Δεν είναι ο ουρανός αυτός, μα αέρα θόλος
πάνω απ’ τη γύμνια των λευκών σπιτιών,
μοιάζει με αδιάφορο περαστικό
που από πρόσωπα και πράγματα το κάλυμμα αποτράβηξε.
Continue reading ““Τη λευκή νύχτα” της Σοφίας Παρνόκ”Δεν είναι ο ουρανός αυτός, μα αέρα θόλος
πάνω απ’ τη γύμνια των λευκών σπιτιών,
μοιάζει με αδιάφορο περαστικό
που από πρόσωπα και πράγματα το κάλυμμα αποτράβηξε.
Continue reading ““Τη λευκή νύχτα” της Σοφίας Παρνόκ”Σίγουρα γνωρίζουμε την σημαντικότατη υποκριτική και σκηνοθετική παρουσία του Δημήτρη Καταλειφού. Τον έχουμε, ουκ ολίγες φορές, θαυμάσει στην θεατρική σκηνή με το ένδυμα του ηθοποιού. Αυτό που αργήσαμε πολύ να μάθουμε είναι πως ενδύεται και άλλα προσωπεία, αυτό του ζωγράφου εδώ και κάποιο διάστημα και μόλις πρόσφατα αυτό του ποιητή. Το πρώτο του έργο κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο της χρονιάς που μας πέρασε, μιας δύσκολης χρονιάς, ενώ γράφτηκε σε μια άνοιξη εγκλεισμού. Μέσα από 65 σύντομα κείμενα ποιητικής πρόζας είχαμε την ευκαιρία να περιηγηθούμε σε ένα θεατρικό ποιητικό σύμπαν που μας εξέπλησσε και μας συγκίνησε βαθύτατα. Ο λόγος για την συλλογή “Συμπληγάδες γενεθλίων” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Continue reading “Συμπληγάδες γενεθλίων ή αλλιώς πως ένας ηθοποιός γίνεται ποιητής”Κράτα τους λεπτοδείκτες
ανάμεσά τους να περάσουμε
στην άλλη πλευρά.
Continue reading “Λεπτοδείκτες του Τζίμη Τσουκαλά”Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός πως η ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία χρόνια δεν έχει παρουσιάσει καμία διακοπή. Θα ισχυριζόμασταν μάλιστα πως ενόψει της πανδημίας και του εγκλεισμού που ακολούθησε αυτή ήκμασε και άνθισε. Ένα παράδειγμα αυτής της πρωτοβουλίας πολλών ποιητών να συγκεντρώσουν και να καταστήσουν προσβάσιμα στο κοινό τα έργα τους, είναι το δίχως άλλο η ποιητική συλλογή της Ελένης Τζιώγα “Τ’ ανείπωτα”.
Continue reading “Τ’ ανείπωτα της Ελένης Τζιώγα”Άκουσέ με
δεν είναι εύκολο κανείς να γράφει,
πάρε παράδειγμα εμένα:
Πολλές βραδιές οι λέξεις που είπα ζωντανεύουν,
στέκονται στα πόδια μου
κλέβουνε την φωνή μου
Η Γενιά του Αίματος και της Οργής αποτελεί το συγγραφικό ντεμπούτο της Νιγηριανής-Αμερικανής συγγραφέα Tomi Adeyemi και το πρώτο μέρος στην τριλογία «Η Κληρονομιά της Ορίσα». Είναι ένα έργο που θα καθηλώσει τους λάτρεις της φαντασίας και όχι μόνο τόσο σαν βιβλίο όσο και κατά την αναμενόμενη μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη.
Εκδοθέν ήδη από το 2018-2019 κατέκτησε αμέτρητες υποψηφιότητες και άλλα τόσα βραβεία εκείνης της περιόδου. Τα δικαιώματα για την ταινία πωλήθηκαν αμέσως, ενώ το συμβόλαιο που έκλεισε η Adeyemi με τον εκδοτικό οίκο ήταν ένα από τα πιο προσοδοφόρα που έχουν υπογραφεί ποτέ στον τομέα της νεανικής λογοτεχνίας . Μετά την μεγάλη επιτυχία που σημάδεψαν έργα όπως οι “Αγώνες Πείνας” ή το “Divergent”, έργα της νεανικής λογοτεχνίας που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο σε παρόμοιο μοτίβο, η πορεία του βιβλίου αυτού θα λέγαμε πως ήταν κάπως προδιαγεγραμμένη.
Η Adeyemi έχτισε τον κόσμο της Ορίσα με βάση την κουλτούρα της Δυτικής Αφρικής, της Νιγηρίας και της φυλής των Γιορούμπα. Εξάλλου το γεγονός ότι η συγγραφέας έχει εντρυφήσει στον αφρικανικό πολιτισμό είναι αισθητό σε όλο το βιβλίο. Οι καταπιεστικές συμπεριφορές απέναντι στην πρωταγωνίστρια μοιάζουν να σχετίζονται με τα πρόσφατα γεγονότα των δολοφονιών των έγχρωμων διαδηλωτών από αστυνομικούς στις ΗΠΑ, αν και το βιβλίο είχε γραφτεί κάποια χρόνια νωρίτερα. Παραμένει, ωστόσο, και αναδεικνύεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο θυμός, η οργή, η δύναμη που αποπνέει είναι απαραγνώριστα στοιχεία ενός συγγράμματος με ένταση συναισθήματος και ανησυχία. Το μυθιστόρημα είναι μια κραυγή αγωνίας που αντιτίθεται στις ζοφερές καταστάσεις των ημερών μας. Αυτό είναι, εξάλλου, που καθιστά τη Γενιά του Αίματος και της Οργής ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία για το είδος που εκπροσωπεί των τελευταίων ετών. Άλλωστε, η λογοτεχνία δεν είναι αποκλειστικά συνυφασμένη με τον λυρισμό και με το ωραίο. Η τέχνη του λόγου υπηρετεί την αλήθεια, την όποια αλήθεια. Δεν διστάζει να στηλιτεύει το γίγνεσθαι, να επιχειρεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, να μάχεται. Η πένα της Adeyemi είναι λες και φτιάχτηκε για την μάχη αυτή.
Πριν από έντεκα χρόνια σε μια περιοχή που ονομάζεται Ορίσα ο Βασιλιάς Σαράν, αμείλικτος και ιδιαίτερα σκληρός εξαπέλυσε μια επίθεση που έμεινε γνωστή ως η Επιδρομή, τέλεσε ουσιαστικά μια γενοκτονία αφανίζοντας όσους μάγους ζούσαν εκεί. Δεν αρκέστηκε μόνο στους μάγους. Μαζί τους σκότωσε και τους θεούς. Κάθε σύνδεσμος με το παρελθόν και τους προγόνους εκείνη την μέρα χάθηκε . Ο Σαράν αποφάσισε να χαρίσει τη ζωή στα παιδιά που ήταν κάτω των δεκατριών ετών, αφού το χάρισμα της μαγείας θα εκδηλωνόταν σε αυτά αργότερα. Τα παιδιά αυτά ονομάστηκαν μεταφυσικοί. Ξεχώριζαν ακόμη από τους απλούς ανθρώπους, τους κοσιντάν, όχι μόνο λόγω των λευκών μαλλιών τους αλλά και της τεράστιας κενότητας στην ψυχή τους. Για το καθεστώς ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, περιθωριοποιημένη και συχνά θύματα κρατικών και μη βαναυσοτήτων. Οι συλλήψεις, οι ξυλοδαρμοί, οι φόροι ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο.
Στο περιβάλλον αυτό ανατάφηκε η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Ζελί, επίσης μεταφυσική. Μεγάλωσε σε ένα ψαροχώρι με τον πατέρα της και τον μεγαλύτερο αδερφό της, που και οι δυο ήταν κοσιντάν . Έχασε την ημέρα της Επιδρομής την μητέρα της, την δολοφόνησαν στρατιώτες του Βασιλιά μπροστά στα μάτια της. Έκτοτε τους μισεί θανάσιμα. Αν δεν υπήρχε στην ζωή της ο αδελφός της, Τζάιν, να την σώζει από όλες τις ταραχές που από μικρή μπλεκόταν, όντας παρορμητική και οξύθυμη, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για εκείνη. Προς το παρόν ζούσε μια φυσιολογική ζωή μέχρι να μπει στην ζωή της η πριγκίπισσα Αμαρί, που δραπέτευσε από το παλάτι και από τον άγριο πατέρα της, παίρνοντας μαζί της ένα αντικείμενο που έχει την ικανότητα να επιστρέφει τη μαγεία σε όποιον το αγγίζει. Αυτό το τρομερό αντικείμενοθα μπορούσε να επαναφέρει την μαγεία σε όλη την Ορίσα.
Η Ζελί μαζί με τον προστάτη της Τζάιν και την Αμαρί θα ξεκινήσουν ένα μακρύ και άκρως επικίνδυνο ταξίδι αναζήτησης απαντήσεων. Θέλουν την επιστροφή της μαγείας, αυτήν που πεισματικά αρνείται το καθεστώς . Αυτό αποκρυσταλλώνεται στο πρόσωπο του διαδόχου πρίγκιπα Ινάν, που τους καταδιώκει ανελέητα, σε κάθε τους βήμα. Κατά το κυνηγητό αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα και την καταστροφή και θα κληθεί να παλέψει με τους δαίμονές του.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αρχικά από τη Ζελί, την Αμαρί και τον Ινάν, κάνει το κείμενο ζωντανό και μας επιτρέπει να γνωρίσουμε καλύτερα τους χαρακτήρες και να διεισδύσουμε στην ψυχοσύνθεσή τους . Ο κόσμος που πλάθεται γύρω από τα πρόσωπα είναι πλούσιος και μαγικός, προσεγμένος ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι σκέψεις των ηρώων, η ηθική τους, οι αμφιβολίες τους, τα συναισθήματα είναι δυνατά. Αυτό που κυριαρχεί, βέβαια, είναι το αίσθημα της αδικίας και της αγανάκτησης. Ο αναγνώστης που βλέπει στα μάτια των ανθρώπων της Ορίσα τον σημερινό μας κόσμο σε κάθε μια σελίδα επαναστατεί, ταυτίζεται. Η δράση και η περιπέτεια απλώνεται σε όλο το έργο, το οποίο μας κρατά αφοσιωμένους σε αυτό διαρκώς. Παράλληλα, οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί και φυσικοί, με τα ελαττώματα και τα προτερήματά τους. Η Ζελί είναι μια μαχήτρια, είναι γενναία και δυναμική, χωρίς το θάρρος να καταλήγει σε θράσος ή οίηση. Στον αντίποδα, η Αμαρί ξεκινά ως πιο εύθραυστη, ευαίσθητη, καλόκαρδη και φοβισμένη. Σταδιακά ωριμάζει, φανερώνει το πείσμα και την σταθερότητά της που συμπληρώνει η εξυπνάδα και η διορατικότητα του Τζάιν. Ο Ινάν είναι ο πιο ενδιαφέρων, ίσως, χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που συγκρούεται αδιάλειπτα με τον ίδιο του τον εαυτό, αφού οι επιθυμίες του είναι αντιφατικές.
Η Ορίσα είναι ένα μεν φανταστικό μέρος αλλά δεν απέχει σημαντικά από τον πραγματικό μας κόσμο. Το σκούρο χρώμα δέρματος θεωρείται κατώτερο, ενώ οι πιο ανοιχτές αποχρώσεις πιο επιθυμητές, “ανώτερες”. Όποιος έχει χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα κοινώς αποδεκτά καταλήγει παρίας, εξόριστος της κοινωνίας, όπως οι μεταφυσικοί. Βιώνουν την απόρριψη, τον ρατσισμό, την μισσαλλοδοξία. Όμως, όλα αυτά έχουν έδρα τον φόβο, τον φόβο για την διαφορετικότητα. Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, πως η μαγεία, όπως και στο βιβλίο φωλιάζει ακριβώς στις διαφορετικές από τις συνηθισμένες ψυχές αυτές. Και αν οι υπόλοιποι δεν το αναγνωρίζουν, πρέπει να αγωνιστούμε όπως η Ζελί , ώστε να το καταστήσουμε σαφές.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος στο πλαίσιο των κυκλοφοριών διεθνών best sellers! Παρά τον όγκο του, το χαρτί που έχουν επιλέξει είναι αρκετά ελαφρύ ώστε να διαβάζεται εύκολα. Η μετάφραση της Σύλιας Ζωιοπούλου δίνει μια όμορφη πνοή στο κείμενο, ενώ το εξώφυλλο και η γενικότερη επιμέλεια του έργου είναι προσεγμένα και ελκυστικά για τον αναγνώστη. Αν και μπορεί να συγκαταλεχθεί στην νεανική λογοτεχνία είναι ένα ανάγνωσμα για όλους όσους αγαπάμε την δράση, την δυστοπία και τα συγγράμματα με μηνύματα διαχρονικά και αξεπέραστα! Με ανυπομονησία περιμένουμε το δεύτερο μέρος, τη Γενιά της Αρετής και της Εκδίκησης μετά το ανατρεπτικό, θα λέγαμε, τέλος του πρώτου βιβλίου!
Δεν έχουμε ανάγκη από ποίηση, ποιητές
Έχει γραφτεί σχεδόν ολόκληρη
Εσάς θέλουμε
Πού είστε πλανεμένοι;
Τα κορίτσια στην Έδεσσα, Στάθης Κεφαλούρος, εκδ. αντίποδες
Όλοι αυτοί οι “πλανεμένοι” ή καλύτερα “περιπλανώμενοι” βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε μια ανθολογία πρωτότυπη, που αποδεικνύει πως η ποίηση γράφεται με ποίηση και σε πείσμα των καιρών. 57 σύγχρονοι, μεταμοντέρνοι ποιητές, ακόμα και αν αυτοχαρακτηρίζονται ως τέτοιοι, μοιράζονται σε 200 μόλις σελίδες τους συλλογισμούς, τις ανησυχίες τους. Μια περίοδο που το καντήλι της ποίησης τρεμόσβηνε, στα “μιλένιουμ” στα τέλη του προηγούμενου και τις αρχές του τωρινού αιώνα οι ποιητές της συλλογής αυτής εμφανίζονται στο ξεχασμένο από τους ομότεχνους τους ποιητικό προσκήνιο ή αν όχι ξεχασμένο, έστω υπο-εκπροσωπούμενο. Τι κομίζει, λοιπόν, η σύγχρονη ελληνόφωνη ποιητική παραγωγή, η παραγωγή τους, εις την τέχνη της ποιήσεως;
Οι ποιητές και οι ποιήτριες με στεντόρεια και δυναμική φωνή κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι αναχωρητές, δεν είναι στουρθοκαμηλίζουν. Δεν καταθέτουν απλά το έργο τους, αλλά διεκδικούν ένα ρόλο, όπως έπραξαν και οι πρόγονοί τους. Ταυτόχρονα, δεν είναι απλοί συνεχιστές τους, δεν αρκούνται σε έναν μιμητισμό του πειράματος της γενιάς του ’30, που αδιαμφισβήτητα είχε στεφθεί με επιτυχία. Δίνουν παρόν, ο καθένας με το προσωπικό του ύφος και την δική του μοναδικότητα, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό μηνυμάτων, τόσο ποικιλόμορφο και διαφορετικό όσο και η Ελλάδα του σήμερα. Στην συλλογή θα συναντήσει κανείς ποιήματα που στηρίζονται σε εικόνες και ποιήματα στοχαστικά. Αυστηρές ρίμες και ελεύθερο ή ακόμα και υβριδικό στίχο. Ρυθμικές στροφές και πεζοποιήματα. Διακειμενικότητα και πρωτοτυπία. Λυρισμό και εγκεφαλικότητα. Βιωματικό και φανταστικό. Θερμότητα και ψύχος. Η ποίηση της περιόδου που διανύσαμε και ακόμα διανύουμε είναι μια λίμνη στην οποία εκβάλλουν διάφοροι ποταμοί. Κάποιοι ορμητικότεροι, άλλοι πιο ήρεμοι, κάποιοι μεγάλοι και άλλοι μικροί. Το στοιχείο εκείνο που τους συνδέει είναι ότι ακολουθούν το ίδιο ρεύμα για να φτάσουν στην λίμνη, στην ποιητική πηγή.
Πρόκειται για ένα ρεύμα μεταμοντέρνο, ένα ρεύμα που έχει επίγνωση της ασυνέχειας με το προγενέστερο και δεν προσπαθεί να την υπερκαλύψει ή να την ξεπεράσει. Την αποδέχεται και αποφασίζει να συνεχίσει. Οι θεματικές του είναι όμοιες με όλα εκείνα τα ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο του σήμερα: η μετανάστευση, η αστυφιλία, ο έρωτας, πανταχού παρών αλλά και σε όλες τις πτυχές του, η οικογένεια, η τεχνολογία, η θρησκεία, η εξουσία, η τρομοκρατία, η εξέγερση, η κρίση. Όλα αυτά τα προσεγγίζει με έναν τόνο αποδραματοποίησης, με μια παιγνιώδη διάθεση και χιούμορ. Οι αγωνίες δεν αντιμετωπίζονται με στόμφο, αλλά με πείσμα, με σαρκασμό και με σύγκρουση. Ενώ μια αίσθηση της ήττας η της ματαιότητας είναι αισθητή στο φάσμα της ποίησης της εν λόγω περιόδου.
Η διακριτή πολιτισμική (και όχι μόνο) ταυτότητα της ποιητική αυτής είναι αναντίρρητη. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι παραδοσιακές ποιητικές φόρμες απεμπολούνται. Ίσα ίσα η αναζήτηση ενός ποιητικού ιδιώματος καινούργιου αγγίζει θέματα ταυτότητας. Οι καλλιτέχνες δεν παρελθοντολογούν άκριτα, δεν υπεραναπληρώνουν τα κενά της ελληνικής λογοτεχνίας της εποχής τους με άκαρπες προσπάθειες αναγέννησης του ένδοξου παρελθόντος. Είναι άνθρωποι που ακροβατούν ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, στο “εντός” και στο “εκτός”, στο ιδιωτικό και το δημόσιο. Συνομιλούν πράγματι με τον χρόνο, με άλλες τέχνες, με την επιστήμη και την τεχνολογία, με το αρχαίο παρελθόν και επαναπροσδιορίζουν με αυτόν τον τρόπο την ελληνικότητα.
Με γλώσσα φυσική και ένα ανεπιτήδευτο προσωπικό ύφος μας ταξιδεύουν στους κόσμους που διαγράφουν στο χαρτί. Η πένα τους είναι το όπλο τους και το δικό μας φάρμακο. Τα ποιήματά τους παρατίθενται αλφαβητικά και η εναλλαγή των θεματικών, του ύφους και το τρόπου γραφής είναι αυτό που κερδίζει τον αναγνώστη και το δυνατό χαρτί των ανθολογιών. Δεν υπάρχει μονοτονία, δεν υπάρχει επανάληψη. Η προσεγμένη βιβλιοδεσία και παρουσίαση από τις εκδόσεις αντίποδες και η συμπερίληψη της εισαγωγής της κ. Τοπάλη Μαρίας που επιμελήθηκε και την ανθολόγηση, από την οποία εκμαιεύσαμε και τις περισσότερες πληροφορίες που σας παρουσιάσαμε συντείνουν στην επιλογή αυτού του βιβλίου! Εξάλλου κάθε έργο που δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να περιηγηθεί στις ίδιες σελίδες σε πολλούς ποιητικούς τόπους, να τους γνωρίσει και ίσως να αποφασίσει, αργότερα, να εμβαθύνει σε κάποιον εξ αυτών είναι ευχής έργον!
Επειδή τα λόγια είναι περιττά, αλλά η ποίηση ποτέ, με πείσμα και σε πείσμα των αντιποιητικών καιρών και συνθηκών που μας περιβάλλουν, μην διστάσετε να επιλέξετε την ανθολογία “Ποίηση με Πείσμα” της Τοπάλη Μαρίας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αντίποδες. Θα σας δικαιώσει!
Κορυφαία μορφή της ελληνικής Τέχνης στον 20o αιώνα, ο ζωγράφος και σκηνογράφος Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στην Αθήνα σαν σήμερα, στις 13 του Γενάρη 1910. Ο Τσαρούχης θεωρείται από πολλούς ο γνωστότερος Ελληνας ζωγράφος του 20ού αιώνα. Σίγουρα ήταν μία από τις πιο αξιομνημόνευτες, πολύπλευρες και ισχυρές προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης, ανοιχτός στη γνώση. Μοντέρνος και παραδοσιακός, καλλιτέχνης και διανοούμενος, πολυμαθής γνώστης των αρχών που διέπουν την ιστορία, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας μεταξύ άλλων έλαβε μέρος σε τοπικές και διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής, ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία θεάτρου, τον σχεδιασμό θεατρικών κοστουμιών, την αντιγραφή τοιχογραφιών στα Μετέωρα και στον Μυστρά, μελέτησε τις λαϊκές ενδυμασίες, και δίδαξε στη Δραματική Σχολή Σταυράκου (1953) αλλά και στο «Ιωνικό κέντρο» ζωγραφικής στη Χίο (1981). Πέθανε στις 20 Ιουλίου του 1989.
Στη σύγχρονη εποχή η εις βάθος μελέτη της Βυζαντινής τέχνης είχε ως αποτέλεσμα τον συσχετισμό της με τον Εξπρεσιονισμό και την αναβάθμιση της θέσης της στην ιστορία της Τέχνης. Έτσι, το εγχείρημα του Γιάννη Τσαρούχη να συνθέσει ελληνοβυζαντινά και ευρωπαϊκά στοιχεία στα έργα του έχει ιδιαίτερη αξία. Οι ελληνικές επιρροές είχαν προέλθει από τη μαθητεία τού Τσαρούχη στο εργαστήριο του βυζαντινολάτρη Κόντογλου, τη γνωριμία του με τον ζωγράφο λαϊκής τέχνης Θεόφιλο, τη γνωριμία του με τον Σπαθάρη, δημιουργό του Καραγκιόζη. Ενώ επηρεάστηκε δραστηκά και από τα ευρωπαικά ρεύματα με τα οποία ερχόταν σε επαφή κατά τη διάρκεια της ετήσιας παραμονής στο Παρίσι (1934-35). Είχε έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει τα πρωτοπόρα καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως τον Φωβ (fauvre= αγρίμια), τον Κυβισμό, και τον Εξπρεσιονισμό, μεταξύ άλλων.
Στον πίνακα με τίτλο «Ο Σκεπτόμενος», υδατογραφία που δημιουργήθηκε το 1936-1939 από χρωστικές σκόνες με ζωική κόλλα σε χαρτί, απεικονίζεται ένας νεαρός καλοντυμένος άντρας καθισμένος σε ένα λιτό δωμάτιο – πιθανότατα καφενείο. Φοράει γαλάζιο με λευκές ρίγες κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Το δεξί του χέρι ακουμπάει στο γόνατο και κρατάει τσιγάρο ενώ το αριστερό στηρίζει το σαγόνι του δίνοντας την εντύπωση πως κάτι σκέπτεται. Δίπλα του σε μια ψηλή ανθοστήλη υπάρχει ένα βάζο με λουλούδια. Το πάτωμα του δωματίου διακοσμείται με γεωμετρικά σχέδια ενώ πίσω από τον άνδρα υπάρχει παράθυρο ή ένας πίνακας ζωγραφικής. Ο ‘σκεπτόμενος άντρας’ δεν εμφανίζεται σε στιγμή δραστηριότητας. Αντιθέτως, δίνει την εντύπωση ότι ποζάρει για φωτογραφία. Τα λαμπερά μάτια, το επίμηκες πρόσωπο, η μετωπική στάση, τα φωτεινά χρώματα της ενδυμασίας του «Σκεπτόμενου» αλλά και των αντικειμένων που βρίσκονται γύρω του είναι χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης. Στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο κυριαρχεί η θρησκευτική θεματογραφία. Οι βυζαντινοί ζωγράφοι θέλοντας να αποδώσουν πνευματικότητα και να προκαλέσουν δέος έδιναν μεγαλύτερη σημασία στην εσωτερική κατάσταση και στο αόρατο και όχι στο φαίνεσθαι. Ο στόχος της βυζαντινής τέχνης ήταν να αποδοθεί η ήρεμη στοχαστική έκφραση, χωρίς βίαιες κινήσεις, όπως απεικονίζεται ο «Σκεπτόμενος».
Η απεικόνιση είναι επίπεδη χωρίς να υπάρχει σχεδόν καθόλου βάθος. Κάθε στοιχείο της σύνθεσης βγαίνει μπροστά αφού δεν υπάρχει προοπτική. Οι αναλογίες του άνδρα δεν είναι αρμονικές ενώ υπάρχει αναντιστοιχία και στην κλίμακα του με την κλίμακα του περιβάλλοντος και των λοιπών στοιχείων. Τα περιγράμματα είναι αδρά και ο τονισμός τους βαρύς. Ο άνδρας παρουσιάζεται μνημειακά χωρίς λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να αποδώσουν ατομικά χαρακτηριστικά, ενώ υπάρχει και μια αντίθεση ανάμεσα σε θερμούς και ψυχρούς τόνους.
Ο τσαρουχικός αντικλασικιστικός «Σκεπτόμενος» είναι τεχνοτροπικά εκ διαμέτρου αντίθετος με τον «Σκεπτόμενο» του γάλλου γλύπτη François Auguste René Rodin, ο οποίος διατηρώντας τη μίμηση και το ιδανικό του κλασικού κάλλους απέδωσε ρεαλιστικά και αφηγηματικά έναν άνδρα που στοχάζεται. Η επιλογή του έλληνα καλλιτέχνη να δώσει τον ίδιο τίτλο στο έργο του σίγουρα δεν είναι τυχαία – αντιθέτως είναι προκλητική και ανατρεπτική.
“Το έργο αυτό αντιπροσωπεύει το καταστάλαγμα της ζωγραφικής στο οποίο θέλουν να φθάσουν οι ζωγράφοι αποφεύγοντας την προοπτική. Ο τίτλος «Στοχαστής» ή «Σκεπτόμενος», που δόθηκε κάπως ειρωνικά στο ταπεινό αυτό έργο μου, έχει ένα αντίθετο αίσθημα απ’ τον «Σκεπτόμενο» του Ροντέν, που ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο. Όσο προχωρούσα στην τεχνοτροπία αυτή έβλεπα το δίκιο και το άδικο των συμφωνούντων καί αντιφρονούντων. Αργά κατάλαβα ότι είναι δυσκολότατο να συνενώσει κανείς τις δυο τεχνοτροπίες, τη σχεδιαστική που λαμβάνει υπόψη το κιάρο σκούρο και την, ας πούμε, ανατολίτικη αντίληψη που περιέχει την ποιότητα των χρωματικών επιπέδων. Το έργο αυτό έγινε από αντίδραση προς τις ακαδημαϊκές μελέτες μου και την παράδοση.”
– Γιάννης Τσαρούχης
Το διπλό νήμα, του κοσμοπολιτισμού και της παράδοσης, διαπερνά και χαρακτηρίζει όχι μόνο τον “Σκεπτόμενο” αλλά ολόκληρο το έργο του Τσαρούχη, που διαμορφώνεται από μία εκλεκτική σύνθεση στοιχείων ελληνικών και ευρωπαϊκών, παραδοσιακών και μοντέρνων, υφασμένων γύρω από μιαν αντρική, κυρίως, λαϊκή ανθρωπότητα, η οποία διασχίζει το ζωγραφικό χώρο και τον ιστορικό χρόνο μέσα από διάφορους τρόπους αναπαράστασης. Η λαϊκή τάξη, η οποία κατά τον Τσαρούχη δεν ήταν «αποθήκη μοτίβων αλλά η αυθεντική αριστοκρατία στην Ελλάδα» απότελεσε βασική πηγή έμπνευσης του και με τα έργα του θέλησε να την αναδείξει. Ζωγράφιζε ανθρώπους απλούς που εργαζόντουσαν σε εργοτάξια, σε βιομηχανίες, ζωγράφιζε άντρες, όπως ο «Σκεπτόμενος» που σύχναζα στα καφενεία, χώρο λαικής ψυχαγωγίας αλλά και πολιτικών ζυμώσεων.
«Εκτός από τα επίσημα πρόσωπα, όπως είναι οι μεγάλοι ζωγράφοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν γνωρίζει κανείς το όνομά τους με έχουν επηρεάσει πάρα πολύ με αυτά που λένε, με αυτά που κάνουν, με αυτό που είναι. (…) τι να πω για έναν μαραγκό του οποίου η σεμνότης με έκανε να καταλάβω πολλά πράγματα για τη δουλειά. Τι να πω για μια ασήμαντη γυναίκα που πλένει τα πιάτα της και συγυρίζει την κουζίνα της που μου έμαθε, μου έδωσε φιλοσοφικά διδάγματα ποιες είναι οι συνθήκες της ζωής. Μαθαίνω κάθε ημέρα από οποιονδήποτε άνθρωπο και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι επίσης μεγάλοι γιατί με πολλή απλότητα σαν τους απλούς ανθρώπους εξετέλεσαν τον προορισμό τους».
(Από συνέντευξη του Γιάννη Τσαρούχη στο Βήμα, αναδημοσίευση 18/7/1999)
Παρά την προτίμηση του όμως στην απεικόνιση της λαικής ταξης, προσπάθησε να ισορροπήσει τις μεγάλες παραδόσεις και να συλλάβει τις αιώνιες καλλιτεχνικές αξίες με την τεχνοτροπία του. Οι πίνακές του περικλείουν αφομοιωμένα πολλά λαϊκά και λαογραφικά στοιχεία, στοιχεία της βυζαντινής τέχνης και επιρροές του ευρωπαικού τρόπου ζωγραφικής. Με αυτόν τον τρόπο έχει δημιουργηθεί ένα μοναδικο αποτέλεσμα σε καθε έναν από τους πίνακες του που παρουσιάζουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα και τα πιστεύω του. Γι’αυτό θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα με διεθνή φήμη αλλά και διαχρονική αξία.
Πηγές:
https://xronompala.blogspot.com/2015/03/blog-post_53.html
http://e-oikodomos.blogspot.com/2017/01/blog-post_32.html
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82
www.politropi.greek-language.gr/keimeno/skeptomenos-tsarouchis/
Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.
Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:
Όλα τα γεγονότα που βλέπουμε να διαδραματίζονται στον Νέο Κόσμο από την περσινή άνοιξη μέχρι και σήμερα, το κίνημα «Black Lives Matter», τις αναταραχές που ακολούθησαν τις Αμερικανικές εκλογές είναι σίγουρο πως θα αφήσουν το σημάδι τους στην λογοτεχνία του μέλλοντος όπως το άφησαν ήδη στην ιστορία. Την σκέψη αυτή έρχεται να διαταράξει η βραβευμένη με «T. S. Eliot» συλλογή ποιημάτων του Roger Robinson, με τίτλο «Ένας Φορητός Παράδεισος» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κείμενα και σε πολλούς από εμάς ενδέχεται να φανεί εξαιρετικά επίκαιρη. Δεν αναλώνεται, ωστόσο, σε μια ποιητική αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων, δεν γράφτηκε, εξάλλου, ενόψει αυτών. Στόχος της είναι περισσότερο να αναδείξει την οικουμενική και διαχρονική δίψα του ανθρώπου για την ζωή, για την αγάπη για την αντίσταση σε οτιδήποτε τον αδικεί και τον καταδυναστεύει.
Και αν τα ζόρια σου είναι αδιάκοπα και καθημερινά, πήγαινε σ’ ένα άδειο δωμάτιο –σ’ ένα ξενοδοχείο, σ’ έναν ξενώνα, σε μια καλύβα– βρες μια λάμπα και άδειασε τον παράδεισό σου πάνω σ’ ένα τραπέζι: την ξανθή άμμο σου, τους πράσινους λόφους και τα φρέσκα ψάρια. Φώτισέ τα με τη λάμπα σαν μια νέα ελπίδα πρωινή και μείνε να τα κοιτάς μέχρι να αποκοιμηθείς.
Ήδη ο τίτλος της ποιητικής συλλογής και η όμορφη επιλογή του εξωφύλλου από τις εκδόσεις μας προδιαθέτει για το περιεχόμενο του έργου, για τα μηνύματα που κρύβονται ανάμεσα στους στίχους και πίσω από τον όμορφο λόγο του καλλιτέχνη. Ο Robinson φιλοσοφώντας φωναχτά και ποιητικά καταλήγει στο συμπέρασμα πως υφίσταται ο δρόμος προς την επίγεια ευτυχία. Όλοι μας θα μπορούσαμε να τον ακολουθήσουμε. Αυτό που μας τον στερεί είναι τα εμπόδια που θέτει η ταξική κοινωνία στην οποία ζούμε και οι μισαλλόδοξες αντιλήψεις και πρακτικές που έχουν εμπεδωθεί σε αυτήν. Ο δρόμος γίνεται δύσβατος εξαιτίας του ρατσισμού που είναι έκδηλος παντού, του μίσους, του σεξισμού, της ωμής βίας απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται και όπου και αν απευθύνεται.
Σε αυτόν τον δρόμο του παραδείσου που κουβαλάμε όλοι μέσα μας δεν έχουν καμία θέση τα υλικά αγαθά και η συσσώρευσή τους είναι άκαρπη. Αυτό που έχει σημασία κατά την ανθρωποκεντρική ματιά του Roger Robinson είναι ο άνθρωπος με τις ιδιαιτερότητες, τα προβλήματα, την περιέργειά του, το χιούμορ, το πνεύμα του. Αυτό ακριβώς απαθανατίζουν οι τέχνες- στο κάτω κάτω- την ανάγκη του για ζωή, για επαφή, για απόλαυση, για επικοινωνία. Ο ποιητής τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά και θυμώνει για το τροχοπέδη της αδικίας που απλώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν τις ομοιότητές τους, την κοινή τους αγάπη και επιθυμία για ζωή και εξέλιξη. Δεν διστάζει να κατηγορήσει για αυτό την καθεστηκυία τάξη, με τα κακώς κείμενά της, με την ασυδοσία και την βιαιότητά της απέναντι στην ομορφιά και την ζωή.
Σταδιακά ο θυμός αυτός γίνεται έντονος, μετατρέπεται σε μια οργή. Η οργή του όμως δεν είναι άγονη. Ο Robinson δεν εκτοξεύει βόμβες, εκτοξεύει λέξεις που γνωρίζει ότι είναι πολύ πιο δυνατές από τις πρώτες. Δεν κατηγορεί, συναισθάνεται το φορτίο του άλλου. Εντοπίζει μέσα από όλες τις διαφορές πόσο ίδιοι είμαστε, πως φοβόμαστε το ίδιο, πως ανησυχούμε το ίδιο, πως αγαπάμε το ίδιο. Και μας καλεί έμμεσα να κάνουμε το τελευταίο όλο και περισσότερο. Πρόκειται για μια ποίηση σύγχρονη, αιχμηρή, επίκαιρη αλλά την ίδια στιγμή βαθιά συναισθηματική και ανθρώπινη. Μην την χάσετε!
Ο Roger Robinson γεννήθηκε το 1967 στην Αγγλία, απ’όπου έφυγε στα τέσσερά του για τον τόπο της καταγωγής του, το Τρινιντάντ για να επιστρέψει στα δεκαεννιά του στο Λονδίνο. Η πρώτη του ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 2012. Η συλλογή του «Ένας φορητός παράδεισος» τιμήθηκε το 2019 με το υψηλού κύρους βραβείο T.S Eliot. Σ’ αυτή τη συλλογή, όπως είπε ο ίδιος, διαβάζουμε τα ποιήματα ενός Βρετανού με την ευαισθησία ενός κατοίκου του Τρινιντάντ. Ο Robinson ήταν ο βασικός τραγουδιστής και αφηγητής στα κομμάτια του σχήματος King Midas Sound στο άλμπουμ τους «Waiting For You» του 2009, και το 2015 κυκλοφόρησε το «Dis Side Ah Town», ένα άλμπουμ εντυπωσιακού λυρισμού με αναφορές στην dub και την ρέγκε του τόπου καταγωγής του. Θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους ποιητές της γενιάς του και έχει συμμετάσχει σε performances και εικαστικές συνθέσεις σε πολλά μουσεία και ιδρύματα τέχνης (Theatre Royal Stratford East, the National Trust, London Open House, the National Portrait Gallery, LIFT, Tate, Barbican Centre).
Διαβάστε και ακούστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ:
https://dromospoihshs.home.blog/2020/12/23/roger-robinson-a-poem-from-a-portable-paradise/
Πηγές:
https://www.monopoli.gr/2020/12/04/books/436134/enas-foritos-paradeisos-tou-roger-robinson-apo-tis-ekdoseis-keimena/
www.lifo.gr
https://stagona4u.gr/index.php/component/k2/item/10245-two-powerful-poems-by-roger-robinson