Μνήμην θ’ απάντων, μουσομήτορ’ εργάνην. Ο Αισχύλος βλέπει την μνήμη ως τη γενεσιουργό αιτία των πάντων, ιδίως της ίδιας της τέχνης. Η μνήμη δεν είναι απλώς η μούσα των μουσών, είναι και το στοιχείο εκείνο που προσδίδει στο άτομο την ταυτότητά του, που το διαχωρίζει από τα υπόλοιπα, που το προσωποποιεί. Ταυτόχρονα, όμως διαδραματίζει και ρόλο ενοποιητικό, συνεκτικό όταν αποκτά μια συλλογική διάσταση. Εκτός όλων αυτών συνιστά το αντίπαλον δέος της λήθης. Εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη, εγγύς δε η πάντων περί σου λήθη. Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί καλλιτέχνες από τον Μαβίλη ως τον Νταλί και τον Ναμπόκοφ ως τον Μπαλζάκ πάλλονται μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, καταλήγοντας πότε στην μία και πότε στην άλλη πλευρά.
Σίγουρα γνωρίζουμε την σημαντικότατη υποκριτική και σκηνοθετική παρουσία του Δημήτρη Καταλειφού. Τον έχουμε, ουκ ολίγες φορές, θαυμάσει στην θεατρική σκηνή με το ένδυμα του ηθοποιού. Αυτό που αργήσαμε πολύ να μάθουμε είναι πως ενδύεται και άλλα προσωπεία, αυτό του ζωγράφου εδώ και κάποιο διάστημα και μόλις πρόσφατα αυτό του ποιητή. Το πρώτο του έργο κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο της χρονιάς που μας πέρασε, μιας δύσκολης χρονιάς, ενώ γράφτηκε σε μια άνοιξη εγκλεισμού. Μέσα από 65 σύντομα κείμενα ποιητικής πρόζας είχαμε την ευκαιρία να περιηγηθούμε σε ένα θεατρικό ποιητικό σύμπαν που μας εξέπλησσε και μας συγκίνησε βαθύτατα. Ο λόγος για την συλλογή “Συμπληγάδες γενεθλίων” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους, τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα, τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε, τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων, τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους, να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου. Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα… αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό,τι κλαίει γιατί μοιάζει μ’ εμένα.
Τι θ’ απογίνει όταν τελειώσουν τα ποιήματα; Όταν στερέψει η μνήμη σαν βρύση που δεν βγάζει πια νερό; Όταν πάψουν να του συμπαραστέκονται τα χρώματα σε βόλτες πρωινές στην εξοχή; Όταν θα κυκλοφορεί σε καροτσάκι αναπηρίας σε πόλη που δεν φαίνεται να κατοικεί κάνεις; Τι θ’ απογίνει αν ο καπνός από το τσιγάρο του δεν θα χαράζει μονοπάτι για να ανηφορίζει τις οροσειρές των λέξεων; Όταν όλα τα φαντάσματα αποσυρθούν σαν ηθοποιοί που είπαν τις ατάκες τους και τον άφησαν μόνο στη σκηνή; Όταν πια δεν θα υπάρχει φως ή έστω σκιές για να κουρνιάσει και κανένα καταφύγιο στίχων για να τον δεχτεί; Τι θα απογίνει; Θα καταλήξει μάλλον σε καμία μάντρα ποιητών με ανταλλακτικά στα αζήτητα.
Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή. Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει, Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα. Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει. Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί Τα σοκάκια όλα γυρίζουν , Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα , Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη, όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε, πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό , να κοιμηθούνε πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί…
Από την συλλογή Ποιήματα Ράινερ Μαρία Ρίλκε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
Αν ήμουν ήλιος, σύννεφα δεν θα σκιάζαν τα ουράνια ουδέ τη νύχτα θ’ άφηνα τα πέπλα της να ρίξει. Στεφάνι θα σου φόραγα τις πιο λαμπρές αχτίδες, όλος ο κόσμος για να ιδεί, καλή, την ομορφιά σου. Τ’αγέρι αν ήμουν το τρελό, μες στις χρυσές πλεξούδες χίλια φιλιά θα σου ‘δινα, έτσι για να σηκώσεις τ’ αλαβαστρένιο μπράτσο σου και τα μαλλιά να σιάξεις. Αν ήμουν κύμα του γιαλού, γλυκοχαϊδεύοντας σε, θ’ αγκάλιαζα τα πόδια σου, χιονάτα περιστέρια, κυρά μου, πόσο σ’ αγαπώ για να σου ψιθυρίσω. Αν ήμουν η τσοπάνικη φλογέρα που γροικιέται, να κλαίει το κάθε σούρουπο για του βοσκού τη θλίψη, τραγούδια πιο χαρούμενα τα χείλη μου θα πλάθαν. Αν ήμουν τ’ αηδονάκι σου που μες στον κήπο σου έχεις, θα ‘ρχόμουν στο παράθυρο να σε γλυκοφιλήσω, και θα ‘ταν το τραγούδι μου, τραγούδι της αγάπης. Αγρίμι αν ήμουν του βουνού, θα ‘ρχόμουν μερωμένο, να ξαπλωθώ στα πόδια σου, να ξαποστάσω λίγο, να με δροσίσεις με νερό και να σε φχαριστήσω. Αν ήμουνα τραγουδιστής, τη νύχτα της γιορτής σου, κάτω απ’ το παραθύρι σου που το ‘χεις ασφαλισμένο θα ‘λεγα στο τραγούδι μου τον πόνο που με λιώνει, ν’ ανοίξεις το παράθυρο να σε σφιχταγκαλιάσω, τα γονικά σου να μας δουν, παιδί τους να με κράζουν, και να χαρούν οι φίλοι μας, να σκάσουν οι οχτροί μας, η γειτονιά να μας θωρεί και να μας μακαρίζει, τ’ αστέρια να μας βλέπουνε και πιο πολύ να λάμπουν, και να μας βλέπει και ο Θεός και να μας ευλογάει.