Τι θ’ απογίνει όταν τελειώσουν τα ποιήματα; Όταν στερέψει η μνήμη σαν βρύση που δεν βγάζει πια νερό; Όταν πάψουν να του συμπαραστέκονται τα χρώματα σε βόλτες πρωινές στην εξοχή; Όταν θα κυκλοφορεί σε καροτσάκι αναπηρίας σε πόλη που δεν φαίνεται να κατοικεί κάνεις; Τι θ’ απογίνει αν ο καπνός από το τσιγάρο του δεν θα χαράζει μονοπάτι για να ανηφορίζει τις οροσειρές των λέξεων; Όταν όλα τα φαντάσματα αποσυρθούν σαν ηθοποιοί που είπαν τις ατάκες τους και τον άφησαν μόνο στη σκηνή; Όταν πια δεν θα υπάρχει φως ή έστω σκιές για να κουρνιάσει και κανένα καταφύγιο στίχων για να τον δεχτεί; Τι θα απογίνει; Θα καταλήξει μάλλον σε καμία μάντρα ποιητών με ανταλλακτικά στα αζήτητα.
Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί, τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου, κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί, κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,
πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα, κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα, ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,
καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι, φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή. Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι, διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.
Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει. -Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω τη λυρική μου σκέψη!
Ακόμη ένας χρόνος… είπε· Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του Ένας χρόνος λιγότερο απ’ το χρόνο του. Απ’ το παράθυρο είδαμε Βαρέθηκε τα ποιήματα, Βαρέθηκε τη μουσική. Τ’ αγάλματα κωφάλαλα. Να πιω τον καφέ μου – είπε. Να καπνίσω το τσιγάρο μου. Να είμαι, να μην είμαι Διπλά Μέσα σ’ αυτή την ησυχία, Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:
Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε. Κι ούτε που ξέραμε καθόλου Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν. Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν. Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς· Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο Εχοντας στους ώμους τους Τεράστια χάλκινα όργανα. Μείνε, λοιπόν, εδώ, Κάπνισε το τσιγάρο σου Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα. Κωφάλαλα τ’ αγάλματα. Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε
Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή. Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει, Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα. Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει. Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί Τα σοκάκια όλα γυρίζουν , Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα , Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη, όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε, πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό , να κοιμηθούνε πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί…
Από την συλλογή Ποιήματα Ράινερ Μαρία Ρίλκε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
Αν ήμουν ήλιος, σύννεφα δεν θα σκιάζαν τα ουράνια ουδέ τη νύχτα θ’ άφηνα τα πέπλα της να ρίξει. Στεφάνι θα σου φόραγα τις πιο λαμπρές αχτίδες, όλος ο κόσμος για να ιδεί, καλή, την ομορφιά σου. Τ’αγέρι αν ήμουν το τρελό, μες στις χρυσές πλεξούδες χίλια φιλιά θα σου ‘δινα, έτσι για να σηκώσεις τ’ αλαβαστρένιο μπράτσο σου και τα μαλλιά να σιάξεις. Αν ήμουν κύμα του γιαλού, γλυκοχαϊδεύοντας σε, θ’ αγκάλιαζα τα πόδια σου, χιονάτα περιστέρια, κυρά μου, πόσο σ’ αγαπώ για να σου ψιθυρίσω. Αν ήμουν η τσοπάνικη φλογέρα που γροικιέται, να κλαίει το κάθε σούρουπο για του βοσκού τη θλίψη, τραγούδια πιο χαρούμενα τα χείλη μου θα πλάθαν. Αν ήμουν τ’ αηδονάκι σου που μες στον κήπο σου έχεις, θα ‘ρχόμουν στο παράθυρο να σε γλυκοφιλήσω, και θα ‘ταν το τραγούδι μου, τραγούδι της αγάπης. Αγρίμι αν ήμουν του βουνού, θα ‘ρχόμουν μερωμένο, να ξαπλωθώ στα πόδια σου, να ξαποστάσω λίγο, να με δροσίσεις με νερό και να σε φχαριστήσω. Αν ήμουνα τραγουδιστής, τη νύχτα της γιορτής σου, κάτω απ’ το παραθύρι σου που το ‘χεις ασφαλισμένο θα ‘λεγα στο τραγούδι μου τον πόνο που με λιώνει, ν’ ανοίξεις το παράθυρο να σε σφιχταγκαλιάσω, τα γονικά σου να μας δουν, παιδί τους να με κράζουν, και να χαρούν οι φίλοι μας, να σκάσουν οι οχτροί μας, η γειτονιά να μας θωρεί και να μας μακαρίζει, τ’ αστέρια να μας βλέπουνε και πιο πολύ να λάμπουν, και να μας βλέπει και ο Θεός και να μας ευλογάει.
Οι άνθρωποι το πιο συχνά δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.