην εφηβεία, ξαναβρίσκονται ύστερα από έντεκα χρόνια. Εκείνη μια γυναίκα δυναμική και εγκρατής, που η ζωή την έχει διδάξει να μην παρασύρεται από τα συναισθήματά της. Εκείνος ένας άντρας που κατέχει το θείο χάρισμα να γιατρεύει τους άλλους και να αναζητά μέσα στη θρησκεία μια λύση για τις εσωτερικές συγκρούσεις του.
Και τους δυο τους ενώνει η επιθυμία να αλλάξουν και να ακολουθήσουν τα όνειρά τους. Όμως αυτό δεν είναι εφικτό, παραμόνο εάν, ξεπεράσουν πολλά εμπόδια: το φόβο του να δίνεσαι, την αίσθηση ότι λαθεύεις, τις προκαταλήψεις.
Η καρδιά, είναι που θα αποφασίσει. Γιατί η καρδιά δεν υπακούει σε κανόνες, ούτε καταλαβαίνει από αδιέξοδα.
Ο συγγραφέας, που αναφέρεται με ποίηση και σύγχρονους διαλόγους σε μια ερωτική συνάντηση, μας βυθίζει, επίσης, και στα μυστήρια της θεότητας, γιατί, όπως μας θυμίζει, η «πνευματική δοκιμασία είναι, πρώτα απ όλα, μια πρακτική δοκιμασία αγάπης».
Το βιβλίο αποτελεί ένα έργο συγκινητικό, διαυγές, με πολλά μηνύματα για τη ζωή, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και υμνεί την αγάπη και τον έρωτα…
Αποσπάσματα του έργου
Μείναμε έτσι, με τα χέρια ενωμένα, για μερικά λεπτά. Διάβαζα μέσα στα μάτια του τους αρχέγονους φόβους που η πραγματική αγάπη επιβάλλει σαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Διάβασα την άρνηση της προηγούμενης νύχτας, το μακρύ διάστημα που είχαμε ζήσει χωριστά ο ένας από τον άλλο, τα χρόνια στο μοναστήρι, σε αναζήτηση ενός κόσμου όπου δε συνέβαιναν τέτοια πράγματα. Διάβαζα στα μάτια του τις χιλιάδες φορές που είχε φανταστεί τούτη τη στιγμή, το διάκοσμο που είχε στήσει γύρω μας, το χτένισμα που θα είχα, το χρώμα των ρούχων μου. Ήθελα να πω ναι, πως θα ήταν καλόδεχτος, πως η καρδιά μου είχε κερδίσει τη μάχη. Ήθελα να του πω πόσο τον αγαπούσα, πόσο τον ποθούσα τούτη τη στιγμή. Αλλά έμεινα βουβή. Παρακολουθούσα, σαν μέσα σε όνειρο, την εσωτερική του πάλη. Είδα ότι είχε απέναντί του την άρνησή μου, το φόβο μη με χάσει, τα σκληρά λόγια που είχε ακούσει σε ανάλογες περιπτώσεις -γιατί όλοι περνάμε τέτοιες στιγμές και συσσωρεύουμε ουλές. Τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν. Ήξερε πως γκρέμιζε όλους του τους φραγμούς. Τότε του άφησα το ένα χέρι. Έπιασα το ποτήρι και το ακούμπησα άκρη άκρη στο τραπέζι. “Θα πέσει”, μου είπε. “Σωστά. Και θέλω να το πετάξεις”. “Να σπάσω το ποτήρι;” Ναι, να σπάσει ένα ποτήρι. Μια κίνηση απλή, φαινομενικά, η οποία ωστόσο υπονοεί φοβίες που δεν καταφέρνουμε να τις καταλάβουμε ποτέ. Πού είναι το κακό στο να σπάσεις ένα κοινό ποτήρι -κάτι που το έχουμε κάνει όλοι άθελά μας κατά καιρούς;
“Να σπάσω ένα ποτήρι?”επανέλαβε. “Για ποιό λόγο?” “Θα μπορούσα να σου δώσω κάποιες εξηγήσεις. Αλλά, στην πραγματικότητα, έτσι, απλά… για να το σπάσεις.” “Αντί για εσένα?” “Όχι βέβαια!” Κοίταξε το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού ανήσυχος από την πιθανότητα της πτώσης του. Είναι ένα περαστικό καπρίτσιο, ήθελα να του πω. Είναι το απαγορευμένο. Δε σπας ποτήρια στα καλά καθούμενα, επίτηδες. Όταν μπαίνουμε σ’ ένα εστιατόριο ή στο σπίτι μας, προσέχουμε να μην αφήσουμε τα ποτήρια στην άκρη του τραπεζιού. Ο κόσμος μας απαιτεί να προσέχουμε να μην αφήνουμε τα ποτήρια να πέφτουν και να σπάνε. Ωστόσο, σκέφτηκα, τυχαίνει να σπάσουμε άθελά μας ένα ποτήρι και τότε βλέπουμε πως στο κάτω κάτω δεν ήταν και τίποτα σοβαρό. Το γκαρσόνι λέει “Α, δεν είναι τίποτα” και δεν έχω δει ποτέ να σου χρεώνουν ένα σπασμένο ποτήρι στο λογαριασμό. Το να σπας ποτήρια αποτελεί μέρος της ύπαρξης, και δεν αδικούμε κανένα, ούτε τον εαυτό μας, ούτε το εστιατόριο, ούτε τον διπλανό μας. Χτύπησα το τραπέζι με την παλάμη. Το ποτήρι ταλαντεύτηκε, αλλά δεν έπεσε. “Πρόσεχε!” είπε αυθόρμητα. “Σπάσε το ποτήρι” επέμεινα. Σπάσε το ποτήρι, συλλογίστηκα, γιατί είναι μια κίνηση συμβολική. Προσπάθησε να καταλάβεις ότι έσπασα μέσα μου πολύ πιο σημαντικά πράγματα από ένα ποτήρι και ότι είμαι ευτυχισμένη. Σκέψου τη δική σου εσωτερική πάλη και σπάσε τούτο το ποτήρι. Γιατί οι γονείς μας μας έμαθαν να προσεχουμε τα ποτήρια και τα σώματα. Μας έμαθαν πως τα παιδικά πάθη ανήκουν στο χώρο του αδύνατου, πως δεν πρέπει να απομακρύνουμε τους άντρες από την ιεροσύνη, πως οι άνθρωποι δεν κάνουν θαύματα και πως κανένας δεν φεύγει για ταξίδι χωρίς να ξέρει πού πάει. Σπάσε αυτό το ποτήρι, σε παρακαλώ, και απελευθέρωσέ μας από όλες τις καταραμένες προκαταλήψεις, από αυτή τη μανία να τα εξηγούμε όλα και να μην κάνουμε παρά μόνο αυτό που εγκρίνουν οι άλλοι. “Σπάσε το ποτήρι”, του ζήτησα για άλλη μια φορά. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό κου. Ύστερα, αργά, το χέρι του γλύστρισε στην επιφάνεια του τραπεζιού ώσπου άγγιξε το ποτήρι. Το έσπρωξε με μια κοφτή κίνηση και το πέταξε καταγής. Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή των θαμώνων. Αντί να ζητήσει συγγνώμη με κοίταξε χαμογελώντας. Του αντιγύρισα το χαμόγελο. “Δεν είναι τίποτα”, φώναξε το γκαρσόνι που εξυπηρετούσε κάποιους πελάτες. αλλά εκείνος δεν το άκουσε. Είχε σηκωθεί, με είχε αρπάξει από τα μαλλιά και με φιλούσε.
Όταν δείχνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις την ανθρωπιά σου.
Ο Λέο Μπουσκάλια γεννήθηκε το 1924 και υπήρξε για περίπου 20 χρόνια καθηγητής κοινωνικής παιδαγωγικής και ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια. Έγινε γνωστός σε εκατομμύρια ακροατές και θεατές σε όλη την Αμερική μέσα από τις ομιλίες του σε αίθουσες διαλέξεων και τηλεοπτικές εκπομπές. Ήταν επίσης γνωστός ως “Dr. Love” καθώς ειδικευόταν στα θέματα που αφορούσαν την αγάπη. Μέσα από τα μαθήματα διδασκαλίας του ανέπτυξε ένα ειδικό σεμινάριο πάνω στην αγάπη και μέσω αυτής στην αλλαγή της καθημερινής μας συμπεριφοράς. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος που κατάφερε κάτι μοναδικό: να καθηλώνει τους αναγνώστες του και να τους “μεταμορφώνει” με τα βιβλία του. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1998.
Τα πιο γνωστά του έργα, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, είναι : «Λεωφορείο 9 για τον παράδεισο», «Γεννημένοι ν’ αγαπάμε», «Γεννημένοι για την αγάπη», « Ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον», «Η Αγάπη», «Ο δρόμος του ταύρου».
Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο.
Ίσως το καλύτερο και πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο του Λεό Μπουσκάλια είναι το “Να ζεις, ν`αγαπάς και να μαθαίνεις”. Είναι ένα βιβλίο για τον άνθρωπο, την ελευθερία και την αγάπη, ένα βιβλίο που σου μαθαίνει πως να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός, που σου θυμίζει να ζεις την ζωή στο έπακρο.
Να ζεις: να κάνεις λάθη, να πέφτεις, να ξανασηκώνεσαι, να αναρωτιέσαι, να βιώνεις νέες εμπειρίες, να αναθεωρείς. Να αγαπάς: πάντα να αγαπάς, γιατί ζωή χωρίς αγάπη είναι μισή ζωή. Το ιδανικότερο; Να αγαπάς και να αγαπιέσαι ταυτόχρονα. Να μαθαίνεις: όλα είναι εμπειρίες και όλα είναι γνώση
Αναλύει την έννοια του δασκάλου, αυτού του ανθρώπου που γίνεται η γέφυρα την οποία θα διαβούν οι μαθητές για να φτάσουν στη γνώση και στην αυτογνωσία. Καταγγέλλει την ανισότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων, τα οποία καταρρακώνουν τη διαφορετικότητα και την προσωπική έκφραση των παιδιών, τονίζοντας πως ο δάσκαλος, δέσμιος του συστήματος και των «πρέπει», είναι εγκλωβισμένος σε ένα στεγνό και χωρίς ψυχή μάθημα μέσα στην τάξη.
Πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, επεκτείνει τη δυσλειτουργικότητα που επικρατεί στις μαθητικές αίθουσες και φέρνει την κοινωνία στο προσκήνιο. Άνθρωποι φοβισμένοι να ακούσουν αυτό που τους ψιθυρίζει ο εαυτός τους, άνθρωποι που ζουν κολλημένοι στα κοινωνικά στερεότυπα, άνθρωποι που αρνούνται να αγαπήσουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον είναι αυτοί που δημιουργούν μία ανασφαλή κοινωνία.
Μας διδάσκει λοιπόν την αγάπη ο Μπουσκάλια, τη βάζει στο μικροσκόπιο, την τοποθετεί παντού. Μας μαθαίνει τις έννοιες του να αγαπάς και να φροντίζεις τον εαυτό σου, να ακούς και να νοιάζεσαι πραγματικά για τους γύρω σου, να βρίσκεις αυτό που σου δίνει νόημα και σε κάνει ευτυχισμένο. Αγαπήστε τον εαυτό σας, μας λέει, και στη συνέχεια, αγαπήστε ότι υπάρχει γύρω σας. Αγαπήστε τη ζωή και τον άνθρωπο.
Το “Nα ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις” είναι ένα βιβλίο σύμβουλος για κάθε περίσταση της ζωής, για κάθε εποχή και για κάθε ηλικία. Σε κάνει να βλέπεις τη ζωή από διαφορετική οπτική γωνία. Όσο απογοητευμένος κι αν νιώθεις, διαβάζοντας το βιβλίο αυτό του Μπουσκάλια, αλλάζεις. Θυμάσαι πράγματα που ήξερες αλλά δεν τους έδινες σημασία. Μαθαίνεις πράγματα που δεν ήξερες, για τον εαυτό σου, για τους άλλους, για τον κόσμο γύρω σου. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητά τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης.
Πώς αντέχεις να πεθάνεις χώρις να γίνεις όλα όσα είσαι?
Αστραδενή. Το κορίτσι που άφησε πίσω της τη Σύμη για να πάει στην Αθήνα με τους γονείς της, χωρίς βέβαια να ξέρει ότι μαζί με το νησί έπρεπε να αποχωριστεί και τα έθιμα, τη γλώσσα, τις συνήθειες – ακόμη και τ’ όνομά της. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε η Φακίνου να με κάνει να μπω στη θέση του μικρού αυτού κοριτσιού, δεδομένου ότι ούτε από τη Σύμη είμαι, ούτε στην Αθήνα του ’70 έχω ζήσει. Δε μου φαινόταν ποτέ παράξενα όλα αυτά που κάνουν εντύπωση στην Αστραδενή, γιατί ανήκουμε σε δύο τελείως διαφορετικές γενιές. Κι όμως, το κοριτσάκι αυτό, με άφησε να μπω στις σκέψεις της και με ταξίδεψε σε μια εποχή που δεν έζησα. Δεν υπήρχε βιβλίο, ούτε Ευγενία Φακίνου. Υπήρχε η Αστραδενή που μιλούσε κι εγώ που την άκουγα με τόση προσοχή και τόσο ενδιαφέρον, γιατί αυτό το κορίτσι έχει πολλά να πει.
Η ιστορία εξελίσσεται γύρω από μια κεντρική ηρωίδα η οποία επηρεάζεται άμεσα από την ζωή των μελών της οικογένειας της στην οποία γίνονται συνεχής αναφορές. Η η μικρή πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματός μας. ’Ενα κορίτσι ιδιαίτερα ώριμο και ξεχωριστό για την ηλικία του. Έχει το ταλέντο να εξηγεί τα φαινόμενα γύρω του με απίστευτο ενδιαφέρον. Είναι εργατικό και πρόσχαρο, έτοιμο να βοηθήσει σε όλες τις δουλειές. Ακόμα είναι συνεσταλμένη σε αντίθεση με το νεαρό της ηλικίας της. Προσπαθεί να ερμηνεύσει ό,τι βλέπει γύρω της και να λύσει τις απορίες που τις δημιουργούνται καθώς γνωρίζει καινούρια πράγματα και καταστάσεις. Έχει δυναμικό και σκληρό χαρακτήρα και προσπαθεί να νικήσει τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά.Είναι δυνατή και αγωνίζεται για να μην απογοητεύσει τους γονείς της. Παρατηρεί τα πάντα γύρω της με κάθε λεπτομέρεια και τα εξηγεί στο νου της με το δικό της ξεχωριστό τρόπο. Δε χάνει όμως την ευκαιρία να αναπολήσει στιγμές από τη παλιά της ζωή στη Σύμη. Γεμάτη πίστη και αισιοδοξία, εύκολα κερδίζει τη συμπάθεια του αναγνώστη.
Το συγκεκριμένο βιβλίο προβάλλει προβλήματα που αντικατοπτρίζουν την Ελλάδα του της δεκαετίας του 70αλλά ταυτόχρονα καταστάσεις που βιώνουν οι πολίτες μας σήμερα μεταφέροντας συγχρόνως βαθιά νοήματα. Στην Αστραδενή παρουσιάζεται το θέμα της εσωτερικής μετανάστευσης μέσα από τη φρέσκια και συγχρόνως αυστηρής ματιάς ενός δεκάχρονου κοριτσιού. Ένα θέμα επίκαιρο στην σημερινή Ελλάδα η οποία διέρχεται μέσα από μία μεγάλη οικονομική κρίση.
Τα γεγονότα ακολουθούν χρονολογική σειρά αν και σε κάποια σημεία η συγγραφέας καταφεύγει στο παρελθόν για να μας διηγηθεί κάποιες από τις περιπέτειες της πρωταγωνίστριας. Μέσα από το πρόσωπο του κεντρικού ρόλου δίνει μία πιο έντονη μορφή στο συναίσθημα της νοσταλγίας.
Εκτός όμως από μία καλή πηγή πληροφόρησης η «Αστραδενή» ήταν πολλά συναισθήματα, πολλές ελπίδες, περιέργεια, αγωνία. Διαβάζοντας μαθαίνουμε τα συναισθήματα της μικρής Αστραδενής καθώς αυτή μετακομίζει με την οικογένεια της στην Αθήνα. Αισθάνεται πόνο, αδικία, μοναξιά, στεναχώρια, νοσταλγία και ελπίδα. Ελπίζει ότι ο πατέρας της θα μπορέσει να βρει μια καλή δουλειά εκεί για να ζουν χωρίς στερήσεις και να μην τους λείπει τίποτα. Πληγώνεται και στενοχωριέται καθώς πολλοί από το σχολείο την αδικούν και την απομονώνουν. Αυτό όμως που πραγματικά κάνει τον αναγνώστη να συλλογίζεται και να μη θέλει να το πιστέψει είναι το τέλος του βιβλίου. Οι τελευταίες σελίδες είναι πολύ δυσάρεστες και συμπονετικές αλλά παράλληλα πραγματικές, ρεαλιστικές και φροντίζουν να σεοδηγήσουν από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας στη σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα.
Μπορεί αλήθεια να γράψει κάποιος κριτική αφήνοντας απ’ έξω το τέλος; Δε νομίζω. Δε θα πω περισσότερα, φυσικά. Άλλους τους σόκαρε, άλλους τους εξόργισε, άλλους μας θύμισε ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή και ότι -όπως ακριβώς και στην πραγματικότητα- μία αθώα και τρυφερή ψυχή δε σημαίνει ότι είναι θωρακισμένη από καθετί κακό και βλαβερό που υπάρχει τριγύρω. Το τέλος του βιβλίου είναι απροσδόκητο και με έντονη συναισθηματική χροιά καθώς ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζεται με τον ήρωα. Πολλά πράγματα που μόνο τα κορίτσια αισθάνονται και νιώθουν και αυτός είναι ο λόγος που με έκανε να αισθανθώ τόσο οικεία και κοντά μαζί της. Η ειλικρίνεια και η ευαισθησία συναντούν την περιέργεια της αθώας ηλικίας της. Ο τρόπος που περιγράφει τα πάντα γύρω της μου θυμίζει την ανεμελιά και την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας. Ταυτόχρονα όμως δεν παύει να είναι υπεύθυνη και εργατική και παρόλο που έχει συνηθίσει σε ένα άλλο τρόπο ζωής προσπαθεί να συμβαδίσει με τα νέα δεδομένα και τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης. Το τέλος ειναι πολύ συγκλονιστικό καθώς περιγράφει την απότομη μετάβαση απο την παιδικότητα στην σκληρή και βίαιη πραγματικότητα των μεγάλων. Η αλλαγή ειναι απότομη και αναπάντεχη, είναι κάτι που δεν περιμένεις απο ένα φαινομενικά παιδικό βιβλίο. Ευαισθητοποιεί τους αναγνώστες για το σοβαρό πρόβλημα της κακοποίησης. Δεν θα το συνέστηνα όμως σε μικρά παιδιά γιατί το τέλος είναι πολύ σκληρό. Το ήθος της ηρωίδας, η πίστη και η αισιοδοξία με τα οποία αντιμετωπίζει τα ανελέητα χτυπήματα της μοίρας κερδίζουν τη συμπάθεια του αναγνώστη προς το πρόσωπό της γεγονός που προκαλεί την ελπίδα και την προσμονή για ένα πιο αίσιο τέλος που θα της άξιζε. Δίχως απαραίτητα να οδηγηθούμε στο «ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» προσωπικά θα έδινα ένα τέλος στην ιστορία το οποίο θα άρμοζε στην ψυχική δύναμη της ηρωίδας καθώς και στο ανεπτυγμένο της ένστικτο. Στο τέλος το οποίο θα έδινα εγώ η μοίρα θα ήταν στη συνέχεια πιο γενναιόδωρη με την ηρωίδα δίνοντας μία νέα τροπή στα γεγονότα και τη ζωή της ανταμείβοντάς την έτσι για την πίστη της και τη μαχητικότητα της απέναντι στις δύσκολες καταστάσεις.
Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή , λιτή, κατανοητή.Σε ελάχιστα σημεία υπάρχουν λέξεις με ιδιωματισμούς της Σύμης. Το ύφος είναι απλό και νοσταλγικό και σε ορισμένα σημεία γίνεται λεπτομερές.Περιορισμένη χρήση γίνεται στις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, ενώ είναι αρκετές οι λαϊκές και καθημερινές λέξεις και φράσεις οι οποίες δίνουν παραστατικότητα στο κείμενο. Τέλος οι εικόνες δίνουν ανάγλυφα, σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων στη Σύμη, οι οποίοι ήταν απολύτως δεμένοι μεταξύ τους, ζούσαν μια λιγότερο «πολιτισμένη» , αλλά περισσότερο ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη ζωή.Επίσης το μυθιστόρημα γράφεται με την τεχνική της σύγκρισης μεταξύ της ζωής στην Αθήνα και της αντίστοιχης στη Σύμη και σχεδόν πάντοτε το νησί υπερέχει διατηρώντας το νοσταλγικό ύφος.
Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1920 στο Άντερναχ της Γερμανίας, αλλά σε ηλικία δύο ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, σκληρός και απόλυτος. Γι αυτό το λόγο, εξελίχθηκε σε έναν φοβισμένο έφηβο, χωρίς πολλούς φίλους, ενώ οι δάσκαλοί του πίστευαν λανθασμένα ότι ήταν δυσλεκτικός.
Μεγαλώνοντας, γράφτηκε στο κολέγιο του Λος Άντζελες για να σπουδάσει δημοσιογραφία και λογοτεχνία. Το όνειρό του ήταν να γίνει συγγραφέας, αλλά τα πρώτα του χειρόγραφα δεν είχαν τύχη.Όταν η μητέρα του τα ανακάλυψε, τα κατέστρεψε με την μηχανή του γκαζόν. Έφευγε συχνά από το σπίτι του και ταξίδευε σε διάφορα μέρη της Αμερικής. Κάποια στιγμή όμως, πάντα αναγκαζόταν να επιστρέψει.
Όταν η χώρα ενεπλάκη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο πατέρας του τον πίεζε να καταταγεί στον στρατό.Ο Μπουκόφκσι δεν δέχτηκε και τότε έφυγε μια για πάντα από το πατρικό του. Η φιγούρα του πατέρα του φαίνεται πως τον καταδιώκει συνεχώς και σε όλα τα μετέπειτα έργα του, που αποτυπώνουν άλλοτε μίσος και αηδία προς το πρόσωπό του, κι άλλοτε μια ανθρώπινη κατανόηση, αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που δημιούργησαν την προσωπικότητά του.
Χωρίς σπίτι, ο Μπουκόφσκι έζησε ως περιπλανώμενος άστεγος για λίγο καιρό και, όταν τα ψυχομετρικά τεστ τον έκριναν ακατάλληλο για να εκτίσει τη θητεία του, κατέληξε στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 24 ετών. Παρόλο που δεν έμεινε για πολύ, εκεί δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, «Aftermath of a Lengthy Rejection Slip», στο περιοδικό Story Magazine.
Δημοσίευσε άλλα δύο διηγήματα, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν από τη λογοτεχνική ελίτ της εποχής στην Αμερική. Απογοητευμένος για τη διαδικασία της έκδοσης, παράτησε το γράψιμο για περίπου μια δεκαετία, για «δέκα μεθυσμένα χρόνια», όπως τα έλεγε ο ίδιος. Στο διάστημα αυτό περιπλανιόταν στις ΗΠΑ, αλλά έζησε κυρίως στο Λος Άντζελες. Για να τα βγάλει πέρα, έκανε διάφορες μικροδουλειές και κοιμόταν σε φτηνά μοτέλ. Το 1955, εισήχθη με αιμορραγία στο νοσοκομείο των απόρων με έλκος στο στομάχι, που λίγο έλειψε να του κοστίσει την ζωή.Μετά την παραμονή του στο νοσοκομείο, άρχισε να γράφει για πρώτη φορά ποίηση. Η αυθεντική και δεικτική γλώσσα του, παρόλο που αποτέλεσε σημαντική επιρροή για όλους τους μεταπολεμικούς ποιητές, για ακόμα μία φορά δεν αναγνωρίστηκε στην Αμερική, δεν δημοσιεύθηκε σε μεγάλα περιοδικά και δεν βραβεύτηκε από την ακαδημία. Η συμπεριφορά του ίδιου, βέβαια, ήταν προκλητική και, παρόλο που είχε έναν περιορισμένο αριθμό φανατικών αναγνωστών, δεν έδινε την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να τον αποδεχτεί. Στην Ευρώπη ωστόσο, ο Μπουκόφσκι έγινε διάσημος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν ο πιο πετυχημένος Αμερικανός συγγραφέας στη Γερμανία, ενώ ο Ζαν Πολ Σάρτρ τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο ποιητή που έβγαλαν ποτέ οι ΗΠΑ.
Γύρω στο 1969, ο John Martin, εκδότης των Black Sparrow Press, θαυμάζοντας την δουλειά του Μπουκόφσκι αρχίζει να του δίνει 100$ το μήνα για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί αποκλειστικά με την συγγραφή.
Στην ζωή και στο έργο του Μπουκόφσκι η γυναικεία ύπαρξη έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο. Ο πρώτος του γάμος έγινε το 1957, με την Barbara Frye, μια εκδότρια από το Τέξας, η οποία εξέδιδε το ποιητικό περιοδικό Harlequin και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του Μπουκόφσκι. Ο γάμος τους τελείωσε δύο χρόνια μετά. Ο Μπουκόφσκι μετά το διαζύγιο ξανάπεσε στο ποτό και έπιασε δουλειά σε ταχυδρομείο ως ταμείας, θέση στην οποία παρέμεινε για δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Λίγο μετά την άδοξη κατάληξη του γάμου του γνωρίζει την Jane Cooney Baker, η οποία θεωρείται η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του και η πιο σημαντική από τις πολλές «μούσες» του. Όταν εκείνη πεθαίνει, ο Μπουκόφσκι γράφει μια σειρά από ποιήματα και διηγήματα θρηνώντας τον θάνατό της. Το 1964, η σύντροφός του Frances Smith γεννάει την μοναχοκόρη του, Μαρίνα Λουίζ Μπουκόφσκι. Παντρεύτηκε ξανά το 1985, την επί δέκα χρόνια σύντροφό του, Linda Lee Beighle, και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Μπουκόφσκι πέθανε από λευχαιμία 9 Μαρτίου του 1994, σε ηλικία 73 ετών, στο San Pedro της Καλιφόρνια, λίγο αφότου τελείωσε το τελευταίο του βιβλίο «Αστυνομικό» (Pulp).Στον τάφο του είναι γραμμένη η φράση «Don’t Try» (σ.σ: μην προσπαθείς). Ο ίδιος είχε εξηγήσει αυτή τη φράση από το 1963:
«Με ρώτησαν “Τι κάνεις όταν δημιουργείς; Πώς γράφεις;” και τους είπα “Δεν προσπαθείς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, μην προσπαθείς, είτε για τις Κάντιλακ, είτε για να βρεις έμπνευση, είτε για την αθανασία. Περιμένεις και αν δεν γίνει τίποτα, περιμένεις λίγο ακόμα. Είναι σαν ένα ζωύφιο που εντοπίζεις ψηλά στον τοίχο. Περιμένεις να έρθει σε σένα. Όταν φτάσει αρκετά κοντά, τότε το σκοτώνεις”»
Η Πόλη των Αγγέλων
Η Πόλη των Αγγέλων αποτελεί μία ακόμη συλλογή με διηγήματα του Τσάρλς Μπουκόφσκι. Το βιβλίο μας ταξιδεύει στο Λος Άντζελες, την πόλη των αγγέλων, της λάμψης των σταρ αλλά και της αποτυχίας.
Σκληροί και τρυφεροί μαζί, κωμικοί και τραγικοί, βλάσφημοι, ορμητικοί αλλά και τρωτοί, οι ήρωες των διηγημάτων του Τσαρλς Μπουκόβσκι τρεκλίζουν σ’ έναν κόσμο χωρίς ηθικές αξίες, γυμνωμένο από κάθε ρομαντισμό και μαγεία. Ζώντας μερικές μπίρες μόνο μακριά από το χρυσό μοντέλο του αμερικανικού ονείρου, το φαντασμαγορικό Λος Άντζελες, χάνουν τη μια γυναίκα μετά την άλλη γιατί σε καμιά γυναίκα δεν αρέσει να έρχεται δεύτερη ύστερα από το ουίσκι, απολύονται από τη δουλειά τους γιατί βρίσκουν ελκυστικότερο το κοντινό μπαρ από τον τόπο της εργασίας τους, αλλά κατορθώνουν να επιβιώνουν χάρη στη βαθιά πίστη που τρέφουν για τον εαυτό τους, την πίστη του μεθυσμένου ότι αυτός είναι που βλέπει ίσια, ενώ όλος ο άλλος κόσμος γυρίζει. Την ίδια ακριβώς πίστη που αφήνει ο Τσαρλς Μπουκόβσκι να οδηγεί τη γραφή του, προκειμένου να καθρεφτίσει την ένταση και τις αντιφάσεις του σύγχρονου υλιστικού κόσμου, όπου η εκπόρνευση των πάντων δεν άφησε ανέγγιχτη κι αυτήν ακόμη την ποίηση.
Τα διηγήματα σε αυτήν την συλλογή είναι επιλεγμένα γιατί είναι βαθιά αυτοβιογραφικά, με το alter ego του συγγραφέα Τσινάσκι, να είναι ο πρωταγωνιστής στις περισσότερες ιστορίες.