Παραμονή της Γέννησης της Ζωής Καρέλλη

Παραμονή της Γέννησης

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.

Ζωή Καρέλλη, Παραμονή της Γέννησης, «Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη – Τόμος πρώτος», Οι εκδόσεις των Φίλων, 1973

Ακούστε το εδώ:

Αυτά τα δύσκολα Χριστούγεννα ευχόμαστε σε όλους σας, σε κάθε «ψυχή μοναχή», δύναμη, αγάπη και ελπίδα από όλους εμάς, «Στο δρόμο της ποίησης».

Χρόνια πολλά και Καλά Χριστούγεννα!
Η ομάδα ©Στο δρόμο της ποίησης

Η Παλινωδία του Κορακιού του Ρότζερ Ρόμπινσον

Η παλινωδία του κορακιού

Ίσως, άνθρωπε,

να ήμουν πολύ σκληρός

μαζί σου. Δεν ήξερα

πως τα μικρά σου

ξυπνάνε συχνά

μες στον ύπνο τους

κι εσύ όλη νύχτα

μένεις ξάγρυπνος

δίπλα στο παιδί σου.

Ένα από τα παιδιά μου

δεν είναι καλά. Δεν μεγαλώνει

όπως τ’ άλλα.

Κι εμένα, όπως κι εσένα, συχνά

με τρώει η ανησυχία.

Ξυπνάω και νιώθω έναν

πυκνό ιστό αράχνης

στο μυαλό μου.

Τα άλλα παιδιά μου αναρωτιούνται

τι πρόβλημα έχει ο πατέρας τους.

Κάνω ό,τι πρέπει να κάνω

γιατί μ’ έχουν ανάγκη,

αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Συγχώρησέ με, άνθρωπε,

βιάστηκα να σε κρίνω.

Τώρα καταλαβαίνω

το φορτίο που κουβαλάς.

Roger Robinson, A Portable Paradise, 2019, Μετάφραση: Γιαννακόπουλος Χαράλαμπος

Άγονη Γη του T.S. Eliot

Άγονη Γη

Τοῦ ποταμοῦ ἡ σκηνὴ ἒσπασε· τὰ τελευταῖα δάχτυλα
τῶν φύλλων
γατζώνονται και βουλιάζουν μες στήν ὑγρὴ ὂχθη. Ὁ
ἄνεμος
διασχίζει τήν καστανόχρωμη γῆ, ἀθόρυβα. Οἱ νύμφες
ἔχουν φύγει.
Τάμεση γλυκέ, κύλα ἁπαλά, ὥσπου τό τραγούδι μου νά πῶ.
Ὁ ποταμός δέν κατεβάζει ἄδεια μπουκάλια, χαρτιά ἀπό
σάντουιτς,
μεταξωτά μαντίλια, χαρτόκουτα, ἀποτσίγαρα
ἤ ἄλλα τεκμήρια καλοκαιρινῆς νύχτας. Οἱ νύμφες
ἔχουν φύγει.
Καί οἱ φίλοι τους, οἱ ἀργόσχολοι κληρονόμοι τῶν
διευθυντῶν τοῦ Σίτυ·
ἔχουν φύγει, δέν ἄφησαν διεύθυνση.
Ἐπί τῶν ὑδάτων Λεμάν ἐκάθισα κι ἔκλαυσα…
Τάμεση γλυκέ, κύλα ἁπαλά, ὥσπου τό τραγούδι μου νά πῶ.
Τάμεση γλυκέ, κύλα ἁπαλά, ἀφοῦ οὔτε δυνατά μιλῶ οὔτε
φλυαρῶ.
Ὅμως πίσω ἀπ’ την πλάτη μου ἀκούω σέ μιά κρύα ριπή
τό κροτάλισμα τῶν ὀστῶν καί τό συγκρατημένο γέλιο νά
ἁπλώνεται ἀπό αὐτί σέ αὐτί.

T.S. Eliot, Άγονη Γη (μτφρ.: Χάρης Βλαβιανός), εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2020

Ακούστε το εδώ:

“Ό,τι κι αν φέρει το αύριο” της Μαρίας Λαϊνά

Μπορούμε επιτέλους να πάμε μια βόλτα, εντάξει;

της είπα

εσύ κι εγώ.

Ό,τι κι αν φέρει το αύριο

εμείς ζήσαμε σήμερα

κι αν ύστερα στο μέλλον

σκοντάψει ο ένας πάνω στον άλλον

ούτε και τότε πειράζει.

Πρόσεξε πού πατάς, είπε

κάτω απ’ τα παπούτσια σου

κυκλοφορούν μερμήγκια

κι εγώ κουράστηκα να μάθω να μη νιώθω πόνο.

Από την ποιητική συλλογή της Μαρίας Λαϊνά, «Ό,τι έγινε- άνθρωποι και φαντάσματα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Ακούστε το ποίημα εδώ:

“Ο καιόμενος” του Τάκη Σινόπουλου

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

《Για να τον όρο “Μετανάστες”》του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Το πέρασμά σου του Κώστα Βάρναλη

Το πέρασμά σου

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·

σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,

ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!…
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!

Κώστας Βάρναλης, Το πέρασμά σου

Ακούστε το εδώ:

Πένθιμο Μπλουζ του Γ.Χ. Ώντεν

Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια.
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει.
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.

Τ’ αεροπλάνα από πάνω να στενάξουν
στον ουρανό ψηλά «Είναι νεκρός» να γράψουν.
Μαβιές κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια,
Τα μαύρα γάντια οι τροχονόμοι έχουνε στα χέρια.


Ανατολή και Δύση, αυτός, Βορράς και νότος,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθος.
Ήταν το φως και η νύχτα μου, τραγούδι, πάθος.
Πίστευα αιώνια στην αγάπη. Μα ήταν λάθος.

Τ’ αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε.
Αδειάστε τον ωκεανό, διώξτε τα δάση,
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.

Απρίλιος 1936

Από τη συλλογή: Η ασπίδα του Αχιλλέα, Γ.Χ. Ώντεν, μτφρ: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες

Ακούστε το εδώ:

Λέξεις της Ανν Σέξτον

ΛΕΞΕΙΣ

Να είστε προσεκτικοί με τις λέξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές βάζουμε τα δυνατά μας ·
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια που αποσπώνται απ’ το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα, τα πόδια του καλοκαιριού,
Κι ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες, αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ’ αυγά πρέπει να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν

Anne Sexton, Words, The Awful Rowing Toward God, 1975, Μετάφραση: Κώστας Λιννός

Πηγή: https://frear.gr/?p=13227

Σ’ αγαπώ του Πωλ Ελυάρ

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δε γνώρισα
σ’ αγαπώ για όλες τις εποχές που δεν έζησα
για το άρωμα της απεραντοσύνης και το άρωμα του ζεστού ψωμιού
για το χιόνι που λιώνει, για τα πρώτα λουλούδια
για τα αγνά ζώα που δε φοβίζει ο άνθρωπος
σ’ αγαπώ για ν’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δεν αγαπώ.

Ποιος με αντανακλά αν όχι εσύ η ίδια, βλέπω τον εαυτό μου τόσο λίγο
χωρίς εσένα δε βλέπω τίποτε άλλο παρά μια απέραντη έρημο
ανάμεσα στο άλλοτε και το σήμερα.
Υπήρξαν όλοι αυτοί οι θάνατοι που ξεπέρασα πάνω στ’ άχυρα
δεν μπόρεσα να περάσω το τείχος του καθρέφτη μου
χρειάστηκε να μάθω λέξη προς λέξη τη ζωή
Όπως τη λήθη.

Σ’ αγαπώ για τη σύνεση που έχεις σε αντίθεση με μένα για την ευεξία.
Σ’ αγαπώ κόντρα σ’ όλες τις ψευδαισθήσεις
γι’ αυτήν την αθάνατη καρδιά που δε φυλακίζω.
Νομίζεις πως είσαι η αμφιβολία ενώ είσαι η λογική
είσαι ο μεγάλος ήλιος που ανατέλλει στο κεφάλι μου
όταν είμαι βέβαιος για μένα.

Πωλ Ελυάρ (Paul Éluard), «Σ’αγαπώ» (μτφρ: Οδυσσέας Ελύτης), Le phénix, 1951

Ακούστε το εδώ: