Τη μεγάλη Παρασκευή τα κορίτσια του χωριού σκόρπισαν στα περιβόλια και στις ανθισμένες πλαγιές και χαρούμενα μάζευαν λουλούδια για τον επιτάφιο. Κάθε μία έπρεπε να πάει μιαν ανθοδέσμη στον επιτάφιο της ενορίας της κι είχανε συνορισιό ποια να συνθέσει την ωραιότερη. Εκεί π’ ανθολογούσαν, σιγοτραγουδούσαν κιόλα. Στο ξεστόλισμα του επιταφίου, της κάθε μιας την ανθοδέσμη θα την άρπαζε κείνος που τη ρεγότανε· κι αν ήσαν δυο ή τρεις οι εραστές, μπορούσε να γίνει και μάχη. Ώστε, κοντά στο θρησκευτικό αίσθημα, ήτο και κάποιο άλλο αίσθημα, που κινούσε τους διαλογισμούς των κοριτσιών.
Μια π’ αυτές τις κοριτσίστικες συντροφιές πήρε και μένα στο γύρο των. Σ’ αυτές,
εννοείται, ήτο και το Βαγγελιό. Τα κορίτσια με ρωτούσαν πώς πέρασα στη χώρα.
– Και δεν ανεζήτηξες το χωριό; μου ’πε μια.
Με το κεφάλι έκαμα ναι, αλλά τα μάτια μου στράφηκαν στο Βαγγελιό. Αυτό το κίνημά μου το ’δαν τα κορίτσια και μια ξεφώνησε:
– Μπρε τον πονηρό! Είδετε την αμματιά που τσ’ ήριξε;
Γέλασαν κι αυτή που ’καμε τ’ αναφώνημα είπε στην αδερφή μου.
– Άκου τα συ. Καλύτερα ’πο σένα κι απού τη μάνα του ’χει τη Βαγγελιά. Δε ζηλεύγεις;
– Γιάιντα να ζηλέψω; Εγώ ’μ’ αδερφή του. Εσείς πρέπει να ζηλεύγετε, που απ’όλες σας εδιάλεξε το Βαγγελιό.
– Μα θαρρείς πως δε ζηλεύγομε; είπε άλλο κορίτσι με ειρωνεία. Τέτοιο ντελικανή ποια δε θα τον ήθελε; Μα σα δε μασε μπεγιεντίζει, να σκάσομε μαθές; Μόνο μικιός που μασε πέφτει μια ολιά.
Τώρα, βλέπετε, ήμουν μικρός.
Σ’ αυτό το μεταξύ κάτι μουρμούρισε το Βαγγελιό που δεν τ’ άκουσα, αλλά μάντευσα ότι η ομιλία της ήτο δυσάρεστη. Έπειτα έτρεξε σε μια κουφοξυλιά, καταστόλιστη με τα δαντελωτά λευκά της άνθη. Κι ενώ ψήλωνε, για να φτάξει το άνθος που’θελε να κόψει, έλεγε:
– Τούτονε θα βάλω στη μέση τση ροδαράς μου και γύρου γύρου τ’ άλλα σειρές.
Αλλά μάλλον φαίνεται πως ήθελε να κρύψει την κοκκινάδα που ’χε χυθεί στο πρόσωπό της και να στρέψει αλλού την ομιλία.
Σε λίγο ένα κορίτσι λέγει του Βαγγελιού:
– Δεν είδες πώς ήλλαξε η φωνή του Γιωργιού;
– Πώς ήλλαξε; είπε το Βαγγελιό· φαίνεται όμως ότι πρώτη αυτή ’χε παρατηρήσει αυτή τη μεταβολή κι έκανε πως δεν καταλάβαινε.
– Εχόντρηνε η φωνή του. Μιλεί βραχνά, σαν τα πετειναράκια, όντε πρωτοκρά-ζουνε.
– Αντροπατεί, εξήγησε η αδερφή μου, όπως άκουσε τη μητέρα να λέγει.
Εμεγάλωσε, δεν τονε θωρείς;
Εγώ ο ίδιος δεν είχα προσέξει σ’ αυτή τη μεταβολή της φωνής μου. Αυτή δε η παρατήρηση και τα σχετικά που άκουσα μου ’δωκαν αφορμή κι άλλων σκέψεων.
Συλλογισμένο ήτο και το Βαγγελιό· κι ενώ τ’ άλλα κορίτσια τραγουδούσαν ή έψαλλαν τροπάρια του επιταφίου, αυτή σιωπούσε. Μια στιγμή, σαν να αισθάνθηκα το βλέμμα της, στράφηκα και τα μάτια μας αντικρίστηκαν. Με κοίταζε μελαγχολική, γιατί ’νιωθε την ταραχή μιας καρδιάς, που ’τον ακόμη πολύ παιδική για τέτοια βάσανα· αλλά και διότι στη δική της ψυχή γινότανε πολύ μεγαλύτερη τρικυμία από το αδύνατο αίσθημα όπου την έριξε η μοίρα της, κι άρχιζε να προβλέπει τα βάσανα που την περίμεναν. Σα να ’το μαγνήτης, πάντα κοντά της βρισκόμουν· και μια στιγμή που ’χαμε μακρυνθεί λιγάκι από τις άλλες, σιγοτραγούδησε μια μαντινάδα, που μόνον εγώ άκουσα:
Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει,
Σαν την αγάπη την κρυφή, όντε ξεφανερώνει.
Έπειτα με κοίταξε και το βλέμμα της έλεγε: «Σε καταλαβαίνω, καημένο παιδί· μα συ πώς να με καταλάβεις;»
Κι η σοβαρότη που ’χε το πρόσωπό της τελείωσε σ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
Τα κορίτσια μιλούσαν για το ξεστόλισμα του Εχτάφιου, ως τον έλεγαν· κι αναμεταξύ των πειραζόντανε για τους αγαπητικούς των. Πείραζαν περισσότερο και σκληρά μια άσκημη και παράωρη. Και της απέδιδαν ως εραστήν ένα τραυλό, βραδύγλωσσο κι ηλίθιο, λεγόμενο Δημήτρη κι επιλεγόμενο περιπαιχτικά Φορδακό.
– Βγενιό, της είπε μία, να βάλεις στη ροδαρά σου και καρδαμουλίδες.
– Γιάιντα καρδαμουλίδες; ρώτησε η άλλη.
– Γιατί θ’ αρέσουνε του Δημητρού.
– Οι καρδαμουλίδες τ’ αρέσουνε;
– Δεν αρέσουνε των αφορδακώ;
Το Βγενιό θύμωσε.
– Εκείνος που μ’ αγαπά, μωρή, δεν είν’ αφορδακός. Είναι καλύτερος από κείνο που θα πάρεις εσύ.
Δεν αφήκαν απείρακτο και το Βαγγελιό και μένα μαζί.
– Μη ξεχάσεις να βάλεις χαμηλά τη ροδαρά σου, γιατί δε θα φτάξει το Γιωργιό
και θα τηνε πάρει κιανείς άλλος.
Το Βαγγελιό έκαμε να γελάσει, αλλά φαινότανε πως δεν είχε όρεξη. Στο πείσμα όμως κείνης που ’θελε να με πειράξει γιατ’ ήμουν μικρός, εγώ στο ξεστόλισμα πήρα την ανθοδέσμη του Βαγγελιού. Αλλ’ αν αυτό ήτο για μένα θρίαμβος, πολύ φοβούμαι σήμερο ότι το Βαγγελιό θα αισθάνθηκε κρυφή λύπη, γιατί δε βρέθηκε κανείς νέος να πάρει την ανθοδέσμη της, αλλά την αφήκαν σ’ ένα παιδί δεκατεσσάρω χρονώ…
Όλα καλά και περίκαλα τά ‘χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τους «αρχαίους ημών πρόγονοι». Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια. Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και ταρτουφίζουμε για «τσι γενναίοι προγονοί» σαν τι;
Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού- που εσήκωνε το απανω χείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας. Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη… Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά ‘χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.
Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσοφίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια: “Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και την Αθήνα;”
Η απόκριση που του δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.: “Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε”, του είπανε. “Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;
“Κλάψε με, μάνα, κλάψε με, Και πεθαμένο γράψε με”…
Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο ή κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα.”
Αυτή είναι η εικόνα που έχουνε οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.
Λάβε τη σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράφεις τι βλέπεις. Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1: 5 χ ΙΟ6, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, και σε μια γραφή που δε διαβάζεται. Λίγο μουστάκι, λίγο πρικοιόύλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.
Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά ‘χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμε-ράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;
Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκο-λογιά και αράπηδες. Είμαστε οι “ορτοντόξ”…
Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.
Θέλεις νά ‘χεις πιστή την εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β’ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο. Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά.
Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες.
Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.
Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.
Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά ‘χει να σου ειπεί: “άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι”. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:
– Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;
Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας. Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών; Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών; Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξανα-προσαρτήσουν; Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες; Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης; Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που ετοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό έλληνες μισό τούρκοι; Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια ευρωπαίοι και αλβανοί, βούλγαροι και εβραίοι, ορθόδοξοι και ρούσοι, τούρκοι και βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;
Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ότι: νεοέλληνες ίσον ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά. Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά ‘σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά ‘σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα. Απώλεια της εθνικής ταυτότητας είναι να σε βλέπουν οι άλλοι αρκουδόρεμα, και συ να τους φωνάζεις πως ντε και καλά είσαι η Ολυμπία. Και ύστερα να τους ζητάς Ολυμπιακούς αγώνες στην καλογρέζα. Χλευαστικό του καλογριά.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.
Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά ‘χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά ‘ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια· ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο- ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον και τον Μινώταυρος στην Κρήτη. Αλλα να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας.
Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. Να μας πουν αν ξέρουν ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.
Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους.
Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη…
Θα μου ειπείτε:
– Μήπως και οι ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:
-Όχι. Αλλά οι ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι γάλλοι, και ιταλοί, και βέλγοι.
Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Κοίτα πρόχειρα το εξώφυλλο της “Γκέμμας”.
Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζουνται έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.
Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα.
Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται ενιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Μ’ ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί ‘ναι μαγαρισμένες, λέει.
Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το “γνώθι σαντόν”. Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: “στάθί και οϊκτιρον”. Σταμάτα, και δάκρυσε· γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης.
Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό ‘ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:
Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη,
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη,
Κι ο Δήμος τ’ αγια-Δημητριού ν’ ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ’ ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος.
Δημήτρης Λιαντίνης
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του ”ΓΚΕΜΜΑ”)
«Να χαίρεσαι τη ζωή σου τη σύντομη και την ανεπίστροφη. Αλλά μέσα στο ρυθμό και την τάξη. Φυσική και ελεύθερη, να κρατάς την εμορφιά των παθών, ένα κύπελλο στο χέρι σου από αγνό ασήμι. Αλλά με γνώση και με πειθαρχία. Εκείνο που θα σε κρίνει δεν είναι η ηθική σου πτώση, αλλά η βούληση για δύναμη που θα βρίσκει το δρόμο να σε ανεβάζει ξανά στην καθαρή σου αρχικότητα.»
«Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά. Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου, πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό. Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του. Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό. Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος…»
«Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο. Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.»
«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.»
«Μια είναι η αιτία που κάνει το θάνατο την πικρότερη πίκρα μας. Είναι η γνώση πως το ασώματο ταξίδι μας δεν έχει πηγαιμό. Αλλά ούτε και γυρισμό. Με το θάνατο για στερνή φορά και πρώτη ο άνθρωπος περνά στην πατρίδα του πάντα και του πότε. Το τι θα σε καλωσορίσει εκεί που θα πας είναι ιδέα μηδενική, μπροστά στην άπειρη ιδέα του τι αποχαιρετάς εδώ που φεύγεις. Στο αναποδογύρισμα αυτού του διαλεκτικού σχήματος οι θρησκείες στηρίξανε την πανουργία της κυριαρχίας τους.»
«Το γεγονός του θανάτου είναι για τον καθένα από μας το ατομικό όριο του απόλυτου. Είναι ο βαθμό μείον 273 όχι στην κλίμακα της θερμότητας, αλλά στην κλίμακα του ανθρωπολογικού Μηδέν. Από τη στιγμή που θα πεθάνω περιέρχομαι αστραπιαία στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται εκείνος που δεν εγεννήθηκε ποτές.»
«Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο. Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις. Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζείς κι αυτό που δεν είσαι δηλαδή το νεκρός του αύριο. Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.»
«Όσο οι γυναίκες και οι άνδρες διαθέτουν τα αισθήματα που διαθέτουν -και μια αλλαγή στο οικονομικό και πολιτικό καθεστώς της κοινωνίας δεν μάς φαίνεται αρκετή για να τα μεταβάλει οριστικά- ο έρωτας, την ίδια στιγμή που θα προσφέρει μεγάλη χαρά, θα προξενεί και μεγάλο πόνο. Με την κατάργηση όλων των αιτίων που θα μπορούσαν να καταργηθούν, ο πόνος αυτός θα μπορούσε να μειωθεί ή να απαλυνθεί, η πλήρης εξαφάνιση του όμως είναι αδύνατη.
Αποτελεί, άραγε, αυτή η διαπίστωση λόγο για να μην δεχθεί κάποιος τις ιδέες μας και να θελήσει να παραμείνει εκουσίως στην παρούσα κατάσταση; Εν προκειμένω, θα έμοιαζε με κάποιον ο οποίος, μη μπορώντας να αγοράσει πολυτελή ρούχα, θα προτιμούσε να κυκλοφορεί γυμνός, ή με κάποιον ο οποίος, μη μπορώντας να τρώει κάθε μέρα φασιανό, θα απαρνιόταν το ψωμί, ή με έναν γιατρό ο οποίος, δεδομένων των αδυναμιών της σύγχρονης επιστήμης όσον αφορά ορισμένες ασθένειες, θα αρνιόταν να θεραπεύσει τις αρρώστιες που μπορούν να θεραπευθούν.
Ας καταργήσουμε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο· ας. καταπολεμήσουμε την κτηνώδη παρόρμηση του αρσενικού που πιστεύει πως πρέπει να κυριαρχεί πάνω στο θηλυκό· ας καταπολεμήσουμε τις θρησκευτικές, κοινωνικές και σεξουαλικές προκαταλήψεις· ας εξασφαλίσουμε σε όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, την ευημερία και την ελευθερία· ας διαδώσουμε την μόρφωση και, τότε, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση λογικά, εάν δεχθούμε ότι δεν θα υπάρχουν πλέον άλλα βάσανα, εκτός από εκείνα του έρωτα.
Εν πάση περιπτώσει, όσοι είναι άτυχοι στον έρωτα, θα μπορούν να βρουν άλλες απολαύσεις, εφ’ όσον η κατάσταση δεν θα είναι όπως η σημερινή, στην οποία ο έρωτας και το αλκοόλ αποτελούν την μοναδική παρηγοριά του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας».
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ερρίκο Μαλατέστα, “Προς μια ελεύθερη κοινωνία”, εκδ. Ελεύθερος Τύπος.
Ο Ερρίκο Μαλατέστα (14 Δεκεμβρίου 1853 – 22 Ιουλίου 1932) ήταν Ιταλός αναρχικός. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστος από την Ιταλία και πάνω από μια δεκαετία στη φυλακή για τις απόψεις του. Έγραψε και επιμελήθηκε μια σειρά από ριζοσπαστικές εφημερίδες και περιοδικά της εποχής -ανάμεσά τους το La Revolte, με τον Κροπότκιν και άλλους-, ενώ ήταν επίσης φίλος του Μιχαήλ Μπακούνιν. Ήταν μια πολύ δημοφιλής φιγούρα της εποχής του. Βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι: Στο καφενείο, Χωρίς εξουσία, Δημοκρατία φασισμός αναρχία, Προς μια ελεύθερη κοινωνία κ.ά.
Σαν σήμερα, 21 Ιουλίου του 1928 νωρις το απόγευμα, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή του με μια σφαίρα στην καρδιά. Βρίσκεται στην Πρέβεζα, όπου έχει μετατεθεί στο Γραφείο Μετοικισμού και Αποκαταστάσεως προδφύγων, ύστερα από έντονη διαμάχη του ως συνδικαλιστή, με το Υπουργείο Πρόνοιας, η οποία οδήγησε σε συνεχόμενες αποσπάσεις του από την Αθήνα. Ο ποιητής αφήνει πίσω του μια επιστολή.
Αυτή δημοσιεύθηκε το 1938, λογοκριμένη στα σημεία που βρίσκονται σε αγκύλες, ώστε να μη δίνονται στοιχεία για τις καταστάσεις που δημιουργησαν στον ποιητή την τραγωδία του όπως ο ίδιος αναφέρει. Πλέον γνωρίζουμε ότι εκτός από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, τη σύφιλη, και τις ιδιαίτερα δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες που βίωνε για χρόνια, ο Καρυωτάκης γνώριζε ότι σύντομα θα συνετασσόταν ισχυρό κατηγορητήριο προς το πρόσωπό του από το υπουργείο Προνοίας.Τα παραπάνω θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ψυχολογική κατάρρευση του ποιητή.
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. [Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.] Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. [Ήμουν άρρωστος.]
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη καριωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επι δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Σε όλους
Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, η αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλωτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ
Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.
Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.
Είχα την τύχη να γνωρίσω την Ώστεν μέσα από τα βιβλία της και τη μεταφορά τους στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη από νεαρή ηλικία. Διαβάζοντάς τα, όμως, διαρκώς από τότε δεν έχω πάψει να θαυμάζω την ιδιαίτερη, γεμάτη ειλικρίνεια και σαρκασμό γραφή της, τους γεμάτους ατέλειες τέλειους χαρακτήρες και τις ρεαλιστικές ιστορίες που καταλήγουν σε έναν μη ρεαλιστικό γάμο. Η ζωή της, λιγότερο ενδιαφέρουσα από αυτές των ηρωίδων της, δεν χαραμίστηκε σε έναν γάμο χωρίς έρωτα αλλά αφιερώθηκε στη συγγραφή και στην παραγωγή των έργων αυτών που χιλιάδες άνθρωποι αγάπησαν και διαβάζουν μέχρι σήμερα. Η Ελίζαμπεθ Μπένετ, ο κύριος Ντάρσυ, η Αν Έλιοτ, οι αδελφές Ντάσγουντ, η Έμμα και ο κύριος Μπίνγκλεϊ είναι χαρακτήρες που επιβίωσαν με το πέρασμα των χρόνων, αγαπήθηκαν και συντρόφευσαν αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Όπως είπε εύστοχα και ο Σερ Ουώλτερ Σκοτ:
«Το ξαναδιάβασα για Τρίτη φορά το Περηφάνια & Προκατάληψη, αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα της δεσποινίδας Τζέην Ώστεν. Αυτή η νέα γυναίκα έχει ένα μοναδικό ταλέντο να περιγράφει τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τους χαρακτήρες της καθημερινότητας. Το επιτηδευμένο και στομφώδες ύφος μπορώ κι εγώ άνετα να το χειριστώ. Όμως δεν είχα την τύχη να έχω το σπάνιο χάρισμα που κάνει τα ασήμαντα και καθημερινά πρόσωπα και πράγματα ενδιαφέροντα χάρη στην ειλικρίνεια της περιγραφής και στα συναισθήματα. Τι κρίμα που ένα τόσο προικισμένο πλάσμα χάθηκε τόσο νωρίς!»
Για να ρίξουμε μα ματιά στη ζωή της:
Για την Τζέην Ώστεν έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες που ευσταθούν ή που μπορούν να επιβεβαιωθούν ιστορικά είναι πραγματικά λίγες.
Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1775, σ’ένα μικρό χωριουδάκι της κομητείας του Χάμσαιρ, το Στίβεντον, με μόλις 250 κατοίους και ήταν το έβδομο παιδί του Αγγλικανού ιερωμένου Τζορτζ Ώστεν και της Κασσάνδρας Λη. Η οικογένειά της αν και ευκατάστατη δεν θεωρούταν πλούσια. Μεγάλωσε, ωστόσο, σε ένα ευτυχισμένο σπιτικό που τελικά ποτέ δεν εγκατέλειψε. Πέρασε τα πρώτα της χρόνια στο πρεσβυτέριο του Στίβεντον, και το 1783 ο πατέρας Ώστεν την στέλνει μαζί με την αδελφή της, την Κασσάνδρα στην Οξφόρδη για να μαθητεύσουν πλάι στην θεία τους, την Αν Κόλλυ. Το φθινόπωρο, όμως, τα δύο κορίτσια αρρωσταίνουν βαριά από τύφο με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Το 1875 στέλνονται στο οικοτροφείο θηλέων Abbey School. Εκεί θα μάθουν Γλώσσα, Γαλλικά, χορό, πλέξιμο και θέατρο. Θα σπουδάσουν μόνο για ένα χρόνο εκεί, καθώς το σχολείο ήταν πολύ ακριβό και ο πατέρας της Τζέην δυσκολευόταν να ανταπεξέλθει οικονομικά. Τα κορίτσια επιστρέφουν σπίτι για να συνεχίσουν το διάβασμα με την βοήθεια του πατέρα και των αδερφών τους.
Η Τζέην όπως και κάθε κορίτσι στην εποχή της βοηθάει στο νοικοκυριό, παίζει πιάνο για ένα διάστημα κάθε μέρα πριν το πρόγευμα και καταβροχθίζει με πάθος την βιβλιοθήκη του πατέρα της. Τρελαίνεται για τα μυθιστορήματα κάτι που θα γράψει και αργότερα στα βιβλία της. «Το να διαβάζει κανείς μυθιστορήματα είναι δείγμα ευφυούς μυαλού», γράφει η Τζέην Ώστεν μέσα από την φωνή της Κάθριν στο «Το Αββαείο του Νόρθαγκερ».
Τα μυθιστορήματα γίνονται όλη της η ζωή και με την προτροπή του πατέρα της αρχίζει και γράφει τα πρώτα της. Μόλις στα 11 της χρόνια, γράφει στίχους και ιστορίες τα οποία τα διαβάζει στις οικογενειακές συναθροίσεις. «Juvenilia» ονόμασε τις ιστορίες και τα ποιήματα που έγραψε τότε. «Τα μεγαλύτερα χαρίσματά της υπήρχαν εκεί σε εμβρυϊκή κατάσταση», γράφει η Πόλα Μπερν, επισημαίνοντας τη σατιρική διάθεση και την έλλειψη αναστολών της Ώστεν. Η νεαρή συγγραφέας διακωμωδούσε διάσημα πρόσωπα και έγραφε παρωδίες ρομαντικών μυθιστορημάτων. Μέσα σε αυτή τη συλλογή βρίσκεται το σατιρικό διήγημα «Αγάπη και Φιλία» όπου ειρωνεύεται τα δημοφιλή διηγήματα της εποχής περί ευαισθησίας, και «Η ιστορία της Αγγλίας», ένα χειρόγραφο 34 σελίδων που παρωδεί την ιστορική γραφή της εποχής και ειδικά την «Ιστορία της Αγγλίας του Oliver Goldsmith».
Οι μελετητές θεωρούν ότι ήταν γύρω στο 1789 που αποφάσισε πλέον να ασχοληθεί με τη συγγραφή επαγγελματικά – απόφαση σοκαριστική για την κοινωνία της εποχής και ιδιαίτερα δύσκολη στην εφαρμογή, λόγω των προκαταλήψεων απέναντι στο γυναικείο φύλο. Στο διάστημα 1793 – 1795 έγραψε το διήγημα «Lady Susan», ενώ πριν από το 1796, σύμφωνα με την αδερφή της, είχε ήδη ολοκληρώσει την πρώτη της απόπειρα συγγραφής μυθιστορήματος, με το «Elinor and Marianne», από το οποίο όμως δεν έχει διασωθεί κανένα χειρόγραφο. Πάντως, από αυτό το έργο φέρεται να προέκυψε αργότερα, μετά από σοβαρές αλλαγές, το «Λογική και Ευαισθησία».
Σε ηλικία 20 χρονών γράφει το Περηφάνια και Προκατάληψη αν και αρχικά το είχε ονομάσει «Πρώτες Εντυπώσεις». Γράφει συνολικά 6 μυθιστορήματα 4 από τα οποία εκδίδει με ψευδώνυμο. Το 1811 εκδόθηκε ως το μυθιστόρημα «μιας κυρίας» το Λογική & Ευαισθησία προκαλώντας ευμενέστατη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους. Το μυθιστόρημα έγινε αυτό που λένε οι Άγγλοι the talk of town ενώ η λογοτεχνική του αρτιότητα έκανε πολλούς κοντόφθαλμους να πιστέψουν πως δεν ήταν το έργο μιας γυναίκας. Το 1813 επανεκδόθηκε μαζί με το Περηφάνια & Προκατάληψη, που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία, ενώ το 1814 εκδόθηκε το Μάνσφηλ Παρκ. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε το Έμμα, ενώ το 1816 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του Μάνσφηλ Παρκ. Αρκετά από αυτά μεταφράστηκαν και στα γαλλικά, όλα τους φυσικά ανώνυμα μιας και ήταν κατακριτέο να κερδίζει μια αστή χρήματα από την ενασχόληση της με τη συγγραφή.
Η Τζέην διασκέδαζε με την ανωνυμία της και απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε κοινωνικές συναθροίσεις χωρίς οι παρευρισκόμενοι να ξέρουν πως είναι η ίδια η συγγραφέας. Τα μοναδικά έργα που φέρουν το όνομα της ήταν το Αββαείο του Νορθάνγκερ και το Πειθώ, που κυκλοφόρησαν το 1817 μετά το θάνατό της σ’ ένα τόμο επιμελημένα από τον αδελφό της Χένρυ.
«Ζωή γεμάτη χρησιμότητα για τους άλλους, θρησκευτικότητα και αφοσίωση στη λογοτεχνία, η ζωή της δεν ήταν κατά κανένα τρόπο περιπετειώδης», έγραψε ο Χένρι Ώστεν για την αδερφή του Τζέην.
Μέχρι πριν χρόνια, περιγραφόταν σαν μια γυναίκα που δεν είχε καθόλου ζωή, κλεισμένη στο σπίτι της με μόνη διέξοδο και διαφυγή το γράψιμο, ακριβώς όπως η Έμιλι Ντίκινσον. Οι σύγχρονοι μελετητές διαφωνούν. Η Ώστεν μπορεί να προτιμούσε την ήσυχη ζωή της εξοχής και την πένα της, αλλά λάτρευε του χορούς, να γνωρίζει κόσμο και να αλληλογραφεί. Είχε σπουδάσει και ταξιδέψει επίσης, ενώ είχε και αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Με κανέναν από αυτούς δεν προχώρησε σε γάμο ή κάποια σχέση διαρκείας, ωστόσο πολλοί ανακαλούνται με ευθυμία στις επιστολές της.
Η Ώστεν έμεινε από επιλογή χωρίς γάμο σε μια εποχή που μια ανύπαντρη γυναίκα θεωρούνται γεροντοκόρη, δυστυχισμένη, προβληματική και δαχτυλοδυκτούμενη. Μέχρι και σήμερα τα περισσότερα άρθρα που διαβάζει κανείς χαρακτηρίζουν την Ώστεν γεροντοκόρη αποδεικνύοντας περίτρανα πως οι αντιλήψεις της πατριαρχικής κοινωνίας καλά κρατούν. Η ίδια είχε προχωρημένες αντιλήψεις για την εποχή της για την θέση της γυναίκας, κάτι που φαίνεται και στα έργα της. Κριτικάρει και στηλιτεύει μοναδικά την κοινωνία της εποχής της, όπου η γυναίκα εξαρτιόταν από έναν καλό γάμο, προκειμένου να αποκτήσει -ή να διατηρήσει- μια καλή θέση στην κοινωνία και μία αξιοπρεπή ζωή, όπου ο σκοπός της γυναίκας είναι να παντρευτεί άνευ έρωτα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει ένα συγκεκριμένο ρόλο της εποχής. Παρόλα αυτά, η Ώστεν δεν αντιτίθεται στις κοινωνικές επιταγές και δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε φεμινιστική ή ριζοσπαστική ματιά στην τελική καθώς οι ήρωές της ακολουθούν με πιστή προσήλωση τις ηθικές και κοινωνικές επιταγές εκείνης της εποχής, ενώ οι ηρωίδες της αν και δυναμικές και ανεξάρτητες καταλήγουν πάντα να παντρεύονται με ένα καλό σύζυγο. Ωστόσο, στη δική της ζωή η Ώστεν δεν παντρεύτηκε για χάρη της κοινωνίας. Ο ρόλος ως μητέρα και σύζυγο δεν φαίνεται να της άρεσε και τόσο πολύ, ενώ δεν θέλησε να παντρευτεί χωρίς να υπάρχει έρωτας στον γάμο.
Το Δεκέμβριο του 1802 της γίνεται πρόταση γάμου από τον Χάρις Μπιγκ Γουίδερ. Η Τζέην αποδέχεται την πρόταση – ο γάμος θα προσέφερε σημαντικές διευκολύνσεις στην οικογένειά της, εξασφάλιση για τους γονείς αλλά και για την αδερφή της. Το επόμενο πρωί όμως, η Ώστεν συνειδητοποιεί ότι η πραγματοποίηση ενός τέτοιου γάμου θα ήταν λάθος και αποσύρει το λόγο της. Δεν υπάρχει καταγραφή σε αλληλογραφία ή ημερολόγια για το πως ένιωθε για αυτή την πρόταση γάμου, σε μια επιστολή της όμως προς την ανιψιά της, η οποία ζητούσε συμβουλή για μια σοβαρή σχέση, η Ώστεν γράφει: «Θα σε παρότρυνα να μην δεσμεύσεις τον εαυτό σου περαιτέρω και να μην σκέφτεσαι καν να τον δεχθείς, εκτός και αν πραγματικά τον θέλεις. Οτιδήποτε είναι προτιμότερο ή ανεκτό από το να παντρευτείς χωρίς αγάπη». Ίσως σε αυτό το σημείο να μιλά και για τον έρωτα που φέρεται να είχε νιώσει για τον Τόμας Λεφρόι
Σε ηλικία 20 ετών, και κατά τη διάρκεια κάποιας τέτοιας κοινωνικής εκδήλωσης, η Ώστεν γνώρισε τον Τομ Λεφρόι όταν εκείνος επισκέφτηκε το Στίβεντον από το Δεκέμβριο του 1795 έως τον Ιανουάριο του 1796. O Λεφρόι είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο και μετακόμιζε στο Λονδίνο για να ακολουθήσει το επάγγελμα του δικαστικού.
Από επιστολές της Τζέην στην αδερφή της, Κασσάνδρα, φαίνεται ότι οι δύο νέοι περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Μάλιστα, σε μία από τις λιγοστές επιστολές που έχουν σωθεί, η Ώστεν γράφει για τον Λεφρόι ότι είναι πολύ ευγενής, όμορφος και ευχάριστος νεαρός άνδρας, ενώ τον αποκαλεί φίλο της. Σε άλλη επιστολή, πέντε ημέρες αργότερα, γράφει ότι περίμενε κάποια πρόταση από εκείνον, την οποία -χαριτολογώντας γράφει- ότι θα αρνούνταν, αν εκείνος δεν εγκατέλειπε το λευκό παλτό του. Σύντομα το ειδύλλιο έλαβε άδοξο τέλος, με την οικογένεια του Λεφρόι να επεμβαίνει και να τον απομακρύνει από το Στίβεντον αφού ένας γάμος μεταξύ των δύο δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ πραγματικότητα. Κανένας από τους δύο δεν είχε χρήματα και εκείνος βασιζόταν σε ένα θείο του στην Ιρλανδία για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές και να τον βοηθήσει να στήσει την καριέρα του.
Αν και οι δυο τους δεν ειδώθηκαν ποτέ ξανά, η ανάμνηση του Λεφρόι συντρόφευε την Ώστεν για καιρό, και κανείς από τους υποψήφιους μνηστήρες που ακολούθησαν, δεν έβγαινε κερδισμένος από τη σύγκριση μαζί του.
Μόλις 41 χρονών και ταλαιπωρημένη η Τζέην Ώστεν πεθαίνει από μία σπάνια τότε ασθένεια που οι γιατροί δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν, τον Ιούλιο του 1817. Πριν από 202 ακριβώς χρόνια. το 2017 το βρετανικό κράτος την τίμησε τοποθετώντας το πορταίτρο της στην πίσω πλευρά του νέου, πλαστικοποιημένου δεκάλιρου. Ένα χαρτονόμισμα που λέγεται ότι είχε τεράστια συμβολική σημασία για την ίδια αφού αυτό ήταν το ποσό που πήρε για το πρώτο μυθιστόρημα της «Λογική και Ευαισθησία». Άφησε πίσω της ένα έργο που θα αντέξει για πάνω από 200 χρόνια, κυρίως αφήνοντας πίσω μυθοπλαστικούς χαρακτήρες όπως ο κ. Ντάρσυ, η Ελίζαμπεθ Μπένετ, η Έμμα που ακόμα και σήμερα αναπαράγονται και συντροφεύουν τους αναγνώστες.
Τον Ιανουάριο του ’68, όταν όλα πια τα έσκιαζε η φοβέρα των δικτατόρων και τα πλάκωνε η σκλαβιά ο Δημήτρης Μαρωνίτης ανέβηκε στο βήμα του Αμφιθέατρου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ακολούθησε ένα εξαιρετικό μάθημα προς τους φοιτητές του, τόσο διαφορετικό που αποτελεί παράδειγμα ευθύνης και δημοκρατικής συμπεριφοράς.
Μια τέτοια ωστόσο ενέργεια δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση, μέσα στην ατμόσφαιρα φόβου και αβεβαιότητας, που προκάλεσε η επιβολή της δικτατορίας στον πνευματικό -και όχι μόνο- κόσμο της χώρας. Οι διώξεις, οι απολύσεις και οι απειλές για την εφαρμογή της λίστας απομάκρυνσης όσων από τους διδάσκοντες στο Πανεπιστήμιο κι αλλού θα εναντιώνονταν στο καθεστώς, αποστερούσαν τη Θεσσαλονίκη ό, τι πιο ελπιδοφόρο θα μπορούσε να προέλθει από τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και να πιστοποιήσει την πνευματική της ακμή.
Τα «Δεκαοχτώ κείμενα», που θα κυκλοφορούσαν το καλοκαίρι του 1970, ήταν η πρώτη προσπάθεια συλλογικής αντίδρασης. Ανάμεσα στους συγγραφείς οι Δημήτρης Μαρωνίτης και Μανόλης Αναγνωστάκης. Εκείνες τις μέρες, λοιπόν, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, απογοητευμένος από τα γεγονότα, αλλά και οπλισμένος με ατσάλινη θέληση να αντισταθεί στα όσα συνέβαιναν μίλησε στους φοιτητές του. Με τις αργές κινήσεις και τη σπασμένη φωνή του αδίκως κυνηγημένου μιας αρχαίας τραγωδίας, ανέβηκε στην Έδρα για τελευταία φορά και απευθύνθηκε στο ακροατήριό του με τούτα τα λόγια:
«Το μάθημα τούτο αναγκάζομαι να το κάνω κάτω από απειλητικούς ψιθύρους.
Μου λείπει επομένως το κέφι να μιλήσω για τα Κύπρια Έπη, εφόσον μάλιστα ενδέχεται αυτά τα λόγια να είναι και τα τελευταία που ακούτε από το στόμα μου.
Γι’ αυτό και παρεκκλίνω από τον ίσιο δρόμο και, ακολουθώντας τον πιο αντιπαθητικό από τους αρχαίους συγγραφείς, λέω να το ρίξω στις υποθήκες, για να εξορκίσω έτσι τον Μεταξά και τους σύγχρονους επιγόνους του:
– Κρατήστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς. Μ’ αυτό κυρίως θα πολεμήσετε τη βαναυσότητα της εξουσίας.
– Μην απομονωθείτε. Με το λόγο, τη σιωπή και την πράξη σας, σταθείτε πλάι σε κάποιον: στη μάνα σας, στον αδελφό σας ή στο φίλο σας και προπαντός στα νεότερα παιδιά, που περιμένουν από σας να δουν, αν θα τους φράξετε ή θα τους ανοίξετε το δρόμο της ελεύθερης αναπνοής.
– Μη φοβάστε τους ανθρώπους που έχουν ρωμαλέα πάθη: όσους οργίζονται, πίνουν και αγαπούν. Πολεμάτε μόνον τους κάπηλους της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας. Απομονώστε όσους συνεχώς χαμογελούν, που όταν μιλούν δεν σας κοιτούν στα μάτια, κι όταν τους δίνετε το χέρι, δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να το σφίξουν. Ανάμεσά τους θα βρείτε τους χαφιέδες.
– Σηκώστε με σεμνότητα το χρέος που σας ανήκει. Φανείτε εις μικρόν γενναίοι».
Είχε διαδοθεί σχεδόν μυστικά στους φοιτητές ότι ο Μαρωνίτης θα έκανε το τελευταίο μάθημα και γι΄αυτό πάρα πολλοί –αρκετοί που δεν ήταν άμεσοι μαθητές του– προσέτρεξαν να τον ακούσουν. Ήταν και λίγοι συνάδελφοί του, όσοι δεν φοβήθηκαν τις συνέπειες της παρουσίας τους σε μια… αντιχουντική εκδήλωση!
«Το κατεβατό αυτό» ανασυνέθεσε ο ίδιος από μνήμης σε επιφυλλίδα του Βήματος στις 26 Οκτωβρίου του 1974, -ημέρα διττής σημασίας για τη Θεσσαλονίκη, την ιδιαίτερη πατρίδα του, γιορτή του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου αγίου της πόλης, και ημερομηνία απελευθέρωσής της κατά τη «Μεγάλη Εξόρμηση» του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου-, με τίτλο «Πολιτικό μανιφέστο για πολιτική χρήση».
Τα έργα του «κινούνται σε παράλληλες τροχιές, αλλά στον ίδιο μεσημβρινό, καθώς ”σκηνογραφούν” κι εμβληματικά ”αφηγούνται” πραγματικότητες, μέσα από το ένδυμα της δικής του μυθοπλοκής. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα στον θεατή, μέσα από την συμπαρουσίαση των έργων τους, να διακρίνει και να συνομιλήσει κανείς με τις διαφορετικές εκδοχές της “θεατρικότητας”, που ως κοινός θα λέγαμε τόπος, τα χαρακτηρίζει, σημειώνει η ιστορικός τέχνης Αθηνά Σχινά. Οι μορφές του Αλέκου Φασιανού που «γεφυρώνει με άλματα, μέσα από τις δικές του υποβλητικά δυναμικές μορφές, τη ζωτικότητα μιας παραμυθίας συναρπάζουν σε κάθε τους πινελιά.
Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του καλλιτέχνη : άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού, με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη, που γεμίζουν το χώρο, μόλις αγγίζοντας η μία την άλλη, ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά σε μία μάζα.
Οποιος γνωρίζει τις μορφές του ώριμου έργου του τις προμαντεύει κρυμμένες πίσω από τις ηθελημένα απειρότεχνες, σχεδόν παιδικές φιγούρες αυτής της εποχής, που μαρτυρούν τον συντονισμό του με κάποια συγγενή ρεύματα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας: την κηλιδογραφία (tachisme), την άξεστη τέχνη (art brut) και τον άγριο αφηρημένο εξπρεσιονισμό της ομάδας Κόμπρα (Cobra). Ο Φασιανός υποστηρίζει ότι πρόκειται για καθαρή σύμπτωση αλλά επιβεβαιώνει τη συγγένεια, που επισημάνθηκε μάλιστα από τους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού ήδη από τις πρώτες του εκθέσεις εκεί. Ο ίδιος ο Ντυμπυφέ, ο κυριότερος εκπρόσωπος της art brut, αναγνώρισε στον Φασιανό έναν προικισμένο νέο που ακολουθούσε παράλληλους δρόμους με τον δικό του. Τα πρώιμα έργα του νέου ζωγράφου διαθέτουν ήδη μερικά χαρακτηριστικά που ανήκουν στα σταθερά γνωρίσματα του ώριμου ύφους του: την αγάπη της αφήγησης, το χιούμορ, τον λεκτικό σχολιασμό του θέματος, τη μονοχρωμία ή καλύτερα τη χρωματική δεσπόζουσα με έμφαση στα κόκκινα, στα μπλε και στα κίτρινα.
Τις γκροτέσκες κοντόχοντρες μορφές, που σχηματοποιούνται μέσα σε παστόζικες μάζες χρώματος, θα τις διαδεχθούν στα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι σκιώδεις πλακάτες φιγούρες, άλλοτε μπλε, άλλοτε κόκκινες, πάντα σε χρυσοκίτρινο βάθος. H πυκνή πάστα χρώματος δίνει τώρα τη θέση της σε μια ανάλαφρη και λαμπερή χρωστική ύλη που καλύπτει ομοιόμορφα τη ζωγραφική επιφάνεια. H αγαπημένη θεματική του Φασιανού, οι ποδηλάτες-καπνιστές, που ζωγραφίζει «αενάως» ακολουθώντας το παράγγελμα του Ανδρέα Εμπειρίκου, διασχίζουν βιαστικά την οθόνη του καμβά αφήνοντας πίσω τους ένα νέφος από καπνό ή ανεμίζοντας ένα χρωματιστό φουλάρι. Οι ποδηλάτες είναι συχνά ζευγάρια και τότε στον άνεμο παραδίδεται και η μακριά κόμη του κοριτσιού. Ναι, κορίτσια και αγόρια είναι οι πρωταγωνιστές της ζωγραφικής του Φασιανού, οι «νικητές της ζωής», όπως τους ονόμασε πρόσφατα. Νικητές, γιατί έχουν κερδίσει την αιωνιότητα της νιότης μέσα στο έργο του. Εκεί, προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, η θεματολογία του νέου ζωγράφου διευρύνεται για να συμπεριλάβει τα ερωτικά επιθαλάμια. Νεαρά ζευγάρια ξαπλωμένα πάνω σε ντιβάνια με χρυσοκίτρινα ριγέ ή καρό κλινοσκεπάσματα, μοιάζει να έχουν παραδοθεί σε μια μακάρια μετερωτική ρέμβη. Το ενιαίο κόκκινο σμίγει τα σώματα των εραστών σε μια μέθεξη, συναισθηματική και κυρίως ζωγραφική. Την ίδια εποχή ο Φασιανός ζωγραφίζει λευκές γυναικείες μορφές, συχνά σχεδιασμένες με την πλάτη γυρισμένη προς τον θεατή, με ένα σχέδιο που εγγράφει μέσα στο περίγραμμα τον όγκο και την τρίτη διάσταση.
Μέσα από αυτά τα τελευταία έργα, τόσο τα κόκκινα επιθαλάμια όσο και τις λευκές μορφές, αναδύεται με δύναμη η βαθιά και μακρινή καταγωγή της τέχνης του ζωγράφου. Ο ίδιος έχει εξομολογηθεί πόσες ώρες περνούσε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μελετώντας τα αρχαία αγγεία και κυρίως τις λευκές ληκύθους. Το σχέδιό του επιβεβαιώνει αυτή τη μαρτυρία. Ενα λύγισμα της γραμμής, ένα γύρισμα της καμπύλης, μια επιδέξια προοπτική συνίζηση και το σώμα αποκτά όγκο και βάρος εκτοπίζοντας παράλληλα τον ζωτικό του χώρο. Το επίπεδο χρώμα, χρώμα που εκπέμπει φως – κόκκινο, λευκό, βαθύ γαλάζιο και αργότερα χρυσό -, δεν αναιρεί αυτή τη νοητή πλαστικότητα, όπως δεν την αναιρούσε το ενιαίο λευκό των ληκύθων ή το πορτοκαλόχρωμο της ερυθρόμορφης αγγειογραφίας. Υιοθετώντας αυτόν τον διπλό και φαινομενικά αντινομικό κώδικα, να αποδίδει τον όγκο με το περίγραμμα και ταυτόχρονα να τον αναιρεί με το επίπεδο χρώμα, ο ζωγράφος ικανοποιεί δύο αιτήματα: το αξίωμα της μοντέρνας τέχνης που επιτάσσει τον σεβασμό της επίπεδης επιφάνειας του καμβά και τη ζωντανή ακόμη «εντολή» της Γενιάς του Τριάντα. H απόρριψη της τρίτης διάστασης και ο σεβασμός της ζωγραφικής επιφάνειας ανήκαν στα θεμελιώδη στυλιστικά γνωρίσματα και των δύο μορφών τέχνης. Από αυτή την άποψη – και όχι μόνο – ο Αλέκος Φασιανός μπορεί να θεωρηθεί επίγονος της Γενιάς του Τριάντα. Για να δώσουν πιστοποιητικό ιθαγένειας στα ευρωπαϊκά ρεύματα του μοντερνισμού οι καλλιτέχνες της περιούσιας γενιάς όφειλαν να επαληθεύσουν τα διδάγματά της πάνω στο σώμα της ελληνικής παράδοσης· και η παράδοση για τους κυριότερους εκπρόσωπους της Γενιάς του Τριάντα ταυτιζόταν με το Βυζάντιο και τη λαϊκή τέχνη.
Ο κυρίαρχος μύθος της «ελληνικότητας», της πίστης στις διαιώνιες ελληνικές αξίες, τις μόνες που, σύμφωνα με την ιδεολογία της περιώνυμης γενιάς, παρείχαν εχέγγυα αυθεντικότητας και ιθαγένειας στη δημιουργία ενός έλληνα καλλιτέχνη, φαίνεται να αποτέλεσε πυξίδα στην αναζήτηση του Αλέκου Φασιανού. Τα παιδικά του χρόνια, που τα πέρασε στη λαϊκή γειτονιά της Πλάκας στη σκιά της Ακρόπολης, η φιλόλογος μητέρα του και η θητεία του στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη στη Σχολή Καλών Τεχνών πρέπει να λειτούργησαν σαν καταλύτες επιταχύνοντας αυτόν τον προσανατολισμό. Ο αγαπημένος δάσκαλος, ο Μόραλης, ο νεότερος και πιο νηφάλιος εκπρόσωπος της Γενιάς του Τριάντα, έμελλε να ενθαρρύνει τη στροφή του προικισμένου μαθητή προς την αρχαιότητα. Πράγματι ο Μόραλης είναι ο μόνος ζωγράφος της γενιάς του που μελέτησε και αφομοίωσε το ήθος, το ύφος και τη μορφή της αρχαίας τέχνης όπως μας παραδόθηκε από τις επιτύμβιες στήλες και τη ζωγραφική της Πομπηίας.
Ο μαθητής ωστόσο δεν συμμερίζεται τη μελαγχολική ενατένιση, τον διαστοχασμό πάνω στη ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο που σφραγίζει τη ζωγραφική του δασκάλου. Τον δικό του λαϊκό παγανισμό τον εμπνέει ένας άλλος δάσκαλος: ο Γιάννης Τσαρούχης. Αρχαιότητα, Φαγιούμ, Βυζάντιο, Αναγέννηση και λαϊκή τέχνη βρίσκουν τον τρόπο να συνδιαλλαγούν στη ζωγραφική του Τσαρούχη με καταλύτη τη μοντέρνα τέχνη και τις αναζητήσεις της. Ιδιαίτερη γοητεία άσκησε πάνω στο έργο του ο Ανρί Ματίς. Πρωταγωνιστές στη ζωγραφική του Τσαρούχη είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μελέφηβοι και νέοι άνδρες που εξυψώνονται σε καβαφικά ινδάλματα της ομορφιάς και του έρωτα, χωρίς να χάνουν τη λαϊκότητά τους. Αυτό το λαϊκό στοιχείο που συναντούμε στη θεματική του Τσαρούχη και αργότερα του Φασιανού, εξευγενισμένο, εξιδανικευμένο, ισοδυναμεί στη συνείδησή μου με την καταξίωση της δημοτικής γλώσσας από τους λογοτέχνες της Γενιάς του Τριάντα. Και όπως πεζογράφοι και ποιητές αναγνωρίζουν στην αδρή, την «απελέκητη» γλώσσα του Στρατηγού Μακρυγιάννη ένα απαράμιλλο πρότυπο δημοτικού λόγου, έτσι και οι καλλιτέχνες αναγνωρίζουν στον «αφελή», τον «καταπληκτικό ξυπόλυτο», κατά τον Φασιανό, λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο έναν «δάσκαλο» άξιο να τους εμπνεύσει.
Κάτω από το βάρος των κορυφαίων αυτών δημιουργών ο δρόμος της «ελληνικότητας» θα φάνταζε αδιέξοδος σε έναν λιγότερο γενναίο, λιγότερο οπλισμένο και αποφασισμένο νέο ζωγράφο. Οτι ήταν αποφασισμένος και δυνατός ο Φασιανός το απέδειξε με τον τρόπο που αντιμετώπισε τις σειρήνες του Παρισιού στη δεκαετία του ’60, όταν κυριαρχούσε η Σχολή του Νέου Ρεαλισμού και πολλοί νέοι ομότεχνοί του που είχαν φθάσει στη γαλλική πρωτεύουσα τον ίδιο καιρό αναζητούσαν τον δικό τους δρόμο μέσα στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Οι απόψεις του είναι ξεκάθαρες: «Και όλον τον κόσμο αν γνωρίσεις, πρέπει σαν τη μέλισσα να παίρνεις ό,τι χρειάζεσαι για να δημιουργήσεις το δικό σου μέλι. Το να έρχεται κάποιος στη Γαλλία για να δείξει ότι κάνει και αυτός έργα όπως τα γαλλικά, αυτό αυτόματα τον κατατάσσει στους μιμητές». Ο νέος ζωγράφος ήταν πράγματι οπλισμένος με ισχυρά αντισώματα: πλούσια και υγιή βιώματα, μια στέρεη καλλιτεχνική παιδεία και την ευλογία των δασκάλων που προαναφέραμε. Ο ίδιος θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει «μια έννοια τοπικής τέχνης, που εκφράζει την προσωπική αίσθηση του καθημερινού βίου και του περιβάλλοντος χώρου, ας πούμε του ελληνικού», που έζησε και γνώρισε βαθιά. Για τον Αλέκο Φασιανό αυτό που είναι τοπικό είναι το μόνο ανεπανάληπτο, το μόνο που «μπορεί να έχει απήχηση σε όλον τον κόσμο», με άλλα λόγια το μόνο οικουμενικό. Ετσι ο Φασιανός χάραξε τον προσωπικό του δρόμο στην τέχνη λαξεύοντας με επιμονή το δικό του κοσμοείδωλο, τον ιδιαίτερο κόσμο που φέρει τη δική του απαρομοίαστη σφραγίδα. H τέχνη του είναι ακαριαία αναγνωρίσιμη ακόμη και από έναν αδαή ή ένα παιδί.
Συχνά μιλώντας στους μαθητές μου της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών για τους τρόπους που αναγνωρίζουμε έναν γνήσιο καλλιτέχνη τους έλεγα ότι ο αυθεντικός δημιουργός, ως άλλος deus artifex, «χτίζει» έναν κόσμο που πριν από αυτόν δεν υπήρχε και που αφού δημιουργήθηκε διεκδικεί και κατακτά τη θέση του στη νοόσφαιρά μας και δεν μπορούμε, ακόμη και αν το θέλαμε, να τον αγνοήσουμε. Ο κόσμος του Φασιανού, εμπλουτισμένος με νέα θέματα, με χρυσούς και μπλε καβαλάρηδες, με σκηνές που διαδραματίζονται άλλοτε σε κλειστούς χώρους και άλλοτε στο ύπαιθρο, διατηρεί πάντα την ταυτότητά του. Μοναχικές ή συντροφικές φιγούρες, επίπεδες ή πλασμένες με φώτα και σκιές, οι μορφές του Φασιανού είναι πάντα αναγνωρίσιμες. Τα αθλητικά σώματα των ηρώων του ξεχειλίζουν, διαστέλλοντας τον χώρο, απειλώντας να τον διαρρήξουν με τη ζωτικότητά τους. H γραμμή του ορίζοντα τοποθετείται συνήθως χαμηλά έτσι που τονίζεται η ηρωική, μνημειακή κλίμακα των μορφών. Το σχέδιο του Φασιανού δεν είναι ρεαλιστικό. Τα πρόσωπα απεικονίζονται συνήθως σε κατανομή ή στα τρία τέταρτα με χαρακτηριστικά αρχαιοελληνικά, τυποποιημένα. Λειτουργούν σαν αρχέτυπα σύμβολα που «κλίνονται» με διάφορους τρόπους, σε διάφορους χρόνους, για να συνθέσουν μιαν αφήγηση: την αφήγηση που ονομάσαμε στην έκθεσή μας «Μυθολογίες του καθημερινού». Ο κόσμος του Φασιανού είναι ένας κόσμος παραδείσιος, μια συνεχής πρόκληση για απόδραση σε έναν χώρο απόλαυσης και ηδονής, όπου ο χρόνος εξισώνεται με μια αιώνια Κυριακή.
Ο Αλέκος Φασιανός μυθοποίησε τη δική του καθημερινότητα και μας άνοιξε τα μάτια στην κρυμμένη γοητεία της. Ως γνήσιος «λαϊκός καλλιτέχνης» άφησε την τέχνη του να διαχυθεί, να διαδοθεί, να πλημμυρίσει και να φαιδρύνει και τη δική μας καθημερινότητα με τη ζωική της ευφορία, με την ανθηρή της γοητεία, με την αμάραντη νιότη της. H αισιοδοξία που αποπνέουν τα έργα του είναι μεταδοτική και την έχουμε ανάγκη. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί η ζωγραφική του Φασιανού είναι τόσο λαοφίλητη.
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς. Μεταξύ άλλων διακρίσεων έχει τιμηθεί με βραβείο Πούλιτζερ, αλλά και Νόμπελ λογοτεχνίας (για το έργο “Ο γέρος και η θάλασσα”). Εργαζόμενος ως εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού αλλά και ως δημοσιογράφος στον πολυτάραχο 20ο αιώνα, απέκτησε εμπειρίες που αποτυπώθηκαν στο έντονα αυτοβιογραφικό λογοτεχνικό του έργο. Στις 2 Ιουλίου 1961 ο λογοτέχνης έδωσε τέλος στη ζωή του, στο εξηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας του. Ακολουθεί μία σύντομη παρουσίαση των καθοριστικών για τη διαμόρφωση του ύφους του πολεμικών του εμπειριών, καθώς και δύο από τα πιο σύντομα διηγήματά του – από τη συλλογή «Στην εποχή μας» (1925) – , που καθρεφτίζουν την ατμόσφαιρα αυτή.
Οι πόλεμοι και οι ανταποκρίσεις
Ο Χέμινγουεϊ, μετά από αποτυχία του να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και να πολεμήσει στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο πήρε μέρος στις αποστολές του Ερυθρού Σταυρού ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου, αρχικά στο Παρσίσι και έπειτα στην Ιταλία. Η περισυλλογή πτωμάτων ήταν από τις κύριες δραστηριότητές του. Σε μία αποστολή τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο του Μιλάνου. Μετά το πέρας του πολέμου παρασημοφορήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση για την προσφορά του.
Συνεχίζοντας το έργο του ως πολεμικού ανταποκριτή, κάλυψε την καταστροφή της Σμύρνης και την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη. Αργότερα, μετέβη στην Ισπανία, όπου έκανε ανταποκρίσεις από τον εμφύλιο, στο μέτωπο της Αραγωνίας, και στην πολιορκία της Μαδρίτης από τον Φράνκο.
Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, συγκεκριμένα το 1944, ταξίδεψε στην Ευρώπη, εκκινώντας από το Λονδίνο, ώστε να πραγματοποιήσει περαιτέρω πολεμικές ανταποκρίσεις. Οργάνωσε, επίσης, μια επιχείρηση εντοπισμού ναζιστικών υποβρυχίων στις ακτές της Κούβας (όπου έμενε) και των Η.Π.Α., το πλήρωμα της οποίας απαρτιζόταν από οικείους του. Η έρευνά του δεν απέδωσε καρπούς.
“Μια πολύ σύντομη ιστορία“
“Μια ζεστή βραδιά στην Πάντοβα, τον ανέβασαν στη σκεπή, κι από κει μπορούσε να δει από κάτω του μέχρι μακριά ολόκληρη την πόλη. Στον ουρανό πετούσαν χελιδόνια. Μετά από λίγη ώρα σκοτείνιασε, και οι προβολείς άρχισαν να παίζουν. Οι άλλοι κατέβηκαν κάτω και πήραν μαζί τους και τα μπουκάλια. Αυτός και η Λουζ τους άκουγαν απο κάτω στο μπαλκόνι. Η Λουζ καθόταν στο κρεβάτι του. Ήταν δροσερή και φρέσκια μέσα στην καυτή νύχτα.
Η Λουζ είχε αναλάβει για τρεις μήνες τη νυχτερινή βάρδια. Την άφηναν ευχαρίστως να τη διαλέξει. Όταν τον εγχείρησαν, αυτή τον προετοίμασε για το χειρουργικό κρεβάτι, κι είχαν γελάσει τότε μ’ ένα λογοπαίγνιο. Στη νάρκωση συγκρατήθηκε, γιατί δεν ήθελε εκείνες τις χαζές ώρες ν’ αρχίσει τις φλυαρίες. Όταν πήρε τα δεκανίκια, μετρούσε μόνος του τις θερμοκρασίες, για να μη σηκώνεται η Λουζ από το κρεβάτι. Υπήρχαν μόνο μερικοί ασθενείς και ήταν όλοι ενημερωμένοι. Η Λουζ άρεσε σε όλους. Όταν διέσχιζε την αίθουσα, σκεφτότανε την Λουζ στο κρεβάτι του.”
…Από την εκτέλεση των Έξι
Η πατρότητα του παρακάτω διηγήματος πιστεύεται ότι ανήκει στον Χέμινγουεϊ. Ο Χέμινγουεϊ κάλυψε δημοσιογραφικά τη μικρασιατική καταστροφή, ωστόσο δεν έφτασε ποτέ ως την Αθήνα, συνεπώς δεν υπήρξε μάρτυρας της δίκης και εκτέλεσης των Έξι που θεωρήθηκαν υπαίτιοι της μικρασιατικής καταστροφής. Εντούτοις, το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή “Στην εποχή μας”. Ο τίτλος που δώσαμε δεν έχει χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο το συγγραφέα, αλλά χρησιμοποιείται για την κατατόπιση του αναγνώστη.
“Εκτέλεσαν τους έξι υπουργούς στις έξι και μισή το πρωί στον τοίχο του νοσοκομείου. Στην αυλή είχαν σχηματιστεί λίμνες με νερό. Το λιθόστρωτο της αυλής ήταν σκεπασμένο με νεκρά φύλλα.
Έβρεχε πολύ. Όλα τα παραθυρόφυλλα στο νοσοκομείο ήταν ερμητικά κλειστά. Ένας από τους υπουργούς ήταν άρρωστος με τύφο. Δύο στρατιώτες τον μετέφεραν κάτω και τον έβγαλαν έξω στη βροχή. Προσπάθησαν να τον κρατήσουν όρθιο στον τοίχο, αλλά τα γόνατά του λύγιζαν και καθόταν κάτω, μέσα σε μια λίμνη που είχε σχηματίσει η βροχή. Οι άλλοι πέντε στέκονταν πολύ ήσυχα δίπλα στον τοίχο. Τελικά, ο αξιωματικός είπε στους στρατιώτες ότι δεν υπήρχε λόγος να προσπαθούν να τον κρατήσουν όρθιο. Όταν έριξαν την πρώτη ριπή, καθόταν μέσα στο νερό με το κεφάλι στα γόνατα.”
ΠΗΓΕΣ:
“Μεγάλοι συγγραφείς γράφουν τις πιο μικρές ιστορίες του κόσμου”, εκδ. Γνώση, 2013