“Συμπληγάδες γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού (Απόσπασμα)

34

Τι θ’ απογίνει όταν τελειώσουν τα ποιήματα;
Όταν στερέψει η μνήμη
σαν βρύση που δεν βγάζει πια νερό;
Όταν πάψουν να του συμπαραστέκονται τα χρώματα
σε βόλτες πρωινές στην εξοχή;
Όταν θα κυκλοφορεί σε καροτσάκι αναπηρίας
σε πόλη που δεν φαίνεται να κατοικεί κάνεις;
Τι θ’ απογίνει αν ο καπνός από το τσιγάρο του
δεν θα χαράζει μονοπάτι
για να ανηφορίζει τις οροσειρές των λέξεων;
Όταν όλα τα φαντάσματα αποσυρθούν
σαν ηθοποιοί που είπαν τις ατάκες τους
και τον άφησαν μόνο στη σκηνή;
Όταν πια δεν θα υπάρχει φως
ή έστω σκιές για να κουρνιάσει
και κανένα καταφύγιο στίχων
για να τον δεχτεί;
Τι θα απογίνει;
Θα καταλήξει μάλλον σε καμία μάντρα ποιητών
με ανταλλακτικά στα αζήτητα.

Πηγή: “Συμπληγάδες Γενεθλίων” του Δημήτρη Καταλειφού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Διήγημα Φώτων: “Φώτα ολόφωτα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.

Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε, κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ.

* * *

Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.

Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε.

Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού.

Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».

Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!… Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε πεθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς;

* * *

Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου.

Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον.

* * *

Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου.

Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων.

Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον.

Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια.

Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον.

Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης.

Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών».

* * *

Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».

Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα.

Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.

Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια.

Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.

Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν. Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ. Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.

Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή.

Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της, ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής·

– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις… Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!

(1894)

Ακούστε το διήγημα εδώ. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή: https://www.google.com/amp/s/sarantakos.wordpress.com/2017/01/06/fwtaolofwta/amp/

Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια» του Γεωργίου Δροσίνη

Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»

Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,

«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο,
μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω.
Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα
ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη
θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου
κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι»

Γεώργιος Δροσίνης, «Ἀπὸ τὰ “Φωτερὰ Σκοτάδια”» (από την πηγή)

Ακούστε το εδώ:

“Τα μάτια της Μαργαρίτας” του Νικηφόρου Βρεττάκου

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.

Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.

Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους

τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα

ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους

που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.

Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας

να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.

Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε

τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.

Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν

με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,

χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες,

μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,

τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε

μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.

Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται

κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.

Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε

να πλησιάσουν τα βουνά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.

Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή

να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη

ντυμένη τη μητέρα μου βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα»

κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,

αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο,

θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.

Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί,

να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν

όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι

να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου. Την ψυχή μου,

αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Πηγή: Palmografos.com – Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα μάτια της Μαργαρίτας» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

20 ποιητικές συλλογές για το 2020

  1. Άκουσε τη φωνή μου και έλα, Ιάκωβος Καμπανέλλης, εκδόσεις Κέδρος

Η συγκεντρωτική συλλογή Άκουσε τη φωνή μου κι έλα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος περιλαμβάνει, για πρώτη φορά, όλα τα ποιήματα και τα τραγούδια του, που πολλά μάλιστα ακούμε και τραγουδάμε μέχρι σήμερα και μας και μας παρουσιάζει μια διαφορετική όψη ενός καλλιτέχνη που οι περισσότεροι είχαμε αναπόφευκτα συνδυάσει με το θέατρο ή την πεζογραφία παρά με την ποίηση και την στιχουργική. Μας αποδεικνύει, ωστόσο, πως μπορεί να φέρει εις πέρας όλους αυτούς τους ρόλους και εξίσου καλά, θα προσθέσουμε εμείς. Μια συλλογή που αν δεν προλάβατε να διαβάσετε την χρονιά που πέρασε αξίζει να την μελετήσετε το 2021!

2. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί, εκδόσεις Μεταίχμιο

Η ευαίσθητη ματιά του Αναγνωστάκη, η βαθιά του επαφή με τα ελληνικά γράμματα αποκρυσταλλώνεται έντονα στις επιλογές του. Χωρίς να παραλείψει κανέναν ποιητή μας βυθίζει σε μια θάλασσα δημιουργίας. Σε αυτήν την θάλασσα απολήγουν πολλοί διαφορετικοί μεταξύ τους ποταμοί. Άλλοι έχουν ορμητικά υπερρεαλιστικά κύματα, άλλοι έχουν πηγές στην ελληνική παράδοση, άλλοι έχουν τάσεις συμβολιστικές και άλλοι έχουν επάλξεις σε λογοτεχνικά έργα ξένων καλλιτεχνών. Πάντως όλα έχουν μια κοινή πορεία, η φωνή που γεννιέται από μέσα τους είναι αδιακόσμητη, είναι πρωτόγονη, είναι ελεύθερη, έρχεται σε ρήξη με αυτά που η ποίηση στον ελλαδικό χώρο είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Η ανθολογία είναι σίγουρα μια πολύ καλή ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τους ποιητές και αν κάποιος μας τραβήξει έντονα το ενδιαφέρον να εμβαθύνουμε αργότερα στο έργο του. Εμείς χαρήκαμε που ξαναθυμηθήκαμε σε αυτό το ποιητικό ταξίδι αγαπημένους μας συνοδοιπόρους και ήρθαμε σε επαφή με κάποιους που δεν είχαμε γνωρίσει ποιητικά. Για αυτό τον λόγο την προτείνουμε σε όλους εκείνους τους ακόρεστους αναζητητές της ομορφιάς και της νεωτερικότητας, στους φανατικούς αναγνώστες του Αναγνωστάκη που μέσα από τις επιλογές του αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικότητάς του αλλά και σε όλους εσάς που όπως εμείς αγαπάτε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

3. Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδόσεις Ψυχογιός

Η ποίηση του Σαμαράκη ατενίζει το μέλλον και αναθεματίζει μια ανθρωπότητα που διαρκώς επιλέγει να κοιτάζει πίσω. Μας δίνει την απάντηση στο σκοτάδι της εποχής, γιατί μας μεταλαμπαδεύει το φως της αγάπης που είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Είναι μια ποίηση ελληνικότατη και συγχρόνως παγκόσμια. Μια ποίηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, επίκαιρη και νοσταλγική. Είναι μια ποίηση που δεν προσπερνάς. Για αυτό με την πρώτη ευκαιρία σας καλούμε να αναζητήσετε το ποιητικό έργο του Αντώνη Σαμαράκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

4. Εγώ ένας Ξένος, Ποιήματα 1967-2011, Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Κίχλη

Η ποίησή του, η τελευταία (μπορεί και όχι) πτυχή του πολύπλευρου αυτού ανθρώπου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη και μοναχική, όπως κατ’ επιλογήν υπήρξε ο ίδιος στη ζωή του. Απογοητευμένος πολλές φορές από τους ανθρώπους, από την πολιτική, αγάπησε μονάχα την μοίρα του. Η βαθιά του σχέση με την τέχνη αποτυπώνεται σε κάθε γραμμή, σε κάθε φράση και σελίδα. Μελετά, ανιχνεύει, αφομοιώνει, αφουγκράζεται, εμπλέκει τον Σαίξπηρ, τον Όμηρο, τον Σεφέρη, τον Πάουντ. Αναγνώστης-ποιητής περιπλέκει αγαπημένους συγγραφείς με σεβασμό, με λεπτότητα και διάκριση στον καμβά της ποίησής του. Εμπνέεται από αυτούς και μας εμπνέει. Η ποιητική του θυμίζει μια ατέλευτη προσπάθεια τακτοποίησης του χάους ήταν αυτό πηγάζει από μέσα του είτε προέρχεται απ’ έξω. Εμείς γινόμαστε μέτοχοι αυτού του ταξιδιού που εκτείνεται από την Αρχαιότητα και την Αναγέννηση ως τις μέρες μας. Βιώνουμε την ανθρώπινη ατέλεια, την απώλεια, τον πόνο, τον αέναο αγώνα του ανθρώπου με τον αόρατο εχθρό. Το δίπολο ζωή- θάνατος αναδεικνύει το θνητό του ανθρώπινου σώματος, το εφήμερο, το φθαρτό. Η ποιητική είναι μια ποιητική διαρκούς απουσίας, απουσίας ανθρώπων, απουσίας λέξεων, σίγουρα όμως όχι απουσία συναισθημάτων. Ολοκληρώνοντας το έργο, ο αναγνώστης μένει μετέωρος ανάμεσα στο σύμπαν του Ίσαρη και την δική του πραγματικότητα. Ίσως και να αναδεικνύεται νικητής του παιχνιδιού. Σε κάθε περίπτωση, νικητής ή ηττημένος της ζωής, ο συμμέτοχος του ποιητικού φαινομένου κερδίζει από όλη αυτή την διαδικασία γνώση του εαυτού του και συνειδητοποίηση του κόσμου.

5. Εν αμφιβολία ποιητές, Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών, εκδόσεις Ελκυστής

Ποιήματα, πεζογραφήματα, διηγήματα, ιστορίες, από το χθες, το σήμερα και το αύριο. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο διαρκώς άλλοτε διαβάζαμε ομοιοκατάληκτα ποιήματα και άλλοτε με ελεύθερο στίχο, αισιόδοξα είτε απαισιόδοξα, ρομαντικά και κοινωνικά διάφορων λογοτεχνικών ρευμάτων. Συναντούσαμε ιστορίες που έμοιαζαν βιογραφικές, αλλά και αφηγήσεις ιστορικές, λαογραφικές. Το υλικό ήταν πλούσιο και ξεχωριστό. Κάθε σελίδα έκρυβε κάτι άλλο και μας εξέπληττε ευχάριστα. Ο ρομαντισμός συμπορευόταν τόσο αρμονικά με την κοινωνική κριτική και η περιπέτεια με την ιστοριογραφία. Θα το προτείναμε ανεπιφύλακτα σε όποιον επιθυμεί να δει μια άψογη συμπόρευση του δικαίου και της λογοτεχνίας αλλά και όλων αυτών των λογοτεχνικών ειδών που αναφέραμε!

6. Ιππότης, θάνατος, διάβολος, Ούγκο φον Χόφμανσταλ, εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ

Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, συνοδευμένο από έντονο επιφανειακό συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Στα έργα του ο θάνατος ελλοχεύει: εμφανίζεται ξαφνικά, σημαδεύει τα πρόσωπα και αποχωρεί αθόρυβα. Μέσα σε αυτό τον κόσμο η αφοσίωση, ο χαμένος αγώνας της μνήμης απέναντι στην λήθη, η ασφυξία του εγκλεισμού στον πυρήνα της οικογένειας, η δεινότητα του ισχυρού, η βίαιη επιβολή της αρμονίας και του μέτρου, είναι θέματα τα οποία έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια. Όποιοι γνώριζαν τον Χόφμανσταλ μόνο ως θεατρικό συγγραφέα, μετά από την μελέτη αυτής της συλλογής, θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσουν! Η ποιητική του διάσταση είναι μεν μυστήρια αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Έχει μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα, μια παραστατικότητα. Στην υπέροχη αναγνωστική εμπειρία συμβάλλει τόσο η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά όσο και η αισθητική που αποπνέει το βιβλίο αυτό καθ΄ αυτό, κάτι διόλου πρωτότυπο για τις εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ.

7. Πεζά και Μεταφράσεις, Κ.Γ. Καρυωτάκης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Καθώς όμως δεν βαδίζει σε μια μεταφραστική terra incognita, ο Καρυωτάκης είναι συγχρόνως και αναγνώστης μεταφράσεων άλλων μεταφραστών και μάλιστα μια σύνθετη περίπτωση αναγνώστη· ως αναγνώστης λογοτέχνης διαφοροποιείται από τον κοινό αναγνώστη, έχοντας επιπλέον δυνατότητα ανάγνωσης του πρωτοτύπου. Η γραφή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Καρυωτάκη, απολήγει σε νέα μετάφραση ή σε πρωτότυπο ποίημα. Αυτές τις δύο λιγότερο γνωστές πτυχές του Καρυωτάκη, που είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την ποιητική ιδιότητα και αξίζει να τις ανακαλύψετε όλοι εσείς που όπως εμείς αγαπάτε τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη! Θα βρείτε λοιπόν τα κείμενα και τις μεταφράσεις στο στο έργο του Πεζά και Μεταφράσεις που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

8. Κενό Αδιαχώρητο(ν), Κωνσταντίνα Κυριαζή, εκδόσεις Έναστρον

Το κενό που δημιούργησε τον ψυχισμό όλων μας η χρονιά που πέρασε ήταν μια μοναδική ευκαιρία να το γεμίσουμε με ποίηση, ακόμα και αν αυτή ήταν κατ’ επίφαση μια ποίηση για την κενότητα. Η συλλογή αυτή κατόρθωσε να αναδείξει την κενότητα και να την γεμίσει με συναισθήματα, με εσωτερική ενδoσκόπηση, με προσωπικά βιώματα που είδαμε αποτυπωμένα στο χαρτί. Κάθε σελίδα αυτής της ποιητικής εμπειρίας ήταν όλο και πιο βαθιά και όλο και πιο κοντά στις σκέψεις που δεν εκφράστηκαν ποτέ, στα μυστικά που φυλάξαμε στα μύχια της ψυχής μας, στα ποιήματα που δεν γράψαμε! Άχαστη!

9. ΑνάΒαση, Δημήτρης Αθανασέλος, εκδόσεις Πνοή

Μια συλλογή που σε προδιαθέτει από τον τίτλο της και την πολύ ευφυή εικονογράφησή της. Οι λέξεις στην ποίηση έχουν βαρύτητα και αποκτούν μια πολυσήμαντη έννοια. Ένα ανάποδο τρίγωνο και μια λέξη καταφέρνουν να δώσουν εξαρχής το έναυσμα στον αναγνώστη να περιηγηθεί σε ένα ποιητικό σύμπαν που είναι αυστηρά δομημένο! Ωστόσο, η δόμηση αυτή, η λεπτομέρεια ωθεί σε μια εσωτερική ανάβαση και ολοκλήρωση. Αποτυπώνει ευαγώς την μάχη που δίνει κάθε άνθρωπος με τον εαυτό του, με την ίδια του την φύση για να οδηγηθεί στην πολυπόθητη αυτοπραγμάτωση. Η διαδικασία αυτή στην οποία συμμετείχαμε ήταν μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία και απολαυστική!

10. Συμπληγάδες γενεθλιών, Δημήτρης Καταλειφός, εκδόσεις Πατάκης

Εξήντα πέντε σύντοµα κείµενα ποιητικής πρόζας που γράφτηκαν εντός της πανδημίας αλλά που καταφέρνουν πολλά περισσότερα από το να εκφράσουν την αγωνία του εγκλεισμού. Ίσα ίσα μας έβγαλαν από τα στενά περιθώρια του εσωτερικού μας χώρου, μα ταξίδεψε στο παρελθόν, σε ένα παρελθόν που είναι ταυτόχρονα βαθύτατα προσωπικό αλλά και κοινωνικό! Γνωρίζαμε τον συγγραφέα ως υπηρέτη της υποκριτικής αλλά απέδειξε και με το παραπάνω ότι μπορεί να δώσει πολλά και στην ποίηση. Αν επιθυμείτε και εσείς να νιώσετε κοντά σε ανθρώπους και εποχές απομακρυσμένες, να νοσταλγήσετε, να γεμίσουν οι καρδιές σας από ζεστασιά και νοσταλγία, αλλά και από πικρές αλήθειες που διατυπώνονται καθαρά και εύγλωττα δεν έχετε παρά να μελετήσετε την συλλογή αυτή.

11. Τα ποιήματα, Cesare Pavese, εκδόσεις PRiNTA- ΡΟΕΣ

Ο Τσεζάρε Παβέζε έχει ευρέως καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους πεζογράφους. Ωστόσο, το ποιητικό του έργο, αν και λιγότερο γνωστό, είναι εξίσου σημαντικό με τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του. Η ποίησή του, έξω από τα ρεύματα της εποχής του, είναι τελείως διαφορετική και καινοτόμα: ο Παβέζε ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την «αφηγηματική ποίηση» που χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη γκάμα ρυθμών, τη ρωμαλέα, καθημερινή γλώσσα και την ελευθερία έκφρασης, και που είχε «ήρωες» απλούς, ταπεινούς ανθρώπους – μια ποίηση που ενόχλησε τους συγχρόνους του και επηρέασε βαθιά τους μεταγενέστερους ποιητές. Ειδικά για όσους είναι γνώστες της ισπανικές και όσους είναι λάτρες της Ευρωπαϊκής ποίησης θα έχουν την ευκαιρία στις σελίδες αυτής της συλλογής να γνωρίσουν πλήρως έναν ποιητή, τις διαφορετικές πτυχές της ποιητικής του που άλλοτε απολήγουν στον ρομαντισμό και άλλοτε σε εσωτερίκευση, αλλά πάντα παραμένει συγχρόνως προσωπική και πανανθρώπινη.

12. Ποιήματα, Γιώργος Σαραντάρης, εκδόσεις Ζήτρος

Η ποίησή του βαθιά φιλοσοφημένη, έχει αδρά τα γνωρίσματα της ελληνικής γης και παράδοσης. Τα στοιχεία του έργου του – πεζό και ποιητικό – είναι η ευπρέπεια, η ευγένεια, ο ρομαντισμός και ο λυρισμός πάντα γύρω από έναν εξ αρχής δεδομένο ηθικοπλαστικό άξονα. Δανείζεται όλες τις λέξεις της καθημερινότητας για να τις μετουσιώσει και να τις δώσει μια άλλη διάσταση, τη διάσταση των δικών του νοημάτων. Η πολύ προσεγμένη ανθολόγηση των 643 ποιημάτων ενός καλλιτέχνη που έφυγε νωρίς από τις εκδόσεις Ζήτρος δίνει την ευκαιρία σε πολλούς από εμάς να έρθουν σε επαφή με το έργο του, να τον αγαπήσουν και να καταλήξουν πως πρόκειται για έναν μείζονα ποιητή.

13. Ποιήματα 1978-2012, Μιχάλης Γκανάς, εκδόσεις Μελάνι

Ποίηση με ευδιάκριτες ρίζες και δυνατά βιώματα, η ποίηση του Γκανά διαλέγεται μόνιμα και δραστικά κυρίως προς την κατεύθυνση του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, αλλά και με τους βασικότερους νεοέλληνες ποιητές, με πιο ισχυρή τη δημιουργική κλίση προς την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Γιώργου Σεφέρη. Ωστόσο, και μολονότι ο διάλογος με την ποιητική παράδοση είναι δεδομένος, η ποιητική του Γκανά διακρίνεται όχι μόνο από τη διαύγεια του ποιητικού της τοπίου, αλλά και από τη συνοχή του οράματος. Σε όλη την έκταση της ποιητικής του παραγωγής διακρίνει κανείς τη στερεότητα των επανερχόμενων θεμάτων και μοτίβων. Σε κάθε ποίημα, ακόμη και στη στιχουργική του παραγωγή, αναγνωρίζονται βασικές σταθερές που εξελίσσονται και μεταμορφώνονται, διατηρώντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά και το ειδικό τους βάρος. Όπως όλη η μεγάλη ποίηση, έτσι και η ποίηση του Γκανά είναι στην πραγματικότητα ένα ποίημα εν προόδω. Ένα ποίημα που κυκλώνει συνεχώς από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικούς τρόπους το ίδιο θέμα: αυτό της οριστικά ματαιωμένης επιστροφής σε μιαν στείρα «μητριά πατρίδα», όπου το μόνιμο αίσθημα του ξένου γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρό, καθώς συνδυάζεται με την ανελέητη μνήμη «των κεκοιμημένων» ή με τη στέρηση των ανεκπλήρωτων σκοτεινών ερώτων. Όλα αυτά αποδεικνύονται και με το παραπάνω στην εξαιρετική συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.

14. Τη ζωή μετράω σε … ανάσες, Γιώργος Βαγγελάκης, Πρωτότυπες εκδόσεις Πηγή

Ένα έργο ανθρωποκεντρικό που εστιάζει στην αγάπη, τα όνειρα, τις αναπνοές που αποδεικνύει πως μονάδα μέτρησης όλων αυτών που ζούμε είναι οι στιγμές. Ιδίως οι στιγμές εκείνες που επεμβαίνουν και καθορίζουν την μοίρα μας. Η μοναχικότητα, οι φοβίες, οι έρωτες, οι μνήμες και η θλίψη συμφέρονται στην ποιητική αυτή συλλογή και προχωρούν με άξονα τον χρόνο. Ο ποιητής συνομιλεί αδιάκοπα με τον εαυτό του, τον μελλοντικό, τον παρόντα, τον παρελθοντικό. Απότοκος αυτής της συνομιλίας είναι μια διείσδυση στα έγκατα της ψυχής του και των εμπειριών του. Την ίδια διαδικασία ακολουθούμε αναπόφευκτα όλοι εμείς με αποτέλεσμα στο τέλος όλου αυτού του αγώνα να βάλουμε κάτω τις δικές μας στιγμές, να στοχαστούμε, να ονειροπολήσουμε, να ερωτευτούμε και να ατενίσουμε την ζωή μας με μια ανανεωμένη οπτική γωνία .

15. Ποίηση με πείσμα, ανθολόγηση Μαρία Τοπάλη, εκδόσεις Αντίποδες

Μια ανθολογία φρέσκια όχι μόνο από την άποψη ότι κυκλοφόρησε φέτος αλλά ότι περιλαμβάνει τους οριζόμενοι ως “νέους” ποιητές. Όποιος ανατρέξει, όμως, σε αυτή θα καταλάβει γρήγορα πως οι ποιητές αυτοί αν και έχουν εμφανιστεί σχετικά πρόσφατα στα γράμματα έχουν πλήρη και αψεγάδιαστη επαφή με το παρελθόν της ποίησης και της γλώσσας. Δεν μένουν όμως εκεί. Δεν είναι απλοί παρελθοντολόγοι ούτε προσπαθούν να παραφράσουν τα ήδη ειπωμένα, αλλά προχωρούν πολλά βήματα παρακάτω και μετατρέπονται σε άριστους διαμεσολαβητές ανάμεσα στην σύγχρονη και την προγενέστερη ποιητική δημιουργία, χωρίς να πάψουν ούτε στιγμή να απευθύνονται στο μέλλον. Πειραματίζονται, επαναστατούν, προσθέτουν, διαφοροποιούνται, αλλάζουν και σχηματίζουν μια νέα γενιά των γραμμάτων και των τεχνών πολλά υποσχόμενη, την οποία χαρήκαμε που είχαμε την ευκαιρία μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου να γνωρίσουμε. Μας γέμισε αισιοδοξία για το ελληνικό ποιητικό τοπίο και υπερηφάνεια!

16. Ποίηση 2000-2017, Γιάννης Καλπούζος, εκδόσεις Ψυχογιός

Σε αυτή την πανέμορφη από κάθε άποψη ποιητική συλλογή ο Γιάννης Καλπούζος μας αποκαλύπτει την ποιητική του ιδιότητα. Γνωρίζοντας το πολύ σημαντικό πεζογραφικό του έργο θα περίμενε κανείς να ακολουθεί τον ίδιο τόνο και στα ποιήματά του. Ωστόσο, τα τελευταία είναι λυρικά, είναι γεμάτα συναίσθημα, είναι εκφραστικά. Ο πόνος, η αγωνία, ο έρωτας, τα προβλήματα του ανθρώπου και του κόσμου που τον περιβάλλει συνθέτουν την ποιητική του. Οι λέξεις είναι πάντα τόσο σωστά τοποθετημένες για να αποδίδουν με καθαρό τρόπο τις εικόνες. Και οι εικόνες είναι τόσο σωστά βαλμένες για να αποδίδουν με εξίσου καθαρό τρόπο τις μνήμες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα. Ήταν ένα από τα καλύτερα ποιητικά ταξίδια που πραγματοποιήσαμε αυτήν την χρονιά.

17. Ποιήματα 1943- 2008, Γιώργος Παυλόπουλος, εκδόσεις Κίχλη

Ξεφυλλίζοντας την ξεχωριστή συλλογή των ποιημάτων του «Ποιήματα 1943-2008» μεταφέρεται σε ένα σύμπαν στο οποίο κυριαρχεί το όνειρο και η αίσθηση του ανικανοποίητου. Σε όλα αυτά υπάρχει μια δραματικότητα που δεν καταλήγει ευτυχώς σε μελοδραματισμό. Παντού είναι έκδηλη η φιλοσοφική διάθεση, ενώ ο λόγος είναι αλληγορικός, συμβολικός με μια διάχυτη υπαινικτικότητα. Χρησιμοποίει εν γένει καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς βερμπαλισμούς και αφύσικες πομφόλυγες. Λιτός, απλός, σαφής οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν τόνο εξομολογητικό που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα παρά ποίημα. Το ύφος του είναι επί το πλείστον κουβεντιαστό και η σκέψη του αποδίδεται ιδιαίτερα παραστατικά. Θα έλεγε κανείς πως πλην του εμφύλιου σπαραγμού, την ποίησή του διατρέχει ένα διαχρονικό δημιουργικό ταξίδι, μια προσπάθεια συνομιλίας με το άπιαστο ποιητικό φαινόμενο, μια αέναη προσέγγιση της ποιητικής τέχνης. Πολλές φορές χρήζει πρωταγωνιστή τον επίδοξο δημιουργού, στο πρόσωπο του οποίου πιθανολογούμε ότι αντανακλάται ο ίδιος ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συμμετάσχει σε αυτή την επιχείρηση διαλόγου και να προβάλλει πάνω στο ποιητικό υποκείμενο τις δικές του σκέψεις και αμφιβολίες.

18. Υέτιος Στίχος, Κώστας Μοναστήρας, εκδόσεις Έναστρον

Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες από τον ίδιο ποιητή: Της σκιάς, του έρωτα και του χρόνου με μακροσκελή ποιήματα και μια αισθητή αυτοαναφορικότητα. Ο πεζός και ο έμμετρος λόγος συμφύρονται και μας εξιστορούν σχέσεις, έρωτες και σημαντικές αποφάσεις. Όλα αυτά μοιάζουν να είναι γραμμένα εν είδει ενός σύντομου απολογισμού ζωής. Όμως, ο απολογισμός αυτός δεν σημάνει τον επίλογο. Η ερωτική επιθυμία κάνει αισθητή την εμφάνισή της και σημαίνει την επιθυμία για ζωή και εξέλιξη. Ακόμα και αν η ουτοπία, η ματαιότητα και το ανεκπλήρωτο προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από τις λέξεις, ο ποιητής δεν παραδίδεται. Αφουγκράζεται τον εαυτό του και μετατρέπει όσα νιώθει σε ένα ποιητικό καταρράκτη που μας μαγεύει και μας συναρπάζει!

19. Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα, Μαρία Λαϊνά, εκδόσεις Πατάκη

Η Μαρία Λαϊνά πάντα με κομψότητα και διεισδυτικό τρόπο, με μια μελαγχολική δύναμη από την οποία διακατέχεται το γράψιμο της καταφέρνει να σκιαγραφήσει τον άνθρωπο και την απώλεια, το περασμένο και το χαμένο. Ο διάλογος που κυριαρχεί στο έργο μεταξύ δυο προσώπων αόριστων και πάλι ορισμένων είναι κάπως υπερβατικός και ασυνήθιστος. Αυτό είναι μάλλον το στοιχείο που κάνει αυτή την συλλογή μαγευτική και παρά το πρώτο μουδιασμένο ανάγνωσμα προσιτή και ελκυστική.

20. Μεταίχμιο, Τάκης Σινόπουλος, εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Η ποίηση του Τάκη Σινόπουλου τρέφεται από τις εφιαλτικές εκείνες μνήμες του εμφυλίου σπαραγμού. Παίρνοντας σαν χρώματα το μαύρο και το άσπρο ζωγραφίζει με αυτά τον ποιητικό του καμβά στον οποίο διαρκώς κυριαρχεί αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στο φωτεινό και στο σκοτεινό τα οποία διαδέχονται χωρίς σταματημό το ένα το άλλο. Στο έργο του καταγράφει τα προϊόντα του υποσυνειδήτου του, τα όνειρα ή μάλλον τους εφιάλτες στους οποίους προσδίδει μια διάσταση συμβολιστική. Το ζητούμενο είναι η φυγή από όλα αυτά, η ηρωική έξοδος τιμητικά και όχι μ την μορφή λιποταξίας. Μέσα σε ασήμαντα και καθημερινά σε πρώτη όψη, χωρά τον άνθρωπο με μια μοναδική σκηνοθεσία πληθωρική και πρωτόγνωρη που καθιστά το έργο του σημαντικό και τον ίδιο μεγάλο ποιητή.

“Πρωτοχρονιά” του Κωστή Παλαμά

Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,
τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,
κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,
κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,

πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,
κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος
κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,
ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,

καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,
φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.
Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,
διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.

Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω
το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.
-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω
τη λυρική μου σκέψη!

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Νύχτωσε του Γιάννη Ρίτσου

Νύχτωσε

Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ’ το χρόνο του. Απ’ το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ’ αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου – είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ’ αυτή την ησυχία,
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.


Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε

“Νύχτωσε”, Γιάννης Ρίτσος

Ακούστε το εδώ:

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα της Κικής Δημουλά


Το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους.

Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό

καινούργιου χρόνου.


Τρέμουν από το κρύο

τα σταυροδρόμια και οι γωνίες

σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν

επάνω σε αλλότριας πατρίδας

πλανόδιους ανθοπώλες


μπουκέτα φασκιωμένα

με αγριωπό χαρτί

και η φτηνή ποιότητα

με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω

από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες


όπως κι εμείς όταν παιδιά

για σχέδια πεινασμένα

σ’ εφημερίδα διπλωμένη

ομοιόμορφαμικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε

κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί

τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά

παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους

μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα

κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Κική Δημουλά, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, 2007

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα: Οι μεγαλομάρτυρες της Πρωτοχρονιάς

Στους δρόμους κόλαση σε χρυσή κορνίζα. Αν δεν ήταν η γιορτινή έκφραση στα πρόσωπα των οδοκαθαριστών και των πολιτσμάνων, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι στην πρωτεύουσα μπαίνουν οι εχθροί. Πηγαινοέρχονται τρίζοντας και θορυβώντας τα γιορτινά έλκηθρα και οι άμαξες… Στα πεζοδρόμια τρέχουν οι επισκέπτες με τη γλώσσα έξω και τρίβοντας τα μάτια τους… Τρέχουν με τόση ορμή, που, έτσι και άρπαζε η γυναίκα του Πεντεφρία κανένα βιαστικό κρατικό υπάλληλο από την ουρά του φράκου, θα της έμενε στο χέρι όχι μόνο το φράκο, αλλά και όλη η πλευρά με τα συκώτια του και τη σπλήνα μαζί…
Ξάφνου ακούγεται η διαπεραστική σφυρίχτρα του αστυνομικού. Τι έγινε; Οι οδοκαθαριστές παρατούν τα πόστα τους και τρέχουν προς τα εκεί που ακούστηκε το σφύριγμα…
«Διαλυθείτε! Κάντε πιο πέρα! Δεν υπάρχει λόγος να στέκεστε εδώ! Δεν είδατε ποτέ σας νεκρό; Τι κόσμος κι αυτός…»
Μπροστά σε μια πόρτα, πάνω στο πεζοδρόμιο, κείτεται ένας άνθρωπος, καλοντυμένος, με μια γούνα κάστορα και καινούργιες λαστιχένιες γαλότσες… Δίπλα στο φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του, κάτασπρο σαν νεκρού, είναι τα σπασμένα του γυαλιά. Η γούνα είναι ανοιχτή στο στήθος και το πλήθος διακρίνει ένα μέρος του φράκου και το παράσημο τρίτου βαθμού, το «Στανισλάφ». Το στήθος ανασαίνει αργά και βαριά, τα μάτια είναι κλειστά…

«Κύριε!» σκουντάει ο πολιτσμάνος τον κρατικό υπάλληλο. «Κύριε, δεν επιτρέπεται να ξαπλώνετε εδώ! Αξιότιμε κύριε!»

Αλλά ο κύριος ούτε μιλάει ούτε κουνιέται… Αφού ασχολήθηκαν μαζί του πέντε λεπτά, χωρίς να τον συνεφέρουν, τα όργανα της τάξης τον βάζουν σε μια άμαξα και τον μεταφέρουν στις Πρώτες Βοήθειες της αστυνομίας.

«Ωραία παντελόνια!» λέει ο πολιτσμάνος, βοηθώντας το νοσοκόμο να ξεντύσει τον ασθενή. «Πρέπει να κάνουν κάνα εξάρι ρούβλια! Και το γιλέκο δεν είναι άσχημο… Αν κρίνουμε από τα παντελόνια, πρέπει να είναι από τους ευκατάστατους…»

Στο Πρώτων Βοηθειών, ξαπλωμένος μιάμιση ώρα, κι έχοντας πιει ολόκληρο φιαλίδιο βαλεριάνας, ο κρατικός υπάλληλος ανακτά τις αισθήσεις του… Θα μάθουν ότι είναι ο τιτλούχος σύμβουλος Γκεράσιμ Κουζμίτς Σινκλετέγεφ.

«Πού πονάτε;» τον ρωτάει ο αστυνομικός γιατρός.

«Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος…» μουρμουρίζει εκείνος, κοιτάζοντας ηλίθια το ταβάνι και βαριανασαίνοντας.

«Επίσης… Όμως… πού πονάτε; Γιατί πέσατε; Για θυμηθείτε! Ήπιατε κάτι;»
«Ό… όχι…»
«Τότε γιατί αδιαθετήσατε;»
«Παλάβωσα… Έκανα… έκανα επισκέψεις…»
«Θα πρέπει να κάνατε πολλές επισκέψεις!»
«Όχι… όχι, όχι πολλές… Μετά τη λειτουργία… ήπια το τσάι μου και πήγα στον Νικολάι Μιχαήλιτς… Εκεί, βεβαίως, υπέγραψα… Μετά από κει πήγα στην Οφιτσέρκαγια… στον Κατσάλκιν… Επίσης υπέγραψα… Θυμάμαι ακόμη ότι στο χολ με φύσηξε ένα ρεύμα… Από τον Κατσάλκιν πήγα στη Βίμπορσκαγια, στον Ιβάν Ιβάνιτς… Υπέγραψα…»
«Φέρανε κι άλλον υπάλληλο!» ανέφερε ο πολιτσμάνος.
«Από τον Ιβάν Ιβάνιτς», συνεχίζει ο Σινκλετέγεφ, «πετάχτηκα μέχρι τον έμπορο Χριμόβ, να τον χαιρετήσω… Μπήκα… καθόταν όλη η οικογένεια… μου προσέφεραν να πιω για τη γιορτή… Πώς να μην πιεις; Θα τους προσβάλεις αν δεν πιεις… Ε, ήπια τρία ποτηράκια… τσίμπησα και λίγο σαλάμι… Από εκεί έφυγα για την άλλη άκρη της Πετρούπολης, για τον Λιχοντέγεφ… Καλός άνθρωπος…»
«Όλα αυτά με τα πόδια;»
«Με τα πόδια… Υπέγραψα στον Λιχοντέγεφ… Έπειτα, έφυγα για την Πελαγία Εμιλιάνοβνα… Εκεί, με κράτησαν για πρωινό και με φίλεψαν καφέ. Ο καφές με ζάλισε, πρέπει να με χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι… Από την Πελαγία Εμιλιάνοβνα πήγα στον Ομπλεούχοφ… Τον Ομπλεούχοφ τον λένε Βασίλη, έχει τη γιορτή του, λοιπόν. Να μη φας γλυκά σε κάποιον που γιορτάζει, είναι προσβολή…»
«Έφεραν ένα στρατιωτικό εν αποστρατεία και δυο υπαλλήλους!» αναφέρει ο πολιτσμάνος…

«Έφαγα ένα κομμάτι γλυκό, ήπια βότκα και πήγα στη Σαντοβάγια, στον Ιζιούμοφ… Στον Ιζιούμοφ ήπια κρύα μπίρα… και με πείραξε ο λαιμός μου… Από τον Ιζιούμοφ στον Κόσκιν, μετά στον Καρλ Κάρλιτς… κι από κει στο θείο μου τον Πιοτρ Σεμιόνιτς… Η ανιψιά μου η Νάστια με κέρασε καυτή σοκολάτα… κατόπιν πέρασα από τον Λιάπκιν… όχι, λάθος, όχι στον Λιάπκιν, αλλά στην Ντάρια Νικοντόμοβνα. Από αυτήν πια, στον Λιάπκιν… Και παντού ένιωθα μια χαρά… Μετά πήγα στον Ιβάνοφ, τον Κουρντιουκόφ και τον Σίλερ, πήγα στο συνταγματάρχη Ποροσκόφ, κι εκεί επίσης ένιωθα καλά… Και από τον έμπορο Ντιούτκιν πέρασα… Επέμενε να πιω κονιάκ και να φάω λουκάνικο με λάχανο… Ήπια τρία ποτηράκια… έφαγα δυο λουκάνικα, και πάλι εντάξει… Μόνο που να, όταν βγήκα από τον Ριζόφ, ένιωσα στο κεφάλι… λάμψη… αδυναμία… Δεν ξέρω γιατί…»

«Εξαντληθήκατε… Ξεκουραστείτε λίγο, και θα σας στείλουμε ύστερα στο σπίτι σας…»
«Δεν μπορώ να πάω σπίτι…» βογκάει ο Σινκλετέγεφ. «Πρέπει ακόμη να περάσω από το γαμπρό μου, τον Κουζμά Βασίλιτς… από τον εκτελεστικό σύμβουλο… από τη Ναταλία Εγκόροβνα… Υπάρχουν ακόμα πολλοί που δεν πήγα…»
«Και δεν πρέπει να πάτε».
«Δεν μπορώ… Πώς γίνεται να μην τους ευχηθώ για την καινούργια χρονιά; Πρέπει… Αν δεν περάσω από τη Ναταλία Εγκόροβνα είναι σαν να μη θέλω τη ζωή μου… Αφήστε με τώρα να φύγω, κύριε γιατρέ, μη με κρατάτε…»
Ο Σινκλετέγεφ σηκώνεται και πάει να πάρει τα ρούχα του.
«Στο σπίτι να πάτε», λέει ο γιατρός, «αλλά για επισκέψεις ούτε να το σκέφτεστε…»
«Δεν πειράζει, ο Θεός θα με βοηθήσει…» αναστενάζει ο Σινκλετέγεφ. «Θα τα καταφέρω σιγά σιγά…»
Ο υπάλληλος ντύνεται αργά, τυλίγεται στη γούνα και παραπατώντας βγαίνει στο δρόμο.
«Έφεραν πέντε ακόμη υπαλλήλους!» αναφέρει ο πολιτσμάνος. «Πού να τους ακουμπήσω;»

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή:Συλλογικό έργο – Ρώσικες χριστουγεννιάτικες ιστορίες, μεταφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Νάρκισσος, 2003.

Μοναξιά του Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Μοναξιά

Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.
Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει,
Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι
Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα.
Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει.
Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί
Τα σοκάκια όλα γυρίζουν ,
Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα ,
Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη,
όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε,
πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό , να κοιμηθούνε
πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί…

Από την συλλογή Ποιήματα Ράινερ Μαρία Ρίλκε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Ακούστε το εδώ: