“Συμπληγάδες γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού (Απόσπασμα)

34

Τι θ’ απογίνει όταν τελειώσουν τα ποιήματα;
Όταν στερέψει η μνήμη
σαν βρύση που δεν βγάζει πια νερό;
Όταν πάψουν να του συμπαραστέκονται τα χρώματα
σε βόλτες πρωινές στην εξοχή;
Όταν θα κυκλοφορεί σε καροτσάκι αναπηρίας
σε πόλη που δεν φαίνεται να κατοικεί κάνεις;
Τι θ’ απογίνει αν ο καπνός από το τσιγάρο του
δεν θα χαράζει μονοπάτι
για να ανηφορίζει τις οροσειρές των λέξεων;
Όταν όλα τα φαντάσματα αποσυρθούν
σαν ηθοποιοί που είπαν τις ατάκες τους
και τον άφησαν μόνο στη σκηνή;
Όταν πια δεν θα υπάρχει φως
ή έστω σκιές για να κουρνιάσει
και κανένα καταφύγιο στίχων
για να τον δεχτεί;
Τι θα απογίνει;
Θα καταλήξει μάλλον σε καμία μάντρα ποιητών
με ανταλλακτικά στα αζήτητα.

Πηγή: “Συμπληγάδες Γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Ακούστε το ποίημα εδώ:

“Τα μάτια της Μαργαρίτας” του Νικηφόρου Βρεττάκου

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.

Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.

Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους

τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα

ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους

που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.

Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας

να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.

Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε

τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.

Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν

με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,

χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες,

μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,

τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε

μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.

Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται

κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.

Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε

να πλησιάσουν τα βουνά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.

Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή

να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη

ντυμένη τη μητέρα μου βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα»

κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,

αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο,

θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.

Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί,

να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν

όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι

να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου. Την ψυχή μου,

αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Πηγή: Palmografos.com – Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα μάτια της Μαργαρίτας» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

“Πρωτοχρονιά” του Κωστή Παλαμά

Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,
τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,
κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,
κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,

πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,
κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος
κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,
ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,

καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,
φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.
Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,
διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.

Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω
το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.
-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω
τη λυρική μου σκέψη!

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Νύχτωσε του Γιάννη Ρίτσου

Νύχτωσε

Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ’ το χρόνο του. Απ’ το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ’ αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου – είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ’ αυτή την ησυχία,
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.


Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε

“Νύχτωσε”, Γιάννης Ρίτσος

Ακούστε το εδώ:

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα της Κικής Δημουλά


Το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους.

Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό

καινούργιου χρόνου.


Τρέμουν από το κρύο

τα σταυροδρόμια και οι γωνίες

σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν

επάνω σε αλλότριας πατρίδας

πλανόδιους ανθοπώλες


μπουκέτα φασκιωμένα

με αγριωπό χαρτί

και η φτηνή ποιότητα

με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω

από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες


όπως κι εμείς όταν παιδιά

για σχέδια πεινασμένα

σ’ εφημερίδα διπλωμένη

ομοιόμορφαμικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε

κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί

τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά

παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους

μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα

κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Κική Δημουλά, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, 2007

Μοναξιά του Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Μοναξιά

Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.
Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει,
Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι
Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα.
Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει.
Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί
Τα σοκάκια όλα γυρίζουν ,
Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα ,
Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη,
όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε,
πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό , να κοιμηθούνε
πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί…

Από την συλλογή Ποιήματα Ράινερ Μαρία Ρίλκε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Ακούστε το εδώ:

Πού θα πας; της Ελένης Τζιώγα

Πού θα πας;

– Πού θα πας; Θα είσαι μόνος!

– Είμαι Εγώ κι Εγώ!

Δεν θέλω Ιθάκες και Πηνελόπες να με περιμένουν.

Μόνο καράβι ποντοπόρο στ’ άγνωστο.

– Πού θα πας; Θα είσαι μόνος!

– Έχω τη δική μου Χαλιμά, την Περιέργεια,

συντρόφισσα πιστή από τα βάθη του χρόνου,

από το πρώτο Είναι.

Νέκταρ και αμβροσία μου προσφέρει,

και τις μακρινές, ζεστές θάλασσες του Νότου

μου δείχνει.

– Πού θα πας; Η γνώση είναι δυστυχία!

– Μα έτσι όμως είναι οι ερωμένες!

Από την συλλογή της Ελένης Τζιώγα, Τ’ ανείπωτα, 2020, Εκδόσεις Ελκυστής

Ακούστε το εδώ:

“Αν ήμουν” του Αντώνη Σαμαράκη

Αν ήμουν ήλιος, σύννεφα δεν θα σκιάζαν τα ουράνια
ουδέ τη νύχτα θ’ άφηνα τα πέπλα της να ρίξει.
Στεφάνι θα σου φόραγα τις πιο λαμπρές αχτίδες,
όλος ο κόσμος για να ιδεί, καλή, την ομορφιά σου.
Τ’αγέρι αν ήμουν το τρελό, μες στις χρυσές πλεξούδες
χίλια φιλιά θα σου ‘δινα, έτσι για να σηκώσεις
τ’ αλαβαστρένιο μπράτσο σου και τα μαλλιά να σιάξεις.
Αν ήμουν κύμα του γιαλού, γλυκοχαϊδεύοντας σε,
θ’ αγκάλιαζα τα πόδια σου, χιονάτα περιστέρια,
κυρά μου, πόσο σ’ αγαπώ για να σου ψιθυρίσω.
Αν ήμουν η τσοπάνικη φλογέρα που γροικιέται,
να κλαίει το κάθε σούρουπο για του βοσκού τη θλίψη,
τραγούδια πιο χαρούμενα τα χείλη μου θα πλάθαν.
Αν ήμουν τ’ αηδονάκι σου που μες στον κήπο σου έχεις,
θα ‘ρχόμουν στο παράθυρο να σε γλυκοφιλήσω,
και θα ‘ταν το τραγούδι μου, τραγούδι της αγάπης.
Αγρίμι αν ήμουν του βουνού, θα ‘ρχόμουν μερωμένο,
να ξαπλωθώ στα πόδια σου, να ξαποστάσω λίγο,
να με δροσίσεις με νερό και να σε φχαριστήσω.
Αν ήμουνα τραγουδιστής, τη νύχτα της γιορτής σου,
κάτω απ’ το παραθύρι σου που το ‘χεις ασφαλισμένο
θα ‘λεγα στο τραγούδι μου τον πόνο που με λιώνει,
ν’ ανοίξεις το παράθυρο να σε σφιχταγκαλιάσω,
τα γονικά σου να μας δουν, παιδί τους να με κράζουν,
και να χαρούν οι φίλοι μας, να σκάσουν οι οχτροί μας,
η γειτονιά να μας θωρεί και να μας μακαρίζει,
τ’ αστέρια να μας βλέπουνε και πιο πολύ να λάμπουν,
και να μας βλέπει και ο Θεός και να μας ευλογάει.

Από την ποιητική συλλογή Ποιήματα του Αντώνη Σαμαράκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Ακούστε το ποίημα εδώ:

“Χέρια” του Αργύρη Χιόνη

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Χριστουγεννιάτικη ἱστορία του Μιχάλη Γκανᾶ

Κάθεται μόνος
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
Κανείς δέ θά’ ρθει καί τό ξέρει,
κλεῖσαν οἱ δρόμοι ἀπό το χιόνι, σάν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα καί πάλι
καί τά ποτά κρυώνουν στό ντουλάπι.
Τό τσίπουρο στυφό, τό οὖζο γάλα καί τό κρασί ραγίζει τά μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δέ μιλάει.
Στήν τηλεόραση χιονίζει,
Τό στρώνει ἀργά στό πάτωμα καί στό τραπέζι
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
Καί μόνο τό δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπό τά περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ το πρωί.
Πῶς νά τοῦ πῶ «Καλά Χριστούγεννα»,
Εὐχές δέ φθάνουν ὣς ἐδῶ,
Δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τό κλαδί τῆς μνήμης,
μά νά τρυπώσει δέν μπορεῖ στή μοναξιά του.
Μιά μοναξιά πού χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ ὅλα τά ὑλικά καί δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ἀκόμη
Γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
μέ ἀργές κινήσεις σά νά τό χαϊδεύει.
Μένει στά δάχτυλα τό λάδι
ἀλλά τό χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικές σκηνές
μέ ἀγριογούρουνα καί χιόνια ματωμένα,
πρίν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος
στήν μπούκα ἑνός κρυμμένου κυνηγοῦ,
πού τόν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νά τόν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιά λάμψη κάνης,
πότε μιά κίνηση στίς κουμαριές
κι ἡ μυρωδιά ἀπ’ τό βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια καί μπαρούτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νά τοῦ ρίξει
δέ θά προλάβει πάλι νά τόν δεῖ
πίσω ἀπ’ τό σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.

Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καί δέν τόν τιμωρῶ ἐγώ μ’ αυτές τίς σκέψεις,
πῶς νά πλαγιάσει καί νά κοιμηθεῖ.
Λέω νά γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας πού τοῦ ἒτυχε
σιωπηλό καί δύστροπο παιδί,
καί νά τοῦ πῶ μιά ἱστορία
γιά νά τόν πάρει ὁ ὓπνος.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά πάρε καί τόν πατέρα…
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε καί τόν πατέρα• ἀπ’ τίς μασχάλες πιάσ’ τονε
σά νά’ ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τά παιδιά
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μέ τό βαρύ ἀμπέχωνο
στίς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλό σκυλί
καί τούς παλιούς του φίλους, καί ρίξε χιόνι ὓστερα
ἄσπρο σάν κάθε χρόνο. Νά βγαίνει ἡ μάνα νά κοιτᾶ
ἀπό τό παραθύρι, τήν ἔγνοια της νά βλέπουμε
στά γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νά τῆς τό κρύβουμε
πώς εἶναι πεθαμένη.

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μέ τούς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σέ στρωματσάδα ρίξε μας
μιά νύχτα τοῦ χειμώνα, πίσω ἀπ’ τά ματοτσίνορα
ν’ ακοῦμε τούς μεγάλους, νά βήχουν, να σωπαίνουνε,
νά βλαστημοῦν τό χιόνι. Κι ἐμεῖς νά τούς λυπόμαστε
πού γίνανε μεγάλοι καί νά βιαζόμαστε πολύ
νά μοιάσουμε σ’ εκείνους, νά δοῦν πώς μεγαλώσαμε
νά παρηγορηθοῦνε.

Από την συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, Ποιήματα 1978-2012 εκδ. Μελάνι

Ακούστε το εδώ: