“Ο Κύριος Όβε”: ένας ύμνος στη ζωή

Ο κύριος Όβε (πρωτότυπος τίτλος: En man som heter Ove) είναι σουηδική κωμική-δραματική ταινία που κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους στη Σουηδία στις 25 Δεκεμβρίου 2015. Το σενάριο και η σκηνοθεσία της ταινίας είναι του Χάνες Χολμ και βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του 2012 του συγγραφέα Φρέντρικ Μπάκμαν. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ως Όβε είναι ο Ρολφ Λάσγκαρντ.

Ο Όβε είναι ένας 59άχρονος συνταξιούχος, γκρινιάρης, εριστικός, καταθλιπτικός, μίζερος τύπος, ο οποίος έχει χάσει πριν από λίγο καιρό τη γυναίκα του Σόνια. Έχει αυστηρές αρχές, σιδερένια πειθαρχία και ελάχιστη κατανόηση, πιστεύει ότι περιβάλλεται από ηλίθιους και δεν διστάζει να τους το πει κατάμουτρα.

Παλιότερα, ήταν ο διαχειριστής ενός οικισμού με όμορφα σπιτάκια και λιθόστρωτα μονοπάτια, αλλά αργότερα, οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες τον καθαίρεσαν. Εκείνος όμως δεν το παίρνει απόφαση και φυσικά το θεωρεί ύψιστη προδοσία εκ μέρους τους.

Γι’ αυτό και όταν δεν προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει, ο Όβε περνάει τη μέρα του παρακολουθώντας τους γείτονές του, μαλώνοντας και κάνοντάς τους συνεχώς υποδείξεις.

Κανείς δεν τον αντέχει και τον αποκαλούν «ο γείτονας από την κόλαση», αλλά αυτό που κανείς δεν γνωρίζει είναι ότι πίσω από τη δύστροπη συμπεριφορά κρύβεται μια συγκινητική ιστορία.

Όλα αλλάζουν όταν στο διπλανό σπίτι μετακομίζει μια καινούργια και φασαριόζικη οικογένεια με παιδιά, που κατά λάθος χαλάνε το γραμματοκιβώτιο του Όβε. Δεν αλλάζει πρόσωπο μόνο ο οικισμός, αλλά και ο ίδιος ο Όβε, που έκπληκτος θα δημιουργήσει μια αναπάντεχη και τρυφερή φιλία.

«Ο κύριος Όβε» είναι μια ποιητική και γλυκόπικρη ταινία για τους παραιτημένους ανθρώπους και τον σημαντικό αντίκτυπο που η ζωή τους μπορεί να έχει στις ζωές των άλλων.

Στα 51α βραβεία Guldbagge το 2016, η ταινία προτάθηκε για έξι βραβεία, κερδίζοντας δύο. Στα 89α βραβεία Όσκαρ ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Kαλύτερης Ξενόγλωσσης Tαινίας και Καλύτερου Μακιγιάζ. Επίσης, κέρδισε το βραβείο καλύτερης κωμωδίας στα 29α Βραβεία Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Πηγές

Ο κύριος Όβε

«Ο κύριος Όβε» – Μια τρυφερή, αστεία και συγκινητική ταινία στην ΕΡΤ2

Είναι το Tenet το νέο Inception;

Η πολυαναμενόμενη ταινία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι γεγονός και από σήμερα θα την βλέπουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας. Εμείς την είδαμε, προβληματιστήκαμε, απορροφηθήκαμε και απολαύσαμε μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία από αυτές που μόνο ένας σκηνοθέτης και εν προκειμένω σεναριογράφος σαν τον Νόλαν μπορεί να μας χαρίσει.

Αλλά ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Το “Tenet” σε πρώτο άκουσμα δεν μας θύμισε κάτι. Ωστόσο, πρόκειται για αγγλική λέξη που στα ελληνικά αποδίδεται με τους όρους «δόγμα» ή «αξίωση». Το θαυμάσιο αυτής της λέξης δεν είναι τόσο η σημασία της όσο το ότι αποτελεί καρκινική γραφή. Η επιλογή αυτή σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Μπορεί ο Νόλαν να κράτησε την υπόθεση της νέα του ταινίας ως επτασφράγιστο μυστικό και το μόνο που γνωρίζαμε να ήταν ότι πρόκειται για «μια επική περιπέτεια στον κόσμο της παγκόσμιας κατασκοπίας», αλλά ο τίτλος μαρτυρά ίσως και το κεντρικό θέμα της ταινίας, η οποία διαδραματίζεται γύρω από μια ανεστραμμένη αφήγηση. Δεν πρόκειται όμως για ένα κλασικό και τετριμμένο, θα λέγαμε, χωροχρονικό κατασκοπευτικό δράμα. Ο Νόλαν μεταχειρίζεται νόμους της Φυσικής, κατά κύριο λόγο αυτόν της εντροπίας, τους οποίους εντάσσει μέσα σε μια πλοκή που θυμίζει, χωρίς να μιμείται, κάποια από τις ταινίες του Τζέημς Μποντ.

Όλα ξεκινάνε από μια έκρηξη στην Εθνική Λυρική Σκηνή της Ουκρανίας και δίνουν την εντύπωση πως θα εξελιχθούν σε μια αντιπαράθεση ψυχροπολεμική, πυρηνική ίσως τον δυο μεγάλων δυνάμεων. Γρήγορα, βέβαια, ο θεατής συνειδητοποιεί πως πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο, σοβαρότερο και βαθύτερο. Με λίγο δυσνόητη ορολογία που απλοποιείται με την εξαιρετική οπτικοποίηση μια επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει στον πρωταγωνιστή ((Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον) την εξέλιξη του 3ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο που αυτή την φορά, ο πόλεμος αυτός δεν διεξάγεται μεταξύ κρατών- ούτε καν μεταξύ άλλων πλανητών- αλλά μεταξύ μέλλοντος και παρελθόντος. Αποστολή του κεντρικού μας ήρωα είναι η σωτηρία του κόσμου του αυτού του παρελθόντος που κατά παράδοξο τρόπο θα λειτουργήσει σωτήρια για τον ίδιο κόσμο στο μέλλον. (Το παράδοξο του παππού για το οποίο γίνεται λόγος και στην ταινία).

Για την αποστολή του αυτή, την οποία ο ίδιος δεν γνωρίζει σε βάθος, θα έρθει σε επαφή με Ινδούς εμπόρους όπλων στην Βομβάη, με Άγγλους και Αμερικανούς των Μυστικών Υπηρεσιών στο Λονδίνο, με Ρώσους μεγιστάνες στην Ιταλία και την Εσθονία, αλλά θα έχει διαρκώς στο πλευρό του τον καλοντυμένο, φυσικό- συνεργάτη- σωτήρα (Ρόμπερτ Πάτινσον), ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες αναιρούν την προσωποκεντρική υφή της ταινίας και την οίηση του ίδιου του πρωταγωνιστή. Ο Αφροαμερικάνος πράκτορας της CIA θα συναντήσει και το κορίτσι του, την υποταγμένη γυναίκα και μητέρα, την κατά πολύ ψηλότερη Κατ (Ελίζαμπεθ Ντεμπικί), την οποία θα επιδιώξει να απελευθερώσει στην προσπάθειά του να γνωρίσει τον άντρα της Αντρέι Σάτορ (Κένεθ Μπράνα), έναν πλούσιο Ρώσο από μια αχαρτογράφητη περιοχή της Σιβηρίας που είναι στην πραγματικότητα ένας διαμεσολαβητής μεταξύ παρόντος και παρελθόντος.

Προκειμένου να αποτρέψει μια καταστροφή που δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να αντιληφθεί, ο Πρωταγωνιστής δίχως όνομα θα ταξιδέψει πολλές φορές στην ροή του χρόνου μέσα από τις πύλες εισόδου και εξόδου, θα λάβει σημαντικές αποφάσεις και θα έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Αν θα καταφέρει να υπερβεί όλα τα εμπόδια και να κερδίσει την μάχη του παραμένει ένα αίνιγμα που θα απαντηθεί (αν θεωρηθεί απάντηση) στο τέλος της ταινίας.

Όπως τον έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει, ο Νόλαν μας γυρνά σε επτά χώρες και σε πολλά χρονικά επίπεδα. Από ένα σημείο και μετά ο θεατής βρίσκεται σε σύγχυση μεταξύ του πότε , του πού, του γιατί, του πώς. Η πορεία της ταινίας, σε καμιά περίπτωση γραμμική, με πισωγυρίσματα είναι, παρ’ όλα αυτά, αύξουσα σε ενθουσιασμό και σε αγωνία. Ένα ακόμα αναμφίβολα εγκεφαλικό έργο που ναι μεν μας θυμίζει το Memento ή το Interstellar απαιτεί προσήλωση και αδιάκοπη προσοχή. Επομένως, αν επιθυμείτε να απολαύσετε μια ταινία χωρίς να κουράσετε ιδιαίτερα την σκέψη σας, μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι αυτή η επιλογή σας. Αν θέλετε από την άλλη πλευρά να παρακολουθήσετε ένα κινηματογραφικό ακόμα και από άποψη μοντάζ και μουσικής υπόκρουσης θέαμα που εκτός από την γρήγορη δράση και τις αρκετά καλές ερμηνείες, αφήνει ένα οικολογικό μήνυμα με φιλοσοφικές προεκτάσεις, το Tenet είναι η ταινία για εσάς.

Εμείς βγήκαμε από την αίθουσα εμφανώς μπερδεμένοι, αλλά και παρασυρμένοι από έναν οχετό πληροφοριών, μηνυμάτων και σκεπτόμενοι την ανθρώπινη προσωρινότητα. Μεγάλο επίτευγμα αυτό για ένα κατασκοπευτικό έργο. Μάλλον τα 200-225 εκ. ευρώ που κόστισε η παραγωγή καθιστώντας την συγκεκριμένη ταινία την ακριβότερη του Νόλαν άξιζαν!

Υ.Γ. Όσοι ενδιαφέρεστε για περαιτέρω αποκρυπτογράφηση της ταινίας υπομονή μέχρι να κυκλοφορήσει ευρέως και να πάρουν φόρα τα διαδικτυακά Nolan Nerds!

10 soundtracks ταινιών που αγαπήσαμε

Η μουσική είναι ένα από τα κομβικά στοιχεία στην επιτυχία μιας ταινίας, όχι μόνο λόγω του ότι δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και δίνει το κατάλληλο vibe του είδους και της εποχής, αλλά και γιατί είναι ικανή να μεταδώσει και να καλλιεργήσει σκέψεις, μηνύματα και συναισθήματα.

Η επιτυχία του soundtrack, βέβαια, δεν κρίνεται από το πόσο ποιοτικά ήταν τα τραγούδια που επιλέχθηκαν και πόσο καλές ήταν οι συνθέσεις των μουσουργών. Η επιτυχία του κάθε soundtrack κρίνεται από το πόσο ταιριαστά ήταν τα κομμάτια που ακούστηκαν με το θέμα της ταινίας και το μήνυμα που αυτή ήθελε να περάσει. Η σωστή μουσική δημιουργεί ένα μυστήριο, το οποίο τοποθετημένο στη σωστή χρονική στιγμή, καλεί τον θεατή να το εξερευνήσει και να βρει τη λύση του. Εάν ο θεατής τα καταφέρει, τότε το μυστήριο αυτό δημιουργεί έναν μύθο, ο μύθος οδηγεί στη πληρότητα και η πληρότητα σε συναίσθημα.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν το πόσο σημαντικό είναι το soundtrack μιας ταινίας και έχοντας ακούσει μπόλικα, παρακάτω θα σας παραθέσω μερικά από τα αγαπημένα μου.

Σημείωση 1: Δεν είναι απαραίτητα τα καλύτερα soundtracks όλων των εποχών, αλλά εκείνα που είχαν μια επιρροή σε εμένα προσωπικά. Επιπλέον, η ταξινόμηση δεν είναι σε καμία περίπτωση αξιολογική.

Σημείωση 2: Εδώ θα δοθεί μόνο ένα κομμάτι από το soundtrack. Από εκεί και πέρα ο καθένας σας είναι ελεύθερος να περιηγηθεί στο youtube και να το βρει ολοκληρωμένο.

10) The Revenant

Το Revenant δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απλή ιστορία εκδίκησης. Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά κοινότυπο, που όμως ξεχωρίζει από παρόμοια εγχειρήματα λόγω του ότι η ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει στον θεατή μια μοναδική εμπειρία. Σε αυτό το αποτέλεσμα δεν συμβάλλει μονάχα η εξαιρετική σκηνοθεσία και εκπληκτική ερμηνεία του Dicaprio, αλλά και η μουσική επένδυση από τους Ryuichi Sakamoto και Alva Noto. Οι δύο συνθέτες κατάφεραν κάτι πολύ δύσκολο. Συγκεκριμένα, μπόρεσαν να αποδώσουν τα συναισθήματα του Hugh Glass (Dicaprio), είτε αυτά ήταν η οργή και ο σωματικός και ψυχικός πόνος, είτε ήταν η αίσθηση της κάθαρσης και της γαλήνης, με τρόπο συλλογικό, μέσα από όλο το soundtrack και όχι διαχωρίζοντας τα σε κάθε διαφορετικό κομμάτι. Σε ένα πρώτο άκουσμα, ξέχωρο από την εμπειρία της ταινίας, το OST μπορεί να φανεί αρκετά απλό και αδιάφορο. Είναι όμως πραγματικά εντυπωσιακό το πως αυτή η απλή μουσική, μπορεί να περιλάβει μέσα της τόσα συναισθήματα, τα οποία ξεκλειδώνονται αμέσως μόλις κάποιος βιώσει την ταινία. Μόλις γίνει αυτό, το στην αρχή απλό και αδιάφορο soundtrack, γίνεται επιβλητικό και μεγαλεπήβολο.

9) Hugo

Ο θρυλικός συνθέτης των Lord of the Rings, Howard Shore, δημιούργησε τη μουσική για την πιο «κατάλληλη» και «παιδική» ταινία του Martin Scorsese, Hugo. Η ταινία αυτή δεν είναι σαν τίποτα από όσα μας έχει συνηθίσει ο μεγάλος σκηνοθέτης. Είναι πιο ανάλαφρη, πιο αθώα, είναι με λίγα λόγια κατάλληλη για όλους. Παρόλο όμως που για αυτά της χαρακτηριστικά η ταινία χαρακτηρίστηκε «παιδική», η αλήθεια είναι πως κάθε άλλο παρά παιδική είναι. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες για την ανάλυση της ταινίας, το Hugo περιέχει πολύ σημαντικά μηνύματα, κάποια από τα οποία ένα παιδί δεν θα μπορούσε να καταλάβει και αποτελεί παράλληλα και ένα love letter στον κινηματογράφο. Ευθύς αμέσως από τα πρώτα δευτερόλεπτα, δύο πράγματα συνειδητοποιεί ο θεατής. Πρώτον ότι πρόκειται για μια πανέμορφη ταινία οπτικά και δεύτερον ότι πρόκειται για ένα πανέμορφο soundtrack. Οι συνθέσεις είναι πολύχρωμες, δουλεμένες στην παραμικρή λεπτομέρεια και τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο στη ταινία, ώστε να μαγεύουν τον καθένα και να δίνουν τα συναισθήματα που ο σκηνοθέτης επιδιώκει. Το soundtrack μάλιστα είναι τόσο καλό, που αποτελεί ένα πολύ ποιοτικό άκουσμα και μόνο του, ξέχωρα από την ταινία. Είναι επικό στις δικές του διαστάσεις και δικαίως πήρε υποψηφιότητα στα Όσκαρ. Ποιος είπε εξάλλου πως το επικό πρέπει απαραιτήτως να είναι βαρύ και σκοτεινό;

8) Theory of Everything

Ο Johan Johansson που δυστυχώς απεβίωσε μόλις στα 48 του χρόνια, είχε καθιερωθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες του Χόλιγουντ. Η μουσική που έγραψε για τη ταινία Theory of Everything, η οποία εξιστορεί τη ζωή του Stephen Hawking, είναι ένα υπέροχο  κομψοτέχνημα, ένα μωσαϊκό συναισθημάτων που εγγυάται πως θα δώσει μια αίσθηση πληρότητας στον θεατή. Κάθε κομμάτι δίνει και από έναν διαφορετικό ρυθμό στη ταινία και ταυτίζεται με τις κινήσεις και τα λόγια των ηθοποιών που βρίσκονται κάθε φορά στην οθόνη.

7) The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford

Είναι πραγματικά άξιο απορίας και τεράστια αδικία το γεγονός ότι η Ακαδημία προσπέρασε τη δουλειά των Nick Cave και Warren Ellis. Σε μια ομολογουμένως δύσκολη ταινία, τοποθετημένη σε Western περιβάλλον, που όμως δεν αποτελεί το κλασικό Western που ο μέσος θεατής περιμένει να δει, οι δύο συνθέτες κάνουν θαύματα. Όχι μόνο καταφέρνουν να κάνουν τον θεατή μέρος του κόσμου που απεικονίζεται, αλλά κανείς θα έλεγε πως τα μηνύματα και οι αξίες που προσπαθεί να περάσει το φιλμ, περνούν και μέσα από τη μουσική. Το OST είναι πραγματικά ένα αριστούργημα που κορυφώνει τη ταινία και της δίνει τον επιπλέον τόνο που χρειάζεται για να εκπληρώσει τον στόχο της.

6) Interstellar

Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες του Christopher Nolan, θα γνωρίζουν πως η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη της ταινίας και στη μετάδοση της σκέψης του σκηνοθέτη. Το Interstellar δεν αποτελεί εξαίρεση και θα μπορούσε κανείς να πει πως αν δεν ήταν ο Hans Zimmer, η ταινία θα είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ταυτότητα της. Το Soundtrack εδώ είναι φανταστικό. Άλλοτε μας δίνει το αίσθημα του κινδύνου και της αγωνίας και άλλοτε το αίσθημα της ανακάλυψης και της αγάπης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η κάθε σύνθεση και ιδιαίτερα το S.T.A.Y, αναμειγνύουν διαφορετικά και ίσως αντιφατικά συναισθήματα μαζί: Θλίψη, αγωνία, αγάπη, φόβος, ακόμα και απουσία συναισθήματος- κενό (το οποίο επίσης θα μπορούσε να λογισθεί ως συναίσθημα) είναι μερικά μόνο από αυτά που νιώθει ο θεατής παρακολουθώντας την ταινία με τη συνοδεία της μουσικής επένδυσης. Εξαιρετική ταινία, εξαιρετικό OST, που σίγουρα θα χαραχτούν στη ψυχή του καθενός και θα παραμείνουν στο κεφάλι του για κάποιο διάστημα και μετά το πέρας της.

5) Pulp Fiction

Ο Tarantino έχει τονίσει αρκετές φορές πόσο σημαντικό είναι για τον ίδιο και τη συγγραφή του σεναρίου του το soundtrack. Έχει δηλώσει μάλιστα πως ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει όταν γράφει ή έχει μια ιδέα για την υπόθεση της ταινίας, είναι να ξεκινήσει να ψάχνει τα κατάλληλα τραγούδια τα οποία θα τον οδηγήσουν στο να βρει τη προσωπικότητα και το πνεύμα της ταινίας. Πάντοτε λοιπόν, σε κάθε του ταινία, η επιλογή των κομματιών είναι άρρηκτα δεμένη με το αποτέλεσμα που βγαίνει στην οθόνη. Ως εκ τούτου η μουσική που παίζεται, είναι και εκείνη που θα βάλει τον θεατή στο σωστό κλίμα για αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσει. Στη περίπτωση του Pulp Fiction, ο Tarantino ήθελε η μουσική να είναι η rock ‘n’ roll εκδοχή της μουσικής των Western του Ennio Morricone και τα κατάφερε. Το Soundtrack μάλιστα είναι τόσο καλό, που σχεδόν ο καθένας μετά τη προβολή της ταινίας, έχει την επιθυμία να βρει το κάθε κομμάτι που παίχτηκε σε κάθε σκηνή.

4) Django Unchained

Εξαιρετικό είναι και το soundtrack του Django Unchained από τον Quentin Tarantino, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα ανεξάρτητα κομμάτια, μαζί με κάποιες συνθέσεις του Ennio Morricone. Η ταινία είναι ένα Western που τοποθετείται στην εποχή σκλαβιάς των μαύρων στην Αμερική και το OST καταφέρνει να δώσει και τη κατάλληλη ατμόσφαιρα που ταιριάζει στο συγκεκριμένο genre και το αίσθημα της απελευθέρωσης που ταιριάζει στο σκοπό της ταινίας. Κάθε τραγούδι είναι και μια ξεχωριστή απόλαυση και σίγουρα οι λάτρεις της μουσικής είναι απαραίτητο να το ακούσουν.

3) Skyfall

Σε μία από τις καλύτερες ταινίες James Bond όλων των εποχών, με ίσως τον καλύτερο Bond όλων των εποχών, έχουμε πιθανώς και το καλύτερο James Bond soundtrack όλων των εποχών από τον Thomas Newman. Η μουσική καταφέρνει να δώσει τον κατάλληλο τόνο και το κατάλληλο vibe, ώστε ο θεατής να βυθιστεί εύκολα και ευχάριστα στον κόσμο του πράκτορα 007. Άλλοτε δυναμικό και γρήγορο και άλλοτε χαλαρό και βαθύ, το OST του Skyfall είναι μια από τις καλύτερες δουλειές, όχι μόνο του συνθέτη, αλλά και της τελευταίας δεκαετίας γενικά. Εκείνο το στοιχείο μάλιστα που δείχνει πόσο καλά έχει καταφέρει ο Thomas Newman να ταιριάξει τους ήχους του στον χαρακτήρα του James Bond, είναι πως έχει πάρει κλασσικούς ήχους και κλασσικά κομμάτια από την όλη σειρά ταινιών και τους έχει δώσει κάτι καινούργιο, είτε αυτό είναι ένα change of pace είτε είναι μικρές μουσικές αλλαγές σε επιμέρους σημεία. Εν ολίγοις, το soundtrack είναι must για τον οποιονδήποτε.

2) The Lord of the Rings Trilogy

Κανείς δεν μπορεί να μιλάει για τα καλύτερα soundtracks όλων των εποχών, χωρίς να έχει υπόψη του την τριλογία του Peter Jackson. Ο Howard Shore πληρώθηκε δικαίως με δύο Όσκαρ για την εκπληκτική μουσική που πρόσφερε στη τριλογία. Το OST στο σύνολό του, είναι εξαιρετικό χωρίς να φαντάζει βαρετό ή κουραστικό, ενώ είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της επιτυχίας που είχαν οι ταινίες. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς πόσο αριστουργηματική είναι η δουλεία του μεγάλου αυτού συνθέτη σε μια μόνο παράγραφο και πολλές φορές τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Καλή απόλαυση.

1) The Good, the Bad and the Ugly

Δεν γινόταν να κλείσουμε τη συγκεκριμένη λίστα χωρίς να περιλάβουμε τον μεγάλο Ennio Morricone που μας άφησε φέτος. Οι συνθέσεις της εν λόγω ταινίας δημιουργούν πραγματικά ένα υπέροχο έργο τέχνης και οδηγούν σε ένα από τα πιο πρωτότυπα soundtracks όλων των εποχών.

Βαγγέλης Φραγκούλης

“Meet Joe Black”: μία μελέτη για την ζωή και τον θάνατο

Εάν δυσκολεύεστε να αποφασίσετε ποια ταινία να παρακολουθήσετε και παράλληλα αναζητάτε κάτι κλασικό που σίγουρα θα σας αφήσει με τις καλύτερες εντυπώσεις, σας έχουμε την κατάλληλη πρόταση για εσάς που δεν είναι άλλη από την ταινία “Συνάντησε τον Τζο Μπλακ” (“Meet Joe Black”) του 1998, διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix.

Ο Bill Parrish (Anthony Hopkins) τα έχει όλα: επιτυχία, χρήματα, εξουσία και μια οικογένεια που τον αγαπά. Είναι ένας μεγαλοεπιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στις τηλεπικοινωνίες και βρίσκεται στα πρόθυρα μίας μεγάλης επαγγελματικής συμφωνίας. Παράλληλα η πρωτότοκή του, η Allison (Marcia Gay Harden) ετοιμάζει με πυρετώδεις ρυθμούς ένα λαμπερό πάρτι για τα 65α γενέθλια του πατέρα της. Η γαλήνη του Bill θα διαταραχθεί όταν ένας γοητευτικός νεαρός (Brad Pitt) θα εμφανιστεί μπροστά του κι ο οποίος του συστήνεται ως ο Θάνατος. Αφότου τελικά ο Bill πείθεται για την “ταυτότητα” του νεαρού, ο Θάνατος κάνει μαζί του τη συμφωνία πως, εάν ο Bill εκτελέσει χρέη “καθοδηγητή” στην ζωή στην Γη και την ανθρώπινη πραγματικότητα, τότε θα του χαρίσει λίγο ακόμα χρόνο ζωής. Έτσι τον συστήνει στην οικογένεια ως Joe Black. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η μικρότερη κόρη του Bill, η Susan (Claire Forlani) αναγνωρίζει στον Joe/Θάνατο τον άντρα που την είχε γοητεύσει σε ένα καφέ και που δεν έμαθε ποτέ το όνομά του. Και φυσικά ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, ακόμη κι όταν πρόκειται για μία ισχυρή οντότητα όπως ο Θάνατος!

Η ταινία Συνάντησε τον Τζο Μπλακ εμπνέεται από το ιταλικό θεατρικό έργο “La Morte In Vacanza” του Alberto Casella (1924). H διασκευή του σεναρίου φέρει την υπογραφή των Ron Osborn, Jeff Reno ( και οι δύο υπέγραφαν σενάρια για το tv show “Moonlighting”, 1985), Kevin Wade (“Working Girl, 1988) και Bo Goldman (“Άρωμα Γυναίκας”, 1992). Η σκηνοθεσία είναι του Martin Brest, ο οποίος συνεργάζεται και πάλι με τον Goldman μετά το “Άρωμα Γυναίκας”. Γλαφυρή ατμόσφαιρα που αναδεικνύεται από την εξαιρετική φωτογραφία του Εμανουέλ Λουμπέζκι, αλλά και τις πρωταγωνιστικές ερμηνείες καθώς στο πλάι του Μπραντ Πιτ στέκεται ο απαράμιλλος Άντονι Χόπκινς.

Δυστυχώς, όταν κυκλοφόρησε το 1998, η ταινία δεν απέσπασε και τις καλύτερες κριτικές, αποτελώντας έτσι, κατά την γνώμη μας, μία από τις περιπτώσεις αυτές, όπου οι κριτικοί αδυνατούν να αναγνωρίσουν το βάθος και τις διαστάσεις μιας ταινίας.

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει και εξισορροπεί τρία είδη ταινιών σε μία μόλις παραγωγή – η φαντασία συναντά το δράμα και το συναίσθημα. Το τρίωρο μπορεί αρχικά να ακούγεται βάρβαρο, αλλά όσο προχωρά η ιστορία, τόσο πιο πολύ παρασέρνει το θεατή. Κι επιπλέον, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να παραλειφθούν σκηνές, καθώς η απουσία τους θα μείωνε κατά πολύ την ουσία της ιστορίας. Όσο για τις ερμηνείες, όλες τους ξεχωρίζουν. Ο απαράμιλλος Anthony Hopkins κάθε άλλο παρά τον υπερφίαλο πλούσιο υποδύεται. Αντίθετα, παρουσιάζει πτυχές του χαρακτήρα του που φανερώνουν ότι πρόκειται για έναν καλό άνθρωπο και του προσδίδουν μία τρυφερότητα και μία αγωνία για τις κόρες του. Για τον Brad Pitt η ταινία αυτή αποτελεί ίσως μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Το κινηματογραφικό ζεύγος που δημιουργείται μεταξύ αυτού και της Claire Forlani βγάζει έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα που “χτυπάει” τις περσόνες τους και (κυρίως) το θεατή.

Συνολικά, η ταινία αποτελεί έναν ύμνο, μία μελέτη για την ζωή και ιδίως τον θάνατο, που σας προτρέπουμε να απολαύσετε, καθώς σίγουρα δεν θα σας αφήσει ασυγκίνητους. Από τις ομορφότερες είναι μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου ο Bill Parrish (Άντονι Χόπκινς) λέει στον Joe Black (Μπραντ Πιτ) “Δύσκολο να παρατήσεις την ζωή, ε;” με τον τελευταίο να απαντά “Ναι όντως, Μπιλ”. “Έτσι είναι η ζωή” αποκρίνεται γαλήνια ο Bill Parrish συμφιλιωμένος με το τέλος του.

ΠΗΓΕΣ: https://www.filmy.gr/movies-database/meet-joe-black/ , https://www.dvd-trailers.gr/tainia/synantise_ton_joe_black_1998/ , https://www.k-mag.gr/tag/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%B6%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA/ , https://cityportal.gr/movie.php?film_id=10206 , https://ishow.gr/productionSynopsis.asp?guid=95006E64-07EB-49E9-A077-CF7BFBB46BE4

Μια ταινία για την Χιροσίμα ή και όχι;

Έχοντας χαρακτηριστεί ως ορόσημο του γαλλικού Νέου Κύματος, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Αλέν Ρενέ, Χιροσίμα Αγάπη μου, είναι μία από τις σημαντικότερες όλων των εποχών. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη γνωριμία και τη σύντομη, αλλά γεμάτη πάθος.

Μία ηθοποιός φτάνει στη Χιροσίμα για να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία με θέμα την ειρήνη. Εκεί, γνωρίζει έναν Ιάπωνα, με τον οποίο γίνονται εραστές. Το ζευγάρι σε μια σειρά συζητήσεων εξομολογείται ο ένας στον άλλον τις σκέψεις και τις επώδυνες αναμνήσεις. Εκείνος, μιλάει για τη ζωή του και επαναλαμβάνει «Δεν έχεις δει τίποτα από τη Χιροσίμα». Εκείνη αναφέρεται στα εφηβικά της χρόνια στη Νεβέρ, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, για το πως ερωτεύτηκε έναν Γερμανό στρατιώτη αλλά και στην ταπείνωση που υπέστη κατά τη διάρκεια της Απελευθέρωσης.

Οταν ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δήλωνε για το ντεμπούτο του Αλέν Ρενέ πως είναι η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου χωρίς καμία κινηματογραφική αναφορά, ήταν μάλλον ο μοναδικός τρόπος για να περιγράψει κάτι που κανείς δεν είχε δει ποτέ πριν στο σινεμά και κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μπορούσε ποτέ να συμβεί στο σινεμά.

Σαν ένα ημερολόγιο κοσμικής μνήμης, όπου η πραγματικότητα διακόπτει συνεχώς την μυθοπλασία πριν και οι δύο αυτές αντίρροπες καταστάσεις γίνουν ένα, το «Χιροσίμα Αγάπη μου» δεν ανήκει σε κανένα κινηματογραφικό είδος, δεν χωράει ακόμη και στην πιο διευρυμένη ερμηνεία του «ποιητικού σινεμά», ακυρώνει οτιδήποτε ορίζεται ως συμβατική ή ριζοσπαστική κινηματογραφική αφήγηση και εφευρίσκει σε κάθε του πλάνο, λέξη, ήχο ένα νέο τρόπο να κοιτάς την Ιστορία.

Για τον Αλέν Ρενέ, ο χρόνος και ο ιστορικός χρόνος δεν είναι παρά το ίδιο πράγμα, μια ανάμνηση που γεννιέται με το κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και που την ίδια στιγμή ακυρώνεται από την επόμενη, σε ένα σχεδόν ερωτικό παιχνίδι του ανθρώπινου μυαλού που προσπαθεί να συγκρατήσει τις εικόνες – όχι πάντα σίγουρο πως αυτές είναι αληθινές και όχι αποκυήματα της φαντασίας.

Οσο Εκείνη θυμάται, Εκείνος αρνείται τις μνήμες της. Οσο Εκείνη προσπαθεί να ξεδιαλύνει όσα είδε στη Χιροσίμα, Εκείνος της επαναλαμβάνει πως «Δεν είδες τίποτα στη Χιροσίμα». Οσο Εκείνη αναπολεί όσα συνέβησαν εκείνη τη μοιράια ημέρα του Αυγούστου του 1945 – μπερδεμένα με όσα αποθηκεύτηκαν στο μουσείο της φρίκης και ζουν εκεί ακόμη και σήμερα, Εκείνος προσπαθεί να αντιληφθεί πόσα απ’ όσα ακούει είναι πράγματα που Εκείνη είδε στ’ αλήθεια ή πράγματα που είδε στα επίκαιρα ή διάβασε σε κάποιο βιβλίο.

Η συνάντηση Εκείνης και Εκείνου θα είναι καθοριστική, όχι μόνο επειδή θα γίνει με φόντο μια Χιροσίμα που προσπαθεί να χτιστεί πάνω από τα θαμμένα πτώματα και τους τόνους τροφής που δηλητηριάστηκαν, αλλά κυρίως γιατί κάθε λέξη, βλέμμα και αγγιγμά τους είναι ποτισμένο από τη μνήμη του πολέμου έτσι όπως Εκείνη θα ανακαλέσει ως μια ερωτική εξομολόγηση, πιο λυτρωτική από τη συγχώρεση και πιο καθαρτική από τη λήθη.

Αντιπαραβάλλοντας την εμβληματική εικόνα των δύο εραστών – με τα μέλη τους ακρωτηριασμένα από την κάμερα να σφίγγουν ο ένας τον άλλον, με αποτρόπαιες εικόνες από όσα φρικτά θα γεννούσε η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, ο Αλέν Ρενέ πατάει πάνω στο κείμενο της Μαργκερίτ Ντιράς για να φτιάξει το κινηματογραφικό χρονικό της ίδιας της (προσωπικής και ιστορικής) μνήμης, του προυστικού «χαμένου χρόνου», της ανάσας που κάνει το παρελθόν παρόν και μιας άλλης που ορίζεται στο μέλλον. Και της διαπίστωσης πως το να βλέπεις από κοντά τα πράγματα είναι κάτι που μαθαίνεται.

Μέσα στις 36 ώρες που διαδραματίζεται το «Χιροσίμα Αγάπη Μου», o Ρενέ θα αμφισβητήσει τα πάντα: τη χρονολογική αφήγηση, τον ποιητικό λόγο, το ντοκιμαντέρ και τη σχέση του με το φιξιόν, τη θεατρικότητα των σκηνικών, τις θεμελιώδεις ρίζες του flash-back, τα close-up στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του, τον νεο-ρεαλισμό, τον ερωτικό πόθο και τα αντιπολεμικά μηνύματα, τον τρόπο με τον οποίο μέχρι τότε ήξεραν να σκηνοθετούν μια γυναίκα και έναν άντρα που πρέπει να χωρίσουν πριν ακόμη ομολογήσουν ότι είναι ερωτευμένοι, κουβαλώντας στα γυμνά κορμιά τους τις πληγές όλου του κόσμου – ανθρωποι χώρες με ονόματα πόλεων σε μια διαρκή συνάντηση με το πεπρωμένο.

Παρόν και παρελθόν εναλλάσσονται συνεχώς μέσα από την (αν)έφικτη ερωτική επαφή και τη δύσκολη επικοινωνία (δεν μιλούν ο ένας την γλώσσα του άλλου), καθώς και τις περιπλανήσεις τους σε διάφορες τοποθεσίες της Χιροσίμα. Όλα συμβαίνουν στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, γιατί η γυναίκα – που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της, όπως ούτε και του Ιάπωνα εραστή της – θα πρέπει να επιστρέψει στη Γαλλία. Θα γυρίσει όμως;

Η ρευστότητα του χρόνου και η υποκειμενικότητα της μνήμης, αποτελούν τον δραματικό άξονα αυτής της αριστουργηματικής ταινίας, καθιστώντας τη θέασή της, μία ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, μαγνητίζοντας τον θεατή όσες φορές κι αν την παρακολουθήσει. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το φιλμ κέρδισε το Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ των Καννών το 1959.

Η ταινία Χιροσίμα, Αγάπη μου προέκυψε μετά από πρόταση που έγινε στον Ρενέ να κάνει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τη Χιροσίμα και την πυρηνική βόμβα, αντίστοιχο του Nuit et Brouillard, το οποίο είχε μόλις ολοκληρώσει (1955) για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα. Αν και διστακτικός στην αρχή, ο Ρενέ παρακολούθησε, στο πλαίσιο της έρευνάς του, διάφορα ντοκιμαντέρ που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε για τη Χιροσίμα και κατέληξε ότι η μόνη πιθανή νέα προσέγγιση θα ήταν να εξερευνήσει τη καθολικότητα του θέματος. Για αυτό το εγχείρημα θα χρειαζόταν να κάνει γυρίσματα σε όλον τον κόσμο, μια προοπτική που οι συμπαραγωγοί του δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν. Ωστόσο, μετά από αρκετούς μήνες προκύπτει η ιδέα το σχέδιο ντοκιμαντέρ για τις καταστροφές της Χιροσίμα να λάβει τη μορφή μιας ταινίας μυθοπλασίας μεγάλου μήκους.

Σύμφωνα με τη σεναριογράφο της ταινίας, Μαργκερίτ Ντυράς, ο Ρενέ προσέγγισε την ταινία σαν μυθιστοριογράφος: «Πριν το γύρισμα ήθελε να γνωρίζει τα πάντα, τόσο την ιστορία που θα έλεγε, όσο και εκείνη που δεν θα έλεγε, την ιστορία δηλαδή των χαρακτήρων. Τον ενδιέφερε να μάθει τα πάντα για αυτούς: τα χρόνια της νιότης τους, τις ζωές τους πριν και μέχρι ενός σημείου, το μέλλον τους μετά την ταινία. Έτσι έγραψα βιογραφίες για κάθε χαρακτήρα. Και από αυτές τις βιογραφίες, ο Ρενέ τους προσέγγισε με την κάμερα σαν να μετέφραζε σε εικόνες τη συνέχιση μιας ταινίας που υπήρχε ήδη σχετικά με τις προηγούμενες ζωές τους».

Αν το «Χιροσίμα Αγάπη Μου» υπήρξε η εμβληματική ταινία της nouvelle vague ή ακόμη περισσότερο η αρχή του μοντέρνου σινεμά όπως το γνωρίζουμε, περισσότερο κι από όλα αυτά υπήρξε μια σπαρακτική προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα σε μπομπίνες από φιλμ – όχι με σκοπό να γίνει ένα ντοκουμέντο για τις γενιές που θα ακολουθούσαν αλλά με τη φιλοδοξία να τον σταματήσει και ξεκινώντας πάλι από την αρχή να απελευθερώσει το σινεμά από κάθε σύμβαση. Και να το ορίσει σαν την πεμπτουσία μιας ανάμνησης που δεν έχει σήμασία αν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και ενός ψέματος που όσο κι αν Εκείνος θα επιμένει κάθε φορά που θα του μιλάς, παραμένει η μεγαλύτερη αλήθεια απ’ όλες.

Πενήντα πέντε χρόνια μετά, η αφηγηματική γλώσσα του Ρενέ παραμένει μοναδική, ξεχωριστή, ίσως όχι πάντα κατανοητή αλλά σίγουρα καινοτόμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ίδια η ταινία είναι η απάντηση του σκηνοθέτη στη δήλωση Εκείνης ότι «τι άλλο μπορεί να γυρίσει κανείς στη Χιροσίμα εκτός από μια ταινία για την ειρήνη;» Το «Χιροσίμα Αγάπη μου» είναι μια ταινία για το παρελθόν και το παρόν, τη μνήμη και το γεγονός, την πραγματικότητα και την επιθυμία, το τραύμα και τις πληγές, τη θολή προσωπικότητα Εκείνης και το ίδιο το πρόσωπο της πόλης. Στο τέλος, δεν μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει αν οι πληγές των θυμάτων τής Χιροσίμα είναι κρισιμότερες από αυτές που προφανώς φέρει μέσα της η ηρωίδα ή αν το τραύμα είναι δυνατόν ποτέ να επουλωθεί, όμως μια καινούργια οπτική έχει ήδη γεννηθεί. Και για αυτό, η «Χιροσίμα» θα παραμένει για πάντα μια ξεχωριστή «αγάπη», όχι μόνο για εκείνους αλλά και για εμάς.

Πηγές:

https://flix.gr/cinema/hiroshima-mon-amour-review.html

https://m.myfilm.gr/15071

https://m.tvxs.gr/mo/i/181537/f/news/sinema/i-lyriki-synthesi-toy-alen-rene-xirosima-agapi-moy.html

ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Αναμνήσεις μιας Γκέισας: μια ταινία γεμάτη έρωτα και ιστορία

Στο Κιότο του 1929, η 9χρονη Τσίγιο κλείνεται δια τη βίας σε ένα σπίτι με γκέισες, γίνεται μαθητευόμενη της διάσημης γκέισας Μαμεχά, προκαλεί την αντιζηλία της Χατσουμόμο, μιας άλλης διάσημης γκέισας που διαβλέπει το λαμπρό μέλλον της αντιπάλου της και θέλει να το σαμποτάρει, ενώ όλο αυτό το διάστημα είναι ερωτευμένη με έναν πελάτη, κάτι απαγορευμένο για μια γκέισα.

Ο συγγραφέας και μελετητής της ασιατικής τέχνης Άρθουρ Γκόλντεν έμελλε να γίνει γνωστός από το μοναδικό του μέχρι στιγμής μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο από το Οι αναμνήσεις μιας γκέισας. Ένα βιβλίο που παρέμεινε στη λίστα με τα best seller επί δύο χρόνια και μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ένα βιβλίο που απ’ ό,τι φαίνεται ταλαιπώρησε τον συγγραφέα μέσω μιας δικαστικής αντιπαλότητας που προέκυψε μετά την έκδοση του βιβλίου, τον επανέφερε στο προσκήνιο το 2005 χρονιά που κυκλοφόρησε η ομώνυμη ταινία αλλά τελικά αποδείχτηκε απλώς μία σπουδαία στιγμή στην κατά τα άλλα αφανή συγγραφική καριέρα του.

Η συγκινητική φωνή της αφηγήτριας που επιλέγει να εξιστορήσει την προσωπική της εμπειρία ως γκέισα συνοδεύει τον αναγνώστη καθ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και του δημιουργεί την αίσθηση ότι αυτή είναι εκεί για να του κρατάει το χέρι κατά την διάρκεια της αφήγησης και όχι το αντίθετο, όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο.

Η ιστορία ξεκινάει από το μεθυσμένο σπίτι σ’ ένα μικρό ψαροχώρι της Ιαπωνίας όπου η πρωταγωνίστρια έμελλε να περάσει τα παιδικά της χρόνια ωσότου η αρρώστια της μητέρας της και ο επικείμενος θάνατός της πιέσουν τον ηλικιωμένο πατέρα της να πουλήσει την ίδια και την μεγαλύτερη αδερφή της για να μεταφερθούν στην πρωτεύουσα όπου και θα εκπαιδευτούν ως γκέισες. Τη νεαρή μας πρωταγωνίστρια χαρακτηρίζει μία ομορφιά που δεν βλέπουμε ποτέ και όμως την αναγνωρίζουμε και μία ευφυΐα που αν και δεν αποδεικνύεται συχνά οι άνθρωποι που την περιτριγυρίζουν υποστηρίζουν ότι έχει.

Αν και πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες η ροή της αφήγησης δεν είναι καθόλου ανιαρή και η αφηγήτρια αποδεικνύει ότι γνωρίζει σε βάθος να χειρίζεται την τέχνη της αποπλάνηση και της σαγήνης, μένοντας μόνο σε κομβικά επεισόδια, δίνοντας λεπτομέρειες και εξηγήσεις για έννοιες και υλικά του ανατολίτικου πολιτισμού που ο αναγνώστης αγνοεί, προσθέτοντας έτσι και έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην ιστορία.

Όποιος νομίζει ότι με την ταινία είναι καλυμμένος θα ήταν καλό να δώσει μία ευκαιρία και στο βιβλίο και να μην φοβηθεί από το μέγεθός του. Διαβάζεται απλά σαν ένα παραμύθι. Και όπως κάθε παραμύθι, δυτικού τύπου, που σέβεται τον εαυτό του αποτελείται από μία αθώα κατατρεγμένη ορφανή, όπου η απαράμιλλη ομορφιά της χάραξε την μοίρα της προτού η ίδια αποκτήσει καν την αντίληψη του τι είναι όμορφο, Ένα παραμύθι με την κακιά μητριά ή Μητέρα όπως λέγεται στην προκειμένη η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που αγόρασε την πρωταγωνίστρια μας όταν βρισκόταν σε μικρή ηλικία. Φυσικά, ως αντιστάθμισμα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η καλή νεράιδα, μεταμφιεσμένη εδώ στην ήδη έμπειρη και πανέμορφη γκέισα που θα αναλάβει τον ρόλο της καθοδηγήτριας προστάτιδας. Και τέλος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι δύο κακές αδερφές που μοναδικός τους αυτοσκοπός είναι να βασανίσουν και να καταστρέψουν το λαμπρό μέλλον που διαγράφεται στην ομορφιά της πρωταγωνίστριας.

Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να λείπει ο πρίγκιπας, στη συγκεκριμένη ιστορία ο Πρόεδρος, ένας άντρας με ισχύ που γοητεύει την νεαρή γκέισα και ένας αντίζηλος που θα διεκδικήσει με κάθε τρόπο την καρδιά της. Πολλά άλλα πρόσωπα εμφανίζονται στην ιστορία, το καθένα με τον δικό του σημαίνοντα ρόλο που θα βοηθήσει ο καθείς με τον τρόπο του να ανοίξει ο δρόμος για να ολοκληρώσει το πεπρωμένο της η πρωταγωνίστριά μας. Ένα πεπρωμένο που όπως η ίδια υποστηρίζει δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον αγώνα που κάνει την κάθε μέρα της ζωής της για να υπάρξει.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία ερωτική ιστορία, που ξεδιπλώνεται μέσα από τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας και τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιπαλέψει για να μπορέσει να γίνει γκέισα και να κάνει το βήμα που καμία γκέισα δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να κάνει, να ερωτευτεί. Μέσα από αυτή την ιστορία ο συγγραφέας μοιράζεται πολλές πληροφορίες όχι μόνο για έναν πολιτισμό πολύ μακρινό από τον δικό μας συνηθισμένο αλλά και για ένα επάγγελμα παγκοσμίως παρεξηγημένο, το επάγγελμα της γκέισα που όπως και να το κάνουμε σημαίνει άτομο της τέχνης, γιατί άλλωστε για κάποιους η σαγήνη και η αποπλάνηση είναι μία μορφή τέχνης.

Οι γκέισες, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αποτελούν γυναικείες φιγούρες που ασκούν μια μυστηριακή γοητεία τόσο στην Ιαπωνία όσο και σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Για αιώνες, έφευγαν από το σπίτι τους το σούρουπο, σαν πεταλούδες μέσα απ’ το κουκούλι τους, για να τελέσουν τις υποχρεώσεις τους σε πολυτελή τεϊοποτεία για πλούσιους πελάτες. Οι συναντήσεις για επαγγελματικούς λόγους το βράδυ αποτελούν παράδοση στην Ιαπωνία, και η παρουσία γκεϊσών δήλωνε ότι ο οικοδεσπότης της βραδιάς διέθετε το αντίστοιχο βαλάντιο για να έχει τη λαμπερή αυτή γυναικεία συντροφιά.

Ούτε σύζυγος αλλά ούτε και πόρνη, η γκέισα είναι μια καλλιτέχνης που κερδίζει τα προς το ζην διασκεδάζοντας πλούσιους και κοινωνικά καταξιωμένους άντρες. Η γκέισα είναι μία καλά εκπαιδευμένη χορεύτρια, τραγουδίστρια και μουσικός, καθώς επίσης και μία πνευματώδης ομιλήτρια. Γελάει με τα αστεία των πελατών της, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν αυτοί, ενώ μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση μόνο με μια απλή κίνηση της βεντάλιας της.
Χρόνια σκληρής δουλειάς και πειθαρχίας την έχουν μεταμορφώσει σε ένα εκλεπτυσμένο πλάσμα, αλλά κάτω από τα σφιχτοδεμένα υφάσματα που απαρτίζουν ένα κιμονό και την ουδέτερη μάσκα στο πρόσωπο, που δημιουργείται με το ιδιόμορφο μακιγιάζ, κρύβεται μία γυναίκα με σάρκα και οστά, με το δικό της παρελθόν, τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις και τα ανομολόγητα όνειρα. Τα μυστικά που, τόσο καλά, κρατά φυλαγμένα τα ξέρει μόνον η δική της καρδιά, και κανείς άλλος.
Τα σπίτια με τις γκέισες, τα οποία με τόση ζωντάνια περιγράφει ο Arthur Golden στο μυθιστόρημά του, υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ αληθινές γκέισες συνεχίζουν να διασκεδάζουν τους πελάτες στα όμορφα, παλιά τεϊοποτεία. Ντύνονται κομψά, περιποιούνται τον εαυτό τους και συμπεριφέρονται όπως έκαναν οι γκέισες εδώ και αιώνες. Οι γυναίκες που γίνονται γκέισες σήμερα, ακολουθούν αυτό το επάγγελμα μέσα από το ενδιαφέρον τους για τις παραδοσιακές τέχνες και μπορούν να παραμείνουν σ’ αυτό μόνο για μερικά χρόνια. Κάποτε θεωρούνταν οι πιο καλοντυμένες γυναίκες της χώρας τους. Στην εποχή τους οι πιο διάσημες απ’ αυτές ήταν κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά σούπερ-μόντελ.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο σκηνοθέτης Rob Marshall για να προετοιμαστεί για την ταινία ήταν να διαβάσει ξανά το βιβλίο. «Ήθελα να κάνω το ταξίδι από την αρχή, για να δω τι θα με εντυπωσίαζε περισσότερο», είπε. Ο σκηνοθέτης είχε ξεκαθαρίσει μέσα του ότι δεν επρόκειτο με τίποτε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τις γκέισες. «Συνειδητοποίησα ότι οι δραματικές καταστάσεις που περνούν οι ήρωες, σε συνδυασμό με τη λάμψη και τον εξωτισμό που κρύβει ο κόσμος τους, θα μας επέτρεπαν να πετύχουμε κάτι μοναδικό και συναρπαστικό», είπε. «Και αν και το είχα αποφασίσει ότι θα απομακρυνόμουν από το παλιό, το παραδοσιακό, έπρεπε αρχικά να καταλάβω πλήρως την αλήθεια που κρύβει αυτή η ιστορία».

Στη συνέχεια, ο Marshall συγκέντρωσε όλα τους επικεφαλής συνεργάτες της ομάδας του για ένα ταξίδι στην Ιαπωνία. «Είχα αποφασίσει να πω την ιστορία της Sayuri ως ένα σημάδι κάποιου τόπου και χρόνου στη μνήμη μιας γυναίκας, αλλά πρώτα ήθελα να καταλάβω την αλήθεια της ιστορίας», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Συμφωνήσαμε όλοι ότι μόνο αν βυθιστούμε στον κόσμο της Sayuri, θα μπορέσουμε να δουλέψουμε σωστά, οπότε ταξιδέψαμε όλοι μαζί στο Κιότο, για να μαζέψουμε όσες περισσότερες εμπειρίες γινόταν».

Η ομάδα των 10, επισκέφτηκε μουσεία και τόπους λατρείας, έκανε μία ξενάγηση σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει κιμονό, είδε έναν αγώνα σούμο, έκανε βόλτες με δίτροχα αμαξάκια, ανίχνευσε τη θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας, παρακολούθησε ανοιξιάτικα φεστιβάλ παραδοσιακού χορού και παρακολούθησε μία μαθητευόμενη γκέισα (maiko) να απλώνει το μακιγιάζ στο πρόσωπό της και να φοράει το κιμονό. Ο Marshall και ο John DeLuca, συμπαραγωγός και χορογράφος της ταινίας, έγιναν δεκτοί στα παρασκήνια του θεάτρου για να δουν το θρυλικό ηθοποιό και χορευτή Tamasaburo Bando να ετοιμάζεται για μία παράσταση του θεάτρου Kabuki. Οι Γιαπωνέζοι οικοδεσπότες κανόνισαν επίσης ώστε οι Αμερικανοί επισκέπτες να διασκεδάσουν μία βραδιά με παρέα γκεϊσών, στην κλειστή λέσχη του τεϊοποτείου Ιτσιρικί.

Το να γνωρίσουν από κοντά την ατμόσφαιρα που αποπνέει η Γκιόν και άλλες hanamachi (συνοικία με γκέισες) ήταν πολύ σημαντικό για τη δουλειά τους. «Ο Dion Beebe, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, ο Rob κι εγώ, αφηνόμασταν να χαθούμε μέσα στους δρόμους και βγάζαμε διαρκώς φωτογραφίες», λέει ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνογράφος John Myhre. «Όταν ήρθε η ώρα να κατασκευάσουμε τα κτίρια του σκηνικού, κοιτάξαμε τις φωτογραφίες μας και λέγαμε, αυτή εδώ η σκεπή θα δέσει καταπληκτικά μ’ αυτό το είδος παράθυρου, το οποίο ταιριάζει μια χαρά μ’ αυτό το είδος πόρτας».

Οι πιθανές τοποθεσίες γυρισμάτων εντοπίστηκαν, αλλά ο Marshall, ο Myhre, ο Beebe και η Patricia Whitcher (εκτέλεση παραγωγής) συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να γυρίσουν όλη την ταινία στην Ιαπωνία. «Όταν είδαμε αναλυτικά τον όγκο της δουλειάς που είχαμε να κάνουμε στους δρόμους», εξηγεί η Whitcher, «καταλάβαμε ότι ήταν αδύνατο να διαταράξουμε τις δραστηριότητες των κατοίκων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αναπαραστήσουμε αυτό που χρειαζόμασταν πραγματικά ώστε να αφηγηθούμε την ιστορία μας».

Επιπλέον, οι hanamachi στην Ιαπωνία, είχαν αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή κατά την οποία εκτυλίσσεται η ταινία. «Ακόμη και στις πανέμορφες παλιές πόλεις, δεν μπορούσαμε να βρούμε μία περιοχή για γύρισμα που να μην έχουν προστεθεί μοντέρνα στοιχεία», είπε ο Marshall. Όμως, όλη η ομάδα γύρισε στην πατρίδα, εμπνεόμενη από τις κοινές εμπειρίες και τις συλλογικές αναφορές, στις οποίες θα προσέτρεχαν συχνά τους επόμενους μήνες και αποφάσισαν να χτίσουν τη δική τους γειτονιά.

Ο σκηνογράφος John Myhre μαζί με τον Rob Marshall σχεδίασαν μία πλήρη κάτοψη του χωριού. Μετά φτιάχτηκε ένα πλήρες σχέδιο με όλες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες για περίπου 40 κτίρια και κατασκευάστηκε μία ολοκληρωμένη μακέτα της hanamachi, σε μικρό μέγεθος, στο οποίο προστέθηκαν μέχρι και αυτοκίνητα μινιατούρες και αμαξάκια, ενώ έσκαψαν για να φτιάξουν την κοίτη ενός ελικοειδούς ποταμού. Η μακέτα χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για να λυθούν πολλά προβλήματα του σχεδιασμού παραγωγής. «Βάλαμε μια λαπαροσκοπική κάμερα, που μας επέτρεπε να κινηθούμε μέσα στο μοντέλο σαν να ήταν κανονικό σκηνικό, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε σ’ ένα μόνιτορ την εικόνα που θα είχαμε όταν θα το κατασκευάζαμε στις πραγματικές του διαστάσεις», είπε ο Myhre. «Ο Rob και Dion έπαιζαν συνέχεια με την κάμερα, ενώ στο τέλος τη χρησιμοποίησαν για να οργανώσουν και μία περίπλοκη λήψη από γερανό».

Η περιοχή με τις γκέισες χτίστηκε στις φάρμες Ventura, μία τεράστια έκταση εκτροφής αλόγων, περίπου μία ώρα έξω από το Λος Άντζελες, με βουνά στο βάθος και θέα σε καταπράσινες κοιλάδες. Μέσα σε 14 εβδομάδες, ο βοσκότοπος μεταμορφώθηκε σε πέντε περίπλοκα οικοδομικά τετράγωνα από σκυρόστρωτους δρόμους και στενοσόκακα. Ο συντονιστής σκηνικών κατασκευών, John Hoskins, και η ομάδα του άρχισαν να στρώνουν μία επιφάνεια έκτασης 120 x 120 μέτρων, και μετά στο κέντρο έσκαψαν για να δημιουργήσουν ένα ποτάμι. Περίπου 75 μέτρα μακρύ, 7 μέτρα πλατύ και 2,5 μέτρα βαθύ, το ποτάμι διέθετε ένα ειδικό σύστημα ανακύκλωσης, για να δημιουργεί την εντύπωση του τρεχούμενου νερού.

Το να κάνουν τη hanamachi βολική για τα γυρίσματα ήταν επιτακτική ανάγκη. «Οριοθετήσαμε όλη την περιοχή πάνω στο έδαφος με πασσάλους και σκοινιά, ώστε να ξέρουμε πού βρίσκεται το κάθε τι, και να μπορούμε να περπατάμε άνετα ανάμεσα», είπε ο Myhre, «μετά προβάραμε τις διάφορες σκηνές ώστε να μπορέσουμε να χορογραφήσουμε τη δράση».

Το σκηνικό χτίστηκε με κέδρο, μπαμπού και έλατο. Το μαύρο μπαμπού και οι φέτες από φλοιό κέδρου, δεν υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε εισήχθησαν από την Ιαπωνία, μαζί με φράκτες από μπαμπού κι ανάμεσά του πλεγμένο ψεύτικο χόρτο. Ο σκηνογράφος Gretchen Rau, ένας έμπειρος συνεργάτης απ’ το «Ο τελευταίος Σαμουράι», έφερε τεράστιες ποσότητες από παραπετάσματα παραθύρων, καλαμιές και χαλάκια, τα οποία αγόρασε από το Κιότο, ειδικά για την ταινία. Για να εξυπηρετήσει τις αλλαγές των εποχών, όπως αυτές ορίζονταν από το σενάριο, ο Danny Ondrejko, που ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία των φυτών, έφτιαξε χειροποίητα τέσσερις κερασιές, μία για την κάθε εποχή του χρόνου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, που αφορά τις εποχές του χρόνου, είναι αυτό που σχετίζεται με το φως. Αν και η τοποθεσία των γυρισμάτων είχε απίστευτες φυσικές ομορφιές, δεν πρόσφερε δυστυχώς το ομαλό, αμετάβλητο χειμωνιάτικο φως του Κιότο – κάτι που έθεσε ξανά σε δοκιμασία το κουράγιο της ομάδας παραγωγής.

Το να δημιουργήσεις την κατάλληλη φωτιστική ατμόσφαιρα με τη χρήση φίλτρου διάχυσης (silk) είναι μία συνηθισμένη και απλή τεχνική, αλλά το να καλύψεις ένα τεράστιο σκηνικό με το αντίστοιχης έκτασης δικτυωτό φίλτρο ώστε να διαχέει το φως – που να μπορούν να αφαιρείται όταν χρειάζεται και να μη δημιουργεί προβλήματα στην ηχοληψία – ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο επικεφαλής κατασκευών Scott Robinson και η ομάδα του, θα έπρεπε να καλύψουν μια έκταση σχεδόν 7 στρεμμάτων με τη μεγαλύτερη κατασκευή που χτίστηκε ποτέ πάνω από κινηματογραφικό σκηνικό. Το ίδιο το ύφασμα (6 στρέμματα) σαν λεπτό καραβόπανο, που χωριζόταν σε έξι μεγάλα τμήματα – και κινιόταν πάνω σε οριζόντιους δοκούς kevlar, στηρίχτηκε πάνω σε τέσσερις δοκούς. Τα τμήματα αυτά μπορούσαν να απαλύνουν το σκληρό φως της μέρας ή να εξαφανίζουν το σκοτάδι της νύχτας, κάτι που επέτρεψε στο συνεργείο να γυρίζει και τη νύχτα, κυριολεκτικά κάνοντας τη νύχτα μέρα. Για αντίβαρο στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν δεξαμενές που περιείχαν ένα εκατομμύριο γαλόνια νερό και στερεώθηκαν μεταξύ τους με 10.000 μπουλόνια, ενώ οι δοκοί εκτείνονταν σαν γέφυρα, σε ύψος 75 μέτρων και ήταν αρκετά ψηλοί ώστε να προσαρμοστούν τα ψηλά φώτα, σε ύψος 18 μέτρων.

«Ξοδεύτηκε πολλή φαιά ουσία για τη λεπτομερή οργάνωση», είπε ο Beebe. «Ξέραμε ότι ο άνεμος μπορεί να μας δημιουργούσε προβλήματα με παρασιτικούς ήχους, αφού θα είχαμε αυτό το τεράστιο ύφασμα από πάνω μας να κινείται από τον άνεμο. Το στερεώσαμε πολύ γερά επειδή μια ομάδα από έμπειρους συνεργάτες είχε το κουράγιο να αναλάβει το εγχείρημα. Τελικά αυτό το τεράστιο φίλτρο συνέβαλε πολύ στην όλη ατμόσφαιρα της ταινίας».

Για αρκετά κτίρια του σκηνικού φτιάχτηκε μόνο η πρόσοψή, όμως για τα περισσότερα στήθηκε και ολοκληρωμένο το εσωτερικό τους. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι το τεϊοποτείο Youkimoto, η κλινική του Δρ. Crab, τα δημόσια λουτρά και το διαμέρισμα της Mameha. Η διώροφη οκιγιά (σπίτι όπου διαμένουν γκέισες) σχεδιάστηκε να μοιάζει ότι είναι 150 χρόνων παλιά. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Sayuri εκτυλίσσεται στα δωμάτιά του, από την άφιξή της ως μικρή Chiyo, την πρώτη νύχτα της στη μεγάλη πόλη, μέχρι την εκρηκτική αναμέτρησή της Sayuri με την αντίπαλό της, τη Hatsumomo, πολλά χρόνια αργότερα.

Πολλοί από τους τοίχους σ’ αυτά τα δωμάτια φτιάχτηκαν από χάρτινες πόρτες (shoji) της Ιαπωνίας, εκείνης της εποχής. Τα περίτεχνα σκαλισμένα ξύλινα δικτυωτά (ranma) πάνω από τις shoji, ήταν επίσης γιαπωνέζικες αντίκες, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης στην οκιγιά. Η ομάδα του Myhre βρήκε επίσης και αναπαρήγαγε γιαπωνέζικες εφημερίδες της εποχής εκείνης, για να καλύψει τις τρύπες στους τοίχους της οκιγιά, στις σκηνές όπου το σπιτικό βρίσκεται σε οικονομική κρίση. Οι καρέκλες αποτελούν μια παραφωνία σε έναν κόσμο όπου οι πάντες κάθονται στο πάτωμα, έτσι ο Myhre κοίταξε τα σκηνικά του από αυτή την οπτική, καθορίζοντας το επίπεδο το ματιού στο ύψος του ενός μέτρου από το πάτωμα.

Ο Beebe χάρηκε που είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει τις φωτιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στον ηλεκτρισμό και τις λάμπες πετρελαίου. «Ο Rob λατρεύει την αισθητική του παλιού, του φθαρμένου. Θα ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο βουτηγμένο στην ομίχλη του καπνού», είπε. «Δημιουργήσαμε πολλές φωτιστικές πηγές στην οκιγιά, από φλόγες φωτιάς μέχρι τις αντανακλάσεις από λάμπες πετρελαίου. Αυτές οι φωτιστικές πηγές που τρεμόπαιζαν όλη την ώρα, έδωσαν μια αίσθηση ζεστασιάς και πρόσθεσαν μυστήριο και βάθος».

Στη διάρκεια της ζωής της, μία γκέισα περνάει πολλές ώρες με μαθήματα, τελειοποιώντας τις τέχνες που της χάρισαν τη θέση ενός συμβόλου στη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Στην εποχή της Sayuri, η εκπαίδευση στο χορό και η άρτια εκμάθηση του τρίχορδου μουσικού οργάνου σαμισέν ξεκινούσε πολύ πριν ένα νεαρό κορίτσι γίνει μαθητευόμενη γκέισα. Έτσι μέχρι την εποχή που μία κοπέλα γινόταν πλήρως εκπαιδευμένη γκέισα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα – ο τρόπος με τον οποίο κάθεται ανάλαφρα στο πάτωμα, σηκώνεται από το τραπέζι, κινείται με ευχέρεια διασχίζοντας ένα δωμάτιο και σερβίρει σακέ – γίνονταν μία δεύτερη φύση γι’ αυτήν.

Για να βοηθήσει τις ηθοποιούς του με αυτές τις τόσο ζωτικής σημασίας ικανότητες, ο Marshall τις έφερε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Γκέισας, στο Λος Άντζελες, έξι εβδομάδες πριν το γύρισμα, για μια εντατική περίοδο προβών και μαθημάτων, με μια ομάδα ειδικών, που καθοδήγησαν τις ηθοποιούς μέσα στον κόσμο μιας αληθινής γκέισας. «Ήταν κάτι πολύ καινούργιο για μένα», είπε η Gong Li, «κάναμε πρόβες στην πιο μικρή σκηνή, στην κάθε λέξη».

Οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες φορώντας τα κιμονό για να συνηθίσουν το βάρος, την αίσθηση και την κίνηση αυτών των περίτεχνων ενδυμάτων. Τα μαθήματα χορού τις βοήθησαν να τελειοποιηθούν στη γλώσσα του σώματος που αναπτύσσει μία γκέισα. «Δεν μπορείς να κινείσαι λες και φοράς τζιν», σχολιάζει η Youki Kudoh, η οποία ερμηνεύει την Κολοκύθα. «Είσαι πολύ περιορισμένη στο ρόλο και τα ρούχα μιας γκέισας, οπότε πρέπει να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να είσαι κομψή».

Η τεχνική σύμβουλος Lisa Dalby, η οποία υπήρξε και σύμβουλος του Arthur Golden για το μυθιστόρημά του, μύησε τις ηθοποιούς στις πιο λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς μιας γκέισας. Συγγραφέας και ανθρωπολόγος, η Dalby είναι η μόνη γυναίκα από τη Δύση, η οποία έζησε και εργάστηκε ως γκέισα στην Ιαπωνία. «Κάποια πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα τότε για μένα να τα μάθω, όπως το να περπατώ φορώντας κιμονό, είναι πράγματα που μπορούσα άνετα πια να τα εξηγήσω αναλυτικά στις ηθοποιούς», λέει η ίδια. Επίσης τις καθοδήγησε για να παίζουν με αληθοφάνεια το σαμισέν. «Εντυπωσιάστηκα από την ικανότητά τους να δείχνουν ότι παίζουν αληθινά το τρίχορδο όργανο», είπε η Lisa Dalby, που η ίδια είναι μία έμπειρη παίκτρια. «Η Michelle Yeoh έμαθε να παίζει πραγματικά –έχει καταπληκτικό μουσικό αυτί». Η Michelle Yeoh είχε ως κίνητρο τη δασκάλα της, «Από τη στιγμή που η Mameha είναι το πρότυπο της γκέισας», είπε, «ήξερα ότι θα πρέπει να είμαι πειστική στην οθόνη. Έτσι πέρασα πολλές ώρες παρακολουθώντας τη Lisa, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα μία αληθινή γκέισα».

Το να ντυθεί μία γκέισα σωστά με το επίσημο κιμονό, είναι μέρος της επιτυχίας της δουλειάς της. Ο ηθοποιός Thomas Ikeda, ο οποίος παίζει τον αμπιγιέρ κύριο Bekku, συνεργάστηκε με τη σύμβουλο για κιμονό, Yuko Tokunaga, και ένα μοντέλο για να μάθει να απλώνει, να διπλώνει, να σταυρώνει, να κουμπώνει καθώς και άλλα τεχνικά σημεία του τελετουργικού. Ο Marshall ήθελε ο Ikeda να γίνει ειδήμονας σε κάθε βήμα του τελετουργικού, έστω κι αν επρόκειτο να γυριστούν μόνο ορισμένα σημεία του ντυσίματος. «Ο Rob μού είπε ότι ο χαρακτήρας που έπαιζα ήταν πιθανόν ο γιος μιας γκέισας», εκμυστηρεύτηκε ο Ikeda.

Το ταξίδι της ζωής της Sayuri συχνά μοιάζει σαν την πορεία ενός ποταμού και η αγάπη της για το νερό έγινε ένα σταθερό μοτίβο μέσα στην ταινία. «Υπάρχουν σχέδια του νερού σχεδόν σε όλα τα κιμονό της», είπε η βραβευμένη με Όσκαρ ενδυματολόγος Colleen Atwood. «Το καλύτερο απ’ όλα το φοράει στο τέλος, ένα διαφανές μπλε-γκρι με το σχέδιο ενός καταρράκτη ο οποίος πέφτει ξεκινώντας από το obi (φαρδιά διακοσμητική ζώνη του κιμονό) μέχρι τον ποδόγυρο».

Ο Marshall επέλεξε να πει την ιστορία της Sayuri σαν να βλέπουμε μέσα από το φίλτρο της μνήμης της τις από καιρό βαθιά κρυμμένες στιγμές ενός κόσμου που χάνεται, και ήθελε να δώσει στους κεντρικούς χαρακτήρες την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων ενός μύθου. «Μας αποκαλύπτει τις νεανικές της αναμνήσεις, τα πιο συνταρακτικά επεισόδια της ζωής της», είπε. «Θέλαμε οι κεντρικοί χαρακτήρες να δείχνουν εμφανισιακά με τον τρόπο που τους είδε και η Sayuri – πιο σημαντικούς απ’ ό,τι πραγματικά είναι».

Η Hatsumomo, την οποία ερμηνεύει η Gong Li, φοράει πιο έντονα χρώματα και σχέδια απ’ ό,τι θα φορούσε μια αληθινή γκέισα. Αψηφά ακόμη και το επιτρεπόμενο μήκος των μανικιών του κιμονό. «Η Hatsumomo είναι μια μοδάτη ηρωίδα», είπε η Atwood, «πράγμα που για μένα σημαίνει ότι είναι ένα πρόσωπο που δε φορά αυτά που είναι στη μόδα, αλλά ότι η ίδια δημιουργεί τη μόδα. Φοράει τα κιμονό πάνω της με μια μεγάλη δόση πόζας».

«Η δεκαετία του 1930 είναι η χρυσή εποχή της γκέισας, οπότε οι κεντρικοί χαρακτήρες διαθέτουν ένα μεγάλο αριθμό από κιμονό», συνεχίζει η Atwood. «Είναι ένα σχετικά απλό ρούχο – οκτώ γιάρδες μονοκόμματο ύφασμα – αλλά αυτό που του δίνει όλη την ομορφιά είναι η τεχνική με την οποία το φορά κανείς. Ένα εξαιρετικό κιμονό θα πρέπει να είναι ζωγραφισμένο στο χέρι και να έχει περάσει από shibori, μια συγκεκριμένη τεχνική βαφής, να διαθέτει χειροποίητο κέντημα, και να ολοκληρώνεται με το obi, μια φαρδιά ζώνη που είναι πλεγμένη επίσης στο χέρι. Στην Ιαπωνία, χρειάζεται περίπου ένας χρόνος για να φτιάξεις ένα κιμονό».

Εκτός απ’ το να σχεδιάσει θεσπέσια κιμονό για τις πρωταγωνίστριες, η Atwood εφοδίασε με ρούχα εκατοντάδες άλλους χαρακτήρες, ανάμεσά σε αυτούς, τους χωρικούς σε ένα ψαράδικο χωριό, τους κατοίκους μίας hanamachi που ζει στη χρυσή εποχή της ευημερίας της, τους καλεσμένους στα αριστοκρατικά πάρτι με ρούχα δυτικού τύπου, Γιαπωνέζους στρατιώτες και απελπισμένους πρόσφυγες πολέμου, καθώς και τον πληθυσμό των hanamachi μετά τον πόλεμο. «Μας φαινόταν ότι σχεδόν κάθε μέρα γυρίζαμε μία σκηνή η οποία ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που είχαμε γυρίσει την προηγούμενη μέρα», είπε.

Οι αυθαιρεσίες που έγιναν στο σχεδιασμό των ρούχων των πρωταγωνιστριών, δεν εφαρμόστηκαν και στους εκατοντάδες μικρότερους χαρακτήρες και στους κομπάρσους. «Ήταν πολύ σημαντικό για μας να ξέρουμε τι υπήρχε πραγματικά στο χρόνο και τον τόπο που εξετάζαμε», τονίζει η Atwood. «Έψαξα στα αρχεία του Ινστιτούτου Μόδας στο Τόκιο και είδα πολλές εφημερίδες από εκείνη την εποχή, ένα σωρό εικόνες που με βοήθησαν πάρα πολύ».

Τα κιμονό για τους κομπάρσους νοικιάστηκαν από τη συλλογή Γιούγια στο Τόκιο, που ειδικεύεται στα γιαπωνέζικα ρούχα των εποχών Taisho (1912-1926) και Showa (1926-1990). Άλλα αγοράστηκαν από την Αγγλία, τη Δανία, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες. «Μέχρι που αγόρασα όμορφα, παλιά κιμονό από ένα Ρώσο συλλέκτη στο eBay», είπε η Atwood.

Η εμπειρία μιας ομάδας υφαντουργών που δούλεψε επί τόπου, με επικεφαλής τον Matt Reitsma, επέτρεψε στην Atwood να κατασκευάσει και να διακοσμήσει τα καινούργια υφάσματα με σχέδια που είχε δει πάνω σε αυθεντικά. Η ίδια ομάδα έβαψε, έκανε τα σταμπωτά σχέδια, ζωγράφισε και κέντησε με το χέρι το μπλε-γκρι κιμονό της Sayuri με τον καταρράκτη. Ανάμεσα στα υφάσματα που έφτιαξαν ήταν και οι ρόμπες που φόρεσαν οι ηθοποιοί στις ιαματικές πηγές.

Οι άντρες πρωταγωνιστές της ταινίας φόρεσαν κοστούμια δυτικής τεχνοτροπίας και ειδικής κατασκευής, από το αντρικό τμήμα της Atwood – σε μία μεγάλη γκάμα ρούχων από στρατιωτικές στολές για το Στρατηγό και τους βοηθούς του μέχρι φούστες από χορτάρι για τους χωρικούς ψαράδες. Η Deborah Ambrosino, που ειδικεύεται στην κατασκευή ενδυματολογικών αξεσουάρ, έφτιαξε τα εντυπωσιακά, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια για το χορό της Sayuri.

Οι σημερινές γκέισες εκπροσωπούν την παραδοσιακή, παρά τη μοντέρνα Ιαπωνία, αλλά υπήρχε μία εποχή που αυτές λανσάριζαν τη μόδα στη χώρα τους, και στοιχεία του τόσο ξεχωριστού στιλ τους εμφανίζονται στη μόδα της Δύσης. «Ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και όμορφο στιλ ντυσίματος», είπε η Atwood. «Προβλέπω ότι το χαμηλό ντεκολτέ στον αυχένα θα επανέλθει στη μόδα μετά απ’ αυτή την ταινία».

Το χλωμό πρόσωπο της γκέισας, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της για αιώνες, και περνούσαν μέσα στην okiya από τη μια γενιά γκεϊσών στην επόμενη. Η γεννημένη στην Ιαπωνία, υπεύθυνη για το μακιγιάζ, Noriko Watanabe, ακολούθησε πιστά τις αρχές του παραδοσιακού μακιγιάζ της γκέισας για τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, αλλά επίσης απάλυνε κάποια έντονα στοιχεία της εμφάνισης ενώ τόνισε κάποια άλλα για να αναδείξει την ομορφιά των γκεϊσών. «Για να γίνεις γκέισα, έπρεπε να σε επιλέξουν», τονίζει. «Για να σε επιλέξουν, έπρεπε να είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη, που τελικά μια γκέισα έμοιαζε απρόσιτη».

Η Noriko Watanabe προέβλεψε τις δυσκολίες που θα είχε το λευκό μακιγιάζ μιας γκέισας στο γύρισμα. «Η υφή και η πυκνότητά του είναι διαφορετική από το βάψιμο που συνήθως χρησιμοποιούμε σε μια κανονική ταινία», είπε. «Στεγνώνει αμέσως κι αν δε δουλέψεις γρήγορα σπάει, κάνει γραμμές». Η Noriko δημιούργησε μια νέα γενιά από ειδικούς στο μακιγιάζ της γκέισας, στήνοντας εργαστήρια στο Λος Άντζελες πολύ πριν το ξεκίνημα των γυρισμάτων. «Σε ειδικά μαθήματα έξι εβδομάδων, εκπαιδεύσαμε πάνω από 100 ανθρώπους, ανάμεσά τους και περίπου, 65 υψηλού επιπέδου τεχνίτες».

Η λευκή βάση του μακιγιάζ, την οποία φορά μόνον η επαγγελματίας γκέισα και μόνο στις επίσημες περιστάσεις, και οι μαθητευόμενες (maiko) όποτε εμφανίζονταν δημοσίως, απλώνεται στο πρόσωπο, το λαιμό, τον αυχένα και τα χέρια. Η σαγήνη που ασκεί στους πελάτες το πίσω μέρος του λαιμού τονίζεται αφήνοντας άβαφα δύο μικρά τρίγωνα (σανμπόν-ασί), σε σχήμα V, ή τρία, σε πολύ ξεχωριστές περιστάσεις.

Η υπεύθυνη κομμώσεων Lyndell Quiyou εκσυγχρόνισε διακριτικά τα χτενίσματα των επαγγελματιών και μαθητευόμενων γκεϊσών για τις ανάγκες της ταινίας. Αφού συμβουλεύτηκε ιστορικά βιβλία, γκραβούρες και έργα ζωγραφικής, πέρασε όλη την περίοδο της προετοιμασίας της ταινίας δημιουργώντας, με τη βοήθεια των συνεργατών της, χτενίσματα για ένα μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστριών, χορευτριών και κομπάρσων. «Ο Rob είπε, σκέψου μία γκέισα σαν να ’χει καταφύγει στο Παρίσι, κι αυτό ακριβώς ήταν που κάναμε», είπε. «Φτιάξαμε τα σχήματα και τις σιλουέτες πιο μοντέρνες και γεωμετρικές».

Τελικά, για τις πρωταγωνίστριες προβλέφθηκε μικρό χτένισμα, εκτός από τη Hatsumomo. «Έκανα τη δική της περούκα πραγματικά πολύ μεγάλη», είπε η Lyndell Quiyou. «Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο όμορφη φαινόταν, και ήταν και πιο κοντά στο παραδοσιακό στιλ. Τα χτενίσματα των κομπάρσων επίσης είχαν ένα πιο παραδοσιακό ύφος». Το να βρεθεί το κατάλληλο στιλ για το μοναχικό χορό της Sayuri ήταν μεγάλη πρόκληση. «Έφτιαχνα μεγάλα χτενίσματα με εντυπωσιακά στολίδια, μέχρι που είδα τι χορό έπρεπε να κάνει η Sayuri», θυμάται η Quiyou. «Πήρα μια μακριά περούκα, της έκανα μια χωρίστρα στη μέση, της έφτιαξα μια αλογοουρά και την έβαψα κόκκινη. Μετά πρόσθεσα μακριές τούφες, για να την κάνω να μοιάζει περισσότερο στο στιλ του θεάτρου Kabuki, και την άφησα να κρέμεται από το πρόσωπό της σαν κουρτίνα – ήταν κάτι απλό αλλά και όμορφο».

Στην ταινία, η καρδιά και η ψυχή που βάζει η Sayuri στο χορό της, την καθιερώνει ως ένα από τα πιο λαμπερά φώτα στη hanamachi. Αν και μία μαθητευόμενη γκέισα, στην πραγματικότητα ποτέ, ή τέλος πάντων σε πολύ εξαιρετική περίπτωση, θα τολμούσε να χορέψει μόνη, πόσο μάλλον βάζοντας τέτοιο πάθος, ο Marshall επέλεξε, για το δραματικό σόλο της Sayuri, μία χορογραφία εμπνευσμένη από το θέατρο Kabuki.
Η σημασία που έχει ο χορός στον κόσμο των γκεϊσών είναι κάτι που έλαβαν σοβαρά υπόψη τόσο ο Marshall όσο και ο χορογράφος John DeLuca. «Ήθελα μ’ αυτό το χορό να μεταφέρω στους θεατές το πάθος και τον αναβρασμό που κυριαρχεί στην καρδιά της Sayuri. Ήταν πολύ συναρπαστικό για μας να αναμείξουμε τις πανέμορφες παραδόσεις του γιαπωνέζικου χορού με το προσωπικό καλλιτεχνικό μας όραμα, στην αφήγηση της ιστορίας της Sayuri».
Ο John DeLuca, ο υπεύθυνος χορογραφιών στην ταινία Chicago που σκηνοθέτησε ο Marshall, ήταν επικεφαλής και της χορευτικής ομάδας στο «Αναμνήσεις μιας γκέισας». Η Denise Faye, επίσης συνεργάτης στο Chicago, υπήρξε η βοηθός χορογράφος του DeLuca, ενώ η Miyako Tachibana, μία δασκάλα στη σχολή Fujima Kansuma στο Λος Άντζελες ήταν η σύμβουλος χορογραφιών από την πλευρά της Ιαπωνίας. Η συνεργασία απέφερε ένα μοναδικό χορευτικό υβρίδιο, πολύ μοντέρνο και πρωτοποριακό.
«Ο γιαπωνέζικος χορός είναι πολύ ελεγχόμενος και βασίζεται σε διακριτικές, εκλεπτυσμένες φιγούρες», είπε η Tachibana. «Ο Rob και ο John και η Denise απορρόφησαν σαν σφουγγάρια τα βασικά στοιχεία, και μετά πρόσθεσαν τη δική τους κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν αληθινή μαγεία».
Η εικόνα από τα, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια, τα οποία οι εταίρες φορούσαν για να ηγούνται των παρελάσεων στα αρχαία φεστιβάλ, ήταν ένα βασικό στοιχείο για τον DeLuca στο να δημιουργήσει το δραματικό σόλο της Sayuri. Στην ιστορία του χορευτικού, μια θλιμμένη εταίρα που την έχει εγκαταλείψει ο εραστής της, αποφασίζει να αυτοκτονήσει – ένα θέμα οικείο στο γιαπωνέζικο χορό. «Στο πρώτο κομμάτι του χορού που δίδαξα στη Ziyi, έπρεπε να φοράει τα ψηλά σανδάλια, κι αυτή αμέσως συμφώνησε», θυμάται ο DeLuca. «Δε φοβήθηκε, δε δίστασε ούτε στιγμή».
Ο χειμωνιάτικος αυτός χορός λαμβάνει χώρα σ’ ένα στενό διάδρομο (hanamichi και όχι hanamachi), που το έκανε να θυμίζει περισσότερο το στιλ Kabuki. «Αυτό ήταν ιδέα του Rob», είπε ο DeLuca. «Ο στενός χώρος το έκανε να μοιάζει ακόμη πιο δύσκολο με τα φώτα και το χιόνι να πέφτει από πάνω».
Η Zhang συμφωνεί. «Σίγουρα ήταν μία πρόκληση, και στο τέλος είχα καταπιεί τεράστιες ποσότητες από ψεύτικο χιόνι. Όταν είδα για πρώτη φορά τα παπούτσια με το τακούνι των 20 πόντων, νόμισα ότι ήταν κάποια αντικείμενα για το γύρισμα. Τότε ο John μού είπε ότι θα έπρεπε να χορέψω φορώντας τα! Ο χορός επιβάλει και μια μεγάλη ποσότητα υποκριτικής. Είναι κάτι σαν θέατρο μέσα στο θέατρο. Η μουσική ήταν μελαγχολική και πολύ ταιριαστή με τη διάθεση της γυναίκας που την παράτησε ο εραστής της».
Η αφοσίωση που έδειξε η Zhang της χάρισε την εκτίμηση και την αγάπη του Marshall. «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να το κάνει η Ziyi», λέει χαριτολογώντας. Η Miyako Tachibana ένιωσε παρόμοια. «Το να κινείσαι με χάρη μ’ αυτά τα παπούτσια, να δείχνεις ότι νιώθεις άνετα, το κιμονό να ανεμίζει γύρω σου και να κρατάς μία ομπρέλα είναι πολλά πράγματα για να τα σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Κι όμως τα χειρίστηκε όλα υπέροχα».

Ο DeLuca θέλησε να κάνει μια αναφορά στις βεντάλιες, στον ανοιξιάτικο χορό των μαθητευόμενων γκεϊσών που προηγείται από το σόλο της Sayuri. «Αποφάσισα να αναμείξω μεγάλες βεντάλιες με τις πιο μικρές παραδοσιακές, και να κάνω τις μεγάλες να είναι διάφανες. Ήταν άλλος ένας τρόπος να δηλώσουμε ότι αφηγούμαστε την ιστορία της Sayuri σαν μύθο, κι όχι ότι αντιγράφουμε αυστηρά την κουλτούρα του κόσμο των γκεϊσών κατά την περίοδο της δεκαετίας του ’30».
Το να γράψεις τη μουσική που θα συνοδέψει το δραματικό ταξίδι της Sayuri ήταν μια πολύ δύσκολη ευθύνη, που απαιτούσε να βρεθεί ένας συνθέτης που να μπορεί να αποδώσει τη συναισθηματική ένταση της ιστορίας, το εξωτικό και το επικό ύφος. Ο Marshall άκουσε με μεγάλη χαρά ότι ο John Williams, βραβευμένος πέντε φορές με Όσκαρ μουσικής, συμφώνησε να αναλάβει αυτό το εγχείρημα.

«Νιώθω μεγάλη τιμή που είχα την ευκαιρία να συνθέσω τη μουσική για την ταινία του Rob Marshall, «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». «Για χρόνια θαύμαζα το υπέροχο βιβλίο του Arthur Golden, και το να συνεργαστώ με τους φίλους Yo-Yo Ma και Itzhak Perlman σ’ αυτήν την τόσο ξεχωριστή ταινία, ήταν ένα όνειρο που επιτέλους έγινε πραγματικότητα».
Στις συνθέσεις του ο John Williams χρησιμοποίησε τόσο τον ανατολικό όσο και το δυτικό τρόπος ενορχήστρωσης, ενώ ειδικοί του samisen, του koto, του shakuhachi, του τυμπάνου taiko και άλλων παραδοσιακών γιαπωνέζικων οργάνων ήταν ανάμεσα στους μουσικούς του στην ηχογράφηση της μουσικής του «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». Για αρκετές μέρες, στο UCLA`s Royce Hall, η ορχήστρα περιλάμβανε στα μέλη της τον Itzhak Perlman, τον φημισμένο βιολονίστα, και τη διάσημη τσελίστρια Yo-Yo Ma – δύο μουσικούς οι οποίοι δημιούργησαν πολλές αξέχαστες στιγμές στα μουσικά μονοπάτια της ταινίας. Στο «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας», το βιολί του Perlman δίνει ζωή στο κομμάτι «Το Βαλς του Προέδρου», ενώ το τσέλο της Ma συνοδεύει γλυκά το «Θέμα της Sayuri».

Η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 2005 , ενώ στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2006. Έχει αποσπάσει 3 βραβεία Όσκαρ το 2006 (Καλύτερων Κοστουμιών, Καλύτερης Φωτογραφίας και Καλύτερης Σκηνογραφικής Διεύθυνσης) και μια Χρυσή Σφαίρα ( Καλύτερης Μουσικής).

Πηγές:

http://www.cine.gr/film.asp?id=706720&page=2

Inception: Είναι η καλύτερη ταινία της προηγούμενης δεκαετίας;


Το Inception δεν είναι μία ταινία που χρειάζεται συστάσεις. Ήδη από το 2010, την χρονιά πρεμιέρας του, αναγγέλθηκε ως το φιλμ της δεκαετίας, το «Empire» έπαθε πλάκα, οι Αμερικανοί κριτικοί ξετρελάθηκαν, το κοινό έκανε ουρές, τα εισιτήρια στην Ελλάδα έφτασαν τα 150.000 και στις ΗΠΑ οι εισπράξεις ξεπέρασαν τα 270 εκατομμύρια δολάρια. Σήμερα, εν έτει 2020, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας.

Ο Domm Cobb είναι ένας διεθνούς φήμης ληστής, ο οποίος έχει την ικανότητα μέσω της τεχνολογίας να εισχωρεί στα όνειρα των θυμάτων του καθώς αυτά κοιμούνται και να αποσπά σημαντικές πληροφορίες για λογαριασμό διαφόρων εταιρικών συμφερόντων. Παράλληλα όμως το βεβαρημένο ποινικά παρελθόν του τον έχει καταστήσει φυγά, εμποδίζοντας τον να γυρίσει πίσω στις ΗΠΑ και στα δύο παιδιά του. Όταν μια πρόταση για δουλειά θα του εξασφαλίσει ως ανταμοιβή αμνηστία, ο Cobb δεν χάνει χρόνο και με την ομάδα του αρπάζει αμέσως την ευκαιρία για οριστική εξιλέωση. Όμως η αποστολή μοιάζει ακατόρθωτη, αφού θα πρέπει να επιχειρήσει το τέλειο έγκλημα, όχι να αποσπάσει πληροφορίες ως συνήθως, αλλά αυτή τη φορά να εμφυτεύσει μια ιδέα στο μυαλό του στόχου του. Παράλληλα μια μυστηριώδης σκιά, ένας εχθρός που μόνο ο Cobb μπορεί να προβλέψει κινείται απειλητικά προς την ομάδα βάζοντας σε κίνδυνο τα πάντα.

Η ταινία, πάνω από όλα, είναι ένα καθαρόαιμο θρίλερ δράσης. Δράση που δεν απογοητεύει κανέναν, έχει κάτι το αυθεντικό, δεν ξεφεύγει από το σύνολο. Η σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν (καθώς και το πρωτότυπο σενάριο του) είναι εντυπωσιακή, σαρωτική και παρά την χρήση αρκετών ειδικών εφέ, εστιάζει πιο πολύ στο ψυχολογικό κομμάτι και παίζει πολύ με το μυαλό του θεατή. Σε μια διαρκή εναλλαγή πραγματικότητας και ονείρου, ο Ντι Κάπριο και η παρέα του προσπαθούν να πραγματοποιήσουν το φαινομενικά ακατόρθωτο. Όλες οι αγαπημένες του κινηματογραφικές τεχνικές είναι παρούσες εδώ, από τα εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα έως την κατακερματισμένη αφήγησή, το ξέφρενο μοντάζ, τα χρονικά πισωγυρίσματα και την συνεχόμενη μεταστροφή νοηματικών και θεματικών αξόνων. Πλάνο-πλάνο από την αρχή μέχρι το τέλος, o Nόλαν γεμάτος από συμβολισμούς για κάθε κίνηση των ηρώων του, κάνει πολλές νύξεις και σχόλια πάνω στην ταινία του, για την σύχρονη κοινωνία. Το κύριο νόημα όμως είναι ένα, η διαρκής και άνιση μάχη του ανθρώπου με το υποσυνείδητο του, το οποίο εν πολλοίς καθορίζει τις περισσότερες φορές και τις πράξεις του. Μέσα στα δαιδαλώδη μονοπάτια του ανθρώπινου νου όπου χώρος και χρόνος αποκτούν εντελώς διαφορετικές διαστάσεις, ακόμα και η ψευδαίσθηση ζωντανεύει, καθώς το όνειρο και το παράδοξο καταγράφονται ίσως για πρώτη φορά με τέτοια απτή και ‘αληθινή’ υπόσταση.

Ο Leonardo Dicaprio σε ένα ρόλο άκρως απαιτητικό είναι ομολογουμένως εξαιρετικός, ενώ το υπόλοιπο cast δίνει ικανοποιητικές ερμηνείες δεδομένου της σημαντικότητας του ρόλου τους, με την εντυπωσιακή Marion Cotillard, τον Joseph Gordon-Levitt, την Ellen Page και τον Ken Watanabe να ξεχωρίζουν χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η μουσική της ταινίας που είναι φυσικά από τον μεγάλο Hans Zimmer.

Γενικά, το Ιnception είναι μια γεμάτη ταινία, που θα ικανοποιήσει και θα εντυπωσιάσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό θεατή. Αξίζει την προσοχή των απανταχού σινεφιλ που δεν την έχουν δει, διότι δύσκολα βρίσκεις ταινία να “παίζει” τόσο έξυπνα με το μυαλό του θεατή και ουσιαστικά να τον κάνει να συμμετέχει πολύ ενεργά στη ταινία, χωρίς απλά να του δίνει μασημένη τροφή. Αφήνει μεγάλα ερωτήματα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού είναι μια μεγάλη ταινία που πλέον κατατάσσετε στις κλασσικές και θα θυμόμαστε για πολλές δεκαετίες ακόμα.



Πηγές:

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=7214

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=7214

http://www.filmboy.gr/2010/07/review-inception.html

http://www.cineramen.gr/inception-kritiki-tenias/

www.lifo.gr

http://cine.gr/film.asp?id=712808&page=4

Μικρά Αγγλία: ένας ανεκπλήρωτος κινηματογραφικός και μυθιστορηματικός έρωτας

Μικρά Αγγλία έλεγαν κάποτε την Άνδρο, χάρη στη ναυτιλία της που τολμούσε να υψώσει το ανάστημά της και να κοιτάξει στα μάτια την θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία. Μικρά Αγγλία λέγεται και το πλοίο πάνω στο οποίο θα μπαρκάρει κάποτε ο Σπύρος, ο άντρας που θα μπει ανάμεσα στις δύο κόρες ενός ανδριώτη πλοίαρχου. Η εσωστρεφής Όρσα, η μεγάλη κόρη, τρέφει για αυτόν έναν θηριώδη έρωτα που θα μείνει ανεκπλήρωτος, καθώς η μητέρα της θα την υποχρεώσει να παντρευτεί έναν πλούσιο καραβοκύρη. Αργότερα, πλοιοκτήτης και αυτός πια -συνεπώς άξιος για να μπει στην οικογένεια- ο Σπύρος θα παντρευτεί τη μικρή και επαναστάτρια κόρη, τη Μόσχα. Τα δύο ζευγάρια θα κατοικήσουν στο ίδιο σπίτι με ένα λεπτό ξύλινο ταβάνι ανάμεσά τους. Η Όρσα θα αφουγκράζεται τα βήματα, τα τριξίματα και τα φιλιά και το μαχαίρι θα μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα της. Αυτό βέβαια όσο οι άντρες βρίσκονται στο νησί και δεν είναι φευγάτοι στα καράβια.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην εικοσαετία από το 1930 μέχρι το 1950. Πίσω από το ασίγαστο πάθος της Όρσας που αποτελεί την κινητήρια δύναμη του δράματος, αναδύεται ο ασφυκτικός μικρόκοσμος του νησιού εκείνης της εποχής και τα αποπνικτικά ήθη του: οι κοινωνικές συμβάσεις, η ιδιότυπη μητριαρχία που έχει επιβληθεί από την απουσία των αρσενικών, το πάθος για κοινωνική άνοδο και εξουσία… Και βέβαια, η πορεία των χαρακτήρων διασταυρώνεται με τα μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν τη μοίρα του νησιού και της Ελλάδας. Με τον πόλεμο, με τους τορπιλισμούς των εμπορικών πλοίων, με την Κατοχή και τον εμφύλιο.

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, κυκλοφόρησε το 1997 κερδίζοντας το κρατικό βραβείο και συγκινώντας μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού.

Ενώ η ιδέα για το βιβλίο προέκυψε τυχαία. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, Ιωάννα Καρυστιάνη: «Ένας παλιός συμφοιτητής με φώναξε για έναν καφέ στο σπίτι του και είδα τις φωτογραφίες πέντε πνιγμένων ναυτικών σε κάδρα. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα άλλαξαν όλα μέσα μου. Ένιωσα ένα τεράστιο σοκ και αναρωτήθηκα πώς ένα σπίτι μπορεί να αντέξει τέτοιο πένθος. Στην Άνδρο σχεδόν όλα τα σπίτια είναι λαβωμένα από ναυάγια. Αυτό με έκανε να αγαπήσω παράφορα το νησί και τη ναυτική ζωή και αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτό το θέμα».

Δεκαέξι χρόνια μετά, η ιστορία των δύο αδελφών που μοιράζονται τον ίδιο –απόντα- άντρα, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σενάριο της Καρυστιάνη και σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη. Ο τελευταίος έμεινε πιστός στο πνεύμα του βιβλίου, ενσωματώνοντας στο δράμα τόσο την κοινωνική διάρθρωση του νησιού όσο και το ιστορικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο φυσικό σκηνικό της Άνδρου. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία ξεφεύγει από τα στενά όρια της ηθογραφίας και αποκτά περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης. Γίνεται ένα ανθρωποκεντρικό δράμα που αποπνέει γνήσια συγκίνηση και αγγίζει θέματα που μόνο η καλή τέχνη μπορεί να πλησιάσει.

Πιθανόν κάποιοι να βρουν αργό τον ρυθμό με τον οποίο κουμπώνουν μεταξύ τους τα επιμέρους κομμάτια και στήνεται το σύμπαν της ταινίας. Όμως οι αρετές της κινηματογραφικής γραφής του Βούλγαρη (η εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών, η συνετή κλιμάκωση της ιστορίας, η «έντιμη» και χωρίς εκζήτηση κινηματογράφηση, η εμμονή στην λεπτομέρεια…) είναι παρούσες και ικανές να αποζημιώσουν τον υπομονετικό θεατή.

Η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, τα ήθη, οι νοοτροπίες και οι παγιωμένες αντιλήψεις της μικροαστικής κοινωνίας ενός λαού που παραπαίει μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αποτελούν στοιχεία που πάντα έθελγαν την προσοχή του Παντελή Βούλγαρη. Βασικός εκπρόσωπος του ρεύματος «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (1970-1980), ο σκηνοθέτης με όργανο την κάμερα καταγράφει κάθε φορά διάφορες όψεις της ελληνικής κοινωνίας ανοίγοντας μια προβληματική πάνω στις κοινωνικές δομές και τους θεσμούς.

Ο Παντελής Βούλγαρης αρέσκεται στην ωμή και ρεαλιστική περιγραφή των ανθρώπινων σχέσεων, οι οποίες συχνά εκτίθενται μέσα από το πρίσμα μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ καταπιεζόμενου και καταπιεστή, εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή με προκανονισμένα και αυθαίρετα σύμφωνα («Το Προξενιό της Άννας», «Οι Νύφες») που καθορίζουν το μέλλον και τη μοίρα των νεαρών θυμάτων.

Το φυσικό ντεκόρ της Άνδρου μάς παραδίδεται με εικόνες καρτποσταλικής ομορφιάς και συνάδει με τον εσωτερικό διάκοσμο των σπιτιών, παραδοσιακό και προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Οι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι εικονοποιούν το αλλοτινό και τωρινό «πρόσωπο» της Άνδρου φέρνοντας στην επιφάνεια μια «ελληνικότητα» που διατρέχει το χρόνο.


Πίσω από τα αυστηρά συντεταγμένα κοφτά, τα κεντήματα, τα πολύτιμα φλιτζάνια και τους κουραμπιέδες αναδύεται ένα άρωμα συντηρητισμού, απομόνωσης και στέρησης. Οι χαρακτήρες βυθίζονται σε αυτήν την ατμόσφαιρα και περιπλανώνται ως έρμαια μιας δράσης που τους ξεπερνά, ανήμποροι να ελέγξουν το πεπρωμένο τους, όπως στην αρχαία τραγωδία.


Το ντεκόρ συμβάλλει αποφασιστικά στην αναπαράσταση των διαδραματιζόμενων. Έτσι, η Όρσα μέσα σε ένα όμορφο κτήμα με λεμονιές θα αντιδράσει στην απόφαση της μάνας της λέγοντας της ότι «δεν είναι χωράφι για να την ξεπουλήσει». Από την άλλη, η θάλασσα με τα κύματά της εκφράζει εύγλωττα τη φυγή του Σπύρου από τη ζωή της Όρσας ή και τη συνεχή φυγή πολλών ανδρών των οικογενειών του νησιού, καθότι αυτοί ήταν ναυτικοί. Μια συνεχή ροή, μια ρευστότητα και αστάθεια διατρέχει τη διήγηση και το δράμα των ηρώων παραπέμποντας στην αντίστοιχη ρευστότητα και αστάθεια που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα (και ταυτότητα;) από αρχαιοτάτων χρόνων.

Το μοντάζ της ταινίας είναι αυτό που καθορίζει τη δραματοποίηση των καταστάσεων εκφράζοντας εύγλωττα τις συγκινήσεις. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αδελφών: τα ηχητικά ρακόρ φουρτουνιασμένης θάλασσας σε συνδυασμό με τη χρήση έντονα κινούμενης κάμερας που μιμείται το ρυθμό της κίνησης κυμάτων που ξεσπούν δίνουν ένα εξαίσιο οπτικό σύνολο, με τις εικόνες να μπαίνουν στη θέση των λέξεων, (κατά)δηλώνοντας την οργή των ηρώων. Η χρήση της voice over και του hors-champ, επίσης, λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας αύξησης της τραγικότητας. Επιπλέον, η αντίθεση αποτελεί μια ακόμη άσκηση ύφους, καθώς η στατικότητα, η αναμονή και η ήρεμη ζωή του σπιτιού αντι-παρατάσσεται δίπλα στην άστατη και φουρτουνιασμένη ζωή των ναυτικών.

Σε οπτικοακουστικό επίπεδο η Μικρά Αγγλία διαθέτει αναμφίβολα την ποιότητα που απαιτεί το είδος της ταινίας εποχής. Καταρχάς πρόκειται για την πρώτη ταινία του Βούλγαρη που δεν γυρίστηκε σε φιλμ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής χρησιμοποίησε ψηφιακό μέσο, κάτι που έκανε και πιο ευέλικτο το γύρισμα και πιο εύκολη την επεξεργασία των τόνων και των χρωμάτων στη συνέχεια. Τα κοστούμια της Γιούλας Ζωιοπούλου και τα ντεκόρ του Αντώνη Δαγκλίδη είναι πρώτης γραμμής, ενώ πολύ θετική εντύπωση κάνει η μουσική της εικοσιπεντάχρονης Κατερίνας Πολέμη. Το μοντάζ έφερε σε πέρας ο πολύπειρος Τάκης Γιαννόπουλος.

Ο Βούλγαρης ήταν πάντα ένας «σκηνοθέτης ηθοποιών». Εδώ, η συνεργασία του με τις νεαρές Πηνελόπη Τσιλίκα και Σοφία Κόκκαλη που επωμίστηκαν τους ρόλους της Όρσας και της Μόσχας αντίστοιχα, απέφερε πολύ δυνατές και «φρέσκες» ερμηνείες. Ιδιαίτερη αίσθηση κάνει και η παρουσία της Αννέζας Παπαδοπούλου. Η έμπειρη ηθοποιός, σε μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις της, κατάφερε να δώσει σπάνιο βάθος στο ρόλο της μητέρας –του θεματοφύλακα των ηθών και των συμφερόντων της οικογένειας- χαρίζοντάς μας μια πραγματικά μεγάλη ερμηνεία.

Η Ανδρος του 1930 είναι ένα νησί ναυτικό: οι άντρες περιπλανώνται στις θάλασσες του κόσμου προσπαθώντας να γίνουν καπετάνιοι και να κάνουν ένα κομπόδεμα, αλλά συχνά χάνονται στα κύματα. Οι γυναίκες μένουν πίσω στο νησί και παλεύουν να φτιάξουν μια τύχη για κείνες και για τις οικογένειές τους. Μια τέτοια γυναίκα, η Μίνα, με στρατηγικό πολυμήχανο μυαλό, κανονίζει τα προξενιά των κοριτσιών της, της Ορσας και της Μόσχας, εξασφαλίζοντάς τους καλή ζωή, χωρίς να νοιάζεται για «αισθήματα» και ρομάντζα. Μόνο που οι δυο κόρες αγαπούν τον ίδιο άντρα και οι μηχανορραφίες της μάνας τους θα φέρουν μοιραίες συγκρούσεις στην οικογένειά τους.

Ο Παντελής Βούλγαρης μεταφέρει στο σινεμά το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, σε σενάριο δικό της, κρατώντας ατόφια την καρδιά της ιστορίας και φτιάχνοντας μια ειλικρινή και συγκινητική ταινία εποχής. Η αίσθηση του παρελθόντος έχει ρεαλισμό και ακρίβεια, αλλά την ιστορία κουβαλούν ήρωες και ανθρώπινες ισορροπίες σύγχρονες ή, καλύτερα, διαχρονικές.

Η Ανδρος μεταμορφώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν αυτόνομο, ολοζώντανο, μια μικρογραφία της παλιάς Ελλάδας που, ξανά, αγωνιζόταν να επιβιώσει. Η φωτογραφία του Σίμου Σακερτζή, τα σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη, τα ρούχα της Γιούλας Ζωιοπούλου, συνθέτουν μια πιστή απεικόνιση του «τότε», που ταυτόχρονα έχει ανάσα μοντέρνα, ελκυστική. Η δουλειά στον ήχο της ταινίας μάς αφήνει ν’ ακούμε, στα κλεφτά, ατάκες περαστικών, ή επίκαιρα, που με δυο λόγια αποδίδουν το κλίμα των καιρών. Η υπέροχη μουσική (και, στους τίτλους αρχής, η φωνή) της Κατερίνας Πολέμη συνοδεύει τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων με ταιριαστή μελαγχολία. Αλλά ενώ η ιστορική αναπόληση έχει σημασία, η ιστορία η ίδια μεταφέρεται με ένταση, με πνεύμα καίριο, με πάθος κι έναν άγριο ρομαντισμό.

“Η ανάσα της ναυτικής παράδοσης με κινητοποιεί. Το ήθος της εποχής με συγκινεί. Οι νοοτροπίες και οι ανθρώπινες σχέσεις αποζητούν μια καίρια και ευαίσθητη καταγραφή. Θέλησα να καταφέρω να αφουγκραστώ τα πάθη, να φωτίσω τη σημασία της μακράς απουσίας και της απαντοχής, την ανακούφιση του σμιξίματος μετά από καιρό, το πένθος για τις απώλειες. Ειδικά αυτή τη γκρίζα εποχή, τους στενάχωρους καιρούς για τον τόπο και τους ανθρώπους, αξίζει να προσφέρουμε ένα κινηματογραφικό έργο πλούσιο σε αισθήματα και ανθρωπιά και μαζί ένα ταξίδι σε άγνωστες σελίδες της ιστορίας. Στα χρόνια που κάνω σινεμά, κοντά στα πρόσωπα της οικογένειας και των φίλων της νεότητας μου, προστίθενται και άλλα άγνωστα στην αρχή, που στο τέλος μιας ταινίας παίρνουν μια θέση στην καρδιά μου. Με τα μάτια και τη φωνή τους, διηγούμαι αυτό που με αναστατώνει. Μπορεί να περνάει καιρός μετά από την περιπέτεια που έζησα μαζί τους, όμως τα ονόματα τους διατηρούν για πάντα τη μοναδικότητα τους.” Παντελής Βούλγαρης

Ο Βούλγαρης επιλέγει δοκιμασμένους ηθοποιούς για τους δεύτερους ρόλους του, αλλά στην πρωταγωνιστική τετράδα αποκαλύπτει πρόσωπα νέα, φρέσκα, ιδιαίτερα, φωτογενή, φτιαγμένα για τη μεγάλη οθόνη, που κι αν κατά στιγμές ξεφεύγουν «θεατρικά» από την απλότητα της ταινίας, ενσαρκώνουν τους ρόλους τους συναρπαστικά. Κι αν η διάρκεια ξεπερνά πληθωρικά τις δυο ώρες, λίγα παραπάνω χαρτομάντιλα και η άνευ όρων παράδοση στο συναίσθημα έκανε το χρόνο να περνά πιο γρήγορα και απολαυστικά.

Από τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή λείπουν τα εμπορικά δράματα με καλλιτεχνικές αξιώσεις και η «Μικρά Αγγλία» ήρθε να πληρώσει αυτή τη θέση. Μια ταινία ευαίσθητη, συγκινητική και ζωισμένη, κλασική και δροσερή ταυτόχρονα, ένα ωραίο δείγμα κινηματογραφικής πληρότητας.

Πηγές: https://www.oanagnostis.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/21627

https://flix.gr/cinema/mikra-agglia.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/144611/f/news/sinema/%C2%ABmikra-agglia%C2%BB-i-tragiki-istoria-enos-anekplirotoy-erota.html

Captain Fantastic: Η ταινία που πρέπει να δεις έστω μία φορά στην ζωή σου

Κάθε ταινία απεικονίζει και διαφορετικά πράγματα ανάλογα με το είδος της και μπορεί να είναι είτε ρηχή μένοντας μόνο στην επιφάνεια, είτε να έχει κάποιο βάθος. Πολλές ταινίες είναι επίτηδες ρηχές, μιας και ο σκοπός τους είναι η ωμή ψυχαγωγία και η ωμή δράση, που στόχο έχει να κάνει τον θεατή να μην σκέφτεται, αλλά να περνάει καλά. Υπάρχουν, όμως, και οι ταινίες που καταλήγουν ρηχές, διότι προσπαθώντας να προσελκύσουν τον θεατή, στο τέλος δεν καταλαβαίνουν και οι ίδιες τι σκοπό εξυπηρετούν. Πόσες φορές εξάλλου έχουμε πει ότι μια ταινία είχε πολλές ιδέες και βαθιά μηνύματα, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τα επικοινωνήσει σωστά;

Αυτό το τελευταίο όμως είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στη βιομηχανία του κινηματογράφου σήμερα. Πολύ συχνά ο δημιουργός φοβάται και πιέζεται από τις απαιτήσεις του υπάρχοντος κοινού, το οποίο δεν θα πάει στο σινεμά να στηρίξει κάτι, εάν αυτό το κάτι δεν έχει πολλά οπτικά εφέ και πολύ ξύλο ή γενικά αν δεν είναι βασισμένο σε κάποιο κόμικ. Μόνο οι δημιουργοί επιπέδου Tarantino μπορούν ακόμα να κάνουν ό,τι θέλουν και να περιμένουν καλά έσοδα. Αν για παράδειγμα το Once Upon A Time In Hollywood το επιχειρούσε κάποιος νεότερος δημιουργός, το σίγουρο είναι ότι δεν θα είχε χρηματοδότηση, ή δεν θα είχε την ελευθερία διαμόρφωσης του σεναρίου του όπως εκείνος θα ήθελε.

Γενικά, λοιπόν, οι Indie παραγωγές περνάνε απαρατήρητες και είναι πολύ πιθανό οι περισσότεροι που θα διαβάσετε αυτό το άρθρο να μην έχετε ιδέα τι είναι το Captain Fantastic και να μην το έχετε ακούσει καν, παρά το ότι κυκλοφόρησε μόλις το 2016 και είναι ένα αριστούργημα. Το σενάριο και την σκηνοθεσία της ταινίας έχει επιμεληθεί ο Matt Ross και το συνοδευτικό cast είναι αρκετά μεγάλο, από το οποίο οι πιο αξιομνημόνευτοι είναι οι Viggo Mortensen (Lord of the rings, Green Book), George MacKay (1917), Frank Langella (Frost/Nixon) και Kathryn Hahn (Transparent).

Η πλοκή εστιάζει στον Ben (Viggo Mortensen), ο οποίος έχει υιοθετήσει μαζί με τη γυναίκα του μια αρκετά πρωτότυπη προσέγγιση στη διαπαιδαγώγηση των έξι παιδιών τους. Πιο συγκεκριμένα, ο Ben και η γυναίκα του, μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε ένα δάσος, στη φύση, μακριά από τον καπιταλιστικό κόσμο και τη βιομηχανία της πόλης, με μία εκπαίδευση υψηλής νοητικής, πνευματικής και σωματικής αξίας. Συγκεκριμένα γεγονότα όμως θα αναγκάσουν την οικογένεια να μεταβεί στην πόλη, εκεί όπου όλες οι προσπάθειες και οι ιδέες του Ben σχετικά με την σωστή ανατροφή θα δοκιμαστούν.

Πριν περάσουμε, όμως, στον βασικό κορμό του συγκεκριμένου review, καλό θα ήταν να γίνει αναφορά στα κινηματογραφικά του στοιχεία. Η ταινία είναι μαύρη κωμωδία και δράμα ταυτόχρονα. Ο τρόπος με τον οποίο ο Matt Ross έδωσε ένα τέτοιο δράμα με έναν τόσο ανάλαφρο τρόπο, περνώντας ταυτόχρονα και τα μηνύματα του είναι εκπληκτικός. Κάθε κουβέντα, κάθε πλάνο, κάθε έκφραση και κάθε απόφαση έχει τον σκοπό της. Δημιουργείται λοιπόν ένας πολύχρωμος καμβάς που θίγει θέματα πένθους, αγάπης, μοναξιάς, φόβου και οραμάτων για το μέλλον, με κεντρικό ωστόσο ζήτημα τη γονική ιδιότητα και την σωστή διαπαιδαγώγηση. Όλα αυτά με τις απαραίτητες στιγμές γέλιου, που προκαλείται είτε από έξυπνα αστεία είτε από cringe σκηνές που, ωστόσο, σε κάνουν να περνάς καλά. Από άποψη ερμηνειών, ο Viggo Mortensen κάνει μια από τις καλύτερες και πιο μεστές ερμηνείες στη καριέρα του και για αυτόν τον λόγο πληρώθηκε με υποψηφιότητα για Όσκαρ, ενώ ο George Mackay δείχνει πως έχει πολύ ψηλό ταβάνι σαν ηθοποιός. Ολόκληρο το cast όμως κάνει εξαιρετική δουλειά και το γεγονός ότι πέρασαν καλά και ανέπτυξαν μεγάλη οικειότητα στα γυρίσματα είναι πασιφανές.

Από εκεί και πέρα, αξίζει να τονιστεί πως το Captain Fantastic πρέπει να το δουν όλοι οι άνθρωποι τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους. Υπερβολικό; Ίσως. Ωστόσο η συγκεκριμένη ταινία έχει πολύ υψηλή αξία για να παραμείνει στην αφάνεια. Όπως ακριβώς το Dead Poets Society (Κύκλος των χαμένων ποιητών) είναι το φιλμ που προβάλλεται σε κάθε σχολείο μια φορά τον χρόνο τουλάχιστον, έτσι πρέπει να συμβεί και με το Captain Fantastic, το οποίο μάλιστα θα πρέπει να το δουν όχι μόνο οι μαθητές και οι καθηγητές, αλλά και οι γονείς, ακόμα και οι άνθρωποι που ασχολούνται επιστημονικά με τον χώρο της εκπαίδευσης. Οι πιθανότητες βέβαια του να γίνει αυτό άμεσα είναι μικρές και σε αυτό κεντρικό ρόλο έχει η στενοκεφαλιά των ανθρώπων και οι τάσεις του σινεμά σήμερα. Ουσιαστικά η ταινία θίγει και προβάλλει κάποια πολύ δύσκολα θέματα, όπως η πίστη σε κάποια οργανωμένη θρησκεία, το βρίσιμο και η γυμνότητα. Θέματα για τα οποία η αυστηρή κοινωνία από τη μία και υπερβολικά πολιτικά ορθή κοινωνία από την άλλη, δύσκολα θα ενέκριναν κυρίως όσον αφορά  την προβολή στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όσο για τον δεύτερο παράγοντα, το σινεμά έχει βυθιστεί τόσο πολύ στην ωμή ψυχαγωγία, που, όπως προαναφέρθηκε, οποιαδήποτε φιλότιμη προσπάθεια για κάτι βαθύτερο περνάει απαρατήρητη και είναι κρίμα και ντροπή.

Το Captain Fantastic θα βάλει τον καθέναν στη δύσκολη ψυχολογικά θέση του να κρίνει τον εαυτό ως άνθρωπο, που ζει στη κοινωνία του σήμερα καταρχάς. Ολόκληρος ο κόσμος του 21ου αιώνα εδώ απογυμνώνεται και κατακρημνίζεται με μια εύστοχη και πολύ εύκολα αντιληπτή κριτική λόγω της ανάλαφρης ροής της ταινίας. Επιπλέον, οποιοσδήποτε είναι, πρόκειται να γίνει ή σκοπεύει να γίνει γονιός ή εκπαιδευτικός, αυτός θα βρεθεί στην δύσκολη ψυχολογικά θέση να ρωτήσει τον εαυτό του εάν είναι ευχαριστημένος από τον τρόπο που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και το ίδιο το παιδί βέβαια θα αναρωτηθεί εάν έχει πάρει τη σωστού τύπου εκπαίδευση όλα αυτά τα χρόνια. Λίγο πολύ, πρόκειται για ένα μείγμα εκπαιδευτικών ιδεών και ιδεών για τη ζωή, θετικών ή αρνητικών, οι οποίες μπαίνουν στο μικροσκόπιο και αναλύονται παραδειγματικά. Εγώ ο ίδιος αμφιταλαντεύτηκα αρκετές φορές για την πορεία που παίρνει η νέα γενιά, για την πορεία που έχω πάρει εγώ και για την πορεία που έχει πάρει γενικότερα η διαπαιδαγώγηση των νέων. Τελικά οι άνθρωποι που βγαίνουν στην ανεπτυγμένη κοινωνία ως ενήλικες είναι πραγματικά έτοιμοι να το κάνουν; Μήπως έχουμε περιβάλλει τη ζωή μας με τόσο υπερβολική πολιτική ορθότητα και παρόλο που επικαλούμαστε το διαφορετικό και το κοινωνικά δίκαιο σε κάθε τομέα, τελικά έχουμε μείνει μόνο στην επιφάνεια κοινωνικών απαιτήσεων χωρίς εμείς οι ίδιοι να έχουμε πραγματικά βάθος ως οντότητες; Τελικά -και εδώ είναι το πιο κρίσιμο σημείο- σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά μας; Εμείς κάναμε καλή δουλεία ως εκπαιδευτικοί ή ως γονείς; Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε;

Γενικότερα ούτε ο Ben έχει δίκιο ούτε η ανεπτυγμένη κοινωνία στο όλο θέμα της εκπαίδευσης και στο τέλος θα φανεί το σημαντικό μήνυμα της ισορροπίας των πρακτικών που πρέπει να χρησιμοποιούνται. Το σίγουρο όμως είναι ότι βλέποντας αυτή τη ταινία, όχι μόνο θα εκπληρώσεις τον στόχο σου ως θεατής, που παρακολούθησες ένα φιλμ τέτοιου επιπέδου σε όλους τους τομείς, αλλά θα νιώσεις και πιο πλήρης, πιο ενημερωμένος, πιο γεμάτος και πιο προβληματισμένος με την καλή έννοια.

Βαγγέλης Φραγκούλης

«Hollywood»: η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ γραμμένη από την αρχή

Τι θα γινόταν αν στο μεταπολεμικό Χόλιγουντ κάποια άτομα με ισχύ έπαιρναν πιο τολμηρές αποφάσεις; Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία της σειράς – υπερπαραγωγή του Netflix, “Hollywood”.

Eπειδή τα 16 λεπτά της συμμετοχής της περιορίστηκαν σε μόλις 4, η Πεγκ Έντουιστλ, ένα από τα πολλά κορίτσια που δοκίμασαν την τύχη τους στο Χόλιγουντ, οδηγήθηκε στο σύμβολο της πόλης όπου εναπόθεσε τα όνειρά της και, αποκαρδιωμένη και συντετριμμένη, βούτηξε θανάσιμα από τη διαβόητη πινακίδα με τα καταραμένα 13 γράμματα (ειρωνικά, η εν λόγω ταινία είχε τον τίτλο 13 Γυναίκες), που έγραφαν Hollywoodland. Έκτοτε, η φωτεινή επιγραφή πέταξε το land και κράτησε φυσικά το Hollywood, η Βρετανίδα ηθοποιός έγινε μύθος προς αποφυγήν, αν και, παραδόξως, καμία σημαντική ταινία δεν ραψώδησε τον πόνο της, ώσπου ο Μέρφι βάσισε τη φαντασιακή παραβολή του πάνω στο «τι θα γινόταν αν», ένα high concept για φιλόδοξους και αποφασιστικούς χαρακτήρες ενός εναλλακτικού σεναρίου, πολύ κοντά στη μαχητική πραγματικότητα του σημερινού Χόλιγουντ.

Στο φινάλε του Κάποτε στο Χόλιγουντ ο Κουέντιν Ταραντίνο διατύπωσε έναν ευγενή, ευσεβή πόθο αλλάζοντας το πρόσημο σε ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα, που σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Αντίθετα, ο Ράιαν Μέρφι δεν αναθεωρεί απλώς, αλλά ξαναγράφει την ιστορία μιας βιομηχανίας που χτίστηκε στις διακρίσεις, πλούτισε από την υποκρισία, εκμεταλλεύτηκε τα νιάτα και χειρίστηκε το κοινό για δεκαετίες, ξεκινώντας από την αρχή. Τοποθετημένη αμέσως μετά τον πόλεμο, η σειρά των επτά επεισοδίων μπλέκει πραγματικά πρόσωπα με επινοημένους χαρακτήρες, σε έναν διαλεκτικό αναχρονισμό του πλαισίου με το περιεχόμενο.

Ο Τζακ Καστέλο είναι ένας όμορφος νεαρός επίδοξος ηθοποιός, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που πιάνει δουλειά στο βενζινάδικο του επιτήδειου Έρνι Γουέστ, ενός τύπου που παραπέμπει στον –σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα– διάσημο εραστή των διάσημων Σκότι Μπάουερς, και συνοδεύει κυρίες για να ζήσει την έγκυο σύζυγο, ώσπου να βρει δουλειά κομπάρσου. Εκεί γνωρίζει τον Άρτσι Κόλμαν, γκέι και μαύρο, σεναριογράφο του Πεγκ, δηλαδή της ιστορίας της Έντουιστλ. Ο Κόλμαν ερωτεύεται τον Ρόι Φιτζέραλντ, το χωριατόπαιδο που στα χέρια του στυγνού ομοφυλόφιλου ατζέντη Χένρι Γουίλσον ξαναβαφτίστηκε Ροκ Χάντσον.

 

Μετά από μια χιονοστιβάδα συγκυριών, ο Ρέιμοντ Έινσλι, σκηνοθέτης με καταγωγή από τις Φιλιππίνες, θα αναλάβει την ταινία για λογαριασμό του στούντιο Ace, αλλάζοντας τον τίτλο σε Μεγκ και με πρωταγωνίστρια όχι μια λευκή με αγγλική προφορά, αλλά τη μαύρη σύντροφό του, την Καμίλ Γουόσινγκτον. Ο ιδρυτής του στούντιο έχει πέσει σε κώμα και η παραμελημένη σύζυγός του, πρώην ηθοποιός του βωβού Έιβις Άμπεργκ (ενσαρκωμένη με μπρίο από τη βραβευμένη με δύο Τόνι, Πάτι Λιουπόουν), παίρνει το ρίσκο και δίνει το πράσινο φως σε μια ταινία που σπάει πολλά στερεότυπα, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο μια επικερδή εταιρεία, με το σκάνδαλο, την Κου Κλουξ Κλαν και τον κώδικα Χέιζ να καραδοκούν.  

Πρόθυμοι να αξιοποιήσουν δημιουργικά μια ριζοσπαστική ιδέα και να πλουτίσουν το ρόστερ τους με νέα ταλέντα, δύο τέλεια εναρμονισμένοι συνεργάτες, η casting director Έλεν Κινκέιντ και ο διευθύνων παραγωγός των Ace Studios, Ντικ Σάμιουελς, ένας άντρας με ηγετικά προσόντα και απωθημένη σεξουαλικότητα (εξαιρετικός ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τζο Μαντέλο), συναποτελούν το ακούραστο μοτέρ του ασυνήθιστου project.

Το «Hollywood» (δημιούργημα του Ράιαν Μέρφι μαζί με τον Ίαν Μπρέναν), διαδραματίζεται (πού αλλού;) εκεί ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ακολουθεί την πορεία μιας σειράς χαρακτήρων που προσπαθούν να λάμψουν ο καθένας με τον τρόπο του στην λαμπερή βιομηχανία του σινεμά.

Το «Hollywood» δημιουργεί μια δική του εναλλακτική ιστορία του σινεμά η οποία, μέσα από τη σειρά, φαίνεται να έχει αντίκτυπο και στην ίδια την κοινωνία της Αμερικής. Μέσα σε επτά επεισόδια βλέπουμε να μπλέκονται πραγματικά ιστορικά γεγονότα με φανταστικά και με τον ίδιο τρόπο πραγματικά πρόσωπα με φανταστικά- αλλά και πραγματικά πρόσωπα με ευφάνταστες προεκτάσεις στις συμπεριφορές.

Τοποθετημένη σε έναν υπαρκτό τόπο και χρόνο, η σειρά κρατά μια ενδιαφέρουσα στάση ανάμεσα στην αλήθεια και την μυθοπλασία, μπερδεύοντας αληθινούς χαρακτήρες με άλλους που είναι ξεκάθαρα κατασκευασμένοι, ή δίνοντας σε ανθρώπους που όλοι ξέρουμε από την μεγάλη οθόνη, διαφορετικές, απροσδόκητες διαδρομές.

Κι ακόμη πιο ιντριγκαδόρικα, αποφασίζει να παίξει με την συνθήκη της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας, τολμώντας να φανταστεί ένα Χόλιγουντ (ένα σύστημα, δηλαδή) όπου μια γυναίκα θα μπορούσε να βρεθεί επικεφαλής ενός μεγάλου στούντιο, ένας μαύρος σεναριογράφος να πάρει το πράσινο φως για μια ταινία κι ένα gay ζευγάρι να κρατιέται από το χέρι στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ.

Η ειρωνεία του ότι πολλά από τα παραπάνω δεν είναι αυτονόητα ούτε καν στις μέρες μας, κάνει την θαρραλέα αυτή εναλλακτική ιστορία του Χόλιγουντ να δείχνει καίρια και πολιτική, τολμηρή όχι για το κατασκευασμένο τότε, μα για το υπαρκτό εδώ και τώρα. Κι όχι απλά του Χόλιγουντ φυσικά, μα ολόκληρης της Αμερικής.

Πέρα από το ενδιαφέρον αυτό εύρημα, το «Hollywood» έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα περίμενε κανείς από μια σειρά του Ράιαν Μέρφι, εξαιρετικά εκθαμβωτική, θαυμάσια επίπεδα παραγωγής, όμορφους ηθοποιούς, σκάνδαλα και έρωτες και μηχανορραφίες, αλλά και χιούμορ -συχνά κυνικό- και γιατί όχι μερικές στιγμές αυθεντικής συγκίνησης που δίνουν βάθος σε μια ιστορία που δεν φοβάται να πατήσει πάνω σε μερικά από τα πιο γνώριμα τηλεοπτικά κλισέ.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το χολιγουντιανού αέρα cast. Πετυχαίνοντας την δέουσα ποιοτική ποσόστωση μεταξύ θεατρικών ηθοποιών και πρώτων ονομάτων, το “Hollywood” συγκεντρώνει στους τίτλους του ονόματα γνώριμα από χαρακτηριστικές δουλειές του Ryan Murphy, όπως είναι o Dylan Mc Dermott από το “American Horror Story” και ο Darren Criss (“The Assassination of Gianni Versace: American Crime Story”, “Glee”). Μεγάλη επιστροφή για τον Jim Parsons του “The Big Bang Theory” και cameo από Queen Latifah. Σε guest ρόλους, οι Mira Sorvino, Rob Reiner, και Maude Apatow.

Και το τελικό αποτέλεσμα, δεν είναι τίποτα λιγότερο από γοητευτικό, μια από εκείνες τις σειρές που προσφέρουν απενοχοποιημένη τηλεοπτική απόλαυση, η οποία στα επτά της επεισόδια είναι όσο σφιχτή και καλοφτιαγμένη θα έπρεπε.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/mediac_articles/281109/to-hollywood-os-topos-apodoxis-kai-protoporias-sti-nea-mini-seira-toy-netflix , https://www.ladylike.gr/life/hollywood-to-netflix-pianei-tavani-me-nea-seira-iperparagogi-kai-kalo-mas-kollima/ , https://flix.gr/news/hollywood-ryan-murphy-netflix-review.html , https://www.checkincyprus.com/article/51732/hollywood-einai-i-nea-seira-yperparagogi-toy-netflix-poy-tha-se-kanei-na-kolliseis , https://www.clickatlife.gr/cinema/story/163851