Ο Ρεζί Ρουανσάρ, μετά το εξαιρετικά επιτυχημένο «Populaire», επιστρέφει με μία απολαυστική ιστορία «λογοτεχνικού μυστηρίου» γεμάτη ανατροπές, παραπλανητικά στοιχεία, αγωνία και αινίγματα που κινείται μεθοδικά ανάμεσα σε διάφορα κινηματογραφικά είδη, ξεπερνά το κλασικό ερώτημα του “ποιος είναι ο ένοχος” , για να μας διηγηθεί μία καλοστημένη ιστορία αυτοδικίας που κλιμακώνεται συνεχώς.
Απομονωμένοι σε μία πολυτελές κατοικία, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, εννέα μεταφραστές από διαφορετικές χώρες συγκεντρώνονται για να αποδώσει ο καθένας στη γλώσσα του τον τελευταίο τόμο μίας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αλλά μόλις εμφανίζονται στο διαδίκτυο οι δέκα πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος και ένας άγνωστος ζητάει εκατομμύρια από τον εκδότη για να μην αποκαλύψει την συνέχεια, όλοι θεωρούνται ύποπτοι και κρατούνται παγιδευμένοι στο καταφύγιο μέχρι να βρεθεί ο ένοχος. Τελικά, Ποιος διέρρευσε το βιβλίο και Πως το έκανε;
Έτσι ξεκινάει μια υπόθεση που παραπέμπει σε Αγκάθα Κρίστι, με αρκετά γνώριμα στοιχεία. Άγνωστοι μεταξύ τους χαρακτήρες συγκεντρώνονται σε έναν περιορισμένο χώρο, με τη λύση να αναζητείται μέσω των διαπροσωπικών σχέσεων που χτίζονται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, και τα κίνητρα του καθενός.
Το θεατρικό τύπου στήσιμο είναι από μόνο του είναι γοητευτικό και απολύτως ταιριαστό με την εποχή μας, ιντριγκάρει τον θεατή και του δημιουργεί μία πηγαία περιέργεια, καθώς η βασική ιδέα πίσω από το όλο εγχείρημα (μέχρι και την τελική αποκάλυψη) κρύβει μέσα της κάτι το αγνά και ηθικά αντισυστημικό, πάνω στην απελευθέρωση της τέχνης και στην αγνότητα της δημιουργίας της. Παίζοντας με τους ρόλους του εκδότη, του μεταφραστή και του δημιουργού, δίνει μια εύστοχη αποτύπωση για τα κίνητρα και τις αντιθέσεις μεταξύ τους, βάζοντας παράλληλα στη συζήτηση και την ατελείωτη κόντρα ανάμεσα στο εμπορικό και το ποιοτικό, που εμφανίζεται σε κάθε μορφή τέχνης.
Ο Ρεζί Ρουανσάρ εμπνεύστηκε την ιστορία του τη μέρα που διάβασε για τα μέτρα ασφαλείας που έχουν παρθεί στη μετάφραση του μυθιστορήματος του Νταν Μπράουν «Inferno». Η υπερβολή που συνοδεύει την είδηση ότι ένα απλό πολιτιστικό προϊόν αντιμετωπίζεται σαν σπάνιος θησαυρός οδήγησε τον Γάλλο σκηνοθέτη και σεναριογράφο στη διατύπωση κάποιων κρίσιμων ερωτημάτων. Το μήνυμα που θέλει να περάσει είναι αρκετά σαφές, στοχεύοντας στους αδίστακτους εκδοτικούς οίκους και την αρνητική επίδρασή τους στην τέχνη της λογοτεχνίας , αλλά αυτό είναι ουσιαστικά απλώς μια αφορμή – ένα μοτίβο υποβάθρου σε μια κατά τα άλλα απλή, καλοστυμένη ταινία τύπου “whodunnit”.
Η ταινία ενώνει ένα ωραιότατο διεθνές καστ, σκιαγραφώντας κάθε μεταφραστή βάσει των δικών του προσωπικών εμμονών και θέλω, στηρίζοντας έτσι ξεχωριστά κίνητρα, την ίδια ώρα που επιχειρεί να εξερευνήσει τη σχέση του καθενός με τις ιστορίες που περνάν από τα χέρια τους.
Ξεχωρίζουν οι Lambert Wilson, Olga Kurylenko, Alex Lawther, Sidse Babett Knudsen και ο δικός μας Μανώλης Μαυροματάκης, με τον Έλληνα ηθοποιό να στέκεται επάξια μπροστά στις κινηματογραφικές απαιτήσεις του ρόλου του, χαρίζοντας και ορισμένες από τις πιο αξιομνημόνευτες ατάκες της ταινίας, πολλές από αυτές στα ελληνικά.
Οι Μεταφραστές διαθέτουν νεύρο και ξεσπάσματα, ειδικά όταν όλα συγκλίνουν στο αδιέξοδο. Βέβαια, το σενάριο δεν λειτουργεί πάντα αρμονικά, καθώς πολλές ιδέες δεν εξερευνούνται μέχρι τέλους και κάποιοι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται ικανοποιητικά, το οποίο δημιουργεί μια σχετική σύγχυση, αλλά στο τέλος αυτή η γαλλική παραλλαγή της ταινίας οι Συνήθεις Ύποπτοι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, σοκάροντας, παραπλανώντας, και πάνω απ’όλα διασκεδάζοντας τον θεατή.
Σαν σήμερα γεννιέται ο Τζορτζ Όργουελ και τι καλύτερο από το να αφιερώσουμε την ημέρα Πρεμιέρας μας σε ένα μοναδικό έργο, που μετατράπηκε σε μια συγκλονιστική ταινία! Ο λόγος για το 1984! Μια ταινία πολιτική, κοινωνική, συναισθηματική, ανθρώπινη μα πάνω από όλα επίκαιρη και καθηλωτική.
Το «1984» του Τζορτζ Όργουελ είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το «1984» γράφτηκε από τον Όργουελ στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και εκδόθηκε το 1949, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του. Έχει περάσει λοιπόν, πάνω από μισός αιώνας αφότου κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Σε αντίθεση με τα έργα επιστημονικής φαντασίας που γερνούν σχετικά γρήγορα, το βιβλίο του Όργουελ εξακολουθεί να λειτουργεί σαν προειδοποίηση για τον κόσμο που ζούμε και για εκείνον που έρχεται. Πολιτικό μανιφέστο κατά του ολοκληρωτισμού, ελεγεία της χαμένης ελευθερίας, αλληγορία των πολιτικών μύθων του Ψυχρού Πολέμου, όπως και αν το ονομάσει κανείς, παραμένει έργο αιχμής. Το βιβλίο περιγράφει εφιαλτικά το έτος 1984 σαν μια χρονολογία όπου ο κόσμος ζει παγιδευμένος στα γρανάζια ενός αδίστακτου δικτατορικού καθεστώτος, όπου τα πάντα ελέγχονται από τον περιβόητο Μεγάλο Αδελφό…
Ο πρωταγωνιστής είναι ο Γουίνστον Σμιθ, στον εφιαλτικό κόσμο της Ωκεανίας, μιας χώρας που βρίσκεται κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς στο οποίο όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση. Τα γεγονότα διαδραματίζονται το έτος 1984 – αντιστροφή του 1948, έτος συγγραφής από τον Όργουελ του ομώνυμου βιβλίου.
Οι κοινωνικές τάξεις στην Ωκεανία είναι τα μέλη του εσωτερικού κόμματος που ασκούν τη διοίκηση της χώρας, τα μέλη του εξωτερικού κόμματος (οι κρατικοί υπάλληλοι) και οι προλετάριοι (τα εργατικά χέρια). Το κόμμα ασκεί την εξουσία έχοντας καταλύσει κάθε έννοια ελευθερίας. Όλοι παρακολουθούνται, ακόμα και μέσα στα σπίτια τους, με την βοήθεια τηλεοθονών. Όλα και όλοι ελέγχονται από τον Μεγάλο Αδερφό. Όλα οφείλονται και πηγάζουν από τον Μεγάλο Αδερφό. Ένα πρόσωπο που χρησιμοποιείται για την προσωποποίηση του κόμματος. Η ελευθερία έκφρασης αλλά ακόμα και σκέψης έχει ποινικοποιηθεί. Στην προσπάθεια να ελεγχθεί, έχοντας ως στόχο να καταργηθεί, η σκέψη, χρησιμοποιείται η γλώσσα.
Η εξουσία ετοιμάζει τη «Νέα Ομιλία». Ο Όργουελ με το στόμα του Σάιμ (συναδέλφου του Ουίνστον) αναφέρει: «…η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιο της λιγοστεύει κάθε χρόνο…» για να προσθέσει ότι «…ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς…».
Ο Ουίνστον προσπαθεί να εναντιωθεί σε αυτήν την κατάσταση. Κρίνει την εξουσία, την ίδια στιγμή κάνοντας κάτι αδιανόητο. Ερωτεύεται όταν ο έρωτας έχει γίνει κολάσιμη πράξη. Σκέφτεται όταν η σκέψη τείνει να καταργηθεί. Τα καταφέρνει τελικά; Αλλάζει κάτι στη ζωή του και στην ζωή των συνανθρώπων του;
Όταν πριν 70 χρόνια εκδόθηκε το βιβλίο «1984» του Τζορτζ Όργουελ, το όραμα του συγγραφέα για το μέλλον του κόσμου μάγεψε αλλά και έκανε να φρίξουν οι αναγνώστες του – όλα αυτά τα χρόνια.Η επιρροή αυτού του βιβλίου στις αντιλήψεις και πεποιθήσεις των ανθρώπων δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας.
Η βρετανική ταινία που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Τζορτζ Όργουελ, ονομάστηκε ‘Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα’ γυρίστηκε το 1984 (!) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μάικλ Ράντφορντ και με πρωταγωνιστές τους Τζον Χαρτ, τον Ρίτσαρντ Μπάρτον (στην τελευταία του ταινία) και την Σουζάνα Χάμιλτον. Για τον ρόλο του Ω Μπράιεν, είχαν προταθεί και οι Πωλ Σκοφιλντ, Αντονυ Χόπκινς Hopkins και Σον Κόννερυ. Τα γυρίσματα έχουν γίνει στην ίδια την πόλη και τους μήνες του χρόνου, ακριβώς όπως τα φαντάστηκε ο Όργουελ.
Επίσης, η ιστορία παραμένει αναλλοίωτη, γιατί οι δημιουργοί θεώρησαν άσκοπη τρέλα να αλλάξουν στο οτιδήποτε μια τόσο δυνατή διήγηση. Αν μη τι άλλο, θεωρούσαν ότι οι θεατές απαιτούσαν ένα ακόμα πιο ισχυρό συναισθηματικό μήνυμα από ό,τι οι αναγνώστες παλαιότερα.
Το «1984» είναι μοναδικό, ασυμβίβαστο, σε στοιχειώνει, όμως παραμένει το κεντρικό του θέμα, αυτό της ηρωικής πάλης. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας θεωρεί τον Τζορτζ Όργουελ κορυφαίο υπέρμαχο της νίκης της ηθικής και της ελευθερίας του ατόμου απέναντι στο κράτος. Και το αποδεικνύει. Οι ρόλοι έντονοι, οι ερμηνείες δυνατές, η σκηνοθεσία καθηλωτική.
Στο τέλος της θέασης, όπως και στο τέλος της ανάγνωσης ο θεατής και ο αναγνώστης μένουν με αναπάντητα ερωτήματα και ταλανίζονται από αμφιβολίες για τον κόσμο που ζούμε. Σίγουρα η ταινία δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση το βιβλίο. Ωστόσο, αν θέλετε να ξαναθυμηθείτε την υπόθεση ή αν θέλετε να προϊδεαστείτε προτού το διαβάσετε είναι σίγουρα μια καλή λύση. Αναμφίβολα, το σφίξιμο στο στομάχι είναι αναπότρεπτο!
Ο Άνταμ είναι λέκτορας σε ένα πανεπιστήμιο, και πολύ κοντά στο τέλος της σχέσης του με τη Μαίρη. Ένα βράδυ ο Άνταμ βλέπει έναν ηθοποιό σε μια ταινία που είναι ακριβώς ίδιος με εκείνον. Η επιθυμία να γνωρίσει τον κλώνο του τον κυριεύει, και πολύ σύντομα θα τον εντοπίσει και θα γνωρίσει εκείνον και την εγκυμονούσα σύζυγο του, Έλεν.
Η ταινία “Enemy” (“Ο άνθρωπος αντίγραφο”) του 2013 είναι ένα εγκεφαλικό θρίλερ, από αυτά που παίζουν με το μυαλό σου και προσπαθείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να καταλήξεις στο αγωνιώδες φινάλε, ενώ επίσης βασίζεται στο πασίγνωστο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, το οποίο έχει αφήσει έκπληκτο όσους το έχουν διαβάσει. Πρόκειται για μια ταινία για την δύναμη του υποσυνείδητου, ένα θέμα που επηρεάζει τόσο πολύ τις προσωπικές μας αποφάσεις και την κοινωνία γενικότερα. Εάν δεν έχεις επίγνωση αυτής της δύναμης και των παρενεργειών της, δε γνωρίζεις στ’ αλήθεια ποιος παίρνει τις αποφάσεις για σένα, δεν είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου.
Ένας άντρας που θέλει να αφήσει την ερωμένη του για να επιστρέψει στην εγκυμονούσα σύζυγο του πρέπει να αντιμετωπίσει τον χειρότερο εχθρό του: τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Σαραμάγκο θεώρησε ότι αυτός ο άντρας θα πρέπει να ανταγωνίζεται τον εαυτό του. Η ίδια η ταινία είναι μια υποσυνείδητη εμπειρία. Στα σκοτεινά σημεία του μυαλού του, ο Άνταμ είναι αντιμέτωπος με μια εμμονική σεξουαλικότητα, που τον αποτρέπει να έρθει κοντά στην πραγματική οικειότητα και τον αληθινό έρωτα. Για να επιστρέψει στην κανονική του ζωή, η ναρκισσιστική πλευρά του στρέφεται ενάντια στο αντικείμενο του πόθου του και το καταστρέφει.
Κινηματογραφημένη με κάτι που θα μπορούσες να περιγράψεις ως «φίλτρο αφρικανικής σκόνης» σε κίτρινη σέπια που κάνει το Τορόντο να μοιάζει με μια εφιαλτική μη-πόλη και με ένα score κι ένα ηχητικό design που θωρακίζουν την αποπροσανατολιστική αίσθηση του φιλμ, το «Enemy» είναι η καταγραφή ενός κινηματογραφικού εφιάλτη που σε καταπίνει.
«Το χάος είναι απλά τάξη που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί» είναι η φράση που η ταινία θέλει να κρατήσεις στην άκρη του μυαλού σου από την αρχή ως το τέλος, όμως η αποκρυπτογράφηση του δομημένου «χάους» σε αυτή την άσκηση του Βιλνέβ στο ανησυχητικό παράδοξο, μοιάζει πολύ πιο δύσκολη απ όσο θα περιμένατε.
Το να δεις τον εαυτό σου είναι ένα φαινόμενο, που θα πρέπει να έχει την ίδια βαρύτητα όπως αυτή που έχει μια μαύρη τρύπα στον γαλαξία. Μια βαθιά υπαρξιακή κρίση θα πρέπει να περικυκλώσει τον Άνταμ. Η υπαρξιακή κρίση, η κατάθλιψη είναι μέρος του βασικού χαρακτήρα, ακόμη κι αν δεν επισημαίνεται στους διαλόγους. Πόσο αβάσταχτο είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου, να τον αναγνωρίζεις πλήρως στο σώμα κάποιου άλλου;
17ος αιώνας, Ολλανδία. Ένας καλλιτέχνης αναλαμβάνει να ζωγραφίσει το πορτρέτο μιας νεαρής γυναίκας μετά από πρόταση του συζύγου της. Οι δύο νέοι, όμως, ερωτεύονται και αποφασίζουν να επενδύσουν στο εμπόριο τουλίπας, το οποίο τότε ήταν φοβερά επικερδές, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσουν να χτίσουν ένα μέλλον μαζί. Η μοιραία τους απόφαση θα αλλάξει τις ζωές τους, αλλά και εκείνες των γύρω τους.
Πόθος, πάθος, έρωτας, αλλά και προδοσία. «Ο Πυρετός της Τουλίπας» του σκηνοθέτη Τζάστιν Τσάντγουικ (“Η άλλη ερωμένη του βασιλιά”), μια ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ντέμπορα Μόργκαν, καλλιεργεί τον έρωτα ανάμεσα στην Αλίσια Βικάντερ και τον Ντέιν Ντε Χάαν, σε μία ταινία εποχής με σπουδαίο καστ (Τζούντι Ντεντς, Κρίστοφερ Βάλτς, Τομ Χόλαντερ κ.ά.).
Βρισκόμαστε στο Άμστερνταμ του 1634 και η πτωχή Σοφία βρίσκεται με συνοικέσιο στην αγκαλιά του Κορνίλιους, μεγαλέμπορα που έχασε την γυναίκα και το παιδί και θέλει να αναπληρώσει άμεσα το κενό δημιουργώντας ξανά μια οικογένεια. Αλλά η Σοφία δεν καταφέρνει να αποκτήσει ένα παιδί και η απειλή του χωρισμού πλανάται πάνω από το κεφάλι της.
Η εμφάνιση του νεαρού ζωγράφου Γιαν που δέχεται την παραγγελία του Κορνίλιους για ένα πορτρέτο του ζεύγους ανατρέπει την ηρεμία του οίκου των Σάντβουρτ, καθώς η Σοφία αποπλανά τον Γιαν, ενώ παράλληλα εξελίσσεται και η ερωτική σχέση της υπηρέτριάς της, η οποία ονειρεύεται να αλλάξει ζωή, αφού ο αγαπημένος της μεγαλοπιαστεί ασχολούμενος με το εμπόριο βολβών τουλίπας, που ανθεί τη συγκεκριμένη περίοδο και αφήνει τεράστια κέρδη.
«Είναι ένα πολυεπίπεδο βιβλίο και ήταν εξαιρετικά δύσκολο να το συμπτύξω, αλλά αυτή ήταν και η πρόκληση για εμένα, να καταφέρω να τα βάλω όλα στο σενάριο. Είναι μία υπέροχη ιστορία αγάπης, που στην ουσία της υπάρχει μία μεταφορά πάνω στην αγάπη, τον πόθο και το πάθος. Οι πιο ακριβές τουλίπες ήταν αυτές που είχαν δυο χρώματα και ρίγες. Εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν ότι ο λόγος που αυτές οι τουλίπες ήταν τόσο διαφορετικές ήταν εξαιτίας ενός ιού. Εντελώς ειρωνικά, λοιπόν, οι πιο ακριβές τουλίπες ήταν οι άρρωστες τουλίπες, αυτές που κουβαλούσαν μέσα τους την ασθένεια και στο τέλος σάπιζαν. Και αυτό είναι μία εξαιρετική μεταφορά πάνω στον παράνομο έρωτα που ζουν οι δύο πρωταγωνιστές: Είναι αυτή η θαυμάσια αγάπη, αυτό το μεγάλο πάθος, αλλά επειδή είναι μια παράνομη αγάπη, φέρει επίσης τους σπόρους της αυτοκαταστροφής» – Άλισον Όουεν
Το φιλμ διαθέτει ένα εξαιρετικό καστ, τόσο στους πρωταγωνιστικούς όσο και στους δεύτερους ρόλους. Το λάθος του όμως είναι ότι δεν τους δίνει αρκετό χώρο για να αναπτύξουν τον χαρακτήρα τους. Η διαδικασία αγοραπωλησίας της τουλίπας διαρκεί περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε και αποσυντονίζει τον θεατή, αδικώντας το τελικό αποτέλεσμα και την πιστότητα της ατμόσφαιρας του φιλμ που μας μεταφέρει στην Ολλανδία του 17ου αιώνα.
Η Αλίσια Βικάντερ ξεχωρίζει άνετα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε αντίθεση με τον ανερχόμενο νεαρό ηθοποιό, Ντέιν Ντε Χάαν – ο οποίος πρωταγωνιστεί και στο αξιόλογο φιλμ επιστημονικής φαντασίας του Λικ Μπεσόν: «Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες». Ο Κριστόφ Βαλτς είναι ικανοποιητικός στον ρόλο του, ενώ η καταξιωμένη Τζούντι Ντεντς και ο ταλαντούχος Τζακ Ο’ Κόνελ, εμφανίζονται δυσανάλογα λίγο, ώστε να μπορούν να κριθούν σωστά. Τις εντυπώσεις κερδίζει και η ανερχόμενη Βρετανίδα ηθοποιός Χόλιντεϊ Γκρέιντζερ, στον ρόλο της υπηρέτριας Μαρία (The Borgias: 2011 – 2013, Jane Eyre – 2011).
Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν εννέα (9) βδομάδες και πραγματοποιήθηκαν στο Έσσεξ, το Nόρφολκ και το Σάφολκ της Αγγλίας. Ενώ προκειμένου να αποδοθεί πιστά το ύφος του πίνακα για τον οποίο ποζάρει η Σοφία, έπρεπε να βρεθεί ένας σύγχρονος ζωγράφος, που το στιλ του να θυμίζει την ολλανδική τέχνη της εποχής εκείνης. Ο Τζέιμι Ρούτλει (Jamie Roultley) αποδείχτηκε η ιδανική επιλογή.
Η ταινία «Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας» ήταν η πρώτη κινηματογραφική προσπάθεια του σκηνοθέτη Τόνι Κάγιε. Το έργο δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές και ο πρωταγωνιστής, Έντουαρντ Νόρτον, ήταν υποψήφιος για Όσκαρ. Ακόμα και σήμερα, σχεδόν 25 χρόνια αργότερα, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου και αυτό γιατί αποτέλεσε γροθιά ενάντια στο ρατσισμό και απέδειξε πως ο άνθρωπος είναι ικανός να αλλάξει προς το καλύτερο…
Είναι η πρώτη φορά που προβάλλεται με τόσο ωμό τρόπο στην μεγάλη οθόνη η υποκρισία της αμερικανικής κοινωνίας. Από τη μια μεριά τις βλέπουμε να κυριαρχούν οι αρχές της ελευθερίας και της ισότητας των ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, καταδικάζοντας οποιαδήποτε καταπάτηση τους, και απο την άλλη να αποφασίζουν στο όνομα της τελειότητας που αντιπροσωπεύουν να κλείνουν τα μάτια σε φαινόμενα μισαλλοδοξίας, που λαμβάνουν χώρα στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας.
Η ιστορία εκτυλίσσεται το 1998 στο Βένις του Λος Άντζελες. Ένας εκ των πρωταγωνιστών της εν λόγω ιστορίας, μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας, μέσα από την αφήγηση της βίαιης ζωής του αδερφού του, Derek. Ο Derek [Edward Norton], όντας συναισθηματικά ευάλωτος μετά τη δολοφονία του πατέρα του από έναν μετανάστη, επηρεάζεται από τα κηρύγματα περί άριας φυλής, εντάσσεται σε ακροδεξιά οργάνωση, υιοθετεί πλήρως την νεοναζιστική ιδεολογία και εν συνεχεία επιδίδεται σε επιθέσεις μίσους μαζί με άλλα μέλη της οργάνωσης εναντίον κάθε τι που δεν πληρεί τα αμερικανικά πρότυπα. Οι επιθέσεις αυτές επιφέρουν αντίποινα, που οδηγούν τον Derek στην εν ψυχρώ δολοφονία δυο Aφροαμερικανών.
Τρία χρόνια αργότερα, μετανοημένος πλέον για τον πρότερο βίο του και έχοντας συνάψει φιλίες με έγχρωμους φυλακισμένους, ο πρωταγωνιστής αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην διαλυμένη οικογένειά του με πρωταρχικό του μέλημα να σώσει τον μικρότερο του αδερφό Danny [Edward Furlong] από τη ναζιστική προπαγάνδα .
Η ταινία έχει προσφέρει ίσως τις πιο συγκλονιστικές κινηματογραφικές σκηνές στο σύγχρονο αμερικανικό σινεμά από άποψη βίας και έκρηξης συναισθημάτων, που ενώ αποφεύγουν την υπερβολή, καταφέρνουν να αποτυπώσουν με εύγλωττο τρόπο τις ακραίες συνήθειες και σκέψεις των νεοναζί. Η προβολή σκληρών εικόνων βίας αποσκοπούν στην καταδίκη της ίδιας της βίας και του ρατσισμού, καταδεικνύοντας το πόσο ανώφελο είναι να σπαταλάς όλη σου τη ζωή μισώντας την διαφορετικότητα.
″Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περάσεις οργισμένος″.
Ο Derek αντικρίζει τα σφάλματα του παρελθόντος του, αλλάζει ιδέες και απομακρύνει τον αδελφό του από τον δρόμο, που ο ίδιος είχε πρώτος χαράξει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως τώρα, μετά από τόση βία και μισαλλοδοξία, είμαστε έτοιμοι να δούμε την ολοκλήρωση της κάθαρσης, την αποκατάσταση της ηθικής τάξης και τη λύτρωση των πρωταγωνιστών μέσα από ένα καινούργιο ξεκίνημα. Όμως το χαρούμενο τέλος, δεν έρχεται ποτέ, γιατί το μίσος καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα του και δημιουργεί εκ νέου μίσος.
Στη φυλακή, ο Ντέρεκ ξεκόβει από τους Νεοναζί και τελικά βρίσκει περισσότερη κατανόηση από τους έγχρωμους φυλακισμένους. Σταδιακά, αλλάζει στάση ζωής και αποδοκιμάζει τον ρατσισμό.Όταν αποφυλακίστηκε διαπίστωσε ότι είχε κυλήσει ο μικρός αδελφός του. Προσπαθεί να τον διδάξει πως η ζωή δεν έχει χώρο για μίση και έχθρες, αλλά είναι πλέον αργά
Το παρασκήνιο
Η ερμηνεία του Έντουαρντ Νόρτον είναι σημείο αναφοράς και ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην πλούσια καριέρα του. Παρά την αδιαμφισβήτητη επιτυχία, η ταινία σήμανε το τέλος της καριέρας του Κάγιε. Οι μπελάδες ξεκίνησαν πριν ακόμα αρχίσουν τα γυρίσματα, όταν γινόταν η επιλογή των ηθοποιών. Ο Κάγιε, που στο παρελθόν είχε σκηνοθετήσει μόνο διαφημίσεις και βίντεο κλιπ, ήθελε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Χοακίν Φίνιξ, ο οποίος αρνήθηκε, γιατί δεν ήθελε να συνδεθεί η εικόνα του με Νεοναζί. Ο Νόρτον, όπως δήλωσε αργότερα ο σκηνοθέτης, ήταν το «χρυσό αγόρι του Χόλιγουντ», αλλά δεν ήταν δική του επιλογή. Τον ήθελαν οι παραγωγοί και ο Κάγιε, αφού δεν κατάφερε να βρει κάποιον άλλο, δέχτηκε. Επέμενε όμως ότι ο Νόρτον δεν είχε την απαραίτητη τρέλα στο βλέμμα.
Παρ’ όλα αυτά, η συνεργασία τους κύλησε ομαλά. Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν με επιτυχία και όλα έδειχναν πως η ταινία θα ήταν αριστούργημα. Μέχρι που ήρθε η ώρα του μοντάζ. Μετά το μοντάζ του Κάγιε, η τελική ταινία είχε διάρκεια 98 λεπτά. Το έργο προβλήθηκε σε περιορισμένο κοινό και στους συντελεστές, οι οποίοι δεν έμειναν καθόλου ικανοποιημένοι απ’ το αποτέλεσμα. Ισχυρίστηκαν ότι δεν είχε καμία σχέση με το σενάριο και άλλαζε όλο το νόημα της ταινίας. Απαίτησαν να αλλαχτεί, αλλά ο Κάγιε αρνήθηκε κατηγορηματικά, με αποτέλεσμα να αναλάβουν αυτοί το μοντάζ.
Το έργο που έφτασε στους κινηματογράφους είχε μονταριστεί απ’ τον ίδιο τον Έντουαρντ Νόρτον, σε συνεργασία με συντελεστές της παραγωγής. Εντωμεταξύ, ο Κάγιε βρισκόταν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και ζητούσε να μην εμφανιστεί το όνομά του πουθενά στην ταινία. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με το έργο, που θεωρούσε ότι θα τον ντρόπιαζε. Όταν οι παραγωγοί απέρριψαν το αίτημά του, ανακοίνωσε πως θα άλλαζε το όνομά του σε «Humpty Dumpty» και θα έπρεπε να εμφανιστεί με αυτό στους τίτλους του έργου. Η έκφραση «Humpty Dumpty» προέρχεται από παραδοσιακό τραγούδι στα αγγλικά και χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον κοντόχοντρο, αδέξιο, ατάλαντο και γενικότερα, «χαζό και ανίκανο».
Ασφαλώς, ούτε αυτή η πρότασή του έγινε δεκτή. Τότε ο Κάγιε έκανε κατά μέτωπο επίθεση. Προσπάθησε να σαμποτάρει την προβολή της ταινίας με όποιον τρόπο μπορούσε. Όταν έμαθε ότι θα παιζόταν στο φεστιβάλ του Τορόντο, τηλεφώνησε στους διοργανωτές και έξαλλος, απαίτησε να ακυρώσουν την προβολή. Παράλληλα, πλήρωνε για να τοποθετήσει διαφημίσεις σε περιοδικά όπου δυσφήμιζε την εταιρεία παραγωγής και την ταινία. Συνολικά, σπατάλησε περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια για να εμποδίσει την προβολή, χωρίς να τα καταφέρει! Το μόνο που κατάφερε ήταν να χρεοκοπήσει, να πάρει διαζύγιο και να καταστρέψει ολοσχερώς τη φήμη και την καριέρα του στο Χόλιγουντ. Ο Κάγιε έκανε προσπάθειες να επανέλθει, διαδίδοντας πως θα συνεργαζόταν με τον Μάρλον Μπράντο, με τον οποίο είχε στενές φιλικές σχέσεις. Ο Μπράντο όμως εκείνη την περίοδο θεωρούνταν εξίσου εκκεντρικός και αλλοπρόσαλλος με τον σκηνοθέτη, με αποτέλεσμα κανείς να μην θέλει να συνεργαστεί μαζί τους.
Ο Κάγιε κατάφερε να «τρομάξει» ακόμα και τον Μπράντο με την τρελή του συμπεριφορά. Όταν ο Μπράντο του ζήτησε να εμφανιστεί στα μαθήματα υποκριτικής που οργάνωνε, ο Κάγιε ντύθηκε Οσάμα Μπιν Λάντεν και άρχισε να μιλάει στους μαθητές. Κανείς δεν βρήκε τη στολή αστεία, καθώς είχε περάσει πολύ λίγος καιρός από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της φιλίας του με τον Μπράντο. Έκτοτε, ο Κάγιε έχει παραδεχτεί πως η συμπεριφορά του εκείνα τα χρόνια ήταν εκτός ελέγχου. Επιμένει όμως πως αν του είχαν επιτρέψει να κάνει εκείνος το μοντάζ της ταινίας, ο Νόρτον θα είχε κερδίσει το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, που τελικά πήγε στον Ρομπέρτο Μπενίνι για την ταινία «Η Ζωή είναι Ωραία».
Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου. Λο – λί – τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις φορές, τρία βήματα στον ουρανίσκο πριν ραπίσει, τρις, τους κοπτήρες. Λο. Λί. Τα. Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε Λολίτα. Είχε άραγε προάγγελο; Και βέβαια, και βέβαια είχε. Μπορεί δε κάλλιστα να πεις πως ίσως να μην είχε υπάρξει αυτή η Λολίτα αν πρώτα εγώ δεν είχα αγαπήσει, ένα καλοκαίρι, μια κάποιαν αρχική παιδίσκη. Σ’ ένα βασίλειο στην ακτή. Μα πότε, πότε; Σε χρόνια τόσα προτού η Λολίτα γεννηθεί όσο ήμουν ο ίδιος το καλοκαίρι εκείνο. Μπορείς να ελπίζεις πάντα από χέρι δολοφόνου μιαν εκζήτηση στο ύφος της αφήγησης. Αξιότιμοι κύριοι ένορκοι, τεκμήριο πρώτο, αυτό που τα σφαλερά, ουράνια σεραφείμ, τα απλοϊκά, τα ευγενή κι ολόφτερα σεραφείμ, φθονήσανε. Ενώπιόν σας ένα ακάνθινο κουβάρι.
Με αυτήν την εξομολόγηση ξεκινά η «Λολίτα» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, που λατρεύτηκε και μισήθηκε, απαγορεύτηκε και συκοφαντήθηκε, κι ωστόσο κατόρθωσε να κερδίσει τις καρδιές εκατομμυρίων αναγνωστών, αποτελώντας ακόμα και σήμερα μια απ’ τις πιο συγκλονιστικές ερωτικές ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ.
Βεβαίως πρόκειται για έναν έρωτα καταραμένο: ο μεσήλικος Χάμπερτ Χάμπερτ, ψευδώνυμος αφηγητής και πρωταγωνιστής του βιβλίου – «ποιητής και παιδόφιλος», όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του – ερωτεύεται παράφορα την Ντολόρες – Λολίτα – Χέιζ, την ανήλικη μοναχοκόρη της σπιτονοικοκυράς του, κι αποδύεται σ’ έναν απελπισμένο αγώνα να την κατακτήσει, οδηγώντας και τους δυο τους στην καταστροφή. Το αδιανόητο πάθος του Χάμπερτ είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του, ως απόηχος ενός μηδέποτε εκπληρωθέντος έρωτα για την Άνναμπελ, τη δωδεκάχρονη παιδούλα που γνώρισε ως παιδί κι ο ίδιος σε παραθαλάσσιο θέρετρο της Μεσογείου. Η αδικοχαμένη Άνναμπελ έχει ως προπομπό την «Άνναμπελ Λη», το τελευταίο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόου, αφιερωμένο στην μνήμη της συζύγου κι εξαδέλφης του Βιρτζίνια, την οποία ο ποιητής είχε νυμφευθεί στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών – μάλιστα ο πρώτος τίτλος της «Λολίτας» ήταν «Το βασίλειο στην ακτή» (The Kingdom by the Sea) στίχο-επωδό του ομώνυμου ποιήματος – και η απώλειά της έχει σφραγίσει τη φύση του αφηγητή απ’ τα μικράτα του, κάνοντάς τον ισόβιο κυνηγό κι εραστή κορασίδων που ο ίδιος ορίζει ως «νυμφίδια»: νεολογισμός του Ναμπόκοφ, που περιγράφει ένα κορίτσι στο μεταίχμιο μεταξύ παιδικής ηλικίας και πρώτης εφηβείας, όταν στο πρόσωπο, το σώμα και τον ψυχισμό του περιέχονται σε ίσες δόσεις η σκανδαλιστική διάθεση της έφηβης κοπέλας και η αγγελική αθωότητα ενός παιδιού.
Όπως είναι εύλογο, η «Λολίτα» – που εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1955 και στην Αμερική τρία χρόνια αργότερα – πέρασε από τα σαράντα κύματα μέχρι να γίνει αποδεκτή από τον εκδοτικό κόσμο, ενώ πλήθος εξοργισμένων ηθικολόγων έσπευσαν (παρά την απέραντη τρυφερότητα της εξομολόγησης του Χάμπερτ, γραμμένης στο κελί της φυλακής) να τη χαρακτηρίσουν πορνογράφημα φθοροποιό κι επικίνδυνο για τα χρηστά ήθη, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη θριαμβική απήχηση της «Λολίτας», η οποία, όπως και η «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ έναν αιώνα πριν, έγινε ραγδαία το λεγόμενο «succès de scandale», ανάρπαστο μπεστ σέλερ που μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (σε σενάριο του ιδίου του Ναμπόκοφ και με σκηνοθέτη τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ).
Ωστόσο, ο θεατής καλείται έτσι να παραβάλει την στιλπνή ταινία και τα πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα μ’ εκείνη την άλλη ταινία που ξετυλιγόταν μέσα στη σκέψη του και που θα τη νόμιζε κανείς γυρισμένη μ’ ένα φακό θαμπό, έτσι που οι φυσιογνωμίες να μην διαγράφονται καθαρά και να μένουν αδιάκοπα υποψήφιες για την οριστική σχεδίαση. Η απότομη μετάβαση απ’ αυτήν την αοριστία στην φωτογραφική σαφήνεια της οθόνης, είναι τις περισσότερες φορές μια δοκιμασία, κάτι σαν βίαιη αφύπνιση. Και πρέπει να περάσει κάμποση ώρα για να μας κερδίσει η ταινία με τις δικές της αρετές -αν έχει-και με τη δική της ατμόσφαιρα -οπότε καταφέρνει να την δημιουργήσει. Ίσως σε τελευταία ανάλυση οι ήρωες ενός βιβλίου να μην είναι πραγματικά ελεύθεροι να μετοικήσουν στην οθόνη, παρά μόνο αν ο συγγραφέας είναι ασήμαντος ή άγνωστος. Γιατί μόνο τότε δεν τους κρατά δέσμιους η φαντασία των θεατών.
Έτσι, η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά (την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας έκρινε ως ατυχή), ευθύνεται για μιαν απ’ τις βασικές παρερμηνείες στις οποίες περιπίπτουν όσοι έχουν δει την ταινία χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο – καθώς, για ευνόητους λόγους, στο φιλμ του Κιούμπρικ τη Λολίτα ενσαρκώνει η Σου Λάιον, δεκαέξι ετών κατά το γύρισμα της ταινίας και με εμφάνιση που παραπέμπει σαφώς περισσότερο σε οριακά ενήλικη, χυμώδη έφηβη, παρά σε νυμφίδιο. Διότι, κι εδώ έγκειται το σοκ που εξακολουθεί να προκαλεί το μυθιστόρημα στους νέους αναγνώστες του, στο βιβλίο η Λολίτα είναι μόλις δώδεκα ετών παιδάκι, με όλη την αφέλεια, το πείσμα και τον αθέλητο οίστρο ενός κοριτσιού που ακόμα δεν έχει καν διαβεί το κατώφλι της εφηβείας. Στο ταξίδι τους στην αμερικανική ενδοχώρα, και προκειμένου να την αποπλανήσει, ο πατριός και διαφθορέας της θα αναγκαστεί να της κάνει όλα τα χατίρια που κάνεις σ’ ένα μικρό παιδί – αγοράζοντάς της γλειφιτζούρια και κόμιξ, φανταχτερά ρούχα και παγωτά σπέσιαλ, σαν να πασχίζει να χειριστεί μιαν ατίθαση, ζωντανή κούκλα. Η σκηνοθεσία του Κιούμπρικ είναι εξιχνιαστική όπου χρειάζεται, εύστοχη, ακριβής, χωρίς χάσματα και χωρίς φτήνειες. Μπορεί βέβαια να έχει κανείς αντίρρηση για την εκλογή μιας πρωταγωνίστριας που μοιάζει αρκετά μεγαλύτερη από την ηρωίδα του βιβλίου, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η νεοφερμένη Σιού Λάιαν κατορθώνει να υποδυθεί πολύ ικανοποιητικά έναν πολύπλοκο ρόλο που θα συνέτριβε ίσως μια νεοτέρη της. Ο Τζαίημς Μέισον έχει την εκφραστική κυριαρχία και τις πολυσήμαντες αποχρώσεις που απαιτούσε η ερμηνεία του απεγνωσμένου πάθους. Αυτό που δεν διακρίνει ούτε το δικό του παίξιμο, ούτε κι’ ολόκληρη την ταινία, είναι ο λυρισμός του συναισθήματος που τον κατέχει. Τελικά ο Κιούμπικ χρησιμοποίησε νομίζουμε σωστά την «ασυνήθιστη» ψυχολογία του ήρωα του για να δείξει, σε αντίθεση, την κενότητα της συμβατικής συμπεριφοράς. Απ’ αυτή την άποψη λ.χ. η συλλυπητήρια επίσκεψη στο μπάνιο είναι υπόδειγμα πικρού χιούμορ. Δεν κατάφερε όμως να φτάσει στο επίπεδο του βιβλίου γιατί ενώ μετέφερε, με αξιέπαινη ψυχολογική φροντίδα, τις καταστάσεις, δεν φαίνεται να αναζήτησε την κινηματογραφική αντιστοιχία της γλώσσας του Ναμπόκωφ –μιας γλώσσας ουσιαστικά ποιητικής που αποδείχθηκε πως ήταν η σάρκα και το αίμα του ήρωα του. Καλοί ηθοποιοί σαν την Σέλλεϋ Ουΐντερς και τον Πήτερ Σέλλαρς αστοχούν στους δεύτερους ρόλους. Η πρώτη κάνει ένα δεξιοτεχνικό αλλά εξεζητημένο νούμερο της «μέσης αμερικανίδας» και ο δεύτερος σπαταλάει το ταλέντο του χωρίς να μας κάνει να ξεχνάμε πως ήταν εντελώς ακατάλληλος να υποδυθεί ένα έκφυλο συγγραφέα.
Η επόμενη κινηματογραφική μεταφορά θα επιχειρηθεί το 1997 με σκηνοθέτη τον Άντριαν Λιν. Ούτε αυτό το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Αν και η πρωταγωνίστρια, η Λολίτα του Λιν, η δεκατριάχρονη Ντομινίκ Σουέιν αποδίδει την παιδικότητα, την ζωηράδα και την ανεμελιά της ηρωίδας του βιβλίου, η σχέση της με τον Χάμπερτ αποδίδεται με έντονο λυρισμό και συναισθηματισμό. Κατά έναν τρόπο, ωραιοποιείται και παίρνει την μορφή ενός ανόθευτου έρωτα. Μεγάλη ώθηση στην ταινία δίνει ο απολαυστικός Τζέρεμυ Άιρονς που για ακόμη μια φορά (όπως στους Διχασμένους και το M. Butterfly του Cronenberg) βαδίζοντας επάνω στη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τη λογική από τη διαστροφή, καταφέρνει να δώσει σάρκα και οστά στα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του ήρωα.
Σύμφωνα με έρευνες και στατιστικές διαθέσιμες σε όποιον μπει στον κόπο να ψάξει τα περί παιδοφιλίας στην Αμερική – δείχνει να έχει αποτελέσματα σε μεγάλο αριθμό συλληφθέντων για αποπλάνηση ανηλίκου. Όποια κι αν ήταν η μοίρα του, όμως, ένα γεγονός παραμένει: ο άνθρωπος αυτός θα γεννούσε στις καρδιές των περισσότερων συνανθρώπων του αισθήματα φρίκης ή και δολοφονικού μίσους, και θα αντιμετωπιζόταν ως μίασμα.
Κι όμως – κι εδώ κρύβεται το μεγαλείο της τέχνης – χάρη στην αφηγηματική μαστοριά του Ναμπόκοφ (άφταστου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής και της σαγήνης των αισθήσεων και της μνήμης, κατά πολλούς εφάμιλλου του Μαρσέλ Προυστ) διαβάζοντας την εξομολόγηση του Χάμπερτ Χάμπερτ, όσο κι αν φρίττει κανείς με τη διαταραχή του, συγχρόνως τον συμπονά για την καταδίκη του σε μια ζωή γεμάτη στέρηση και δαιμονικό, αφόρητο πόθο. Μέσα στην ίδια σελίδα τον απεχθάνεται και τον λυπάται, νιώθει ότι διαβάζεις την ιστορία ενός τέρατος μα κι ενός ανθρώπου με ασύλληπτα αποθέματα στοργής για το αντικείμενο του πόθου του. Αυτό καθιστά εν γένει το έργο αυτό σταθμό!
Καταλήγουμε, λοιπόν, πως καμιά μέχρι στιγμής κινηματογραφικής μεταφορά της Λολίτας δεν έχει καταφέρει να αποδώσει την μαγική γραφή και την βαθιά ψυχική ταλάντευση των ηρωών του Ναμπόκοφ, παρότι τόσο ο Κιούμπρικ όσο και ο Λιν προσέθεσαν κάποιες διαφορετικές οπτικές και έκαναν πιο προσιτό στο κοινό ένα έργο που πέρασε μια σύγχρονη Ιερά Εξέταση.
Εκείνος ήθελε «πριν πεθάνει μία τελευταία ταινία μαζί της». Εκείνη ήθελε «να τον ερωτευτεί ξανά». Έχουν περάσει πέντε δεκαετίες από τότε που η Τζέιν Φόντα και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ξεκίνησαν την καριέρα τους στο Χόλιγουντ. Δύο νέοι, όμορφοι ηθοποιοί που έπαιξαν μαζί ως νεόνυμφοι στο «Ξυπόλυτοι στο Πάρκο».
Πενήντα χρόνια, τέσσερα Όσκαρ και αμέτρητους ρόλους αργότερα, οι σπουδαίοι ηθοποιοί επανενώθηκαν για μία άλλου είδους ιστορία αγάπης. Η ταινία «Οι ψυχές μας τη νύχτα» (Our souls at night), διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix, αποτελεί μεταφορά του πολυδιαβασμένου best seller του Kent Haruf από τους σεναριογράφους Scott Neustadter και Michael H. Weber.
Σε μια μικρή πόλη του Κολοράντο, το Χολτ, η Άντι Μουρ (Τζέιν Φόντα) κάνει μια απροσδόκητη επίσκεψη σε έναν γείτονά της, τον Λούις Γουόλτερς (Ρόμπερτ Ρέντφορντ). Ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή πριν χρόνια, το ίδιο και η σύζυγος τού Λούις, και ενώ ζουν σε μικρή πόλη και είναι γείτονες επί δεκαετίες, δεν έτυχε ποτέ να έχουν ιδιαίτερη επαφή. Τα παιδιά τους ζουν μακριά και αυτοί μένουν ολομόναχοι στα μεγάλα τους σπίτια. Η Άντι θα προσπαθήσει να καθιερώσει μια επαφή ανάμεσά τους, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορεί για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Η Τζέιν Φόντα ερμηνεύει με εσωτερική συγκίνηση αλλά και με εντυπωσιακή λιτότητα μια ηλικιωμένη γυναίκα που έχει χάσει τον άνδρα της και, για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά της, ζητάει από έναν επίσης ηλικιωμένο γείτονα που έχει χάσει τη γυναίκα του να κοιμούνται μαζί, χωρίς να υπάρχει σεξουαλική επαφή, μόνο για να συζητούν και να περνάνε πιο εύκολα τα βράδια. Τα προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά και οι αντιδράσεις από το κοινωνικό περιβάλλον τους, θα έρθουν για να βάλουν εμπόδια στη συνάντηση δύο ψυχών που έχοντας συσσωρεύσει τη σοφία μιας ολόκληρης ζωής διψούν για ουσιαστική επικοινωνία, φιλία και συντροφικότητα. Και τις διεκδικούν. Ο Ρέντφορντ αποδεικνύεται για άλλη μια φορά, όπως και στο «Ξυπόλυτοι στο πάρκο», ιδανικός παρτενέρ. Σκηνοθετεί, με αργούς και άνευρους, δυστυχώς, ρυθμούς, ο Ρίτες Μπάτρα, ο οποίος θα μπορούσε να έχει εκμεταλλευθεί καλύτερα την παρουσία των δύο χαρισματικών ηθοποιών.
Αν ο Ρέντφορντ στα 81 του χρόνια μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος που εξακολουθεί να μοιάζει με εκείνον τον χαριτωμένο άνδρα που είχαμε αγαπήσει στην κωμωδία του Νιλ Σάιμον, απλώς έχοντας περισσότερες ρυτίδες και άσπρους κροτάφους, η σχεδόν 80χρονη Φόντα (γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1937) μοιάζει θαύμα της φύσης. Όσο και αν είναι προφανές πως η εντυπωσιακή εικόνα της οφείλεται και στους ειδικούς που τη φρόντισαν και εξακολουθούν να τη φροντίζουν, η νεανικότητα που αποπνέει η παρουσία της είναι σχεδόν υπεράνθρωπη. Καταβάλλει, θαρρείς, προσπάθεια για να παίξει την ηλικιωμένη γυναίκα στο «Our souls at night», παραμένοντας στην πραγματικότητα μια μεσήλικη – έφηβη, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τις πιο δύσκολες γυμναστικές ασκήσεις, να χορέψει, να κάνει τζόκινγκ.
«Οι ψυχές μας τη νύχτα» είναι η τέταρτη ταινία στην οποία παίζουν μαζί η Τζέιν Φόντα και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Σε μια συνέντευξη τον περασμένο Μάρτιο, η Φόντα ομολόγησε ότι κάθε φορά που συνεργάζεται με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, τον ερωτεύεται.
Αξίζει να δείτε αυτή την γλυκόπικρη ταινία που σχετίζεται με τις δεύτερες ευκαιρίες, το πέρασμα του χρόνου, την αναπόληση της νιότης, τη σοφία της ηλικίας, αλλά ακόμη και τις οικογενειακές σχέσεις και την παράδοξη ελευθερία που σου χαρίζει η ζωή στις τελευταίες αναλαμπές της.
Το μυθιστόρημα «The perks of being a wallflower» γραμμένο σε μορφή επιστολών δημοσιεύτηκε το 1999 κατακτώντας πλήθος αναγνωστών ανά τον κόσμο και κάνοντας γνωστό το συγγραφέα του, Stephen Chbosky. Γεννημένος το 1970, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης εμπνέεται από τις ταινίες της νεότητας του για να συνθέσει μια ιστορία στην οποία παίρνουν μέρος τα περισσότερα ‘’πάθη’’ που χαρακτηρίζουν την ευαίσθητη ηλικία της εφηβείας: ανάγκη ταύτισης, ανάγκη ενσωμάτωσης σε ένα σύνολο/μια ομάδα, έρωτας, σεξ, ναρκωτικά, ξαφνικές ψυχολογικές μεταπτώσεις από την υπέρμετρη αισιοδοξία στην βαθιά απαισιοδοξία, τάσεις αυτοκτονίας, συνεχείς απροσδόκητες αποκαλύψεις των συμβάντων της παιδικής ηλικίας με όλα τα ψυχολογικά τραύματα που ίσως φέρει αυτή στο κάθε πρόσωπο.
Βρισκόμαστε λοιπόν στη δεκαετία του ’90. Ο Τσάρλι είναι ένα δεκαεξάχρονο αγόρι που συναντά προβλήματα προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα του όταν ξεκινάει το λύκειο. Πρόκειται για ένα νέο συνεσταλμένο και ευγενικό με ευαισθησία για τη λογοτεχνία και τον πλούτο των λέξεων. Εύθραυστος ψυχολογικά και με νωπά ακόμη τα τραύματα της απώλειας του καλύτερου του φίλου που αυτοκτόνησε, ο Τσάρλι κάνει γενναίες προσπάθειες να αποκτήσει φίλους και να ζήσει μια φυσιολογική εφηβική ζωή, όπως οι συνομήλικοι του. Καταλήγει μέλος μιας παρέας τελειοφοίτων , ανάμεσα στους οποίους είναι ο πνευματώδης και γεμάτος αυτοπεποίθηση Πάτρικ, καθώς και η ετεροθαλής αδερφή του Σαμ, που τον δέχονται στο “κλαμπ των περιθωριοποιημένων”. Οι νέοι του φίλοι τον ενθαρρύνουν να βγει από το καβούκι του, τον οδηγούν σε πρωτόγνωρα γι’ αυτόν μονοπάτια. και τον εισάγουν στη μουσική, στον κινηματογράφο, στο «The Rocky Horror Picture Show» και, τελικά, στην ίδια τη ζωή. Μέσα από την καθημερινότητα, από τις εξορμήσεις τους, από σημαντικά γεγονότα δένονται μεταξύ τους και αρχίζουν να τρέφουν δυνατά συναισθήματα ο ένας για τον άλλον. Ο καθένας τους έχει να αντιμετωπίσει τους δικούς του “εφιάλτες”όμως με αμφίδρομη στήριξη, κατανόηση και συμπαράσταση ίσως καταφέρουν να διώξουν τα γκρίζα σύννεφα από την ζωή τους.
So, this is my life. And I want you to know that I am both happy and sad and I’m still trying to figure out how that could be.
Δεν είναι πολλά τα παραδείγματα συγγραφέων που να μεταφέρουν οι ίδιοι στην οθόνη το βιβλίο τους, όμως αν κρίνουμε από το παράδειγμα του Stephen Chbosky, μάλλον θα έπρεπε να γίνεται πολύ συχνά. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης έδωσε ζωή στο δαιδαλώδες σενάριο που φυσικά έγραψε ο ίδιος με μεγάλη επιτυχία. Με πολύ ενδιαφέροντες διαλόγους και μερικές ανατρεπτικές σκηνές, ο Chbosky κάνει συχνές αναδρομές στο παρελθόν φέρνοντας με αυτόν τον τρόπο στο φως εικόνες που στοιχειώνουν τον νεαρό Τσάρλυ ακόμη και σήμερα. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα ο πρωταγωνιστής αφηγείται μέρος της ζωής του μέσα από γράμματα που γράφει στον φίλο του που αυτοκτόνησε, ακολουθώντας έτσι την μορφή του βιβλίου.
Ο Τσάρλι δεν είναι επαναστάτης αλλά μια ταπετσαρία, συμπαθής, χαριτωμένος, μα δειλός και ανύπαρκτος, όπως οι περισσότεροι μαθητές στο γυμνάσιο. Διαθέτει χαρίσματα και αρετές, που, όπως οι περισσότεροι, δεν τα βλέπει, γιατί δεν αντικατοπτρίζονται στην αποδοχή των άλλων. Ο σκηνοθέτης/σεναριογραφος/συγγραφέας ζωγραφίζει ένα πορτρέτο της εφηβείας μέσα από το επιμέρους πορτρέτο ενός νέου που φαίνεται φυσιολογικός, αλλά παλεύει με την ψυχική ασθένεια για την ισορροπία του μυαλού του, παρατηρώντας τους συσχετισμούς της οικογένειάς του, απορροφώντας τις κοινωνικές πιέσεις και προσπαθώντας να είναι ευγενικός με τους ανθρώπους που πολλές φορές τον βλάπτουν. Ο Τσάρλι, κατά μία έννοια, είναι ο ευάλωτος και γενναίος ιππότης που δεν είναι σίγουρος πως μπορεί να αντέξει τις κακουχίες, αλλά τον αγώνα του τον δίνει με ψυχή.
Ο νεαρός πρωταγωνιστής, Logan Lerman, προσφέρει μια εξαιρετική, μεστή και ώριμη ερμηνεία, ο Ezra Miller χαρίζει σίγουρα την πιο ευχάριστη και ίσως αξιομνημόνευτη ερμηνεία της ταινίας, ενώ η Emma Watson, αμέσως μετά τον Χάρι Πότερ, αποδεικνύει ότι είναι μια λαμπρή ηθοποιός. Το soundtrack είναι απόλυτα ταιριαστό και καίριο, από τους The Smiths και τον Morrissey μέχρι τον David Bowie τα τραγούδια είναι επιλεγμένα ένα – ένα για να ταιριάζουν με τις σκηνές και τα συναισθήματα των χαρακτήρων.
Το σύμπαν αυτής της ταινίας, είναι τόσο πλούσιο και ενδιαφέρον, ηχεί τόσο αληθινό και ειλικρινές συναισθηματικά, τόσο ανοιχτό και γενναιόδωρο, όπως συμβαίνει και με τους ήρωες του, που κατοικούν στο δικό τους μικρόκοσμο μακριά από την θορυβώδη πραγματικότητα των δημοφιλών παιδιών του σχολείου. Σε αντίθεση με πολλές άλλες ανάλογες ταινίες που εστιάζουν στον κόσμο του λυκείου, στις πιο άβολες στιγμές της εφηβείας, στην δοκιμασία της διαδρομής προς την ενηλικίωση, «Τα Πλεονεκτήματα του να Είσαι στο Περιθώριο» βρίσκουν την αλήθεια πίσω από τα κλισέ με τρόπο που λίγοι σκηνοθέτες έχουν πετύχει στο παρελθόν.
Καταφέρνει να σε γυρίσει πίσω σε εκείνα τα χρόνια μέσα από τον φακό της νοσταλγίας ανασύροντας αναμνήσεις μίας άλλης ζωής αφήνωντας σε με το γλυκόπικρο συναίσθημα της γαλήνης αλλά και της ανακούφισης. Και τότε βρίσκεσαι στο σημείο όπου ο πραγματικός κόσμος συγκρούεται με την προσωπική ζωή με τέτοιο τρόπο που ο καθένας ξέρει, θυμάται και μπορεί να αισθανθεί ακρίβως εκείνη την στιγμή όταν ένα τραγούδι μπορούσε να σε κάνει να νιώθεις έκσταση, πως μία κασέτα με remix ήταν το πιο σημαντικό δώρο, πως οι φίλοι σου, δίπλα σου στο κάθισμα του αυτοκινήτου, ήταν ολόκληρος ο κόσμος. Πετυχαίνοντας κάτι τέτοιο, κάθε ελάττωμα της ταινίας, κάθε μικρή αντίρρηση, μοιάζει ασήμαντη και ανούσια στην σύγκριση.
Το τελικό μήνυμα με το οποίο μας αφήνουν «Τα Πλεονεκτήματα του να Είσαι στο Περιθώριο» είναι απλό. Μπορεί κανείς αντιμετωπίζοντας τους φόβους του, να απαλλαχτεί από κάθε είδους τύψη ή ενοχή και να ζήσει ελεύθερος. Η δυνατή φιλία, ο έρωτας και η ελπίδα μπορούν τελικά να μετατρέψουν το περιθώριο στο επίκεντρο του κόσμου, του δικού σου κόσμου.
Η Ιρλανδέζα συγγραφέας Έμα Ντόναχιου διακρίθηκε με μια σειρά μυθιστορημάτων πάνω στην ενηλικίωση και την αναζήτηση της σεξουαλικότητας («Stir Fry», «Hood»), για να γίνει παγκόσμια γνωστή το 2010 με το «Room», το μπεστ σέλερ της που έφτασε ως τη λίστα των έξι του βραβείου Μπούκερ. Η Ντόναχιου εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από την αληθινή ιστορία της Ελίζαμπεθ Φριτζλ από την Αυστρία. Η Φριτζλ κρατήθηκε φυλακισμένη σε ένα μπουντρούμι, από τον πατέρα της, για εικοσιτέσσερα χρόνια. Απέκτησε πολλά παιδιά, καρπούς αιμομιξίας, που πολλά από αυτά μεγάλωσαν μαζί της στη φυλακή της. Παίρνοντας το δρόμο για την οθόνη, το δύσκολο όσον αφορά στο θέμα του και απαιτητικό στη διασκευή του βιβλίο πέρασε στα χέρια ανεξάρτητου παραγωγού (του Εντ Γκίνεϊ του «Αστακού») και προσαρμόστηκε σεναριακά από την ίδια τη συγγραφέα. Η δημιουργική αυτή ομάδα υπό την επίβλεψη του Ιρλανδού σκηνοθέτη Λένι Άμπρααμσον υλοποίησε με φροντίδα την επίφοβη μεταφορά, μετατρέποντας ένα ιρλανδο-καναδέζικο δράμα στην οσκαρική έκπληξη του 2015.
Η υπόθεση της ταινίας είναι απλή αλλά σοκαριστική. Ο Τζακ και η μητέρα του ζουν κλεισμένοι στο «Δωμάτιο». Εκείνη την απήγαγαν 7 χρόνια πριν. Εκείνος, καρπός ενός συνεχόμενου βιασμού, δεν έχει γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από όσα βρίσκονται μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Ολα βρίσκονται μέσα σ’ ένα Δωμάτιο: η Καρέκλα, το Τραπέζι, η Γούρνα, ο Φωταγωγός, η Μαμά του που τον αγαπά και τον φροντίζει και του λέει ιστορίες και παίζει μαζί του. Μα παρά τις ευφάνταστες προσπάθειες της μητέρας του να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο για κείνον, η ζωή και των δύο είναι κάθε άλλο παρά φυσιολογική. Για να προστατεύσει την ψυχική του ισορροπία δεν αντιδρά, δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα κι όταν ο άντρας τους επισκέπτεται τα βράδια, βάζει τον Τζακ να κρύβεται στην ντουλάπα. Φυλακίζει τις αντιστάσεις της, κρατά καλά κρυμμένα τα προσωπικά της αδιέξοδα, τον τυραννικό αποκλεισμό της από την έξω ζωή. Όμως, την ημέρα των πέμπτων γενεθλίων του μικρού, καθώς ετοιμάζουν το εορταστικό κέικ, αποφασίζει πως πρέπει το δωμάτιο να πάψει να είναι ο κόσμος τους, αποφασίζει ότι δεν θέλει ο γιος της να περάσει όλη του την ζωή στο Δωμάτιο. Ο Τζακ πρέπει να μάθει ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω.
Σκηνοθετημένο σαν ψυχολογικό θρίλερ το οποίο αποκαλύπτει με φειδώ τις πληροφορίες του, το πρώτο μέρος της ταινίας εστιάζει γύρω από τους δύο βασικούς χαρακτήρες και τη μεταξύ τους σχέση, χειριζόμενο με υποδειγματική αφηγηματική ισορροπία το μυστήριο, την ένταση, το συναισθηματικό ξέσπασμα και, στην κορυφαία σκηνή, το σασπένς. Στο δεύτερο μέρος, η «κανονική» ζωή επιβάλλει έναν πιο ράθυμο ρυθμό κι επιφυλάσσει πολύ λιγότερες εκπλήξεις, οι Ντόναχιου και Άμπρααμσον, όμως, καταφέρνουν να κρατούν ψηλά το ενδιαφέρον μας, βομβαρδίζοντάς μας διαρκώς με ερωτήματα. Η ταινία τολμά να αγγίξει και μάλιστα καταφέρνει να σου δώσει με τρόπο απόλυτα πιστό προς τη πραγματικότητα τους φόβους, τα ξεσπάσματα, τις ακραίες αντιδράσεις στα νέα δεδομένα. Η συγκινητική πρώτη επαφή του μικρού Τζακ με το περιβάλλον και τη ζωή, η σχέση αγάπης και μίσους που υπάρχει μεταξύ αυτού και της μητέρας του, οι κατηγορίες της τελευταίας προς τους δικούς της γονείς-φταίχτες αλλά και η αγωνιώδης προσπάθεια να ξαναβρούν τις ισορροπίες και τη θέση τους στο κόσμο σε μαγεύουν και σε αγγίζουν πραγματικά.
Το “Room” αποτελεί ύμνο στη σχέση μητέρας-γιου και εστιάζει τόσο προσεκτικά σε πτυχές της παιδικής και όχι μόνο ψυχοσύνθεσης που θα άφηνε ικανοποιημένους και τους πιο μεγάλους ψυχολόγους. Είναι από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν δάκρυα από τα πρώτα της λεπτά και σε όλη την διάρκειά της. Ο λόγος είναι απλός: Το έργο θέτει σε αμφισβήτηση αξίες που όλοι μας θεωρούμε δεδομένες, όπως το να βλέπουμε τον ήλιο το πρωί, τον ουρανό, τα δέντρα, τα ζώα. Ο μικρός Jack τα θεωρεί «εξωγήινα» καθώς δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή μαζί τους, πέραν της τηλεόρασης. Η ιδέα αυτή είναι ασύλληπτη και φαντάζει εξωφρενική. Τα μικροπροβλήματα της ζωής μοιάζουν τόσο ασήμαντα, άμα σκεφτούμε πως θα μπορούσαμε να μην δούμε ποτέ τον ήλιο να ανατέλλει, να αγνοούμε πλήρως την ύπαρξή του ή να το θεωρούμε κάτι εξωπραγματικό. Ένα πραγματικό δράμα που κατακλύζεται από σοκαριστικές ιδέες και δύσκολες εικόνες που όμως καταφέρνει να σου αφήσει μια γλυκιά και καθαρή αίσθηση στο τέλος.
Ο μικρός Jacob Trembley, ακολουθώντας τις σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες, με τον πηγαίο και αυθεντικό τρόπο του να εκφράζεται καταφέρνει να συνεπάρει τον θεατή από το πρώτο λεπτό. Συνδυάζει την παιδική αφέλεια με τη σοβαρότητα που απαιτεί ο ρόλος του φύλακα Άγγελου που έχει προς τη μητέρα του και κάνει την αποκάλυψη. Οξύθυμος, πεισματάρης, τρομαγμένος, γαλήνιος. δεκτικός, όλα εκεί που πρέπει και όσο πρέπει. Η ικανότητά του στην κατανόηση του έργου, πέρα από τις εκρηκτικές του στιγμές, φαίνεται περίτρανα από το φινάλε, εκεί όπου κλείνει ο κύκλος και λήγει το πένθος με τον αποχαιρετισμό του κελιού αλλά και του παρελθόντος.
Ο ρόλος της Μπρι Λάρσον είναι ένας από τους καλύτερους, πιο πολύπλοκους γυναικείους της τελευταίας δεκαετίας. Ένα νέο κορίτσι με βλέμμα που κυμαίνεται από την ανεξέλεγκτη οργή ως τη ματαιωμένη απογοήτευση και την μπερδεμένη ψυχή μιας μάνας χωρίς τη θέλησή της, αλλά με την αποφασιστικότητα του μητρικού ενστίκτου. Η Λάρσον έχει μία απαράμιλλη, νατουραλιστική εκφραστικότητα, την οποία χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια και πειθαρχία. Aναλαμβάνει και φέρνει εις πέρας αυτόν τον σπουδαίο ρόλο χωρίς θόρυβο, αλλά με αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο, κερδίζοντας τη συγκίνηση αντί να την εκβιάσει με ευκολίες και δίκαια κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2015.
Oι Joan Allen και William H. Macy, γονείς της Joy, μπαίνουν φυσικά στην ιστορία και γεμίζουν το ήδη πολύ δυνατό σκηνικό θυμίζοντας μας πως η κόρη τους και ο Jack δεν είναι τα μόνα θύματα της ιστορίας, καθώς και οι ίδιοι κατακλύζονται από θλίψη, ενοχές και αδυναμία μπροστά στην ανατροπή που έρχεται στη ζωή τους για μια ακόμη φορά.
Ο Εϊμπραμσον πετυχαίνει έναν μικρό θρίαμβο και δικαιολογημένα είδε την μικρή ταινία του στην τελική ευθεία της οσκαρικής κούρσας (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου) κερδίζοντας ένα Όσκαρ. Στο πρώτο μέρος, όταν η κάμερά του βρίσκεται κι εκείνη έγκλειστη με τον Τζακ, τη μαμά του κι όλους εμάς σ’ έναν ασφυκτικό χώρο, ο σκηνοθέτης καταφέρνει το ακατόρθωτο. Οσο βλέπουμε το Δωμάτιο μέσα από τη φαντασία του αγοριού, κι εκείνο μοιάζει να ανοίγει καλειδοσκοπικά, μαγικά, σαν ακορντεόν που ξεδιπλώνεται με έξτρα ανάσες, με τον Εϊμπραμσον να ανακαλύπτει μονίμως ευφάνταστους τρόπους να κινηματογραφίσει τέσσερις μίζερους τοίχους. Στο δεύτερο μέρος, η σκηνοθετική αποστολή είναι ακόμα πιο δύσκολη. Χωρίς την ένταση του θρίλερ ο Εϊμπραμσον πρέπει να μας κοινωνήσει ένα ακόμα πιο σύνθετο, ψυχαναλυτικά αχαρτογράφητο κομμάτι: την ενηλικίωση (τόσο του παιδιού, όσο και της μαμάς που ήταν παιδί κι έγινε ξαφνικά μητέρα). Της αγάπης που μπορεί να είναι και βαθιά εγωιστική. Τον ρόλων μας στη ζωή που πάντα μας εγκλωβίζουν σε αόρατα δωμάτια. Κι εκεί, η κάμερά του παραμάνει διακριτική – τόσο που μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν απογειώνει τη δραματουργία.
Μια κινηματογραφική εμπειρία που κόβει την ανάσα, σηκώνει την τρίχα, φέρνει δάκρυα στα μάτια και δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του θεατή. Κυρίως όμως, μοιάζει να αποτελεί ένα δημιούργημα που μπορεί να αλλάξει την οπτική της ζωής. Μετά την προβολή της ταινίας, δεν θα προβληματίζεστε έντονα για ανούσια θέματα που σας απασχολούσαν στο παρελθόν. Γιατί, πολύ απλά, θα έχετε συνειδητοποιήσει πως ανά πάσα στιγμή μπορείτε απλά να βγείτε έξω και να κοιτάξετε τον ουρανό… Και η ταινία καθιστά κατανοητό το γεγονός πως μεγαλύτερο και ομορφότερο δώρο από αυτό δεν υπάρχει.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Χορού αποφασίσαμε στο σημερινό μας κινηματογραφικό αφιέρωμα να φιλοξενήσουμε 10 “χορευτικές” που έκαναν να αγαπήσουμε το μπαλέτο, να λαχταρήσουμε ένα τανγκό και να κουνηθούμε στους ρυθμούς του rock and roll και της σάλσα. Ταινίες που απλώνονται από μια λυρική σκηνή, μέχρι ένα κακόφημο κουβανέζικο μπαρ, από μια δεξίωση μέχρι ένα εφηβικό πάρτυ και μας αποδεικνύουν πως πολλές φορές σινεμά, μουσική και χορός βαδίζουν μαζί σε τέλεια αρμονία! Στη λίστα μας θα βρείτε όσες ξεχωρίσαμε. Ορίστε οι προτάσεις μας:
1. Billy Elliot- Γεννημένος Χορευτής (2000)
Το «Billy Elliot, γεννημένος χορευτής» εισάγει εύστοχα στον κινηματογράφο το επιτυχημένο νέο θεατρικό σκηνοθέτη Στίβεν Ντάλντρι. Kερδίζει την πειστικότητα και την ολοκλήρωσή του, κυριολεκτικά πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Θα μπορούσε να έχει διαλυθεί ή να βυθιστεί στην καραμέλα της συναισθηματικής εκμετάλλευσης. Σενάριο, σκηνοθεσία και ερμηνεία κρατούν τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο μελό και στην ουσία, στον πραγματικό του πλαισίου ζωής και στο παραμύθι, στον βαθύτερο προορισμό του ταλέντου και στα πολλαπλά εμπόδια. Τέλος ανάμεσα στο ρεαλιστικό κοινωνικό φιλμ και στο χορευτικό. Οπως ειπώθηκε, ο Kεν Λόουτς συναντά το «Φλάσντανς» ή «Στον πυρετό της δόξας». Σε ανθρακωρυχείο του Ντάραμ, το 1984, ενώ εξελίσσεται η μακρά απεργία που κατέληξε στη νίκη της σκληροτράχηλης Θάτσερ, ο ενδεκάχρονος Μπίλι, ζει με τον χήρο πατέρα του, τον μεγάλο αδελφό του, και τη «φευγάτη» γιαγιά του. Ενώ μαθητεύει σε τάξη πυγμαχίας, ο Μπίλι ανακαλύπτει την τάξη κλασικού μπαλέτου και την ακατανίκητη κλίση του για τον χορό, παρότι μοιάζει σαν τη μύγα μέσ’ το γάλα με τα κορίτσια. Η δασκάλα του διδάσκει τζάμπα, όμως η σύγκρουση με τον πατέρα και τον αδελφό είναι αναπόφευκτη. Η αστυνομία «τσακίζει» τους απεργούς, αλλά ο πατέρας βλέπει τον γιο του να χορεύει αυτοσχέδια και πείθεται να τον στηρίξει, με όλες τις φτωχές του δυνάμεις για να περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις στη φημισμένη Βασιλική Σχολή Μπαλέτου. Γίνεται μεγάλος χορευτής. Η ταινία συγγενεύει, αλλά διαφέρει από το «Αντρες με τα όλα τους» ή το «Βιρτουόζοι», δεν είναι ηθογραφία, που έχει έκβαση θετική, ελπιδοφόρα. Ο Ντάλντρι φέρνει σε ευθεία αντίθεση τους δύο κόσμους, (ανθρακωρυχείο-χορός) με ολόκληρη την παρεπόμενη ψυχολογία και κοινωνική-ταξική νοοτροπία, αλλά και τη φιλμική απεικόνισή τους. Το χωριό είναι γνήσιο με τα σπιτάκια από τούβλα, κολλημένα στη σειρά, θαρρείς αναλλοίωτα από την εποχή της «Kοιλάδας της κατάρας» του Τζον Φορντ, εξήντα χρόνια πίσω. Ο πατέρας είναι ο αδρός Γκάρι Λούις («Το όνομά μου είναι Τζο», το Λόουτς). Οι άντρες πιστεύουν ότι οι χορευτές είναι όλοι «αδελφές» και αυτό το μισούν. Η σύγκριση (και σύγκρουση) με την αστή δασκάλα (Τζούλι Γουόλτερς) και το άριστο-σνομπ περιβάλλον της Βασιλικής Σχολής υπογραμμίζεται. Το ξύλο στις διαδηλώσεις και στην οικογένεια είναι ρεαλιστικό, με τον θυμό-εκνευρισμό των στριμωγμένων απεργών ιδιαίτερα προφανή. Ο χορός δεν προβάλλεται εξιδανικευμένα, σαν όνειρο «πτήσης», με υπόκρουση τη «Ζιζέλ». Kαι ο μικρός Μπίλι (Τζέιμι Μπελ) δεν είναι κανένα υπερευαίσθητο αγόρι. Εκφράζεται δυναμικά με τον χορό, είναι επιθετικός και ενεργητικός. Χορεύει ατίθασα, σε τραγούδια των Τ-Rex, The Clash, The Jam. Οταν «κοντράρεται» ξεσπάει μέσα στην αυλή, κλωτσώντας τους τούβλινους τοίχους και χύνεται στους δρόμους, σε άγρια χορογραφία ως την εξάντλησή του. Kαι όταν μέσα στο γυμναστήριο, όπου μπήκε κρυφά μόνος του, διαπιστώνει ότι τον παρακολουθεί ο πατέρας του, χορεύει άγρια και πειθαρχημένα μαζί και ανατρέπει την πεποίθηση του γονιού. Το φιλμ εμπλουτίζεται και στερεώνεται από αυτήν την εγγραφή της χορογραφίας και του ρυθμού στον καθημερινό χώρο ζωής. Ακόμη και η μεγάλη εφόρμηση των σιδερόφραχτων αστυνομικών οργανώνεται ρυθμικά με τη μουσική και το μοντάζ, συμβάλλει στην ψυχή του παραμυθιού, χωρίς να γίνεται άστοχη κωμωδία. Προς το φινάλε, βέβαια, το φιλμ κλίνει στην ευκολία. Παραλείπει ολόκληρη τη δεκαπενταετή σύγκρουση, που μεταμορφώνει το παιδί του ανθρακωρύχου σε αστέρι χορευτή της «Λίμνης των κύκνων». Το ρεαλιστικό παραμύθι έχει τα όριά του.
2. Μαύρος Κύκνος (2010)
To Black Swan κατατάσσσεται άμεσα στην κατηγορία εκείνη των ταινιών που πρέπει να τις δεις για να την πιστέψεις. Ο Daren Aronovsky έχοντας ήδη δώσει τα διαπιστευτήρια του στα Π, Fountain, Wrestler, Requiem for a dream έρχεται να μας δείξει την σκηνοθετική του ωρίμανση με τον Μαύρο Κύκνο. Χρησιμοποιώντας ένα υπέροχο σενάριο για άλλη μια φορά καταφέρνει να μας σύρει στον βούρκο των χαρακτήρων του μην αφήνοντας μας να πάρουμε τα μάτια από την οθόνη. Αυτό που κάνει την ταινία τόσο ξεχωριστή είναι η άκρως διεισδυτική ματιά στα άδυτα της ψυχοσύνθεσης της Νάταλι Πόρτμαν, κάτι το οποίο έχει καταφέρει σε όλες τις προηγούμενες του ταινίες ο σκηνοθέτης αλλά εδώ συγκεκριμένα κάνει επίδειξη ικανοτήτων αφήνοντας τον θεατή έρμαιο του. Θυμάστε τα πλάνα που ακολουθούσαν τον Μίκι Ρούρκ σε κάθε του κίνηση στον Παλαιστή; Εδώ ετοιμαστείτε για μία άκρως αριστοτεχνική βουτιά στην ψυχοσύνθεση της βασικής πρωταγωνίστριας. Μαθαίνουμε τα πιο βασικά, ότι χρειάζεται δηλαδή για να παρακολουθήσουμε το υπόλοιπο της ταινίας το οποίο είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο και σε τόσο λίγο χρόνο που σε κάνει να αναρωτιέσαι πως από το ζενίθ φτάνει κανείς μέσα σε λίγη ώρα στο ναδίρ. Όσον αφορά τις ερμηνείες τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι ρόλοι είναι τόσο προσεκτικά μοιρασμένοι, ενώ όσοι δεν έχουν πειστεί για το υποκριτικό ταλέντο των Natalie Portman, Vincent Cassell και Mila Kunis θα σηκώσουν τα χέρια ψηλά. Χρόνια είχαμε να δούμε τέτοιες ερμηνείες και δη από ηθοποιούς που ούτε πρωτοεμφανιζόμενοι είναι και πάνω κάτω έχουν ήδη δείξει τα διαπιστευτήρια τους. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει τόσο για τον ρόλο της Kunis όσο και της Hersey που υποδύεται την μητέρα της Πόρτμαν και πραγματικά βγάζει τα καπέλο σε όσους την θεωρούσαν ξεγραμμένη. Πρέπει απλά να παρατηρήσετε τα τελευταία 15 λεπτά της ταινίας και διαψεύστε με αν αυτή η σκηνή μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε πέρασε μπροστά από τα μάτια μας τα τελευταία χρόνια μπροστά από την κινηματογραφική οθόνη. Συνοπτικά μία ταινία που δεν πρέπει να χάσετε για κανέναν απολύτως λόγο, διότι απλά απλούστατα μιλάμε για ένα instant classic και μία ταινία που ξεφεύγει με χαρακτηριστική άνεση από τον τόνο που βγάζουν οι κινηματογραφο-βιομηχανίες κάθε χρόνο.
3. Dirty Dancing 1&2 (1987 & 2004)
Γυρίζουμε τον χρόνο πίσω στο 1987 για να αναλύσουμε μια χορευτική ταινία. Το Dirty Dancing μας μεταφέρει στην δεκαετία του ’60, πριν τους Beatles και την δολοφονία του αμερικανού προέδρου Kennedy. Σε μια κλειστή κοινωνία διαδραματίζεται μια ολόκληρη «μαγεία». Η Baby είναι μια νεαρή κοπέλα που πηγαίνει διακοπές με την οικογένεια της στο Catskill Mountains της Νέας Υόρκης. Σε μια περιοχή όπου κυριαρχεί η εκμάθηση χορού αλλά και οι καθωσπρεπισμοί. Όλα θα αλλάξουν όταν θα γνωρίσει εκεί τον δημοφιλή και καρδιοκατακτητή χορευτή Johnny Castle. Ακριβώς πριν την φθινοπωρινή σεζόν και το μεγάλο βήμα της ένταξης της στο πανεπιστήμιο, η Baby θα μάθει την πραγματική έννοια της ζωής. Μια ιστορία που συνδυάζει μοναδικά τα κοινωνικά πρότυπα με τις υπέροχες χορευτικές φιγούρες των latin και ballroom χορών. Μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα που προσπαθεί να ανταπεξέλθει στους κανόνες της επιβίωσης με κάθε κόστος. Άλλοτε με δάκρυα και πείσμα, και άλλοτε με υποχώρηση και συναισθηματισμούς. Ο Johnny και η Baby αποδεικνύουν την χημεία του πρωταγωνιστικού ζευγαριού με ταπεινές χορευτικές προπονήσεις. Μα πάνω από όλα με την επιθυμία της καρδιάς να αντισταθεί και κάθε όριο. Τελικά μια υπέροχη καταξιωμένη δημιουργία που χαρακτηρίζεται από διασκέδαση και συναίσθημα.
Το πρώτο Dritz Dancing (1987) δεν ήταν κάποιο αριστούργημα, παρά τη μεγάλη του επιτυχία, αλλά ήταν σίγουρα πολύ πιο προσεγμένο από το δεύτερο. Από την άλλη, όμως, γίνεται μια φιλότιμη προσπάθεια εκμετάλλευσης του κουβανέζικου κλίματος, το οποίο εμπνέει πολύ για χορό και μάλιστα «βρώμικο». Ιδίως, μια Κούβας εντός ενός επαναστατικού φόντου. Ως χορός, λοιπόν, όλα καλά, αλλά ως αισθηματικό δράμα ελάχιστα ξεφεύγει από τις παρόμοιες νεανικές παραγωγές, ευρείας κατανάλωσης. Η γοητευτική αντίθεση ανάμεσα στην Κούβα και τις ΗΠΑ, το αθώο και το σαγηνευτικό τελικά είναι πιο δυσδιάκριτη από ότι μοιάζει στην αρχή. Στο φιλμ βρίσκομαι τον μεξικανό Ντιέγκο Λούνα, του «Θέλω και τη Μαμά σου» και τη Ρομόλα Γκαράι, που είχαμε ήδη θαυμάσει στο «Αιχμάλωτη Καρδιά». Και οι δυο τους δεν είχαν καμία προηγούμενη εμπειρία με τον χορό και πέρασαν δέκα εβδομάδες σκληρής εκπαίδευσης στο Πουέρτο Ρίκο (εκεί γυρίστηκε και το έργο), πριν η ταινία αρχίσει. Ο Πάτρικ Σουέιζι κάνει ένα μικρό πέρασμα, για να μας θυμίσει το πού βρισκόμαστε. Δεν πρόκεται για κάποιο ύψιστο κινηματογραφικό δημιούργημα ωστόσο αν έχετε όρεξη για λάτιν, αξίζει μια προσπάθεια!
4. Grease (1978)
Το musical Grease είναι η κινηματογραφική προσαρμογή του δοκιμασμένου στη σκηνή του Broadway, θεατρικού έργου των Jim Jacobs και Warren Casey, που πολύ γρήγορα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Μεταξύ του 1972 που ανέβηκε το έργο σε θεατρική σκηνή για πρώτη φορά και του 1977 που οι έμπειροι Robert Stigwood και Allan Carr ανέλαβαν την παράγωγη της ταινίας για λογαριασμό της Paramount Pictures , το Grease είχε πραγματοποιήσει 2200 παραστάσεις στο Broadway ξεπερνώντας ακόμη και το θρυλικό Oklahoma! Το φιλμ είναι ποτισμένο από νοσταλγία για την δεκαετία του 50, την δεκαετία δηλαδή που προηγήθηκε της επανάστασης του 60, και που ακόμη αποπνέει μια αθωότητα . Η υπόθεση, λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας, ξεδιπλώνεται γύρω από το νεανικό φλερτ με το αγόρι της υπόθεσης να προσπαθεί να συμβαδίσει την φήμη του σκληρού τύπου του σχολείου και με την τρυφερότητα που νιώθει για το κορίτσι. Γύρω από αυτούς ξεδιπλώνεται η κοινωνίας της δεκαετίας του 50. Το χαρούμενο τέλος αναμενόμενο μεν, διασκεδαστικό και με μια μικρή για τα δεδομένα της εποχής ανατροπή. Κατά μια έννοια η ταινία θα μπορούσε να θεωρηθεί η αισιόδοξη – και μουσικοχορευτική- εκδοχή του Rebel without a Cause. Τα στοιχεία είναι κοινά, απαρτίζουν όμως ένα τελείως διαφορετικό σύνολο. Οι κόντρες με τα αυτοκίνητα, η έλλειψη επικοινωνίας με την προηγούμενη γενιά, οι υπαινιγμοί για την καταδυνάστευση των εφήβων από ομάδες – συμμορίες που δρούσαν μέσα στα σχολεία, η καταπιεσμένη, κάτω από τα συντηρητικά φορέματα με τα φουρό ,σεξουαλικότητα των κοριτσιών. Όλα αυτά υπάρχουν στο Grease. Είναι όμως ιδωμένα υπό το πρίσμα της αναβλύζουσας αισιοδοξίας των εφήβων και όχι της κριτικής διάθεσης και της ανησυχίας των γονέων. H αντοχή του στον χρόνο και η απήχηση του στο νεανικό κοινό και της σημερινής εποχής αποδεικνύει ότι το έργο δικαίως διεκδικεί μια θέση στην ατελείωτη λίστα των κλασικών έργων (αριστουργημάτων και μη) που ακόμη και σήμερα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης. Όλη η ταινία ξεχειλίζει από νιάτα, φρεσκάδα, αισιοδοξία, ανεμελιά πραγματική χαρά, και αυτό είναι ίσως που την κάνει ελκυστική και εύκολη στην επαναλαμβανόμενη θέαση.
5. Πυρετός το Σαββατόβραδο (1977)
Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό όταν ταινίες με πολύ μικρός κόστος παραγωγής καταφέρνουν, όχι απλά να κάνουν μια τεράστια εισπρακτική επιτυχία αλλά, καταφέρνουν να γίνουν γνωστές σε ολόκληρο τον κόσμο και η φήμη τους να τις ακολουθεί ακόμα και με το πέρασμα των δεκαετιών σαν να ήταν σύγχρονες. Μια τέτοια ταινία είναι και το “Saturday Night Fever”, η ταινία εκείνη μέσω της οποίας αναδείχτηκε στο τέλος των 70’s ο Travolta, η μουσική και ο χορός της ντίσκο αλλά και η κουλτούρα και η αντίληψη η οποία συνόδευε τους υποστηρικτές της καθώς και τους πολέμιούς της. Μπορεί η ταινία να μην είναι το “Επαναστάτης Χωρίς Αιτία” όμως, και αν το συγκρίνουμε ας πούμε με το “Grease”, σαφέστατα έχει πιο επαναστατικό και προκλητικό ύφος. Ήταν λοιπόν ο παραγωγός Robert Stigwood που αποφάσισε πρώτος να πάρει το ρίσκο. Ποιο ρίσκο ακριβώς; Το να δημιουργήσει για την μεγάλη οθόνη μια ταινία η οποία θα αναδείκνυε ένα περιθωριακό είδος μουσικής, χορού, διασκέδασης κι έκφρασης, το οποίο κυρίως και μέχρι τα μέσα του ’70 ακολουθούσαν οι αφροαμερικανοί και οι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι και ήταν εκείνοι που σύχναζαν στις ντισκοτέκ, εμπνευσμένο από το φανταστικό, όπως παραδέχτηκε αργότερα, άρθρο του Nik Cohn. Αυτό και μόνο το στοιχείο είναι αρκετό για να καταλάβουμε πως τις αντιμετώπιζε ο υπόλοιπος κόσμος ως στέκια και πόσο αποτρόπαιο μπορεί να φαινόταν στα μάτια των άλλων αν κάποιος αποφάσιζε να ακολουθήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το ρεύμα εκείνο. Όμως ο Stigwood δεν φοβήθηκε μπροστά στις πιθανές αντιδράσεις θέλοντας με τον δικό του τρόπο να αποτυπώσει στο κινηματογραφικό πανί τον τρόπο ψυχαγωγίας της νεολαίας της εποχής, η οποία περνούσε σε ένα νέο στάδιο. Αν κάτι ωστόσο κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από άλλες αυτής της κατηγορίας είναι η τολμηρή ματιά της. Απεικονίζει την νεολαία η οποία φυτοζωεί τις καθημερινές, παλεύει καθημερινά περιμένοντας με αγωνία ένα και μοναδικό Σαββατόβραδο, εκείνο που θα τους επιτρέψει να ξεχαστούν, να ξεδόσουν αλλά και να δράσουν με τον τρόπο εκείνο που εκείνοι επιθυμούν και όχι με εκείνον που επιβάλλει το κοινωνικό σύστημα. Η αντίθεση των λαμπερών κοστουμιών και των προβολέων στο προκλητικό και απειλητικό κάποιες φορές σκοτάδι είναι ολοφάνερη, θυμίζοντάς μας ότι ακόμα και το πιο φωτεινό σημείο μπορεί να κρύβει παγίδες. Η απελευθέρωση των ηθών δεν θα μπορούσαν φυσικά να απουσιάζουν σε μια εποχή της οποίας το ρεύμα σου δημιουργούσε την προδιάθεση της επαφής με κάθε μέσον. Αναμφίβολα η μουσική των Bee Gees χαρακτήρισε την ταινία, όσο χαρακτήρισε το άσπρο κοστούμι και το περίεργο, σήμερα πάντα, μαλλί τον Travolta. Όλοι μας έχουμε λικνιστεί στις άκρως χορευτικές μελωδίες τους, πολύ περισσότερο εκείνοι που είχαν την χαρά να προλάβουν ζωντανές ακόμα τις ντισκοτέκ, έστω και αν η εποχή πλησίαζε την κόντρα με τα ροκάδικα. Το γεγονός ότι ο εν λόγω δίσκος ανέβηκε στο νούμερο ένα των charts και δεν έλεγε να πέσει και είναι μέχρι και σήμερα το πιο εμπορικό soundtrack όλων των εποχών, αποδεικνύει την διαχρονικότητά του αλλά και την αντοχή του, έστω και αν η ντίσκο δεν είναι της εποχής ωστόσο, δεν παύει ποτέ να είναι μόδα με τον τρόπο της. Ο John Travolta αναδείχτηκε μέσα σε μια νύχτα σε κορυφαίο star χάρη στην ταινία αυτή, σε συνδυασμό πάντα με το πακέτο που είχε να προσφέρει. Νέος, γοητευτικός, πιστό μοντελάκι για τα γούστα της εποχής και με ένα μεγάλο προσόν. Εξαιρετικές χορευτικές ικανότητες, ένα στοιχείο που τελικά δεν αποδείχτηκε απαραίτητο για τον Tony Manero, τον ήρωα τον οποίο και υποδύθηκε αλλά και για τον ίδιο καθώς, ήταν ένα από τα προσόντα του εκείνα που αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα στο μέλλον και που ήθελε δεν ήθελε τον χαρακτήρισε. Η απογοήτευση της καθημερινότητας συναντάει την έξαψη των Σαββατόβραδων, έτοιμη να αφήσει τα πάντα πίσω της και να κουνηθεί στους ρυθμούς της ντίσκο μουσικής. Το σενάριο απλοϊκό αλλά ειλικρινές με μια ντομπροσύνη στον λόγο της που δεν περνάει απαρατήρητη. Η φωτογραφία της ζωντανή, γεμάτη αντιθέσεις και χρώματα, λάμψη και σκοτάδι, να ντύνουν την ιστορία μιας εποχής όπου η αναζήτηση και η ελπίδα να γίνουν πράξη τα θέλω και τα όνειρα ήταν πιο ισχυρά από κάθε τι άλλο. Μπορεί το “Saturday Night Fever” να μην είναι πλέον της εποχής όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ταυτόχρονα παλιομοδίτικο. Άλλωστε η καθημερινότητά μας, έστω και αν δεν είμαστε στα 70’s, μοιάζει τόσο πολύ με εκείνη που γιατί να μας δημιουργηθεί αυτή η εντύπωση;
6. Moulin Rouge (2001)
Η ιστορία του Moulin Rouge φέρνει τον νεαρό Christian στο Παρίσι αναζητώντας τη μποέμικη ζωή. Η τύχη θα τον φέρει μπροστά στον γνωστό ζωγράφο Toulouse Lautrec και την παρέα του, οι οποίοι ετοιμάζουν μια πρωτοποριακή παράσταση για το Moulin Rouge και αναζητούν συγγραφέα. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Moulin Rouge είναι το διασημότερο cabaret του Παρισιού, φημισμένο για τις πανέμορφες χορεύτριές του. Η ομορφότερη από αυτές, σύμφωνα με την ταινία, είναι η Satin. Από μια παρεξήγηση, η Satin θα νομίσει τον Christian για τον πλούσιο Δούκα που της έχει υποσχεθεί χρηματοδότηση και θα πρέπει να καλοπιάσει. Αυτά που θα ακολουθήσουν ακροβατούν στα όρια της κωμωδίας και του δράματος. Αν ακούσατε ότι η ταινία είναι μιούζικαλ, μην φοβηθείτε. Οι πρωταγωνιστές τραγουδούν στα πλαίσια αυτών που τους συμβαίνουν. Μην προβληματίζεστε όμως, τα τραγούδια είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Είναι βασισμένα σε γνωστές επιτυχίες, παραλλαγμένες λίγο ίσως για να ταιριάζουν στην υπόθεση της ταινίας. Και όταν ξεπεράσετε το αρχικό σοκ του ετεροχρονισμού, θα ανακαλύψετε ότι τα τραγούδια είναι από τα πιο ευχάριστα κομμάτια της ταινίας. Αυτό και οι σκηνές που οι δύο εραστές ξεγελούν το Δούκα, που έχει βάλει στο μάτι τη Satin, με απίθανες δικαιολογίες. Στον κωμικό άξονα της ταινίας, βοηθά και η παρουσία του John Leguizamo στο ρόλο του Toulouse Lautrec. “Όλα τα λεφτά” είναι όμως η σκηνοθεσία του Baz Luhrmann. Κοφτή, μοντέρνα και με χρήση πρωτότυπων οπτικών τεχνικών επιβεβαιώνει την πρωτοποριακή ματιά του σκηνοθέτη. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που η οπτική θυμίζει χαρακτηριστικές καρτ ποστάλ της εποχής. Το Moulin Rouge ξαφνιάζει ευχάριστα και δείχνει ότι δημιουργείται μια πιο μοντέρνα αισθητική στα μιούζικαλ, διαφορετική από εκείνη των ταινιών των 60s.
Αυστηρώς ακατάλληλο για όσους περιμένουν μια ορθόδοξη ταινία εποχής γύρω από το διάσημο παρισινό καμπαρέ, αλλά απολύτως απαραίτητο σε εκείνους που αναζητούν το διαφορετικό, την μπριλάντε δημιουργία, αυτό που δουλεύεται χρόνια από ένα κοφτερό μυαλό και, όταν υλοποιείται, σε εκτοξεύει στα άστρα. Όπως συνέβη στο «Ρωμαίος+Ιουλιέτα», έτσι και εδώ ο Αυστραλός σκηνοθέτης δανείζεται απλώς την αύρα του Moulin Rouge, προκειμένου να στήσει μια εξτρέμ φαντασμαγορία, ένα ακραίας αισθητικής θέαμα που ξεχειλίζει από χρώματα, κίνηση και μουσική. Αναπόφευκτα, το στόρι είναι ο πιο αδύναμος κρίκος (εκείνος ερωτεύεται εκείνη, αλλά η μοίρα αποφασίζει αλλιώς) και διόλου τυχαία το εγχείρημα μπατάρει επικίνδυνα, όταν η μουσική χαμηλώνει. Ωστόσο, το θέαμα είναι μεγαλειώδες, η χρήση και η μείξη των τραγουδιών ευφυείς (ντίσκο της δεκαετίας του ΄80 σε συνδυασμό με πασίγνωστα μέρη από μιούζικαλ), ενώ κορυφαίου σχεδιασμού σκηνικά και κοστούμια (βραβείο Όσκαρ) και εμπνευσμένα χορευτικά νούμερα (φανταστήκατε ποτέ το «Roxanne» σε ρυθμό αργεντίνικου τανγκό;) συνθέτουν ένα συναρπαστικό σύνολο.
7. Chicago (2002)
Κεντρικά πρόσωπα στο μιούζικαλ είναι η Βέλμα Κέλι που υποδύεται η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και η Ρόξι Χαρτ, την οποία ενσαρκώνει η Ρενέ Ζελβέγκερ. Η μια είναι χορεύτρια και η άλλη νοικοκυρά. Γνωρίζονται στη φυλακή, μετά τη δολοφονία των συντρόφων τους. Οι δυο γυναίκες ανταγωνίζονται ποια θα αποκτήσει περισσότερη φήμη για να γλιτώσουν τον απαγχονισμό. Η υπόθεση βασίζεται στο έργο που είχε γράψει η δημοσιογράφος Μαουρίν Ντάλας Γουάτκινς το 1926. Η δημοσιογράφος έφτιαξε μια φανταστική ιστορία για μια εργασία που είχε για την δραματική σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ. Την εμπνεύστηκε από δυο πραγματικά γεγονότα, τις ιστορίες δυο γυναικών που είχαν σκοτώσει τους συντρόφους τους το 1924. Είχε καλύψει τις υποθέσεις τους ως ρεπόρτερ για την εφημερίδα «Σικάγο Τρίμπιουν». Η επίσημη αφίσα για την παράσταση Chicago στο Μπρόντογουεϊ το 1975. Πηγή φωτογραφίας: Wikipedia Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, πολλές γυναίκες δολοφόνοι δεν τιμωρούνταν όπως θα έπρεπε και αθωώνονταν από τους δικαστές. Οι περισσότερες εφημερίδες τις παρουσίαζαν ως «διασημότητες». Επικεντρώνονταν στην δυστυχία των γυναικών που τις οδήγησε στο έγκλημα, αλλά και στην ελκυστικότητα και την χάρη των γυναικών κατηγορουμένων. Ο χαρακτήρας της Ρόξι Χαρτ βασίζεται στην 24χρονη Μπέουλα Μέι Ανάν. Ενώ ήταν παντρεμένη με τον δεύτερο σύζυγό της Άλμπερτ Ανάν, γνώρισε στο καθαριστήριο τον Χάρι Κάλστεντ, με τον οποίο είχε εξωσυζυγική σχέση. Σύμφωνα με την αρχική της κατάθεση, βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα της με τον εραστή της και έπιναν κρασί, μέχρι που ξέσπασε ανάμεσά τους ένας έντονος καβγάς. Η κατάσταση ξέφυγε και κάποια στιγμή κοίταξαν το όπλο που βρισκόταν στο δωμάτιο. Έτρεξαν και οι δυο, αλλά η Ανάν ήταν πιο γρήγορη και πρόλαβε να τον πυροβολήσει. Για τις επόμενες τέσσερις ώρες, η Ανάν κοιτούσε το πτώμα, ενώ έπινε κοκτέιλ και άκουγε έναν δίσκο με τραγούδια φόξτροτ. Στη συνέχεια κάλεσε τον άνδρα της και του είπε ότι τον σκότωσε γιατί προσπάθησε να την βιάσει. Ο σύζυγός της την πίστεψε και την στήριξε όσο μπορούσε. Πλήρωσε τους καλύτερους δικηγόρους. Στο δικαστήριο η Ανάν άλλαξε την κατάθεσή της και είπε ότι τον σκότωσε, όταν του αποκάλυψε ότι ήταν έγκυος και εκείνος την πίεζε να το ρίξει. Το δικαστήριο την έκρινε αθώα. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε τον σύζυγό της γιατί όπως ισχυρίστηκε την είχε παραμελήσει. Ξαναπαντρεύτηκε με έναν μποξέρ και τρεις μήνες αργότερα χώρισε για μια ακόμη φορά. Πέθανε στα 28 της από φυματίωση. Ο χαρακτήρας της Βέλμα Κέλι βασίστηκε στην ιστορία της 38χρονης Μπέλβα Γκέρτνερ, μιας τραγουδίστριας σε καμπαρέ στο Ιλινόις. Το 1924 πυροβόλησε τον εραστή της Γουόλτερ Λο, ο οποίος ήταν παντρεμένος με ένα παιδί. Ο άνδρας βρέθηκε νεκρός στο αυτοκίνητο της Γκέρτνερ. Δίπλα του ήταν πεσμένα ένα μπουκάλι τζιν και ένα όπλο. Η αστυνομία εντόπισε την Γκέρτνερ στο διαμέρισμά της. Είχε πετάξει τα ματωμένα ρούχα της στο πάτωμα. Η Γκέρτνερ τους έλεγε ότι δεν θυμόταν τι είχε συμβεί και ήταν μεθυσμένη. Όταν την ρώτησαν γιατί είχε όπλο, τους είπε ότι φοβόταν μην την ληστέψουν. Στο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι ο Λο πυροβολήθηκε μόνος του κατά λάθος. Η Γκέρτνερ αθωώθηκε. «Καμία γυναίκα δεν αγαπάει έναν άνδρα τόσο πολύ για να τον σκοτώσει. Δεν το αξίζουν, γιατί πάντα υπάρχουν και άλλοι. Ο Λο είναι ένα παιδάκι 26 ετών. Εγώ είμαι 38. Γιατί να ανησυχώ αν με αγαπάει ή αν θα με αφήσει. Η παρουσία του τζιν και του όπλου μπορούν να σε οδηγήσουν σε άσχημες καταστάσεις.» είχε πει στη δημοσιογράφο Μαουρίν Ντάλας Γουάτκινς. Κεντρικά πρόσωπα στο μιούζικαλ είναι η Βέλμα Κέλι που υποδύεται η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και η Ρόξι Χαρτ, την οποία ενσαρκώνει η Ρενέ Ζελβέγκερ. Πηγή φωτογραφίας: Youtube Οι υποθέσεις έγιναν τόσο διάσημες που η δημοσιογράφος αποφάσισε να τις μετατρέψει σε σενάριο. Ανέβηκε αρχικά σε ένα μικρό θέατρο στο Μπρόντγουεϊ, που ονομαζόταν Σαμ Χάρις, αλλά όχι για πολύ. Στη δεκαετία του 60, η ηθοποιός Γκουέν Βέρντον διάβασε το έργο και είπε στον σύζυγό της Μπόμπ Φος που ήταν χορογράφος και σκηνοθέτης, να το μετατρέψουν σε μιούζικαλ. Η δημοσιογράφος αρνούνταν να τους δώσει τα δικαιώματα, μέχρι που το 1969 πέθανε και η πολιτεία τους το παραχώρησε. Η παράσταση παρουσιάστηκε στην σκηνή του θεάτρου Μπρόντγουεϊ στη Νέα Υόρκη το 1975. Το κοινό αν και θεώρησε κυνική την προσέγγιση της ταινίας, την αποθέωσε. Ανέβηκε συνολικά 936 φορές. Μέχρι που το 2002 έγινε και ταινία. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας «Καμία γυναίκα δεν αγαπάει έναν άνδρα τόσο πολύ για να τον σκοτώσει. Δεν το αξίζουν, γιατί πάντα υπάρχουν και άλλοι.» είχε πει η πραγματική δολοφόνος Μπέλβα Γκέρτνερ Πηγή φωτογραφίας: Youtube Η ταινία του 2002 είχε περισσότερα από 300 εκατομμύρια δολάρια έσοδα. Μέχρι το 2008 που κυκλοφόρησε το Μάμμα Μια, ήταν το πρώτο μιούζικαλ που έσπασε τα ταμεία. Συγκέντρωσε τουλάχιστον 14 φορές περισσότερα χρήματα, απ’ όσα είχαν επενδυθεί για να γυριστεί. Οι κριτικοί την λάτρεψαν. Απέσπασε συνολικά 25 βραβεία, μεταξύ των οποίων ήταν βραβεία για την καλύτερη ηθοποιό, τον καλύτερο ηθοποιό, τον καλύτερο σχεδιασμό κοστουμιών, την καλύτερη εικόνα και την καλύτερη επεξεργασία.Ήταν επίσης, υποψήφια και για άλλα βραβεία όπως ο καλύτερος σεναριογράφος, ο καλύτερος σκηνοθέτης και η καλύτερη προσαρμογή σεναρίου. Ήταν το πρώτο μιούζικαλ που κέρδισε το βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου για την καλύτερη φωτογραφία μετά το μιούζικαλ «Oliver» του 1968…. Κοινώς αξίζει να το δείτε!
8. Yuli- O Χορός της Ζωής μου (2018)
Η ζωή του Κάρλος Ακόστα είναι φτιαγμένη, έτσι κι αλλιώς, από το υλικό των ταινιών: ένα rags to riches story που στριφογυρίζει με τη φινέτσα και τη δύναμη μιας κοινωνικής πιρουέτας, μιας θαρραλέας αραμπέσκ στο πρόσωπο της νόρμας. Μια ταινία για τη ζωή του, αναπόφευκτα, έχει λιγότερη δύναμη από την πραγματικότητα, κερδίζοντας σε ένταση και περιεχόμενο όταν αφήνει κατά μέρος τη δραματοποίηση κι αφήνει το χορό ν’ αφηγηθεί.
Ο Ακόστα μεγάλωσε μέσα στη φτώχια, ενδέκατο παιδί μιας διαφυλετικής οικογένειας στα χαμόσπιτα των προαστίων της Αβάνας, στην Κούβα. Πέρασε τα μικρά χρόνια του στο δρόμο, παίζοντας ποδόσφαιρο με τα παιδιά της γειτονιάς, ή προβάροντας το moon walk του Μάικλ Τζάκσον. Ο αυστηρός πατέρας του, για να του δώσει μια κατεύθυνση για την ανεξάντλητη ενεργητικότητά του, αλλά και να του εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ, τον έσπρωξε στα άξια χέρια (και πόδια) της Εθνικής Σχολής Χορού της Κούβας – ο μικρός Κάρλος, που η οικογένειά του φώναζε «Γιούλι», έγινε αμέσως δεκτός ως οικότροφος κι αυτή, η πρώτη επιτυχία του, άρχισε να λειτουργεί ως ζωοδότρια φυλακή. Από εκεί, ο Ακόστα διένυσε μια θαυμαστή πορεία θριάμβων, χορεύοντας στους σημαντικότερους σταθμούς της Αμερικής και πηγαίνοντας στο Λονδίνο, όπου υπήρξε για 15 χρόνια ο πρώτος χορευτής του Βασιλικού Μπαλέτου, φέρνοντας τομή στην ελιτιστική πλευρά του χορού: ο πρώτος μαύρος χορευτής που ερμήνευσε ποτέ τον Ρωμαίο (στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»), άνοιξε την πόρτα – και πολέμησε ακτιβιστικά γι’ αυτό – σε μια πιο ποικίλα, διαπολιτισμική, χωρίς στεγανά σύνθεση των σύγχρονων ομάδων χορού. Ο Ακόστα έκανε ο ίδιος μια χορογραφία εμπνευσμένη από τη ζωή του: αυτή είναι κι η αφετηρία της ταινίας, η οποία γυρνά σε flash backs πίσω στο ’80 για να περιγράψει την πορεία του Κάρλος μέσα στις δεκαετίες. Τον χορευτή ερμηνεύουν δυο μη-επαγγελματίες ηθοποιοί, ο ακαταμάχητος μικρός Εντιλσον Μανουέλ Ολμπέρα Νούνιεζ που μοιάζει τόσο εκρηκτικός όσο το πρότυπο που ενσαρκώνει και, σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, ο Κέβιν Μαρτίνεζ, χορευτής από την ομάδα του Ακόστα – ώσπου ο ίδιος ο Κάρλος ν’ αναλάβει να ερμηνεύσει στην οθόνη τον σύγχρονο εαυτό του. Ως φόρο τιμής στον κουβανέζικο χορό, τον πατέρα του Κάρλος στην ταινία, ενσαρκώνει ο Σαντιάγο Αλφόνσο, διάσημος χορευτής και χορογράφος της χώρας. Επιλογές, όλες, που μοιάζουν τρυφερές, αλλά δίνουν στην πραγματική ιστορία μια αίσθηση αναληθοφάνειας, μια υποκριτική αμηχανία. Το ίδιο κι η πληθωρική, ρομαντική μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας, η φωτογραφία του Αλεξ Καταλάν που αποτυπώνει την Αβάνα σαν μια καρτ ποστάλ που θα βρεις σελιδοδείκτη σ’ ένα ξεχασμένο βιβλίο. Όλα συμβάλουν σε μια αισθητική ομορφιά αλλά σε μια ταινία γλυκερή και αβαθή. Η απλοϊκότητα του σεναρίου και το προφανές της σκηνοθεσίας της, προκύπτει φυσικά από το δημιουργικό δίδυμο του διακεκριμένου σεναριογράφου Πολ Λάβερτι (του οποίου τη δουλειά εδώ, ο Κεν Λόουτς σίγουρα θα είχε ελαφρώς επιπλήξει) και της Ισπανίδας συζύγου του, Ισίαρ Μπογιαΐν που πριν τρία χρόνια μας έδωσε την εξίσου πολιτικά μονοδιάστατη «Ελιά». Κι αν σκηνοθέτης και σεναριογράφος βρίσκουν απλώς τον τρόπο ν’ αποδώσουν σχηματικά μια εμβληματική ιστορία, έρχονται, τουλάχιστον, στην ταινία τα μέρη του χορού, όπου ο Κάρλος Ακόστα με το κορμί του και την πηγαία ορμή του, λέει τόσα περισσότερα και πιο θαυματουργά, χωρίς λέξεις και χωρίς διδάγματα.
9. Shall We Dance? (1996)
Ένα ακόμα έπος του Ιαπωνικού κινηματογράφου αποτελεί αυτή η ταινία που μας κινεί στους ρυθμούς του Τόκιο προτού πριν μας μεταφέρει στο Σικάγο. Αφεθείτε στο ρυθμό και ανακαλύψτε ότι η έμπνευση και η χαρά της ζωής μπορεί να κρύβονται εκεί που δεν έχετε ποτέ φανταστεί! Ταινία, που ενθουσίασε κοινό και κριτική, ο πρωταγωνιστής φοράει με άνεση και χάρη το κοστούμι του επιτυχημένου businessman , που μεταμορφώνεται σε «Φρεντ Ασταίρ», έχοντας στο πλάι του την σαγηνευτική δασκάλα του. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο χαρίζει στιγμές μαγείας στην πίστα. Χρησιμοποιώντας το χορό σαν μία μεταφορά για τη χαρά της ζωής και το δικαίωμα στο όνειρο, το «Χορεύετε;» του 1996 καταφέρνει να είναι γλυκό και αστείο χωρίς να γίνεται γλυκερό, καθώς υποστηρίζεται στο σύνολό του από ένα πολύ δυνατό καστ ηθοποιών, τόσο στους πρωταγωνιστικούς, όσο και στους δεύτερους ρόλους. Όμως, ο αναμφισβήτητος πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας είναι ο χορός, ο χορός που δίνει φτερά στα πόδια, σε αυτήν την εξαιρετικά καλοφτιαγμένη ταινία, που θα σας αφήσει με το χαμόγελο στα χείλη και τη διάθεση να ζήσετε τα όνειρά σας.
10. And Then We Danced (2019)
Με φόντο μια σχολή παραδοσιακών γεωργιανών χορών και μια βαθιά συντηρητική κοινωνία, η ταινία του Λεβάν Ακίν ξετυλίγει μια τρυφερή ιστορία αυτοανακάλυψης και επιθυμίας. Είναι σαφές από την πρώτη στιγμή που βλέπεις τους σπουδαστές της κρατικής σχολής χορού να κάνουν πρόβες υπό την αυστηρή επιτήρηση ενός χορογράφου που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι στρατιωτικός, ή ιερέας, ότι δεν υπάρχει χώρος για ελαφρότητα, αυτοσχεδιασμό, λάθη και φυσικά την παραμικρή προσωπική πινελιά της ταυτότητας του χορευτή, στις κινήσεις και τα βήματα του χορού.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Μεράμπ, ένας νεαρός σπουδαστής από μια οικογένεια με ιστορία στο χορό, αφού η γιαγιά, η μητέρα του κι ο πατέρας του ήταν διακεκριμένοι χορευτές του εθνικού χορευτικού συνόλου, είναι λογικό να νιώθει περιορισμένος, μια αίσθηση που θα γίνει ασφυκτική όταν στην σχολή θα εμφανιστεί ένας καινούριος χορευτής, ο Ιρακλί, για τον οποίο ο Μεράμπ θα νιώσει μια απροσδιόριστη έλξη. Η ιστορία θα στροβιλιστεί γύρω από αυτήν την φρεσκάδα του νεανικού έρωτα, της απαγκίστρωσης από τα στεγανά, της επαναστατικότητας και αν και με αργούς ρυθμούς θα μας πείσει να αγαπήσουμε αυτό το χορευτικό δίδυμο και την σύγχρονη ματιά του Λεβάν Ακίν στο πλαίσιο της συντηρητικής, άγνωστης σε εμάς, γεωργιανής κοινωνίας.
Bonus: LA la land
Ο Σεμπάστιαν είναι ένας 35χρονος πιανίστας στο σύγχρονο Λος Αντζελες. Τίποτα όμως δεν είναι σύγχρονο στο μυαλό και την καρδιά του: η ζωή του κυλά σε άμετρο τέμπο – όπως η free jazz που λατρεύει. Φοράει 50ς κουστούμια, οδηγεί vintage αυτοκίνητο και κουβαλά τον εαυτό του μοναχικά, μελαγχολικά και πεισμωμένα. Δε θα συμβιβαστεί με τα jingle tunes των piano bars που μπορούν να πληρώσουν το νοίκι του. Θα παραμείνει εμμονικά πιουρίστας στην τέχνη του, φτωχός και ρομαντικός («γιατί λέμε αυτή τη λέξη σαν να είναι βρισιά πλέον;»). Αποκλεισμένος στο άδειο του διαμέρισμα, παρέα με στιβαγμένα βινύλια, αφίσες ιστορικών jazz joints, συλλεκτικά μεμοραμπίλια (όπως το σκαμπό του πιανίστα Χόγκι Καρμάικλ) και τα όνειρά του να ανοίξει το δικό του μαγαζί, όπου οι τζαζίστες θα μπορούν να τζαμάρουν «ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν κι όποτε θέλουν». Η Μία είναι ένα ακόμα κορίτσι που παράτησε σπουδές και πατρικό στην ενδοχώρα για να ακολουθήσει υπνωτισμένη τους προβολείς του Hollywood sign. Και κατέληξε μία ακόμα νεαρή σερβιτόρα που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Το πρωί ετοιμάζει καφέδες και τα απογεύματα τρέχει ξεψυχισμένη σε ακροάσεις μπροστά από βαριεστημένους casting directors σε ψυχρά δωμάτια που σου παγώνουν το αίμα και βάζουν στον πάγο στα όνειρά σου. «Δωμάτια με εκατοντάδες κορίτσια ακριβώς σαν και μένα. Αλλά… πιο όμορφα, πιο ψηλά, πιο ταλαντούχα».
Οι δυο τους θα συναντηθούν εκεί, στις ανηφόρες των χολιγουντιανών λόφων, όσο αγκομαχούν να αποδείξουν ότι θα τα καταφέρουν – έστω και ασθμένοντας. Κι αυτό το ανεξήγητα μαγικό έχει ο έρωτας: σκεπάζει με ένα πέπλο αστρόσκονης την πραγματικότητα, θαμπώνει το βλέμμα με παστέλ φίλτρα, κάνει το βήμα σου χορευτικό, στο ρυθμό μίας ασίγαστης ευτυχίας, καθώς όλα τα αδύνατα φαντάζουν πια δυνατά. Και η πόλη του Λος Αντζελες (L.A. Land) μετατρέπεται σε ουτοπικό σκηνικό ενός la la land μιούζικαλ. Ναι, είσαι ευτυχισμένος. Είσαι ζωντανός. Ή, ακόμα καλύτερα, είσαι, επιτέλους, πρωταγωνιστής της ταινίας της ζωής σου.
Δύο χρόνια μετά το «Χωρίς Μέτρο» («Whiplash»), ο 31χρονος Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει με ένα παράτολμο κινηματογραφικό στοίχημα. Μέσα στον κυνισμό των ημερών (εντός κι εκτός οθόνης) εκείνος καταθέτει ένα αμετανόητα ρομαντικό μιούζικαλ – τόσο αυθεντικό (δεν είναι βασισμένο σε κάποιο δοκιμασμένο θεατρικό, αντιθέτως, ο ίδιος υπογράφει το σενάριο), όσο και πειθαρχημένο στις νοσταλγικές, ρετρό νόρμες του Βινσέντε Μινέλι και του Ζακ Ντεμί. Αυτές που θέλουν τα ζευγάρια να φωτίζονται από το μούχρωμα του σινεμασκόπ ουρανού ή τις κίτρινες λάμπες των δρόμων, να τραγουδούν με ατόφια μεταδοτική χαρά και να χορογραφούν τις κλακέτες τους σε πλήρη αρμονία με το χτύπο της καρδιάς μας που παρακολουθεί μαγεμένη. Ναι, αυτός είναι ο απώτερος σκοπός του Σαζέλ: θέλει να μας κάνει κομμάτι της ξεχασμένης κινηματογραφικής εμπειρίας. Αυτής που βουρκώνει το βλέμμα και κόβει την ανάσα. Να δημιουργήσει το ασφαλές περιβάλλον και την υπόσχεση ότι για 128 λεπτά θα ξεχάσουμε ό,τι μας περιμένει έξω από την σκοτεινή αίθουσα και θα θυμηθούμε γιατί είμαστε ερωτευμένοι με αυτόν(ην) που κάθεται δίπλα μας, με τον ίδιο τον έρωτα, τα όνειρα και, φυσικά, με το σινεμά. Ο έρωτας του θεατή με το «La La Land» είναι κεραυνοβόλος, συμβαίνει κυριολεκτικά με την πρώτη ματιά: από την πρώτη σεκάνς (ένα κλείσιμο ματιού που ξεκινά από τα «Κορίτσια του Ροσφόρ» και τερματίζει απενοχοποιημένα στο «Grease»), όπου ένα κυκλοφοριακό πρωινό μποτιλιάρισμα στις λεωφόρους του Λος Αντζελες μετατρέπεται σε μουσικοχορευτικό νούμερο μαγικού ρεαλισμού – με την κάμερα του Σαζέλ να μπαινοβγαίνει αβίαστα και κεφάτα μέσα κι έξω από αυτοκίνητα κι ανάμεσα στους οδηγούς σε ένα καλοδουλεμένο, ευφάνταστο… μονοπλάνο. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει, σταματήστε ό,τι κάνετε και βάλτε την να παίζει- όχι μόνο για το χορό.