Με χαρά η σελίδα μας “Στο δρόμο της ποίησης”, σε συνεργασία με το Θέατρο Σοφούλη στη Θεσσαλονίκη, την Τρίτη 11 Νοεμβρίου και ώρα 21.00 δίνει την ευκαιρία σε 2 τυχερούς να κερδίσουν από μία διπλή πρόσκληση, για την παράσταση “Σκηνές από έναν γάμο”, με τους Αντώνη Λουδάρο και Παυλίνα Χαρέλα.
Η παράσταση που προκάλεσε αίσθηση την προηγούμενη θεατρική σεζόν επιστρέφει ανανεωμένη στο Θέατρο Σοφούλη. Ο Αντώνης Λουδάρος υπογράφει τη σκηνοθεσία στο βραβευμένο αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Σκηνές από έναν γάμο».
Λίγα λόγια για το έργο:
Ένα ζευγάρι, μια ιστορία είκοσι χρόνων. Υπάρχει άραγε η τέλεια σχέση; Ο Γιόχαν και Μαριάννα είναι –φαινομενικά τουλάχιστον- το τέλειο ζευγάρι. Κι όμως μια ματιά, μια παύση, μια μισοτελειωμένη φράση, μια αδιόρατη κίνηση ίσως μαρτυρούν ένα χάσμα. Τι θα συμβεί όταν αυτό το χάσμα έρθει στο φως;
Η κλασική ταινία του Μπέργκμαν «Σκηνές από έναν γάμο» έχει τιμηθεί με βραβείο καλύτερης ταινίας στις Χρυσές Σφαίρες, με βραβεία καλύτερης ταινίας και σεναρίου από την Εθνική Ένωση Κριτικών των ΗΠΑ (NSFC) και χάρισε στην Λιβ Ούλμαν πολλά βραβεία και υποψηφιότητες για την ερμηνεία της. Τώρα ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Σοφούλη με τον Αντώνη Λουδάρο στον ρόλο του Γιόχαν και την Παυλίνα Χαρέλα στον ρόλο της Μαριάννας.
Το έργο παρουσιάζεται σε συνεργασία με τον Ατζέντη Josef Weinberger Limited, Λονδίνο, για λογαριασμό του Ιδρύματος Ingmar Bergman.
O Άρθουρ Άσερ Μίλλερ, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς, γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 και πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 2005. Το έργο του υπήρξε ορόσημο για τη δραματουργική τέχνη. Μέσα από αυτό εξέθεσε τις παθογένειες του «αμερικανικού ονείρου», δεχόμενος ισχυρή κριτική στη χώρα του. Ο συγγραφέας του «Ο Θάνατος του Εμποράκου», του «Σπασμένου Γυαλιού» και τόσων άλλων αριστουργημάτων, αποτύπωσε στα έργα του τη δική του αμερικανική κοινωνία. Σ’ αυτά συχνά αντικατόπτριζε ή επανερμήνευε και τα δημόσια στοιχεία της ίδιας του της ζωής, μεταξύ των οποίων ο σύντομος γάμος του με τη Μέριλιν Μονρό, αλλά και η επιμονή του να μη συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντι-Αμερικανικών Δραστηριοτήτων. Σε όλα τα έργα του κυριαρχούν οι ιδέες για τη σπουδαιότητα της οικογένειας, του αυτοσεβασμού και της συνείδησης
Το πρώτο του έργο που ανέβηκε στο Μπροντγουαίη “Ο άνθρωπος που είχε τύχη” το 1944, γνώρισε την αποτυχία. Η τύχη του χαμογέλασε με τα έργα “Ήταν όλοι τους παιδιά μου”, 1947 και “Ο θάνατος του εμποράκου”, 1949 και τον καθιέρωσε ως πρωτοποριακό συγγραφέα – δραματουργό, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Το ίδιο έτος, γίνεται ο πρώτος που κερδίζει τρία βραβεία, το Βραβείο Πούλιτζερ (“Ο θάνατος του εμποράκου”), το Βραβείο Τόνι και το βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης. Το 1953 με το έργο του “Η μεγάλη δοκιμασία” σχολίαζε και κατέκρινε τον μακαρθυσμό κι αυτό το έργο υπήρξε η αιτία για να τον ανακρίνει η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Ο Μίλερ αρθρογραφούσε και στους «New Υοrk Times», καταγγέλλοντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λογοκρισία και υπερασπιζόμενος τους διωκόμενους καλλιτέχνες.
Το έργο του «Σπασμένο Γυαλί» (1994), το οποίο έχει βραβευτεί με το Olivier Award, αναφέρεται στην γνωστή σε όλους Νύχτα των Κρυστάλλων (Night of the Broken Glass) και πως τα μοιραία γεγονότα της επηρέασαν μία απλή γυναίκα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Αυτή τη φορά, ο πλέον Ευρωπαίος από τους Αμερικανούς συγγραφείς, επιστρέφει στο παρελθόν για να φωτίσει καλύτερα το παρόν.
Ο τίτλος του έργου, «Σπασμένο Γυαλί» προέρχεται από το Kristallnacht, γεγονός που είναι επίσης γνωστό ως Night of Broken Glass. Η Νύχτα των Κρυστάλλων σηματοδοτεί την απαρχή της φρικωδίας του Ολοκαυτώματος, το οποίο 10 χρόνια αργότερα θα σημάνει και τον τερματισμό της μακραίωνης εξορίας των Εβραίων, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Mια νύχτα, που σε ολόκληρο το Ράιχ σπάνε τα παράθυρα πάνω από 7.000 εβραϊκών σπιτιών και καταστημάτων. 1.574 Συναγωγές και πολλά εβραϊκά κοιμητήρια λεηλατούνται σε ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ καταστροφής. Το μήνυμα για τους Εβραίους της χώρας είναι απόλυτα σαφές. Οι Εβραίοι θα αναγκαστούν να πληρώσουν ένα βαρύτατο τίμημα για την πίστη τους, την ταυτότητα τους. Με τα σπίτια τους. Τις επιχειρήσεις τους. Την ελευθερία τους. Και, κυρίως, με τη ζωή τους. Η μέρα που ξημερώνει φέρνει έναν καινούργιο κόσμο. Οι πολίτες αντιδρούν με απέχθεια αλλά δεν κάνουν τίποτα. Η αρχή του τέλους είναι εδώ. Έτσι αρχίζει το Ολοκαύτωμα.
Η υπόθεση του έργου εκτιλίσσεται στην Νέα Υόρκη του 1938, την νύχτα των κρυστάλλων που οι Ναζί έσπασαν όλα τα μαγαζιά των Εβραίων, όταν η Σύλβια Γκέλμπεργκ ξαφνικά παραλύει. Χωρίς κανένα παθολογικό αίτιο, μένει ακίνητη από τη μέση και κάτω. Μπορεί ένα κοινωνικό γεγονός να επηρεάσει τόσο την υγεία κάποιου; Ή μήπως η αιτία βρίσκεται στον γάμο της με τον Φίλλιπ; Ο Δόκτωρ Χάιμαν θα σκάψει όσο πιο βαθειά αντέχει στα μυστικά της οικογένειας προκειμένου να την βοηθήσει. Αυτό όμως που θα βρει, μπορεί να μας βοηθήσει όλους. Το «Σπασμένο Γυαλί» θίγει διαχρονικά θέματα προσωπικής ευθύνης, αφοσίωσης και ενοχής, που αναφέρονται σε όλους εμάς, τους απλούς ανθρώπους. Ο Μίλερ καταφέρνει για άλλη μια φορά να συνδέσει με ιδιαίτερο και γοητευτικό τρόπο το προσωπικό με το κοινωνικό.
Στο έργο αυτό, μια από τις πιο σημαντικές και ώριμες δουλειές του Μίλλερ, ο συγγραφέας ψυχαναλύει ένα γάμο και μας δείχνει όλα αυτά που μας κρατούν ακίνητους τη στιγμή που θα έπρεπε να δράσουμε. Όλους τους φόβους και τα μυστικά που μας κρατούν καθηλωμένους σε μια πραγματικότητα, μια σχέση, μια δουλειά που δεν μας ταιριάζει. Πολλές φορές δεν αντιδρούμε επειδή φοβόμαστε το άγνωστο. Άγνωστο όμως είναι το μέλλον μας ακόμη και αν μείνουμε εκεί που είμαστε.
Στο «Σπασμένο γυαλί» του Μίλερ τίθεται μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση: «Γιατί δεν μπορεί να περπατήσει η Σίλβια Γκέλμπεργκ;». Η γυναίκα είναι μια νοικοκυρά του Μπρούκλιν με καλή υγεία. Δεν δεν δείχνει έχει τίποτα νευρωτικό πάνω της. Είναι έξυπνη, έχει έντονη προσωπικότητα και για όλους το συμβάν αυτό φαίνεται απίστευτο. Είναι αλήθεια ότι την εποχή αυτή -το 1938- οι εφημερίδες είχαν δημοσιεύσει μια φωτογραφία ηλικιωμένων Εβραίων που αναγκάστηκαν από τους ναζί να τρίβουν έναν δρόμο με οδοντόβουρτσα. Αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν 4.000 μίλια μακριά από τον τόπο που διέμενε δεν μπορούν να έχουν μεγάλη σχέση με την ξαφνική της αναπηρία που καθηλώνει την ίδια και θυμώνει τον σύζυγό της. Ή μήπως μπορούν; Ένα είδος ιστορίας αγωνίας, το “Σπασμένο Γυαλί” αναδεύει και ανιχνεύει τις ταραγμένες ζωές και το γάμο των Γκέλμπεργκ και τελικά φτάνει στην πηγή του μυστηρίου. Ο Μίλερ, αυτή τη φορά περισσότερο από ποτέ, μας φανερώνει την ευαίσθητη συνείδησή του.
Ο τίτλος του έργου έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, αναφέρεται στη Νύχτα των Κρυστάλλων και καταγγέλλει το ναζισμό, από την άλλη όμως υποδηλώνει τη βία που κρύβεται στη σχέση των δύο συζύγων και τα συντρίμμια του γάμου τους. Ο Μίλερ συνδέει τα τραύματα των Γκέλμπεργκ με τη ναζιστική υστερία που σαρώνει τη Γερμανία. Η παράλυση της Σίλβια έχει να κάνει με την άρνηση των γύρω της να αναγνωρίσουν τη ναζιστική απειλή. Η στάση του συζύγου της την εξουδετερώνει κυριολεκτικά. Ο Γκέλμπεργκ, αν και με εβραϊκές ρίζες ο ίδιος, μισεί τους Εβραίους και τρέφει ρατσιστικά συναισθήματα για τους ανθρώπους της καταγωγής του. Είναι ένας άνθρωπος άνανδρος, μυθομανής, ανασφαλής και εμπαθής.
Στην ουσία, πίσω από την ξαφνική αναπηρία της Σίλβια, κρύβεται η “ανάπηρη” σχέση που έχει με τον άνδρα της. Για τον ίδιο τον Μίλερ το “Σπασμένο Γυαλί”, είναι μια τραγωδία με “πολύ γέλιο”. Πιστεύει πως η ελπίδα υπάρχει πάντα και ότι όλοι οι άνθρωποι στα έργα του, αγωνίζονται “ν’αλλάξουν”. Κάθε σκηνή του έργου αποκαλύπτει και νέες πλευρές της προσωπικότητας των ηρώων ή μας βυθίζει περισσότερο στο λαβύρινθο ενός σκοτεινού μυστικού. Η Σίλβια Γκέλμπεργκ δεν μπορεί να περπατήσει γιατί ο σύζυγός της είναι ένας φανατικός. Το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ έχει δύο δυνατά σκέλη, τον αντισημιτισμό και τη σεξουαλική νεύρωση και τα υφαίνει σε ένα λαμπρό, όλο αγωνία, έργο.
Ο τίτλος δηλώνει πολλά επίπεδα. Το γυαλί, αφού σπάσει, δεν μπορεί να επανασυγκολληθεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να επισκευαστεί κάτι σπασμένο: ο γάμος, η ταυτότητα, η χώρα. Ο Μίλερ συνδέει την προσωπική ζωή με την πολιτική.
Μπορεί να έγραψε το έργο το 1994, όταν ήταν σε ηλικία 79 ετών, αλλά ο συγγραφέας θυμάται τα χρόνια του Μεσοπολέμου και οι αναφορές του στον αμερικανικό αντισημιτισμό είναι συγκλονιστικές. Θέτει ιδέες για την αφομοίωση, την αυτογνωσία και την αποδοχή σε μια ιστορία που μοιάζει με θρίλερ. Μια τοιχογραφία του κλίματος και της κοινωνικής κρίσης στην Αμερική του 1938-39, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αποτέλεσμα; Ένα συναρπαστικό έργο, μια καθηλωτική παράσταση σκηνοθετημένη από την Άσπα Καλλιάνη με σχεδόν αστυνομική υφή και κινηματογραφικούς ρυθμούς.
Το «Σπασμένο γυαλί» του Arthur Miller το είχαμε ξαναδεί στο Θέατρο Εξαρχείων τη θεατρική περίοδο 1995-1996, σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, μετάφραση Αννίτας Δεκαβάλλα με τους ηθοποιούς Τάκη Βουτέρη, Αννίτα Δεκαβάλλα, Στάθη Λιβαθινό, Αλεξάνδρα Μπατσαλιά, Λιάνα Παρούση, Θεολόγο Βλουτή. Αυτήν την περίοδο παίζεται στο θέατρο ΠΟΛΗ για 2η σεζόν, σε σκηνοθεσία της Άσπας Καλλιάνη, από τις θεατρικές επιχειρήσεις Τάγαρη, με πρωταγωνιστές τον Γιάννης Βούρος, την Παναγιώτα Βλαντή, τον Χάρης Σώζος, την Βάσω Γουλιελμάκη και την Ελίνα Μάλαμα.
Τον Νοέμβριο το Τρένο στο Ρουφ παίρνει ρυθμό από την Ποίηση!
Χάρης Βλαβιανός & Γιάννης Δούκας, για αύριο 5/11
Η Αμαξοστοιχία-Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ», στα 22 χρόνια της καλλιτεχνικής της διαδρομής θέλοντας να προβάλει και τον Λόγο παράλληλα με την Τέχνη, οργανώνει κάθε χρόνο τις Εκδηλώσεις Λόγου για την Ιστορία, τον Κινηματογράφο κ.ά. Τη φετινή χρονιά το πηδάλιο παίρνει η ποίηση.
Από Τρίτη 5 και για όλες τις Τρίτες του Νοεμβρίου οκτώ σημαντικοί και καταξιωμένοι Έλληνες ποιητές επιβιβάζονται στην Αμαξοστοιχία και μας οδηγούν στα προσωπικά ποιητικά τους μονοπάτια.
Οι ποιητές εναλλάσσονται ανά ζεύγη, ένας μεγαλύτερος με έναν νεότερο, απαγγέλουν την ποίησή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές αφετηρίες και ανακαλύπτουν μαζί μας τους κοινούς σταθμούς της ποιητικής τους πορείας.
Ο Χάρης Βλαβιανός με τον Γιάννη Δούκα, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Μαρία Πατακιά, ο Μιχάλης Γκανάς με τη Μυρσίνη Γκανά και η Δήμητρα Χριστοδούλου με τη Λένα Καλλέργη μας οδηγούν, με συνοδοιπόρο τον πιανίστα της τζαζ Μάνο Αθανασιάδη και συνεπιβάτες όλους εμάς, σε ένα μοναδικό ποιητικό ταξίδι.
Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019 Τα μεταμοντέρνα, στοχαστικά ποιήματα του σημαντικού, βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού θα συνομιλήσουν με το εξίσου μεταμοντέρνο, πνευματώδες και κοινωνικά ανήσυχο έργο του Γιάννη Δούκα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχολεί και τους δύο ποιητές είναι ο τρόπος που η παρούσα συνθήκη διαμορφώνει έναν νέο ανθρωπισμό, θέτοντας καινούργια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα.
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019 Ο Τίτος Πατρίκιος, βραβευμένος ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, από τους σημαντικότερους της Ελλάδας, θα συναντηθεί με τη νέα και δυναμική ποιητική φωνή της Μαρίας Πατακιά, στη διασταύρωση ορθολογισμού και συναισθήματος.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019 Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους και βραβευμένους Έλληνες ποιητές και στιχουργούς (ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης) συνδιαλέγεται με την κόρη του, Μυρσίνη Γκανά, πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιητική φωνή, με διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019 Η σπουδαία εκπρόσωπος της γενιάς του ’70, βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Δήμητρα Χριστοδούλου, με συνταξιδιώτη την υπερρεαλιστική και λυρική γραφή της επίσης βραβευμένης Λένας Καλλέργη, μας καλούν να τις ακολουθήσουμε στην ποιητική τους περιπλάνηση στον κόσμο των λέξεων.
Τους ποιητές συνοδεύει στο πιάνο ο Μάνος Αθανασιάδης.
Θεατρικό Βαγόνι
Τρίτη 5, 12, 19, 26 Νοεμβρίου 2019 στις 20:00
«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει , να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε με στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως….» [1]
Η 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικό για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Λίγους μήνες αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 1941,τον μετέθεσαν στην πρώτη γραμμή.
« Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]
«Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν…
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο
Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.
Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μέσ’ στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!
Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράτος κύλησε από την αριστερή μέρια…
Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια
Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη oχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ’ στα δόντια ο θάνατος –
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘ φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε…
Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή`
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή…
Έτσι καθώς τινάζεται μέσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν –
Γιατί, ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ’ αιτόπουλ’ απορούν πού’ ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να’ ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ‘ ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι οι σύντροφοι απορούν πού να’ ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
Ήταν γενναίο παιδί `
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
( Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά – δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
– Φωτιά στην άνομη φωτιά! –
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μέσ’ στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούν
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!
Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή
Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!» [3]
Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. « Ο Ελύτης είναι ένας διασωθείς της ασθένειας του πολέμου και της ασθένειας λόγω πολέμου…» [4]
Καταθέτει ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» τον Οκτώβριο του 1962 γι’ αυτήν την περιπέτεια που σημάδεψε το κατοπινό του έργο και τον ώθησε να δει διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση , τον ποιητή και την κοινωνία.
« Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε , ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο – μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου – και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα « στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ’ έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα…» [5]
«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.» [6]
Το Μέτωπο του 1940 στην Αλβανία, αλλά και οι κατοπινές εξελίξεις με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ενέπνευσαν τον Οδυσσέα Ελύτη να συνθέσει τα πολύ γνωστά μας έργα « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολογαχό της Αλβανίας» και « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύστηκε όμως ακόμα και έγραψε την «Αλβανιάδα», την « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» και τη «Βαρβαρία».
Η « Αλβανιάδα», έργο ημιτελές. Το πρώτο μέρος δόθηκε για δημοσίευση από τον ποιητή στην « Πανσπουδαστική» συγχρόνως με τη συνέντευξη που παραχώρησε.
«… δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο « αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε « αόρατη παραγγελία»,η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων , έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ’ έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.» [7]
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Ένα μικρό απόσπασμα:
« Ένας άγγελος μ’ αμπέχωνο ανοιχτό
Αγουροξυπνημένος γύριζε τ’ αντίσκηνα
Μοιράζοντας «λάμπες θυέλλης».
Η όργητα δάγκωνε τα σίδερα
Στα ρολόγια μέσα τ’ αργοκίνητα
Σφυροκόποι ατσάλωναν ανόμοιες ώρες…» [8]
Η « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» , συνθετικό ποίημα, το οποίο ο Ελύτης έγραψε μέσα στη ναζιστική Κατοχή , το 1943. Η λογοκρισία το έκοψε. Το ποίημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποιητής συνεργάστηκε με τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, στην Ισπανία, ο οποίος το φιλοτέχνησε με χαρακτικά . Το ποίημα κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση.[9]
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
«Η Καλωσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
Πρέπει νάχει μπαρούτι στο σελλάχι της
Και να δαγκάνει κάμες.
Ακούγεται από την περπατηξιά σου η δόξα
Όπως ακούγεται απ’ το βρόντημα του μπρούντζου ο ήλιος
Μελαψό παλληκάρι
Που ακουμπάς επάνω στην Ελλάδα
Με το κουράγιο που ακουμπάει στη μπόρα το έλατο
Και σου παν οι αιώνες όπως της πάει της αντρειάς
Το λουλούδι στα δόντια και το μπαμ
Της πιστολιάς
Πέρασαν μες στη μνήμη σου μνήμες ανέμων
Η φωνή σου σκοτείνιασε σαν δρυμός
Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξεκοιλιάζουνται άλογα
Δάση να τρων φωτιές ανθρώπους άνθρωπο
Είδες μια πέτρα τρυπημένη από κραυγή θανάτου
Να σηκώνει τη σκιά της τέρας
Μια γυναίκα με ράμφος και φτερά
Να σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Το φεγγάρι στο στόμα της φοβέρας
Τίποτα συ! Μες στην καρδιά του χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου το διάστημα
Μέσα στη χώρα που ονειρεύομαι
Λες, η ματιά του αρνιού σκοτώνει τα τσακάλια,
Μέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύεσαι
Μελαψό παλληκάρι
Λέω: Η ελπίδα τόφτασε το μπόι της κορασιάς
Είν’ έτοιμη η καρδιά του αντρός να μαχαιρώσει ατσάλι
Κύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα
Σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος
Η μέρα όπου και νάναι με λούλουδα μηλιάς
Θα βγει να σεργιανίσει πάλι στο αρχιπέλαγος!
Τριώνι της θαλλασινής νυχτιάς` Αλετροπόδι
Που σα νεύεις με χρυσούς σταυρούς
Τα πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας`
Και συ εκστατικό μου Ελίκι
Στην ασημένια ζώνη της ματιάς μου
Απόψε
Αγρυπνήσετε
Κι όταν φυσήξει απ’ τα βουνά της ερημιάς η γιαμπολη
Σταλάζοντας πικρά στην υπνωμένη γης
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Σε βάτους που έφτυσαν φωτιά και τώρα κρυώνουν
Σε δέντρα που ματώσαν, σ’ ερημοκκλησιές που ράισαν
Σ’ αγκάθια που φαρμακώσαν ένα φεγγάρι
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Στις σπαραγμένες σάρκες του γκρεμού
Στα ρίγη που κρυστάλλωσαν τις αγωνίες του λόγγου
Για μια στερνή φορά
Φωνάζω
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Άστρα, ο χρησμός σας δε θα πάει χαμένος
Παιδιά, ο χαμός, ο χαλασμός, η πείνα
Κι η ανάγκη τρεμοσβυούν στο ψυχορράγημα
Ορθώσετε τ’ αρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, έκσταση
Ετοιμάσετε τη χώρα σας
Του χάρου τη φωνή δε θα την ανεχτούμε
Η μέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος
Που η απονιά θα φάει τις σάρκες της
Που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό
Και που η ψυχή θ’ ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες σας
Όπως και πριν Τριώδι, Αλετροπόδι, Ελίκι!» [10]
Η «Βαρβαρία» δεν ολοκληρώθηκε
Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Το 1977 το Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσίασε μια παράσταση με « ήθος σύγχρονης τραγωδίας με το ύφος αρχαίας τραγωδίας» [11], η οποία στηρίχτηκε σε αποσπάσματα από διάφορα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης κυρίως από τον πόλεμο της Αλβανίας. Η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τους « Προσανατολισμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλβανιάδα» και « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
«Μέσα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και το «Άξιον Εστί» ξετυλίγεται όλο το μέγα θάμα, το ελληνικό κι ανθρώπινο μαζί, της « Αλβανιάδας». Και μνήμη ζωντανή απλώνεται σε μια παναρμόνια τοιχογραφία, πραγματική και υπερούσια μαζί. Τα πεζά κείμενα ιστορούν την αληθινή περιπέτεια του πολέμου. Και η ποιητική έξαρση εικονίζει την υπερπραγματιστική εξακόντιση της ψυχής του μαχητή ποιητή. Κανένας ψευτοηρωισμός δεν χωρεί εδώ. Το μέγεθος του αληθινού ηρωισμού αναδύεται από το μέγεθος της θυσίας. Και το θάμα βλασταίνει από τις βαθιές ριζωμένες στην Ελληνίδα φύση ρίζες του ανθρώπου, που εξυψώνεται ως την ισοθέωση της ελευθερίας με την αξία και τος κάλλος της» [12]
Πηγές:
[1] Απόσπασμα από το Ανάγνωσμα Πρώτο . Οδυσσέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
[2] Από το άρθρο του Χρήστου Σιάφκου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθανάτων».
[3] Αποσπάσματα από το έργο: Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1981, 6η έκδοση
[4, 8 ] Από το άρθρο του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Η διαρκής λυρική επαναμάγευση. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθανάτων».
[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας». Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα. Δημοσιευμένο στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011.
[9] Οι πληροφορίες για το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές από εδώ
[10] Τα αποσπάσματα από το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές εδώ
[11, 12] Από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα στην εφημερίδα « Η Βραδυνή» δημοσιευμένο στις 30/10/1977. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.
Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Γιώργος Σεφέρης ξύπνησε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι είχε δώσει το γνωστό τελεσίγραφο στον Μεταξά μισή ώρα πριν. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο Υπουργείο Τύπου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν γνώριζε με ποια πλευρά θα συντασσόταν ο Μεταξάς.
Ο Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, μαζί με τον τότε υφυπουργό ανέλαβαν να συντάξουν το κείμενο της επίσημης κήρυξης πολέμου. Ο Γ. Σ. απεχθανόταν ενστικτωδώς τους Ναζί, μολονότι υπηρετώντας στο γραφείο Τύπου ήταν υποχρεωμένος μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο να τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Έχει νηφάλια και με πολλή οξυδέρκεια καταλάβει ότι είναι προς όφελος της Ελλάδας και της επιβίωσής της μέσα στην γεωπολιτική σκακιέρα να ταχτεί με το μέρος των Συμμάχων. Με την διορατικότητα που τον διέκρινε είχε ήδη αναρωτηθεί και απαντήσει για το τι μέλλει γενέσθαι στο μέλλον στην «Τελευταία Ημέρα», ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1939:
Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται πώς πεθαίνει ένας άντρας; Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.
Ο ποιητής, σαραντάρης τότε, ήταν διπλωμάτης καριέρας και τα καθήκοντά του τον υποχρέωσαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση πρώτα στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο.
Το «Όχι» του Μεταξά ενώνει σύσσωμο τον ελληνικό λαό που με υπέρμετρο ενθουσιασμό κινεί για το μέτωπο να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό εχθρό. Στο ημερολόγιο του ο Άγγελος Τερζάκης μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα :
«Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σούρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.» (18 Νοεμβρίου 1940)
Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει εκδώσει την προηγούμενη χρονιά τους «Προσανατολισμούς», την πρώτη ποιητική του συλλογή. Επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και τον Δεκέμβριο βρίσκεται να πολεμά στην ζώνη του πυρός, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Ο χειμώνας του 1940-41 ήταν πρόωρος και ένας από τους βαρύτερους του 20ου αιώνα. Στο μέτωπο της Ηπείρου ο ελληνικός στρατός εκτός από τα εχθρικά πυρά και τους ανελέητους βομβαρδισμούς έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος, την έλλειψη σε τρόφιμα και τις δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό. Τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ελύτης παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο Ιωαννίνων. Γλυτώνει από θαύμα. Όταν αναρρώνει η Ελλάδα βρίσκεται υπό τριπλή κατοχή. Στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», γραμμένο το 1941, ο επιτάφιος θρήνος για τον ανώνυμο μαχητή μέσα στον δυσοίωνο χειμώνα μετατρέπεται σε ύμνο για τα νιάτα, τον έρωτα και την επικράτηση της ζωής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο μέτωπο
Αντίθετα από τον Ελύτη, ο πρωτοπόρος ποιητής Γιώργος Σαραντάρης δεν γλύτωσε τον θάνατο. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, αρρώστησε από τύφο και πέθανε. Στα Ανοιχτά Χαρτιά ο Ελύτης γράφει:
«Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.»
Ο Άγγελος Σικελιανός, 56 ετών τότε ζήτησε να σταλεί στο μέτωπο. Αν και τελικά δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στο μέτωπο δημοσιεύει πατριωτικά και εμψυχωτικά ποιήματα που μοιάζουν να έχουν γραφεί από κάποιον που πολεμά στην πρώτη γραμμή.
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, γνωστότερος ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού», βετεράνος πολεμιστής, καθώς είχε πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία, παρόλη την αναπηρία του, υπηρέτησε στην αντιαεροπορική άμυνα με τον βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.
Ο Δ. Ι. Αντωνίου , ο αγαπημένος «Τόνυ» της συντροφιάς λογοτεχνών που γνωρίζουμε ως «γενιά του ‘30», παρέμεινε πλοίαρχος στο δικό του καράβι, το οποίο είχε επιταχθεί για τις ανάγκες του ναυτικού, και το οποίο θα βυθιστεί. Ο Αντωνίου ευτυχώς θα σωθεί.
Ο Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός εραστής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», παρόλο που είχε ήδη πάρει το δίπλωμα ασυρματιστή στα πλοία, βρέθηκε στρατιώτης στην Αλβανία. Με την κατάρρευση του μετώπου γύρισε στην Αθήνα και παρέμεινε στην στεριά μέχρι τη λήξη του πολέμου.
Ο Νίκος Καββαδίας με άλλους δύο στρατιώτες Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (αριστερά)
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Με την υποχώρηση γύρισε πίσω κι αυτός στην Αθήνα και εντάχθηκε στον ΕΑΜ.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος δεξιά γονατιστός,όρθιος πίσω του ο δικηγόρος Άγης Πετροπουλάκης καί δίπλα του ο Ανθυπολοχαγός Ορειβατικού Πυροβολικού Αρτάνης
Ο Τάκης Σινόπουλος επιστρατεύτηκε το 1941 ως λοχίας του υγειονομικού στο Λουτράκι.
Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής δημοκρατίας, εκτοπισμένο στα νησιά. Με την κατοχή επανήλθε στη θέση του στη Νομική σχολή. Το 1941, στις 28 Οκτωβρίου, με αφορμή την πρώτη επέτειο του «Όχι», εκφώνησε στους φοιτητές του λόγο για την μελλοντική κοινωνία που πρέπει να χτίσουν οι νέοι σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Στην μνήμη των Ελλήνων η 28η Οκτωβρίου συμβόλιζε ήδη την άρνηση της υποταγής. Την επομένη απολύθηκε από την Κυβέρνηση των δοσίλογων.
Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941. Την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία εισέρχεται στον πόλεμο με το μέρος του Άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού πολεμά στην Αλβανία. Παρόλη τη σθεναρή αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που υπερασπίζονταν τα σύνορα της Μακεδονίας, ουσιαστικά η «γραμμή Μεταξά» υπερφαλαγγίζεται καθώς τα γερμανικά στρατεύματα εξαπολύουν σφοδρή επίθεση σε δύο μέτωπα, στα σύνορα με την Βουλγαρία και στα ανοχύρωτα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η Ελλάδα σύντομα βρέθηκε κάτω από τριπλή γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή.
Οι κατοχικές αρχές και η λογοκρισία δεν σιώπησαν τις φωνές των ποιητών. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 πεθαίνει ο Κωστής Παλαμάς. Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Την επομένη από νωρίς το πρωί ο λαός της Αθήνας συγκεντρώνεται στο Α’ νεκροταφείο. Ο Άγγελος Σικελιανός με τη βροντερή φωνή του απαγγέλνει τους στίχους που μόλις είχε γράψει:
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Όταν ο εκπρόσωπος της Γερμανικής πρεσβείας προχώρησε να καταθέσει στεφάνι, μόνος από όλο το πλήθος ο «Κολοσσός» Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο. Το πλήθος στην αρχή δειλά και μετά με πάθος τον ακολούθησε. Όπως έλεγαν οι στίχοι του Σικελιανού: «Σ` αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!», μονιασμένη για μια μέρα.
Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.
O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963. O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963. Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:
«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».
[…] Σας είπαν ότι οι παλαιές ηθικές αξίες είναι ξεπερασμένες. Λάθος. Εάν απογυμνώσετε τη σημερινή ανθρωπότητα από τις λέξεις που την περιβάλλουν, αυτό που ξεπροβάλλει είναι πάντα ο ίδιος προαιώνιος άνθρωπος. Συγγραφείς εξαγγέλλουν το τέλος του κλασικού πολιτισμού. Ισχυρίζονται ότι «οφείλουμε να αποδεχτούμε το αυτονόητο». «Με τον 20ό αιώνα» λένε «κλείνει οριστικά μία περίοδος πέντε χιλιάδων χρόνων της ανθρωπότητας –η περίοδος των μεγάλων κλασικών πολιτισμών– και έρχεται μια νέα, που δεν θα έχει πλέον καμία σχέση με την προηγούμενη· και δεν πρόκειται για μια νέα παραλλαγή της ψυχής, που θα πραγματωθεί μέσα σ’ ένα ιστορικά προκαθορισμένο σώμα, αλλά για μια εντελώς νέα ψυχή μέσα σ’ ένα νέο σώμα». Πώς; Μια νέα ψυχή μέσα σ’ ένα νέο σώμα; Διαφωνώ. Δεν υπάρχει νέο σώμα. Σάμπως όλοι δεν διαθέτουμε μία καρδιά, ένα συκώτι, αρτηρίες και νεύρα, ακριβώς όπως και ο άνθρωπος του Κρο-Μανιόν; Όσο για την ψυχή, οι ηθικές αξίες δεν επινοήθηκαν αυθαίρετα από τίποτα ξεμωραμένους ηθικολόγους. Υφίστανται γιατί, χωρίς αυτές, καμία κοινωνία αλλά και καμία ευτυχία δεν μπορούν να επιβιώσουν. Θα ξεκινήσω λοιπόν υπενθυμίζοντάς σας ορισμένους κανόνες τόσο παλαιούς όσο και ο πολιτισμός, οι οποίοι εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα και στη σημερινή εποχή της νέας τεχνολογίας και των μηδενιστικών φιλοσοφιών.
Ο πρώτος είναι ότι δεν πρέπει να ζεις μόνο για τον εαυτό σου. Ο άνθρωπος που ομφαλοσκοπεί βρίσκει πάντα χίλιους λόγους για να είναι δυστυχής. Ποτέ δεν θα έχει κάνει όλα όσα θα ήθελε και όφειλε να κάνει, ποτέ δεν θα έχει αποκτήσει όσα θεωρεί ότι έπρεπε να αποκτήσει, και σπανίως θα τον έχουν αγαπήσει όσο ο ίδιος ονειρεύτηκε να αγαπηθεί. Αν αρχίσει να αναμοχλεύει το παρελθόν, θα νιώσει ματαίως τύψεις κι ενοχές. «Τα λάθη μας είναι προορισμένα για τη λήθη και αυτό είναι το μόνο που τους αρμόζει». Αντί λοιπόν να διαγράφετε ένα παρελθόν που τίποτα δεν μπορεί να το καταργήσει, προσπαθήστε να οικοδομήσετε ένα παρόν για το οποίο θα είστε, κάποια μέρα, υπερήφανος. Η ασυμφωνία με τον εαυτό μας είναι το χειρότερο δεινό. Όποιος ζει για τους άλλους, για την πατρίδα του, για μια γυναίκα, για ένα δημιούργημα, για τους λιμοκτονούντες, για τους κυνηγημένους, ξεχνά με θαυμαστό τρόπο τις δικές του αγωνίες, τις ταπεινές του έγνοιες. «Ο πραγματικός εξωτερικός κόσμος είναι ο πραγματικός εσωτερικός κόσμος».
Ο δεύτερος κανόνας είναι ότι πρέπει να πράττεις. Αντί να μεμψιμοιρούμε για τον παράλογο κόσμο, ας προσπαθήσουμε να μεταμορφώσουμε, ο καθένας από εμάς, τον μικρόκοσμο στον οποίο μάς μέλει να ζήσουμε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το σύμπαν, αλλά ποιος στ’ αλήθεια θα ήθελε κάτι τέτοιο; Οι στόχοι μας είναι πιο κοντινοί και πιο απλοί: να ασκήσουμε ένα επάγγελμα, να το επιλέξουμε σωστά, να το μάθουμε σε βάθος και να γίνουμε ειδήμονες σ’ αυτό. Ο καθένας έχει το δικό του πεδίο δράσης: εγώ γράφω βιβλία, ο ξυλουργός συναρμολογεί τα ράφια για τη βιβλιοθήκη μου, ο τροχονόμος ρυθμίζει την κίνηση, ο μηχανικός κατασκευάζει, ο δήμαρχος διοικεί το δήμο. Όλοι, όταν αναλαμβάνουν εργασίες που ξέρουν να κάνουν καλά, χαίρονται τη στιγμή που τις διεκπεραιώνουν και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που, ακόμα και στον ελεύθερό τους χρόνο, επιβάλλουν στον εαυτό τους δράσεις φαινομενικά άχρηστες, όπως τα παιχνίδια ή τα αθλήματα. Ο παίκτης του ράγκμπι που κυλιέται μέσα στις λάσπες από το σπρώξιμο του αντιπάλου είναι ευτυχισμένος. Όσο για τις κοινωφελείς δράσεις, ωφελούμαστε από την αποτελεσματικότητά τους: ο δραστήριος δήμαρχος κρατάει καθαρή την πόλη, ο δραστήριος ιερέας ζωντανή την ενορία και οι επιτυχίες αυτές τούς προσφέρουν ικανοποίηση.
Ο τρίτος κανόνας είναι ότι πρέπει να πιστεύεις στη δύναμη της θέλησης. Είναι λάθος να θεωρείς το μέλλον πλήρως προδιαγεγραμμένο. Ένας σπουδαίος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας· και όποιος έχει τη δύναμη της θέλησης μπορεί να αλλάξει το ίδιο του το μέλλον. Φυσικά κανείς δεν είναι παντοδύναμος και η ελευθερία κάθε ανθρώπου έχει τα όριά της. Η ελευθερία ζει στο μεταίχμιο μεταξύ θέλησης και δυνατοτήτων. Δεν είναι στο χέρι μου να εμποδίσω έναν πόλεμο, μπορώ όμως με τα λόγια και τα γραπτά μου να κάνω μια πράξη που, αν πολλαπλασιαστεί από εκατομμύρια άλλες, θα περιορίσει τις πιθανότητες πολέμου. Μπορώ να αποφύγω να λέω στους συμπατριώτες μου, σε κάθε ευκαιρία ή και χωρίς κάποια συγκεκριμένη ευκαιρία, ότι έχουν θιγεί και ότι για να σώσουν την τιμή τους πρέπει να αυτοκτονήσουν μαζί με τη χώρα μας. Δεν εξαρτάται από μένα να κερδίζω τις μάχες, είναι όμως στο χέρι μου να είμαι ένας θαρραλέος στρατιώτης, πάντα στο πόστο μου και «σε ετοιμότητα». Και, καθώς «το όριο της θέλησης εξαρτάται από τη δική μας τόλμη», οφείλουμε πάντα, χωρίς να μας απασχολούν τα όρια, να κυβερνούμε τις ζωές μας όσο καλύτερα μπορούμε. Η οκνηρία και η δειλία είναι κινήσεις εγκατάλειψης· η εργασία και η τόλμη, ηθελημένες κινήσεις δράσης. Και πιθανότατα η δύναμη της θέλησης να είναι η βασίλισσα όλων των αρετών.
Εντούτοις, ως τέταρτο κανόνα, θα σας πρότεινα μιαν άλλη αρετή εξίσου πολύτιμη με τη θέληση: την πίστη. Πίστη στις υποσχέσεις, στις δεσμεύσεις απέναντι στους άλλους, απέναντι στον εαυτό μας. Πρέπει να είναι κανείς αξιόπιστος και να μην απογοητεύει ποτέ τους άλλους. Η πίστη δεν είναι εύκολη αρετή. Χίλιοι πειρασμοί ξεπηδούν στην πορεία προς την τήρηση της δέσμευσης. Θα μου πείτε: «Μα πώς είναι δυνατόν; Αν η γυναίκα που παντρεύτηκα αποδειχτεί φιλάρεσκη, άπιστη και ανόητη, εγώ οφείλω να της είμαι πιστός; Αν επιλέξω ένα επάγγελμα και συνειδητοποιήσω ότι δεν ανταποκρίνεται εντέλει στις προσδοκίες μου, θα απαγορεύσω στον εαυτό μου να κάνει μια νέα αρχή; Αν έχω ενταχθεί σε ένα κόμμα και ανακαλύψω ότι απαρτίζεται από ένα σωρό άπληστους και αποπροσανατολισμένους ανθρώπους, θα αρνηθώ να μεταπηδήσω σε κάποιο άλλο, το οποίο, τώρα που είμαι καλύτερα πληροφορημένος, αναγνωρίζω ως εντιμότερο;». Όχι. Πίστη δεν σημαίνει τύφλωση. Ωστόσο δεν πρέπει να αποδίδουμε σε μια προηγούμενη κακή επιλογή μας τις απιστίες που ενδεχομένως αποτελούν ένδειξη ελλιπούς γενναιοδωρίας. «Αντιθέτως, το σωστό είναι να σκεφτούμε» λέει ο Αλαίν «ότι όλες οι επιλογές είναι κακές όταν είναι αποτέλεσμα αδράνειας και ότι όλες μπορούν να γίνουν καλές χάρη στην ισχυρή θέληση. Κανείς δεν επιλέγει το επάγγελμά του για τους σωστούς λόγους, αφού για να το επιλέξει πρέπει πρώτα να το γνωρίζει. Αλλά ούτε και τους έρωτές του επιλέγει». Συχνά όμως μπορεί να διαπλάσει μια γυναίκα, να κάνει καλά τη δουλειά που έχει επιλέξει και να μεταμορφώσει ένα κόμμα. Η πίστη παράγει αυτό που τη δικαιώνει. Φαντάζομαι ότι οι εν λόγω κανόνες ζωής σάς φαίνονται συνοπτικοί και συγχρόνως αυστηροί. Το ξέρω αλλά αυτοί είναι· δεν υπάρχουν άλλοι. Δεν σας ζητώ να διασχίσετε τη ζωή ως ένας αδιάλλακτος στωικός. Να έχετε πάντοτε την αίσθηση του χιούμορ. Να μπορείτε να χαμογελάτε ακόμα και με τον εαυτό σας – και με εμένα, επίσης. Αν δεν μπορείτε να τιθασεύετε τις αδυναμίες σας, να τις αποδέχεστε, αλλά να διατηρείτε, παρά την ύπαρξή τους, μια γερή θωράκιση. Κάθε κοινωνία της οποίας οι πολίτες δεν ζουν παρά μόνο για τις φιλοδοξίες ή τις ακολασίες τους, κάθε κοινωνία που ανέχεται τη βία και την αδικία, κάθε κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον καμία εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον και τα μέλη της παύουν να έχουν βούληση, είναι καταδικασμένη. Όσο η Ρώμη παρέμενε η Ρώμη των ηρώων, ευημερούσε. Μόλις έπαψε να σέβεται τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε, κατέρρευσε. Οι νέες τεχνικές αλλάζουν τους τρόπους δράσης. Δεν αλλάζουν όμως ούτε την αξία της δράσης ούτε τις αιτίες της. Έτσι ήταν εξαρχής κι έτσι θα είναι πάντα.
Απόσπασμα από το βιβλίο του André Maurois «Ανοιχτή επιστολή σε έναν νέο για την πορεία του στη ζωή», μετάφραση Ελένη Καρρά, εκδόσεις Ροές – σειρά micromega, Οκτώβριος 2017.
Υπήρξε αγαπημένο βιβλίο της Βικτωρίανης Περιόδου και έγινε επιτυχημένη σειρά του BBC. Απομονώσαμε τα αγαπημένα μας ρομαντικά αποσπάσματα από τον έρωτα της Μάργκαρετ Χέιλ και του Τζον Θόρντον. Πάρτε μια γεύση! Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας:
1.Όλη την ευτυχία στη ζωή, όλη την ειλικρινή περηφάνεια στο να προσφέρω κάτι στον κόσμο, όλη αυτή την ενθουσιώδη αίσθηση του να υπάρχω, την οφείλω σε εκείνη.
2. Δεν είχα αγαπήσει καμία γυναίκα πριν, η ζωή μου ήταν πολυάσχολη και οι σκέψεις μου πολύ απορροφημένες από αλλά πράγματα. Τώρα αγαπώ και θα αγαπώ.
3. Δεν μπορούσε να τον αλλάξει, την αγαπούσε και θα την αγαπούσε και θα την αψηφούσε, τόσο αυτή, όσο και τον άθλιο σωματικό πόνο.
4. Όλα αυτά που κέρδισε από την σε ανταπόδοση από την εκδρομή του ήταν μια πιο ζωντανή επίγνωση του ότι δεν υπήρξε λ, δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει καμία σαν την Μάργκαρετ° ότι αυτή δεν τον αγαπούσε και ούτε θα τον αγαπούσε, αλλά ότι αυτός° όχι, πότε, ούτε όλος ο κόσμος δεν θα έπρεπε ποτέ να τον εμποδίσει να την αγαπά.
5. Ωω, Μάργκαρετ, δική μου Μάργκαρετ! Κανείς δεν μπορεί να πει τι είσαι για εμένα! Νεκρικά κρύα όπως είσαι ξαπλωμένη εκεί, είσαι η μοναδική γυναίκα που αγάπησα ποτέ.
6. Ήξερε ότι ήταν η πρώτη φορά που τα χέρια του συναντιόντουσαν, αλλά εκείνη αγνοούσε πλήρως αυτό το γεγονός.
Το Νταντά είναι μια νέα τάση στην τέχνη. Αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς από το γεγονός ότι μέχρι τώρα κανείς δεν γνώριζε τίποτα και αύριο όλη η Ζυρίχη θα μιλά γι’αυτό. Η λέξη Νταντά προήλθε από το λεξικό. Είναι φοβερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει ξύλινο αλογάκι. Στα γερμανικά σημαίνει αντίο, παράτα με ήσυχο. Εις το επανιδείν! Στα ρουμάνικα: «Ναι, πράγματι, έχετε δίκιο, έτσι είναι. Μάλιστα, πράγματι, σύμφωνοι, ας το κάνουμε». Και πάει λέγοντας.Μια διεθνής λέξη. Απλά μία λέξη, και η λέξη σαν κίνηση. Πολύ εύκολο να την προσλάβεις. Τρομερότατα απλή. Το να ζητάς να φτιάξεις απ’ αυτήν μια καλλιτεχνική τάση σημαίνει ότι θες να αφαιρέσεις από αυτήν κάθε τι περίπλοκο. Νταντά ψυχολογία, Νταντά Γερμανία δυσπεπτική μες στον παροξυσμό της ομίχλης, Νταντά λογοτεχνία, Νταντά μπουρζουαζία, και εσείς, αξιότιμοι ποιητές, που όλο γράφετε με λέξεις αλλά ποτέ δεν έχετε γράψει την ίδια τη λέξη, που όλο ποιείτε γύρω από το κυρίως θέμα. Νταντά παγκόσμιος πόλεμος και κανένα τέλος, Νταντά επανάσταση και καμία αρχή, Νταντά οι φίλοι σου οι επίσης ποιητές, ευυπόληπτοικύριοι, χειροτέχνες και ευαγγελιστές. Νταντά ο Τζαρά, Νταντά ο Χούλσενμπεκ, νταντα μ’ νταντα μχμ, νταντα ντιρα νταντα, νταντα Χου ,νταντα Τζα*.
Πώς επιτυγχάνει κανείς την αιώνια ευφορία; Λέγοντας Νταντά. Πώς γίνεται διάσημος; Λέγοντας Νταντά. Με μια ευγενική χειρονομία και με εκλεπτυσμένη κοσμιότητα. Μέχρι την παραφροσύνη. Μέχρι την απώλεια των αισθήσεων. Πώς μπορεί να ξεφορτωθεί κανείς οτιδήποτε δημοσιογραφώδες και σκουληκώδες, καθετί ευχάριστο και κομψό, εθελότυφλο, ηθικολογικό, εξευρωπαϊσμένο, απονευρωμένο; Λέγοντας Νταντά. Το νταντά είναι η ψυχή του κόσμου, το Νταντά είναι το κλου. Το Νταντά είναι το καλύτερο του κόσμου μοσχοσάπουνο. Νταντά ο κ. Ρούμπινερ1. Νταντά ο κ. Κοροντί2. Νταντά ο κ. Αναστάσιος Λιλιενστάιν.
Σε απλά γερμανικά: η φιλοξενία των Ελβετών είναι κάτι που πρέπει να εκτιμηθεί πάνω απ’ όλα. Και όσον αφορά την αισθητική εξαρτάται από την ποιότητα.
Διαβάζω στίχους που έχουν σαν σκοπό τίποτε λιγότερο από το να ξεφορτωθούν τη συμβατική γλώσσα,να τη βάλουν στο αρχείο. Νταντά ο Αλεπουδοπάτης3 Γκαίτε. Νταντά ο Σταντάλ. Νταντά ο Δαλάι Λάμα, ο Βούδας, η Βίβλος και ο Νίτσε. Νταντα μ’νταντα. Νταντα μχμ νταντα ντα*. Είναι ζήτημα δεσμών που πρέπει πρώτα να χαλαρώσουν λίγο. Δεν θέλω λέξεις που έχουν επινοήσει άλλοι. Όλες οι λέξεις είναι επινόηση άλλων. Θέλω τις δικές μου ανοησίες, το δικό μου ρυθμό, τα φωνήεντα και τα σύμφωνα επίσης να ταιριάζουν μ’ αυτόν, να προέρχονται από εμένα τον ίδιο. Αν αυτός ο παλμός έχει μήκος επτά πήχεις ,θέλω λέξεις γι’ αυτόν που να είναι επτά πήχεις μακριές. Οι λέξεις του κ. Κοινοτάρχηείναι μόνο δυόμισι εκατοστά.
Εδώ μπορεί να δει κάποιος ακριβώς πώς παράγεται η αρθρωτή γλώσσα. Αφήνω τα φωνήεντα να κάνουν κωλοτούμπες. Αφήνω τα λαούτα απλώς και μόνο να πέφτουν περίπου όπως η γάτα νιαουρίζει… Λέξεις αναδύονται, ώμοι λέξεων, πόδια, χέρια λέξεων. Άου-όι-α. Δεν πρέπει κανείς να εξαπολύει πολλές λέξεις. Ένας στίχος είναι η ευκαιρία να ξεφορτωθείς όλη τη βρωμιά. Θα ήθελα εγώ ο ίδιος να καταποντίσω την γλώσσα. Αυτή την αναθεματισμένη γλώσσα στην οποία κολλάει η βρωμιά, όπως στα χέρια χρηματομεσιτών που αρπάζουν νομίσματα. Θέλω τη λέξη, εκεί που αυτή σταματάει και εκεί που αυτή ξεκινάει. Το Νταντά είναι η καρδιά των λέξεων.
Κάθε πράγμα έχει τη λέξη του αλλά η λέξη έχει γίνει ένα πράγμα αυθυπόστατο. Γιατί να μην το βρω; Γιατί ένα δέντρο να μη λέγεται «πλουσπλούς» και «πλούσπλουμπας» όταν έχει βρέξει; Η λέξη, η λέξη, η λέξη έξω από τη σφαίρα σας, την πνιγηρότητά σας, έξω απ’ αυτή την καταγέλαστη ανημπόρια, την τεράστια αυταρέσκεια, την παπαγαλία, τα αυταπόδεικτα φληναφήματα σας. Η λέξη, κύριοι, η λέξη είναι ένα δημόσιο μέλημα πρώτης τάξεως.
Ο ελληνικός πολιτισμός πενθεί. Ο λογοτέχνης Νάνος Βαλαωρίτης μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή σε ηλικία 98 ετών. Ήταν ποιητής, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής, δάσκαλος και μελετητής, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα – ηταν μια εμβληματική μορφή του ελληνικού πνεύματος.
Την είδηση του θανάτου του έκανε γνωστή ο ποιητής και εκδότης Ντίνος Σιώτης:
«Χθες βράδυ χάσαμε τον Νάνο, τον Νάνο τον Βαλαωρίτη, τον Νάνο όλων μας, τον Νάνο που σημάδεψε όσο λίγοι , με τις πολλές του ιδιότητες, τα ελληνικά γράμματα. Έφυγε πλήρης ποίησης και ημερών στα 98 του χρόνια, αφού έζησε μια πλούσια σε πολλά αγαθά ζωή. Γενναίος, αιρετικός, απρόβλεπτος, όπως αρμόζει στους γνήσιους σουρεαλιστές, άφησε τα ίχνη του να τα ακολουθούμε όσο μπορούμε», έγραψε στο μήνυμά του.
Σύμφωνα με το βιογραφικό του o Νάνος Βαλαωρίτης είχε γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας και είναι δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από την μητέρα του είναι εγγονός του εφοπλιστή και πολιτευτή των Σπετσών Ιωάννη Λεωνίδα. Σπούδασε νομικά, φιλολογία (αγγλική και γαλλική) στα πανεπιστήμια των Αθηνών, Λονδίνου, και Σορβόνης.
Έγραφε από νέος — πρωτοδημοσίευσε στα «Νέα Γράμματα» το 1939. Το 1944 δραπέτευσε απ’ την γερμανοκρατούμενη Ελλάδα μέσω του Αιγαίου στην Τουρκία, από εκεί στη Μέση Ανατολή και τελικά στην Αίγυπτο όπου συνάντησε τον Σεφέρη ο οποίος υπηρετούσε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Κάιρο. Το 1944 μετά από προτροπή του Σεφέρη ο Βαλαωρίτης ταξίδεψε στο Λονδίνο για να βοηθήσει στην ανάπτυξη λογοτεχνικών δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας.
Συνάντησε τους Τ.Σ. Έλιοτ, Γ.Χ. Όντεν, Ντύλαν Τόμας και εργάστηκε για τον Λούις ΜακΝις στο BBC. Εκτός από τη μελέτη αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, έκανε και μεταφράσεις (στα αγγλικά) Ελλήνων μοντερνιστών ποιητών, μεταξύ των οποίων του Ελύτη και του Εμπειρίκου. Το 1947 κυκλοφόρησε την Τιμωρία των Μάγων, την πρώτη του ποιητική συλλογή, στο Λονδίνο. Από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετείχε στην ομάδα των σουρεαλιστών του Παρισιού. Στο Παρίσι γνώρισε την μελλοντική (1960) σύζυγό του, την Αμερικανίδα Μαρί Γουίλσον (1922-2017).
Ακολουθεί συνέντευξη του, που είχε παραχωρήσει στον Γιάννη Μπασκόζο για την κρίση, τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο χώρο, τον ρόλο των διανοουμένων, τις ανακαλύψεις του σχετικά με τον Όμηρο….
– Ποια είναι η γνώμη σας για τη σημερινήκρίση; Πώς τη νιώθετε εσείς σήμερα;
«Ακολουθώ μάλλον τις απόψεις των κεϊνσιανών οικονομολόγων και την άποψή τους ότι στην κρίση πρέπει να ξοδεύεις. Είναι λάθος να παίρνεις μέτρα τόσο δρακόντεια που καταστρέφουν την πραγματική οικονομία. Να μην υπάρχει κατανάλωση, να κλείνουν τα μαγαζιά. Σύμφωνοι, χρωστάμε, οι πάντες χρωστάνε. Αν δεν μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε την οικονομία μας, να κάνουμε την περίφημη ανάπτυξη, πώς θα ξεπληρώσουμε; Τα μέτρα είναι απαράδεκτα και από ανθρωπιστική άποψη αλλά και από οικονομική. Είναι όλα λάθος».
– Μήπως το λάθος πάει πιο πίσω χρονικάκαι βρίσκεται κάπου αλλού;
«Φυσικά, στο πολιτικό σύστημα, που είναι μέρος του προβλήματος. Οταν δεχτήκαμε να μπούμε στο ευρώ, δεν σκεφτήκαμε τις συνέπειες. Είμαστε σαν τις μωρές παρθένες της παραβολής. Δεχτήκαμε να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών αλλά δεν σκεφτήκαμε ότι μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτή που νομίζαμε. Το σύστημα στο οποίο μπήκαμε αποδείχτηκε ότι είναι ένα πουργατόριο. Πρέπει να πληρώσουμε ό,τι δεν κάναμε προηγουμένως».
– Υπάρχει πνευματική παγκόσμια κρίση;Πού τη βλέπουμε;
«Τη βλέπουμε στο βιβλίο. Τα ηνία τα έχουν πάρει άνθρωποι που προωθούν μια ορισμένη λογοτεχνία. Τα βραβεία, το Βooker, το Γκονκούρ, το Femina κ.ά., ωφελούν τους εκδότες γιατί μπορούν να πουλήσουν περισσότερα αντίτυπα. Βραβείο στην Ευρώπη σημαίνει 200.000 αντίτυπα πωλήσεις την επόμενη ημέρα. Στη χώρα μας έχω πάρει ένα σωρό βραβεία αλλά από πωλήσεις μηδέν. Στην Ελλάδα λειτουργεί περισσότερο η διάδοση από στόμα σε στόμα. Οι κριτικές ή τα media παίζουν μικρό ή και καθόλου ρόλο στην εξάπλωση ενός βιβλίου. Δεν θέλω να πω ότι η παρουσίαση και προώθηση ενός βιβλίου είναι άχρηστη, αλλά δυστυχώς εκδίδονται και προωθούνται πολλά σκουπίδια. Αυτό είναι ευθύνη των εκδοτών. Η υπερπαραγωγή σκουπιδιών εμποδίζει να φανούν ορισμένα καλύτερα βιβλία, που χάνονται μέσα στον σωρό».
– Αυτή η κρίση δεν είναι ένα γενικό φαινόμενο;
«Είναι μια κρίση του συστήματος, είναι η κρίση υπερκατανάλωσης άχρηστων προϊόντων, η οποία έχει κυριαρχήσει στην αγορά. Το ερώτημα είναι: Ποια είναι η αυτή η αγορά; Είναι ένα αίνιγμα, ίσως ένα κατασκεύασμα; Μήπως είναι ένα ρινγκ του μποξ όπου δεν ξέρεις ποιος θα κερδίσει στον επόμενο γύρο, ή μια ταυρομαχία όπου δεν ξέρεις αν θα νικήσει ο ταυρομάχος ή ο ταύρος θα τον τινάξει με τα κέρατά του στον αέρα; Οι κερδοσκοπικές πολιτικές είναι κάτι ανάλογο. Δεν ξέρεις τι θα κάνει ο ταύρος, αν θα σε σουβλίσει ή αν θα σε κάνει εκατομμυριούχο. Είναι τζίρος που μοιάζει με τζόγο. Οι αγορές είναι ένας μύθος που έχουμε φτιάξει και ο οποίος επηρεάζει το κοινό. Το βάζει στην ψυχολογία να παίξει, να τζογάρει, για να κερδίσει. Ετσι λοιπόν η αγορά και ο τζόγος εμφανίζονται σαν πραγματικά αίτια. Εδώ είναι, ίσως, το μεγάλο πρόβλημα. Οι κακοί μύθοι ρίχνουν το ηθικό ενός ολόκληρου λαού, που πανικοβάλλεται. Ολη αυτή η υπόθεση είναι ένα φονικό καρναβάλι».
– Υπάρχει σήμερα λόγος από τη διανόησηπου να αποκαλύπτει αυτά τα ζητήματα;
«Οι άνθρωποι του πνεύματος υφίστανται ό,τι και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Αν κόβουν μισθούς και συντάξεις και οι πνευματικοί άνθρωποι θα αναρωτηθούν: Γιατί γράφω; Ποιος θα με διαβάσει; Πιστεύω όμως ότι έχουμε περάσει πολύ χειρότερες εποχές, Κατοχή κ.ά. Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων σήμερα είναι να ανυψώσουν το ηθικό, ακόμα και με το χιούμορ, την ειρωνεία. Με ρωτάνε πολλές φορές στον δρόμο: “Τι να κάνουμε;”. Δεν είμαι Πυθία, αλλά τους λέω ότι υπάρχει η τέχνη, η δημιουργία. Το να είσαι συνεχώς απαισιόδοξος και προφήτης δεινών, όπως συχνά διαβάζω σε ορισμένα άρθρα, δεν βοηθάει. Δεν λέω να γίνουμε σαν τους διανοούμενους στις χώρες του πρώην υπαρκτού, όπου επιβαλλόταν διά νόμου η αισιοδοξία. Το κοινό ζητάει έναν λόγο που να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις συνθήκες διαβίωσης, πώς θα αντιδράσει, πώς θα συμπεριφερθεί».
– Σας έχουν χαρακτηρίσει εκπρόσωπο της «άλλης» Ελλάδας.Εχουμε λοιπόν δύο Ελλάδες;- πώς το εννοείτε;
«Είμαστε μια σκοτεινή χώρα. Είμαστε μια εθνότητα που προέρχεται από πολλά φύλα- Φράγκους, Σλάβους, Αρμένιους, Βλάχους-, πάνω στους οποίους έχουμε εγκαταστήσει τη μηχανή της κλασικής παιδείας. Τους έχουμε εξελληνίσει, όπως οι Αμερικανοί υποτάξανε στο αγγλοσαξονικό σύστημα παιδείας τους άλλους λαούς. Πώς καταφέραμε να εξελληνίσουμε όλους αυτούς; Ισως γιατί υπήρχαν η λόγια παράδοση και τα υπολείμματα της προφορικής ελληνικής παράδοσης. Είμαστε έτσι μια περίπλοκη εθνότητα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σκέφτεται ο διπλανός μας, είμαστε πιο σκοτεινοί από τους Γάλλους, τους Άγγλους και τους Αμερικάνους, λαούς τους οποίους έχω ζήσει. Είμαστε σκοτεινοί και ψυχολογικά και διανοητικά. Νομίζω ότι μοιάζουμε με τους Κέλτες, που είναι πιο πολύ μυστικοπαθείς και απρόβλεπτοι στις αντιδράσεις τους. Εμείς είμαστε πιο σκοτεινοί στον τρόπο σκέψης ή τα συναισθήματά μας. Δεν βγάζουμε έξω τις σκέψεις μας, η εσωστρέφειά μας είναι από πανικό και όχι από επιλογή. Έχουμε τάσεις σκλήρωσης, τις βλέπουμε στη γλώσσα ή τη συμπεριφορά. Μπορεί να οφείλεται στο ότι πολλές φορές ήμασταν θύματα αποικιοκρατών. Το βέβαιο είναι πως έχουμε πρόβλημα ταυτότητας, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε. Δεν είναι τυχαίο ότι έργο μεγάλο είχαν οι Έλληνες της Διασποράς με τα βιβλία και τις σκέψεις τους, καθώς εκεί αισθάνονταν πιο ελεύθεροι».
– Υπάρχει φωτεινή πλευρά της Ελλάδας;
«Η φωτεινή πλευρά της Ελλάδας είναι ότι είμαστε πανέξυπνοι. Αν ζητήσεις από τον Έλληνα να δημιουργήσει κάτι σε ένα άλλο περιβάλλον, στο εξωτερικό, αναπτύσσεται με απρόσμενη ταχύτητα. Στην Αμερική σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες έλληνες ερευνητές και πανεπιστημιακοί, πώς γίνεται αυτό; Δεν βλέπω εκατοντάδες Τούρκους ή κάποιους άλλους. Εχουμε δυνατότητες που δεν τις εκμεταλλευόμαστε.
Ισως η υβριδική μας προέλευση να βοηθάει, καθώς συνδυάζουμε ικανότητες πολλών λαών».
– Τελικά αισθάνεστεπιο πολύ ποιητής, μυθιστοριογράφοςή δοκιμιογράφος;
«Η ποίηση είναι πιο κοντά μου. Και τα δοκίμιά μου και τα μυθιστορήματά μου χαρακτηρίζονται από την ποιητικότητα. Και τα τρία μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν, που ανήκει πρώτα σ΄ εμένα και μετά ίσως ενδιαφέρει και το κοινό».
– Πολλές φορές μιλάτε στα γραπτά σας για το παίγνιο.Πώς το προσδιορίζετε;
«Ο Πλάτωνας λέει ότι είμαστε παίγνια των θεών αλλά μάλλον σήμερα είμαστε παίγνια των αγορών».
– Ανήκετε στη γενιά του ΄30,η οποία είναι ίσως μυθοποιημένη.Τι έφερε αυτή η γενιά;
«Η γενιά του ΄30 πρόβαλε μια δημιουργική αναγέννηση της αρχαιότητας παίρνοντας θέματα των αρχαίων και ενσωματώνοντάς τα στη σύγχρονη τέχνη όπως ο Εμπειρίκος ή ο Σεφέρης. Η “Ερόικα” του Κοσμά Πολίτη ήταν μια μικρή Ιλιάδα, όλοι ξέρανε ότι οι ήρωές του, ο Λοΐζος ήταν ο Αχιλλέας και ο φίλος του Ανδρέας, που σκοτώθηκε, ήταν ο Πάτροκλος.Ο Θεοτοκάς γράφει ένα μυθιστόρημα για την Αθήνα και το λέει “Αργώ”,ο Ελύτης χρησιμοποίησε πολύ τον πλατωνισμό και τις απόψεις του για τη φύση.Τα ποιήματά του έχουν μια μεταφυσική φυσική.Η γενιά αυτή μάς συμφιλίωσε με την αρχαιότητα.Ετσι δημιουργήθηκε μια ποίηση πιο χαλαρή,πιο άνετη,δεν έπασχε από τη σκλήρωση του νεοκλασικισμού του 19ου αιώνα.Αυτή η τάση δεν ολοκληρώθηκε γιατί η φρίκη του πολέμου δημιούργησε μια μαύρη τρύπα στην ψυχή των ελλήνων λογοτεχνών.Εφτιαξε ο καθένας μια Κιβωτό του Νώε για να σωθεί από την πλημμύρα.Και μέσα στην πλημμύρα εξαφανίστηκε η αρχαιότητα.Από τους μεταπολεμικούς ποιητές ελάχιστοι έκαναν αναφορές στην αρχαιότητα,όπως ο Εκτορας Κακναβάτος. Αργότερα ήρθαν απ΄ έξω τα νέα ρεύματα που αναζωογόνησαν την ελληνική τέχνη,όπως η κειμενική γραφή,ένας συνδυασμός της ποιητικής γραφής με το πεζό.Πολλούς νέους αυτής της τάσης παρουσίασα κι εγώ στο περιοδικό “Πάλι”».
– Σήμερα υπάρχουν μοντέρνα κινήματαπου να διεγείρουν τη λογοτεχνικήσυνείδηση;
«Σήμερα δεν υπάρχουν πια κινήματα.Το τελευταίο κίνημα ήταν οι λετριστές στη Γαλλία,ένα υπερμπαρόκ κίνημα που διαλύθηκε γρήγορα γιατί δεν είχε κοινό.Βέβαια αυτοί δεν κάνανε σκάνδαλα, όπως οι ντανταϊστές,απλώς γράφανε.Χρειάζονται σκάνδαλα για να προβληθείς πια.Στην Αμερική διείσδυσαν η γαλλική θεωρία,το νέο μυθιστόρημα και η κειμενική γραφή και δημιούργησαν μια ποιητική κίνηση που λεγόταν γλωσσοκεντρική.Αυτή εξαπλώθηκε σαν αστραπή στη Νέα Υόρκη,το Μπέρκλεϊ και το Σαν Φρανσίσκο.Ηταν κείμενα αποδιάρθρωσης της γλώσσας των media,της “μέσης” γραφής των best sellers.Αντί να βγαίνει το υποσυνείδητο μπροστά, έβγαινε η ίδια η γλώσσα που υπαγόρευε την αυτοδιάλυσή της.Γρήγορα αυτό έγινε μια μόδα και πέρασε στη Γαλλία,όπου κάτω από τη σκληρή αντίσταση των μοντερνιστών εξαφανίστηκε.Και έτσι σήμερα έχουμε τον Ουελμπέκ.Δεν υπάρχει πια ενέργεια,όπως τότε με τον ντανταϊσμό,τον φουτουρισμό, τον σουρεαλισμό,να δώσει δύναμη σε ένα νέο κίνημα.Τα κινήματα που υπάρχουν σήμερα είναι αυτιστικά και θνησιγενή».
Ακολουθούν έργα του:
Άδωνις
Στη μικρή παραθαλάσσια πόλη της Αχαΐας κοντά στην τοποθεσία Μπουράκι διαδραματίζονται συγκινητικές στιγμές την Άνοιξη. Όμως τηρείται γύρω του άκρα μυστικότης. Μερικά μόνον έμπιστα πρόσωπα ξεκινούν τα χαράματα και πηγαίνουν σε μια ερειπωμένη έπαυλη μέσα στις καλαμιές. Στο στόμιο της στέρνας σταματούν και ρίχνουν κάτω τους κουβάδες και τον ανεβάζουν επάνω. Τον αλείβουν με λάδι τού χτενίζουν τα μακριά μαύρα μαλλιά, τον τρίβουν σε όλο το κορμί με διάφορα αρωματικά βοτάνια και αλοιφές και τέλος ένας ένας φυσάνε μέσα στο στόμα του για να του δώσουν αναπνοή.
Όμως εκείνος κοιμάται. Δεν ξυπνάει εύκολα. Φέρνουν τότες τα τρυφερότερα κορίτσια επάνω ακριβώς στον οργασμό της ήβης τους, τα γδύνουν και τ’ αμολάνε σαν περιστέρια επάνω του. Όμως μάταια φτερουγίζουν γύρω του, μάταια ιδρώνουν λαχανιάζουν και βογκάνε όπως η θάλασσα στις σκοτεινές σπηλιές και στην αγκαλιά κατόπιν η μια της άλλης γυρεύουν να εκπληρώσουν τον τυφλό πόθο που του τρέφουν. Χαμπάρι δεν παίρνει από τη θύελλα των αισθήσεων που μαίνεται γύρω του, την απεγνωσμένη τρικυμία της σάρκας που πασκίζει να ξυπνήσει τη σάρκα τους. Τί κι αν χτυπάει που πάει να σπάσει σαν δυναμόμετρο η καρδιά τους; Τί κι αν βουίζει το αίμα στ’ αυτιά τους όπως ο άνεμος μέσα στα πεύκα. Τί κι αν σπαράζουν επάνω του σαν χέλια οι λυγερές. Τί κι αν προσφέρουν σαν ολοκαύτωμα το σγουρό το θηλυκότερο κομμάτι της νιότης τους; Τί κι αν παραδίνουν δίχως άλλες διαπραγματεύσεις τα χείλια της πιο κρυφής σχισμής που τρέλανε η λαχτάρα;
Τί κι αν παθαίνουν, μες στους πυκνούς ελαιώνες των τριχών που φυτρώνουν σαν παρθένο δάσος στην κοιλιά, τις φοβερές εκείνες σεισμικές δονήσεις που τραντάζουν και τα βαθύτερα θεμέλια της ύπαρξής τους;
Αυτός κοιμάται αναίσθητος και ωραίος. Μήτε θυσίες βοδιών μήτε εκατόμβες πουλιών ή ανθρώπων μπορούν να τον συνεφέρουν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ξυπνήσει — όπως αποκοιμήθηκε κατά τύχην. Μά το Θεό δε γελάστηκα.
Κι από το πλήθος που θρηνούσε απελπισμένο γύρω του ένας μικρός ξεχώρισε και τον παρατηρούσε με περιέργεια. Σπάζοντας τότες ένα στάχυ από τη γης πλησίασε και του γαργάλησε το ρουθούνι. Όμως τη στιγμή που ορμούσαν οι παριστάμενοι να τον σκοτώσουν στο ξύλο ίσως και για να τον κάνουν κομμάτια, ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Η χαρούμενη είδηση μεταδόθηκε σαν αστραπή. Ποιός φτερνίστηκε, ρώτησε ένας μαραγκός. Ο Θεός Άδωνις, του πέταξαν αστειευόμενοι μερικά πειραχτήρια που δεν είχαν ιδέα πως έλεγαν την αλήθεια. «Άδωνις;» επανέλαβε ο μαραγκός, δίχως να πολυπιστεύει. «Γιατί όχι;» του είπαν αυτοί; «Δίχως άλλο» είπε ο μαραγκός με ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία «Δίχως άλλο» για να τους ξεφορτωθεί και με το δίκιο του, νομίζοντας πως τον κορόιδευαν.
Λονδίνο 1948
Αλληγορική Κασσάνδρα (απόσπασμα)
[…] Είμαι τρομερά προληπτική άμα θέλω να γίνει κάτι Δεν τ’ αφήνω ποτέ στην τύχη· κάνω τ’ αδύνατα δυνατά
Να συμβεί. Μια προχθεσινή πρόθεση πραγματοποιήθηκε σήμερα Δεν έχω τί να πω γι’ αυτά που ακούω και βλέπω κάθε μέρα
Με μαστιγώνουν οι τύψεις και με γανώνουν οι ελπίδες Ο περιορισμός μιας έννοιας από τις δυνατότητές της.
Είμαι ολόκληρη σ’ ένα περασμένο εικοσιτετράωρο Και νά που πεταλώνω ψύλλους και μαστιγώνω ουσίες.
Ανιχνεύω παρθένα νερά με το βυθοσκόπιο Καλιγώνω ψείρες και μαζεύω πεταλίδες
Για δόλωμα, μα τί ψάρια με πολύχρωμα φτερά να πιάσω; Συναντάω έναν γνωστό, μια δεύτερη, έναν τρίτο.
Παρόλο που είναι Δευτέρα σήμερα στα τεφτέρια Της Αρχαίας των Ημερών, μας κοιτάει από μακριά.
Και τώρα που τρίτωσε το κακό… Αναζητάω αλήθειες με το μικροσκόπιο
Και βρίσκω ένα τσουβάλι άχρηστες πληροφορίες. Έχω μια μέθοδο που εφαρμόζω με μεγάλη αποτελεσματικότητα.
Παρασύρω ταμπέλες, σηματωρούς, ορόσημα, αφίσες Δεν λιώνω στο διάβα του, δεν είμαι καμωμένη από λάσπη
Ούτε από άργιλο· μια φωνή μεταλλική ηχεί στ’ αυτιά μου Στεντόρεια, απ’ την άλλη άκρη του πεδίου ασκήσεων.
*** «Περάστε, παρακαλώ, να δείτε τ’ αξιοθέατα από ψηλά Η Πόλις έχει εξαπλωθεί έως τις παρυφές των ορέων…»
Και πάει να διεκδικήσει ένα μέρος της θάλασσας. Από θάλασσα άλλο τίποτα, αλλά πού, πώς και πότε.
Ζητιανεύω φιλιά, αγκαλιές χάδια, εγχειρίζω αγάπες Ξεχνάω την κακία, το τέρας, την κοσμογονία.
Ρωτάω να μάθω, αλλά κανένας δεν ξέρει τίποτα. Ήταν άντρας μου, μα ήταν άτυχος και τον πλάκωσαν
Με το μαχαίρι στα δόντια, με το λοστό στην παλάμη. Βαρούσαν μες στα όλα μπαρουτοκαπνισμένοι.
Άργησες και δεν περίμενα παραπάνω από είκοσι λεπτά Τώρα είναι πια αργά για μετάνοιες…
Αν θέλεις να πιάσεις τον εχθρικό στόλο, πιάσ’ τον στο λιμάνι Όπου δεν έχει χώρο για μανούβρες: Καντίζ, Αγκαντίρ, Αιγός Ποταμοί
Τραφάλγκαρ, Τάραντας, Ναβαρίνο, Ισταμπούλ, Οράν, Περλ Χάρμπορ. Εξαιρέσεις: ναυμαχίες της Σαλαμίνας, των Σπετσών της Πόλης.
Με το υγρό πυρ, με τα μπουρλότα και την παλικαριά… ώς πότε Θα ζούμε με ρευστά μηχανοποιημένα ειδύλλια;
Κοσμήτορες του πόνου και της τραγωδίας Σκέπασαν τον κόσμο με τις σαπουνάδες τους.
Η μπαλάντα του ξενιτεμένου για τον Κωσταντίνο Ν.
Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς Με τα ψευδολογήματά τους Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει. Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις Έρχεσαι εδώ να δρέψεις Τους καρπούς του Ελδοράδο Και σου μένει ο χρόνος ρέστος Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος Στα πλάτη της άλλης ηπείρου Κάνω βόλτες πάνω κάτω Πέντε επί δεκάξι μέτρα Και περιμένω γράμματα Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα Που την ονομάζω Λίτσα Που χαίρεται όταν με βλέπει Να ετοιμάζω μια βαλίτσα Για να πάω στο Κολοράντο Να διαβάσω ποιήματα Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε Που όλο πίνε πίνε Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι Σου άναψα ένα καντήλι Στην καρδιά μου.
Τροία
Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.