Ο πραγματικός Ροβινσώνας Κρούσος

O πραγματικός Ροβινσώνας Κρούσος ήταν Σκωτσέζος και έζησε ολομόναχος επί τέσσερα χρόνια σε ακατοίκητο νησί της Χιλής Το 1719 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Ντάνιελ Ντεφόε «Ροβινσώνας Κρούσος» που είχε κεντρικό χαρακτήρα έναν ναυτικό που ναυάγησε σε ένα απομονωμένο νησί, όπου έζησε υπό αντίξοες συνθήκες επί 28 χρόνια.

Το βιβλίο σημείωσε τεράστιες πωλήσεις και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα είχε με τις περισσότερες εκδόσεις και μεταφράσεις. Ωστόσο, η υπόθεση δεν αποτελούσε προϊόν φαντασίας του συγγραφέα. Την εποχή εκείνη, οι ναυτικοί “όργωναν” τον κόσμο με τα πλοία και οι περιπέτειες τους γινόταν γνωστές από στόμα σε στόμα.

Ο άνθρωπος που ενέπνευσε τον Ντεφόε ήταν ένας ναυτικός που έζησε μόνος του σε ένα ακατοίκητο νησί επί τέσσερα χρόνια. Ονομαζόταν Αλεξάντερ Σέλκιρκ και είχε μεγαλώσει στην Σκωτία. Από μικρός ξεχώρισε για την ατίθαση συμπεριφορά του και κάποια στιγμή καβγάδισε άγρια με την οικογένεια του με αποτέλεσμα να αποφασίσεινα φύγει από τη Σκωτία με πλοίο. Πήρε μέρος σε μια αποστολή στη Νότια Αμερική και έγινε μέλος του πληρώματος του θρυλικού Άγγλου ναυτικού Γουίλιαμ Ντάμπιερ, ο οποίος του ανέθεσε χρέη πλοηγού στο πλοίο Cinque Ports, στο οποίο καπετάνιος ήταν ο Τόμας Στράντλινγκ. Κάποια στιγμή ο Στράντλινγκ ήρθε σε διαμάχη με τον Ντάμπιερ, για τον λόγο αυτό, η γαλέα στην οποία βρισκόταν ο Σέλκιρκ χάραξε διαφορετική πορεία και κατέληξε σε ένα νησί στο αρχιπέλαγος Χουάν Φερνάντες στη Χιλή. Το πλήρωμα κατέβηκε από το πλοίο, προκειμένου να αναζητήσουν προμήθειες και γλυκό νερό και τότε ο Σέλκιρκ ήρθε σε αντιπαράθεση με τον καπετάνιο, με αφορμή την αξιοπλοία του πλοίου, καθώς πίστευε ότι δε θα άντεχε τις δοκιμασίες του ωκεανού. Ο Σέλκιρκ αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο πλοίο και ζήτησε κι από τους υπόλοιπους ναύτες να αποστατήσουν και να μείνουν μαζί του στο νησί. Ωστόσο, κανένας δεν τον ακολούθησε. Ο Στράντλινγκ και το πλήρωμα απέπλευσαν από το νησί και τον άφησαν ολομόναχο.

Ο Σέλκιρκ το μετάνιωσε όμως πλέον ήταν αργά. Έπρεπε να βρει τρόπο να επιβιώσει, έως ότου κάποιο άλλο πλοίο θα έφτανε στο νησί. Τα μοναδικά εφόδια που είχε μαζί του ήταν ένα τουφέκι, πυρίτιδα, εργαλεία ξυλουργού, ένα μαχαίρι, μία Βίβλο, σχοινί και ρούχα. Σε αυτό το νησί ανοικτά της Χιλής έζησε ο Σέλκιρκ το οποίο σήμερα σήμερα είναι γνωστό ως το «Νησί του Ροβινσώνα Κρούσου».

Στην αρχή παρέμεινε στην ακτογραμμή επειδή φοβόταν, ωστόσο όταν τα θαλάσσια λιοντάρια βγήκαν στην ακτή για ζευγάρωμα μπήκε στην ενδοχώρα. Εκεί χρησιμοποίησε ξύλα από δέντρα και έχτισε δύο καλύβες, βρήκε κατσίκες από τις οποίες είχε κρέας και γάλα και εξημέρωσε άγριες γάτες για να τον προστατεύουν από τους αρουραίους. Ο καιρός περνούσε, όμως κανένα πλοίο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Τα ρούχα του έλιωσαν και τα παπούτσια του διαλύθηκαν. Περπάταγε ξυπόλητος και χρησιμοποίησε δέρμα κατσίκας για να φτιάξει νέα ρούχα. Περνούσε τον χρόνο του διαβάζοντας την Αγία Γραφή και περίμενε στωικά για βοήθεια. Στο διάστημα των τεσσάρων ετών, δύο πλοία αγκυροβόλησαν στο νησί, όμως κρύφτηκε καθώς ανήκαν σε Ισπανούς και φοβήθηκε ότι θα τον αιχμαλώτιζαν λόγω της σκωτσέζικης καταγωγής του.

Η σωτηρία ήρθε στις 2 Φεβρουαρίου του 1709 όταν το πλοίο Duke του Γουίλιαμ Ντάμπιερ αγκυροβόλησε στο νησί. Όταν τον βρήκαν ο Σέλκιρκ μιλούσε ασυνάρτητα από τη χαρά του και βοήθησε τον υποπλοίαρχο, Ρότζερς και τους ναύτες του, οι οποίοι έπασχαν από σκορβούτο. Ο Ρότζερς του ανέθεσε τη διοίκηση ενός από τα πλοία του και ο Σέλκιρκ επέστρεψε στη θάλασσα. Η περιπέτεια του έγινε γνωστή από το βιβλίο του Ρότζερς και από έναν δημοσιογράφο Ρίτσαρντ Στιλ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σέλκιρκ τελικά δικαιώθηκε για τη διαμάχη του με τον καπετάνιο για την αξιοπλοία του πλοίου του. Όπως έμαθε αργότερα, αφότου τον παράτησαν στο νησί, το πλοίο βυθίστηκε με αποτέλεσμα να πνιγούν πολλά μέλη του πληρώματος, ενώ όσοι διασώθηκαν φυλακίστηκαν από τους Ισπανούς.

Ο Σέλκιρκ έζησε ως κουρσάρος στη θάλασσα για τα επόμενα 8 χρόνια και πέθανε το 1721 όταν νόσησε από κίτρινο πυρετό.

Ο συγγραφέας

Πηγή:https://thecaller.gr/xronomixani/o-pragmatikos-rovinsonas-kroysos-poy-ezise-olomonachos-epi-tessera-chronia-se-akatoikito-nisi-tis-chilis/

Ο θυρωρός του πορνείου, μια ιστορία του Χόρχε Μπουκάι

«Υπάρχει ένα διήγημα στο Ταλμούδ που μιλάει για έναν κοινό άνθρωπο. Ήταν ο θυρωρός ενός πορνείου».

Δεν υπήρχε σʼ εκείνο το χωριό πιο κακόφημη και πιο κακοπληρωμένη δουλειά από αυτή του θυρωρού στο πορνείο… όμως, τι άλλο να έκανε εκείνος ο άνθρωπος;

Πράγματι, ποτέ δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει, ούτε ήξερε άλλη δουλειά ή κάποια τέχνη. Στην πραγματικότητα, ήταν σε εκείνο το πόστο γιατί ο πατέρας του ήταν θυρωρός του πορνείου πριν από εκείνον, και πιο πριν, ο πατέρας του πατέρα του. Για δεκαετίες, το πορνείο περνούσε από γονείς σε παιδιά και το ίδιο γινόταν και με το θυρωρείο. Μια μέρα, πέθανε ο γέρος ιδιοκτήτης κι ένας νέος με ανησυχίες, δημιουργικός και με επιχειρηματικό πνεύμα, ανέλαβε το πορνείο. Ο νεαρός αποφάσισε να εκσυγχρονίσει την επιχείρηση. Ανακαίνισε τα δωμάτια και μετά κάλεσε το προσωπικό για να δώσει νέες οδηγίες.

Στο θυρωρό είπε: «Από σήμερα και στο εξής, εκτός από τη φύλαξη της πόρτας θα μου δίνεις και εβδομαδιαία αναφορά. Θα καταγράφεις των αριθμό των ζευγαριών που μπαίνουν καθημερινά. Σε κάθε πέντε, θα ρωτάς πώς εξυπηρετήθηκαν και τι θα ήθελαν να διορθωθεί στην επιχείρηση. Και μια φορά την εβδομάδα θα μου δίνεις αναφορά με σχόλια που εσύ κρίνεις σκόπιμα».

Ο άνθρωπος άρχισε να τρέμει. Ποτέ δεν του έλειψε η όρεξη για δουλειά, όμως… «Θα χαιρόμουν πολύ να ικανοποιήσω την επιθυμία σας, κύριε, ψέλλισε, «όμως, εγώ δεν ξέρω να γράφω και να διαβάζω».

«Α, Πόσο λυπάμαι! Όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορώ να πληρώνω άλλο άτομο να κάνει αυτή τη δουλειά, ούτε μπορώ να περιμένω πότε θα μάθεις να γράφεις. Γιʼ αυτό…»

«Μα κύριε, δεν μπορείτε να με απολύσετε. Δουλεύω εδώ όλη μου τη ζωή, όπως και ο πατέρας μου και ο παππούς μου..» Δεν τον άφησε να τελειώσει…

Ο άνθρωπος ένιωσε να γκρεμίζεται ο κόσμος. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί σε αυτή τη θέση. Πήγε στο σπίτι του άνεργος για πρώτη φορά στη ζωή του. Τι να έκανε;

Θυμήθηκε ότι μερικές φορές στο πορνείο, όταν έσπαζε ένα κρεβάτι ή χαλούσε ένα ντουλάπι τα κατάφερνε και έκανε μια πρόχειρη επιδιόρθωση με ένα σφυρί και λίγα καρφιά. Σκέφτηκε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι μια προσωρινή δουλειά ώσπου να βρεθεί κάτι πιο σταθερό. Αναζητούσε σʼ όλο το σπίτι τα εργαλεία που χρειαζόταν αλλά το μόνο που βρήκε ήταν κάτι σκουριασμένα καρφιά και μια φαφούτα τανάλια. Έπρεπε να αγοράσει μια πλήρη συλλογή εργαλείων και γιʼ αυτό θα χρησιμοποιούσε ένα μέρος της αποζημίωσης πού είχε πάρει.

Στη γωνία του δρόμου αντιλήφθηκε ότι στο χωριό του δεν υπήρχε σιδηροπωλείο και θα έπρεπε να ταξιδέψει δυο μέρες με το μουλάρι για να πάει στο πιο κοντινό χωριό για να αγοράσει τα εργαλεία. «Και τι πειράζει;» σκέφτηκε. Και ξεκίνησε.
Στην επιστροφή κουβαλούσε ένα ωραίο και πλήρες κουτί με εργαλεία. Δεν είχε προλάβει να βγάλει τις μπότες του όταν του χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γείτονά τους

«Ήθελα να σε ρωτήσω. Μήπως έχεις να μου δανείσεις ένα σφυρί;»

«Ναι, έχω, μόλις το αγόρασα. Μα το χρειάζομαι για να δουλέψω… Ξέρεις, έμεινα χωρίς δουλειά και..»

«Εντάξει, θα στο επιστρέψω αύριο νωρίς το πρωί»

«Εντάξει»

Το επόμενο πρωί, όπως είχε υποσχεθεί, ο γείτονας χτύπησε την πόρτα.

«Κοίταξε, χρειάζομαι ακόμα το σφυρί. Μου το πουλάς;»

«Όχι, γιατί το χρειάζομαι για να δουλέψω. Εξάλλου, το σιδηροπωλείο απέχει δυο μέρες με το μουλάρι.»

«Ας κάνουμε μια συμφωνία» είπε ο γείτονας. «Εγώ θα σου πληρώσω τις δυο μέρες πήγαινε-έλα, συν το κόστος του σφυριού. Στο κάτω-κάτω, ακόμα άνεργος είσαι. Τι λες;»

Πράγματι, αυτό του έδινε δουλειά για 4 μέρες ακόμα. Δέχτηκε. Στην επιστροφή, άλλος γείτονας τον περίμενε στην πόρτα του σπιτιού του.

«Γεια χαρά γείτονα. Εσύ πούλησες το σφυρί στο γείτονά μας;»

«Ναι».

«Χρειάζομαι και εγώ κάποια εργαλεία. Σου πληρώνω τις τέσσερις μέρες ταξίδι και ένα μικρό κέρδος για το καθένα. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο να βρεις χρόνο να χρόνο να ταξιδέψεις για τις αγορές σου»

Ο πρώην θυρωρός άνοιξε το κουτί με τα εργαλεία και ο γείτονας διάλεξε μια πένσα, ένα κατσαβίδι, ένα σφυρί και ένα καλέμι. Τα πλήρωσε και έφυγε.

«Δεν είναι εύκολο να βρεις χρόνο να ταξιδέψεις για τις αγορές σου», θυμήθηκε.

Αν αυτό ήταν σωστό, πολύς κόσμος θα χρειαζόταν κάποιον άλλον να ταξιδέψει για να φέρει εργαλεία. Στο επόμενο ταξίδι αποφάσισε ότι θα ρίσκαρε λίγο κεφάλαιο από την αποζημίωση, αγοράζοντας περισσότερα εργαλεία από όσα είχε πουλήσει. Έτσι, θα εξοικονομούσε χρόνο σε ταξίδια.

Κυκλοφόρησαν τα νέα στη γειτονιά και πολλοί γείτονες αποφάσισαν να σταματήσουν να ταξιδεύουν για τις αγορές τους. Μια φορά την εβδομάδα, ο πρώην θυρωρός και νυν έμπορος εργαλείων πήγαινε στο γειτονικό χωριό και αγόραζε ότι χρειάζονταν οι πελάτες του. Γρήγορα κατάλαβε ότι αν έβρισκε ένα μέρος να αποθηκεύει τα εργαλεία, θα έκανε λιγότερα ταξίδια και θα είχε μεγαλύτερο κέρδος. Έτσι, νοίκιασε μια αποθήκη. Μετά, μεγάλωσε την είσοδο και ύστερα από μερικές εβδομάδες πρόσθεσε και βιτρίνα. Έτσι, έγινε το πρώτο σιδηροπωλείο του χωριού.

Όλοι ήταν ικανοποιημένοι και αγόραζαν στο κατάστημά του. Δεν ήταν ανάγκη πια να ταξιδεύει, γιατί το σιδηροπωλείο του γειτονικού χωριού του έστελνε τις παραγγελίες. Είχε γίνει καλός πελάτης.

Μια μέρα, σκέφτηκε ο φίλος του ο τορναδόρος ότι θα μπορούσε να κατασκευάζει σφυριά για αυτόν. Και μετά, γιατί όχι; Θα μπορούσε να φτιάχνει τανάλιες, πένσες, καλέμια. Υστέρα ήρθαν τα καρφιά και οι βίδες…

Για να μην τραβήξει επί μακρός η ιστορία, ας πούμε ότι μέσα σε δέκα χρόνια εκείνος ο άνθρωπος είχε γίνει εκατομμυριούχος κατασκευαστής εργαλείων. Και τελικά, έφτασε να γίνει ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας της περιοχής. Ήταν τόσο ισχυρός που μια μέρα, με αφορμή τη νέα σχολική χρονιά, αποφάσισε να δωρίσει στο χωριό του ένα σχολείο. Εκτός από ανάγνωση και γραφή, εκεί θα διδάσκονταν οι τέχνες και οι πιο σημαντικές γνώσεις της εποχής.

Ο δήμαρχος και ο διοικητής οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τα εγκαίνια του νέου σχολείου και ένα σπουδαίο δείπνο προς τιμή του ιδρυτή του. Στο τέλος του δείπνου, ο δήμαρχος του παρέδωσε το κλειδί της πόλης. Ο διοικητής τον αγκάλιασε και του είπε: «Με μεγάλη ευγνωμοσύνη και περηφάνια σας ζητάμε να μας κάνετε την τιμή να υπογράψετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου των πεπραγμένων του νέου σχολείου».

«Η τιμή είναι δική μου», είπε ο άντρας. Νομίζω ότι πολύ θα μου άρεσε να υπογράψω, όμως, δεν ξέρω να διαβάζω ούτε να γράφω. Είμαι αναλφάβητος.»

«Εσείς, αναλφάβητος;» είπε ο διοικητής που δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Δεν ξέρετε να γράφετε και να διαβάζετε; Δημιουργήσατε μια εμπορική και βιομηχανική αυτοκρατορία χωρίς να ξέρετε να γράφετε και να διαβάζετε; Μένω έκπληκτος. Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσατε να κάνετε αν ξέρατε γραφή και ανάγνωση».

«Μπορώ να σας απαντήσω» αποκρίθηκε ο άντρας ψύχραιμα.

« Αν ήξερα να διαβάζω και να γράφω… θα ήμουν θυρωρός σε πορνείο».

Από το βιβλίο “Να σου πω μια ιστορία”, από τις εκδόσεις Opera

Ο παππούς και το εγγονάκι – Λέων Τολστόι

O παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ’ αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του ’διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.

Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του ‘διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.

Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:

«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».

Κι ο Μίσα απαντά:

«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ’ αυτήν τη γαβάθα».

O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.

10 διάσημοι πίνακες ζωγραφικής εμπνευσμένοι από τη λογοτεχνία

“Η ζωγραφική είναι η σιωπηλή ποίηση και η ποίηση είναι ζωγραφική με το χάρισμα του λόγου.” (Σιμωνίδης ο Κείος)

Η λογοτεχνία και η ζωγραφική ανέκαθεν υπήρξαν δυο αλληλένδετες και παράλληλες μορφές τέχνης. Αρκετές φορές η λογοτεχνία ενέπνευσε τη ζωγραφική και  το αντίστροφο. Παρακάτω ακολουθούν κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:

«Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα» είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Θεόφιλου, βασισμένο στο εκπληκτικό ποίημα με μεγάλη λογοτεχνική αξία που δημιουργήθηκε από τον Βιτσένζο Κορνάρο στη Κρήτη τον 17ο αιώνα.Εδώ παρουσιάζεται μια κρυφή συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της. Το έργο μορφολογικά είναι ενδεικτικό της πριμιτίφ τεχνικής του Θεόφιλου.

H «Οφηλία» του Βρετανού Sir John Everett Millais, ολοκληρώθηκε μεταξύ του 1851 και 1852. Βρίσκεται στην Tate Britain στο Λονδίνο. Απεικονίζει την Οφηλία, ένα πρωταγωνιστικό χαρακτήρα από το έργο του William Shakespeare «Άμλετ» να τραγουδά λίγο πριν πνιγεί. Το έργο εκτέθηκε για πρώτη φορά στη Royal Academy και έχει εκτιμηθεί πάνω από 30.000.000 λίρες. Διαβάστε το δικό μας αφιέρωμα στον πίνακα εδώ.

Το ποίημα «Τα κεριά» του Καβάφη, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία αυτού του πίνακα από τον Χρήστο Μποκόρο.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Κεριά»

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων•
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω• με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ» , το 1964 του Γιάννη Τσαρούχη.

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ»

Μπήκε στο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ. –
Ο φίλος του εδώ          προ τριώ μηνών του είπε,
«Δεν έχουμε πεντάρα.          Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα – ξεπεσμένοι          στα κέντρα τα φθηνά.
Σ’ το λέγω φανερά,          με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος,          μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος του είχε τάξει          δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια.-          Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο,          και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του          για τες είκοσι λίρες·
μα και, κοντά σ’ αυτές,          για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη,          για το βαθύ αίσθημά των. –
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης,          παληόπαιδο σωστό·
μια φορεσιά μονάχα          του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην,          με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει          μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα          μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες,          και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν,          στες δέκα το πρωϊ.
Την Κυριακή τον θάψαν:          πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα          του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα          ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και          στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν –          έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του –          στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ:          μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ.

Ο Lord Alfred Tennyson ήταν ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Το 1833 έγραψε το ποίημα «The Lady of Shalott», εμπνευσμένο από τους μύθους του Βασιλιά Αρθούρου. Ο John William Waterhouse ζωγραφίζει τη μοναχική γυναίκα το 1888 να είναι στη βάρκα που παρασύρει το ποτάμι με κατεύθυνση το Κάμελοτ, τη μαγική πολιτεία και όνειρο όλων των ανθρώπων του κόσμου. Η καταραμένη Lady of Shalott δεν έφτασε ποτέ στο Κάμελοτ. Πέθανε τραγουδώντας, ενώ την παρέσερνε ο ποταμός.

Αυτός ο πίνακας, ζωγραφισμένος από τον Frank Bernard Dicksee, που ανήκει στους Προραφαηλίτες ζωγράφους, απεικονίζει μια ερωτική σκηνή των πρωταγωνιστών του έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Ο παραπάνω πίνακας του Johann Heinrich Füssli απεικονίζει την αυτοκτονία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Η Ιουλιέτα βρίσκεται στο νεκροκρέβατο της.

Στον πίνακα ο J. W. Waterhouse , γνωστός για τα έργα του με  αιθέριες και μυστηριώδεις γυναικείες μορφές, απεικονίζει τη γλυκύτατη Ιουλιέτα να περπατά θλιμμένη δίπλα σ’ ένα κανάλι της Βενετίας. Φορά ένα υπέροχο αέρινο αναγεννησιακό φόρεμα και αφηρημένη κρατά το μπλε περιδέραιο της (ο πίνακας ονομάζεται και το «μπλε περιδέραιο»). Ο Waterhouse κατατάσσεται στους όψιμους Προραφαηλίτες ζωγράφους.

Το σκίτσο του Δον Κιχώτη, πρωταγωνιστή του ομώνυμου κλασικού έργου  του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα και του συντρόφου του Σάντσο Πάντσα,ζωγραφισμένο από τον Pablo Picasso, εμφανίστηκε στο γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Les Lettres Françaises  το 1955. Πολύ διαφορετικό από τα έργα της μπλε και της ροζ περιόδου του ζωγράφου, καταφέρνει με απλές τολμηρές γραμμές να συλλάβει την αίσθηση του μάταιου της περιπλάνησης των δυο αντρών και την εξάντληση που τους συνοδεύει.

Η σκηνή που απεικονίζεται στον πίνακα του Johann Heinrich Füssli  είναι η τελευταία εμφάνιση της Lady Macbeth, η υπνοβασία της ,από την τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Μάκβεθ».

ΠΗΓΕΣ: http://cavafis.compupress.gr/kavgr181.htm , https://latistor.blogspot.com/2010/09/blog-post_1183.html , https://frapress.gr/2018/05/diasimoi-pinakes-zografikis-empneysmenoi-apo-tin-logotechnia/

Ο πολυτάλαντος “γλύπτης” των Αθηνών Θωμάς Θωμόπουλος

Ο Θωμάς Θωμόπουλος αποτελεί περίπτωση προοδευτικού και πολυτάλαντου καλλιτέχνη. Υπήρξε ποιητής, μουσικός, ζωγράφος, αγιογράφος και γλύπτης. Οι πειραματισμού και οι αναζητήσεις του στο χώρο της τέχνης εμπεριείχαν και τις δυνατότητες για τη μελλοντική εξέλιξη και καταξίωση του έργου του.
Στην εποχή της γλυπτικής του σαλονιού και της μίμησης του κλασικισμού της αρχαιότητας ο σύμβουλος των έργων του Θωμόπουλου, μόνο αποδεκτός δε θα μπορούσε όμως να ήταν.

Γεννιέται στη Σμύρνη το 1873 από Κύπριους γονείς. Τα παιδικά του χρόνια τα περνά στην Αθήνα, αφού έχει μετακομίσει εκεί με την οικογένειά του σε ηλικία τεσσάρων ετών.

Όταν ολοκληρώνει τη μαθητεία του στο σχολείο και φτάνει σε ηλικία σπουδών, επιλέγει τη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί θα διδαχτεί την αγαπημένη του τέχνη, από τους κουρυφαίους στο είδος τους, Γεώργιο Βρούτο και Νικηφόρο Λύτρα.

Κερδίζει το Θωμαΐδιο και Χρυσοβέργειο βραβείο, αποτέλεσμα μόχθου και αγάπης για το αντικείμενο που επέλεξε. Μια υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό έρχεται να συμπληρώσει τους καλούς οιωνούς για το καλλιτεχνικό του μέλλον.

Σπούδασε αρχικά στο Σχολείο των Τεχνών ζωγραφική με τον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική με τον Γεώργιο Βρούτο και συνέχισε στο εργαστήριο του Σ. Έμπερλε στο Μόναχο, καθώς και στην Ακαδημία της βαυαρικής πρωτεύουσας, όπου παρακολούθησε μαθήματα σύνθεσης. Επισκέφθηκε και μελέτησε τα μουσεία της Φλωρεντίας, της Ρώμης και της Νάπολης. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1900 και άνοιξε εργαστήριο, ενώ το 1910 παρακολούθησε μαθήματα στο εργαστήριο του Κ. Κωνσταντινίδη. Τα έργα του επηρεάζονται από γερμανικά και ιταλικά ρεύματα, έχουν όμως το δικό τους μοναδικό χαρακτήρα που τα κάνει να ξεχωρίζουν.

Ανάμεσα στα άλλα έργα του φιλοτεχνεί πολλές προτομές και ανδριάντες, ενώ ο ρόλος του είναι καθοριστικός στην ανάδειξη των έργων του Γιαννούλη Xαλεπά.

Γνωστά έργα του Θωμόπουλου βρίσκονται σε κεντρικότατα σημεία της Αθήνας αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας:

Προτομή του Διονυσίου Σολωμού στον Εθνικό Κήπο (1924)


Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην πλατεία Κολωνακίου


Ανδριάντας του Χαριλάου Τρικούπη μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων

Είχε συνεργαστεί αρχικά για το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στη Βουλή των Ελλήνων με τον Μανώλη Λαζαρίδη
το οποίο τελικά ανατέθηκε και φιλοτεχνήθηκε από το γλύπτη Φωκίωνα Ρώκ.

Το άγαλμα της Ελευθερίας στον Προφήτη Ηλία Χανίων Χανίων Χανίων

Τον Ιανουάριο του 1912 διορίστηκε καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών και διατήρησε αυτή τη θέση ως το θάνατό του. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του στη διάσωση του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά, καθώς το 1922, ως επικεφαλής συνεργείου του Υπουργείου Παιδείας, πήγε στην Τήνο και μετέφερε σε γύψο τα έργα της τελευταίας περιόδου του τήνιου γλύπτη. Το 1930 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Θωμάς Θωμόπουλος δουλεύει τη δεκαετία του 1930 στη λεωφόρο Συγγρού 10. «Μουσείο, αποθήκη, εργαστήριο, πινακοθήκη. Τι απ’ όλα; Αγάλματα λευκά και χρωματισμένα, γυμνά και πήλινα προπλάσματα, μάρμαρα ακατέργαστα, σκίτσα κ’ έργα ζωγραφικής, ακουαρέλες, λάδια, κάρβουνα, έργα ξυλογλυπτικής, ανάγλυφα, φωτογραφίες, λάμπες του πετρελαίου, βιβλία, κεριά», είδε ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλλονάς που τον επισκέφτηκε τη δεκαετία του 1930. Ο Θωμόπουλος αποθηκεύει έργα του και στην Πλάκα, στη Μάρκου Αυρηλίου, εκεί που στεγαζόταν το Ατελιέ και όπου ο γράφων τα είχε δει εγκαταλελειμμένα τη δεκαετία του 1990…

Η εκθεσιακή του δραστηριότητα περιλαμβάνει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται εκθέσεις του Παρνασσού και της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας, καθώς και η Μπιενάλε της Βενετίας το 1934, ενώ έργα του παρουσιάστηκαν τιμητικά στην Πανελλήνια Έκθεση του 1948.

Στη μαθητεία του κοντά στον Γεώργιο Βρούτο οφείλονται τα κλασικιστικά στοιχεία του έργου του, ενώ ήδη από τις πρώτες του δημιουργίες, με την προτίμησή του στα μυθολογικά και αλληγορικά θέματα, γίνονται φανερές νεοϊδεαλιστικές και συμβολιστικές τάσεις με τις οποίες είχε έλθει σε επαφή κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Μόναχο. Ωστόσο ο Θωμόπουλος δεν περιορίζεται σ` αυτές, καθώς το σύνολο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας χαρακτηρίζεται από εκλεκτικιστική διάθεση. Έτσι διακρίνονται και ρομαντικά στοιχεία, όπως η επιδίωξη της απόδοσης του πάθους ή η ρευστοποίηση των περιγραμμάτων που έχει την αφετηρία της στον Ροντέν, καθώς και ρεαλιστικά, κυρίως στις προτομές του. Η μεγαλύτερη καινοτομία του υπήρξαν τα έγχρωμα γλυπτά, τα οποία εισήγαγε περίπου από το 1900.

Πηγές : https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painter/thomopoulos-thomas.html

Θ όπως… Θωμόπουλος, Θωμάς

https://m.lifo.gr/guide/cultureblogs/magic-circus/4564

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος, του Πάολο Κοέλο

Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ… μεταμορφώνεται

Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο.

Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.

Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

– Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια! Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο.

Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. Την ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

– Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;

– Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;

– Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.

– Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.

– Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;

– Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.

– Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο. Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:

– Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;

– Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.

– Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους. Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια. Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

– Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα θελα να μείνω εδώ για πάντα.

– Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.

– Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο. Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο.

Την επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή.

Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους με τη σκιά των δέντρων της.

Παράδεισος και κόλαση, ένα παραμύθι του Πάολο Κοέλο

Πάουλο Κοέλο, «Παράδεισος και κόλαση» (παραμύθι)

Ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη! Όμως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση. Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.

  • «Καλημέρα».
  • «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.
  • «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».
  • «Αυτός είναι ο παράδεισος».
  • «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».
  • «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.
  • «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».
  • «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».

Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.

Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.

  • «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.
  • «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».
  • «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.

Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.

  • «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.
  • «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.
  • «Παράδεισος».
  • «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».
  • «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
  • «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.
  • «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους!

[πηγή: Πάουλο Κέλο, Ο διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ, Λιβάνης, Αθήνα 2001]

Μέχρι το φάρο, ένα απόσπασμα της Βιρτζίνιας Γουλφ

[….] τα παιδιά ποτέ δεν ξεχνούν. Γι’ αυτό έχει τόση σημασία τι λες και τι κάνεις, κι ανασαίνεις μόλις πέσουν να κοιμηθούν. Γιατί τώρα δεν είχε ανάγκη να σκεφτεί κανέναν. Μπορούσε να είναι ο εαυτός της, μόνη της. Κι αυτή ήταν μια ανάγκη που τώρα την ένιωθε συχνά – να σκεφτεί· κι ούτε ακριβώς να σκεφτεί. Να μη μιλάει· να είναι μόνη της. Όλα όσα πρέπει να είσαι και να κάνεις, η διάχυση, η λάμψη, ο λόγος εξατμίζονταν και αποτραβιόσουν με αίσθηση μεγαλοπρέπειας στον εαυτό σου, γινόσουν μια σφήνα από σκοτάδι, κάτι αόρατο στους άλλους. Αν κι εξακολουθούσε να πλέκει και καθόταν με ολόισια ράχη, ένιωθε τον εαυτό της σ’ αυτή την κατάσταση· κι αυτός της ο εαυτός έχοντας αποβάλει τους δεσμούς του ήταν ελεύθερος για τις πιο παράξενες περιπέτειες. Όταν η ζωή για μια στιγμή βούλιαζε, το πεδίο της εμπειρίας έμοιαζε να μην έχει όρια. Και για όλους υπήρχε πάντα αυτή η αίσθηση της απεριόριστης επινοητικότητας, υπέθετε· ο ένας μετά τον άλλο, αυτή, η Λίλυ, ο Αγκούστους Καρμάικαλ, πρέπει να νιώθουν ότι ο εξωτερικός εαυτός μας, εκείνα από τα οποία μας αναγνωρίζετε, δεν είναι παρά πράγματα παιδιάστικα. Πιο κάτω είναι όλα σκοτεινά, όλα απλώνονται, είναι απύθμενα· μα πότε πότε ανεβαίνουμε στην επιφάνεια κι έτσι μας βλέπετε. Ο ορίζοντας της της φαινόταν πως δεν είχε όρια. Υπήρχαν όλοι οι τόποι που δεν είχε δει· οι ινδικές πεδιάδες· έβλεπε τον εαυτό της να παραμερίζει το βαρύ δερμάτινο παραπέτασμα μιας εκκλησίας στη Ρώμη. Αυτός ο πυρήνας από σκοτάδι μπορούσε να πάει οπουδήποτε, γιατί κανένας δεν τον έβλεπε. Δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν, σκεφτόταν με αγαλλίαση. Υπήρχε ελευθερία, υπήρχε γαλήνη, υπήρχε, πιο καλοδεχούμενο απ’ όλα, μια συγκέντρωση, μια ανάπαυση σε μια θέση σταθερότητας. Έβρισκες ανάπαυση όχι όταν ήσουν ο εαυτός σου, το ‘ξερε από δική της εμπειρία (κατάφερε εδώ κάτι επιδέξιο με τις βελόνες της), μα όταν γινόσουν μια σφήνα από σκοτάδι. Χάνοντας την προσωπικότητά σου, έχανες τον εκνευρισμό, τη βιασύνη, την κίνηση· κι εκεί της ανέβαινε στα χείλη πάντα ένα επιφώνημα θριάμβου απέναντι στη ζωή, όταν όλα έφταναν σ’ αυτή τη γαλήνη, αυτή την ανάπαυση, αυτή την αίσθηση της αιωνιότητας· και σταματώντας εκεί γύρεψε με τα μάτια να συναντήσει τη φωτεινή ακτίνα του Φάρου, τη μακριά σταθερή φωτεινή ακτίνα, την τελευταία απ’τις τρεις, που ήταν δική της ακτίνα, γιατί, όταν κοιτούσες με αυτή τη διάθεση πάντα αυτή την ώρα, δεν μπορούσες να μην δεθείς ιδιαίτερα μ’ένα απ’τα πράγματα που έβλεπες· κι αυτό το πράγμα, η μακριά σταθερή ακτίνα, ήταν η δική της ακτίνα. Συχνά έπιανε τον εαυτό της να κάθεται και να κοιτάζει, με τη δουλειά της στο χέρι ώσπου η ίδια γινόταν το πράγμα που κοιτούσε – εκείνο το φως ας πούμε. Κι έφερνε μαζί του μια κάποια φρασούλα που τύχαινε να την έχει στο μυαλό της – » Τα παιδιά δεν ξεχνούν, τα παιδιά δεν ξεχνούν»-

Copyright: 1981 Βιβλιόπολις Α.Ε. (για την παρούσα έκδοση του βήματος)
Copyright: 2007 για αυτή την έκδοση Metropoli SpA (Gruppo Editoriale L’ Espresso)

Μετάφραση: Έλλη Μαρμαρά

Ο μύθος της χελώνας, ένα διδακτικό κείμενο του Παύλου Νιρβάνα

-Ποιόν ἰδανικόν ἔχετε;… ἐρώτησα κατά τήν μέθοδον τοῦ Ὀλλενδόρφου, τό οἰκτρόν θῦμα τῆς ἐποχῆς.

Καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε, κατά τήν ἴδια μέθοδον πάντοτε:

-Ἔχω ἐκεῖνο τῆς χελώνας!
Μοῦ ἡρμήνευσε δέ τό ἰδανικόν του, μέ μίαν εὐκολίαν, τήν ὁποίαν δέν θά εἶχε ὁ μεγαλείτερος νομοδιδάσκαλος διά νά ἑρμηνεύσῃ μερικά ἄρθρα τοῦ μετερρυθμισμένου ἐνοικιοστασίου.

-Τό ἰδανικόν μοῦ εἶνε, εἶπε, ν’ ἀποκτήσω οἰκίαν, τήν ὁποίαν νά φέρω ἐπί τῆς ράχεώς μου καί τήν ὁποίαν καμμία δύναμις νά μή δύναται νά μοῦ ἀποσπάσῃ. Ἀπαράλλακτα δηλαδή ὅπως ἡ χελώνα. Γνωρίζετε τόν μῦθον τοῦ προνομιούχου αὐτοῦ ζώου;

-Ὄχι! Δέν τόν γνωρίζω! τοῦ εἶπα.

-Τότε θά σᾶς τόν διηγηθῶ ἐγώ.

Καί μοῦ διηγήθη τόν μῦθον τῆς χελώνας.

-Ἡ χελώνα λοιπόν δέν ἦτο πάντοτε τό ταπεινόν ζῶον, ποῦ βλέπετε.

-Ἀλλά τί ἦτο;

-Ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἐσεῖς κι’ ἐγώ. Καί ἐζοῦσεν εἰς μίαν ἐποχήν, κατά τήν ὁποίαν οἱ θεοί εἶχαν καταρασθῇ τούς ἀνθρώπους ἑνός τόπου νά γείνουν περισσότεροι ἀπό τά σπίτια καί τά σπίτια νά γείνουν ὀλιγώτερα ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἐκινδύνευαν νά μείνουν εἰς τούς δρόμους, μή ἔχοντες ποῦ τήν κεφαλήν κλῖναι.

-Τί ἔκαμαν λοιπόν οἱ ἄνθρωποι;

-Τί νά κάμουν; Κατώρθωσαν νά ἐξοικονομοῦνται ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὅσοι εὑρίσκοντο ὑπό στέγην, ἔμεναν ὑπό τήν στέγην των. Ὅσοι ἐπερίσσευαν, ἐτρύπωναν ὑπό τάς ξένας στέγας. Ὅσοι πάλιν δέν εὕρισκαν κανένα τρόπον νά ἐξοικονομηθοῦν, ἔφευγαν ἀπό τόν κατηραμένον τόπον καί ἐπήγαιναν νά ζητήσουν τήν στέγην των εἰς ἄλλους τόπους. Μέ ἄλλας λέξεις δηλαδή οἱ ἄνθρωποι τά εἶχαν καταφέρῃ νά διαφύγουν τήν ὀργήν τῶν Θεῶν.

-Καί οἱ θεοί τί ἔκαμαν;

-Οἱ θεοί δέν τό ἠνέχθησαν αὐτό! Ἔστειλαν λοιπόν εἰς τήν κατηραμένην χώραν ἕνα Προφήτην. Καί τοῦ εἶπαν: «Κύτταξε νά κάμῃς ἕνα νόμον, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά μένουν εἰς τά σπίτια τους καί πάλιν κανείς ἄνθρωπος δέν θά ἔχῃ σπίτι νά καθίσῃ». Καί ὁ Προφήτης ἔκαμε τόν νόμον σύμφωνα μέ τήν γριφώδη παραγγελίαν τῶν θεῶν. Ἔξαφνα ὅμως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εὑρέθηκαν εἰς τόν δρόμον!

-Πῶς συνέβη αὐτό;

-Διότι κανείς δέν ἤξευρε ποιόν ἦτο, σύμφωνα μέ τόν νόμον, τό σπίτι εἰς τό ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νά καθίσῃ. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔβγαζε τόν νοικάρην του ἀπό τό σπίτι του, διά νά καθίσῃ ὁ ἴδιος, καί τόν ἔστελλεν εἰς ἐκεῖνο ποῦ κατεῖχεν αὐτός. Ἀλλά εἰς ἐκεῖνο πάλιν εἶχεν ἐγκαθιδρυθῇ ὁ ἰδικός του ἰδιοκτήτης καί ὁ νοικάρης τοῦ πρώτου ἔπρεπε νά μετακομισθῇ εἰς τό σπίτι πού εἶχεν ἐκκενώσῃ ὁ δεύτερος. Ἐκεῖ πάλιν ὅμως εἶχεν ἐγκαθιδρυθῇ ὁ ἄλλος ἰδιοκτήτης, ἐξωσθείς ἀπό ἄλλον ἰδιοκτήτην, καί ὁ νοικάρης τοῦ πρώτου ἔτρεχε τώρα νά εὕρῃ τό σπίτι ποῦ εἶχεν ἐκκενώσει ὁ τρίτος. Καί οὕτω καθεξῆς. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἀναζητοῦντες ἀπό πόλεως εἰς πόλιν, (διότι, κατά τόν νόμον, ὁλόκληροι ἐπαρχίαι ἐθεωροῦντο ὡς μιά πόλις) τήν ἀνήκουσαν εἰς αὐτούς κατοικίαν, ἄλλοι μέν ἀπέθνῃσκαν εἰς τούς δρόμους καί ἄλλοι ἀπηγχονίζοντο εἰς τούς στύλους τῶν φανῶν.

-Καί ἡ χελώνα;

– Ἡ χελώνα ἦτο μεταξύ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν. Ὁ θάνατος τήν εὑρῆκεν εἰς τό μέσον τοῦ δρόμου, ἀναζητοῦσαν τήν νόμιμον κατοικίαν της, μεταξύ τῆς Κρεμυδαροῦς τοῦ Πειραιῶς καί τῆς Πεντέλης. Ἐπειδή ὅμως ἦτο ἀγαθή καί εὐλαβής γυνή, οἱ θεοί τήν εὐσπλαγχνίσθησαν καί τήν μετεμόρφωσαν εἰς χελώναν. Ἀπό τότε πλανᾶται εὐτυχής εἰς τούς ἀγρούς, φέρουσα τόν οἶκον της ἐπί τῆς ράχεώς της καί περιφρονοῦσα ὅλους τούς Νόμους καί ὅλους τούς Προφήτας. Αὐτός εἶνε ὁ μῦθος τῆς χελώνας!

-Ἐννοεῖτε λοιπόν τώρα ποῖον εἶνε τό ἰδανικόν μου; μοῦ εἶπε τό θῦμα τῆς ἐποχῆς. Παρακαλῶ κ’ ἐγώ νυχθημερόν τούς θεούς νά μέ μεταμορφώσουν εἰς χελώναν.

-Δυστυχισμένε ἄνθρωπε! Τοῦ εἶπα. Καί ἄν σέ μεταμορφώσουν οἱ θεοί εἰς χελώναν, πάλιν δέν εἶσαι ἀσφαλής.

-Διατί; Μοῦ εἶπε κατάπληκτος.

-Διότι θά σέ μεταμορφώσουν μόλις τώρα. Ὁ Νόμος ὅμως διαλαμβάνει, ὅτι οἱ μεταμορφωθέντες εἰς χελώνας μετά τήν 10 Αὐγούστου 1919, δέν δικαιοῦνται… κτλ. κτλ.

– Ὥστε διαλαμβάνει καί περί χελωνῶν ὁ Νόμος;

-Καί περί χελωνῶν καί περί πολλῶν ἄλλων ἀκόμη, ἀπροσίτων εἰς τόν πεπερασμένον νοῦν τοῦ ἀνθρώπου! τοῦ εἶπα.

Ὁ ἄνθρωπος κατέπεσε κεραυνόπληκτος. Ἔσπευσε νά προφθάσῃ κατοικίαν εἰς τό Α΄ Νεκροταφεῖον, πρίν ἐπεκταθῇ καί ἕως ἐκεῖ τό μετερρυθμισμένον Ἐνοικιοστάσιον.

Πηγή:Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 9 Αὐγούστου 1919

H μοναξιά, ένα κείμενο του Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ποτέ δεν υπήρξα μόνος. Ήμουν σ’ένα δωμάτιο. Έφτασα στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Υπήρξα καταθλιπτικός. Αισθάνθηκα κατά καιρούς φριχτά- φριχτά για τα πάντα -, όμως ποτέ δεν ένιωσα ότι κάποιο άλλο πρόσωπο θα μπορούσε μπαίνοντας στο δωμάτιο να γιατρέψει τις αναποδιές μου…

Ή ένα πλήθος ανθρώπων θα μπορούσε να μπει στο δωμάτιο και να κάνει το ίδιο. Με άλλα λόγια, η μοναξιά είναι κάτι που ποτέ δεν μ’ενόχλησε κι ούτε με απασχόλησε ως ζήτημα, αφού ανέκαθεν είχα αυτήν την τρομερή επιθυμία για απομόνωση.

Υπήρξαν στιγμές που βρισκόμουν σε κάποιο πάρτι σ’ένα στάδιο γεμάτο ανθρώπους που ζητωκραύγαζαν για κάτι, κι εγώ, μέσα σε τόσο κόσμο, ένιωθα την μοναξιά. Αντιγράφω τον Ίψεν:” Οι δυνατότεροι άντρες είναι και οι πιο μοναχικοί…”. Ποτέ δεν σκέφτηκα: “Λοιπόν, μια όμορφη ξανθιά θα έρθει εδώ, θα μου κάνει ένα καλό γαμήσι, θα μου χαϊδέψει λίγο τ’αρχίδια μου και θα αισθανθώ καλά…” Όχι αυτό δεν βοηθάει…

Ξέρεις έρχεται το βράδυ της Παρασκευής και τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους και στα μπαρ. “Είναι Παρασκευή βράδυ, τι θα κάνεις απόψε; Απλώς θα μείνεις μέσα;” Λοιπόν, ναι. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω. Είναι μια ηλιθιότητα. Ηλίθιοι άνθρωποι, συναναστρέφονται με ηλίθιους ανθρώπους. Άφησε τους να ηλιθιοποιούνται μόνοι τους. Ποτέ δεν αγχώθηκα μ’αυτό το ζήτημα. Να τρέχω έξω μες στη νύχτα. Κρυβόμουν σε μπαρ, γιατί δεν ήθελα να κρύβομαι σε εργοστάσια. Αυτό είναι όλο. Συγγνώμη για τα εκατομμύρια ανθρώπων, όμως ποτέ δεν υπήρξα μόνος. Μου αρέσει ο εαυτός μου. Είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος διασκέδασης που έχω. Ας πιούμε περισσότερο κρασί.