Ο ποιητής του έρωτα και της επανάστασης, Τάσος Λειβαδίτης

Ο Τάσος Λειβαδίτης

Ο Παντελεήμων-Αναστάσιος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922, στη συνοικία Μεταξουργείο της Αθήνας. Στα γράμματα θα γίνει γνωστός με το δεύτερο όνομά του κι αυτό γιατί ο πρόωρος τοκετός της μητέρας του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη ζωή. Έτσι λόγω της ημέρας, αλλά και επειδή σώθηκε ως εκ θαύματος, βαφτίστηκε με δύο ονόματα.

Πατέρας του ήταν ο Λύσσανδρος Λειβαδίτης από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, εύπορος υφασματέμπορας, που πτώχευσε λόγω πολέμου και πέθανε το 1943. Ο θάνατος του πατέρα του υπήρξε πρωταγωνιστής σε αρκετά έργα του: «Κι ο πατέρας, έμπορος άλλοτε, όταν ξέπεσε στεκόταν στην είσοδο των μαγαζιών, παραπέρα», «και μόνον προς τα δυσμάς του βίου μου κατάλαβα ότι ο πατέρας μου είχε βρει το θησαυρό. Ακριβώς. Διότι όταν πτώχευσε και σε λίγο θα μας τα παίρναν όλα, εκείνος χαμογελούσε, ένα χαμόγελο: σα να βρήκε κάτι που έψαχνε χρόνια, σα ν’ ανακάλυψε ξαφνικά πως τίποτα δε μας ανήκει και ποιος ο λόγος να παιδεύουμε τον εαυτό μας με ξένα πράγματα….»

Μητέρα του ήταν η Αθηναϊκής καταγωγής Βασιλική Κοντοπούλου, παντρεμένη δεύτερη φορά. Με τον πατέρα του απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Δημήτρη, τον Αλέξανδρο, τη Χρυσαφένια και τον Αναστάσιο. Μαζί τους ζούσε και ο Κωνσταντίνος, γιος της μητέρας του από τον πρώτο της γάμο. Τη μητέρα του τη χάνει το 1951, όταν ο ίδιος ήταν εξόριστος.

Μεγάλωσε στην καρδιά της πολιτείας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής.

Τα μαθητικά χρόνια είναι ανέμελα και όμορφα. Φοιτά στο 9ο Γυμνάσιο στην πλατεία Κουμουνδούρου και παράλληλα, λόγω της οικονομικής άνεσης της οικογένειας, μαθαίνει βιολί και πιάνο. Τελειώνοντας το σχολείο το 1940, γράφεται στη Νομική Σχολή Αθηνών, αλλά δεν καταφέρνει να την τελειώσει ποτέ λόγω Κατοχής. Το 1946 παντρεύεται την παιδική του φίλη Μαρία Στούπα. Η ίδια στάθηκε στο πλευρό του στήριγμα στα πέτρινα χρόνια της εξορίας, βοηθώντας και τη μητέρα του, και σε όλη τους τη ζωή φύλακας-άγγελος.

Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Το 1940 εγγράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας, ωστόσο δε θα ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές του, καθώς συμμετείχε στην Αντίσταση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς και εξορίστηκε, από το 1945 έως το 1951. Οι πολιτικές του ιδέες και η ένταξη του στο ΕΑΜ, οδηγούν στη σύλληψη και φυλάκισή του με τη λήξη των Δεκεμβριανών. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, το 1945, αφήνεται ελεύθερος. Τον Ιούνιο του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο και από εκεί, επειδή δεν υπογράφει τη δήλωση μετανοίας, μεταφέρεται στον Άη Στράτη και από εκεί στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Συνοδοιπόροι σ’ αυτό το «ταξίδι εξορίας» οι Κατράκης, Ρίτσος, Δεσποτόπουλος, Αλεξάνδρου, Πατρίκιος, κ.ά.

Από το 1954 έως και το 1967 εργάζεται στην εφημερίδα «Η Αυγή» ως κριτικός ποίησης. Το κλείσιμο της εφημερίδας το 1967 από τη δικτατορία, τον αφήνει άνεργο και από το 1969 εργάζεται στο περιοδικό ποικίλης ύλης «Φαντάζιο» με το ψευδώνυμο Α. Ρόκκος. Διασκευάζει σε περιλήψεις έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δημοσιεύει πορτρέτα για τη ζωή και το έργο Ελλήνων λογοτεχνών.

Τον Οκτώβριο του 1961 Περιόδεύε με τον Mίκη Θεοδωράκη την επαρχία, Kαβάλα, Δράμα, Σέρρες, Λάρισα, Nάουσα, Bέροια και όπου ανάμεσα στα μουσικά διαλείμματα των συναυλιών έκανε απαγγελίες ή συνομιλούσε με το κοινό. Στη Bέροια μάλιστα θα δέχτηκαν άγρια επίθεση από τους παρακρατικούς της εποχής. Με την έλευση της δικτατορίας και το διάστημα μεταξύ 1967 και 1972, ποιητής βυθίζεται στην σιωπή. Tο καθεστώς των συνταγματαρχών κλείνει την εφημερίδα «AYΓH» και ο ποιητής μένει άνεργος. Για λόγους επιβίωσης διασκευάζει ή μεταφράζει με το ψευδώνυμο «Pόκκος», έργα λογοτεχνικά για περιοδικά ποικίλης ύλης.

Η ζωή του ήταν πολυτάραχη, με αλλαγές που επιβάλλονταν συχνά βίαια, λόγω της συνέπειας του ποιητή σε ιδεολογικές αρχές, οι οποίες προκαλούσαν το καθεστώς. Ο Λειβαδίτης έφερε βιώματα από τη Μικρασιατική καταστροφή, την προσφυγιά, τη δικτατορία Μεταξά, τους αγώνες της Αριστεράς, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τις διώξεις, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τη δικτατορία του 1967 και τόσα άλλα. Παρά τις τόσες κακουχίες, παρέμενε λάτρης, υμνητής της ζωής.

Το 1955 στις 10 Φεβρουαρίου ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Eφετείο για το “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου”. Πλήθος ανθρώπων και ανάμεσά τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη, όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα και όπου θα διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο, αλλά και τους δικαστές, που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά». Αυτά αναφέρει ο Γιάννης Κουβαράς στο βιογραφικό του Λειβαδίτη. Ο ποιητής, μας λέει, «μετέτρεψε το εδώλιο σε βήμα». Σε μια εποχή που μεσούσαν τα εμφυλιοπολεμικά πάθη …

Έζησε τα καθοριστικά γεγονότα μιας ιστορικής διαδρομής «εκ των έσω», με μύριες δυσκολίες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να κάμψουν το φρόνημά του, όπως έγινε με τόσους άλλους. Και αποτύπωνε θαρραλέα τη ματιά του, τις προσλήψεις που ζύμωνε η ευαίσθητη ποιητική ψυχή του, υψώνοντας το ανάστημα του πνευματικού ανθρώπου του ταγμένου να φυλάει Θερμοπύλες. Πιστός σε ανθρώπινα ιδανικά, αυτά που τραγουδούσε μέχρι τελευταίας πνοής. Ίσως γι αυτό όσοι πλησίασαν το έργο και τον ποιητή, ένιωθαν αγάπη δεμένη με βαθιά εκτίμηση. Έφυγε από την ζωή, στις 30 του Οκτώβρη 1988. «Επιστρέφει», όμως, κάθε βράδυ στις λαϊκές γειτονιές που τραγούδησε. Ανάβει το τσιγάρο του από τα πυρακτωμένα όνειρά τους. Φτιάχνει ποιήματα από πεσμένα στο δρόμο όνειρα. Όνειρα, που τα πατούν ακόμα και ανύποπτοι περαστικοί.

Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953, για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Το 1957 λαμβάνει το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ. Ι», το 1976 το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα» και το 1979 το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας».

Το 1982 γίνεται ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Τον Αύγουστο του 1982 νοσηλεύεται με καρδιακό έμφραγμα σε νοσοκομείο. Τον Οκτώβριο του 1988 εισάγεται στο Γενικό Κρατικό και, μετά από δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, χάνει τη μάχη της ζωής. Ήταν 30 Οκτωβρίου.

Ο άνθρωπος

Για όσους γνώρισαν από κοντά τον Τάσο Λειβαδίτη είναι γνωστό ότι, η ζωή του ταυτίζόταν απόλυτα με το αξιακό σύστημα το οποίο οικοδόμησε με το έργο του. Ο Λειβαδίτης αποτελεί την περίπτωση ενός δημιουργού, ο οποίος ταύτισε το έργο με τη ζωή του. Με αδιατάρακτη συνέπεια ο Λειβαδίτης έζησε μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, την αγάπη, την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο με διαχρονικές αξίες. Αυτή η στάση ζωής, εκφραζόταν πολιτικά ως καθημερινή πρακτική και στο έργο του, όχι απλά ως καταγραφή επιθυμιών ή οραμάτων, αλλά ως υψηλής αισθητικής ποιητική, γεμάτη συναίσθημα, με κινητήρια δύναμη το όνειρο του καλύτερου αυριανού κόσμου.

Η καθημερινότητά του υφαίνονταν στο υπόστρωμα της προσφοράς. Έδινε απλόχερα σε όλους. Παρείχε ιδιαίτερα στους νέους ποιητές, την άδολη αγάπη του, τον πολύτιμο χρόνο του, τις ατέλειωτες γνώσεις του, την τεράστια πείρα του στη ζωή και την τέχνη. Η μεγαθυμία και γενναιοδωρία του, ήταν παροιμιώδης. Νεαρός, στα δεκαοχτώ μου, τόλμησα να του τηλεφωνήσω για να του δείξω χειρόγραφά μου. Μετά λίγες μέρες ανακάλυψα, ότι είχε κάνει εκτεταμένες σημειώσεις σε κάθε σελίδα που του είχα δώσει. Μεταξύ άλλων μου είπε: «είναι τιμητικό, πολύ σημαντικό, να απευθύνονται νέοι άνθρωποι σε μένα. Είναι μεγάλη δικαιολογία ύπαρξης αυτή. Κάποτε θα συμβεί αυτό και σε σένα…». Ο Λειβαδίτης δεν είχε αυταπάτες. Γνώριζε ότι μέσα από την επικοινωνία του με τους νέους εισέπραττε ένα ακόμα στοιχείο δικαιολογίας ύπαρξης, αλλά ήξερε επίσης τη σημαντικότητα της βοήθειάς του και δεν την αρνιόταν. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να υμνεί με την ποίησή του την αγάπη και ύψιστες ανθρώπινες αξίες και στην πράξη να φερόταν αλαζονικά.Από το 1954 έως το 1967 και από τη μεταπολίτευση το 1974 έως το 1980, έγραψε στην εφημερίδα «Αυγή», δεκάδες κριτικές για νέους ποιητές στηρίζοντας την προσπάθειά τους. Οι κριτικές του αποτελούν μνημειώδη κείμενα μιας έντιμης κριτικής προσέγγισης και ενθάρρυνσης των αξίων.

Ως και υλική βοήθεια πρόσφερε σε ανθρώπους αδύναμους και μάλιστα σε περιόδους που ζούσε ο ίδιος μέσα στη στέρηση ως και των στοιχειωδών. Μία ημέρα που είχε εισπράξει από τον εκδότη του συγγραφικά δικαιώματα, σε περίοδο μεγάλης ένδειας, επέστρεψε χωρίς δραχμή στο σπίτι. Και είπε στη γυναίκα του: «Έδωσα τα χρήματα στον τυφλό ζητιάνο στη γωνία. Έχει μεγαλύτερη ανάγκη από μας». Ως προερχόμενος πολιτικά από την Αριστερά, δεν πίστευε στην ελεημοσύνη, αλλά στο ότι ένα οργανωμένο κράτος οφείλει να καλύπτει τις ανάγκες των αναξιοπαθούντων πολιτών του. Παρά ταύτα ενέδιδε στην ελεημοσύνη, με τη σκέψη ότι δεν μπορεί αυτός να κατέχει πράγματα που είναι πολύ πιο αναγκαία σε έναν συνάνθρωπό του. Το συναίσθημα υπερκάλυπτε τη λογική, αλλά εξέφραζε μια προσωπική στάση προσφοράς, όχι βεβαίως άμοιρη των ποιητικών επιλογών του.

Όσοι τον γνώρισαν καταθέτουν την ηπιότητα που εξέπεμπε, παρά τις τρικυμίες της ψυχής του. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, παρά τις αδικίες που υπέστη από ομοτέχνους του και από κομματικούς μηχανισμούς. Δεν επέρριψε ευθύνη σε άλλους, απεναντίας φορτωνόταν ο ίδιος τα βάρη των ευθυνών των άλλων, λες κι ήταν ο μέγας ενοχικός. Ως και τους διώκτες και βασανιστές του δεν μίσησε. Το 1950 εξόριστος στη Μακρόνησο, απευθυνόμενος στον ανθρωποφύλακα σκοπό του στρατοπέδου έγραψε:

«Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις/ χτύπα με αλλού/ μη σημαδέψεις την καρδιά μου./ Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο./ Δεν θάθελα να το λαβώσεις».

Μοναχικός οδοιπόρος, όπως σκληρά απαιτεί η Ποίηση, έζησε με μια ταπεινότητα, που όμοιά της δεν συναντάμε συχνά στον κόσμο της δημιουργίας, ο οποίος βρίθει ματαιοδοξίας και έπαρσης. Ο Λειβαδίτης ήταν ταπεινός με όλη τη μεγαλοσύνη της έννοιας. Τον χαρακτήριζε η ευγένεια, μια ιδιαίτερη σεμνότητα και η πλήρης απουσία αλαζονείας. Κάποιοι ελάχιστοι που προσπάθησαν να τον μειώσουν, προφανώς αγνοούσαν ότι δεν μπορεί ποτέ να ταπεινωθεί ένας επί της ουσίας ταπεινός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ισοπέδωνε ο ίδιος ενσυνείδητα το εγώ του. Και ήταν δυνατό γι αυτόν, να κάνει την υπέρβαση βίωμα.

Ο Λειβαδίτης επέλεξε το χαμηλό μέτρο μέσα από μια πορεία φιλοσοφική. Έτσι, ένιωθε σε βάθος ελεύθερος. Για αυτόν, επίγνωση του τραγικού της ανθρώπινης μοίρας, δεν ήταν το αναπόφευκτο φυσικό μας τέλος. Το τραγικό γι’ αυτόν, είχε να κάνει κυρίως με την υστέρηση ποιοτικών χαρακτηριστικών της ζωής και εξεχόντως της ελευθερίας. Ο Λειβαδίτης πικραινόταν από την έλλειψη αυτών των ποιοτικών χαρακτηριστικών, είχε αποστεί από καιρό του μικρόκοσμού μας κι ας ζούσε ανάμεσά μας.

Ο ποιητής

Μετρημένος, γνώριζε τη σημαντικότητα του έργου του, αλλά παράλληλα είχε πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας και δεν ξεχνούσε το φθαρτό και τη θνητότητά μας. Πράγματα που εξαφάνιζαν κάθε αλαζονικό στοιχείο και στήριζαν μια σπάνια ευγένεια συμπεριφοράς και ψυχής. Σιωπούσε φλύαρα, έγραφε ακατάπαυστα, υπηρετώντας με την Ποίησή του την υψηλή αισθητική και το στοχαστικό βάθος. Η σπανιότητα του έργου του έχει συστατικό τη χρήση απλών καθημερινών λέξεων, οι οποίες υπηρετούσαν υψηλά νοήματα και ένα μοναδικό φιλοσοφικό εύρος.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα, με το ποίημα Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη. Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο Μάχη στην άκρη της νύχτας. Στίχοι του μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη (Δραπετσώνα, Τα Λυρικά) και ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Έγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών Ο θρίαμβος και Η συνοικία το όνειρο. Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Πήρε ακόμη το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη Συμφωνία αρ. 1, το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για το Βιολί για μονόχειρα και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή Εγχειρίδιο ευθανασίας.

Έγραψε τις ποιητικές Συλλογές: Μάχη στην άκρη της νύχτας (1952), Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952), Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953), Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956), Συμφωνία αρ. 1 (1957), Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια (1958), Καντάτα (1960), 25η ραψωδία της Οδύσσειας (1963), Οι τελευταίοι (1966), Νυχτερινός επισκέπτης (1972), Σκοτεινή πράξη (1974), Οι τρεις (1975), Ο διάβολος με το κηροπήγιο (1975), Βιολί για μονόχειρα (1977), Ανακάλυψη (1978), Ποιήματα 1958-1963 (1978), Εγχειρίδιο ευθανασίας (1979), Ο τυφλός με το λύχνο (1983), Βιολέτες για μια εποχή (1985), Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987) και Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (1990: εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή).

Η ποίησή του είναι δυνατόν να διακριθεί, γενικά, σε τρεις περιόδους. Όταν, το 1965, εκδίδει τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων του, που καλύπτουν την περίοδο 1952-1963, υπάρχουν ήδη ευδιάκριτες δύο φάσεις, απ’ τις οποίες πέρασε η ποίηση αυτή. Το 1957, με τη Συμφωνία αρ. 1, παρατηρείται μια ενδοστρέφεια […]. Η διάθεση μιας μελαγχολικής ενδοστρέφειας επιτείνεται με την έκδοση των επόμενων βιβλίων: Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια (1958), Καντάτα (1960), 25η ραψωδία της Οδύσσειας (1963) […].

Στην Καντάτα, όπου (ανάμεσα στ’ άλλα) περιγράφεται το μαρτύριο και η γενναιότητα του «ανθρώπου με το κασκέτο», εκεί που, ύστερα από πολλά μερόνυχτα βασάνων, ακούει κάποιον να βογκάει στο διπλανό κελί και σηκώνει το ανήμπορο χέρι του κι αρχίζει, μισοπεθαμένος σχεδόν, να χτυπάει τον τοίχο, το κάνει «όπως αιώνες τώρα, συνηθούν μέσα στην ερημιά τους οι τρελοί κι οι φυλακισμένοι» […]. Στην Καντάτα ο αγωνιστής «άνθρωπος με το κασκέτο» είναι στιγμές, όπου υποδύεται, θα έλεγα, το ρόλο του Ιησού. Και συγχέονται έτσι οι χώροι των στρατοδικείων του Εμφυλίου και του “συμβουλίου” των Εβραίων γραμματέων και πρεσβυτέρων: «Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους. / Και τον ερώτησαν: Είστε πολλοί; / Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει, έδειξε έξω απ’ το παράθυρο,/ το πλήθος./ Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;/ Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πριν πολλάχρόνια, ξανά ειπωθεί./ Και τους πήρε φόβος μεγάλος». Συγχρόνως όμως ο ποιητής βλέπει ότι, εκεί που βάζει τον άνθρωπο με το κασκέτο να δείχνει το πλήθος, δεν υπάρχει πλήθος. Η Καντάτα (1960) θα επιχειρήσει μια νέου επιπέδου σύνθεση. Θα επιδιώξει την πολυφωνία του ατομικού, αλλά και την ισορροπία της με το συλλογικό, όπως το αντιπροσωπεύουν οι χοροί ανδρών και γυναικών. Η δράση εξελίσσεται πάλι σε μια συνοικία, με φανερές όμως πολύ πλατιές προεκτάσεις στο χώρο και τον χρόνο, τον εθνικό, αλλά και τον πανανθρώπινο, ιδιαίτερα στην βιβλική αφήγηση του Ανθρώπου με το κασκέτο, σύμβολο της αιώνιας προσφοράς και την θυσίας. Πρόκειται για την τελευταία μεγάλη τοιχογραφία του Λειβαδίτη. Ζώντας σε μια κοινωνία στέρησης και δυστυχίας έρχεται αντιμέτωπος με τους κυρίαρχους μηχανισμούς του αστικού καθεστώτος. Οι «άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες» τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν. Αντιπροσωπεύουν έναν από τους πολλούς Αντίμαχους που θα συναντήσουμε στην Καντάτα. Πρόκειται για τα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας, τα οποία με τις «καπαρντίνες» και τα «τυφλά τους μάτια» αποτελούν στερεότυπα αναπαράστασης των καταδιωκτικών αρχών. Ο ήρωας μεταφέρεται σε ένα κελί όπου βασανίζεται για να αποκαλύψει τα όπλα, τα οποία κατά την αντίληψη των ανακριτών θα στρέψει εναντίον της εξουσίας. Τα βασανιστήρια συνεχίζονται σαράντα μέρες […].
Ο πρωταγωνιστής μαζί με άλλους δύο στήνονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δύο στοιχεία προβάλλονται εδώ: η περιφρόνηση του θανάτου και η γνώση της μελλοντικής δικαίωσης. Σε μια στιγμή λίγων δευτερολέπτων το υποκείμενο οραματίζεται το μέλλον, τότε που θα δικαιωθούν όσοι θυσιάστηκαν. Αλλά και στο φυσικό επίπεδο υπάρχουν σημάδια που δηλώνουν τη μελλοντική δικαίωση του ήρωα. Η εκτέλεσή του γίνεται την άνοιξη. Η άνοιξη σε σημασιακό επίπεδο σημαίνει τη φυσική αναγέννηση και κατ’ επέκταση τη συνέχεια της ζωής. Ο θάνατος ακόμη τον βρίσκει τη στιγμή που βγαίνει ένας ολόλαμπρος ήλιος. Η φύση επομένως δηλώνει ότι με τον θάνατό του ο ήρωας γίνεται πρόξενος μιας νέας ζωής και ότι κάποτε θα έλθει η δικαίωση […]».

Ως συνέπεια, στις πρώτες του ποιητικές συλλογές είναι έντονη μια επαναστατική διάθεση εξαιτίας της στράτευσής του στην αριστερά. Αργότερα αυτή θα μειωθεί ή θα μεταλλαχθεί σ’ έναν ατέρμονα θρήνο για πόθους που δεν εκπληρώθηκαν, για αλλαγές που δεν έγιναν, για έρωτες και μοναξιά, για έναν κόσμο που πορεύεται προς την τρέλα μέσα σ’ ένα σκληρό σύστημα κοινωνικών ανισοτήτων.

Πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα στους δύο τελευταίους τόμους του έργου του οι οποίοι περιέχουν την μετά το 1972 προσφορά του, απαλλαγμένος πλήρως από τις όποιες “στρατεύσεις” του παρελθόντος, διατηρώντας όμως μέσα από μια νοσταλγική προσήλωση αρυτίδωτο το όραμα εκείνης της ηρωικής εποχής της νεότητας, μας δίνει μια ποίηση υπερβατική, στις σελίδες της οποίας καταθέτει τον πόνο του ένας κόσμος ετερόκλητων “καταραμένων” με κοινό παρανομαστή του την μοναξιά, το συναίσθημα του ματαιωμένου, καθώς και μια ερωτική ερημιά, η οποία καθίσταται, μέσα από τη συμβολοποίησή της, απερίγραπτα τραγική. Ένας κόσμος βυθισμένος σε έναν λαβύρινθο φορτισμένο με τις πληγές, αφ’ ενός της ηλικίας που τόσο τον σημάδεψε (της παιδικής), κι από τη θλίψη αφ’ ετέρου, για ό,τι δεν του επετράπη στη συνέχεια, μέσα σε αυτό το σκληρό σύστημα των κοινωνικών αξιών, με τις περίεργες ταξικές του διαρθρώσεις. Ένας κόσμος, που τον διατρέχει μια αποπνιχτική αίσθηση του τέλους, καθώς και μια ιδιόρρυθμη παραφροσύνη, μέσα στη δίνη της οποίας τα άτομα διατηρούν τη δική τους σχέση με την ηθική, καθώς και μια “ψυχική γεωγραφία”, στους κόλπους της οποίας λαμβάνουν χώρα αφανείς καθημερινοί φόνοι και μεγάλα αινιγματικά παιχνίδια, ουσιαστικά βαπτισμένα στην τρέλα. Όλα αυτά τα στοιχεία δεν συνθέτουν παρά ένα έργο, που πέρα από εξαιρετικό σύνολο έμπνευσης, μεγαλόπνοης σκέψης και συναισθήματος, αποτελεί ταυτοχρόνως και υπόδειγμα επίμονης επεξεργασίας και εξέλιξης, μέσα στην πορεία του …

Όμως στον ρομαντισμό – και στον Λειβαδίτη- το κυνήγι της ευτυχίας γίνεται από και για τον συγγραφέα, προσωπικά. Βέβαια η αναζήτηση της τελειότητας, η επιδίωξη του ανέφικτου, ο πόθος του ανεκπλήρωτου, οδηγούν σχεδόν πάντα στην συντριβή, αλλά όχι στην παραίτηση, όχι στην ανέκκλητη παραδοχή της ήττας, αφού η πραγμάτωση της ποίησης αναιρεί την ίδια την ήττα. Έτσι, μέσα στον ρομαντισμό του Τάσου Λειβαδίτη το όνειρο παραμένει το ζητούμενο, ενώ η συντριβή γίνεται κι αυτή στοιχείο της ζωής, στοιχείο που η ζωή το ενσωματώνει και το υπερβαίνει. Αν όμως όλα αυτά γίνονται από και για το συγγραφικό υποκείμενο, στον Λειβαδίτη, όπως και σ’ όλους τους μεγάλους ποιητές, το συγγραφικό εγώ δεν συρρικνώνεται σε μια αυτάρκη και αυτάρεσκη λατρεία του εαυτού του, αλλά διαστέλλεται έτσι ώστε να μας χωρέσει όλους…

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χαρακτηρίζεται από μια απαράμιλλη αυθεντικότητα. Εκφράζει τον εσωτερικό του κόσμο, την αισιοδοξία ή την απαισιοδοξία, τις υπαρξιακές αγωνίες του. Περιγράφει στα ποιήματά του τα τρομακτικά εκείνα μεταπολεμικά χρόνια με έντονο ρεαλισμό. Μιλά για τους σκληρούς αγώνες της γενιάς του και εκφράζει τη φρίκη από την εφιαλτική μνήμη των αδικαίωτων θυσιών.  Το σημαντικότερο στοιχείο της ποίησής του, είναι η πίστη του στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου βασισμένου στην ειρήνη, στην ισότητα, στην αλληλοβοήθεια και τον ουμανισμό. Τονίζει ιδιαίτερα στο έργο του την αξία του ανθρώπου και το σεβασμό του συνανθρώπου. Όταν, λοιπόν, διαβάζεις ποίησή του, είναι αναπόφευκτο να οραματιστείς κι ο ίδιος έναν καλύτερο κόσμο. Μέσα από τα ποιήματα του σε παρακινεί να γίνεις ένας καλύτερος άνθρωπος. Αυτή η ποιητική του φάση είναι επίσης συνυφασμένη με τη ζωή του ποιητή, καθώς αρέσκονταν να προσφέρει με κάθε τρόπο στους συνανθρώπους του, ακόμη και σε περιόδους που και ο ίδιος δεν είχε τίποτα.

Ο Τάσος Λειβαδίτης έχει χαρακτηριστεί και ως ο ποιητής του έρωτα, όπως και τον γνωρίζουν οι περισσότεροι νέοι σήμερα, μέσα από τα ευρέως διαδεδομένα ποιήματα του στα κοινωνικά μέσα. Χαρακτηριστική είναι η νοσταλγία του έρωτα που δεν έζησε ποτέ και παρασύρει και τους αναγνώστες του σε ένα τέτοιο συναίσθημα. Η ποίηση του είναι τόσο άμεση και ειλικρινής που σε κάνει να πιστεύεις πως γράφτηκε για εσένα και δημιουργεί έντονα συναισθήματα.

[…] οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο […]

Ο επαναστάτης, ο ρομαντικός μας χάρισε αναρίθμητα ποιήματα και αφηγήσεις των κακουχιών της μεταπολεμικής γενιάς μπολιασμένα όμως όλα με στίγματα ελπίδας. Η ελπίδα αυτή σαν αστέρι φωτίζει το έργο του Λειβαδίτη και τις καρδιές μας καθώς προστρέχουμε σε αυτό. Είναι ένας ποιητής μοναδικός στο είδος του, άλλοτε τραχύς και κοφτερός σαν ξυράφι και άλλοτε μαλακός σαν πούπουλο. Η αντίφαση του αυτή ήταν ίσως και ο λόγος που αγαπήθηκε τόσο πολύ και συνεχίζει να αγαπιέται. Εξάλλου, το δίπτυχο έρωτας και επανάσταση μένει επίκαιρο παρά την αλλαγή των καιρών και το πέρασμα των χρόνων. Ομοίως, η ποίηση του που κυοφορεί τις αξίες αυτές διαβάζεται με την ίδια θέρμη. Εξάλλου, όπως μας θυμίζει ο ίδιος:

Kι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.
Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.
Ένα σπίτι για να γεννηθείς, ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις, ένας στίχος για να κρυφτείς, κι ο κόσμος για να πεθάνεις .

Πηγή: https://www.poeticanet.gr/tasos-leibaditis-taytisi-ergoy-zwis-a-167.html?category_id=390

https://latistor.blogspot.com/search/label/%CE%A4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82%20%CE%9B%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Απόστ. Μπενάτσης, «Οι ποιητικοί μετασχηματισμοί και το ενιαίο σύμπαν στο έργο
του Τάσου Λειβαδίτη», Η λέξη,157, Αθήνα, 2000

Σόνια Ιλίνσκαγια, «Όψεις της γενέθλιας πόλης», Η λέξη,157, Αθήνα, 2000

Μ. Μερακλής, «Συμβολή στην αποκατάσταση μιας διασπασμένης ενότητας», Η λέξη,157, Αθήνα, 2000

Τίτος Πατρίκιος, «Οι πολλαπλοί κόσμοι του Τάσου Λειβαδίτη», Η λέξη,157, Αθήνα, 2000

Γιώργος Μαρκόπουλος, «Σημαντικές στιγμές της ποίησής μας κατά τον αιώνα που πέρασε», Η λέξη, 157, Αθήνα, 2000

O ποιητής του φευγαλέου, Ναπολέων Λαπαθιώτης

Η ζωή

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888 στην Αθήνα. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια: ήταν γιος αντιστράτηγου κυπριακής καταγωγής που διατέλεσε υπουργός στρατιωτικών, ενώ η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Το 1898 ο Λαπαθιώτης εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο. Πήρε καλή μόρφωση και φοίτησε στη Νομική Αθηνών, ποτέ όμως δεν αξιοποίησε το πτυχίο του επαγγελματικά. Μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά, ήξερε πιάνο και είχε παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής. Στα 17 του χρόνια δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα στο περιοδικό Νουμάς. Έζησε μια ζωή γεμάτη πάθη και καταχρήσεις και, όταν έχασε και τους δύο γονείς, καθώς και την πατρική περιουσία, εξανεμίζοντας παράλληλα μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες, αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι του το 1944.

Ένας αριστοκράτης όμως που έκανε πολλές ζωές. Και με τους «καθωσπρέπει» αλλά και με τους περιθωριακούς. Την οικειότητά του με τους ήρωες του κοινωνικού περιθωρίου την αναγνωρίζουμε και στις δυο νουβέλες του. Τελικά, οι προτιμήσεις του γείρανε προς τον λαό, προς τους ανθρώπους της δουλειάς. Η κλίση αυτή προς το φτωχό κόσμο του μεροκάματου αργότερα ταυτίστηκε με την κοινωνικοπολιτική του ιδεολογία. Μάλιστα, η προσχώρηση του Λαπαθιώτη στο σοσιαλιστικό κίνημα έκανε αίσθηση.

Ο Βάσος Βαρίκας σ’ ένα βιβλιοκριτικό σημείωμα του στο «Βήμα» του 1964 έγραφε: «σημειώνω ενδεικτικά τη συμπάθεια, που από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπόλεμου, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες, έδειχνεν ο Λαπαθιώτης προς το σοσιαλιστικό κίνημα, φτάνοντας ως το σημείο να παρακολουθεί ακόμα και δημόσιες συγκεντρώσεις, και που συνεχίστηκε ως το τέλος της ζωής του, αφού και στην πλήρη κατάρρευση του, κατά την κατοχή, δεν αρνιόταν να φιλοξενήσει στο σπίτι του «παράνομους». Οι νύξεις στο έργο του είναι ελάχιστες. Και αναρωτιέμαι αν η προσφορά και άλλων άγνωστων στοιχείων δε θα τροποποιούσε, λίγο ή πολύ, την εικόνα του ανθρώπου, έστω και στις λεπτομέρειες…» Ο Τ. Βουρνάς («Αυγή», 18.2.1965) δίνει την πληροφορία πως «πριν αυτοκτονήσει φρόντισε ν’ αποκτήσει σύνδεση με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής Εξαρχείων όπου κατοικούσε, και μια μέρα έμπασε μυστικά στο σπίτι του μια ομάδα Ελασιτών και τους πρόσφερε για τον αγώνα τα όπλα του πατέρα του».

Ο Λαπαθιώτης ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι του στις παρυφές του Λόφου Στρέφη. Στο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, που σήμερα ερημώνει, έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του, αλλά και εκεί αυτοκτόνησε. Ο Λαπαθιώτης δεν αγωνιούσε για τον βιοπορισμό του, τον οποίο δεν έλυσε ποτέ, η μέριμνα της καθημερινότητας δεν τον απασχόλησε. Αγαπούσε το σκοτάδι και κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα, «παραδιδόμενος» στην ηδονή. Διέθετε, όπως λένε, μια από τις πλουσιότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες.

Ο Λαπαθιώτης διάβαζε Ουώλτερ Χορέισο Πέιτερ, από τους βασικότερους θεωρητικούς εκφραστές του δόγματος «Η Τέχνη για την Τέχνη», το οποίο αποτέλεσε θεμέλιο του κινήματος του Αισθητισμού και Όσκαρ Ουάιλντ. Πίστευε και αυτός ότι η τέχνη δεν έχει ηθικούς ή ωφελιμιστικούς λόγους ύπαρξης, σε αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του, οι οποίες ερμήνευαν το έργο τέχνης βάσει ηθικών και παιδευτικών αξιών. Τη βιβλιοθήκη του την ξεπούλησε για να εξασφαλίζει ηρωίνη. Παράλληλα, δε φοβόταν να μιμείται τον Ουάιλντ, στο ντύσιμο, στο χτένισμα, στην κίνηση και στην προκλητικότητα.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν γνωστός δανδής της αθηναϊκής κοινωνίας στα νιάτα του, με εκκεντρικές εμφανίσεις και με δεδηλωμένη την ομοφυλοφιλία του, ενώ ο εθισμός του στις ναρκωτικές ουσίες τού προκάλεσε σοβαρά βιοποριστικά προβλήματα, μέχρι του σημείου να αναγκαστεί να πουλήσει το πιάνο και τη σπάνια βιβλιοθήκη του. Έχοντας εξανεμίσει την οικογενειακή περιουσία και εξουθενωμένος από τις στερήσεις της Κατοχής, αυτοκτόνησε στις 7 Ιανουαρίου του 1944 στο σπίτι του στα Εξάρχεια (στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, κάτω από το λόφο του Στρέφη). Η κηδεία του έγινε τέσσερις ημέρες αργότερα με έρανο των φίλων του.

Όπως λέει ο Άρης Δικταίος, «…αυτό που κυρίως στάθηκε σαν ο μέγιστος συντελεστής της καταστροφής του ήταν τ΄ ότι δεν τον απασχολούσαν οι βιοτικές μέριμνες. Ελεύθερος να ζήσει τη ζωή του όπως ήθελε, άρχισε να κυκλοφορεί μόνο τη νύχτα, εγκαταλειπόμενος με ηδονή στις οποιεσδήποτε, φανερές ή μύχιες τάσεις του, χωρίς την παραμικρή αυτοπειθαρχία».

Αν και έφυγε τόσο νωρίς άφησε πίσω του ένα σημαντικό έργο, στο οποίο προσφεύγουμε και σήμερα με ευαισθησία και αγάπη και πίσω από κάθε στίχο ανακαλύπτουμε μια τρυφερή και πληγωμένη ψυχή που έζησε σε μια εποχή μη αντάξιά της.

Το έργο

Το 1901 σε ηλικία δεκατριών είχε γράψει το έμμετρο δράμα «Νέρων ο Τύραννος». Το 1907 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα ως το 1908, οπότε το περιοδικό έκλεισε και ο Λαπαθιώτης άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα «Εσπερινή» και το περιοδικό «Ελλάς» του Σ. Ποταμιάνου. Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο και τον Άγγελο Σικελιανό.

Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά «Δάφνη» και «Ανεμώνη» (1909-1910), την εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» (από το 1924), το περιοδικό «Η Διάπλασις των παίδων» (1925), το περιοδικό «Μπουκέττο» (1931), με τη «Νέα Εστία», όπου δημοσίευσε μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου, την «Πνευματική Ζωή» (1938) και τα «Νεοελληνικά γράμματα» (1940). Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε εν ζωή ήταν «Τα πρώτα ποιήματα» (1939).

Ο Λαπαθιώτης ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση, το λογοτεχνικό δοκίμιο και τη μουσική σύνθεση, ενώ έγραψε και θεατρικά έργα («Νέρων ο τύραννος», «Η τιμή της συζύγου», «Τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα»).

Ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη έχουν μελοποιήσει συνθέτες, όπως οι Γιώργος Ζαμπέτας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Γιάννης Σπανός, Νίκος Ζιώγαλας, Νίκος Ξυδάκης, Νότης Μαυρουδής, Κώστας Λειβαδάς, Τάκης Μπίνης, Ζακ Ιακωβίδης και Μανώλης Πάππος.

Η ποιητική του

Αν και ήταν πολυγραφότατος, λόγω του πάθους του για την τελειότητα, ο Λαπαθιώτης τύπωσε όσο ζούσε μόνο μία ποιητική συλλογή με τίτλο Τα ποιήματα. Πρώτη επιλογή (1939). Αργότερα, το 1964, ο Άρης Δικταίος συγκέντρωσε σε έναν τόμο το σύνολο των ποιημάτων του, που βρέθηκαν διασκορπισμένα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται ως νεορρομαντική και νεοσυμβολιστική με αισθητιστικές τάσεις (ποιητής «εστέτ»). Είναι ένας ποιητής χαμηλόφωνος και τρυφερός, με φανερή τάση προς τη συγκίνηση και την αναπόληση. Έφερε στην ποίηση μια νέα ευαισθησία, καθαρίζοντάς την από τον στόμφο των Αθηναίων ρομαντικών. Κυριαρχούν σ’ αυτήν οι αβροί τόνοι κι αφήνει την αίσθηση του ονείρου, του αφηρημένου και του φευγαλέου.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, στη δεύτερη, προπάντων, δεκαετία του αιώνα μας, υπήρξε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές της τότε πρωτοπορίας που με την τόλμη των στίχων του, την απλότητα και την τελειότητα της σύνθεσής τους, είχε ενθουσιάσει τους νέους και επιβληθεί στους παλαιότερούς του. Τοποθετώντας, λοιπόν, το έργο του στα πλαίσια της εποχής του, μπορούμε δίκαια να τον χαρακτηρίσουμε σαν έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του Αισθητισμού —ενός Αισθητισμού χωρίς ακρότητες κούφιας ωραιολογίας— και του γαλλικού Συμβολισμού στον τόπο μας, μετουσιωμένων σωστά στο ελληνικό κλίμα, με την επιδέξια χρησιμοποίηση ρυθμών και μελωδιών από τη λαϊκή μας παράδοση.
Στην ποίησή του, κυριαρχεί ένας τρυφερός συναισθηματισμός, είτε ο άκρατος αισθησιασμός τον φέρνει στην πεζολογία —πρώτη περίοδος— είτε χρησιμοποιεί συμβολική γραφή —δεύτερη περίοδος— είτε μ’ εγκαρτέρηση μας εξομολογείται την τελική του συμφιλίωση με το θάνατο— τρίτη περίοδος. Με απαλά χρώματα υδατογραφίας και με τη μελωδική χρήση ενός περιορισμένου αριθμού λέξεων —ή, συνήθως, των υποκοριστικών τους— και με πάντα κατάλληλους προσωπικούς ρυθμούς, μάς αφηγείται, ηχητικά και πλαστικά, με τις εικόνες που χρησιμοποιεί, κάθε τι που βαραίνει τη δική του ζωή, αλλά και τη ζωή των άλλων, ακόμα και των αψύχων. Κι αυτή η απλή, προσωπική του ομιλία, που —παρά τις πολλαπλές επεμβάσεις του— βγαίνει θαρρείς από το ένστικτο μιας βαθιά πληγωμένης ύπαρξης που δεν μπορεί ν’ αντιδράσει, είναι εκείνο που συγκινεί και τους λίγους και τους πολλούς.

Ο Λαπαθιώτης είναι ο κατ’ εξοχήν νεορρομαντικός ανάμεσα στους ομότεχνους της τελευταίας τούτης αθηναϊκής σχολής, αυτός που συνεχίζει τη ρομαντική παράδοση ύστερα απ’ τον Πολέμη και τον Μαλακάση, με τα παραμύθια για τα βασιλόπουλα, τα φεγγάρια τα “μακρινά και καθαρά”, τα λάιτμοτίβ και τις ρομαντικές “κορώνες”. Η διάθεση προς την απελπισμένη αναπόληση, ο αποκλειστικά συγκινημένος τόνος αποτελούν κοινά γνωρίσματα.
Ο ίδιος έζησε κι ανατράφηκε στο ρομαντικό κλίμα, τόσο το αθηναϊκό όσο και το φιλολογικό της Ευρώπης, και δέχτηκε ανάλογη επίδραση κι απ’ τις δυο μεριές, μια απ’ τη ζωή και μια απ’ τα βιβλία και την τέχνη. Έτσι, επηρεασμένος παράλληλα απ’ τους Άγγλους και τον αισθητισμό του Wilde, απ’ τον Poe, τους “poetes maudits” του γαλλικού Συμβολισμού και τον Maeterlinck, καθάρισε το λόγο των πρώτων Αθηναίων ρομαντικών από το στόμφο και τη μεγαληγορία, από την πατριδολατρία και τον ψευδοαττικισμό κι ανανέωσε τον Ρομαντισμό των δεύτερων, κρατώντας τη διάθεση του ρομαντικού και του “ρομαντικώς ζην” και μπολιάζοντας τα βασιλόπουλα του Πολέμη και το τραγούδι του Μαλακάση με τα στοιχεία του εκλεκτικισμού και της λεπταισθησίας. Πραγματικά, μαζί με τον Νεορρομαντισμό, ο Λαπαθιώτης έφερνε και τους πρώτους “ευπαθείς” και αβρούς τόνους, ό,τι ονομάστηκε τότε “νέα ευαισθησία”. Από την άποψη αυτή, υπήρξε ένας γνήσιος εστέτ, ερασιτέχνης ακόμα και σ’ ό,τι στάθηκε ο μοναδικός προορισμός του. Η ποίησή του είναι η βιωμένη έκφραση ενός ανθρώπου, που έκανε πρώτα τη ζωή του τέχνη και τον εαυτό του “έργον τέχνης”, σύμφωνα βέβαια με τη δική του αντίληψη, ή μάλλον σύμφωνα με την αντίληψη την ουαϊλδική, κι από κει αντανακλαστικά επήγασε και η τέχνη του. Μια τέχνη κάπως μετέωρη, απαλλαγμένη από κάθε στοιχείο ικανό να ταράξει την ενότητα του κόσμου της, ποίηση του ονείρου πιο πολύ παρά της πραγματικότητας, προορισμένη ν’ αντλεί το φως της όχι από την ακτινοβολία του ήλιου, αλλά από τη φευγαλέα λάμψη του φεγγαριού. Γι’ αυτό κι από το έργο του απουσιάζουν οι υλικές αντιστάσεις και κυριαρχούν τα αφηρημένα: τα συναισθήματα, οι διαθέσεις, οι καταστάσεις και οι φευγαλέες εντυπώσεις, ενώ τα συγκεκριμένα εξατμίζονται και συμβολοποιούνται. Οι ποιητικές του εικόνες εμφανίζονται συνήθως σκόρπιες, χωρίς συνοχή μεταξύ τους. Η συνοχή του ποιήματος και η βαθύτερη σύσταση του λόγου του βγαίνουν από τη μουσική του διάθεση, θαρρείς κι οι εικόνες υπάρχουν, για να επιτείνουν όχι τις οπτικές, μα τις ακουστικές εντυπώσεις.


Στον Λαπαθιώτη τα πράγματα ελάχιστα κάνουν την εμφάνισή τους. Ενώ οι περισσότεροι της σχολής του, λίγο ως πολύ, εισάγουν στην ποίησή τους και πεζολογικά στοιχεία, στρέφοντάς την προς τα συγκεκριμένα και τα αισθητά, απ’ την ποίηση τη δική του τέτοια στοιχεία λείπουν, κι όπου υπάρχουν, υπάρχουν μόνο σαν αποτυχημένη ποίηση. Γιατί, μ’ όλη την καλλιτεχνική φροντίδα που τον χαρακτηρίζει, μ’ όλη την επίμονη επεξεργασία, επεξεργασία σπρωγμένη ως την εκζήτηση, δεν κατάφερε ν’ αποφύγει και μερικά επικίνδυνα γλιστρήματα προς την πεζολογία. Αλλά κι αρκετά απ’ τα καλά του ποιήματα, με το να τα δουλεύει και να τα ξαναδουλεύει κάθε τόσο, και μάλιστα σε απομακρυσμένα από το πρώτο γράψιμο χρονικά διαστήματα, προσπαθώντας να τα κάνει τελειότερα ή και να τα προσαρμόσει στη νέα του ψυχολογική κατάσταση, τα χάλασε στο τέλος, με αποτέλεσμα η τελική τους μορφή να είναι κατώτερη. Η έλλειψη, εξάλλου, βαθύτερης ποιητικής ουσίας, η αποκαμωμένη του διάθεση, μ’ εκείνα τα πολλά “λιγώματα”, όπως τα ονόμασε ο Μήτσος Παπανικολάου, η θεματογραφία κι η μονότονη επανάληψη των ίδιων μοτίβων μας τον δείχνουν αρκετά παλιωμένο.
Ο Λαπαθιώτης κινήθηκε, κατά βάση, γύρω από δυο κύριους άξονες: την έκσταση που αγγίζει τη μέθη (όχι τη χαρά) και τον πόνο, με κοινό συνδετικό μοτίβο τη νοσταλγική αναπόληση. Έτσι, απόμεινε ως το τέλος σε μια συναισθηματική θεώρηση του κόσμου. Μα όσο πιο πολύ δοκιμαζόταν, τόσο γινότανε πιο τρυφερός και πιο υποβλητικός. Καθώς το παρατήρησε κι ο Τ.Κ. Παπατσώνης στη μελέτη του “Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά”, όλα τα ποιήματά του “από τα χρόνια της αίγλης, ιδωμένα σήμερα, φαίνονται της ίδιας διάθεσης”. Κι η αισθητή διαφορά που παρουσιάζουν είναι διαφορά ποιότητας και ειλικρίνειας. Ρομαντικότερος στην αρχή, τραγούδησε την έκσταση. Ύστερα, τραγούδησε τη διάψευση και την πτώση. Από την άποψη τούτη, υπάρχει αρκετή απόσταση ανάμεσα στον “Λαπαθιώτη μετέωρο” και στον “Λαπαθιώτη σκιά”, ώστε η δεύτερη φάση του να βαραίνει σημαντικά σε σύγκριση με την πρώτη. Γιατί, αν στην αρχή η ποίηση ήταν γι’ αυτόν μια καλλιτεχνική πόζα, όταν ήρθε ο θρήνος για τη χαμένη ζωή, τότε κατάντησε η μόνη υπόθεση· τότε κι ο θάνατος γίνηκε αληθινά λυτρωτικό όνειρο, μοναδική διέξοδος ζωής και τέχνης. Γι’ αυτό κι ανάμεσα στους τρεις-τέσσερις καλύτερους της “σχολής” εμφανίζεται τελικά πιο “συντετριμμένος” και πιο ανθρώπινος. Κι αν εκείνοι διαθέτουν σκληρότερο πυρήνα κι ανοίγονται σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, αυτός ξέρει να κλαίει. Κάτι τέτοιες στιγμές, μαζί με μερικά λαμπρά και σπάνιας ευαισθησίας ποιήματα, διασώζουν ακόμα ποιητικά τη φυσιογνωμία του.

Πολυγραφότατος, αλλά και ακούραστος διορθωτής των στίχων του, βασάνιζε τα κείμενά του έως να τους δώσει την οριστική τους μορφή. Ποιήματα γραμμένα στο δρόμο ή σε νυκτερινά κέντρα και δουλεμένα στο σπίτι, λησμονημένα σε περιοδικά και ξαναδημοσιευμένα αργότερα. Ακόμα και στους στοχασμούς του —αυτές τις εκλάμψεις της ευαισθησίας του— υπάρχουν διαγραφές και προσθήκες.

Από άποψη σχολής βρίσκεται κοντά στο Συμβολισμό, χωρίς να μένει απόλυτα πιστός στις αρχές του. Η θεματική π.χ. και περιγραφική ανάπτυξη ποιημάτων είναι συχνή. Κοντά στο Συμβολισμό βρίσκεται κυρίως από τη μεριά της μουσικής άρθρωσης του λόγου. Ο ποιητής άλλωστε είχε ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική: είχε μουσική παιδεία, σύχναζε σε συναυλίες, άκουγε δίσκους, έπαιζε πιάνο, καταγινόταν με συνθέσεις. Σε μεγαλύτερη απόσταση, από άποψη σχολής, βρίσκεται από το Ρομαντισμό. Είναι βέβαια φεγγαρόπληκτος, άνθρωπος της νυχτερινής περιπλάνησης, των λουλουδιών και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, αλλά κατά τα άλλα μένει έξω από τα πλαίσια του Ρομαντισμού: αστικό περιβάλλον, εσωτερικός χώρος, εσωστρέφεια, μαλθακότητα, αισθητισμός, έντονο δούλεμα του στίχου, συμμετρία, σαφήνεια, λιτότητα, πεζή καθημερινότητα… Από την άποψη αυτή, τα ρομαντικά στοιχεία που απαντούν στο έργο του Λαπαθιώτη είναι αμφίβολο αν επαρκούν για να θεωρηθεί ο ποιητής ρομαντικός ή νεορρομαντικός.

Μια κάποια δόση ρομαντικής ροπής υπάρχει σ’ όλη την ποίηση, τόσο στην πριν από το κίνημα του ρομαντισμού, όσο και στη μετά. Ο Λαπαθιώτης είναι ρομαντικός όσο είναι και ο Άγρας, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Παπαδίτσας, ο Αναγνωστάκης, ο Καρούζος, ο Μέσκος, η Αγγελάκη-Ρουκ, ο Πορφύρης, ο Γκανάς κ.ά. Πάντως πολύ λιγότερο από τον Παλαμά, το Δροσίνη, τον Πολέμη και τους άλλους ποιητές της γενιάς του 1880. Θέλω να πω ότι, πέρα από ένα σημείο, πέρα από το σημείο που ένα ποιητικό έργο ανταποκρίνεται στις καταστατικές αρχές μιας σχολής, υπάρχει ευρύ περιθώριο να προκύπτουν επιμέρους ελεύθερες συμπτώσεις άλλων έργων με συνιστώσες της σχολής αυτής. Συμπτώσεις με την έννοια ότι τα έργα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις αρχές της σχολής, αλλά σε εκδοχές του γενετικού πυρήνα από τον οποίο πήγασε η σχολή.
[…] Από πολύ νωρίς, από την αρχή σχεδόν της σταδιοδρομίας του, ο ποιητής φάνηκε να έχει τάση προς την εσωστρέφεια. Έγραφε σε πρώτο πρόσωπο και αναφερόταν στα συναισθήματα και στις σκέψεις ενός εγώ. Ένα εγώ συναισθηματικό, συμπονετικό, λεπταίσθητο, ηδονιστικό, κάπως μελαγχολικό, ανήσυχο και ανικανοποίητο. Τέτοιο ωστόσο που, αν προσέξει κανείς το ποιόν του, μοιάζει περισσότερο εικονικό παρά πραγματικό. Μια οντότητα μάλλον βιβλιακής προέλευσης, που τα λόγια της δεν πονούν, μένουν λόγια χωρίς να παράγουν δραστικό αποτέλεσμα. Ένα εγώ δηλαδή σαφώς ιδεατό, προϊόν σκηνοθεσίας μάλλον. Ο ποιητής απέχει πολύ από του να διακυβεύει οτιδήποτε ζωτικής σημασίας για τον ίδιο. Αντίθετα, έχουμε να κάνουμε με κείμενα τεχνητά, κείμενα συνεπώς μαθητείας ή, αλλιώς, ποιητικιστικά. […] Πράγματι ο Λαπαθιώτης πορεύτηκε αρκετό διάστημα μέσα σ’ ένα κλίμα αισθητίστικου θερμοκηπίου. Η έξοδος από αυτό και η επαφή με τα πράγματα έγινε με τον καιρό μέσα από τρεις διαφορετικούς δρόμους. Πρώτα, μέσα από τα διάφορα περιστατικά της τρέχουσας ζωής. Έπειτα, μέσα από την οδυνηρή προσγείωση στο σκληρό έδαφος της μετά τα τριάντα πέντε χρόνια ηλικίας του, μιας ηλικίας χωρίς την αλκή της σπαταλημένης νιότης. Και στερνά, μέσα από το θάνατο της μάνας του. Να τα δούμε από πιο κοντά.
α) Περιστατικά της τρέχουσας ζωής. Από νωρίς άρχισε ό ποιητής να περνάει στα γραφτά του διάφορα μικροσυμβάντα της τρέχουσας ζωής. […] Δεν είναι ο Λαπαθιώτης ο πρώτος εισηγητής του συγκεκριμένου περιστατικού στην ποίηση. Και άλλοι πριν από αυτόν χρησιμοποίησαν τέτοιο υλικό. Ο Λαπαθιώτης όμως είναι αυτός που έκανε ευρεία χρήση του περιστατικού στο έργο του και ανάλογα το επισημοποίησε. Μάλιστα, όσο κυλάει ο καιρός τόσο συχνότερα αναφέρονται τα γραφτά του σε περιστατικά. […]. Έτσι, μέσα από συγκεκριμένα περιστατικά, ο ποιητής έρχεται σε επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα. Γεγονός που φανερώνει πως οι ανιχνευτικές κεραίες του υπέδειχναν την έξοδο από το κλίμα του συμβατικού αισθητισμού.
β) Η οδυνηρή προσγείωση στα χρόνια της αλήθειας. Από την ηλικία των 35-40 χρόνων, γύρω στο 1923-1928 και εξής, οι σκέψεις και τα συναισθήματα που εκφράζουν τα γραφτά του ποιητή, παρουσιάζουν αισθητή διαφορά από τα προηγούμενα. […] Τώρα ο λόγος του δεν έχει τον αέρα της ανέμελης νιότης. Μιας νιότης που, στηριγμένη στην αλκή και στις βεβαιότητές της (παιδεία, τάλαντο, οικονομική ανεξαρτησία, κοινωνικό κύρος), μπορούσε να διαλογίζεται αμέριμνα πάνω στο θέμα της ηδονής και της ομορφιάς, να θλίβεται για ό,τι έμενε ανικανοποίητο, να ξεχειλάει από τρυφερότητα για τα λουλούδια ή να μιλάει για το θάνατο ναρκισσευόμενη […]. Στο λόγο εισβάλλει τώρα η κατήφεια, η απογοήτεψη και ο φόβος του χειρότερου. Το πνεύμα της αμεριμνησίας το διαδέχεται το πνεύμα της περισυλλογής και της ανησυχίας για την προσωπική μοίρα. Αντίστοιχα, γεγονός που δείχνει τη διαφοροποίηση του λόγου, έχουμε την τάση να λέγονται τα πράγματα με τ’ όνομά τους. […] Βρισκόμαστε ήδη μακριά από την πόζα του Αισθητισμού. Τώρα έρχονται στιγμές που η αναφορά στα πεπραγμένα παίρνει τη μορφή της ζοφερής περίσκεψης. Κι ο λόγος πια είναι λόγος εις εαυτόν, ενδόμυχος και απροσχημάτιστος. […]
γ) Ο θάνατος της μάνας του (1937). Με το θάνατο της μάνας του έλειψε ο φύλακας άγγελος του ποιητή, η προστασία, η κατανόηση κι η στοργή. Ο Λαπαθιώτης δεν είχε βγει ποτέ στη βιοπάλη, γι’ αυτό δεν είχε ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του και ιδιαίτερα από τη μάνα του, που ήταν το στήριγμά του από κάθε άποψη. Χάνοντάς την αισθάνθηκε να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. […]

Ο θάνατος στην ποίηση του Λαπαθιώτη παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικές μορφές. Πρώτα, στα χρόνια της νιότης, ως τα 35 χρόνια του ποιητή περίπου, αποτελεί περισσότερο ένα στοιχείο πόζας. Ένα σύνθετο της νεανικής μελαγχολίας που πηγάζει κυρίως από την έμφυτη αίσθηση του ανικανοποίητου. Αυτός ο θάνατος δεν αγγίζει ζωτικές πτυχές του εγώ· είναι ανώδυνος. Αργότερα, μετά τα 35 χρόνια του ποιητή, τα πράγματα αλλάζουν. Ο θάνατος δεν είναι πια μια γενική έννοια, αλλά μια οντότητα που συνδέεται με την εμφάνιση της σωματικής και της ψυχικής κάμψης. Είναι ο ύπουλος θάνατος στο επίπεδο της καθημερινότητας. Η κούραση, η φθορά, τα ψαλιδισμένα όνειρα, τα άτεγκτα όρια του πραγματικού. Αυτή η μορφή του θανάτου δεν είναι βέβαια καθόλου ανώδυνη. Τέλος, με το θάνατο της μάνας του ο ποιητής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το βιολογικό θάνατο και την ερημιά που αφήνει πίσω του. Ένα θάνατο που είναι ταυτόχρονα και μια σαφής υπόμνηση για τον επερχόμενο προσωπικό του. Για την τρίτη εκδοχή του θανάτου ο ποιητής έγραψε σπαρακτικά κείμενα.

Πηγές: https://tvxs.gr/news/portreta/napoleon-lapathiotis-ezise-kai-poiise-xoris-kanones

https://latistor.blogspot.com/2010/06/blog-post_9027.html?m=1&fbclid=IwAR0Fb9DweZGgSRpja4ehbhb7S1TcsyntAdtDG7AFKCefiUFPUxGWNxpv1lo

Τάσος Κόρφης, 1984, «Δώδεκα στιγμές από τη ζωή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη», Η λέξη, τχ. 33, Αφιέρωμα

Κ. Στεργιόπουλος, 1980, Η Ελληνική Ποίηση. Η Ανανεωμένη Παράδοση. ΑνθολογίαΓραμματολογία, Αθήνα: Σοκόλης

Γ. Αράγης, 2006, Η μεταβατική περίοδος της Ελλαδικής ποίησης. Η σταδιακή της εξέλιξη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως το 1930, Αθήνα: Σοκόλης

Έζρα Πάουντ: Ο Αμερικανός ποιητής που λάτρευε τον Μουσολίνι, “ανακάλυψε” τον Έλιοτ και ήξερε Αρχαία Ελληνικά

Ο Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ ήταν Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος. Μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού λογοτεχνικού ρεύματος του μοντερνισμού. Η συνεισφορά του στην ποίηση ξεκίνησε με την ανάπτυξη του εικονισμού (Imagism), ενός ρεύματος που προέρχεται από την κλασική ποίηση της Κίνας και της Ιαπωνίας, την ακρίβεια και την οικονομία της γλώσσας. Τα έργα του περιλαμβάνουν το “Ripostes” (1912), το “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) και το ανολοκλήρωτο επικό έργο, “The Cantos” (1917–1969).

Το να αναλύσουμε την θυελλώδη και αντιφατική ζωή και την εκκεντρική προσωπικότητα του Έζρα Πάουντ σε ικανοποιητικό βαθμό θα ήταν ένας πραγματικός άθλος. Εναλλακτικά θα σας παρουσιάσουμε μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με τον Αμερικανό ποιητή που θα σας αιφνιδιάσουν και θα σας εκπλήξουν. Ακολουθούν, λοιπόν, 7 πράγματα που μάλλον δεν ξέρατε για τον Έζρα Πάουντ.

1. Ήταν μεγάλος φαν του έρωτα.

Στα νιάτα του ερωτεύτηκε την διάσημη ποιήτρια HD (Χίλντα Ντούλιτλ), τότε ανερχόμενο ταλέντο που προώθησε ο ίδιος, και της έκανε πρόταση γάμου δύο φορές με την ίδια να αρνείται ευγενικά και τις δύο. Ο Πάουντ δεν το πήρε άσχημα και παρέμεινε στενός φίλος με την Αμερικανίδα ποιήτρια. Μάλιστα, την γνώρισε και στον επίσης ανερχόμενο ποιητή Richard Aldington με τον οποίο είχαν μία σύντομη αλλά παθιασμένη σχέση με τις ευλογίες του Πάουντ. Το 1914 παντρεύτηκε την μαθήτρια του Ντόροθυ Σέικσπιαρ και απέκτησε έναν γιο, τον Ομάρ Σέικσπιαρ Πάουντ (1926), από αυτόν τον γάμο αλλά αργότερα εγκατέλειψε την γυναίκα του και το παιδί του για να συνδεθεί έως το τέλος της ζωής του με την βιολίστρια Όλγα Ραντζ, ερωμένη και πιστή του φίλη. Καρπός του δεσμού τους υπήρξε η κόρη του πριγκήπισσα Μαίρη Πάουντ – Ντε Ραχεβιλτζ. Στα τελευταία του έργα, μέσα στην αλλόκοτη ροή της σκέψης του καταθέτει την αγάπη του για τη γυναίκα που τ’ όνομά της ήταν «Τόλμη», για τη γυναίκα που μπορούσε να βλέπει την ομορφιά. Μέσα από τα θραύσματα εκφράζει την τρυφερότητα, μέσα από το αποσπασματικό έργο του την Αλήθεια. O ποιητής παρουσιάζει την αντίθεση ανάμεσα σε αυτόν και την γυναίκα που αγαπούσε και που στάθηκε δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια. Σαν να μιλάμε για το φως και το σκοτάδι, για την συγκρότηση και τη διάσπαση, ένας υμνος για την Όλγα. Με τους στίχους του ο Πάουντ δείχνει σε όλο τον κόσμο πως αναγνώρισε την αξία της εν τέλει.

2. Ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής του Χίτλερ και του Μουσολίνι και μεγάλος αντισημιτιστής.

Μετά την εγκατάστασή του στην Ιταλία ο Πάουντ αναδείχτηκε σε φανατικό υποστηρικτή του Ιταλικού εθνικισμού και του Μπενίτο Μουσολίνι, του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και εξ ίσου φανατικός φυλετιστής και αντίπαλος του Σιωνισμού. Τον Ιανουάριο του 1933 γνώρισε τον Μπενίτο Μουσολίνι στον οποίο διάβασε απόσπασμα από το ποιητικό του έργο «Κάντος» και του αφιέρωσε το «Κάντο Νο 41». Ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε πόλεμο με την Ιταλία, ο Έζρα Πάουντ πραγματοποιούσε εκπομπές από το 1941 ως το 1945 από το ιταλικό φασιστικό ραδιόφωνο υπέρ του Αξονα και εναντίον των Συμμάχων, προτρέποντας τους Αμερικανούς να μην πολεμήσουν. Θεωρούσε τον εαυτό του 100% Αμερικανό και πατριώτη που αγωνιζόταν αντίθετα στον Ρούζβελτ και τους Εβραίους που τον επηρέαζαν. Επέρριπτε κατά τρόπο εκκεντρικό και απόλυτο, την ευθύνη για την χρηματοδότηση των πολέμων του 20ού αιώνα στους «Εβραίους τραπεζίτες και τοκογλύφους». Φυσικά, δεν ήταν λίγοι ούτε ασήμαντοι οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι που υποστήριξαν τον ευρωπαϊκό φασισμό και αντισημιτισμό στην ιταλική, στη γαλλική και στη γερμανική εκδοχή του. Αλλά η περίπτωση Πάουντ υπήρξε ακραία. Οταν στα κρεματόρια του Άουσβιτς εξοντώνονταν εκατομμύρια Εβραίοι, Τσιγγάνοι και αντιφρονούντες, ο ποιητής αναφωνούσε στις εκπομπές του: «Οι ηγέτες σας είναι ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι», «τα κανόνια σας δεν είναι της δημοκρατίας αλλά της εβραιοκρατίας» και «ο πόλεμος αυτός είναι χαμένος για εσάς και τα παιδιά σας»».

“Εκείνη την εποχή πάρα πολλοί συγγραφείς είχαν την προκατάληψη του αντισημιτισμού. Ο Πάουντ στο τέλος της ζωής του κατάλαβε αυτό το λάθος. Και δείτε τι παράξενη που είναι καμιά φορά η μοίρα: ένας από τους γιατρούς του στο άσυλο που νοσηλευόταν ήταν Εβραίος και λεγόταν Κάφκα.”

Χάρης Βλαβιανός

3. Ειχε ισωσ την μεγαλυτερη επιρροη στην λογοτεχνια του 20ου και 21ου αιωνα.

 Στα χρόνια πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Πάουντ ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος αρμόδιος για τον ιμαζισμό. Μαζί με τον Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, προσπάθησε να εκμοντερνίσει την ποίησή του, ανέπτυξε την Ιδεογραμμική μέθοδο και δημιούργησε το κλαμπ τον Ιματζιστών. Άρχισε να απορρίπτει τα υπερβολικά αρχαϊκά στοιχεία της ποιητικής του γλώσσας σε μια προσπάθεια να μεταλλάξει τον ποιητικό του εαυτόΣτις αρχές του 20ού αιώνα ο Πάουντ εργάστηκε στο Λονδίνο ως ξένος ανταποκριτής σε αμερικανικές εφημερίδες και βοήθησε στην ανακάλυψη και διαμόρφωση του έργου σύγχρονων συγγραφέων όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Τζέιμς Τζόϋς, ο Ρόμπερτ Φροστ και ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Συγκεκριμένα, έδωσε το έναυσμα στον Έλιοτ να εκδώσει την πρώτη του συλλογή, και επιμελήθηκε και έδωσε στην Ερημη χώρα του Έλιοτ (το καταστατικό ποίημα του μοντερνισμού) την τελική της μορφή, ενώ ανέδειξε το έργο του Τζόυς, αφού ο ίδιος εξέδωσε τον τεράστιο «Οδυσσέα» (Ulysses) του Τζόυς που δεν έβρισκε εκδότη. Βοήθησε επίσης τον Χέμινγουεϊ να τελειοποιήσει το γράψιμό του. Συνδέθηκε πολύ φιλικά με τον ποιητή Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, ο οποίος τον αναγνώριζε και σαν δάσκαλο του.

Ήταν φίλος με ανθρώπους όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο Τριστάν Τζαρά, ο Φερνάν Λεζέ και άλλους ντανταϊστές και σουρεαλιστές. Γνώρισε και επηρέασε και την ποιήτρια Χίλντα Ντούλιτλ, τον ποιητή Ρίτσανρντ Άλντινγκτον, τον λογοτέχνη Φόρντ Μάντοξ Φόρντ, τον Τ. Ε. Χιουλμ, τον Τόμας Χάρντι,  τον Χ.Τζ. Γουέλς, την Μάριαν Μούρ, τον Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ, την Ρεβέκκα Ουέστ, τον συγγραφέα Άρνολντ Μπένετ, τον Τζόζεφ Κονραντ, τον ζωγράφο και ποιητή Ουίνταμ Λιούις, τον ποιητή και στενό του φίλο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και πολλά ακόμα γνωστά ονόματα της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα (και φυσικά επηρεάστηκε από αυτούς). Ενώ από την συνάντησή του με τον γλύπτη Χέντρι Γκοτιέ Μπριτζέσκα γεννήθηκε ο βορτισισμός (κίνημα της τέχνης [από τον αγγλικό όρο vortex] που συγγενεύει με τα κινήματα του φουτουρισμού και του κυβισμού. Αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής και της γλυπτικής, και διήρκησε μόνο την τριετία 1912-1915 αλλά θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά κινήματα αφηρημένης τέχνης).

Ένας Αμερικανός που ονομάζεται Έλιοτ με πήρε τηλέφωνο σήμερα το πρωί. Νομίζω ότι έχει κάποια αίσθηση αλλά δεν μου έστειλε ακόμα κανένα στίχο. Για να δούμε… “

Ο Πάουντ μιλώντας για τον Τ.Σ Έλιοτ στην φίλη του και καλλιτέχνη Χάριετ Μονρό

“Ήμουν τόσο σωστός για τον Έλιοτ. Μου έχει στείλει το καλύτερο ποίημα που έχω διαβάσει ποτέ από έναν Αμερικανό … “

Πίνακας του Ezra Pound (1939) από τον φίλο του Wyndham Lewis, Tate (Purchased 1939)

4. Επηρεασε (λιγοτερο) και την κλασικη Μουσικη

Συνέθεσε (μουσική και λιμπρέτο) την όπερα “Francois Villon” και άλλη μία πλήρη όπερα και ήταν από τους πρώτους που ανακάλυψαν στον αιώνα μας τον Βιβάλντι. Μάλιστα, διοργάνωσε συναυλίες κλασσικής και σύγχρονης μουσικής, χάρη στις οποίες αναβίωσε το ενδιαφέρον για τον μεγάλο Ιταλό συνθέτη, ο οποίος ήταν ξεχασμένος από τον καιρό του θανάτου του.

5. Ειχε παθος για τις γλωσσες και την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία

Ο Πάουντ ήταν φανατικός γλωσσομαθής και ήξερε να μιλά 9 ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά, πορτογαλικά κινέζικα, αρχαία ελληνικά και λατινικά. Μελετούσε επί χρόνια νεκρές γλώσσες για να μεταφράζει ή να παραφράζει αρχαία κείμενα από το πρωτότυπο. Το έργο του «Women of Trachis», η μετάφραση δηλαδή της τραγωδίας του Σοφοκλή «Τραχίνιαι», την οποία έχει ήδη ολοκληρώσει πριν από την αποφυλάκισή του, εκδόθηκε το 1958. Ήταν θαυμαστής της αρχαιότητας και βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής, ρωμαϊκής, αιγυπτιακής, αρχαίας κινεζικής και μεσαιωνικής των τροβαδούρων, της ποίησης που απέπνεε «ιερότητα». Πάντα αποτελούσε έναν πληθωρικός λογοτέχνης και έχει στη λογοτεχνική του δραστηριότητα πολλές μεταφράσεις και μελέτες αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων. Μετέφρασε επίσης κινέζικη ποίηση, μεσαιωνικά ευρωπαϊκά έργα και προσπάθησε να γνωρίσει συστηματικά στο αγγλόφωνο κοινό Γάλλους ποιητές της εποχής του συμβολισμού.

“Για να αντέξω τη δική μου τραγωδία έπρεπε να ακουμπήσω σε μια μεγαλύτερη”.

Ο Πάουντ επιστολή στην κόρη του, σταλμένη από το ψυχιατρείο, όπου της εξηγούσε γιατί ήθελε να μεταφράσει Σοφοκλή .

6. Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΕΦΡΑΣΕ ΚΑΙ ΚΟΜΜΆΤΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗΣ CANTOS

Στις 12 Ιουλίου του 1959, ο Πάουντ απαγγέλλει στο ραδιόφωνο, μεταξύ άλλων, τα Cantos I, XIII και XLIX. Ο Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του πως τον άκουσε στο ραδιόφωνο και για πρώτη φορά απόλαυσε την “καταπληκτικά έντονη, καταπληκτικά ρυθμική και χρωματισμένη με εναλλαγές του δυνατού και του ήπιου φωνή” του Πάουντ. Τα δύο πρώτα Cantos είχαν ήδη μεταφραστεί από τον Σεφέρη, ο οποίος προηγουμένως είχε μείνει έκθαμβος από το ποιητικό του μέγεθος (κάτι που τον οδήγησε αναπόδραστα στην μετάφραση των Cantos), είχε μελετήσει εκτενώς το έργο του Αμερικανού ποιητή και πάντα εξέφραζε το θαυμασμό του για την ποίηση του Πάουντ. Είναι πολύ πιθανόν η απαγγελία αυτή να έδωσε το έναυσμα για την απόπειρα μετάφρασης και του Canto XLIX την ίδια χρονιά από τον Έλληνα ποιητή.

“Ο Πάουντ έχει προσεταιριστεί ένα μεγάλο πλήθος από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την τωρινή ζωή μας, είτε είναι κείμενα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, είτε ο μεσαίωνας, είτε η Αναγέννηση, είτε η προδαντική ποίηση των προβηγκιανών. Και τα μεταφέρει με οδηγό, σχεδόν αποκλειστικά, το αίσθημα της ρηματικής λειτουργίας ανήσυχο, ατίθασο, δεσποτικό, που δεν παραδέχεται κανένα σχεδόν προδιαγραμμένο διάκοσμο, καμιά διάταξη και καμιά άλλη ιεραρχία, εκτός από την ιεραρχία, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, ενός ρυθμικού παλμού”.

Γεώργιος Σεφέρη, Νέα Γράμματα, Απρίλιος-Ιούνιος 1939

7. ΕΠΑΣΧΕ ΑΠΟ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΉ ΚΛΙΝΙΚΗ ΓΙΑ 13 ΧΡΟΝΙΑ

Το 1945, οπότε και τα αμερικανικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την Ιταλία, ο Πάουντ φυλακίστηκε και κρατήθηκε στην απομόνωση σ’ ένα ξέσκεπο κλουβί με συρματοπλέγματα στην Πίζα, όπου έπαθε και τον πρώτο του νευρικό κλωνισμό. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του χρησιμοποιώντας τη γραφομηχανή του ιατρείου, γράφει τα Κάντος της Πίζας, «The Pisan Cantos», τα οποία το 1948 κέρδισαν το περίφημο 1ο βραβείο «Bollingen Award» της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, γεγονός που ξεσήκωσε πολιτική και λογοτεχνική θύελλα αντιδράσεων. Εν συνεχεία μεταφέρθηκε στην Ουάσιγκτον για να δικαστεί επί προδοσία. Κρίθηκε διανοητικά ακατάλληλος για δίκη, διαγνώστηκε με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ενώ αργότερα διαγνώστηκε και με σχιζοφρένεια και κλείστηκε στην ψυχιατρική κλινική στο Σαιντ Ελίζαμπεθ Χόσπιταλ της Ουάσινγκτον για παράφρονες εγκληματίες (https://dromospoihshs.home.blog/2020/10/09/18kallitexnesmediataraxi/). Αποφυλακίστηκε το 1958 με το αιτιολογικό της φρενοβλάβειας και ξαναγύρισε τον ίδιο χρόνο στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Βενετία όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πέθανε τον Νοέμβριο του 1972. Παρόλα όσα πέρασε, συνεχίζει να γράφει ακάθεκτος σε όλη την διάρκεια της διαμονής του στην φυλακή και την κλινική, με περιέργως ανανεωμένη έμπνευση και μικρή συνοχή στις σκέψεις του (όχι όμως και στην ποίηση του που θεωρείται το καλύτερο δείγμα του έργου του μέχρι και σήμερα). Μπλέκει πολλά πράγματα και παράταιρα μεταξύ τους στα κείμενά του. Μια ασυνάρτητη αίσθηση, μια ακαθόριστη εικόνα, διάχυτες σκέψεις και καταιγισμός περίεργων συνδυασμών λέξεων. Μπλέκει ιδεογράμματα, ελεύθερο στίχο, Δάντη, αρχαιοελληνικά στοιχεία στα πλαίσια μιας άκρατης διακειμενικότητας. Θολά οράματα, σύγχυση μυαλού, ξεστράτισμα από τον όποιον στόχο. Και δημιουργεί ένα από τα πιο γνωστά αριστουργήματα της ποίησης του μοντερνισμού.

Μπορείς να εισχωρήσεις μέσα στο μεγάλο βελανίδι του φωτός/; Όμως η ομορφιά δεν είναι η τρέλα/Κι ας με περιβάλλουν τα σφάλματά μου και τα συντρίμμια μου /Kαι δεν είμαι ημίθεος. Δεν μπορώ να του δώσω συνοχή./ Αν δεν υπάρχει αγάπη στο σπίτι, δεν υπάρχει τίποτα.

Ο Πάουντ για το έργο του τα τελευταία χρόνια της ζωής του

BONUS – Έχουν πει για τον Πάουντ

Ακόμη κι αν ο Πάουντ, ως δημόσιο πρόσωπο, δέχθηκε τη χλεύη για τα ακραία πιστεύω του, ως ποιητής παρέμεινε στο συλλογικό φαντασιακό ένας ογκόλιθος. Ενας από τους καθοριστικούς του 20ού αιώνα. Τα Cantos του είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος για την παγκόσμια ποίηση κι ως τέτοια διαβάζονται ακόμη και σήμερα. Πολλοί άλλοι καλλιτέχνες ήρθαν προς υπεράσπιση του κατά τον εγκλεισμό του στην ψυχιατρική κλινική. Ακόμη και σήμερα η φιλολογία για την ζωή και το έργο του συνεχίζει να εκδίδεται από χιλιάδες ερευνητές και λογοτέχνες.

Ο Πάουντ ήταν ένα «παγόνι της λογοτεχνίας» και «ένας φωνακλάς Γιάνκης των συνόρων» – ο κορυφαίος αμερικανός κριτικός Αλφρεντ Κέιζιν 

Ο Τ.Σ. Έλιοτ τον θεωρεί ως τον «…πιο σημαντικό ποιητή της αγγλικής γλώσσας», «il miglio fabro» – ο «καλύτερος»

Ο Τζόυς είχε πει: «Τίποτα δεν θα ήταν πιο σωστό από το να πούμε ότι όλοι του οφείλουμε πολλά. Αλλά πάνω απ ‘όλους εγώ, σίγουρα. Είναι σχεδόν 20 χρόνια από τότε που ξεκίνησε για πρώτη φορά την έντονη εκστρατεία του εκ μέρους μου και είναι πιθανό να μην ήμουν εδώ αν δεν ήταν αυτός. Θα έπρεπε να είμαι ακόμα ένας άγνωστος, ένα τίποτα, όπως ήμουν όταν με ανακάλυψε – αν ήταν και ανακάλυψη. “

Τον έχουν χαρακτηρίσει ως «γίγαντας της διανοήσεως», «ψυχοπαθής ναζί»«παγκόσμιος άνθρωπος»«πεφωτισμένος φασίστας»«προδότης»«ήρωας»«τρελός»«τιτάνας», «ποιητής των ποιητών»

Σύμφωνα με τη ρήση του Γέιτς: «Δεν υπάρχει νεότερη γενιά ποιητών. Ο Έζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο»

 Το 1933 το περιοδικό Time τον αποκάλεσε “μια γάτα που περπατά ολομόναχη, με σθένος, χωρίς σπίτι και μη ασφαλής για τα παιδιά.” 

Το 1954 ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, και ζήτησε από τη Ρώμη την αποφυλάκισή του Πάουντ, λέγοντας «Πιστεύω πως αυτή είναι καλή χρονιά για να αποφυλακίσουν τους ποιητές» και πως το βραβείο θα έπρεπε να δοθεί στον Πάουντ μάλλον παρά στον ίδιο

Ο Χέμινγουεϊ επίσης έγραψε : “Τα καλύτερα γραπτά του Πάουντ θα διαρκέσουν όσο υφίσταται η παραμικρή λογοτεχνία.”

Το 1956 το περιοδικό «Life» έγραψε «Το δωμάτιο στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ είναι γνωστό ως ντουλάπι που περιέχει έναν εθνικό σκελετό»

Ο Τζέιμς Σκοτ βλέπει το ρόλο που έπαιξε και θα παίζει στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και επισημαίνει την αξία του, «Στην αρχή αυτά τα ποιήματα, γράφει, και η μετρική τους μοιάζει τρελή και ρητορική, μια απλή επίδειξη δυνάμεως και πάθους χωρίς ομορφιά. Αλλά αν δει κανείς το βάθος θα ανακαλύψει ότι αυτά τα περίεργα μέτρα έχουν τους δικούς τους νόμους και τη δική τους τάξη».

 «Στον Εζρα Πάουντ: μεγάλο ποιητή και μεγάλο ανόητο» – η αφιέρωση του αμερικανού ποιητή Καρλ Σαπάιρο στο δοκίμιο του με τίτλο «Ezra Pound: The Scapegoat of Modern Poetry» («Εζρα Πάουντ: ο αποδιοπομπαίος τράγος της σύγχρονης ποίησης») –  In Defence of Ignorance (1960)

“Δεν κρύβω την αντιπάθειά μου για τον φασισμό και τις ιδέες του, από την άλλη όμως αγαπάω τον Πάουντ. Είναι θερμή η σχέση μου μαζί του. Στα Cantos που έχω μεταφράσει (ειδικά στο 81), αυτά της Εξιλέωσης, ο ποιητής παραδέχεται ότι έχει αποτύχει να δημιουργήσει έναν σύγχρονο Παράδεισο. Είναι ανθρώπινη η αποτυχία του. Ηταν λάθος η πολιτική του στράτευση. Ηθελα να καταλάβω τη φωνή του. Εχουμε να κάνουμε μ’ έναν συντετριμμένο άνθρωπο που τιμωρήθηκε σκληρά. Και ο Τ. Σ. Ελιοτ ήταν αντισημίτης, αλλά ήταν αρκετά προσεκτικός. Και ο Γέιτς έγραψε τον ύμνο των Ιρλανδών φασιστών, αλλά, τελικά, μόνο ο Πάουντ το πλήρωσε ακριβά.” – Χάρης Βλαβιανός

“Ο βασικός άξονας των Cantos δεν είναι ο αγώνας σου ενάντια στην οικονομική και κοινωνική διαφθορά της εποχής σου – τον οποίο πιστεύεις ότι τελικά έχασες. Ο θεμελιώδης αγώνας σου, αυτόν που αντιλήφθηκες στο τέλος, είναι εκείνος τον οποίο τελικά κέρδισες, ανακαλύπτοντας εκ νέου και αναγνωρίζοντας την αξία και τη δύναμη της συμπόνιας και της αγάπης” – Ο Χάρης Βλαβιανός στην επιστολή του προς τον Έζρα Πάουντ

Ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ για τον Έζρα Πάουντ: https://bit.ly/2WyFM3s

Πηγές:

https://el.metapedia.org/wiki/%CE%88%CE%B6%CF%81%CE%B1_%CE%A0%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84

https://www.kathimerini.gr/culture/books/1035729/ezra-paoynt-sta-ellinika-enas-athlos/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%B6%CF%81%CE%B1_%CE%A0%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84

https://www.imagists.org/hd/hdcz31.html

Έζρα Πάουντ “Παράδεισο ήθελα να γράψω”

Εζρα Πάουντ: «Μέγας ποιητής και μέγας ανόητος»

Ο Έζρα Πάουντ του Χάρη Βλαβιανού

Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη

Η πορεία προς το μέτωπο

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)

Πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139

Ακούστε το εδώ:

Απόκρυφο της Σύλβια Πλαθ

«Απόκρυφο» της Σύλβια Πλαθ

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια—
Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,
Λαμπερές και μεθυσμένες σα μύγες
Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο
Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα κάτω απ` τα πεύκα το καλοκαίρι.

Θυμάμαι
Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες ,
Την ακαμψία των ιστίων , τα μακριά αλατισμένα σάβανα.
Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό , ποια είναι η γιατρειά;
Αν έχεις μια φορά κατακτηθεί

Χωρίς να μείνει ούτ’ ένα κομμάτι,
Ούτε καν ένα δάχτυλο, και αναλωθεί,
Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,
Μέσα στο φως από βιτρώ αρχαίων καθεδρικών
Ποια είναι η γιατρειά;

Η όστια της μετάληψης;
Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη ;
Ή να διακρίνεις τα λαμπρά ίχνη
Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,
Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

Που έχουν τόσο ταπεινές ελπίδες, ώστε αισθάνονται άνετα-
Καμπουριασμένη στο παστρικό σπιτάκι της
Κάτω από τις ακτίνες της αγράμπελης.
Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;
Θυμάται η θάλασσα

Εκείνον που βάδισε πάνω της;
Το νόημα διαρρέει από τα μόρια.
Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,
Τα παιδιά σκιρτούν στα κρεβάτια τους.
Ο ήλιος ανθίζει, είναι ένα γεράνι.

Η καρδιά δεν έχει σταματήσει.

Ακούστε το εδώ:

Δύση του Γιώργου Βαγγελάκη

Δύση

Ο κόσμος μένει ορφανός

κάθε οψέ στο δείλι,

τον ήλιο αποχαιρετά για λίγες ώρες πάλι.

Το άρμα του στο διάσελο

σηκώνει κουρνιαχτό,

ψήγματα ελπίδας

απέλπιδας.

Του αγέρα το σύγκρυο την ανάσα μου κόβει.

Φόβος με διαπερνά.

Τριγύρω, μονάχα σκοτάδι

της ερημιάς τον κόσμο μου τυλίγει.

Μα η φλέβα είναι ακόμα ανέγγιχτη,

το φως θα κυλάει πάντα μέσα της.

Πηγή: Τη ζωή μετράω σε… ανάσες, εκδ. Πηγή

Ακούστε το εδώ:

Η διάρκεια είναι πάθος του Μιχάλη Γκανά

Η διάρκεια είναι πάθος

«Απομακρύνομαι…», μου ‘χε πει κάποτε μια φίλη, «…δε θα πει χάνομαι. Θα πει δίνω χώρο. θα πει κοιτώ τα πράγματα από μια άλλη σκοπιά – παρατηρώ. Ναι. Παρατηρώ. Πόσες λεπτομέρειες χάνει μια φευγαλέα ματιά; Πόσες στιγμές καίγονται όταν δε δίνεις σημασία. Θες από βιασύνη; Από περιφρόνηση;  Γι’ αυτό αποστασιοποιήσου. Παρατήρησε».

Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.

Πηγή: «Ο ύπνος του καπνιστή», Ποιήματα 1978-2012, εκδ. Μελάνι

Ακούστε το εδώ:

Προσωπικό του Μιχάλη Γκανά

Προσωπικό


Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Ο ύπνος του καπνιστή, Ποιήματα 1978-2012, εκδ. Μελάνι

Ακούστε το εδώ:

Ο ποιητής της αναμονής: Μιχάλης Γκανάς

Τα βιώματα

Ο Μιχάλης Γκανάς εγεννήθη μείζων ποιητής κατά τον Σαββίδη στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους “Επτά επί Θήβας” του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών.

Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του “Παραλογή”. Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

«Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ.


Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα.

Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο».

Η σχέση του με την ποίηση

«Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή
χάρη στον δάσκαλο του χωριού. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί το αποκούμπι μου.Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα.Άλλα βιβλία δεν υπήρχαν.Την ποίηση πρέπει να την βρεις εσύ, δε θα σε βρει αυτή. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο.Πως και γιατί δε μπορώ να το εξηγήσω.Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος. Για μένα είναι το πιο εύκολο.Δε θέλω να πω ότι γράφω καλά αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου.Η ποίηση έχει πάντα κάτι να πει αλλά δε βιάζεται να το πει.Δεν προσφέρεται για επείγοντα περιστατικά.Χρειάζεται χρόνο για να μετουσιώσει σε λόγο τα τρέχοντα. Μόνο καλά έχω πάρει από την ποίηση.Καθόλου δε με κούρσεψε αντίθετα με πλούτισε.Μόνο δώρα μου έφερε.Μακάρι να της έδωσα κι εγώ κάτι.Ένα πράσινο φύλλο που λέει ο λόγος.

Περιμένοντας έρχονται τα ποιήματα. Σ’ εμένα τουλάχιστον. Και δε μιλάω για σκόρπια ποιήματα. Αυτά είναι αψιμαχίες. Η επαφή με τον “εχθρό” γίνεται όταν νιώσω το κύμα να φουσκώνει. Τότε ο λόγος ρέει αβίαστα και συνήθως προηγείται ο ρυθμός και ακολουθούν οι λέξεις, δεν ξέρω δηλαδή τι θα πω, υποτάσσομαι στο ρυθμό κι έτσι γράφεται το ποίημα. Η πρώτη γραφή φυσικά. Υπάρχει η άποψη ότι ο ποιητής πρέπει να γράφει έστω και ένα στίχο κάθε μέρα για να κρατιέται στον αφρό. Εμένα μου κάνει καλό η σιωπή. Βρίσκω το λόγο πιο φρέσκο, πιο δυνατό κι εγώ είμαι πιο διψασμένος για έκφραση, μην έχοντας αυτή την καθημερινή τριβή. Γιατί η ποίηση δεν αντέχεται κάθε μέρα. Εγώ δεν την αντέχω, ούτε ως αναγνώστης. Η ποίηση όμως ως στάση ζωής ή ως αίσθηση του κόσμου είναι κάτι άλλο, που δεν το έχιε μόνο ο ποιητής αλλά κάθε άνθρωπος και μακάρι να υπήρχε περισσότερη στη ζωή μας, έστω και εις βάρος της γραπτής ποίησης.

Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα. Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου. Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου. Σαν να ξεστράτισα. Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα. Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.

Στα ποιήματά μου δεν είναι ότι χρησιμοποιώ τους ίδιους ήρωες, αλλά έχω φτιάξει έναν κόσμο. Όπως στα πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια, όπου υπάρχουν ρόλοι: υπάρχει ο κεντρικός τραγουδιστής και οι άλλοι βοηθάνε. Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου. Στους γραφιάδες λειτουργεί αυτόματα η παρατήρηση. Πολλές φορές αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις, όταν βάζεις τα σουσούμια ενός ανθρώπου στο χαρτί. Αισθάνεται προδομένος. Είναι περίεργη η θέση αυτού που γράφει. Απ’ τη μια υπάρχει μια θολή αναγνώριση κι απ’ την άλλη μια επιφύλαξη που λέει «δεν ξέρεις μ’ αυτόν τι μπορεί να γίνει».

Ποτέ δεν ήταν η ποίηση για πολλούς. Ο Καρούζος έβγαζε τα βιβλία του μόνος του σε 200 αντίτυπα και η “Στροφή” του Σεφέρη μπορεί να υπάρχει ακόμα στην αποθήκη. Την ποίηση πρέπει να τη βρεις, δεν θα σε βρει αυτή. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την εξωστρέφεια των ποιητών που εκφράζεται με εκδηλώσεις για να περάσει η ποίηση στην κοινωνία. Αυτό είναι αντίθετο στην ουσία της ποίησης, γιατί έτσι η πρόσληψή της γίνεται με λάθος τρόπο, μέσω ενός κοσμικού γεγονότος ή μιας διαμαρτυρίας, παρά ως εσωτερική ανάγκη». Και συμπληρώνει: «Η ποίηση θέλει αφοσίωση, να τρελαίνεσαι με αυτό που διαβάζεις. Είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει μπει στο χρηματιστήριο της τέχνης, κανείς εκδότης δεν θα σε πιέσει να γράψεις μπεστ σέλερ».

Η ποιητική του

Τα βασικά εργογραφικά στοιχεία του Μιχάλη Γκανά επιτρέπουν να διακρίνουμε στο έργο του δύο μεγάλους δημιουργικούς κύκλους:
(α) από τη δημοσίευση του πρώτου ποιήματός του το 1966, και έως το 1981, οπότε εκδόθηκε το αυτοβιογραφικό αφήγημα Μητριά Πατρίδα.
(β) από το 1989, οπότε εξεδόθη η ποιητική συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, και έως το 1993, οπότε εξεδόθη η ποιητική σύνθεση Παραλογή, η οποία βραβεύτηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης. ενώ άλλης τάξεως ποιητική κατάθεση συνιστά η έκδοση το 2000 της συλλογής Τα μικρά (1969-1999), όπου έχουμε την αναδρομική αποθησαύριση γνωστών αλλά και άγνωστων “μικρών” ποιημάτων.

Ο πρώτος κύκλος αποτελεί την περίοδο της διαμόρφωσης (Ακάθιστος Δείπνος, 1978), αλλά και της κατάκτησης μιας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και μιας ποιητικής ηθικής (Μαύρα Λιθάρια 1980). Αυτής που θεωρεί ως αντίτιμο της την προϋπόθεση ισχυρών συγκινήσεων και επώδυνων εμπειριών.
Ο δεύτερος κύκλος αποτελεί την περίοδο της αποκάλυψης μιας συγκεκριμένης ποιητικής περιοχής (Γυάλινα Γιάννενα), αλλά και της “κατακόρυφης ανύψωσης” (Παραλογή), Στην Παραλογή αναπτύσσονται σ’ ένα πιο σύνθετο ποιητικό σύστημα επιτεύξεις των συλλογών Μαύρα Λιθάρια και Γυάλινα Γιάννενα, καθώς έχουμε τη δημιουργία ενός νέου ποιητικού κόσμου, όπου συνυπάρχουν νεκροί και ζωντανοί, διεκδικώντας ίσο μερίδιο μνήμης και ύπαρξης.

Ποιητής της αναμονής, ο Γκανάς γράφει πάντα μέσα σε κλίμα γνήσιας ποιητικής ευφορίας, αφού καραδοκεί την έλευση της ποιητικής στιγμής και δεν την εκβιάζει εργαστηριακά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο τόνος της φωνής του Γκανά, χαρακτηρίζεται από γνήσια συγκινησιακή φόρτιση.
Η ορμητικότητα των παλαιών βιωμάτων που διεκδικούν με δύναμη, θέση μέσα στο ποιητικό παρόν, συνιστά το βασικότερο μηχανισμό της τεχνικής της έμπνευσης του Μιχάλη Γκανά. Έμπνευση που ελέγχεται διαρκώς από μια μνήμη που διεκδικεί μερίδιο στον παρόν και κατορθώνει να εξισώνει παρόν παρελθόν και μέλλον, καταργώντας συμβατικές διακρίσεις όχι μόνο στο επίπεδο του χρόνου, αλλά και σε αυτό της διαλεκτικής σχέσης του πάνω με τον κάτω κόσμο, του έρωτα και του θανάτου.

Ποίηση με ευδιάκριτες ρίζες και δυνατά βιώματα, η ποίηση του Γκανά διαλέγεται μόνιμα και δραστικά κυρίως προς την κατεύθυνση του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, αλλά και με τους βασικότερους νεοέλληνες ποιητές, με πιο ισχυρή τη δημιουργική κλίση προς την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Γιώργου Σεφέρη. Ωστόσο, και μολονότι ο διάλογος με την ποιητική παράδοση είναι δεδομένος, η ποιητική του Γκανά διακρίνεται όχι μόνο από τη διαύγεια του ποιητικού της τοπίου, αλλά και από τη συνοχή του οράματος. Σε όλη την έκταση της ποιητικής του παραγωγής διακρίνει κανείς τη στερεότητα των επανερχόμενων θεμάτων και μοτίβων. Σε κάθε ποίημα, ακόμη και στη στιχουργική του παραγωγή, αναγνωρίζονται βασικές σταθερές που εξελίσσονται και μεταμορφώνονται, διατηρώντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά και το ειδικό τους βάρος.

Όπως όλη η μεγάλη ποίηση, έτσι και η ποίηση του Γκανά είναι στην πραγματικότητα ένα ποίημα εν προόδω. Ένα ποίημα που κυκλώνει συνεχώς από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικούς τρόπους το ίδιο θέμα: αυτό της οριστικά ματαιωμένης επιστροφής σε μιαν στείρα “μητριά πατρίδα”, όπου το μόνιμο αίσθημα του ξένου γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρό, καθώς συνδυάζεται με την ανελέητη μνήμη “των κεκοιμημένων” ή με τη στέρηση των ανεκπλήρωτων σκοτεινών ερώτων.

Στην ποίηση του Γκανά δεν υπάρχει κανένα ποίημα ή, καλύτερα, καμία ποιητική φράση, η οποία να ψευτίζει αισθήματα ή να θεατρίζει ιδέες. Γιατί η ποίηση του Γκανά στηρίζεται σε μιαν ατόφια ποιητική φλέβα και προϋποθέτει δυνατές συγκινήσεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για ποίηση της άμεσης εξομολόγησης. Απεναντίας, τα αισθήματα και οι αισθήσεις συσσωρεύονται για μακρό διάστημα και, αφού πρώτα διυλιστούν μέσα από τους λεπτούς μηχανισμούς της επιλεκτικής μνήμης, αναδύονται αρτεσιανά στο ποίημα, ξαφνιάζοντας ακόμη και τον ίδιο τον ποιητή.

Οι επιρροές

«Μια πολύ θεμελιώδης για μένα επιρροή είναι σίγουρα ο Σολωμός και έπειτα ο Σεφέρης, ο οποίος είναι ένα ποιητικό μέγεθος στη γλώσσα μας που δεν μπορεί κανείς να τον αγνοήσει. Θετικά ή αρνητικά πρέπει να έχει μαζί του ένα διάλογο. Σαν αυτόν που είχε ο Πάουντ με τον Ουίτμαν. Ο Πάουντ ξεκίνησε επαναστατικά, ριζοσπαστικά και κάποια στιγμή νιώθει την ανάγκη να συμφιλιωθεί με τον παππού του, με τον Ουίτμαν. Λοιπόν είναι ο Σεφέρης και είναι και ο Καρυωτάκης, ο οποίος έχει αυτή την οριακή ρήξη με τον περιβάλλον του. Υπάρχουν και κάποιοι ελάσσονες ποιητές, ο Άγρας, ο Πορφύρας, που βρίσκω σ’ αυτούς μια άλλου είδους μαγεία, γιατί μιλάνε σε χαμηλούς τόνους, για πράγματα πολύ οικεία και καθημερινά, δεν έχουν αυτό τον όγκο που συνήθως έχουν οι μεγάλοι ποιητές».

Τα τραγούδια

«Ο αναγνώστης της ποίησης είναι ασκημένος, ξέρει, καταλαβαίνει τι θέλω να πω. Αντίθετα, το κοινό του τραγουδιού πρέπει να το παίρνεις πάντα υπόψη σου: τι λέμε τώρα και σε ποιον το λέμε. Στο τραγούδι δεν έχει επιστροφή, πρέπει ο ακροατής να το πιάσει με τη μία, ενώ στο ποίημα θα επανέλθει και θα έχει την ευκαιρία να το ξανασκεφτεί. Κακά τα ψέματα, στην ποίηση ο έπαινος της συντεχνίας είναι πολύτιμος, αν σε αποδεχτεί νιώθεις ότι είσαι εντάξει. Στο τραγούδι πρέπει να σε αποδεχτεί ο ακροατής. Δεν είναι διαφορετικό το κουστούμι του στιχουργού, απλώς υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές. Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη».

Τα έργα

Ακάθιστος Δείπνος (εκδ. Καστανιώτη)

Η πρώτη συλλογή του ποιητή. Ούτε μια περιττή λέξη στη συλλογή του “Ακάθιστος δείπνος”. Αντίθετα, όλες οι λέξεις είναι ξαναφτιασμένες, καινούργιες, τα επίθετα περασμένα από χίλια φίλτρα πριν χρησιμοποιηθούν, συνδυασμένα έντεχνα με την ηπειρωτική δημοτική παράδοση και τη σύγχρονη πικρή εμπειρία της αβίωτης πρωτεύουσας. Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη πρώτη ποιητική συλλογή που έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα μετά το 1950… (Βασίλης Βασιλικός)

Η Μητριά Πατρίδα, εκδ. Μελάνι

«Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος».

Η “Μητριά Πατρίδα”, πέρα από τις όποιες πεζογραφικές της αρετές, την αξία της δηλαδή ως αυθύπαρκτης λογοτεχνικής μονάδας, αποτελεί συγχρόνως και ένα καλό βοήθημα για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν την ποίηση του Γκανά… (Μιχάλης Πιερής)

Γυάλινα Γιάννενα, εκδ. Καστανιώτη

Η Τρίτη συλλογή ποιημάτων του, ουσιαστικά, δεν καλύπτει πάνω από 29 σελίδες. Όμως, αν εξαιρέσουμε τις 23 σελίδες ποιητικής ύλης της πρώτης συλλογής του Καβάφη (Ποιήματα, 1904), δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη “πλακέτα” που να σου επιβάλλεται έτσι αυθωρεί με την μαστορική λιτότητά της και την ανθρώπινή της γνησιότητα. Και, δεδομένου ότι τούτη η συλλογή συμπεριλαμβάνει ένα νέο – Καρυστακικό πράγμα (σ. 21) που μου είναι αφιερωμένο, θα ήθελα να επικαλεστώ την ιδιωτική μαρτυρία ενός συνομήλικού μου ποιητή, ο οποίος, τις προάλλες, μου έλεγε με συγκινημένο θαυμασμό. “Δεν έτυχε να γνωρίσω τον Γκανά, και διαβάζοντάς τον αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να υπάρχει την σήμερον ημέρα ποιητής που να γράφει τα Ελληνικά με τέτοιο ήθος…”. (Γ.Π. Σαββίδης )

Υπάρχουν ποιητές που όσο περνάει ο καιρός τόσο βαθαίνουν στα πράγματα, τόσο βαθαίνουν στις λέξεις, τόσο περισσότερο αναζητούν τη εκφραστική τους περιπέτεια μέσα στο Μύθο που μοιάσει απαραίτητος όσο ποτέ σήμερα. Σ’ αυτούς ανήκει και ο Μιχάλης Γκανάς…
Τα Γιάννενα – η γενέθλια πόλη του ποιητή για όσους δεν το γνωρίζουν – δεν είναι παρά η πρόφαση, το σκηνικό για να ακουμπήσει ο Μύθος και να ξεκινήσουν έτσι οι μυθολογικές διαδρομές τις οποίες ακολουθούμε στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου… (Έλενα Χουζούρη)

Παράλογη , εκδ. Καστανιώτη

Ο έρωτας και ο θάνατος, η λατρεία της ελληνικής φύσης (που ξεφεύγει από τον ελληνοκεντρισμό και το συναισθηματικό αναμάσημα της γενέθλιας γης με την καθαρώς υπαρξιακή ή αισθησιακή διάσταση την οποία προσλαμβάνει η εικόνα της), η Νέκυα και οι κατάλογοι των οικείων ονομάτων, οι μεγάλες απώλειες και τα μικρά κέρδη των μνημονικών αφιερώσεων: αυτές είναι οι αναντικατάστατες παράμετροι της συλλογής του Γκανά, που παρασύρει αμέσως τον αναγνώστη στον κόσμο της χάρη στην άνεση της συναναστροφής του δημιουργού με τον προγονικό ποιητικό κορμό και τις αξίες του. Συναναστροφή που προδίδει ελευθερία πνεύματος, στέρεη γλωσσική συμπεριφορά και έμπνευση και ταλέντο. (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)

Ανθοδέσμη, εκδ. Άγρα

[…]πρόκειται για ποίηση εσωτερικών αποτιμήσεων, μια που θεματικά αγγίζουν την προσωπική εξομολόγηση.
…Ο Μιχάλης Γκανάς δεν αποφθέγγεται τον πόνο, αλλά μελετάει τον θάνατο – και η ποίηση του εγείρει αξιώσεις αθανασίας.
Ο Μιχάλης Γκανάς έχει μια πολυδύναμη ποιητική φλέβα που υπερακοντίζει την οποιαδήποτε αριθμητική του συμμετοχή. Αλλά και από άποψη μήκους θητείας στην Ποίηση, ο Γκανάς είναι ο δεσπόζων: τυχαίνει άλλωστε να είναι ο ποιητής που ήδη έχει εγγραφεί στην τράπεζα του Μέλλοντος…(Θ.Δ. Φραγκόπουλος)

Τα μικρά, εκδ. Καστανιώτη

Είτε ως αποθησαυρίσματα από παλαιότερα έργα είτε ως λησμονημένα πονήματα που ήρθε η ώρα τους να βγουν από το συρτάρι, τα ποιήματα αυτά περιέχουν μυρωδιές, φωνές και πρόσωπα…

Πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια ποίηση της απώλειας. ίσως γι’ αυτό τονίζονται έντονα στους λίγους στίχους των “Μικρών” η αξία αυτών που χάθηκαν, η πολυτιμότητα ενός χαμένου παράδεισου είτε πρόκειται για τόπο είτε για πρόσωπο -στο βαθμό που ο αγαπημένος τόπος αποκτά μίλια και μάτια δικά του, και αντικριστά, το αγαπημένο πρόσωπο ριζώνει μέσα μας σαν πατρίδα στην οποία επιστρέφουμε διαρκώς. (Ηλίας Μαγκλίνης)

Μαύρα Λιθάρια, εκδ. Κείμενα

Ο Γκανάς συνηθίζει, στο τέλος της συλλογής, να έχει μικρότερα ποιήματα που ονομάζει «ακαριαία» και ακόμη μικρότερα – έναν στίχο – που ονομάζει «μονόξυλα». Στα «Μαύρα λιθάρια» είχε ένα μονόξυλο που έλεγε: «το κλάμα σου γυμνό καλώδιο, το πιάνω με βρεγμένα χέρια». Ο Βλάχος τον φώναξε όταν έστηνε τη σελίδα: «Μαέστρο, έχουμε θέμα» – μαέστρους αποκαλούσε τους ποιητές του. «Αυτό το μονόξυλο γυρίζει αράδα και δεν πρέπει». «Ας γυρίσει», λέει ο Γκανάς. «Αφού είναι μονόξυλο. Δεν πρέπει να γυρίσει. Αλλά πρέπει να το κρατήσουμε, είναι ωραίο».

Άψινθος, εκδ. Μελάνι

«Ο τίτλος αυτής της συλλογής είναι «Αψινθος», δηλαδή η αψιθιά, το φυτό απ’ όπου έβγαινε το αψέντι, αλλά είναι και το αστέρι που πέφτει κατά την Αποκάλυψη του Ιωάννη και δηλητηριάζει τα νερά και τις πηγές. Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οικολογικό. Είναι η ανησυχία μου για όσα γίνονται στον πλανήτη, όπως όλων μας.»

Ο ύπνος του καπνιστή, εκδ. Καστανιώτη

«Εχω την εντύπωση ότι έκλεισα έναν κύκλο με τον «Καπνιστή». Ολα τα θέματά μου ανακυκλώθηκαν εκεί, με όλους τους τρόπους και με τα πεζά και με τραγουδάκια και με ελεύθερο στίχο. Επειτα η υποδοχή αυτού του βιβλίου ήταν περίεργη, από την κριτική περισσότερο. Δεν γράφτηκαν πολλά πράγματα. Ερχόμουνα εν τω μεταξύ από μια σιωπή δέκα ετών, είχαν μεσολαβήσει τα τραγούδια, δηλαδή «μεροδούλι μεροφάι στιχουργική». Και σκέφτομαι εκ των υστέρων, τότε δεν το πολυένιωθα, ότι μία είναι η δεξαμενή, από την ίδια βγαίνουν όλα και τα τραγούδια και τα ποιήματα. Μπορεί να έγινε υπεράντληση, κυρίως από τα τραγούδια».

Τα περισσότερα ποιήματα θα τα βρείτε συγκεντρωμένα στα ποιήματα 1978-2012 των εκδόσεων Μελάνι



Πηγές:

lifo. gr
συνέντευξη στον Σταύρο Διοσκουρίδη

tovima. gr
συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

tameteora. gr
συνέντευξη στην Έφη Δούλη

Περιοδικό ΡΕΥΜΑΤΑ, Αρ. 7.,
Μάιος – Ιούνιος 1992

Μιχάλης Γκανάς: Ο ποιητής είναι κατοστάρης

http://www.tsamantas.com/

Ο Μάνος Χατζιδάκις σε 3 μεγάλους ποιητές

Στον Οδυσσέα Ελύτη


Ό,τι χάραζε σε στίχους τάπαιρνε
η θάλασσα πούχε στα χέρια του.
Ό,τι ζωγράφιζαν τα χείλη του
τάσβηνε ο ουρανός πούχε στα μάτια του
κι έτσι δεν μπόρεσε να δει αν έπρεπε
να παραμείνει Αττικός ή Αιγαιοπελαγίτης.

Στον Γιώργο Σεφέρη


Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή,
ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα
αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές
και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό
και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα
και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του
σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε
και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά.

Στον Νίκο Γκάτσο


Η γη καθώς τον γέννησε,
τον στόλισε πράσινα φύλλα της ιτιάς,
του έλατου και της ελιάς.
Μα η σκέψη του τον βύθισε
στης πολιτείας την άσφαλτο
κ’ έγινε πέτρα αρχαϊκή
στη μνήμη των εφήβων.

Πηγή: Ερωτικό, Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη, εκδ. Άγρα

Ακούστε το εδώ: