Η πρώτη σουηδική παραγωγή του Netflix με τίτλο Quicksand (Κινούμενη Άμμος) βασίζεται στο βραβευμένο ομότιτλο best seller της Malin Persson Giolito,που έχει εκδοθεί σε 26 χώρες και ψηφίστηκε ως Αστυνομικό Μυθιστόρημα Νορδικών Χωρών της χρονιάς 2016. H σειρά, που αποτελείται από 6 επεισόδια παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ενώ είναι διαθέσιμη για streaming στο Netflix από τον προηγούμενο Απρίλιο.
Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τη μαθήτρια Maja Norber, η οποία μετά από μια ένοπλη επίθεση που πραγματοποιείται σε ένα σχολείο στην πιο πλούσια περιοχή της Στοκχόλμης βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες ανθρωποκτονίας. Όταν βγουν στη δημοσιότητα τα τραγικά γεγονότα εκείνης της ημέρας, θα αποκαλυφθούν και οι λεπτομέρειες της σχέσης της με τον άλλο δράστη, Sebastian Fagerman, και της δυσλειτουργικής οικογένειάς του. Ποιος έφταιγε τελικά για το μοιραίο συμβάν;
Οι κεντρικοί ήρωες, η Μάγια και ο Σεμπάστιαν, είναι δύο έφηβοι που η σχέση τους ξεκινά το καλοκαίρι πριν την τελευταία τάξη του Λυκείου. Ο Σεμπάστιαν είναι ένας νεαρός με προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ η Μάγια είναι φαινομενικά η “υποδειγματική” έφηβη που παρασύρεται από αυτόν. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι δύο αυτοί ήρωες γίνονται συμπαθείς στον θεατή, αλλά ούτε περνούν αδιάφοροι καθ’όλη την διάρκεια της σειράς. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι καλές και σου δείχνουν ακριβώς πώς είναι να βρίσκεσαι στη δική τους θέση. Βεβαια, δεν είναι εύκολο να ταυτιστείς μαζί τους σε προσωπικό επίπεδο καθώς ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη και ζουν μία πλουσιοπάροχη ζωή με ελάχιστους περιορισμούς από τους γονείς τους, ένα αρνητικό χαρακτηριστικό που μαλλόν υποβαθμίζει την σειρά.
Παρακολουθούμε αναδρομικά τα γεγονότα που οδήγησαν στην μαζική δολοφονία των συμμαθητών της, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε την Μάγια τις μέρες που βρίσκεται στη φυλακή και την ημέρα της δίκης. Ποιοι ήταν, γιατί βρέθηκαν εκεί, ποιες είναι οι μεταξύ τους σχέσεις, όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα από την οπτική γωνία της Μάγια και πως την έχουν επηρεάσει ψυχικά και νοητικά. Η ιστορία κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, καθώς δίνονται λίγες πληροφορίες σε κάθε επεισόδιο σχετικά με το συμβάν των πυροβολισμών και διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Στη σειρά θα δει κανείς πως κανένα γεγονός δεν είναι μεμονωμένο και αποκομμένο από τα υπόλοιπα. Όλα συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα. Ενδοοικογενειακή βία, εγκατάλειψη, απληστία, ρατσισμός είναι μόνο μερικά από τα όσα θίγονται μέσα από την προσωπική ζωή των χαρακτήρων. Η πρώτη σκηνή είναι συνταρακτική και οριοθετεί την αιματηρή υπόθεση και την σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου. Σε γενικές γραμμές, είναι μία καλογυρισμένη σειρά, με συγκεκριμένες σκηνές που συγκλονίζουν, που σε κρατάει σε αγωνία και θίγει κοινωνικά θέματα πολύ σημαντικά για την εποχή.
Τα γεγονότα του βιβλίου αλλά και της σειράς, που παραμένει πολύ πιστή σε αυτό, δεν βασίζονται σε κάποια πραγματική ιστορία. Το μόνο περιστατικό με πυροβολισμούς σε σχολείο στην Σουηδία συνέβη το 1961 όπου ένας 17χρονος πυροβόλησε κάποιους μαθητές σε έναν σχολικό χώρο. Την ίδια στιγμή όμως αυτό το θέμα χτυπάει μία ευαίσθητη χορδή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το οποίο έχει συμβάλλει καθοριστικά στο να είναι η σειρά τόσο δημοφιλής στο κοινό εκτός Σουηδίας και Ευρώπης. 370 διαφορετικά χτυπήματα έχουν γίνει σε σχολεία και δημόσιους χώρους μόνο για το 2019 στην Αμερική, γεγονός που καθιστά την συγκεκριμένη σειρά ιδιαίτερα επίκαιρη αλλά και επίπονη, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα του να χάνονται νέες ζωές χωρίς λόγο.
Στις 13 Σεπτεμβρίου ανέβηκε στην πλατφόρμα του Netflix η μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων (διάρκειας περίπου 45 λεπτών) με τον τίτλο «Unbelievable». Και είναι πραγματικά απίστευτη η ιστορία που πραγματεύεται και ανατριχιαστικά απίστευτο το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία. Για την ακρίβεια, η σειρά των Susannah Grant, Michael Chabon και Ayelet Waldman μετέφερε στη μικρή οθόνη τα ακριβή γεγονότα τα οποία είχε φέρει στη δημοσιότητα το άρθρο των ρεπόρτερ T. Christian Miller και Ken Armstrong, για το οποίο κέρδισαν το βραβείο Πούλιτζερ το 2015.
Το 2008, η δεκαοχτάχρονη Marie είναι ενταγμένη σε ένα πρόγραμμα στήριξης ενηλίκων που, καθώς έχουν περάσει από πολλές ανάδοχες οικογένειες, προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν. Η σειρά ξεκινάει με την ίδια να καταγγέλλει τον βιασμό της και αφού την έχουμε δει ήδη να περιγράφει στην αστυνομία όσα πρόλαβε να δει και να αντιληφθεί από τον δράστη, της ζητάνε να ξαναδώσει κατάθεση. Και ξανά. Και να καταγράψει τα γεγονότα σε χαρτί, μέχρι που, καθώς τη βλέπουμε να αναμετριέται με τις τραυματικές σκέψεις της, ο ντετέκτιβ εντοπίζει τυφλά σημεία μεταξύ των καταθέσεων και κάποιων λεπτομερειών που συζήτησε με έναν φίλο της.
Παράλληλα, μία από τις ανάδοχες μητέρες της προσάπτει στη Marie το στίγμα του ταλαιπωρήμενου παιδιού που το μόνο που θέλει είναι να τραβήξει την προσοχή. Εξηγεί στον ντετέκτιβ πώς και η ίδια έχει πέσει θύμα βιασμού, αλλά δεν είχε αντιδράσει κατά αυτόν τον τρόπο, τον τρόπο της Marie.
Η Marie (Kaitlyn Dever) καλείται να αντιμετωπίσει μια καθημερινότητα στην οποία η ζωή της πέφτει σαν ντόμινο. Τρία χρόνια αργότερα και αρκετά χιλιόμετρα μακριά, οι δρόμοι δύο γυναικών ντετέκτιβ, της Γκρέις Ράσμουσεν και της Κάρεν Ντουβάλ συναντιούνται καθώς οι υποθέσεις βιασμών οι οποίες έχουν αναλάβει να εξιχνιάσουν σε κοντινές περιοχές του Colorado έχουν τόσες ομοιότητες έτσι που το πιθανότερο είναι να έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο, ή πως υπάρχουν μιμητές του.
Το πρώτο επεισόδιο εστιάζει στην περίπτωση της Μαρί και δίνει το στίγμα της σκηνοθετικής ματιάς. Απουσία ωμών και σκληρών σκηνών χωρίς λόγο, έλλειψη ακραίων συναισθηματικών εξάρσεων που σκοπό έχουν να πουλήσουν τον ανθρώπινο πόνο. Οι σκηνές του βιασμού γίνονται αποσπασματικά, σαν στιγμιαία καρέ, θραύσματα αναμνήσεων που έρχονται και φεύγουν καθώς το θύμα καταθέτει. Η κάμερα εστιάζει στις αντιδράσεις, στις αλλαγές που αποτυπώνονται στις εκφράσεις του προσώπου, στα συναισθήματα που αλλάζουν με τρομακτική ταχύτητα. Η Μαρί αναγκάζεται να σκύψει το κεφάλι, να θέσει στον τοίχο τον ίδιο της τον εαυτό και να ομολογήσει πως τίποτα δεν συνέβη, πως όλα ήταν μια φαντασίωση, ένας εφιάλτης που δεν έχει καμία βάση αλήθειας. Δέχεται την κατακραυγή, την απόρριψη φίλων και γνωστών, τα λόγια πίσω από την πλάτη, τον οίκτο στα μάτια των άλλων, και μένει κενή. Μετέωρη. Να ζει παθητικά, χωρίς συναισθήματα. Εγκλωβισμένη μέσα στον βιασμό για χρόνια. Η Κέιτλιν Ντέβερ ως Μαρί είναι απόλυτα πειστική, σε παραπλανά και σε οδηγεί όπου εκείνη θέλει. Τη μία στιγμή δείχνει εύθραυστη, ευάλωτη, φοβισμένη, και το επόμενο λεπτό μεταμορφώνεται σε κακομαθημένο κοριτσάκι που δεν έχει όρια και δεν υπακούει σε κανόνες. Το πρόσωπό της είναι σαν μια μάσκα και δεν επιτρέπει σε κανέναν να καταλάβει τι πραγματικά κρύβεται από κάτω.
Από το δεύτερο επεισόδιο η ιστορία ακολουθεί δρόμους παράλληλους: από τη μία παρακολουθείς την εξέλιξη της ζωής της Μαρί μετά την αναίρεση της κατάθεσής της και από την άλλη τις έρευνες των δύο ντετέκτιβ καθώς προσπαθούν να ανακαλύψουν έναν φαινομενικά καθ’ έξιν βιαστή. «Αν δεν βλέπουμε τον δρόμο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει».
Η Τόνι Κολέτ και η Μέριτ Γουίβερ, ως Γκρέις Ράσμουσεν και Κάρεν Ντουβάλ αντίστοιχα, χτίζουν μια αστυνομική έρευνα from the scratch. Σκάβουν βαθιά, ερευνούν κάθε λεπτομέρεια, σκύβουν το κεφάλι και ψάχνουν, ψάχνουν, ψάχνουν. Αναζητούν ένα ίχνος. Μια χιονονιφάδα που μπορεί να κρύβει DNA, ένα γάντι, ένα σημάδι εκ γενετής, μια φράση που ειπώθηκε κατά τη διάρκεια του βιασμού. Μεθοδικά και αργά, κατορθώνουν να βρουν κομμάτια του παζλ. Ύψος, βάρος, χρώμα, ματιών και μαλλιών, μάρκα παπουτσιών, χρώμα σακιδίου. Ανούσιες πληροφορίες, δηλαδή. Πληροφορίες που φωτογραφίζουν εκατοντάδες πολίτες. Και όμως εκείνες συνεχίζουν να ελπίζουν και να το παλεύουν κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Με αποφασιστικότητα και πάθος. Αντιμάχονται τη φρίκη και τη δυσπιστία ερευνώντας εξονυχιστικά. Τελικά ο λευκός καμβάς στον τοίχο γεμίζει. Βασανιστικά αργά, αλλά γεμίζει. Και οδηγεί κάπου…
Οι δύο αυτές γυναίκες ταυτίζονται συναισθηματικά και κατορθώνουν με αυταπάρνηση, πείσμα, προσωπικό αγώνα και επιμονή να φτάσουν στην άκρη του νήματος και να προσφέρουν γαλήνη και δικαίωση σε εκείνες τις γυναίκες που βιάστηκαν ξανά από την πολιτεία με την αμφισβήτηση των λόγων τους, την καχυποψία και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε το δράμα τους. Γυναίκες που τρελαίνονται στη σκέψη ότι όλο αυτό τελικά μάλλον το ονειρεύτηκαν ενώ την ίδια στιγμή αισθάνονται διαλυμένες, εξευτελισμένες, καταρρακωμένες, φοβισμένες, τρομοκρατημένες και καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους. Σαν μη συνέβη τίποτα. Γιατί η αστυνομία δεν μπορεί να βρει την άκρη, δεν τους δίνει την πρέπουσα σημασία, δεν πολυπιστεύει όσα καταθέτουν. Γυναίκες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο και ο τρόπος που βιώνουν την επώδυνη και οδυνηρή αυτή κατάσταση. Τα τραύματά τους είναι εκεί, στέκουν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους κάθε φορά που επιχειρούν να αφήσουν τον εφιάλτη πίσω τους.
Αν περιμένετε από μια σειρά σκηνοθετική πρωτοτυπία, τότε το Unbelievable δεν είναι για εσάς. Αν πάλι προσδοκάτε από μια αστυνομική σειρά την ένταση που προκαλείται όταν το μυστήριο λύνεται στο παρά πέντε ή σας εντυπωσιάζουν οι μέθοδοι συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από τους τόπους των εγκλημάτων, μάλλον ούτε τότε θα σας συγκινήσει, αν και το Unbelievable ξετυλίγει προσεκτικά την πορεία της αστυνομικής έρευνας.
Η σειρά έχει τρεις πολύ δυνατούς γυναικείους χαρακτήρες. Όμως, αυτό που κάνει το Unbelievable- must watch είναι το γεγονός ότι πραγματεύεται κάτι πραγματικά σοβαρό. Μιλά για την κοινωνία που έχει μάθει να αναγνωρίζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο τραύμα. Αν διαφοροποιείσαι στο πώς εκφράζεσαι συναισθηματικά από τους γύρω σου, αντιμετωπίζεσαι με καχυποψία, ακόμα κι αν έχεις βιαστεί. Γιατί αυτό ήταν που γέννησε σε όλο της τον περίγυρο την αμφιβολία απέναντι στη Marie.
Κι αυτό ήταν για εκείνην ένας δεύτερος, απανωτός βιασμός. Ίδιας σημασίας. Ως θύμα έχει την ολόδική της εμπειρία και αυτή της την παίρνουν. Το μοναδικό πράγμα που είχε ήταν αυτό που έζησε και αυτό της το αφαίρεσαν. Και γι΄αυτό μένει κενή. Να κοιτάζει, αλλά να λειτουργεί παθητικά κάθε της αίσθηση.
Γι΄αυτό, άλλωστε, η Μαρί Άντλερ και το παράλληλο storyline της είναι αυτό που μένει θέλοντας και μη στο τέλος. Η αστυνομική έρευνα πάει κατ΄ευχήν, οι δύο επικεφαλής ικανοποιούνται που μπορούν να κοιτάζουν τα θύματα χωρίς ενοχές, χωρίς ντροπή, αλλά η κηλίδα μένει. Και στην Μαρί μένει πολύ περισσότερο, αφού στο διάστημα της αμφισβήτησης, γίνεται περίγελος και στοχοποιείται ως μια ψεύτρα που καπηλεύεται τον πόνο πραγματικών θυμάτων.
Το Unbelievable σχολιάζει τις διακρίσεις φύλου χωρίς να λέει τις λέξεις, παρά ακολουθώντας την πορεία της έρευνας για τον βιασμό πολλών γυναικών. Αναφέρεται στην καχυποψία του μηχανισμού δικαιοσύνης απέναντι σε όσους δεν έχουν μεγαλώσει «σε ένα καλό σπίτι», απέναντι σε εκείνους που πρέπει να αποδεικνύουν συνέχεια ότι δεν νοσούν ψυχικά από τις ταλαιπωρίες που έχουν υποστεί.
Δείχνει την βάναυση γραφειοκρατία που καλείται να περάσει μια γυναίκα που έχει βιαστεί. Κι ότι από τη στιγμή που η επίλυση ενός τέτοιου είδους εγκλήματος βρίσκεται στα χέρια της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, άνθρωποι τραυματισμένοι βρίσκονται στην ανασφαλή θέση για τον αν θα πέσουν «σε κάποιον καλό», σε εκείνους που θα νοιαστούν πραγματικά για την υπόθεσή τους.
Την πρώτη μου χρονιά στη δουλειά με κάλεσαν για διατάραξη οικογενειακής γαλήνης. Σ’ ένα ωραίο σπιτάκι όπου ο σύζυγος είχε μόλις σπάσει στο ξύλο τη γυναίκα. Η μύτη της έτρεχε αίμα, τα μάτια της ήταν πρησμένα. Τον συλλάβαμε και προσπάθησα να στείλω τη γυναίκα στο νοσοκομείο, αλλά δεν πήγαινε. Οι διασώστες την περιποιήθηκαν και μετά φύγαμε…
Δεν μου φάνηκε σωστό. Σκέφτηκα ότι θα πήγαινα αργότερα να δω πώς ήταν. Τελείωσα τη βάρδια, γύρισα στο τμήμα, κι όλοι ήθελαν να πάμε για μπύρες. Προσπάθησα να αρνηθώ, μα ξέρεις πως είναι “έλα, ρε Duvall, μην είσαι ξενέρωτη”. Τέτοιες βλακείες. Ενέδωσα λοιπόν, πήγα, σαν καλή συνάδελφος. Και, μάντεψε. Όσο έπινα τη μπύρα μου με τα παιδιά, αυτός πλήρωσε την εγγύηση, γύρισε σπίτι κι αποτελείωσε τη δουλειά. Της έσπασε το πόδι και της ράγισε το κρανίο. Την άφησε με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη. Οπότε, όταν ακούω τη φωνούλα μέσα μου να λέει “μη φύγεις ακόμα”, την προσέχω».
Αυτός ο μονόλογος που παρακολουθούμε στο έβδομο από τα οκτώ επεισόδια της μίνι σειράς του Netflix Unbelievable είναι ένας μονόλογος που καταδεικνύει ένα από τα κοινωνικά αγκάθια τα οποία αποκρύπτονται διαχρονικά και θίγει η σειρά, αυτό της ενδοοικογενειακής βίας.
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στην ντετέκτιβ Karen Duvall ( Merritt Wever). Απέναντί της κάθεται η συνάδελφός της Grace Rasmussen (Toni Collette). Καθώς τα επεισόδια προχωράνε, οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν σταδιακά μια φιλική σχέση. Στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ αυτό μεταξύ τους. Γιατί το Unbelievable βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό του κομμάτι.
Δεν έχει κάτι υπέρτατο σε ερμηνείες ή σκηνοθεσία το Unbelievable. Έχει μια τρομερά δυνατή ιστορία. Και ορισμένες φορές αυτό είναι υπεραρκετό για να σε κάνει να απομυζήσεις μια τηλεοπτική σειρά ή ένα οποιοδήποτε περιεχόμενο.
Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα του Unbelievable. Εκεί που έχεις πειστεί ότι το ενδιαφέρον σου είναι καθαρά εγκληματολογικό και ενθουσιάζεσαι στις σκηνές εξεύρεσης των στοιχείων, στο τέλος, χάρη και στην σχετική ευκολία με την οποία βρίσκεται ο υπαίτιος, αναρωτιέται για την Μαρί Άντλερ πώς συνεχίζει. Βλέπεις ένα υφιστάμενο πρόβλημα που ταλανίζει μια τεράστια χώρα.
Απηχεί σε σκουριασμένες κλειδώσεις της αμερικάνικης κοινωνίας το Unbelievable. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για αληθινά γεγονότα, αλλά και γιατί οι κοινωνίες αυτές δείχνουν να μη μαθαίνουν από τα λάθη τους. Λειτουργούν ξανά με τον ίδιο τρόπο.
Λίγο πριν το πολυαναμενόμενο «Τhe Irishman» του Μάρτιν Σκορσέζε κάνει πρεμιέρα στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Netflix, μία άλλη ταινία με εντυπωσιακό καστ κάνει την εμφάνιση τηςαπό 1η Νοεμβρίου στο ιντερνετικό δίκτυο, «Ο Βασιλιάς» (“The King”) με την σκηνοθετική υπογραφή του Ντέιβιντ Μισό και τον Τιμοτέ/Τίμοθι Σαλαμέ, το νέο αγαπημένο παιδί του παγκόσμιου σινεμά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ένα ατμοσφαιρικό δράμα εποχής βασισμένο φυσικά στο σπουδαίο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ερρίκος Ε’», με λοιπούς πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Πάτινσον, Τζόελ Έτζερτον, Μπεν Μέντελσον και Λίλι-Ρόουζ Ντεπ, το The King μας μεταφέρει στη Βρετανία του 15ου αιώνα. Στην ανάδυση ενός αδίστακτου μονάρχη. Ο Ερρίκος ο Πέμπτος αναλαμβάνει το θρόνο μετά το θάνατο του αδερφού του και του πατέρα του. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με το χάος που του κληρονόμησε ο πατέρας του. Η εξαπάτηση και η διαφθορά κυριαρχούν στο παλάτι και στην κοινωνία. Πολλές θα είναι οι φωνές που θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τον Ερρίκο σε αυτό το μονοπάτι. Εκείνος θα πρέπει να δείξει πυγμή και να γίνει ένας πραγματικός βασιλιάς.
Η ιστορία του Βασιλιά Ερρίκου Ε’ μπορεί έως τώρα να μην έχει καταφέρει να κερδίσει σαν ταινία τους κριτικούς, όμως οι ερμηνείες τόσο των πρωταγωνιστών Τιμοτέ Σαλαμέ και Ρόμπερτ Πάτινσον όσο και του Τζόελ Έτζερτον είναι ικανές να σε κερδίσουν από το πρώτο λεπτό. Στην ταινία παρατηρούμε ένα παιδί που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με το σύστημα εξουσίας του Βασιλιά πατέρα του, να καλείται μέσα σε μια ημέρα να γίνει αρχηγός ενός διχασμένου κράτους. Να αφήσει τα ποτά και τα ξενύχτια και να ορκιστεί Βασιλιάς αντιμετωπίζοντας όλες τις δυσκολίες ενός διαιρεμένου Βασιλείου. Ο “Χαλ” όμως ήταν καλός στο να κάνει λάθη, καλός στο να τα διορθώνει και εν τέλει καλός αν και αυστηρός στο να βασιλεύει. Ο Σαλαμέ κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα ενός ηγέτη που ήθελε να ξεχωρίσει τον 15ο αιώνα.
Η εξουσία για τον Ερρίκο Ε’ είναι μοναχική, καταθλιπτική και βίαιη. Η προσοχή φυσικά επικεντρώνεται στον νεαρό βασιλιά, ο οποίος διαδέχεται τον πατέρα του στον θρόνο σε ηλικία μόλις 27 ετών, αλλά και στις εντάσεις και τις πολιτικές αναταράξεις που συνοδεύουν τον ρόλο του και το μετέωρο βασίλειο του. Ο νέος μονάρχης καλείται πολύ γρήγορα να συγκρουστεί με τον Δελφίνο της Γαλλίας, τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτινσον, ώστε να υπερασπιστεί τον θρόνο του.
Ενδιαφέρθηκα περισσότερο να μεταδώσω μέσα από την ερμηνεία μου την πρόκληση και το βάσανο του Ερρίκου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις εκείνης της εποχής σε τόσο νεαρή ηλικία, παρά να απεικονίσω τα ιδανικά μιας εποχής που δεν έχει σχέση με τη δική μας.
– Timothée Chalamet
Η ταινία έκανε πρώτα πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου, ενώ η πρώτη ημέρα προβολής της στην πλατφόρμα του Netflix ήταν η 1η Νοεμβρίου. Νωρίτερα, μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα, το φιλμ συγκέντρωσε 13 υποψηφιότητες στα βραβεία της Αυστραλέζικης Ακαδημίας κινηματογράφου AACTA, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Σκηνοθέτη.
Η ταινία λοιπόν έχει πολλαπλή αξία: αφενός μεν αποτελεί ένα συνεπές δείγμα κινηματογραφικού είδους (ιστορικό περιπετειώδες δράμα), αφετέρου αντανακλά τις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες της εποχής μας σχετικά με τον ρόλο του σύγχρονου ηγέτη στη διαμόρφωση της μετα-ιστορίας των κατευθυνόμενων ειδήσεων. Οι παραπάνω αντικατοπτρισμοί όμως – σε καμία περίπτωση – δεν επιβαρύνουν την γνήσια streaming κινηματογραφική ψυχαγωγία, η οποία πλέον μετράται σε views και όχι σε εισιτήρια στο box office. Ο Ντέιβιντ Μισοντ σκηνοθετεί με ψυχραιμία και αυτοέλεγχο το υπέροχο σενάριο που συνέγραψε με τον Τζόελ Έτζερτον, ο οποίος υποδύεται με ευαισθησία και δυναμισμό τον πολύπειρο Τζον Φάλσταφ (ο χαρακτήρας του βασίζεται στην προσωπικότητα του Τζον Ολντκασλ, φίλου και συνεργάτη του Βασιλιά Ερρίκου Ε΄).
Κάτι ανάμεσα σε μια coming of age ιστορία και μια παραβολή για την σαγηνευτική επιρροή της δύναμης, την μοναξιά της κορυφής και την ευθύνη της εξουσίας το «The King» μπορεί να είναι ως επί το πλείστον συμβατικό στην αφήγησή του, όμως έχει μια κάθε άλλο παρά «αραχνιασμένη ματιά» και μια συγκλονιστική κορύφωση στην μάχη του Αζινκούρ που σε κρατά στην άκρη της καρέκλας σου και σε κάνει να νιώθεις την βία, την λάσπη, το αίμα σχεδόν με όλες τις αισθήσεις σου. Μία γνώριμη μα και συναρπαστική ιστορία μεταμορφώνεται σε μια δυνατή ταινία με ορισμένες αφηγηματικές αδυναμίες, που μας προσφέρει όμως εντυπωσιακές ερμηνείες και μία ιδιαίτερη, άκρως διαφορετική εμπειρία.