Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου – αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει από το πρωί ως το βράδυ, ακούραστος, σιωπηλός, σαν μια παλιά τύψη ή σαν ένα παράλογο ελάττωμα. Τα μάτια σου θα είναι μια κενή λέξη, μια σιωπηλή κραυγή, μια σιωπή. Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί όταν εσύ μόνη σκύβεις στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα, εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα. Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου. Θα είναι σα να σταματάς μια κακή συνήθεια, σα να βλέπεις μέσα στον καθρέφτη να αναδύεται εκ νέου ένα πρόσωπο νεκρό, σα νʼ ακούς ένα κλειστό χείλι.
Δώσε μου 5 λεπτά για έρωτα τόσο λίγα ούτε ένα καρβέλι ψωμί, μηδέ ένα ποτήρι κρασί, μήτε ένα κατέβασμα του “κουλοχέρη”, για να γυρίσει η τύχη μου. Ίσως φτάνουν για ένα φίλημα 5 λεπτά στο χέρι μου, τόσο λίγα, τόσα πολλά για ν’ ακουμπήσω τα χέρια μου στα χείλη σου μόνο για το ανέβασμα.
Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:
1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.
3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.
4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.
5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.
6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».
Από τη συλλογή Ο Μικρός Ναυτίλος (1985)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 514-515]
Όταν η νίκη σ’ τα παίρνει όλα, τότε τι σου μένει; Η νέα μίνι σειρά του Netflix με τίτλο “The Queen’s Gambit” ή αλλιώς “Το Γκάμπι της Βασίλισσας” θεωρείται ήδη από πολλούς μία από τις καλύτερες σειρές της μεγάλης streaming υπηρεσίας. Η μίνι σειρά μίας σεζόν βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Γουόλτερ Τέβις που δημοσιεύτηκε το 1983 και αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσης της Μπεθ Χάρμον, μιας σκακιστικής διάνοιας σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο στην δεκαετία του 50 και του 60.
Η 9χρονη Μπεθ μένει ορφανή, όταν η μητέρα της τρακάρει με το αμάξι στο οποίο επέβαιναν και καταλήγει σε ένα ίδρυμα θηλέων, όπου θα μάθει να παίζει σκάκι, στο υπόγειο, μαζί με τον επιστάτη του ιδρύματος. Όταν εκείνος καταλάβει ότι πρόκειται για μια εκπληκτική παίκτρια με κοφτερό μυαλό και μεγάλη αυτοπεποίθηση, την βοηθάει να βρει τον δρόμο της προς την επιτυχία. Ωστόσο, ο δρόμος αυτός δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αφού η Μπεθ σύντομα εθίζεται σε χάπια και αλκοόλ για να ξεπεράσει το άγχος που της δημιουργεί η επιθυμία της για νίκη, καθώς και το τραύμα του παρελθόντος από τον χαμό της μητέρας της. Στην πορεία κατάκτησης του ονείρου, θα την βοηθήσει η θετή της μητέρα, η οποία παλεύει και αυτή με τους δικούς της δαίμονες: το αλκοόλ, το μανιώδες κάπνισμα, τα απωθημένα της μικρής της ηλικίας και με τον διαλυμένο της γάμο.
Για αυτούς που αναρωτιούνται, γκαμπί της βασίλισσας είναι ένα δημοφιλές σκακιστικό άνοιγμα που παίζουν δύο παίκτες σε έναν αγώνα σκάκι. Αν και είναι οι πρώτες κινήσεις, θεωρούνται σημαντικές για τη ροή και την εξέλιξη της παρτίδας και καθορίζουν συχνά τον νικητή. Το «The Queen’s Gambit», λοιπόν, είναι μια ακόμη μεταφορά ενός έργου που κατορθώνει να κάνει συναρπαστικό ένα σπορ που μπορεί να είναι γεμάτο αδρεναλίνη κι αγωνία, αλλά αποκλειστικά μόνο για τους μυημένους σε αυτό. Τα παιχνίδια σκακιού που βλέπουμε είναι πάντως εντελώς αληθινά. Μάλιστα, ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής Σκακιού Γκάρι Κασπάροφ, συμμετείχε ως σύμβουλος σε αυτές τις σκηνές, ώστε να είναι πιστά αποτυπωμένες στη κάμερα. Όμως κάθε παρτίδα σκάκι γίνεται συναρπαστική καθώς συνδυάζει το παιχνίδι και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της Μπεθ. Έτσι, σε κάθε παρτίδα ανακαλύπτουμε καινούργιες πτυχές του χαρακτήρα της, κάτι το οποίο όπως φαίνεται δεν εκπλήσσει μόνο εμάς αλλά και την ίδια, καθώς πολλά πράγματα τα οποία νόμιζε ότι ήξερε για τον εαυτό της φαίνεται ότι πρέπει να τα επαναπροσδιορίσει. Μάλιστα, μεγάλο μέρος της σειράς επικεντρώνεται και στον εθισμό της Μπεθ με τα ηρεμιστικά και το αλκοόλ καθώς σύμφωνα με την ίδια είναι παράγοντες που οφείλονται στην διαύγεια της κατά την ώρα μελέτης διάφορων στρατηγικών.
Φυσικά, δεν χρειάζεται να είσαι μετρ του σκακιού για να σε μαγνητίσουν οι κινήσεις και η υποκριτική δεινότητα της Άνια Τέιλορ-Τζόι, της ηθοποιού που απολαύσαμε πρόσφατα και στην ταινία Έμμα. Η Μπεθ είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων χαρακτήρας, απρόβλεπτος και αντισυμβατικός. Η αμερικανο-αργεντινο-βρετανή ηθοποιός, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της, φέρνει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο της ευφυούς αλλά σκοτεινής νεαρής γυναίκας, επισκιάζοντας τις όποιες σεναριακές αδυναμίες. Υποδύεται την Μπεθ Χάρμον με μια ένταση κι αφοσίωση που σε μαγνητίζει στην οθόνη και σε κάνει να πιστέψεις απόλυτα πως αυτό το κορίτσι θα μπορούσε όντως να κερδίσει στο σκάκι ακόμη και τον πιο δύσκολο αντίπαλο οποιαδήποτε στιγμή. Πραγματικά αποτελεί ένα αληθινά φεμινιστικό πρότυπο για τα νεαρά κορίτσια που θέλουν να κυνηγήσουν το όνειρό τους, αλλά έχουν έλλειψη αυτοεκτίμησης.
Το Queen’s Gambit όμως δεν μιλάει μόνο για το σκάκι. Μιλάει και για το ασταθές και απρόβλεπτο ταξίδι προς την ενηλικίωση, για τη μοναξιά, τον αλκοολισμό, την τοξικομανία, τα ψυχολογικά και παιδικά τραύματα, την εμμονή με την τελειότητα και την λατρεία του κοινού και των ΜΜΕ για τα παιδιά-θαύματα. Αλλά κυρίως, για ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής. Να μην εγκαταλείπεις, να πιστεύεις σε σένα κι όσες φορές κι αν πέσεις, να σηκώνεσαι και να παίρνεις αυτό που θες γιατί υπάρχουν πάντα κι άλλες κινήσεις. Όπως στο σκάκι.
Ξεκινώντας λοιπόν από ένα υπόγειο, η σειρά μέσα σε 7 επεισόδια θα αφηγηθεί μια ιστορία εμμονής, ξεχωριστού ταλέντου και εθισμού. Η σειρά των Σκοτ Φρανκ κι Αλαν Σκοτ κάνει όλες τις σωστές κινήσεις για να σας ενθουσιάσει και να σας ωθήσει στην συνεχόμενη προβολή του ενός επεισοδίου μετά το άλλο. Μπορεί το σενάριο να ακολουθεί μια μάλλον γνώριμη πορεία, αλλά ακόμη κι έτσι η σειρά παίρνει τις σωστές αποφάσεις για να σας εντάξει σε έναν κόσμο γεμάτο συναίσθημα, αγωνία, εξερευνώντας ταυτόχρονα με το απαραίτητο ψυχολογικό βάθος τον εσωτερικό κόσμο της νεαρής πρωταγωνίστριας και δουλεύοντας με ιδιαίτερη προσοχή την ανασύσταση μιας εποχής που υπήρξε σύνθετη από πολλές απόψεις. Από τα γυναικεία κινήματα ενδυνάμωσης μέχρι την σκιά του ψυχρού πολέμου το «The Queen’s Gambit» προσθέτει μια σειρά από αποχρώσεις στην παλέτα του, συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που σε κερδίζει ακόμη κι όταν ο αρχικός ενθουσιασμός έχει χαθεί. Είναι άξια, λοιπόν, το πιο ωραίο επτάωρο τηλεοπτικό ματ των τελευταίων ετών.
Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα του θανάτου…
Στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.
Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…
Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό,
και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!
Γράφτηκε στις 7.8.1928. Όπως πρώτος αποκάλυψε ο Άρης Δικταίος στη συγκεντρωτική έκδοση του 1964, το ποίημα έχει ακροστιχίδα και σχηματίζει το όνομα «Κώστας Γκίκας» που ήταν η μεγάλη αγάπη του ποιητή.
1. Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη έσταζες ολόκληρη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνες – ά, για να γεννηθείς εσύ, κι εγώ για να σε συναντήσω γι’ αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.
2. “Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ” έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: “Έχει ψύχρα απόψε”. Τα μάτια σου καρφώνονταν πάνω στην πόρτα μ’ εκείνο το ακαθόριστο βλέμμα που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά. Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ’ αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια μα ήταν σα να ‘ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.
3. Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία
Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω! όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών.
4. Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της, πασχίζω να θυμηθώ – τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο κι απ’ την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.
Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου εσύ θα ξέρεις πως πέθανε σφαγμένος απ’ τα μαχαίρια των φιλιών που ονειρευότανε για σένα.