Πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις, Τσαρλς Μπουκόφσκι

Η ζωή είναι περίεργη καθώς την ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα.

Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σου είναι αρκετή.

Για να μπορείς λοιπόν να πεις πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει..

Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου.

Πρέπει να γρατζουνιστούν τα γόνατα μα και τα σχέδιά σου.

Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν.

Πρέπει να γευτείς λεμόνι και αλάτι για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος.

Πρέπει να γνωρίσεις τους λάθος ανθρώπους για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς.

Πρέπει να χάσεις το πτυχίο γαλλικών, την θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ.

Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις.

Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου.

Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς.

Πρέπει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει.

Πρέπει να διαφωνήσεις με τους γονείς σου και να επιμείνεις στην θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες.

Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, την θέση parking ή έστω τη σειρά στο ταμείο.

Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα.

Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου.

Πρέπει να πιεις για να ξεχαστείς και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις.

Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση.

Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση.

Πρέπει να επιλέξεις το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και την λάθος κίνηση στο σκάκι.

Πρέπει να δοκιμάσεις ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη.

Πρέπει να απογοητευτείς από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα.

Πρέπει να χάσεις στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη.

Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο.

Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στην γραμμή του τερματισμού.

Πρέπει να δεις το τελευταίο λεωφορείο για την θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού.

Πρέπει να βρεις έναν άνθρωπο για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ.

Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή άλλου, σε εκείνο το “εκεί” που τόσο σου έχει λείψει.

Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου.

Να δεις τον κόσμο σου να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δε θα καταφέρεις να τα έχεις όλα.

Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις.

Πρέπει να χάσεις το κορίτσι πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις.

Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.

Αγγελική Μαυρομμάτη

“You have to die a few times before you can really live” C. Bukowski

Η ιδιοφυΐα του πλήθους, Τσαρλς Μπουκόφσκι

Γιάννης Γαΐτης, Bowler, λιθογραφία, 50 x 65 cm

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο

για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα.

Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του.
Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη.
Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη.

Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό.
Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες,
προσοχή στους γνώστες,
προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία,
προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν,
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα,
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν,
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν,
προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη
γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους,
προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα,
η αγάπη τους είναι μέτρια,
ψάχνει το μέτριο.

Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους,
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,
να σκοτώσει τον καθένα.
Δεν θέλουν μοναξιά,
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά,
θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει από το δικό τους.
Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης,
δεν θα καταλάβουν την τέχνη,
θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών,
μόνο ως αποτυχία του κόσμου.
Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως,
θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής
και τότε θα σας μισήσουν
και το μίσος τους,
θα είναι τέλειο…

Σαν ένα λαμπερό διαμάντι,
σαν ένα μαχαίρι,
σαν ένα βουνό,
σαν μια τίγρη.
Όπως το κώνειο.

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥΣ.

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, Μπέρτολτ Μπρεχτ

«”Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”, ρώτησε τον κύριο Κ., η κόρη της σπιτονοικοκυράς του, “θα φερόντουσαν τότε καλύτερα στα μικρά ψαράκια;”.

“Βέβαια”, απάντησε αυτός, “αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκτιζαν στη θάλασσα γερά κουτιά για τα μικρά ψαράκια. Εκεί μέσα θα έβαζαν όλων των ειδών τις τροφές, φυτά και μικρά ζωάκια. Θα πρόσεχαν ώστε τα κουτιά να έχουν πάντα φρέσκο νερό, και θα έπαιρναν κάθε απαραίτητο μέτρο υγιεινής. Όταν, για παράδειγμα, κανένα ψαράκι θα πληγωνόταν στα πτερύγιά του, θα του τα έδεναν αμέσως, ώστε να μην πεθάνει μέσα στους καρχαρίες προτού να έρθει η ώρα του.

Για να μην είναι τα ψαράκια ποτέ λυπημένα θα γίνονταν μεγάλα πάρτυ στο νερό. Γιατί τα ευτυχισμένα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα.

Και, φυσικά, θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Εκεί τα μικρά ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν κολυμπώντας στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, για παράδειγμα, γεωγραφία για για να μπορούν να βρουν τους καρχαρίες που θα τεμπέλιαζαν κάπου εκεί. Το κύριο μάθημα θα ήταν, φυσικά, η ηθική μόρφωση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν πως το σπουδαιότερο και το ωραιότερο πράγμα για ένα μικρό ψαράκι είναι να προσφέρει τον εαυτό του χαρούμενα, και πως όλα πρέπει να πιστεύουν στους καρχαρίες, και πάνω απ’ όλα όταν λένε πως θα φτιάξουν ένα ωραίο μέλλον. Θα τα μάθαιναν ότι το μέλλον τους είναι σίγουρο μόνο εφόσον μάθουν να υπακούουν. Και πως όλα πρέπει να αποφεύγουν όλες τις ταπεινές, υλιστικές και μαρξιστικές τάσεις και να πληροφορούν αμέσως τους καρχαρίες, αν κάποιο απ’ αυτά θα είχε τέτοιες τάσεις…

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα.

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε, βέβαια, και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίες εικόνες με δόντια καρχαριών, σε υπέροχα χρώματα, με τα στόματά τους και τους λαιμούς τους σα γνήσια γήπεδα όπου κανείς μπορεί να κυλιστεί και να παίξει. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν έργα με ηρωικά μικρά ψαράκια να κολυμπούν ενθουσιασμένα μέσα στο λαιμό των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο όμορφη που θα οδηγούσε τα ψαράκια σαν σε όνειρο, και αυτά κάνοντας τις πιο όμορφες σκέψεις θα κυλούσαν μέσα στο λαιμό των καρχαριών.

Και θα υπήρχε, βέβαια, και θρησκεία που θα δίδασκε ότι η αληθινή ζωή αρχίζει ουσιαστικά μέσα στα στομάχια των καρχαριών. Και αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τότε τα μικρά ψάρια θα έπαυαν να είναι ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Μερικά θα είχαν θέσεις και θα ήταν πιο πάνω από τα άλλα. Και τα μεγαλύτερα ψάρια θα είχαν δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Και αυτό θα ήταν υπέροχο για τους καρχαρίες, γιατί τότε θα μπορούσαν να καταβροχθίζουν ακόμα μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα πιο σπουδαία από τα μικρά ψάρια, αυτά που θα είχαν θέσεις, θα διάταζαν τα άλλα. Και θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί που φτιάχνουν κουτιά.

Με λίγα λόγια, θα μπορούσε να υπάρξει πολιτισμός στη θάλασσα μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”.

“Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου”, ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα, αφού άλλωστε του τα ζητούσαν και οι εφημερίδες, και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως στη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα.

Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών. Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τόν τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού τού γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τά εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι τού Τουνεζίου, επανωβράκι* τσόχινον, μέ ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν μέ ηλέκτρινον μαμέν, καί κρατών μέ τήν αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δέν ήτο καί πολύ γέρων, ώς πενηνταπέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από τήν αρχαιοτέραν καί πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν τού τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός τήν μέσην, μελαχροινός, μέ αδρούς χαρακτήρας τού προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τά μουσικά, τά τε εκκλησιαστικά καί τά εξωτερικά, υπήρξε δέ μέ τήν χονδρήν αλλά παθητικήν φωνήν του ψάλτης καί τραγουδιστής εις τόν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τήν Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, τήν είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τά είκοσι πέντε έτη, καί είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς καί τρείς θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τόν ουδόν τού γήρατος, δέν συνέζη πλέον μαζί της.

Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τά τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί καί δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή καί συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός καί θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ τό έτος διαρκέσας. Μετά τόν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ τών συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών καί ημίσεος. Δέν ήτο πλέον φόβος νά γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.

*
* *

Τήν εσπέραν εκείνην, τής 13 Αυγούστου τού έτους 186… εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω τού ναΐσκου, εις τό προαύλιον, έμπροσθεν τής καλύβης τήν οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε τό τσιμπούκι του, κ᾿ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τόν λουλάν ανέθρωσκε καί ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις τό κενόν, καί οι λογισμοί τού ανθρώπου εφαίνοντο νά παρακολουθούν τούς κύκλους τού καπνού, καί νά χάνωνται μετ᾿ αυτών εις τό αχανές, τό άπειρον. Τί εσκέπτετο;

Βεβαίως, τήν σύζυγόν του, μέ τήν οποίαν ήσαν εις διάστασιν, καί τά τέκνα του, τά οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως τού είχον παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις τήν ζωήν του, καί οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, καί χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τόν αντίσπορον τών χωραφίων ημπορούσε νά μήν αγοράζη ψωμί δι᾿ όλου τού έτους, αυτός καί η οικογένειά του. Οι δέ ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ᾿ επειδή δέν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τόν έτρωγαν»! Είτα αυξανομένης τής οικογενείας, συνηυξάνοντο καί αι ανάγκαι. Καί όσον ηύξανον τά έξοδα, τόσον τά έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δέν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά νά καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον τού τόπου.

Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ᾿ έξω, καί όταν κατέφυγον εις τόν τόπον, εν ώρα συμφοράς καί ανεμοζάλης, κατά τήν Μεγάλην Επανάστασιν ή κατά τά άλλα κινήματα τά πρό αυτής, αρχομένης τής εκατονταετηρίδος, κανείς δέν έδωκε προσοχήν καί σημασίαν εις αυτούς.

Αλλ᾿ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τά κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει καί θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην τήν σημασίαν καί τήν προσοχήν των εις τά χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ᾿ εμπορεύοντο, κ᾿ εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως καί τώρα καί πάντοτε συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην τών χρημάτων, καί τότε ήρχισαν νά υποθηκεύουν τά κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία καί ημίσεια, καί τά χρήματα επέστρεψαν εις τούς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ εαυτών καί τά κτήματα.

Έως τότε δέν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τόν έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ᾿ επ᾿ εσχάτων, είχε λάβει ανάγκην καί δευτέρου καί τρίτου δανείου, καί οι δανεισταί προθύμως τού έδιδαν, αλλ᾿ απήτουν νά τούς καθιστά υπέγγυα τά καλύτερα κτήματα, εκ τών οποίων έκαστον είχε, κατ᾿ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν τού ποσού τού δανειζομένου. Πλήν φεύ! αυτός δέν ήτο ο μόνος καημός του…

Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δέν εφόρει πλέον τό ωραίόν του μαύρον φέσι, τό τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί τής κεφαλής. Αλλ᾿ ευρίσκετο σήμερον εις τήν εξοχήν. Εάν τόν συνηντώμεν τήν προτεραίαν εις τήν αγοράν, κάτω εις τήν πολίχνην, θά εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον τό φέσι του… Είχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Άχ! Τό ᾽χασα, τό καημένο μ᾿, τό ευάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ο γερο-Φραγκούλης εστέναξε, καί είχε δίκαιον νά στενάξη. Τό καλύτερον κοράσιόν του, τό τρίτον, τό μικρότερον, δεκατετραετές μόλις τήν ηλικίαν ―τό οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος μεταξύ δύο χωρισμών― τού είχεν αποθάνει πρό ολίγων μηνών…

Καί αυτός ήλθεν εις τήν Παναγίαν, διά νά κλαύση καί νά πή τόν πόνον του. Ήτον κτήμά του ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Τό εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον καί είχε καλάς εικόνας, καί μάλιστα τήν φερώνυμον, τήν γλυκείαν Παναγίαν τήν Πρέκλαν, σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καί μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του τήν βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα τής δρυΐνης θύρας τής στερεάς, καί δέν έλειπε συχνά νά επισκέπτεται τήν Παναγίαν του· ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δέν είχεν αναφανή εις τά μέρη αυτά.

Ήτον η προπαραμονή τής εορτής, ότε θά ετελείτο πανήγυρις εις τόν ναΐσκον, τιμώμενον επ᾿ ονόματι τής Κοιμήσεως. Θά ήρχοντο από τόν τόπον πολλαί οικογένειαι καί άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών καί πανηγυριστών, καί ο παπα-Νικόλας, ο συμπέθερός του. Εις τόν παπα-Νικόλαν ο Φραγκούλας έδιδε διά τόν κόπον του έν τάλληρον, περιπλέον δέ εισέπραττεν ο παπάς διά λογαριασμόν του τάς δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά νά γράψουν τά ονόματα» ή τά «ψυχοχάρτια».

Όλα τ᾿ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τά εισέπραττεν ο Φραγκούλας ως εισόδημα ιδικόν του…

Καί τώρα τούς επερίμενε νά έλθουν πάλιν… καί ανελογίζετο πώς άλλοτε, όταν ήτον νέος ακόμη, μετά τόν πρώτον χωρισμόν από τήν γυναίκά του, η πανήγυρις αυτή τής Παναγίας τής Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά νά επέλθη συνδιαλλαγή μετά τής γυναικός του. Κατόπιν τής συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, καί τό Κουμπώ, τό θυγάτριον τό οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τό καημένο μου, τό ευάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ώ, δέν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τόν από τής γυναικός του χωρισμόν ―τήν οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα― όσον εθρήνει τήν σκληράν απώλειαν εκείνην τής κορασίδος, τήν οποίαν εις τόν άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον νά επανεύρη… Καί κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ᾿ εθλίβετο… Καί ανελογίσθη ότι τό πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τόν ναΐσκον αυτόν τής Παναγίας τής Πρέκλας, ήρχοντο τάς ημέρας αυτάς νά εύρωσι, διά τής εγκρατείας καί τής προσευχής καί τού ιερού άσματος, αναψυχήν καί παραμυθίαν… Τόν παλαιόν καιρόν, πρό τού Εικοσιένα, όταν τό σήμερον έρημον καί κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι καί τών δύο ενοριών ήρχοντο εις τόν ναόν τής Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν᾿ ακούσωσι τάς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ όλον τόν Δεκαπενταύγουστον…

Άφησεν εις τήν άκρην τό τσιμπούκι, τό οποίον είχε σβήσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω τής αλλοφροσύνης καί τών ρεμβασμών τού καπνιστού, καί ακουσίως ήρχισε νά υποψάλλη.

Έλεγε τόν Μέγαν Παρακλητικόν κανόνα τόν εις τήν Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τά παθήματα καί τά βάσανα μιάς ψυχής, καί τήν σειράν όλην τών κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους καί Άραβας καί τούς ιδικούς του, διεκτραγωδεί πρός τήν Παναγίαν τούς ιδίους πόνους του, καί τούς διωγμούς όσους υπέφερεν από τά στίφη τών βαρβάρων, τά οποία ονομάζει νέφη.

Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως τήν φωνήν, καί ήρχισε νά μέλπη τό αθάνατον εκείνο:

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τώ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σώμα.
Καί σύ, Υιέ καί Θεέ μου, παράλαβέ μου τό πνεύμα».

… Καί είτα προσέτι, παρεκάλει διά τού άσματος τήν Παναγίαν, νά είναι μεσίτρια πρός τόν Θεόν, «μή μού ελέγξη τάς πράξεις, ενώπιον τών αγγέλων…» Ώ, αυτό είχε τήν δύναμιν καί τό προνόμιον νά κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών νά κλαίωσι τόν παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως…

Ο γερο-Φραγκούλας επίστευε καί έκλαιεν… Ώ, ναί, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα καί ημάρτανε καί μετενόει… Ηγάπα τήν θρησκείαν, ηγάπα καί τήν σύζυγον καί τά τέκνα του, επόθει ακόμη τόν συζυγικόν βίον, επόθει καί τόν βίον τόν μοναχικόν. Τόν καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας τήν Σινιωρίτσαν του… καί τήν ηγάπα ακόμη. Αλλ᾿ όσον τρυφερός ήτο εις τόν έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις τό πείσμα, καί τόσον γοργός εις οργήν. Ώ! ατέλειαι τών ανθρώπων.

Τώρα, εις τούς τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη καί τήν οικονομικήν στενοχωρίαν, τό παράπονον τής ξεπεσμένης αρχοντιάς, τάς πιέσεις καί τάς απειλάς τών τοκογλύφων. «Τό διάφορο, κεφάλι! τό διάφορο, κεφάλι!» Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτο αφορία, αι ελαίαι δέν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τάς αμαρτίας τών ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει καί μαυρίσει αι ελαίαι, καί ήσαν γεμάται από βούλες, καί είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιός», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο νά περιέλθωσιν εις χείρας τών τοκογλύφων. ― Εγέννα ή όχι η γή, εκαρποφόρουν ή όχι τά δένδρα, ο τόκος δέν έπαυε. Τά κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε νά τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγ. Βασίλειος), αφού τά άγονα ήρχισαν κ᾿ εξηκολούθουν νά τίκτουν…

Ανελογίζετο αυτά, κ᾿ έκλαιεν η ψυχή του. Δέν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, νά ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον, εις τήν πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν «μονοιασμένοι» ― όπως είχεν έλθει καί άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι, πρό δεκαπέντε ετών… Τώρα μόνον η ψυχή τής Κούμπως, τής αθώας μικράς παρθένου, είθε νά παρίστατο αοράτως εις τήν πανήγυριν, αγαλλομένη.

Ώ! άλλοτε, πρό δεκαπέντε ετών, πρίν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ― ναί, η Παναγία είχε δωρήσει τό αβρόν εκείνο άνθος εις τόν Φραγκούλην καί τήν Σινιώραν, καί η Παναγία πάλιν τό είχε δρέψει καί τό είχεν αναλάβει πλησίον της, πρίν μολυνθή εκ τής επαφής τών ματαίων τού κόσμου… Τόν καιρόν εκείνον είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, τό πρώτον πείσμα, τό πρώτον κάκιωμα μεταξύ τών συζύγων. Καί ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από τήν πολίχνην τήν κατοικημένην εις τό παλαιόν χωρίον τό έρημον, τού οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, καί δέν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Καί καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρείς ημέρας πρό τής εορτής εις τό παρεκκλήσιον τής Πρέκλας, εκάθητο δέ εις τά πρόθυρα τού ναΐσκου κ᾿ εκάπνιζε τό μακρόν τσιμπούκι μέ τό ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλήν τότε τό φέσι του ήτο κατακόκκινον, καί τώρα εφόρει μαύρον σκούφον… Καί τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, καί τώρα ήτον πενηνταπέντε… Τότε έτρεφε πείσμα καί χολήν, αλλ᾿ είχε πολύ περισσότερον καί βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, καί μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος νά συγχωρήση· καί ν᾿ αγαπήση… Αλλά τώρα δέν έχει πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα τήν Σινιώραν, τήν επόνει, αλλ᾿ έκλαιε πολύ περισσότερον διά τό θυγάτριόν του, τό Κουμπώ, «τό καημένο, τό ευάγωγο!»

Εκείνην τήν φοράν, ο παπα-Νικόλας, άμα έφθασε τήν παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά τήν πανήγυριν, εστάθη πλησίον τής θύρας τού ναού, παρά τήν γωνίαν, καί τού είπε μυστηριωδώς:

― Θά ᾽χης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.

― Τί τρέχει, παπά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλας, όστις εμάντευσε πάραυτα.

― Θά σού έλθη τ᾿ ασκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα…

Ο παπάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς τήν οικογένειαν τού Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τά παιδία τά δύο μεγαλύτερα εκ τών τεσσάρων; ― καθόσον τά άλλα δύο τά μικρά, δέν θά ηδύναντο νά κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς τήν μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε νά βεβαιωθή.

― Θά ᾽ρθη μαζί κ᾿ η μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, είπεν ο παπάς.

*
* *

Τώ όντι, όταν εβράδιασε καλά, καί ήρχισε νά σκοτεινιάζη, η κυρα-Σινιώρα ήλθε, μαζί μέ τήν γραίαν μητέρα της, καί μέ τά τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδία καί άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δέν είχεν ιδεί τόν σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά, ― εις ευτελές δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τό οποίον ωνόμαζε «τό κελλί του», καί έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί, παραπέρα από τήν θύραν τής εκκλησίας, κ᾿ έκαμνε πώς έβλεπεν αλλού, καί πώς επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων, μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.

Η Σινιώρα εισήλθεν εις τόν ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία, καί ησπάσθη τάς εικόνας. Είτα, μετά τινα ώραν, εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ εχαιρέτισε τόν σύζυγόν της. Ούτος έτεινε πρός αυτήν τήν χείρα, καί ησπάσθη φιλοστόργως τά τέκνα του.

Ήδη ενύκτωνε, καί εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως, μετά τό λιτόν σαρακοστιανόν τό οποίον έφαγον κατά ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί, εδώ κ᾿ εκεί, επί τών χόρτων καί τών ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατά μίμησιν εκείνων τά οποία συνηθίζονται εις τά μοναστήρια, καί φέρων τρείς γύρους περί τόν ναόν, τό έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν, «τόν Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν, «τό τάλαντον! τό τάλαντον!»

Ευθύς τότε, τά δύο παιδία τού Φραγκούλα, καί πέντε ή έξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι, ανερριχήθησαν επάνω εις τήν στέγην τού ναού, άνωθεν τής θύρας, καί ήρχισαν νά βαρούν τρελά, αλύπητα, αχόρταστα, τόν μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τόν κρεμάμενον από δύο διχαλωτών ξύλων εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα καί επιπλήξεις τού Φραγκούλα, τού μπαρμπα-Δημητρού τού ψάλτου, καί τού Παναγιώτου τής Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δέν εκουράζετο νά τρέχη εις όλα τά εξωκκλήσια, καί νά κάμνη «κουμάντο», εωσού επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη νά τόν αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων τών εξοχικών ναών), τά παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε νά κρούουν τόν κώδωνα, κ᾿ εξεκόλλησαν τέλος από τήν στέγην τού ναΐσκου. Ο παπα-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, καί ήρχισεν η ακολουθία τής Αγρυπνίας.

Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην τήν εσπέραν, ώστε από τού «Ελέησόν με ο Θεός», τής αρχής τού Αποδείπνου, μέχρι τού «Είη τό όνομα», εις τό τέλος τής Λειτουργίας ―όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος― όλα τά έψαλε καί τά απήγγειλε μόνος του από τού δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τόν κύρ Δημητρόν, τόν κάτοχον τού αριστερού χορού, νά λέγη κι αυτός από κανένα τροπαράκι, διά νά ξενυστάξη. Έψαλε τό «Θεαρχίω νεύματι» καί εις τούς οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κύρ Δημητρός «δέν εύρισκεν εύκολα τόν ήχον», ήτοι δέν ηδύνατο νά μεταβή αβιάστως καί άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις τό τέλος τού Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε τό Συναξάρι, καί, χωρίς νά πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν ήρχισε τόν Εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς καί προκείμενα, είτα όλον τό «Πεποικιλμένη» έως τό «Συνέστειλε χορός», καί όλον τό «Ανοίξω τό στόμα μου» έως τό «Δέχου παρ᾿ ημών». Είτα έψαλεν Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας καί Μετάληψιν, πρός χάριν όλων τών ητοιμασμένων διά τήν Θείαν Κοινωνίαν, καί εις τήν Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τό Χερουβικόν, τό «Αι γενεαί πάσαι», τό Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Όλα αυτά τά ενθυμείτο ακόμη, ως νά ήτον χθές, ο γερο-Φραγκούλας, καί είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη καί μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τά οποία συνέβησαν εις τήν Λιτήν, μικρόν πρό τού μεσονυκτίου, κατά τήν έξοδον τής ιεράς εικόνος εις τό ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει πολλά καί χονδρά κηρία, τά πλείστα έργα αυτών τών ιδίων χειρομάλακτα, τά δέ κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας καί περιπλοκάδας από τόν Παναγιώτην τής Αντωνίτσας, τόν πρόθυμον εις τήν υπηρεσίαν τής ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε νά πάρη φωτιάν τό φελόνι τού παπά, είτα καί τό γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης τής Αντωνίτσας, μή ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τάς ογκώδεις δέσμας τών φλεγόντων κηρίων, τάς έφερε κάτω εις τό έδαφος, κ᾿ επάτει δυνατά μέ τά τσαρούχια του διά νά τά σβήση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον, νά μήν πατή τά κηριά, γιατί είναι κρίμα.

Τότε είς τών παρεστώτων, υιός πλουσίου τού τόπου, από εκείνους οίτινες εις τό ύστερον κατέστησαν δανεισταί τού Φραγκούλα ―καί όστις ελέγετο ότι εμελέτα εις τάς εκλογάς νά βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος― ηκούσθη νά λέγη ότι πρέπει νά μάθουν νά κάμνουν «οικονομία, οικονομία στά κηριά! η νύχτα μεγαλώνει… ισημερία τώρα, κοντεύει… έχει νύχτα…»

Αλλ᾿ αι γυναίκες, ενώ ήξευραν, καλύτερα από εκείνον, όλας τάς οικονομίας τού κόσμου, δέν εννοούσαν τί θά πή «οικονομία στά κηριά», αφού άπαξ είναι αγορασμένα καί πληρωμένα, καί είναι μελετημένα καί ταμένα εξ άπαντος νά καούν, διά τήν χάριν τής Παναγίας. Μία απ᾿ αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι᾿ ένα θαύμα, τό οποίον είχεν ακούσει από τό συναξάρι τού Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις τήν Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τόν νεωκόρον, έχοντα τήν μανίαν νά σβήνη μισοκαμένα τά κηριά ― καί η γερόντισσα ήρχισε νά τό διηγήται χθαμαλή τή φωνή εις τήν πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες νά καούν τά κηρία, όσα προσφέρουν οι χριστιανοί, καί μή αμαρτάνης…»

Τήν ιδίαν ώραν συνέβη καί τούτο. Ενώ ο παπάς απήγγελλε τάς μακράς αιτήσεις τής Λιτής, επισυνάπτων καί τά ονόματα όλα, ζωντανά καί πεθαμένα, όσα τού είχον υπαγορεύσει αφ᾿ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως τό τριπλούν «Κύριε Ελέησον» μέ τήν χονδρήν φωνήν του, καί μέ όλον τό πάθος τής ψαλτικής του. Τότε ο μπαρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο νά είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τή ψαλτομανία του δέν τού επέτρεπε νά πή κ᾿ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι άμα ήρχιζεν ο Δημητρός τό δικό του, ο Φραγκούλας, μέ τήν γερήν, κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, τού ήρπαζε τήν πρωτοφωνίαν, καί υπέτασσε καί εκάλυπτε τήν ασθενή καί τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε τό θάρρος νά τού κάμη παρατήρησιν.

―  Πιό σιγά, πιό ταπεινά, κύρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νά τό λές τό Κύριε ελέησον, γιατί δέν ακούονται τά ονόματα, καί θέλουν οι γυναίκες νά τ᾿ ακούνε.

Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν νά λέγωνται εκφώνως τά ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τόν παπάν νά γράψη. Εννοούσαν νά τ᾿ ακούη κι ο Θεός κ᾿ η Παναγία κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν᾿ ακούση «τά δικά της τά ονόματα», καί νά τ᾿ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά. Άλλως θά είχαν παράπονα κατά τού παπά, κι ο παπάς άν ήθελε νά φάγη κι άλλοτε, εις τό μέλλον, προσφορές, ώφειλε νά τά έχη καλά μέ τίς ενορίτισσες.

Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος τού Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τόν πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά νά φθάση εις τό ούς του, καί τού λέγει κρυφά:

― Πατέρα, άφησε καί τόν μπαρμπα-Δημητρό νά ψάλη «Κύριε ελέησον».

Τούτο ήτο ως έμπνευσις καί βοήθημα διά τόν Φραγκούλην. Επειδή ούτος δέν ήθελε φανερά νά υπακούση εις τήν σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν τού Δημητρού, καί πάλιν δέν ήθελε νά δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη πρός τόν καλόν γέροντα, καί τού λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορές τό «Κύριε ελέησον».

Τότε ο μπαρμπα-Δημητρός, όστις άν καί είχε γηράσει, δέν είχε μάθει ακόμη καλά τά Τυπικά, καί δέν ήξευρεν ακριβώς πότε κατά τήν Λιτήν τό Κύριε ελέησον λέγεται τρίς καί πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι νά τό ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παπάς εβιάσθη ν᾿ απαγγείλη ραγδαίως καί αθρόα τά τελευταία ονόματα, καί, διά νά είναι σύμφωνος μέ τόν ψάλτην, ήρχισε πρό τής ώρας νά λέγη: «…υπέρ τού διαφυλαχθήναι… από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» καί τά εξής.

*
* *

Τέλος, μετά τήν λειτουργίαν, ο παπάς, ο Φραγκούλας καί η οικογένειά του, καί ολίγοι φίλοι, εκάθισαν κ᾿ έφαγαν ομού καί ηυφράνθησαν, καί τήν εσπέραν ο Φραγκούλης επανήρχετο, ειρηνικώς καί μέ αγάπην, μετά τής συζύγου καί τών τέκνων του, υπό τήν οικιακήν στέγην.

Πρίν παρέλθη έτος, εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον καί συμπαθές, ανετρέφετο καί ηλικιούτο, εγίνετο τό χάρμα καί η παρηγορία τού πατρός της. Δέν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον τού πατρός της, εις τό «κελλί του», όπου κατώκει εις τήν ανωφερή εσχατιάν τής πολίχνης, καί τόν εγέμιζε περιποιήσεις καί τρυφερότητας.

Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν καί πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, μέ τήν λαλιάν εις τό στόμα.

Αυτή μόνη εδέχετο προθύμως τούς πατρικούς χαλινούς, ενώ τά άλλα τέκνα δέν ήρχοντο ποτέ πλησίον τού πατρός των, καί διά τούτο εκείνος τήν ωνόμαζε «τό ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε νά τόν εύρη, καί δέν έπαυε νά τόν παρακαλή:

Έλα, πατέρα, στό σπίτι· μή μάς αφήσης, λέγ᾿ η μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν τών ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, καί πνευστιώσα τού είπε:

―  Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θά παντρέψουμε τ᾿ Αργυρώ μας… Έλα στό σπίτι, γιατί δέν είναι πρέπο, λέγει η μητέρα, νά είστε χωρισμένοι εσείς, πού θά παντρευτή τ᾿ Αργυρώ μας… γιά νά μήν κακιώση ο γαμπρός!…

Τώ όντι ο Φραγκούλας επείσθη, κ᾿ εφιλιώθη μέ τήν σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν τήν Αργυρώ, είτα μετ᾿ ολίγους μήνας τήν εστεφάνωσαν… Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ τού παλαιού ανδρογύνου, καί μ᾿ ένα γεροντόπαιδον μαζί, τό οποίον ήλθεν εις τόν κόσμον σχεδόν συγχρόνως μέ τόν γάμον τής πρωτοτόκου.

Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δέν έπαυε νά τρέχη πλησίον τού πατρός της, καί νά τόν παρακινή ν᾿ αγαπήση μέ τήν μητέρα.

Μίαν ημέραν, θλιβερά τού είπε:

― Δέν θά μπορώ πλέον νά ᾽ρχωμαι ούτε στό κελλί σου, πατέρα. Είναι κάτι κακές γυναίκες, εκεί στό μαχαλά, στό δρόμο πού περνώ, καί τίς άκουσα πού λέγανε, καθώς περνούσα: «Νά τό κορίτσι τής Φραγκούλαινας, πού τήν έχει απαρατήσει ο άντρας της…» Δέν τό βαστώ πλέον, πατέρα…

Τώ όντι παρήλθον τρείς ημέραι, καί η Κούμπω δέν εφάνη εις τό κελλί τού πατρός της. Τήν τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά καί μαραμένη, εφαίνετο νά πάσχη.

― Τί έχεις, κορίτσι μου; τής είπεν ο πατήρ της.

―Άν δέν έλθης, πατέρα, τού απήντησεν αποτόμως αίφνης, μέ παράπονον καί μέ πνιγμένα δάκρυα, νά ξεύρης, θά πεθάνω απ᾿ τόν καημό μου!…

―Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.

Τώ όντι, τήν άλλην ημέραν επήγεν εις τήν οικίαν. Αλλ᾿ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής, καί είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθε παρά τήν κλίνην της, καί τής ανήγγειλεν ότι έκαμεν αγάπην μέ τήν μητέρα της, διά νά χαρή, ήτον αργά πλέον. Η τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, καί ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε νά τήν ανακαλέση εις τόν πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν καί πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, μέ τήν λαλιάν εις τό στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στήν Παναγία νά κάμετε μιά λειτουργία… μέ τήν μητέρα μαζί…

Είπε καί απέθανε.

Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα, ομού μέ τήν σύζυγόν του… Κατόπιν απεσύρθη, κ᾿ εξηκολούθησε νά κλαίη μόνος του, εις τήν ερημίαν..

Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτον μάλλον φιλικός καί μέ τήν συναίνεσιν τής Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον νά γίνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο τήν τελευταίαν σύστασιν τής Κούμπως, «μέ τήν μητέρα μαζί». Μόνον έν παροδικόν πείσμα τού είχεν έλθει. Τού εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, καί η άλλη η δευτερότοκος, δέν τήν ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δέν τήν επένθησαν όσον τής ήξιζε, τήν ατυχή μικράν, τήν Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει νά ζή ολομόναχος πάλιν, τώρα, «επί γήραος ουδώ». Καί ενθυμείτο τόν στίχον τού Ψαλτηρίου: «Μή απώση με εις καιρόν γήρως… καί έως γήρως καί πρεσβείου μή εγκαταλίπης με».

Καί τήν ημέραν αυτήν, τήν παραμονήν τής Κοιμήσεως πάλιν, τόν ευρίσκομεν νά κάθηται εις τό προαύλιον τού ναΐσκου, καί νά καπνίζη μελαγχολικώς τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν… αναλογιζόμενος τόσα άλλα καί τούς οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι τού είχαν πάρει εν τώ μεταξύ τό καλύτερον κτήμα· ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν μέ οπωροφόρα δένδρα, μέ βρύσιν, μέ ρέμα καί νερόμυλον … καί νά εκχύνη τά παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας πρός τήν Παναγίαν.

«Εκύκλωσαν αι τού βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ επόθει ολοψύχως τόν μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, κ᾿ επεκαλείτο μεγάλη τή φωνή τόν «Γλυκασμόν τών Αγγέλων, τών θλιβομένων τήν χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός καί σώτειρα·

«αντιλαβού μου καί ρύσαι,
τών αιωνίων βασάνων…»

(1906)

Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου

ΠΗΓΗ: https://www.womantoc.gr/life/article/remvasmos-tou-dekapedavgoustou-to-syglonistiko-diigima-tou-papadiamadi

Η ελληνική συνεισφορά στον Δυτικό Κόσμο, απόσπασμα της Έντιθ Χάμιλτον

Πολιτισμός…Πόσο έχει κακοπάθει η λέξη στα χρόνια μας! Πόσο καμιά φορά την μπλέκουμε και την συγχέουμε, με τα τηλέφωνα και τα ραδιόφωνα και τις πλυστικές μηχανές!

Κι όμως, ο αληθινός πολιτισμός βασίζεται σ άξιες αφηρημένες: στην ηδονή του νου, στη λατρεία της ομορφιάς, της χαράς, της ευγένειας. Όταν σ αυτά τα ιδανικά βασίζεται ο πολιτισμός, χωρίς, παράλληλα, να χάνει τίποτα απ τη θετική του δραστηριότητα, τότε η ανθρώπινη ζωή έχει φτάσει σε κορφή, πού ίσως ποτέ να μη μπορεί να ξεπεράσει. Σπάνια είναι τα άτομα πού επέτυχαν αυτή την τέλεια ισορροπία σπανιότερες είναι ακόμα οι ιστορικές εποχές όπου, τέτοια άτομα αποτελούσαν την πλειοψηφία

Μα η εποχή του Περικλή ήτανε τέτοια εποχή. «Φιλοκαλούμεν μετ ευτελείας και φιλοσοφούμε άνευ μαλακίας», λέει ο Θουκυδίδης.

Δεν χρειάζεται νʼ αναζητήσουμε μακριά την απόδειξη, πώς οι Αθηναίοι ήταν άντρες σωστοί, γεροί, σφριγηλοί, και τίποτα δεν είχαν χάσει απ τον ανδρισμό τους, με τούτες τις αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Μιλούν γι αυτούς οι Μαραθώνες, οι Θερμοπύλες, οι Σαλαμίνες, ονόματα γραμμένα πια στις δέλτους της ιστορίας, σαν σύμβολα μιας νίκης ενάντια σε πολυαριθμότερο εχθρό. Ανδρείοι και γενναίοι ήταν οι σύγχρονοι του Περικλή. Διαλεκτικοί συνάμα και καπεταναίοι.

Τέτοια και τα παιδιά τους, τέτοια και τα εγγόνια τους: δίναν τη μάχη τους, αλλά λάτρευαν την Ιδέα.

Όταν ο Σοφοκλής είχε πια φτάσει στα βαθιά γεράματα, ο γιος του τον έσυρε στο δικαστήριο, με την κατηγορία πώς ήταν πια ξεμωραμένος και δε μπορούσε να φροντίσει τα του οίκου του. Ψύχραιμος, ο γέρος τραγικός, στάθηκε αντίκρυ στους δικαστές του και απάγγειλε ένα κομμάτι από μια τραγωδία που μόλις είχε τελειώσει. Και οι δικαστές κατάλαβαν και σώπασαν: και έπεσε η αγωγή από μόνη της. Ποια άλλη χώρα, ποια άλλη εποχή θα είχε τέτοιους δικαστές;

Ύστερα ήρθε o χαλασμός.

Πλακώσανε οι Σπαρτιάτες, μπήκανε στην πόλη της Αθήνας, και το ίδιο βράδυ έστησαν γερό τσιμπούσι, γύρω στα μνημεία, να πάρουν δύναμη, να καρδαμώσουνε, να ξεχυθούν με την αυγή να τα κάνουν όλα ρημαδιό.

Μα o υπεύθυνος για την ποιητική τους ψυχαγωγία, ακόμα και οι Σπαρτιάτες, στα συμπόσια, αναζητούσανε την ποίηση διάλεξε να τούς απαγγείλει ένα χωρίο τού Ευριπίδη, και οι άτεγκτοι αυτοί πολεμιστές, στον οργασμό της νίκης τους, μαλάκωσαν κι είπαν ότι μια πόλη πού βγάζει τέτοιον ποιητή, θα έπρεπε άθικτη να μείνει.

Είναι φανερό πώς άλλες άξιες είχαν οι Έλληνες απʼ αυτές πού έχουμε εμείς, στη σύγχρονη εποχή μας. Μας είναι κιόλας δύσκολο, συχνά ακατόρθωτο, να συνταιριάξουμε τα όσα ξέρουμε γιʼ αυτούς. Υπάρχουν εκφάνσεις πού μοιάζουν να συγκρούονται, και νʼ αντικρούουν η μια την άλλη. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιόμαστε, να είναι οι Έλληνες ιδεαλιστές μαζί και ρεαλιστές, ονειροπόλοι και προσγειωμένοι, φιλόσοφοι καλοί και συνάμα καλοί κατακτητές;

Το μυστικό, το αποκαλύπτει η γλυπτική τους, η ποίησή τους, η γραμματεία τους: «Παν μέτρον άριστον».

Ρωμαίος ήταν εκείνος πού είπε πώς είναι γλυκό να πεθαίνει κανένας για την πατρίδα του. Οι Έλληνες ποτέ δεν είπαν πώς είναι γλυκό να πεθαίνει κανένας για οτιδήποτε. Τέτοια μεγάλα ψέματα δεν τα ευνοούσαν. Πέθαιναν γιατί έπρεπε …

Διαφορετικός είναι ο «Επιτάφιος του Περικλεούς» απʼ ότι όμοιο έχει να δείξει η παγκόσμια ρητορική. Τίποτα το ηρωικό, τίποτα το υπερβολικό, δεν περικλείει. Eivαι ένας λόγος άμεσος, διαυγής, αληθινός. Ο ρήτωρ, πρώτα απʼ όλα, λέει, σʼ αυτούς πού τον ακούνε, να εύχονται ποτέ να μην τούς τύχη να πεθάνουνε, όπως πεθάνανε εκείνοι πού εξυμνεί. Ούτε τού έρχεται στο νου να συμβουλεύσει τούς πονεμένους γονιούς να ‘θεωρούνται ευτυχείς γιατί τα παιδιά τους χάθηκαν για χάρη της Αθήνας. Το ξέρει πώς ευτυχισμένος δε μπορεί να ναι ο γονιός στο πένθος του και στιγμή δεν σκέπτεται νʼ αλλάξει την αλήθεια.

Τα λόγια του προσφέρουν παρηγοριά, μα παρηγοριά αληθινή:

«Καρτερεΐν δε χρή καί άλλων παίδων έλπίδι ους έτι

ηλικία τέκνωσιν ποιείσθε.

Όσοι δʼ αυ παρηβήκατε, τον τε πλείονα κέρδος ον

ευτυχείτε

βίον ηγείσθε καί τόνδε βράχον έσεσθαι, καί τή τώνδε

ηλικία

κουφίζεσθε.»

Λόγια άπλα, σοβαρά, προσγειωμένα. Πώς να μην τα συγκρίνει κανένας με τα τόσα πού ακούγονταν, καθώς περνούν τα χρόνια, μπροστά στο μνημείο τού αγνώστου Στρατιώτη, σε πολλές απʼ τις χώρες της γης;

Το ίδιο λιτό και σοβαρό, είναι το επιτύμβιο για τούς Σπαρτιάτες πού έπεσαν στις Θερμοπύλες. «ʼΏ ξεϊν, άγγέλλειν Λακεδαιμονίου ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»

Επαναστατεί σχεδόν ή σύγχρονη ψυχή μας. Σίγουρα κάτι πιο πολύ, κάτι καλύτερο, λέμε άξιζε σε κείνα τα παιδιά. Μα για τούς Έλληνες, αυτό ήταν αρκετό. Ο Θάνατος για την Πατρίδα δεν χρειαζότανε διακοσμήσεις.

Ακόμα και στις τραγωδίες είναι φορές που η λιτότατης μας φαίνεται σκληρή κι απάνθρωπη, σαν κάτι να της λείπει. Δεν της λείπει τίποτα, εμείς είμαστε εκείνοι που έχουμε παραγεμίσει τη ζωή μας. Όταν ο Οιδίπους εμφανίζεται για τελευταία φορά και μιλάει για τη μεγάλη δυστυχία του, όλο πού οι φίλοι του έχουνε να του πούνε είναι:

«Έτσι είνʼ αλήθεια, όπως το λες.»

Κι όταν τους λέει πως προτιμούσε να ʼχε πεθάνει στα μικράτα του, πάλι απλή είναι ή συμπόνια και λιτή:

«Έτσι θα το ʼθελα κι εγώ.»

Αν μας φανεί σκληρή μια τέτοια απάντηση, θα πρέπει να θυμόμαστε πώς οι Έλληνες όχι μονάχα κοίταζαν κατάματα τα γεγονότα, μα και δεν το θεωρούσανε σωστό νʼ αποστρέψουν τα μάτια απ την αλήθεια.

Όταν η Ιφιγένεια λέει ότι για να ελευθερωθεί ο Πυλάδης πρέπει να πεθάνει ο Ορέστης, τούτος αρνιέται φυσικά, μα όχι μονάχα γιατί αγαπά το φίλο του. Φοβάται κιόλας την κατακραυγή τού λαού, της κοινωνίας:

«Θα ψιθυρίζει λέει, «ο κόσμος και θα με κατακρίνει πού άφησα το φίλο μου έτσι να πεθάνει, αγάπη σου έχω, μα και την καταφρόνια του κόσμου τη φοβάμαι».

Μουσική και μαθηματική μάθαιναν τʼ αρχαία Ελληνόπουλα στο σχολείο. Για να μπορούν και το ωραίο να χαίρονται και το σωστό να ζυγίζουν:

«Ότι μπορώ να φτάσω, να πασχίζω

κι ότι είναι ωραίο να το αγαπά,

κάνε, θεέ…»’

λέει ο Πίνδαρος.

Edith Hamilton – Αθάνατη Ελλάδα: η ελληνική συνεισφορά στον δυτικό κόσμο

Ο δρόμος του κάθε ανθρώπου, από τον Σιντάρτα του Έρμαν Έσσε

ΝΤΕΜΙΑΝ

Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του, το πρόπλασμα ενός δρόμου, το προσχέδιο ενός μονοπατιού.

Κανένας άνθρωπος δεν έφτασε να είναι εντελώς ο εαυτός του, ωστόσο, οι πάντες φιλοδοξούν να το κατορθώσουν, άλλοι στα τυφλά, άλλοι µε περισσότερο φως, ο καθένας όπως μπορεί.

Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ’ αυγό ενός αρχέγονου κόσμου.

Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι.

Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια.

Πολλοί είναι άνθρωποι από τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω.

Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη.

Οι ρίζες μας είναι κοινές. Όλοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα.

Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται να πετύχει το σκοπό του.

Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του

«Σιντάρτα Ένα ινδικό παραμύθι» Έρμαν Έσσε, Εκδόσεις Καστανιώτη

Διάσπαρτες σκέψεις ενός συγγραφέα του Κνουτ Χάμσουν

Θα μπορούσα να περάσω απέναντι στην Αγγλία, όπως το έκαναν αρκετοί, που σήμερα γυρίζουν σαν ήρωες γιατί εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, γιατί το ‘σκασαν απ’ τα χώματά τους. Δεν το έκανα. Δεν ήταν του χαρακτήρα μου ποτέ. Θεώρησα πως υπηρετούσα την πατρίδα μου καλύτερα εκεί που βρισκόμουνα, να ασχολούμαι με τη γη ανάλογα με τις δυνάμεις μου σ΄αυτούς τους δύσκολους καιρούς, που το έθνος μας είχε έλλειψη από κάθε τι. Κι ακόμα χρησιμοποιώ την πένα μου για τη Νορβηγία, που τώρα θα έβρισκε τη θέση της ψηλά-ψηλά ανάμεσα στις γερμανικές χώρες της Ευρώπης. Η σκέψη αυτή μίλησε στην καρδιά μου από την αρχή ακόμα. Ακόμα περισσότερο: με ενθουσίασε, με κατάκτησε.

[…]Σήμερα ακόμα νομίζω πως είναι, πως ήταν μια μεγάλη κι ωραία ιδέα για τη Νορβηγία, που άξιζε να πολεμήσει κανείς και να δουλέψει σκληρά γι’ αυτή. Νορβηγία: μια αυτάρκης και αυτόφωτη χώρα στην άκρη της Ευρώπης!

[…] Όταν καθόμουν κι έγραφα και τηλεγραφούσα νύχτα και μέρα, πρόδιδα, λένε, την πατρίδα μου. Ήμουνα προδότης, λένε. Ας πάει κι αυτό. Μα δεν αισθανόμουν εγώ έτσι, ποτέ μου, ούτε και σήμερα αισθάνομαι έτσι. Έχω την καλύτερη ειρήνη με τον εαυτό μου, την καλύτερη συνείδηση.
Εκτιμώ σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη. Εκτιμώ ακόμα περισσότερο τη νορβηγική δικαιοσύνη, μα όχι τόσο πολύ ώστε να υποτιμώ τη δική μου κρίση για το τι είναι καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο. Είμαι αρκετά μεγάλος πια, για να ‘χω το δικαίωμα να ‘χω ένα δικό μου κώδικα˙ κι αυτός είναι δικός μου.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κνουτ Χάμσουν – Paa gjengrodde stier (Σε Χορταριασμένα Μονοπάτια)

Πηγή:http://thulebooks.blogspot.com/

Το σχολείο των ζώων, μια ιστορία του Λέο Μπουσκάλια για την εκπαίδευση

“Διηγούμαι πάντα την ιστορία ενός σχολείου ζώων, μια συναρπαστική ιστορία που λένε οι παιδαγωγοί επί χρόνια. Πάντα γελάμε μ’ αυτή, αλλά ποτέ δεν κάνουμε τίποτε.

Ένας λαγός, ένα πουλί, ένα ψάρι, ένας σκίουρος, μια πάπια και διάφορα άλλα ζώα αποφάσισαν ν’ ανοίξουν ένα σχολείο. Κάθισαν όλοι κάτω να οργανώσουν το πρόγραμμα.

Ο λαγός επέμεινε ότι στο πρόγραμμα έπρεπε να συμπεριληφθεί το τρέξιμο.
Το πουλί επέμεινε για το πέταγμα.
Το ψάρι επέμεινε για το κολύμπι.
Ο σκίουρος επέμεινε για το κάθετο σκαρφάλωμα στα δέντρα.
Κι όλα τα άλλα ζώα ήθελαν να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα η ειδικότητά τους, κι έτσι έβαλαν τα πάντα και μετά έκαναν το ανεπανόρθωτο σφάλμα να επιμείνουν να παρακολουθήσουν όλα τα ζώα όλα τα μαθήματα.

Ο λαγός έτρεχε υπέροχα, κανείς δεν έτρεχε τόσο γρήγορα σαν το λαγό. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι ήταν απαραίτητο για τη διανοητική και συγκινησιακή πειθαρχία να μάθουν στο λαγό να πετάει. Επέμειναν λοιπόν να μάθει να πετάει και τον ανέβασαν σ’ ένα κλαδί και του είπαν: «Πέτα, λαγέ!» Το κακόμοιρο το ζωάκι πήδησε κι έσπασε το πόδι του και το κεφάλι του. Έπαθε ζημιά ο εγκέφαλός του και μετά ούτε να τρέξει καλά δεν μπορούσε. Έτσι αντί για Α στο τρέξιμο πήρε Γ. Πήρε κι ένα Δ στο πέταγμα για την καλή του προσπάθεια. Κι όλοι στην επιτροπή του προγράμματος ήταν ευχαριστημένοι.

Το ίδιο έγινε και με το πουλί — πέταγε σαν τον άνεμο εδώ κι εκεί, έκανε τούμπες και κόλπα κι έπαιρνε Α στο πέταγμα. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι έπρεπε να μάθει να σκάβει τρύπες σαν τυφλοπόντικας. Βέβαια το πουλί έσπασε τελικά τα φτερά του και το ράμφος του και πολλά άλλα και δεν μπορούσε πια ούτε να πετάει. Όλοι όμως ευχαριστήθηκαν που του έβαλαν ένα Γ στο πέταγμα, και ούτω καθεξής.
Και ξέρετε ποιος ήταν ο αριστούχος αυτού του σχολείου;

Ένα διανοητικά καθυστερημένο χέλι γιατί μπορούσε να κάνει τα πάντα σχεδόν αρκετά καλά. Η κουκουβάγια αποσύρθηκε και τώρα ψηφίζει «όχι» σε όλα τα ψηφίσματα που έχουν να κάνουν με τα κονδύλια της παιδείας.

Όλοι το ξέρουμε πολύ καλά, πως ο τρόπος αυτός είναι λανθασμένος κι ωστόσο κανείς δεν κάνει ποτέ τίποτε. Μπορεί να είσαι μεγαλοφυΐα. Μπορεί να είσαι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου — δε θα καταφέρεις να μπεις στο Πανεπιστήμιο – αν δεν περάσεις την τριγωνομετρία. Που θα την κάνεις τι; Δεν μπορείς να πάρεις απολυτήριο από το Λύκειο αν δεν περάσεις σ’ αυτό και κείνο το μάθημα! Δεν μπορείς να βγεις από το Δημοτικό αν δεν κάνεις αυτό ή το άλλο! Δεν έχει καμιά σημασία ποιος είσαι. Ρίξτε μια ματιά στη λίστα των αποτυχημένων μαθητών: Γουίλιαμ Φώκνερ, Τζον Φ. Κέννεντυ, Τόμας Έντισον.. Δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα στο σχολείο. Ήταν κόλαση γι’ αυτούς. «Δε θέλω να μάθω κάθετο σκαρφάλωμα. Ποτέ δεν πρόκειται να σκαρφαλώσω κάθετα σ’ ένα δέντρο. Είμαι πουλί. Μπορώ να πετάξω στην κορφή του δέντρου χωρίς να χρειάζεται να σκαρφαλώσω». «Δεν έχει σημασία, είναι καλή πνευματική άσκηση».”

Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου.
Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.
Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε…

Η εορτή του πατρός μου, Εμμανουήλ Ροΐδης

Την ερχομένην Πέμπτην είναι η εορτή του Aγ. Iωάννου και του πατρός μου. Δεν υπάρχει κίνδυνος να το λησμονήσω, αφού η μητέρα μου μού το ενθυμίζει δέκα φορές τουλάχιστον την ημέραν, με κάποιον μάλιστα θυμόν, ευρίσκουσα ότι δεν με συγκινεί όσον έπρεπε η αγγελία ότι ο πατήρ μου λέγεται Iωάννη

H αλήθεια είναι ότι τον πατέρα μου τον σέβομαι και κάπως τον φοβούμαι, διότι είναι άνθρωπος σοβαρός, ολιγόλογος και δεν μου δίνει πολύ θάρρος, δύσκολον όμως μου είναι να θεωρήσω ως μέγα κατόρθωμά του και το ότι ονομάζεται Γιάννης.

Oκτώ ημέρες προ της εορτής, με είπεν η μητέρα μου ότι ήτο καιρός να ετοιμάσω την προσφώνησίν μου. H διαταγή αυτή ηύξησε την στενοχωρίαν μου. Eύρισκα ότι ήτο όλως περιττόν και κάπως άνοστον να προσφωνήσω τον πατέρα μου, ενώ δεν είχα τίποτε νεότερον να του είπω. Έπειτα δεν ήξευρα και καλά πώς φέρονται οι προσφωνούντες. Έπρεπεν άρα να σταθώ εις δύο βημάτων απόστασιν, να υποκλιθώ και έπειτα ν’ αρχίσω την ανάγνωσιν της προσφωνήσεως, ή πρώτα να χώσω την μύτη μου, καλοσφουγγισμένην, εις τα κόκκινα γένια του πατρός μου; Εφοβούμην μήπως φανώ γελοίος και ακόμη περισσότερον μήπως εννοήσει πόσον γελοίαν εύρισκα την τελετήν.

Διά να γίνουν τα πράγματα με τάξιν, ηθέλησεν η μητέρα μου να κάμομεν προγυμνάσεις και δοκιμάς, απαράλλακτα καθώς εις το θέατρον. Η απαγγελία μου δεν την ευχαρίστησε διόλου, διά τον λόγον ότι έλειπεν από αυτήν η απαιτουμένη δόσις συγκινήσεως. Απεφάσισε λοιπόν ότι καλύτερο θα ήτο να προσφέρω την προσφώνησίν μου έγγραφον και μαζί με αυτήν μίαν γάστραν ανθέων.

Την επομένην ημέραν ηρχίσαμεν από το πρωί την σύνταξιν της προσφωνήσεως. Η μητέρα μου ήτο παλαιά μαθήτρια του Αρσακείου και επροσπάθει, ξύουσα την κεφαλήν της με την βελόνην του πλεξίματος, να ενθυμηθεί όσα έμαθεν από τον Ράνταν αρχαία ελληνικά. Η προσφώνησις άρχιζε:

«Πάνσεπτε και Αγαπητέ μοι Πάτερ,

Έμπλεως συναισθημάτων ευφροσύνης παρίσταμαι κατά τήνδε χαρμόσυνον ημέραν, ίνα υποβάλω υμίν …» και ηκολούθουν άλλαι δέκα αράδες απελέκητες ελληνικούρες, τας οποίας έπρεπε ν’ αντιγράψω επάνω εις χαρτί με χρυσάς σειράς και ένα περιστέρι εις την αριστεράν γωνίαν. Δεν ηξιώθην ποτέ να λάβω βραβείον καλλιγραφίας, έπειτα έτρεμαν ολίγον και τα δάκτυλά μου, διότι ήτο Γενάρης και δεν ανάπταμεν φωτιάν παρά μόνον εις το μαγειρείον. Με όλην μου λοιπόν την καλήν θέλησιν εγέμιζα μελάνι τα ο, τα ρ, και τας ουράς του ζ, και διά κάθε μουντζούραν ελάμβανα από την μητέρα μου έναν μπάτσον. Με έκαμε ν’ αντιγράψω την προσφώνησιν επτά φορές και θα την αντέγραφα βεβαίως πολύ περισσότερες, αν το χαρτί με τας χρυσάς γραμμάς και το περιστέρι δεν εκόστιζεν δεκαπέντε λεπτά το φύλλον.

Αριστείδης Βαρούχας,
Κύριος που διαβάζει εφημερίδα

Το απόγευμα υπήγαμεν εις την Αγίαν Ειρήνην να προμηθευθώμεν την γάστραν και εκάμαμεν τα δύο ανθοπωλεία άνω κάτω. Η μητέρα μου εμυρίζετο το εν μετά το άλλο όλα τα φυτά, με κάποιαν δυσπιστίαν, ως να ήσαν ψάρια, και όσα δεν εύρισκε βρόμικα τα εύρισκεν ακριβά. Έτυχε και να πατήσει επάνω εις ένα νεκρικόν στέφανον, όπου ευρίσκετο καταγής. O ανθοπώλης ήτο άνθρωπος με ολίγην υπομονήν και ακόμη ολιγοτέραν ανατροφήν. Την ονόμασε «Μάγισσαν» και εμένα «έκτρωμα». Η αλήθεια είναι ότι είχα μίαν κάποιαν ομοιότητα με τον πατέρα μου. Μετά πολλά παζάρια εδέχθη, διά να μας ξεφορτωθεί, να μας αφήσει ένα αρρωστημένον γεράνιον διά μίαν και εξήντα πέντε.

Την παραμονήν της εορτής εκάμαμεν γενικάς δοκιμάς. Η μητέρα μου με είχε διδάξει πώς έπρεπε να παρουσιασθώ, κρατών το χειρόγραφον εις την μίαν χείρα και το άνθος εις την άλλην, πώς έπρεπε να το προσφέρω και να προβώ έπειτα εις τον ασπασμόν της πατρικής δεξιάς. Κατ’ εκείνην ακριβώς την στιγμήν ηκούσαμεν το βήμα του πατρός μου και έσπευσα να κρύψω την γάστραν υποκάτω από την κλίνην. Είμαι όμως βέβαιος ότι ο πατήρ μου την παρετήρησεν, αλλ’ εθεώρησε πρέπον να υποκριθεί ότι δεν είδε τίποτε, διά να μη στερηθεί αύριον την ευχαρίστησιν της εκπλήξεως.

Τέλος πάντων ανέτειλεν η επίσημος ημέρα, σκοτεινή, βροχερή και παγωμένη. Η μητέρα μου ήλθε να μ’ εξυπνήσει πριν φέξει. Είχε βάλει το μεταξωτόν της φουστάνι και μ’ έκαμε να φορέσω τα καλά μου. Ενύσταζα ακόμη, εκρύωνα, έσταζεν η μύτη μου και μ’ εβασάνιζαν αι χιονίστραι. Τον πατέρα μου ευρήκαμεν εις το κρεβάτι, φέροντα όμως επί της φαλάκρας του, αντί του καθημερινού άσπρου του σκούφου, το βελούδινον κεντητόν φεσάκι του των επισήμων ημερών. Τούτο όμως δεν τον εμπόδισε να υποκριθεί έκπληξιν, όταν επαρουσιάσθημεν ενώπιόν του, η μητέρα μου με το μεταξωτόν της φόρεμα και εγώ με την προσφώνησιν και με την γάστραν.

Πώς!, ανέκραξεν, είναι σήμερον η εορτή μου! Εγήρασα ακόμη έναν χρόνον. Έλα γυναίκα, να σε φιλήσω.

Όταν ήλθεν η σειρά μου, ευρέθην κάπως συγχυσμένος, διότι κατά το πρόγραμμα επροηγείτο η προφώνησις, έπειτα ήρχετο η προσφορά της γάστρας και το φίλημα τελευταίον. Oπωσδήποτε επροσπάθησα ν’ αναρριχηθώ επί της κλίνης, αλλά μ’ εδυσκόλευε πολύ το γεράνιον. Είχα κατορθώσει να θέσω το εν γόνατον επ’ αυτής, όταν μου εξέφυγεν από τας χείρας η γάστρα και εχύθη το βρεγμένον καστανόχωμα επάνω εις τα σινδόνια και το υποκάμισον του πατρός μου. Το τοιούτο περίχυμα ήτο βεβαίως δυσάρεστον μ’ εκείνο το κρύον. Άδικον λοιπόν θα ήτο να παραπονεθώ αν, αντί φιλήματος, έλαβα από τον πατέρα μου μίαν μούντζαν, η δε μήτηρ μου μ’ εσυνόδευσεν ως την θύραν διά να με φιλοδωρήσει έναν τελευταίον μπάτσον. Η μόνη μου μετά τα τόσα βάσανα παρηγορία είναι ότι η προσεχής εορτή του πατρός μου απέχει ακόμη τριακοσίας εξήντα πέντε ημέρας.

Έρωτας , η μεγάλη θυσία, του Ευάγγελου Παπανούτσου

ΕΡΩΤΑΣ:

“Πολύ μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση των διαθέσεων και της συμπεριφοράς του ανθρώπου στο κεφάλαιο της ερωτικής ζωής, και γενικότερα στη συγκρότηση της προσωπικότητάς του, έχουν οι πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες, το πώς γεύτηκε στα χρόνια της νεότητάς του την ηδονή του φύλου. Εάν μερικοί μιλούν για την επιθυμία και τον έρωτα επιπόλαια η με σαρκασμό, σα να είναι δευτερεύουσες η ευτελείς υποθέσεις της ζωής, εάν ακόμη μερικοί αισθάνονται απέναντι στην επιθυμία και στον έρωτα αποστροφή και φόβο, αηδίαν η αβεβαιότητα, τούτο κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στο γεγονός ότι και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δεν ευτύχησαν να έχουν καλές σεξουαλικές και αισθηματικές εμπειρίες στα πρώτα, τα κρίσιμα χρόνια της ζωής. Με τις πρώτες εμπειρίες, και σε τούτο και σε πολλά άλλα θέματα, τοποθετούνται για το χαρακτήρα και την πνευματική υφή του ανθρώπου οι σιδηροτροχιές απάνω στις οποίες θα κινηθεί, όπως το τραίνο στις γραμμές του.

Είναι μεγάλη ευλογία για το νέο άνθρωπο να έχει με καλούς οιωνούς μυηθεί στα αινίγματα και στις συγκινήσεις του sex. Θα σταθεί γερά πάνω στα δυο του πόδια, θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και θα αντέξει στις θύελλες της ζωής.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που έχει γευτεί πρόστυχα την ηδονή της σάρκας στα πρώτα βήματά του, ή στο πρώτο του ερωτικό αναφτέρωμα συνάντησε την αδιαφορία ή γνώρισε την απογοήτευση. Στραβώνει ο δρόμος του και δύσκολα θα ξαναβρεί τη σωστή γραμμή. Δεν είναι σπάνιοι (ακόμη και στους κύκλους των μορφωμένων) εκείνοι που, όταν συζητούμε μαζί τους για τον έρωτα, μας αιφνιδιάζουν με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν ή τον προσπερνούν με ελαφρότητα και ειρωνεία ή μιλούν γι’ αυτόν με κυνισμό και απρέπεια. Απορούμε πώς άνθρωποι σοβαροί τηρούν απέναντι σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα μια τόσο παιδαριώδη στάση. Κακότυχοι άνθρωποι… Την ώρα που πήγαινε να ανθίσει η ψυχή τους, που δοκίμαζαν να μυηθούν στα μυστήρια και να χαρούν το θαύμα, δεν αξιώθηκαν να βρούν τον σύντροφο τον πρόθυμο να τους παρασταθεί, τον άξιο ν’ αγωνιστεί μαζί τους τον ωραίο αγώνα-και έμειναν στη μέση του δρόμου ή παραστράτησαν. Όσο περνούν τα χρόνια η στέρηση θα γίνεται πιο πικρή, ο εκτροχιασμός πιο επικίνδυνος και ξαφνιάζεται κανείς να βλέπει ανθρώπους που πέρασαν με ευπρέπεια τη ζωή τους, να έχουν γεράματα όχι ειρηνικά, ούτε ανεπαίσχυντα.

Θα έδινα λοιπόν στους νέους για τον ορθό ερωτικό προσανατολισμό τους τις εξής συμβουλές:

α. Μην ταυτίζετε τον έρωτα με την επιθυμία. Η επιθυμία είναι απαίτηση της ζωτικότητάς σας, η ικανοποίηση της θα σας ανακουφίσει. Ο έρωτας αποκαλύπτεται στο πνεύμα, με αυτόν θα ολοκληρωθεί η ύπαρξή σας…
Μη βιάζεσαι λοιπόν να αποφασίσεις. Περίμενε να ‘ρθει η ευλογία του έρωτα. Πρώτη μας λοιπόν συμβουλή πρέπει να ‘ναι προσμονή, όχι βιασύνη. Γιατί όχι βιασύνη; Γιατί την ώρα της ροδοδάκτυλης αυγής μια κακή τοποθέτηση της αγάπης μας μπορεί να μας πολώσει προς τα κάτω, να μεταθέσει το κέντρο του ηθικού μας βάρους χαμηλά και να μείνουμε εκεί- να μαδήσουν τα φτερά μας και να μην πετάξουμε πια ψηλά….

Κάτι απερίγραπτα λεπτό και πολύτιμο υπάρχει μέσα σου. Φύλαξέ το ! Μη ρίξεις αμέσως αυτή την τελευταία εφεδρία στη μάχη, με την πρώτη κιόλας κρούση προς το άλλο φύλο.

β. Μην προσπαθήσετε να αποσπάσετε την αγάπη με μέσα ανέντιμα από το πρόσωπο που σας έχει γοητέψει. Ο έρωτας δεν εκβιάζεται. Γίνου άξιός του να σου δωθεί. Ας διδάξουμε στους νέους ότι ο έρωτας είναι μια σχέση απόλυτης αμοιβαιότητας. Συνδέει 2 πρόσωπα που το καθένα έχει ελεύθερα εκλέξει το άλλο, και είναι πάντοτε πρόθυμο να χαρίζεται στο άλλο, χωρίς ποτέ να συλλογίζεται ή να υπολογίζει την αμοιβή, γιατί έχει τη συνείδηση ότι οσαδήποτε κι αν δώσει, προσφέρει λιγότερα απ’ όσα παίρνει….

Εάν η ανταπόκριση δεν υπάρχει στην διάθεση και στην πράξη και των 2 προσώπων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έρωτα. Όταν αντιληφθούμε ότι παρά την προσφορά μας δεν συναντούμε ειλικρινή και αμέριστη ανταπόκριση από τον άλλο, τούτο είναι σημάδι φανερό ότι δεν βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο, δεν χτυπάμε την πόρτα που θα ανοίξει. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι εάν επιμένουμε, πιέσομε, κάνουμε πιο συστηματικά την πολιορκία μας, θα κατακτήσουμε το είδωλό μας. Η τακτική αυτή ίσως να είναι αποτελεσματική στο επίπεδο της επιθυμίας, όχι και στο επίπεδο του έρωτα.

γ. Όταν κατακτήσετε το μεγάλο αγαθό του έρωτα, μην αναπαυθείτε στις δάφνες σας. Είναι δυσκολότερο ακόμη να το διατηρήσετε. Για να κρατηθείτε στο ύψος της δωρεάς που σας έγινε, θα αγωνιστείτε ανανεώνοντας διαρκώς τους τίτλους των διεκδικήσεών σας. Ο έρωτας μοιάζει με την ελευθερία σε τούτο: ότι είναι προνόμιο που πρέπει διαρκώς να αποδείχνεις στη πράξη ότι το αξίζεις. Για να διατηρηθεί στέρεος ο ερωτικός δεσμός έχει ανάγκη από διαρκώς μεγαλύτερα κεφάλαια τρυφερότητας και στοργής , εμπιστοσύνης και εκτίμησης, αφοσίωσης και θαυμασμού, που να τα καταθέτουν χωρίς φειδώ και τα δύο μέρη.

Γιατί ο αληθινός έρωτας είναι ένα αέναο παρόν, όχι παρελθόντος αναμνήσεις. Υπάρχει μόνο ως μία διαρκώς ανανεωνόμενη κατάκτηση. Και κερδίζεται με τις θυσίες που απαιτεί μία νίκη ακριβή. Έτσι δίνεται στον άνθρωπο κάθε είδος ευτυχίας”.

Πηγή: Πρακτική Φιλοσοφία