Dear White People: Η πραγματικότητα του φυλετικού ρατσισμού στην “μετά-ρατσιστική” Αμερική

Το “Dear White People” έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις καλύτερες σειρές του Netflix στην Αμερική και μπορούμε να καταλάβουμε γιατί. Μπορεί το πολιτικό παράσκηνιο και οι κοινωνικές εντάσεις να έχουν άλλη χροιά στην Ελλάδα, αλλά το κομμάτι της Αφροαμερικανικής κουλτούρας της Αμερικής είναι παγκοσμίως γνωστό, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο με την δικαιολογημένη έξαρση του κινήματος Black Lives Matter.

Η ιστορία μας εξελίσσεται σε ένα Ivy League Πανεπιστήμιο της Αμερικής, το Winchester University, το οποίο έχει κατ’εξοχήν προνομιούχους λευκούς, αλλά είναι διάσημο για την μικρή Αφροαμερικανική κοινότητά του. Εκεί συναντάμε την Sam White, η οποία έχει μία εκπομπή ονόματι Dear White People, στην οποία σχολιάζει τα τεκταινόμενα της σχολής. Με αφορμή ένα blackface party, η Sam και οι φίλοι της προσπαθούν να βρούν ένα τρόπο για να καταδικάσουν τον ρατσισμό. Τα πράγματα όμως γίνονται όλο και χειρότερα και οι εντάσεις αυξάνονται ολό ένα και περισσότερο, καθώς εξερευνούν ένα διαφορετικό τοπίο κοινωνικής αδικίας, πολιτισμικής προκατάληψης και πολιτικής ορθότητας (ή την έλλειψή τους) και τον ενίοτε παραπλανητικό ακτιβισμό στη σύγχρονη εποχή. Υπό το πρίσμα του παραλογισμού, το Dear White People αποτυπώνει, με καυστική ειρωνεία, αυτοκριτική διάθεση και, ορισμένες φορές, με ωμή ειλικρίνεια, τα προβλήματα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία, προκαλώντας παράλληλα άφθονο γέλιο.

Η σειρά βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του 2014, αλλά ο δημιουργός της, Justin Simien, αναδυκνύει το ταλέντο του κυρίως στη σειρά γιατί εκεί βρίσκει τον χώρο να χτίσει τις ιστορίες του κάθε χαρακτήρα και να εμβαθύνει στην υπόθεση. Στην πρώτη σεζόν, είχε την εξαιρετική ιδέα να εξετάζει κάποιο συγκεκριμένο συμβάν από διαφορετικές οπτικές γωνίες: για αυτό και κάθε επεισόδιο είναι και ένα κεφάλαιο κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα. Στη δεύτερη σεζόν, επιχείρησε ιστορικές αναδρομές, έτσι ώστε να αναδείξει πώς η καταπίεση των Αφροαμερικανών συνεχίζεται εως σήμερα. Με τον Giancarlo Esposito για αφηγητή της σειράς, κάθε επεισόδιο ανοίγει με έναν διαφορετικό τρόπο και μας προσκαλεί να ακούσουμε προσεκτικά.

Στη βάση της, η σειρά ασχολείται με τον φυλετικό ρατσισμό. Παρ’όλα αυτά, εμβαθύνει πολύ περισσότερο καθώς αποτελεί έναν στοχασμό, όχι μόνο του δημιουργού Simien αλλά και όλων των σκηνοθετών και σεναριογράφων της σειράς, για την έννοια της προσωπικής ταυτότητας, η οποία συνεχώς σφυρηλατείται από τις κοινωνικές αλλά και πολιτικές συνθήκες του περιβάλλοντός μας. Οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μία μάχη με τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους και μονίμως αναγκάζονται να αποδείξουν πως είναι κάτι συγκεκριμένο παρά κάτι άλλο. Όλοι τους είναι εξίσου σημαντικοί και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, που τελικά το προσωπείο που παρουσιάζουν δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό εαυτό τους. Κάποιοι από αυτούς έχουν δύναμη, άλλοι όχι, όμως κάπου εκεί στη μέση βρίσκονται και οι άνθρωποι που δεν συνειδητοποιούν την δύναμη που κατέχουν λόγω του χρώματός τους, και την μεταχειρίζονται για καλούς ή κακούς σκοπούς εν αγνοία τους. Το Dear White People δεν σχολιάζει μόνο το κοινωνικό παρασκήνιο και τις άνισες σχέσεις δύναμης, αλλά καταφέρνει να επιμορφώσει τον θεατή σε διαφορετικές πτυχές του ρατσισμού που ίσως να μην γνώριζε.

Στην σειρά πρωταγωνιστούν οι Λόγκαν Μπράουνιγκ, Μπράντον Π. Μπελ, ΝτιΡόν Χόρτον, Αντουανέτ Ρόμπερτσον και πολλοί άλλοι, όλοι τους με εξαιρετικές ερμηνείες. Μέχρι τώρα έχουν βγει 3 σεζόν (με 10 επεισόδια η κάθε μία), ενώ η τέταρτη και τελευταία σεζόν θα κυκλοφορήσει στο Netflix to φθινόπωρο του 2020.

Πηγές:

https://www.moveitmag.gr/news/dear-white-people-valte-stin-watchlist-sas/58127

https://www.yourate.gr/series/item/5218.html

https://www.vulture.com/2017/04/netflix-dear-white-people-review.html

«Απάνθρωποι Πόροι»: το απάνθρωπο πρόσωπο της ανεργίας

Oι «Απάνθρωποι Πόροι» (Dérapages ή Ιnhuman Resources) είναι μια νέα – άκρως επιτυχημένη – γαλλική μίνι σειρά έξι επεισοδίων που από τις 15 Μαΐου έγινε διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix και ήδη γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Τα μεγάλα ατού της είναι δύο: αφενός το ότι ένα ψυχαγωγικό προϊόν ασχολείται με σοβαρότητα με το μεγαλύτερο ίσως κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, την ανεργία, και αφετέρου ότι πρωταγωνιστής της σειράς είναι ένας πρώην σταρ –για την ακρίβεια «βασιλιάς»– του ποδοσφαίρου, ο Ερίκ Καντονά, που ανταποκρίνεται θαυμάσια σε αυτόν το ρόλο. Επιπλέον, καθώς η πανδημία δικαιολόγησε και επιτάχυνε δεκάδες εκατομμύρια απολύσεις σε όλο τον κόσμο, η σειρά αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.

Η σειρά βασίζεται στο μυθιστόρημα Cadres Noirs του βραβευμένου με Γκονκούρ Πιέρ Λεμέτρ, του οποίου επτά βιβλία έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα κι έχουν αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο 57χρονος Αλέν Ντελάμπρ, πρώην στέλεχος επιχειρήσεων, ειδικευμένος στους «ανθρώπινους πόρους», δηλαδή στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, είναι εδώ κι 7 χρόνια άνεργος, καθώς η εταιρεία του προχώρησε σε περικοπές. Συντηρείται χάρη στο μισθό της γυναίκας του, κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του και εργάζεται προσωρινά σε μια αποθήκη για 560 ευρώ το μήνα μικτά. Μια μέρα, του προσφέρεται μια ευκαιρία να προσληφθεί σε έναν βιομηχανικό κολοσσό. Προκειμένου να την κερδίσει, όμως, οι υποψήφιοι εργοδότες θα θελήσουν να δοκιμάσουν αυτόν και τους ανταγωνιστές του. Η δοκιμασία περιλαμβάνει ένα “παιχνίδι ρόλων”, μια υποθετική κατάσταση ομηρείας, στην οποία τέσσερα ανώτερα στελέχη της επιχείρησης θα πρέπει να περάσουν από ανάκριση. Στόχος είναι να δείξουν οι υποψήφιοι τις ικανότητές τους στην διαχείριση κρίσεων, όπως η προβλεπόμενη απόλυση 1.500 εργαζομένων της εταιρείας από ένα εργοστάσιό της (αυτό είναι και το πρώτο που πρόκειται να αναθέσει η εταιρεία σε όποιον κερδίσει την θέση).

Ο Αλέν είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να βρει μια δουλειά, οπότε και αποφασίζει να συμμετάσχει στην διαδικασία. Όταν όμως ανακαλύπτει ότι ο ίδιος είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι που τον υπερβαίνει, θα γίνει από θύμα θύτης, θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει τους δικούς του κανόνες. «Η ανεργία είναι βία», θα πει αργότερα και «όποιος ψάχνει για δουλειά, είναι σε πόλεμο, οι νικητές επιβιώνουν, οι άλλοι ψοφάνε».

Ιδιαίτερα θετικά μας εκπλήσσει ο πρωταγωνιστής της σειράς που δεν είναι άλλος από τον «βασιλιά» Ερίκ Καντονά, μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες μορφές του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και της Manchester United. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ερίκ Καντονά ασχολείται με την υποκριτική, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές άλλες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές στο παρελθόν. Η παρουσία του στη συγκεκριμένη σειρά κρίνεται άκρως ταιριαστή και ο ίδιος προσφέρει μια πραγματικά αξιόλογη ερμηνεία.

Από επεισόδιο σε επεισόδιο, οι «Απάνθρωποι Πόροι» μεταλλάσσονται: από κοινωνικό και υπαρξιακό δράμα σε εταιρικό θρίλερ, σε οικογενειακό δράμα, σε θρίλερ φυλακής και τέλος σε δικαστικό θρίλερ και αντικαπιταλιστικό μανιφέστο, ικανοποιώντας τα γούστα κάθε θεατή.

Η σειρά προσπαθεί και καταφέρνει να συνδυάσει με επιτυχία την αγωνία και την ένταση με την υπόθεση (ώστε να μην αφήσει κάποιον παραπονεμένο), ενώ προσπαθεί με επιτυχία να ξεφύγει από τα κλισέ του θέματος, κάνοντας και ένα κοινωνικό σχόλιο.

Τα 6 επεισόδιά της είναι πράγματι καθηλωτικά· οι «Απάνθρωποι Πόροι» έχουν αποθεωθεί από κοινό και κριτικούς. Στην καρδιά τους κρύβονται άβολα ζητήματα, όπως το γεγονός ότι άνθρωποι απολύονται εξαιτίας της ηλικίας τους και μόνο. Ή ότι οι κολοσσοί δεν έχουν κανένα ανθρώπινο συναίσθημα. Αξίζει να την απολαύσετε άμεσα!

ΠΗΓΕΣ: https://prin.gr/?p=31406 , https://www.ieidiseis.gr/eidiseis/politismos/item/45894-netflix-o-erik-kantona-protagonistei-sti-nea-seira-apanthropoi-poroi , http://www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-seira-quot-apanthropoi-poroi-quot/ , https://www.athensvoice.gr/culture/tv/649881_netflix-8-synarpastikes-seires-apo-ti-gallia-kai-velgio , https://www.newsbeast.gr/entertainment/cinema/arthro/6295464/netflix-i-nea-dramatiki-seira-me-ton-erik-kantona-poy-apotheonoyn-oloi

Into the Night: Η νέα μετα-αποκαλυπτική σειρά που θα σας καθηλώσει

“Into the Night” (Μέσα στην Νύχτα) είναι ο τίτλος της νέας μίνι σειράς επιστημονικής φαντασίας του Netflix που ήρθε από το Βέλγιο και βασίζεται στο μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Jacek Dukaj, με τίτλο “The Old Axolotl”. Το “Into the Night” είναι η πρώτη Βελγική πρωτότυπη παραγωγή της πλατφόρμας και έχει μόνο 6 καθηλωτικά επεισόδια των 35 λεπτών που θα σας μαγνητίσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η υπόθεση είναι διαφορετική και άκρως ενδιαφέρουσα, αφού ακολουθεί ένα μετα-αποκαλυπτικό σενάριο που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις οθόνες μας. Ένας ταξιδιώτης βρίσκεται στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών και ζητά ένα εισιτήριο για να πετάξει προς τη δύση, γιατί, όπως φαίνεται, το φως του ήλιου είναι θανατηφόρο για όλα τα έμβια όντα. Τελικά, αποφασίζει να πάρει την κατάστασει στα χέρια του και εξαναγκάσει τον πιλότο ενός αεροπλάνου με αρχικό προορισμό την Μόσχα να πετάξει προς το άγνωστο, μακριά από τις θανατηφόρες ακτίνες. Έτσι ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στον ίδιον τον ήλιο καθώς ξεχύνονται μέσα στην νύχτα σε μια προσπάθεια επιβίωσης με κάθε κόστος.

«Η ανατολή θα μας σκοτώσει όλους»

Η κεντρική ιδέα προκαλεί την περιέργεια μας και προδιαθέτει για ένα συναρπαστικό ταξίδι αγωνίας, και λίγο πολύ αυτό που υπόσχεται το προσφέρει, χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και χωρίς να αποφεύγει αρκετές κοινοτοπίες και κάποια κλισέ, τα οποία όμως φέρνει εις πέρας με αρκετή επιτυχία.

Λόγω θέματος και συνειρμών με το δυστοπικό σήμερα της ανθρωπότητας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτυπώνει την ιδέα της Αποκάλυψης που όλοι νιώθουμε πως έχει έρθει. Το θέμα της σειράς μπορεί να μην είναι μια φονική πανδημία, ωστόσο η ιδέα και μόνο ότι ο κόσμος φτάνει στο τέλος του με ακαριαίους θανάτους σε κάθε χώρα του πλανήτη εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας, είναι αρκετά ανατριχιαστική για να αναζητήσει κανείς τις ομοιότητες με τη φρίκη των όσων έχει επιφέρει στη ζωή μας η πανδημία.

Η ιστορία πάντως εστιάζει λιγότερο στο τέλος του κόσμου και περισσότερο στη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αυτήν την αξιοπερίεργη ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που θέλει να επιβιώσει πάση θυσία. Ο Ιταλός που έχει σχέση με το NATO και εισβάλλει στο αεροπλάνο διαπράττοντας αεροπειρατεία προσπαθώντας να πάρει τα ηνία της ηγεσίας. Ο πιλότος, η αεροσυνοδός, ο μηχανικός του αεροπλάνου. Μία πρωην στρατιωτικός πιλοτός ελικοπτέρου που βιώνει μία προσωπική τραγωδία. Μία Αφρικανή νοσοκόμια που δουλεύει για έναν πλούσιο ηλικιωμένο με άνοια. Μια Ρωσίδα μητέρα που πηγαίνει τον γιο της για επείγουσα επέμβαση στη Μόσχα. Ένας Βέλγος μηχανικός τηλεπικοινωνιών που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια και να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Ένας Τούρκος επιχειρηματίας με ένα σκοτεινό μυστικό. Ένας λίγο ρατσιστής μεσήλικας σεκιουριτάς. Ο Άραβας υπάλληλος του αεροδρομίου. Μία Αμερικανίδα influencer με ρίζες από Ιταλία και Γαλλία.

Οι χαρακτήρες είναι αρκετοί ( βέβαια μόνο μερικοί επιβάτες πρόλαβαν να επιβιβαστούν στην πτήση που έφυγε εσπευσμένα από τις Βρυξέλλες) αλλά τους δίνεται ένα επαρκές χρονικό διάστημα από τον δημιουργό της σειράς Τζέισον Τζορτζ (του τηλεοπτικού Narcos και του κινηματογραφικού Vice) να αναπτυχθούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρουσιάζουν όλοι ισότιμο ενδιαφέρον. Ίσως δούμε τις ιστορίες τους να ξεδιπλώνονται περισσόερο στην 2η σεζόν, που όπως φαίνεται από το τέλος της 1ης, θα έρθει σύντομα στο Netflix.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι η πολυπολιτισμικότητα των πρωταγωνιστών, η ποικιλομορφία τους και η διαφορετικότητα τους, που δίνει στην σειρά τον επιθυμητό ρεαλισμό ακόμα και όταν οι ανατροπές είναι υπερβολικές για να γίνουν πιστευτές. Ένα πλήθος γλωσσών (κυρίως Γαλλικά, αλλά και Ιταλικά, Γερμανικά, Αραβικά, Ρώσικα, κλπ) και κουλτούρων προβάλλονται καθόλη την διάρκεια της σειράς και εντάσσονται έξυπνα και με μεγάλη φυσικότητα μέσα στην πλοκή. Επίσης, η σειρά φιλοξενεί αντίστοιχα και ένα καστ από ηθοποιούς διάφορων εθνικοτήτων: Jan Bijvoet, Nabil Mallat, Pauline Etienne, Laurent Capelluto, Stéfano Cassetti, Astrid Whettnall, Vincent Londez, Regina Bikkinina, Alba Gaïa Bellugi, Babetida Sadjo, Mehmet Kurtulus και Ksawery Szlenkier.

Μιλώντας για την ιδέα της σειράς, ο εκτελεστικός παραγωγός Tomek Bagiński σχολίασε: «Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η ιδέα της αναπόφευκτης Αποκάλυψης και ότι μπορείς να τρέξεις μακριά της μέσα σε ένα αεροπλάνο μαζί με άλλους ξένους που δεν μιλούν καν την ίδια γλώσσα»

Πηγές:

https://www.ethnos.gr/politismos/sinema/104264_night-i-diethnis-seira-toy-netflix-problepei-telos-toy-kosmoy

https://www.moveitmag.gr/nea/night-season-1-idaniko-gia-binge-watching/62592

https://www.must.com.cy/gr/culture/entertainment/into-the-night-mia-seira-poy-den-moiazei-me-tis-alles

“Manhunt: Unabomber”: ο τρομοκράτης με PhD που συνελήφθη βάσει της εγκληματολογικής γλωσσολογίας

Αν είστε οπαδοί των πραγματικά καλών αστυνομικών σειρών με serial killers, τότε σίγουρα θα λατρέψετε την σπουδαία πλην όμως κάπως υποτιμημένη σειρά του The Discovery, “Manhunt: Unabomber” (Το Ανθρωποκυνηγητό: Γιουναμπόμπερ). Η σειρά που αποτελείται από 8 επεισόδια και προβάλλεται στο Netflix (θυμίζει μάλιστα σε κάποια σημεία το πολύ πετυχημένο Mindhunter) βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. H σειρά εξιστορεί ένα μικρό κομμάτι της ζωής ενός βομβιστή, του Ted Kaczynski, που συγκλόνισε και τρομοκράτησε την Αμερική με τις βομβιστικές επιθέσεις του από το 1978 εως το 1995. Όπως φανερώνει και ο τίτλος, πρόκειται για ένα ανθρωποκυνηγητό μεταξύ του FBI και του τρομοκράτη, ο οποίος σκότωσε και τραυμάτισε ανυποψίαστους ανθρώπους και τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Ο Unabomber / Ted Kaczynski έδρασε από το 1978 έως και το 1995, ταχυδρομώντας ή παραδίδοντάς ο ίδιος, συνολικά 16 αυτοσχέδιες βόμβες, όπου προκάλεσε πολλούς τραυματισμούς και 3 θανάτους. Οι βόμβες ήταν σχεδιασμένες με τρόπου όπου δεν ήταν ανιχνεύσιμες από αποτυπώματα αλλά και λογική κατασκευής. Τα θύματά του ήταν πάντα πρόσωπα υπεύθυνα της λεγόμενης (κατά το Μανιφέστο του) Βιομηχανικής προόδου που φυλακίζει τον άνθρωπο. Ο Kaczynski από πολύ νεαρός και για λόγους που βλέπουμε ξεκάθαρα στη σειρά, είχε αποκοπεί από τις κοινωνικές συναναστροφές και ήταν υπέρμαχος πως ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φύση και να αποκοπεί από την αστική πρόοδο.

Πράγματι, δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε τρομοκράτης, καθώς επρόκειτο για μια μαθηματική διάνοια που στην ηλικία των 16 ήταν πρωτοετής στο Harvard, και στην ηλικία των 25 απέκτησε το PhD του από το πανεπιστήμιο του Michigan. Στην Αμερική, και ύστερα στους πανεπιστημιακούς κύκλους της Κοινωνιολογίας, έγινε γνωστός λόγω του μανιφέστο του με τίτλο “Industrial Society and Its Future” (Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της), το οποίο ο ίδιος απαίτησε να δημοσιευτεί στους New York Times και The Washington Post, αν η κυβέρνηση ήθελε να σταματήσει τις επιθέσεις του. Φυσικά και δημοσιεύτηκε. Η βασική του θέση στο μανιφέστο είναι η εξής: η διάβρωση της ανθρώπινης ελευθερίας είναι ένα φυσικό επακόλουθο της βιομηχανικής κοινωνίας. Η τεχνολογία αποσταθεροποιεί την κοινωνία, παράγει ανικανοποίητους ανθρώπους, και δημιουργεί ψυχολογικό τραύμα. Για αυτό, ο ίδιος, προτρέπει για την επιστροφή του ανθρώπου στην “άγρια φύση.”

Αξίζει να σημειωθεί ότι, αν και η ακρίβεια σε σειρές ή ταινίες που υποστηρίζουν ότι βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα σπάνια πλησιάζει το 50% των πραγματικών γεγονότων (αφού πάντα χρειάζεται η σκηνοθετημένη δραματουργία, στο Manhunt: Unabomber, όπως σχολιάζει ο πραγματικός πράκτορας Fitzgerald σε συνέντευξή του, το 80% των γεγονότων αποτυπώνεται σωστά.

Στο “Manhunt: Unabomber”, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Jim “Fitz” Fitzgerald (Sam Worthington), έναν FBI profiler, να προσπαθεί, βάσει των γλωσσολογικών ευρημάτων, να συνθέσει ένα ψυχολογικό προφίλ του βομβιστή, έτσι ώστε να μπορέσει μαζί με την υπόλοιπη ομάδα του FBI να τον εντοπίσουν. Οι προσπάθειές τους δείχνουν μάταιες, μέχρι που η προσπάθεια γλωσσολογικής ανάλυσης των γραμμάτων και του μανιφέστου που ο ίδιος ο Kaczynski έστελνε στις εφημερίδες αρχίζουν να βγάζουν νόημα. Τελικά, ήταν ο ίδιος ο αδελφός του βομβιστή που αναγνώρισε τον τρόπο γραφής του αδελφού του – μετά την δημοσίευση του μανιφέστου στην The Washington Post – κάτι που οδήγησε τις αρχές στη σύλληψη του Kaczynski.

Η σύλληψη του Kaczynski στη σειρά…
… και στην πραγματικότητα.

Η σειρά κινείται σε δυο χρόνους, το παρελθοντικό, που ο αναλυτής διώκει τον εγκληματία και στο παρόν που ο εγκληματίας έχει πλέον συλληφθεί και ο αναλυτής πάει να τον συναντήσει για να τον πείσει να δηλώσει την ενοχή του. Βλέπουμε πόσο διαφορετικός είναι πλέον ο πράκτορας του FBI, από χαρούμενος οικογενειάρχης στην αρχή έχει μετατραπεί σε έναν περιθωριακό μοναχικό τύπο. Είναι όμως αυτός ο άνθρωπος που συνέλαβε τον δράστη και ο μόνος στον οποίο δέχεται να μιλήσει.

Η σπουδαιότερη ερμηνεία της σειράς είναι αυτή του Paul Bettany (Κώδικας Ντα Βίντσι, Avengers, Priest), ο οποίος ερμηνεύει ανατριχιαστικά τον δράστη Ted Kaczynski. Ο Bettany κατάφερε να σκιαγραφήσει τον Kaczynski ως έναν άνθρωπο ταλαιπωρημένο λόγω της συνεχούς παρεξήγησής του από τους άλλους, ως έναν άνθρωπο που προτίμησε την μοναξιά και την επιστροφή στον εαυτό του παρά την ανόητη κοινωνική συναναστροφή και την συντροφιά κούφιων ανθρώπων. Ο Bettany παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία, καθώς μπορεί και μας μεταφέρει τον θυμό πίσω από το ήρεμο προσωπείο, την ευτυχία πίσω από τον χορό ανάμεσα στην φύση, την απελπισία πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, αλλά και να κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον που δολοφόνησε αθώους ανθρώπους.

Αυτή είναι η αντίθεση που η σειρά, εξ’ αιτίας του Bettany, καταφέρνει να αναδείξει: η ελευθερία όταν κανείς βρίσκεται ανάμεσα στη φύση και η σκλαβιά όταν βρίσκεται ανάμεσα σε τοίχους. Το “Manhunt: Unabomber” είναι μια σειρά που αξίζει σίγουρα να της ρίξετε μια ματιά!

ΠΗΓΕΣ: https://www.yourate.gr/series/item/5443-manhunt-unabomber-to-anthropokynigito-giounampomper.html , http://cinepivates.gr/manhunt-unabomber-the-next-best-thing-serial-killer-tvseries/ , https://www.moveitmag.gr/news/manhunt-unabomber-enas-tromokratis-me-phd/57237 , https://schoolofrock.gr/manhunt-unabomber-%CE%B7-mini-series-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B5/ , https://cinefreaks.gr/2019/03/manhunt-unabomber-netflix/

The English Game και η γέννηση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου

Ίσως το γεγονός ότι η σειρά περιστρέφεται γύρω από ένα άθλημα που αν και τόσο αγαπητό από την πλειονότητα του κόσμου, διαθέτει ταυτόχρονα και φανατικούς πολεμίους, να αποθάρρυνε μερικούς να την παρακολουθήσουν. Όσο διστάζουν οι φίλοι του ποδοσφαίρου να αφιερωθούν σε μια ιστορική ανασκόπησή του στον μακρινό 19ο αιώνα, άλλο τόσο οι μη υποστηρικτές του κουράζονται να χαραμίσουν ένα ταξίδι στο χρόνο για να πληροφορηθούν πως γεννήθηκε ένα άθλημα που παρά την αναγνωρισμένη αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει κατηγορηθεί για πολλά κακώς κείμενα. Ωστόσο, και οι δυο αυτές πλευρές μπορούν να ρίξουν νερό στο κρασί τους, όταν πρόκειται για μια, αρκετά πιστή, μεταφορά στην μικρή οθόνη μιας συναρπαστικής ιστορίας που αναδεικνύει τις συνθήκες μιας εποχής μακριά μεν από τη δική μας, με ανθρώπους, όμως που μοιράζονταν παρόμοιες ανάγκες και αξίες.

Το έργο μας μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν κάτι άγνωστο σε εκείνο το σημείο. Το άθλημα είχε πάρει σάρκα και οστά, είχαν οριστεί οι κυριότεροι εκ των κανόνων του, ενώ είχε κιόλας από το 1871 ξεκινήσει η διοργάνωση του FA Cup, της πρώτης διασυλλογικής διοργάνωσης στην ιστορία, στην οποία συμμετείχαν 100 ομάδες. Εξ αυτών, μέχρι το 1884 νικήτριες ήταν οι ομάδες που προέρχονταν από την αστική τάξη. Οι ομάδες αυτές, πλην του γεγονότος ότι λόγω της κοινωνικής θέσης και το εισοδήματός τους διέθεταν περισσότερους πόρους και χρόνο για να αφιερώσουν στην προπόνηση, κατείχαν καίριες θέσεις στις αθλητικές επιτροπές της εποχής εκείνης. Ήταν, με λίγα λόγια, εκείνοι που όριζαν τόσο τους κανόνες της αγοράς όσο και τους κανόνες του ποδοσφαίρου. Το τελευταίο ήταν για αυτούς μια απόλαυση που τους συνέδεε με τα κολεγιακά τους χρόνια, όχι ένα άθλημα για τις κατώτερες τάξεις. Υιοθετούσαν μια ελιτιστική προσέγγιση και κατέκριναν τα ταπεινά ένστικτα της μάζας, την τυφλή και παρωπιδική προσήλωσή τους στο ποδόσφαιρο, πόσο μάλλον το γεγονός ότι κάποιες φορές λάμβαναν αμοιβή για να παίζουν.

Από την άλλη πλευρά, στέκονταν νέες ομάδες που προέβαλαν από εργοστάσια, βιοτεχνίες και νηματουργεία, στις οποίες συμμετείχαν ως επί το πλείστον αφιλοκερδώς οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές. Και εδώ ξεκινά η ιστορία μας, πίσω από λίγο βαμβάκι και την ευφυή ιδέα ενός αφεντικού νηματουργείου στο Ντάργουεν να φέρει δυο εργάτες- παίκτες από την Γλασκώβη να δουλέψουν για αυτόν και να παίξουν ποδόσφαιρο στην ομάδα της επιχείρησής του. Οι παίκτες αυτή που έμελε να μείνουν χαραγμένοι στις σελίδες του ποδοσφαίρου ήταν ο Φέργκους Σκούτερ και ο Τζέιμι Λοβ. Αυτοί και η ομάδα τους καλούνται να συναγωνιστούν τους έμπειρους και πλούσιους Ολντ Ετόνιανς. Από εκεί και έπειτα, η σειρά αποτυπώνει με τον ευαγέστερο τρόπο την Αγγλία της ύστερης Βικτωριανής περιόδου που πάλλεται, την κοινωνική ανισότητα Βορρά και Νότου, τις εργατικές κινητοποιήσεις. Συγχρόνως όμως, τρυπώνουν και οι ιστορίες ζωής των ηρώων. Μια από αυτές είναι και εκείνη του Άρθουρ Κίνερντ, ποδοσφαιριστή στους Ολντ Ετόνιανς, γιο τραπεζίτη και πρωτοπόρο του αθλήματος, ο οποίος αποτέλεσε τον μακροβιότερο Πρόεδρο στην ιστορία της Αγγλικής Ομοσπονδίας.

Μια κοινωνία σε παρακμή που συνεχίζει όμως να ελπίσει, η αντιπαράθεση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, οι σχέσεις των δύο φύλων, η θέση της γυναίκας, η σημασία του ποδοσφαίρου στη ζωή των απλών ανθρώπων, είναι η κύρια θεματική ενός σήριαλ που μιλά πολύ πέρα από το ποδόσφαιρο, που μας μεταδίδει υπό τον ήχο της σφυρίχτρας τον σφυγμό μιας ολόκληρης εποχής και μιας Αγγλίας που σταδιακά μεταβαλλόταν, εισερχόμενη στον 20ο αιώνα. Τα προσωπικά δράματα τον πρωταγωνιστών, οι αγωνίες που νιώθουν, οι ανησυχίες, η πίστη τους στην σωτηρία τους από την άθλια αυτή πραγματικότητα μέσω της πρόσκαιρης “νάρκωσης” που τους χάριζε η παρακολούθηση ενός αγώνα και η στιγμιαία αλλά βαθιά ικανοποίηση με τη δικαίωση της ομάδας τους δεν ανήκουν τόσο στο παρελθόν όσο θα θέλαμε να φανταζόμαστε, αλλά υφίστανται και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με αυτή, κατά την γνώμη μας, του Φέργκους Σκούτερ, τον οποίο υποδύεται ο Κέβιν Γκούτρι, να ξεχωρίζει. Ο τρόπος με τον οποίο ο ηθοποιός απέδωσε την φλόγα και το πάθος του πρώτου επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ιστορία ήταν καθηλωτικός. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα εύσημα που αποδίδονται στον σκηνοθέτη Τζούλιαν Φέλλοους που μάστερ στα έργα εποχής ήδη από τον Πύργο του Ντάουταουν, κατόρθωσε με αριστοτεχνικό τρόπο να μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου οι παίκτες φορούσαν αλλόκοτες στολές, έπαιζαν τεράστιες δερμάτινες μπάλες, τέρματα με μόνο κάθετα δοκάρια και μια κλωστή, πολύ ψηλά, αντί για οριζόντια, έκαναν σκληρά μαρκαρίσματα και έδιναν τα πάντα για μια νίκη.

Παράλληλα, στην σειρά αναδεικνύονται και κάποια μελανά σημεία που από τότε αναδύθηκαν στο ποδόσφαιρο. Πέρα από την επιθετικότητα και την έλλειψη σεβασμού μεταξύ των παικτών, τον παραμερισμό των αξιών τους στο βωμό των μεγαλύτερων χρηματικών απολαβών και της μεταξύ τους ανταγωνιστικότητα, θίγει σε αδρές μεν γραμμές τον φανατισμό και τον χουλιγκανισμό. Τον αποδοκιμάζει, σαφώς, αλλά δείχνει πως τότε είχε ίσως ταξικές καταβολές, κάτι που στις μέρες μας, όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά είναι και σαν σκέψη αποδοκιμαστέα.

Για όσους λοιπόν αγαπάτε το ποδόσφαιρο, για όσους τρελαίνεστε με την ιστορία και για όσους είστε λάτρεις των ταινιών εποχής, η συγκεκριμένη σειρά έχει πολλά να σας προσφέρει. Σε μόλις 6 επεισόδια θα σας ταξιδέψει στην Βικτωριανή Αγγλία, στα γήπεδα της εποχής αλλά και στην ζωή των ηρώων της με έναν τρόπο συναρπαστικό. Για όσους προλάβατε να την δείτε, παραθέτουμε την πραγματική ιστορία των ομάδων και των πρωταγωνιστών, απαλλαγμένη από τους καλλωπισμούς του έργου.

Το 1879, πράγματι, η Ντάργουεν έπαιξε την Ολντ Ετόνιανς «στα ίσα», όταν οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στον τέταρτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας. Αλλά, δεν κατάφερε να την αποκλείσει. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά ο Κινέρτ και οι συμπαίκτες του κατέκτησαν το τρόπαιο. Το πρώτο ματς έληξε ισόπαλο 5-5, αν και οι εργάτες είχαν βρεθεί να χάνουν με 5-1. Οι Ολντ Ετόνιανς αρνήθηκαν να παίξουν παράταση, και ο επαναληπτικός έπρεπε να διεξαχθεί στο γήπεδο της Ντάργουεν. Εκείνη, όμως, δέχτηκε να ταξιδέψει ξανά στο Λονδίνο, με αντάλλαγμα 25 λίρες. Ούτε το δεύτερο παιχνίδι έβγαλε νικητή (2-2). Και στο τρίτο, πάλι στην έδρα της Ολντ Ετόνιανς, ηττήθηκε με 1-0. Η Ολντ Ετόνιανς, όντως, έχασε το Κύπελλο του 1883. Αλλά, όχι από την Ντάργουεν. Από την Ολίμπικ του Μπλάκμπερν (2-1). Αυτή ήταν η πρώτη ομάδα της εργατικής τάξης που κατέκτησε τον τίτλο, και δεν είχε τον Σούτερ στη σύνθεσή της. Ο Σκωτσέζος αποχώρησε από την Ντάργουεν το 1880, όμως πήγε στη Ρόβερς (του Μπλάκμπερν), όχι στην Ολίμπικ. Η Ρόβερς αναμετρήθηκε με τους Ολντ Ετόνιανς σε τελικό (1882), με τον Σούτερ στην ενδεκάδα, όμως δεν νίκησε. Ηττήθηκε από τους αριστοκράτες με 1-0. Ο Σούτερ ευτύχησε, τελικώς, να σηκώσει το Κύπελλο (τρεις φορές, μάλιστα), αλλά ποτέ εναντίον των Ολντ Ετόνιανς. Οταν ο Σούτερ πήγε στην Ντάργουεν, δεν πήρε μαζί του τον Λαβ. Τον βρήκε εκεί. Κι όταν έφυγε (1880), δεν το έκανε επειδή η Ρόβερς του προσέφερε περισσότερα χρήματα. Είχε αφήσει έγκυο μια γυναίκα και, λίγο πριν από τη γέννηση του παιδιού, εξαφανίστηκε από την πόλη για να γλιτώσει το σκάνδαλο. Ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1888 (στα 28), κι άνοιξε παμπ στο Μπλάκμπερν. Ο Λαβ (ήταν εξαιρετικός σκόρερ) δεν ακολούθησε τον Σούτερ στο Μπλάκμπερν. Κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και πέθανε, πολύ νέος, από ξαφνική ασθένεια στην Αίγυπτο. Ο Κινέρτ, ο αρχηγός των Ολντ Ετόνιανς, ήταν… «τσεκούρι» από τα λίγα. Κι ας τον έλεγαν «Λόρδο». Υπήρξε ρέκορντμαν συμμετοχών σε τελικό Κυπέλλου Αγγλίας. Οταν αποσύρθηκε από τη δράση, έγινε πρόεδρος της αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Κατείχε τη θέση αυτή επί 33 χρόνια (1890-1923). Πέθανε τη χρονιά που εγκαινιάστηκε το «Ουέμπλεϊ».

Πηγή: Protagon.gr

Mindhunter: Στο μυαλό ενός serial killer

Σειρές αστυνομικού περιεχομένου που σου δείχνουν πως γίνεται το πορτραίτο ενός εγκληματία, έχουν υπάρξει πολλές. Και θα υπάρξουν ακόμα περισσότερες. Η εγκληματολογία άλλωστε είναι το πιο γοητευτικά σκοτεινό μονοπάτι. Το Mindhunter είναι από τις πιο σπουδαίες εκδοχές που υπάρχουν αυτήν την στιγμή, ειδικά μετά το άδοξο τέλος του πρωτοπόρου Criminal Minds.

Το «Mindhunter» μας μεταφέρει στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές του ’80, όπου δύο πράκτορες του FBI διευρύνουν την επιστήμη της εγκληματολογίας εμβαθύνοντας στην ψυχολογία του φόνου και πλησιάζοντας αληθινά «τέρατα». Το τέλος της αθωότητας της αμερικανικής κοινωνίας, οι σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης που συνδέονται άρρηκτα με αρχέγονα ένστικτα και πάνω από όλα η βία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο DNA μας, βρίσκονται όλα εδώ, σε αυτά τα δέκα επεισόδια της πρώτης σεζον. 

Ο Χόλντεν Φορντ και ο Μπιλ Τεντς, οι δύο ειδικοί πράκτορες του FBI και τα ιδρυτικά μέλη του νεοσύστατου Τμήματος Ανάλυσης Συμπεριφοράς. Ο Χόλντεν είναι ένας ιδιαίτερα χαρισματικός πράκτορας που θέλει να ξεφύγει από το κομμάτι της διαμεσολάβησης και να βάλει το όνομα του σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για το έργο των συναδέλφων του και κατ΄επέκταση για την κοινωνία. Μαζί με τον Μπιλ ξεκινούν συνεδριάσεις με διαβόητους δολοφόνους, που δεν χρησιμοποίησαν απλές μεθόδους στα θύματα τους. Ήταν βίαιοι, ήταν κυριαρχικοί, ήθελαν να επιβάλλουν την εξουσία τους και έκαναν προβολές χαρακτηριστικών της μητέρας τους ή ενός προσώπου που τους καταπίεζε, σε άλλους. Το ερώτημα “ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται;” τίθεται στο πρώτο κιόλας επεισόδιο και η εύρεση απάντησης μοιάζει βασανιστική για τους πρωταγωνιστές μας. Η γυναίκα της σειράς είναι η ψυχολόγος της μονάδας και ακαδημαϊκός, Wendy Carr, μία πολύ εύστροφη και καταρτισμένη επαγγελματίας, χωρίς την οποία η μονάδα αυτή δεν θα μπορούσε να συντονιστεί. Προσδίδει επιστημονικό κύρος, αναλύει και στοιχειωθετεί την έρευνα που θα αποτελέσει την απαρχεί της σύγχρονης εγκληματολογίας και του ψυχολογικού profiling των serial killers.

Στην δεύτερη σεζόν οι δύο συνεργάτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πολύπλοκη υπόθεση. Ενώ η Γούεντι αναλαμβάνει τα ηνία των συνεντεύξεων, εκείνοι πρέπει να επιλύσουν μία υπόθεση που περιλαμβάνει περισσότερους του ενός serial killers. Οι δολοφονίες είναι καθημερινό φαινόμενο στην δική τους δουλειά και αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ένα μοτίβο. Ένα μοτίβο που δεν ακολουθείται απαραίτητα από έναν θύτη. Η εμπλοκή με τόσα ιδιάζοντα μυαλά, που έχουν εναγκαλιστεί με περιοχές της νόησης τις οποίες οι κοινωνίες έχουν περιθωριοποιήσει, θα τους φέρει ενώπιον των δικών τους αδυναμιών. Αυτό είναι το Mindhunter.

 Τοποθετημένο το 1977 και έπειτα, το τηλεοπτικό μανιφέστο του Ντέιβιντ Φίντσερ παρουσιάζει μια κοινωνία (από την αστυνομία μέχρι την πανεπιστημιακή κοινότητα) που προσπαθεί να χωνέψει και να κατανοήσει τις αλλαγές που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και να κατανοήσει το «έγκλημα χωρίς αιτία». Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα του Τσαρλς Μάνσον ακούγεται αρκετές φορές στη σειρά και η φωτογραφία του κρέμεται από τοίχους και προβάλλεται σε σλάιντς. Ο φόβος, η οργή, η έλξη, ο θαυμασμός, η αηδία, η παράνοια συγκεντρώνεται στα πρόσωπα ορισμένων ανθρώπων που διέπραξαν τα πιο αποτρόπαια και απάνθρωπα εγκλήματα. Και η πιο σημαντική ερώτηση είναι Γιατί; Η δύσκολη αυτή ερώτηση διερευνάται στο Mindhunter, στην πρώτη προσπάθεια εύρεσης μίας απτής, επεξηγηματικής απάντησης με βαθύτερο νόημα απο το “εν βρασμώ ψυχής”.

«Ο κόσμος μοιάζει πια να μη βγάζει κανένα νόημα, και κατά συνέπεια, ούτε κι αυτά τα εγκλήματα που στη θέση του κίνητρου υπάρχει μόνο ένα κενό που χάσκει, μια μαύρη τρύπα»

Βασισμένο στο βιβλίο του 1996 Mind Hunter: Inside the FBI’s Elite Serial Crime Unit των Τζον Ντάγκλας και Μαρκ Ολσάνκερ, τοφιλόδοξο αυτό πρότζεκτ επιχειρεί να αναμορφώσει ένα αφήγημα των σύγχρονων τεχνών. Ένα αφήγημα που εσχάτως ιντριγκάρει σε μεγάλο βαθμό δημιουργούς και παραλήπτες. Το “Mindhunter” δεν θέλει να δώσει έμφαση στο δέος που αισθανόμαστε μπροστά σε serial killers γιατί τους θαυμάζουμε. Επιδιώκει να εξηγήσει τον τρόμο του καθενός από εμάς απέναντί τους. Οτι δεν κατανοούμε, το φοβόμαστε. Πόσο μάλλον δολοφόνους όπως αυτοί.

Μαζί με τον Ντέιβιντ Φίντσερ στην παραγωγή βρίσκεται και η Σαρλίζ Θερόν, ενώ μέρος σε αυτό το κομμάτι έχουν και οι δύο σεναριογράφοι, ο Τζο Πένχολ και ο Σκοτ Μπακ (Dexter). Ο Τζόναθαν Γκροφ (Glee, The Normal Heart) και ο Χολτ ΜακΚάλανι (Fight Club) είναι το αστυνομικό ντουέτο, ενώ η Άννα Τορβ (Fringe) έχει το ρόλο της ψυχολόγου του FBI. Ο Γκροφ απεικονίζει με ακρίβεια τον ορθολογισμό, την εσωστρέφεια και την εκκνετρική προσωπικότητα του Χόλντεν, ενώ ο Μακάλανι ερμηνεύει υποδειγματικά τον λιγότερο τολμηρό, αλλά περισσότερο πραγματιστή παρτενέρ του. Η Άννα Γκρος προσφέρει το ιδανικό, θηλυκό αντίβαρο σε αυτήν την εξίσωση, αποτελώντας την επιστήμων που τους μυεί στα μυστικά της ψυχανάλυσης, που αναγκάζεται να συνεργαστεί με το FBI για να ξεφύγει από τη θεωρητική προσέγγιση των πραγμάτων και έρχεται αντιμέτωπη με την άγρια πραγματικότητα της αμερικανικής κοινωνίας.

Ο Φίντσερ επέστρεψε δριμύτερος παρουσιάζοντας μια σειρά που περιλαμβάνει όλες τις δημιουργικές του εμμονές: βία, ψυχολογία, αντι-ήρωες και μια λεπτομερή αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής. To “Mindhunter” είναι μια σπουδαία σειρά, γιατί συνεχώς θέτει ερωτήματα. Δεν επιδιώκει εύκολες απαντήσεις, δεν υπερβάλει, στηρίζεται στην έρευνα και στα ίδια τα γεγονότα. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το αναμενόμενο, είτε θα σε δικαιώσει, είτε θα σε εκνευρίσει, ή το πιο σύνηθες, να σου αφήσει μία γλυκόπικρη επίγευση.

Οι δύο πρώτες σεζόν βρίσκονται στο Netflix, ενώ η παραγωγή της 3ης σεζόν έχει παγώσει μέχρι ο Ντέιβιντ Φίντσερ να ολοκληρώσει τις υπόλοιπες δημιουργίες για λογαριασμό της streaming υπηρεσίας.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/10_logoi_pou_kanoun_to_mindhunter_mia_apo_tis_kaluteres_seires_pou_exoume_dei_pote_-2527615.html

https://menshouse.gr/sires-tenies/42630/mindhunter-ola-osa-prepi-na-xeris-gia-ti-nea-sira-tou-netflix

https://menshouse.gr/sires-tenies/62161/mindhunter-criminal-profiling-stin-kalyteri-tou-ekdochi

Mindhunter: μία ψυχολογική σειρά του Netflix

https://www.moveitmag.gr/nea/mindhunter-season-2-kill-em-all/61163

https://www.lifo.gr/articles/tv-series/165313

https://esquire.com.gr/culture/tv/6762/ta-alithina-prosopa-tou-mindhunter

Bodyguard: Το πολιτικό θρίλερ που αναστάτωσε τους Βρετανούς

Ττα πολιτικά θρίλερ αποτελούν μία ιδιαίτερη και, όπως έχουμε παρατηρήσει, επιτυχημένη κατηγόρια της τηλεόρασης και των streaming υπηρεσιών. Homeland, House of Cards, Edge of Darkness είναι μερικές από της πιο επιτυχημένες σειρές των τελευταίων ετών που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Όμως όσο αγαπημένα κι αν είναι τα ποικίλα πολιτικά θρίλερ που κυκλοφορούν στην αμερικανική και την βρετανική τηλεόραση όλα τα σενάρια καταρρίπτονται όταν οι παραγωγές αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν τα απαραίτητα κλισέ που έχουν όλες αυτές οι σειρές: τον ήρωα που θα σώσει την ημέρα. Η μίνι – σειρά του ΒΒC Bodyguard φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα με τους καλογραμμένους χαρακτήρες της, τις ανατροπές της και το συναρπαστικό της φινάλε που μπορεί να μην παρεκκλίνει τόσο από την γνώριμη συνταγή αλλά δίνει μία νέα προοπτική στον ορισμό του “ήρωα”.

Ο David Budd έχει επιστρέψει από τον πόλεμο του Αφγανιστάν και πλέον δουλεύει στην υπηρεσία προστασία της λονδρέζικης αστυνομίας, ενώ παράλληλα (και αναμενόμενα) παλεύει το PTSD και με την καταρρέουσα οικογενειακή του ζωή. Όταν, λοιπόν, του ανατίθεται η θέση της προστασίας της φιλόδοξης υπουργού εσωτερικών, Julia Montague, τότε στο παιχνίδι μπαίνει συνολικά η πολιτική υποστήριξης του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Η Julia είναι μία γυναίκα με ιδεώδη που ο ίδιος απεχθάνεται, και έτσι βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον, τα πιστεύω του, αλλά και τα προσωπικά του συναισθήματα γι’αυτήν.Τελικά είναι ιδανικός για την προστασία της ή η μεγαλύτερη απειλή της;

Η Julia Montague ενσαρκώνεται από την εξαιρετική Keely Hawes, που έχει ξεχωρίσει στο The Missing και το Line of Duty. Ο Richard Madden, ο Robb Stark του Game of Thrones, με μια εκπληκτική ερμηνεία απεικονίζει έναν κατεστραμμένο άνθρωπο, που όμως αγαπάει τη δουλειά του και τα παιδιά του. Υποφέρει από μετατραυματικό στρες και γνωρίζει ότι έχει προβλήματα, αλλά αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει εκείνη τη στιγμή.

Ένα πολιτικό δράμα / θρίλερ που παρουσιάζει μία τρομερή απεικόνιση ενός ανθρώπου που παλεύει με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς του δαίμονες αλλά και μια παρασκηνιακή ματιά στο τι συμβαίνει στην πολιτική και μια απεικόνιση της τρομοκρατίας στις μέρες μας, χωρίς κραυγές και μισαλλοδοξία. Η πολιτική του προσέγγιση δεν έχει την πολυπλοκότητα που θα μπερδέψει το κοινό, ούτε φέρνει κάτι καινούργιο, αλλά εστιάζει στο θέμα της τρομοκρατίας και στην σύνδεση του με τα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα μιας χώρας. Οι ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές ενώ δεν λείπουν οι στιγμές έντασης και αγωνίας, ειδικά στο 6ο επεισοδιο που θα κρατάς την ανάσα σου από την αρχή μέχρι και το τέλος.

Ακολουθώντας το κλασικό Βρετανικό μοτίβο των 6 επεισοδίων, η σειρά ακροβατεί μοναδικά στο αστυνομικό theme και τα πολιτικά παιχνίδια, για να θυμίσει πως οι μεγαλύτερες μάχες των ανθρώπων που η κοινωνία θεωρεί ήρωες, είναι αυτές που δίνουν με τον ίδιο τους τον εαυτό.  Δεν υπάρχουν χαζο-ηρωισμοί σε αυτή τη σειρά, αλλά μία απλή καθημερινότητα που κλονίζεται από μικρά ή μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουν τους χαρακτήρες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην αληθινή ζωή. Υπάρχει η απαραίτητη ποσότητα περιπέτειας, ώστε να τονίζεται το δραματικό στοιχείο της σειράς: οι ανθρώπινες ζωές που καταστρέφονται από τις αποφάσεις των υψηλά ιστάμενων, είτε αυτοί ανήκουν στο ένα στρατόπεδο, είτε στο άλλο. 

Η σειρά προβλήθηκε αρχικά από το BBC One και έκανε στην πρεμιέρα της τα μεγαλύτερα νούμερα τηλεθέασης που έχουν καταγραφεί σε όλα τα δίκτυα του Ηνωμένου Βασιλείου από το 2006 – πάνω από 10 εκατομμύρια, με το τελευταίο επεισόδιο να παρακολουθούν 17 εκατομμύρια κόσμος (το 47.9% της τηλεθέασης), αποκαθηλώνοντας το Downtown Abbey. Ολόκληρη η πρώτη σεζόν είναι διαθέσιμη στο Netflix από τον Οκτώβριο του 2019.

Πηγές:

https://www.ratpack.gr/culture/story/8596/bodyguard-seira-netflix-david-budd-bbc-parousiasi?u=22590

https://luben.tv/nerdcult/series/165802

https://www.moveitmag.gr/news/bodyguard-season-1-sovaro-kai-sfihtodemeno/59767

https://www.oneman.gr/entertainment/to-bodyguard-me-ton-richard-madden-einai-h-vretanikh-seira-ths-dekaetias/

Η δυστοπία του “BLACK MIRROR” και η σκοτεινή πλευρά της τεχνολογίας

Μία από τις πιο ιδιαίτερες σειρές που έχει προβάλλει ποτέ το Netflix είναι η σειρά-φαινόμενο, γνωστή και ως “Black Mirror” (“Μαύρος Καθρέφτης”), μία sci-fi σειρά με 5 σεζόν και 22 (μέχρι στιγμής) επεισόδια όπου το καθένα απ’ αυτά αποτελεί μια ξεχωριστή αυτοτελή ιστορία. 

Το Black Mirror είναι η πρωτοποριακή βρετανική σειρά η οποία έπαιξε με την ιδέα του τεχνολογικού τρόμου με μαεστρία, παρουσιάζοντας τη σκοτεινή πλευρά της τεχνολογίας και το πόσο κοντά βρισκόμαστε σε έναν sci-fi εφιάλτη.

“The Entire History of You” (3ο επεισόδιο 1ης σεζόν)
“The Entire History of You” (3ο επεισόδιο 1ης σεζόν)

Ξεκινώντας από τη βρετανική τηλεόραση, για τους δύο πρώτους κύκλους, το “Black Mirror” κατέληξε στο λατρεμένο Netflix με έξι νέα επεισόδια για τον τρίτο κύκλο, άλλα έξι για τον τέταρτο και τρία επεισόδια για τον πέμπτο (και τελευταίο μέχρι στιγμής) κύκλο. Το γεγονός ότι το κάθε επεισόδιο είναι μεμονωμένο και δεν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ τους βοηθάει πολύ στο να το βλέπεις εύκολα καθώς δε χρειάζεται να θυμάσαι τι έγινε στο προηγούμενο. Σίγουρα, όμως, θα θυμάσαι! Και ίσως τελικά να μη σου φανεί και τόσο “εύκολη” σειρά…

Η βασική ιδέα επικεντρώνεται στη δομή της σύγχρονης κοινωνίας και πώς μπορεί αυτή να επηρεάζεται από τις απρόβλεπτες συνέπειες που μπορεί να έχει η αλματώδης πρόοδος της τεχνολογίας. Τα επεισόδια δεν είναι τοποθετημένα χρονικά σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο αλλά κάποια από αυτά φαίνεται να διαδραματίζονται στο παρόν κι άλλα στο κοντινό (δυστυχώς) μέλλον. Ο ίδιος ο τίτλος της σειράς συμβολίζει μια μαύρη οθόνη είτε είναι τηλεόρασης είτε είναι κινητού είτε υπολογιστή. Κι όλοι ξέρουμε πόσο χρόνο περνάμε μπροστά σε τέτοιες οθόνες…

“Nosedive” (1ο επεισόδιο 3ης σεζόν)

Το 2015, στο βιβλίο τους Call Μe Dave, οι Michael Ashcroft και Isabel Oakeshot υποστήριξαν ότι ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός, David Cameron, είχε στα φοιτητικά του χρόνια “στενές επαφές” με ένα γουρούνι -συγκεκριμένα, με το στόμα ενός νεκρού γουρουνιού. Οι περισσότεροι ανακάλυψαν τότε το Black Mirror, όταν τα παγκόσμια ΜΜΕ εντόπισαν μία τρομερή ομοιότητα της σειράς με την παραπάνω καταγγελία: στο πρώτο επεισόδιό του, το 2011, τέσσερα χρόνια πριν το Call Me Dave, το Black Mirror έβαλε τον πρωθυπουργό της Βρετανίας στο δίλημμα να κάνει σεξ με ένα γουρούνι ή να δει να πεθαίνει ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας.

Ωστόσο, η εν λόγω σειρά, δημιούργημα του παρουσιαστή, δημοσιογράφου και σεναριογράφου Charlie Booker, αξίζει της προσοχής του κοινού για πολύ περισσότερους -και πιο ουσιαστικούς- λόγους. Είναι η σειρά που μας έδειξε ότι το δυστοπικό μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι απαραίτητα σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας, αλλά κάτι που ενδεχομένως να έρχεται ήδη κατά πάνω μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε.

Η σειρά σε καθεμία ιστορία παρουσιάζει και μια άλλη όψη της τεχνολογίας και το πώς αυτή μπορεί να επηρεάσει την καθημερινή μας ζωή, χωρίς καν να το αντιληφθούμε. Μέσα από φαινομενικά καθημερινά προβλήματα, το κάθε επεισόδιο θα σου “ξετυλίξει το κουβάρι” που λέγεται τεχνολογία θίγοντας θέματα όπως η εξάρτηση από τα social media, η τεχνητή νοημοσύνη ή η κατάφωρη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του καθενός. Θυμίζοντας πολύ, σε αρκετές περιπτώσεις, το αριστούργημα του George Orwell, “1984“, παρακολουθείς περιπτώσεις όπου η χρήση της τεχνολογίας, είτε ατομικά είτε σε επίπεδο εξουσίας, ξεφεύγει τόσο πολύ που καταντά να αλλοιώνει τις δομές της κοινωνίας και της οικογένειας, όπως τις γνωρίζουμε μέχρι τώρα.

“Playtest” (2ο επεισόδιο 3ης σεζόν)

Όπως το έθεσε ο Booker, τα επεισόδια του Black Mirror, κάθε ένα εκ των οποίων έχει διαφορετικό cast και σκηνοθέτη, “αφορούν τον τρόπο που ζούμε τώρα και εξερευνούν τον τρόπο που μπορεί να καταλήξουμε να ζούμε σε 10 λεπτά, αν είμαστε απρόσεκτοι”. 

Στην πράξη, κάθε επεισόδιο ξεκινά από σύγχρονες ιδέες και τάσεις -από τα social media και το πώς έχουν αλλάξει τον τρόπο έκφρασης της κοινής γνώμης μέχρι την επανάσταση του internet και της τεχνολογίας η οποία απειλεί την ιδιωτικότητα όσο τίποτα άλλο στο παρελθόν και από τη μανία με τη ριάλιτι τηλεόραση μέχρι την πιθανότητα “ανάστασης” συνειδήσεων των νεκρών ανθρώπων- και χτίζει πάνω σε αυτές ένα πιθανό δυστοπικό μέλλον, το οποίο βρίσκεται στην “επόμενη λάθος στροφή”.

“White Christmas” (special επεισόδιο, 2014)

Με έντονα καυστικό χιούμορ και “ωμή” ειλικρίνεια, το “Black Mirror” σε “τραυματίζει” ψυχολογικά σχεδόν σε κάθε επεισόδιο ενώ σε προβληματίζει στο τέλος σε τέτοιο βαθμό, που δε μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι το τι είδες. Μπορεί κάποια concepts επεισοδίων να γίνονται αρκετά άσχημα και γραφικά αλλά ο σκοπός επιτυγχάνεται: σοκάρεσαι, επηρεάζεσαι και προβληματίζεσαι για το τι γίνεται εκεί έξω ή το τι μπορεί να γίνει σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα αν συνεχίσουμε να εκμεταλλευόμαστε τους «καρπούς» της τεχνολογικής προόδου αλόγιστα.

“Smithereens” (2ο επεισόδιο 5ης σεζόν)

Οι χαρακτήρες που “περνάνε” από κάθε επεισόδια είναι τις περισσότερες φορές άνθρωποι της διπλανής πόρτας και βρίσκονται σε θέσεις που ίσως να βρισκόταν ο καθένας από εμάς κι αυτό είναι που κάνει τη σειρά ακόμη πιο “τρομακτική”. Εμφανίζονται γενικά αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί (πχ Hayley Atwell, Jon Hamm και Bryce Dallas Howard) οι οποίοι κάνουν πολύ καλή δουλειά στο να σου μεταδώσουν το κλίμα της κάθε ιστορίας, για να καταλήξουν στο (τρόπω τινά) ηθικό δίδαγμα χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει κάθαρση σε κάθε επεισόδιο…

“Be right back” (1ο επεισόδιο 2ης σεζόν)

Και παρόλο που η ψυχολογία του θεατή μπορεί να “πιάνει πάτο” στο τέλος κάθε επεισοδίου, πάντα αυτή η σειρά θα τον κάνει να θέλει να δω και τα επόμενα επεισόδια… Κι αυτό είναι η “μαγεία” της σειράς αυτής.

“San Junipero” (4ο επεισόδιο 3ης σεζόν)

Και για όποιον αναρωτηθεί ποια είναι η συνταγή της επιτυχίας μιας σειράς που μοιάζει να έρχεται από κάποια μακρινό έως αρρωστημένο μέλλον: «Δεν καθόμαστε γύρω από ένα τραπέζι για να διαβάσουμε τις εφημερίδες και να πούμε ότι το ‘‘Black Mirror’’ θα δώσει αυτή την πτυχή της προσφυγικής κρίσης ή του νέου προϊόντος που κυκλοφορεί η Apple. Απλά δεν το κάνουμε. Οι ιδέες για τα σενάρια προκύπτουν από σκοτεινά αλλά διασκεδαστικά “εάν”, τα οποία δεν έχουν τελειωμό. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε ένα παράξενο ρεκόρ προβλέψεων για καταστάσεις και γεγονότα που συνέβησαν στην πραγματικότητα. Ισως αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί δεν παρακολουθούμε την επικαιρότητα», δήλωσε ο Μπρούκερ. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να το κάνει. Ζούμε άλλωστε σε καιρούς όπου οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Και μοιάζει πλέον απολύτως λογικό και αναμενόμενο η ζωή να αντιγράφει την τέχνη.

“Striking Vipers” (1ο επεισόδιο 5ης σεζόν)

ΠΗΓΕΣ: https://www.protothema.gr/life-style/Hollywood/article/745236/black-mirror-to-sirial-emmoni-epistrefei/ , https://www.maxmag.gr/television/tvseries/ti-ennois-den-echis-di-akomi-black-mirror/ , http://www.pathfinder.gr/stories/4576011/black-mirror-h-seira-poy-paizei-me-toys-efialtes-mas-epistrefei/ , https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_Black_Mirror_episodes

13 Reasons Why: Πιο αληθινή απ’όσο θα έπρεπε

Το 13 Reasons Why είναι μια μυθοπλαστική σειρά βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Jay Asher, η οποία θίγει αληθινά ζητήματα που πολλοί έφηβοι αντιμετωπίζουν σήμερα και αποτελεί ερέθισμα για την έναρξη συζητήσεων γύρω από ευαίσθητα θέματα που διαφορετικά, ίσως θα ήταν λίγο πιο δύσκολο να βγουν στην επιφάνεια.

H δεκαεφτάχρονη Χάνα Μπέικερ (Κάθριν Λανγκφορντ), μετά από μία σειρά γεγονότων, αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή της. Έχει όμως αφήσει πίσω της δεκατρείς κασέτες, που έχει ηχογραφήσει η ίδια, στις οποίες εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έφτασε στο σημείο της αυτοκτονίας. Κάθε κασέτα απευθύνεται και σε ένα συγκεκριμένο άτομο που θεωρεί υπαίτιο για την τραγική κατάληξη της. Η αυτοκτονία της αλλά και η επακόλουθη πορεία με τις κασέτες προκαλούν αναστάτωση στον περίγυρο της, ενώ ξεδιπλώνονται σιγά σιγά οι λόγοι για τους οποίους επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή της.

«Είμαι η Χάνα. Χάνα Μπέικερ. Σωστά. Μην ρυθμίζετε την… οποιαδήποτε συσκευή στην οποία το ακούτε αυτό. Είμαι εγώ, ζωντανά και σε στέρεο. Χωρίς ενκόρ και, αυτή τη φορά, χωρίς παραγγελιές. Πιάσε ένα σνακ. Άραξε. Επειδή θα σου πω την ιστορία της ζωής μου. Συγκεκριμένα, γιατί η ζωή μου τελείωσε.»

Ο Κλέι Τζένσεν (Ντίλαν Μινέτ) είναι εκείνος που θα ξετυλίξει το επικίνδυνο κουβάρι. Περνάει όλη τη σειρά ακούγοντας, μετανιώνοντας και διερωτώμενος ποιος ήταν ο δικός του ρόλος στην τραγωδία. Σιγά σιγά αρχίζει να διακρίνει την θέση του σε όλο αυτό το πλέγμα. Και δεν είναι μια θέση άμοιρη ευθυνών. Βασανίζεται από αυτά που δεν ξεστόμισε όταν η Χάνα ήταν ζωντανή. Είναι συντετριμμένος που δεν κατάλαβε τίποτα, που δεν κατάφερε να την σώσει. Είναι θυμωμένος με όλους αυτούς που την πλήγωσαν και προσπαθεί να τους τιμωρήσει. Ο Κλέι είναι φυσικά τα μάτια, τα αυτιά, η ίδια η ηθική του θεατή. Κυρίως είναι αυτός που θα πρέπει επιτέλους να μην στέκεται στη θέση του απλού παρατηρητή, είναι αυτός που πρέπει να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις και να υπερασπιστεί και να δικαιώσει την Χάνα, ακόμη κι αν δεν είναι πλέον κοντά του.

“It has to get better. The way we treat each other. The way we look out for each other. ” – Clay Jensen.

Η σειρά του Μπράιαν Γιόρκι επιχειρεί και, σε σημαντικό βαθμό, πετυχαίνει να προσεγγίσει δύσκολες και ευαίσθητες θεματικές με μια διεισδυτική ματιά που μπορεί να σε κάνει να νιώσει εξίσου εθισμένος στην ιστορία όσο άρρωστος βλέποντάς την. Σε σκηνοθεσία (των πρώτων επεισοδίων τουλάχιστον) του Τομ ΜακΚάρθι, η σειρά δανείζεται την εμβληματική εικονογραφία, τα σκηνικά, και τα αρχέτυπα χαρακτήρων κάθε εφηβικού δράματος και ρίχνει μια σκοτεινή ματιά στο τι μπορεί να συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Προσπαθεί και σε ένα βαθμό καταφέρνει να αποτυπώσει την σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που αποτελεί η διαδικασία επιβίωσης σε ένα λύκειο. 

Η ζωή στον μικρόκοσμο των αμερικάνικων λυκείων ισορροπεί επικίνδυνα μεταξύ της σχολικής πλάκας και της ψυχολογικής καταστροφής. Δεν είναι κωμωδία. Δεν είναι μια αφελής, χαζοχαρούμενη ιστορία. Δεν αφορά εφηβικούς έρωτες, καυγαδάκια και κλασσικά σχολικά πειράγματα. Πρόκειται για καθαρή ενδοσχολική βία και για ανεύθυνες και αναίσθητες συμπεριφορές. Θίγει πολύ σημαντικά ζητήματα βίας, παρενόχλησης, βιασμού, αυτοκτονίας, κατάθλιψης.

Η λογική της κοινωνικής ανωτερότητας, της διάκρισης του φύλου, της σχολικής ευνοιοκρατίας και του διαχωρισμού των μαθητών εκδηλώνονται σε κάθε φάσμα, με κάθε πιθανή μορφή. Στη σκιά αυτής της έκδηλης και βαριάς δύναμης, υφέρπει μια σιωπή κι ένας φόβος. Ο φόβος ότι αν δείξεις έστω ένα σημάδι πως γνωρίζεις, πως αντιστέκεσαι η τύχη σου δεν θα απέχει πολύ από της Χάνα. Γιατί είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι δυνητικά όλοι μπορούμε να γίνουμε η Χάνα Μπέικερ.

“We can get better. We can do better. But we still live in a world that is out to break us any way it can.” – Clay Jensen

Οι επικριτές της συγκεκριμένης σειράς επικεντρώνονται στο γεγονός ότι «ρομαντικοποιεί» κατα έναν τρόπο και ίσως και να «δικαιώνει» άθελά του την επιλογή της αυτοχειρίας. Κάποιοι ειδικοί ψυχικής υγείας λένε ότι η σειρά θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο για την υγεία ορισμένων εφήβων, που έχουν αυτοκτονικές σκέψεις. Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν και οι ειδικοί που λένε ότι η ύπαρξη αυτής της σειράς αποτελεί μια πολύτιμη ευκαιρία για να συζητηθεί το θέμα της αυτοκτονίας στους νέους, καθώς και να τους διδάξει πώς να εντοπίζουν προειδοποιητικά σημάδια κατάθλιψης ή αυτοκτονικών σκέψεων στους συνομηλίκους τους. Το Netflix πάντως ανακοίνωσε ότι αφαίρεσε από τη σειρά έπειτα από τις συστάσεις των ειδικών την σκηνή που δείχνει την αυτοκτονία της νεαρής πρωταγωνίστριας στο τελευταίο επεισόδιο του πρώτου κύκλου, όπου Χάνα κόβει τις φλέβες της μέσα σε μια μπανιέρα.

Όσοι παρακολουθούν τη συγκεκριμένη σειρά, πρέπει να έχουν κατά νου ότι, αν και πρόκειται για πραγματικά ζητήματα, οι ιστορίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επίσης πολλοί χαρακτήρες δεν παίρνουν πάντα τις σωστές αποφάσεις. Ίσως δεν είναι κατάλληλη για όλους, και αν για κάποιο λόγο ο θεατής δε νιώθει άνετα κατά τη στιγμή που την παρακολουθεί, θα πρέπει να σταματήσει ή να ζητήσει βοήθεια. Διότι ο στόχος της είναι να ενημερώσει, να ευαισθητοποιήσει και να γνωστοποιήσει το γεγονός ότι αυτά τα λεπτά ζητήματα είναι πραγματικά. Ακόμα και άτομα κοντά σε εμάς μπορεί να βιώνουν τέτοια συναισθήματα, χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί. Όταν ένα άτομο καταλήγει στην αυτοκτονία, δεν το κάνει επειδή θέλει να κόψει τη ζωή του στη μέση. Το κάνει επειδή δεν αντέχει να ζει πια με αυτό τον πόνο που νιώθει, και θέλει κάπως να σταματήσει. Είναι πια καιρός να μη φοβόμαστε να μιλάμε για τέτοια θέματα, και να ζητάμε βοήθεια όταν πλέον δεν αντέχουμε να κουβαλάμε αυτό το βαρύ φορτίο μόνοι μας. 

“How do we take what hurts most? Take the darkness and turn it into light? I think the answer is we love each other.” -Clay Jensen

Το 13 Reasons Why έχει αυτήν την στιγμή 3 σεζόν η καθεμία από 13 επεισόδια. Η Κάθριν Λάνγκφορντ ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα το 2017 για την ερμηνεία της στον ρόλο της Χάνα Μπέικερ στην πρώτη σεζόν. Η δεύτερη σεζον αναφέρεται στις συνέπειες του θανάτου της Χάνα και στην δίκη που γίνεται ενάντια στους υπαίτιους της αυτοκτονίας της. Η τρίτη σεζόν πραγματεύεται τον θάνατο ενός εκ των πρωταγωνιστών του Bryce Walker και στην αναζήτηση του δολοφόνου του. Οι δύο τελευταίες σεζόν, παρά την δημοφιλία της σειράς, δεν ήταν τόσο επιτυχημένες όσο η πρώτη.

Η σειρά έχει ανανεωθεί για μία τέταρτη και τελευταία σεζόν και θα ακολουθήσει το βασικό cast της σειράς τη στιγμή που αποφοιτά από το λύκειο. Η παραγωγή του νέου κύκλου έχει ήδη ξεκινήσει, αν και ακόμα το Netflix δεν ανακοίνωσε ημερομηνία κυκλοφορίας ή αριθμό επεισοδίων.

Το «13 Reasons Why» ίσως να είναι υπερβολικά τακτοποιημένο σε πολλά σημεία και υπερβολικά ακραίο σε άλλα, μη πετυχαίνοντας πάντα τις εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες που επιχειρεί να διατηρήσει. Όμως είναι μια τρομερά λεπτή, δύσκολη, σημαντική ιστορία αυτή που προσπαθεί να πει. Ό,τι λάθη κι αστοχίες κι αν κάνει στην πορεία, έχει σίγουρα καταφέρει να κάνει μια ειλικρινή προσπάθεια να μιλήσει για μικρές καθημερινές τραγωδίες και για ραγισμένες ψυχές, μια αληθινή ιστορία που εν τέλει πρέπει να κατέχει μια σημαντική θέση στην κοινωνική συζήτηση.

“No one knows for certain how much impact they have on the lives of other people” – Hannah Baker

Πηγές:

Γιατί το 13 Reasons Why είναι μια σειρά που (δεν) πρέπει να δει κάθε γονιός

https://flix.gr/news/13-reasons-why-review.html

https://menshouse.gr/sires-tenies/29030/13-reasons-pou-prepi-na-dis-tin-artia-chaiskoulia-tou-netflix

www.cinemagazine.gr/themata/arthro/to_13_reasons_why_einai_h_pio_tharralea_tileoptiki_seira_pou_mporeis_na_deis_ayti_ti_stigmi-130929624/

https://gr.ign.com/13-reasons-why/70667/news/titloi-telous-gia-to-13-reasons-why-me-ten-4e-sezon-tou

https://www.netflix.com/gr/title/80117470

“Ο Ψυχίατρος”, ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ

Η σειρά “Ο Ψυχίατρος” (“The Alienist”) είναι ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ, που διαδραματίζεται σε μια “σκοτεινή” εποχή για τη Νέα Υόρκη, στα τέλη του 19ου αιώνα, κατά την οποία επικρατούσε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη αλλά και ταυτόχρονα κοινωνική ανισότητα.

Σύμφωνα με την πλοκή, ο Λάζλο Κράιζλερ (Ντάνιελ Μπρουλ, “Άδωξοι Μπάσταρδη”, “Rush”, “Captain America: Εμφύλιος Πόλεμος”), είναι ένας ευφυής και εμμονικός ψυχίατρος στον αμφιλεγόμενο νέο τομέα της θεραπείας των ψυχικών διαταραχών και έχει το “κλειδί” για το κυνήγι ενός πρωτοφανούς δολοφόνου που σκοτώνει τελετουργικά νεαρά αγόρια.

Βασισμένη στο βραβευμένο και αγαπημένο από τους αναγνώστες μυθιστόρημα του Κέιλεμπ Καρ και με εξαιρετικές ερμηνείες από τον Λουκ Έβανς (“Το Κορίτσι του Τρένου”) και την Ντακότα Φάνινγκ (“Αμερικάνικο Ειδύλλιο”), η σειρά “Ο Ψυχίατρος” είναι ένα καθηλωτικό μυστήριο με φόνους που σημειώνονται ακριβώς πάνω στην αλλαγή του αιώνα και δεν θυμίζουν κανένα άλλο παρόμοιο φαινόμενο: η ιστορία της ανάδειξης της πιο ισχυρής πόλης του κόσμου, που θα κάνει τα πάντα για να θάψει τα πιο σκοτεινά μυστικά της.

Η σειρά ξεκινά δυναμικά -και μακάβρια- δείχνοντας έναν αστυνομικό να ανακαλύπτει το φριχτά ακρωτηριασμένο πτώμα ενός 13χρονου αγοριού στον σκελετό της γέφυρας Γουίλιαμσμπεργκ, η οποία ήταν ακόμα υπό κατασκευή. Ο τότε διοικητής της αστυνομίας της Νέας Υόρκης, Τέντι Ρούζβελτ (μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ – στον ρόλο του ο Μπράιαν Γκέρατι), αναθέτει στον δρ. Κράισλερ να ερευνήσει τον φόνο. Ο τελευταίος θα διαπιστώσει σύντομα ότι το αγόρι, το οποίο εκδιδόταν σε έναν οίκο ανοχής που στέγαζε νεαρά αγόρια ντυμένα με γυναικεία ρούχα, ήταν μόνο ένα από τα αρκετά θύματα ενός κατά συρροή δολοφόνου.

Χρησιμοποιώντας στην πράξη τις νέες αρχές της φρενολογίας, αλλά και των πρωτόλειων μεθόδων της ιατροδικαστικής και της σήμανσης, ο δρ. Κράισλερ και η ετερόκλητη ομάδα του, που αποτελείται από τον εικονογράφο των New York Times, Τζον Μουρ, την πρώτη γυναίκα υπάλληλο στην αστυνομία της Νέας Υόρκης, Σάρα Χάουαρντ, και τους αδελφούς Άιζακσον, προσπαθούν να βρουν τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει.

Στη σειρά “Ο Ψυχίατρος”, ο Λουκ Έβανς υποδύεται τον εικονογράφο εφημερίδας Τζον Μουρ και η Ντακότα Φάνινγκ τη Σάρα Χάουαρντ, μια φιλόδοξη γραμματέα, αποφασισμένη να γίνει η πρώτη γυναίκα ντετέκτιβ της αστυνομίας της πόλης. Στη σειρά πρωταγωνιστούν επίσης ο Μπράιαν Γκέρατι (“The Hurt Locker”) στο ρόλο του επιθεωρητή της αστυνομίας Θίοντορ Ρούσβελτ, ο Ντάγκλας Σμιθ (“Κυρία Σλόαν”) και ο Μάθιου Σίαρ (“Mistress America”) στους ρόλους του Μάρκους και του Λούσιους Άιζακσον, των διδύμων αδερφών που βοηθούν στην επίλυση του σκοτεινού μυστηρίου. Επίσης, παίζουν ο Ματ Λιντς (“Pixels”) στο ρόλο του Στίβι, ενός σκληρού νεαρού αγοριού που εργάζεται ως οδηγός και παιδί για τα θελήματα για τον Δρα Κράιζλερ, ο Ρόμπερτ Ρέι Γουίσντομ (“The Wire”) στο ρόλο του Σάιρους, του υπηρέτη του Κράιζλερ και ανθρώπου με σκοτεινό παρελθόν που ο Κράιζλερ τον έχει αλλάξει, και η Κοριάνκα Κίλτσερ (“Άγνωστος Κόσμος”) στο ρόλο της Μαίρης, της μουγγής υπηρέτριας του Κράιζλερ, με την οποία έχει μια ιδιαίτερη σιωπηρή σχέση.

Γυρισμένη στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, η σειρά “Ο Ψυχίατρος” αποτελεί συμπαραγωγή της Paramount Television και της Turner’s Studio T. Ο υποψήφιος για BAFTA Γιάκομπ Βερμπρούγκεν (“Μαύρος Καθρέφτης”) είναι σκηνοθέτης και διευθυντής παραγωγής της σειράς, μαζί με τον βραβευμένο με Όσκαρ Έρικ Ροθ (“Φόρεστ Γκαμπ”), τους υποψηφίους για Όσκαρ Χουσεΐν Αμίνι (“Drive”) και Ε. Μαξ Φράι (“Foxcatcher”), τους Στιβ Γκόλιν και Ρόζαλι Σουέντλιν της Anonymous Content, τον Κρις Σάιμς και τον βραβευμένο με Emmy Κάρι Φουκουνάγκα (“True Detective”). Βοηθοί διεύθυνσης παραγωγής της σειράς είναι ο Μάρσαλ Πέρσινγκερ (“Rectify”) και ο Τζέιμι Πέιν (“The Driver”).

Ο Κέιλεμπ Καρ έκλεινε το μάτι στον κινηματογράφο ήδη από την περίοδο που έγραφε το βιβλίο “Ο Ψυχίατρος” , πριν από δυόμισι δεκαετίες. Είχε, μάλιστα, μεγάλα σχέδια για τους κεντρικούς του ήρωες, καθώς στον ρόλο του δρ. Λάζλο Κράισλερ (ενός πρωτοπόρου φρενολόγου που σύμφωνα με το βιβλίο έζησε στην Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα) οραματιζόταν τον Άντονι Χόπκινς ή τον Σαμ Νιλ και στον ρόλο της Σάρα Χάουαρντ την Έμα Τόμπσον. Οι οιωνοί ήταν πολύ καλοί. Η Paramount Pictures αγόρασε τα δικαιώματα προτού ακόμα εκδοθεί το βιβλίο. Και το “Alienist” έγινε best-seller με το που κυκλοφόρησε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, καταφέρνοντας να στρογγυλοκαθίσει επί ένα εξάμηνο στη λίστα best-sellers των “New York Times”. Είναι ακριβώς η επιβεβαίωση ότι ένα καλό βιβλίο πάντα συγκινεί τους τηλεοπτικούς παραγωγούς, που δεν χρειάζεται να ρισκάρουν ψάχνοντας πρωτότυπα σενάρια. Παρ’ όλα αυτά, τα σχέδια μεταφοράς του στη μεγάλη οθόνη παρέμειναν στο συρτάρι. Το βιβλίο ήταν αρκετά μεγάλο (500 σελίδες) για μία μόνο ταινία…

Με budget 5-7,5 εκατ. δολάρια ανά επεισόδιο, το “Ο Ψυχίατρος” έχει χριστεί η πιο ακριβή παραγωγή του TNT στην 30χρονη ιστορία του, σηματοδοτώντας τη στροφή του καναλιού στα ακριβά τηλεοπτικά πρότζεκτ. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, προϋποθέσεις για μία μεγαλειώδη παραγωγή. Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι απλά ικανοποιητικό. Στο πεδίο των ερμηνειών ξεχωρίζει ο πρωταγωνιστής Ντάνιελ Μπριλ, ο οποίος δίνει μία στιβαρή ερμηνεία ως δρ. Κράισλερ, ένας γιατρός ταγμένος στις αρχές της επιστήμης που η προσπάθεια για εκλογίκευση συχνά να τον φέρνει σε σύγκρουση με τους ανθρώπους γύρω του. Στον αντίποδα, ο Έβανς μάς προσφέρει έναν πιο ζεστό, συναισθηματικό Μουρ, που σχηματίζει ένα δελεαστικό δίδυμο με τον Κράισλερ. Σε μία μάλλον αντιφατική ερμηνεία, η Φάνινγκ παρουσιάζει μία αρκετά ήπια Χάουαρντ, η οποία δεν ταιριάζει απόλυτα με τον ρόλο της «πρώτης γυναίκας υπαλλήλου στην αστυνομία της Νέας Υόρκης». Απολαυστικοί είναι, επίσης, οι Σμιθ και Σίαρ στους ρόλους των αδελφών Άιζακσον, αλλά και ο Ντέιβιντ Γουίλμοτ, που κλέβει την παράσταση στον ρόλο του διεφθαρμένου αστυνομικού Κόνορ.

Ωστόσο, η σειρά, μολονότι θα την απολαύσεις και θα σε κάνει να περάσεις καλά, σου αφήνει ίσως την αίσθηση ότι σαν κάτι να της λείπει. Αν ίσως δεν επικεντρωνόταν στο σοκ που προκαλούν οι εικόνες των διαμελισμένων πτωμάτων, το “Alienist” θα μπορούσε να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ρίξει περισσότερο φως στις κοινωνικές παθογένειες της εποχής, δίνοντας έμφαση στη διαφθορά της αστυνομίας και στις ακραίες ανισότητες – ζητήματα που προσεγγίζονται μόνο επιδερμικά. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να δώσει έμφαση στις μεθόδους των πρώιμων ψυχολόγων και της αντιμετώπισης που είχαν αυτοί από μία συντηρητική κοινωνία. Όμως αυτό θα σήμαινε μεγάλες αποκλίσεις από το βιβλίο και με τον ίδιο τον συγγραφέα σε αναβαθμισμένο ρόλο στην παραγωγή, κάτι τέτοιο ήταν μάλλον εκτός συζήτησης.

ΠΗΓΕΣ: https://media.netflix.com/el/only-on-netflix/80149395 , https://www.protothema.gr/city-stories/article/776848/the-alienist-o-tzak-aderovgaltis-pigainei-nea-uorki/