V For Vendetta: Η Αριστουργηματική Απεικόνιση της Επανάστασης ενάντια στον Απολυταρχισμό

Remember, remember, the 5th of November

The Gunpowder Treason and plot;

I know of no reason why Gunpowder Treason

Should ever be forgot…

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε η ταινία ‘V For Vendetta’ και από τότε έχει καθιερωθεί ως ένα εξαιρετικό δείγμα του σύγχρονου πολιτικού κινηματογράφου. Βέβαια, η πολυσυζητημένη αυτή ταινία με δυσκολία μπορεί να ενταχθεί μονοσήμαντα σε ένα κινηματογραφικό είδος, καθώς εκφράζεται θεατρικά, λυρικά, αλληγορικά μέσα από μία γλώσσα άλλοτε ωμή-απόλυτη και άλλοτε εκλεπτυσμένη. Πραγματικά αποτελεί μία ταινία-δείγμα των δυνατοτήτων του σύγχρονου κινηματογράφου που απευθύνεται σε ένα πολύ ευρύ κοινό, επικαλούμενη την καθολική οντότητα του ανθρώπου και την κατάχρηση της εξουσίας, την καταπίεση του από τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, από την ανασφάλεια και τον φόβο για το αύριο.

Η ταινία βασίζεται στο κόμικ των Ντέιβιντ Λόιντ και Άλαν Μουρ το οποίο κυκλοφόρησε το 1982, σε διασκευή σεναρίου των αδερφών Γουατσόφσκι. Οι αδερφές Γουατσόφσκι, εκτός από το σενάριο, ανέλαβαν και την παραγωγή της ταινίας μαζί με τον Τζόελ Σίλβερ, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Τζέιμς ΜακΤιγκ. To sοundtrack της ταινίας υπογράφει με 10 κομμάτια ο συνθέτης Dario Marianelli. Ο Μουρ βέβαια, ο εκκεντρικός δημιουργός του κόμικ, είχε δηλώσει έξαλλος, είχε αρνηθεί να δει την ταινία και ότι δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με αυτήν. Αντιθέτως ο εικονογράφος Ντέιβιντ Λόιντ ενθουσιάστηκε με το σενάριο και την σκηνοθεσία. Παρ’όλα αυτά, πολλοί φανς τους, αν και καταλαβαίνουν τις παραλείψεις που υπάρχουν στην ταινία, θεωρούν ότι το “V for Vendetta” είναι μια αρκετά πιστή μεταφορά της δουλειάς του στην μεγάλη οθόνη.

Η ταινία διαδραματίζεται στην Αγγλία του κοντινού μέλλοντος, όπου στην εξουσία βρίσκεται η φασιστική κυβέρνηση του Adam Sutler και η οποία χρησιμοποιώντας τα Μ.Μ.Ε., την προπαγάνδα και το αστυνομοκρατούμενο κράτος, στερεί βασικά διακαιώματα του βρετανικού λαού εις το όνομα της προστασίας τους από την τρομοκρατία, την αναρχία και το χάος. Πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας είναι ο V, ένας μασκοφόρος επαναστάτης και μαχητής της ελευθερίας που έχει ως πρότυπό του τον Γκάι Φοκς και έχει σκοπό να ανατρέψει τη κατάσταση επιχειρώντας να επαναλάβει το εγχείρημα του εμπνευστή του. Από την άλλη βρίσκεται η Ίβι, μια ασήμαντη εργαζόμενη κοπέλα η οποία σταδιακά μυείται στις ιδέες της αντίστασης και αποτελεί ένα ανέλπιστο σύμμαχο για τον V.

“By the power of truth, I, while living, have conquered the universe”

 “Vi veri veniversum vivus vici”

Η Ιστορία του Γκάι Φοκς, η έμπνευση και εμμονή του V, είναι η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Βασιλιά Ιάκωβου Α’ της Αγγλίας, της οικογένειάς του και των μελών της αριστοκρατίας, με την ανατίναξη του Παλατιού του Γουέστμινστερ, που στεγαζόταν στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, γνωστή σε όλον τον κόσμο με το όνομα η Συνωμοσία της Πυρίτιδας. Στις 5 Νοέμβρη του 1605, ο επαναστάτης Γκάι Φοκς, απαυδισμένος από την τυραννία του βασιλιά Ιακώβου του Ι΄, τοποθέτησε στα θεμέλια του αγγλικού κοινοβουλίου 36 βαρέλια πυρίτιδας και προσπάθησε να το ανατινάξει. Η Συνωμοσία οργανώθηκε σαν αντίδραση στην τυραννική βασιλεία του Ιακώβου Α’ και στα σκληρά μέτρα του προτεστάντη βασιλιά απέναντι στους Καθολικούς. Κάποιοι συνωμότες, ωστόσο, ανησυχούσαν από το γεγονός ότι στο κτίριο της Βουλής θα βρίσκονταν κι άλλοι Καθολικοί, σαν κι αυτούς, των οποίων η ζωή μπορεί να κινδύνευε. Έτσι στάλθηκε μια προειδοποιητική επιστολή στο Λόρδο Monteagle, ο οποίος δεν άργησε να ανακαλύψει τους συνωμότες και να τους καταδικάσει σε θάνατο πριν εκείνοι καταφέρουν να ολοκληρώσουν το σχέδιό τους. Έτσι, η απόπειρα απέτυχε και ο Φοκς και οι συνεργάτες του κρεμάστηκαν και διαμελίστηκαν. Είναι έθιμο πλέον την 5η Νοεμβρίου να ανάβονται πυρές σε όλη την Αγγλία στις οποίες καίγονται ομοιώματα του Γκάι Φοκς.

Το “V For Vendetta” είναι μια ταινία η οποία, αν κι είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει μια περιπέτεια καταιγιστικής δράσης, δεν θέλησε να σταθεί εκεί αλλά, να πάει ένα βήμα παραπέρα. Η δράση μετριάζεται με στόχο, να δοθεί πρόσφορο έδαφος σε έναν γεμάτο και ευρηματικό σενάριο, μέσω του οποίου καλούμαστε να διαπιστώσουμε τα κίνητρα πίσω από τις πράξεις των ηρώων, την καθίζηση της σύγχρονης κοινωνίας αλλά, και τον αγώνα των αντιεξουσιαστών ενάντια σε κάθε μη ανθρωπιστικό κίνημα που καταπατάει δικαιώματα και τσαλακώνει προσωπικότητες, στο όνομα μιας δήθεν εθνότητας που στην πραγματικότητα, χρησιμοποιείται για κάλυψη πολιτικών και όχι μόνο, συμφερόντων. Ο V και όσοι τελικά θα τον ακολουθήσουν, δεν είναι απλά αντιήρωεες αλλά, αντιεξουσιαστές παρακινούμενοι όχι από προσωπικά συμφέροντα αλλά, από μια προσπάθεια διαφύλαξης της ανθρωπιστικής ενότητας και των δικαιωμάτων αυτής.

Ο απόλυτος νεωτερισμός εδώ, όμως, είναι ο πρωταγωνιστής, που βαδίζει στην λεπτή γραμμή που χωρίζει τον πατριωτισμό από την τρομοκρατία με μόνο την φιλοσοφία του και τα πιστεύω του να θεσπίζουν τα όρια των πράξεων του. Ο ήρωας κινείται στις σκιές του Λονδίνου, ενός Λονδίνου σκοτεινού, άγριου και βρώμικου, κάτω από ένα καταναγκαστικό καθεστώς που δεν αφήνει περιθώρια ελευθερίας, έκφρασης και πράξεων, αντίθετα σε όσα προστάζει ο νόμος και όσοι των θεσπίζουν. Η μάσκα του δεν έχει ως σκοπό να κρύψει απλά το πρόσωπό του αλλά, να καθιερώσει μια φιγούρα, τρομακτική για όσους πολεμάει, λυτρωτική για όσους υπερασπίζεται. Μπορεί το προσωπείο να είναι άψυχο όμως, μέσα από το ειρωνικό του χαμόγελο είναι τόσο εκφραστικό, όσο και ανατριχιαστικό. Ο V δεν είναι απλά μια φιγούρα αλλά, ένα είδωλο για όλους εκείνους που έχουν την ανάγκη να ταυτιστούν μαζί του.

«Κάτω από αυτή τη μάσκα υπάρχει κάτι παραπάνω από σάρκα.

Κάτω από αυτή τη μάσκα υπάρχει μια ιδέα. Και οι ιδέες είναι αλεξίσφαιρες.»

Ο Hugo Weaving, ο ηθοποιός πίσω από την μάσκα του V, καταφέρνει να κερδίσει τις εντυπώσεις, έστω και αν το πρόσωπό του δεν εμφανίζεται ποτέ στην πραγματικότητα. Παρ’όλα αυτά, αντιμετωπίζει μαεστρικά έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο μέσω του εκφραστικού πλουραλισμού που τον διακρίνει. Η Natalie Portman στέκεται άξια δίπλα στο πλευρό του συμπρωταγωνιστή της και δίνει μία συγκλονιστική ερμηνεία με ξυρισμένο κεφάλι, περνώντας από όλο το φάσμα των συναισθημάτων – φόβος, αγωνία, οργή, λύτρωση. Ενδιαφέρουσα είναι και η παρουσία του John Hurt ως άλλου Φύρερ. 

Η ταινία είναι βαθιά επηρεασμένη από το προφητικό βιβλίο ‘1984’ του George Orwell καθώς και από τον ‘Κόμη Μοντεχρίστο‘ του Αλέξανδρου Δουμά. Υπάρχουν επίσης επιρροές και από το “Matrix”, με το οποίο οι Γουατσόφσκι κατάφεραν να ταρακουνήσουν τα κινηματογραφικά νερά του 1999 και να αποκτήσουν έναν τεράστιο αριθμό θαυμαστών. Τα θέματα το “V for Vendetta” που θίγει, όπως οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις, τα απολυταρχικά καθεστώτα, και ο φασισμός, δυστυχώς αποτελούν μέρος της σημερινής πραγματικότητας και για αυτό μια ταινία που είναι ένα διαχρονικό σύμβολο ενάντια σε τέτοια φαινόμενα βρίσκει ανταπόκριση από το κοινό.

Bonus Fact – Το V είναι κρυμμένο σχεδόν σε κάθε σκηνή

Η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στην επανάσταση του ανθρώπου στο σύγχρονο απειλητικό και καταπιεστικό καθεστημένο. Είναι μια ταινία άρτια και ισορροπημένη ανάμεσα στην θεωρία και την δράση. Μπορεί οι φίλοι της περιπέτειας να ήθελαν λίγο ακόμα πιο έντονες σκηνές αγώνα και εννατίωσης όμως, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, ίσως να χανόταν η πραγματική αξία, φιλοσοφία η οποία διατηρήθηκε άλλωστε και στο πρώτο μέρος της τριλογίας του “Matrix” και αυτό, είναι ένας από τους λόγους που μέχρι και σήμερα τα συζητάμε, χαρακτηρίζοντάς τα ως σημείο αναφοράς στην κινηματογραφική σκηνή. Οι πρωταγωνιστές τους είναι πλεον σύμβολα της επανάστασης και της ελευθερίας, άνθρωποι που δεν είναι πλέον άνθρωποι και ίσως να μην ήταν και ποτέ. Είναι αυτοί που ενσαρκώνουν τα ιδανικά , οι Άτλαντες που κουβαλούν στις πλάτες τους την ιστορική ευθύνη ανατροπής του status quo, εκείνοι που θα θυσιαστούν στο όνομα του ονείρου για ένα καλύτερο αύριο.Ο θάνατος τους μπορεί να μην αποτελεί το τέλος της κοινωνικής καταπίεσης ωστόσο, αποτελεί ένα ισχυρό εφαλτήριο για την αναγέννηση, ώστε να ξεκινήσει η επανάσταση για έναν καλύτερο κόσμο.

«Κι έτσι ντύνω τη γυμνή μου κακοήθεια

Με ξέφτια κλεμμένα απ’ τις Γραφές

Και πιο άγιος δείχνω όταν το διάβολο παριστάνω.»

Πηγές:

http://www.culture21century.gr/2010/09/v-for-vendetta.html

https://cine.gr/film.asp?id=706408&page=4

www.nostimonimar.gr/v-for-vendetta-v-for-victory/

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=3436

https://www.mixanitouxronou.gr/v-for-vendetta-pios-ithopios-krivotan-piso-apo-ti-maska-ke-giati-o-singrafeas-tou-vivliou-charaktirise-to-senario-skoupidi/

Μήπως ζούμε στην περίοδο του θανάτου του κινηματογράφου;

Η νέα πραγματικότητα των τελευταίων μηνών, την οποία βιώνουμε, έχει επηρεάσει τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα και έχει φέρει τα πάνω κάτω. Η έξαρση του κορωνοϊού έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ζούμε και διασκεδάζουμε. Έχει αλλάξει εντελώς τις συνήθειες μας, τα σχέδιά μας και τις επιλογές μας. Σαφώς και αυτή η θλιβερή κατάσταση, όμως, δεν έχει επηρεάσει μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά έχει διαφοροποιήσει και τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται και προγραμματίζουν το μέλλον τους οι επιχειρήσεις κάθε λογής. Μία από τις επιχειρήσεις αυτές είναι ο κόσμος της παραγωγής ταινιών. Είναι πλέον εμφανές ότι ολόκληρη η βιομηχανία τραντάχτηκε σε μεγάλο βαθμό από την πανδημία και παρόλο που βρήκε τρόπο να προσαρμοστεί στις νέες εξελίξεις, αυτό δεν ήρθε χωρίς συνέπειες.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, όταν πριν από περίπου 8 μήνες ξεκίνησαν τα lockdown σε πολλές χώρες και μπήκαν τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία μέχρι και τώρα ισχύουν, οι κινηματογράφοι, ως ο κατεξοχήν χώρος απόλαυσης μιας ταινίας, ήλπιζαν πως όλο αυτό μέχρι το χειμώνα θα είχε τελειώσει. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι όλες οι ταινίες που ήταν να προβληθούν την άνοιξη, αναβλήθηκαν αρχικά για τον χειμώνα. Ο κορονοϊός όμως συνέχισε να καλπάζει και τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών που ήταν να κυκλοφορήσουν φέτος, έστω και με αυτή τη μικρή καθυστέρηση, τελικά θα κυκλοφορήσουν του χρόνου. Προφανώς και οι σκηνοθέτες και οι εταιρίες παραγωγής δεν θέλουν να χάσουν το κέρδος που αποφέρει το σινεμά μεν, αλλά και οι ίδιοι οι δημιουργοί επιθυμούν –και λογικό- να προβληθούν οι ταινίες τους στον κινηματογράφο με όσα πλεονεκτήματα αυτός προσφέρει στον θεατή, ώστε να την απολαύσει περισσότερο.

Η αλήθεια είναι ότι έγινε μια προσπάθεια με το Tenet του Nolan και με τη Mulan, να σωθούν οι κινηματογράφοι, αλλά τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Για αυτόν τον λόγο και όλες σχεδόν οι ταινίες ακυρώθηκαν για του χρόνου. Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μονάχα αυτό. Το ανησυχητικό είναι πως τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από τις παραπάνω 2 ταινίες, καθώς και οι εξελίξεις που αναπόφευκτα διαδραματίζονταν και διαδραματίζονται σε αυτόν τον τομέα της ψυχαγωγίας τα τελευταία χρόνια, έχουν θέσει το μέλλον του κινηματογράφου σε μεγάλο κίνδυνο. Όταν τα σινεμά, οι κριτικοί και όλοι όσοι εργάζονται στον χώρο των ταινιών χρησιμοποιούσαν το ρήμα «σώζω» και ήλπιζαν πως το Tenet θα «σώσει» το σινεμά, ήταν απόλυτα κυριολεκτικοί.

Από εδώ και πέρα λοιπόν θα αναλύσω σύντομα τις πρόσφατες εξελίξεις, θα εξάγω τα συμπεράσματα μου και θα παραθέσω την άποψη μου, ως ένας άνθρωπος που τρέφει μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο.

Box Office και Disney Plus

Όπως λοιπόν ανέφερα πριν από λίγο, ο Nolan εν μέσω πανδημίας αποφάσισε να κάνει τη γενναία κίνηση να βγάλει τη ταινία του στον κινηματογράφο, για να δώσει οικονομική ανακούφιση στον κλάδο. Εννοείται πως θα αρνούταν να εκδώσει μια τόσο ακριβή και φιλόδοξη παραγωγή σε streaming υπηρεσία, αφού έτσι ο θεατής θα έχανε μεγάλο μέρος του οπτικού και ακουστικού παράγοντα, που ιδίως στις ταινίες του Nolan είναι κομβικός.

Το Tenet, λοιπόν, κόστισε περίπου 205 εκατομμύρια, κάτι που το κατέστησε ως μια από τις πιο ακριβές παραγωγές του σκηνοθέτη (ολόκληρο αεροπλάνο διέλυσε ο άνθρωπος, εξάλλου, για τις ανάγκες του έργου) και έβγαλε συνολικά 341 εκατομμύρια παγκοσμίως. Το νούμερο ίσως φαίνεται καλό από μόνο του, αλλά στη πραγματικότητα δεν είναι ούτε το αναμενόμενο, ούτε το επαρκές για να δώσει ανάσες στη βιομηχανία του κινηματογράφου, ούτε ικανοποιεί του συντελεστές που πήραν την απόφαση και το ρίσκο να το βγάλουν στις αίθουσες εν μέσω πανδημίας. Καταρχάς ας διασαφηνιστεί, ότι τα χρήματα αυτά δεν θα πάνε ολοκληρωτικά στα σινεμά. Αντιθέτως, κλασικά θα μοιραστούν μεταξύ των σινεμά και της εταιρείας παραγωγής. Για να γίνει τώρα φανερό το απογοητευτικό του πράγματος, καλό θα ήταν να δούμε τι έκαναν μερικές από τις άλλες ταινίες του σκηνοθέτη στο Box Office.

Το Dunkirk έβγαλε περίπου 525 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 125 εκατομμύρια. Το Interstellar έβγαλε περίπου 700 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 165 εκατομμύρια. Το The dark knight rises είχε εισπράξεις περίπου 1 δισεκατομμύριο και κόστισε 250, ενώ το Inception έβγαλε περίπου 830 εκατομμύρια και κόστισε γύρω στα 160.

Το Tenet, στη προ κορονοϊού εποχή, υπολόγιζε ότι θα βγάλει από 625-825 εκατομμύρια. Τελικά έβγαλε μόλις 341 και έπαιζε σχεδόν μόνο του στις αίθουσες. Αυτό αν συμπεριλάβουμε το κόστος παραγωγής, δυστυχώς είναι απογοητευτικό. Γιατί όμως έβγαλε λιγότερα από όσα θα ήθελε; Ξεκάθαρα ο νούμερο 1 λόγος είναι η πανδημία και ο φόβος των ανθρώπων να εκθέσουν την υγεία τους, ενώ μετά θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πως η ταινία έλαβε διχασμένες κριτικές και πως οι κινηματογράφοι δεν είχαν γεμάτη πληρότητα στις θέσεις λόγω των μέτρων.

Η Mulan, από την άλλη, κόστισε επίσης περίπου 200 εκατομμύρια και ενώ στο Box Office είχε μονάχα 66 εκατομμύρια σε εισπράξεις και παρά το γεγονός ότι τη «σνόμπαρε» η αγορά της Κίνας (λόγω των γεγονότων που σχετίζονται με το που γυρίστηκε, κάτι για το οποίο δεν θα γίνει λόγος εδώ, διότι δεν αφορά τον σκοπό του άρθρου), στο Disney Plus έβγαλε γύρω στα 260 εκατομμύρια. Ουσιαστικά περίπου 9 εκατομμύρια συνδρομητές του Disney Plus έδωσαν από 30 ευρώ (το ποσό φαντάζει τεράστιο και όντως είναι) για να δουν τη ταινία. Τα πήγε τέλεια; Όχι. Έδωσε ανάσα στο σινεμά; Όχι. Το τι συνέβη με τη συνδρομητική υπηρεσία είναι αποκαλυπτικό για τη πορεία της βιομηχανίας; Ναι.

Και αφού σας κούρασα με τα νούμερα –πράγμα απαραίτητο-, τώρα θα μπούμε στο ζουμί του άρθρου, οπότε μην το κλείσετε ακόμα.

Το μέλλον είναι δυσοίωνο

Ήδη αρκετοί σκηνοθέτες, αλλά και εταιρείες παραγωγής (βλ. Warner που δήλωσε απογοητευμένη από τα έσοδα του Tenet), έχουν εκφράσει την απαισιοδοξία τους για το μέλλον του κινηματογράφου. Η πικρή αλήθεια είναι πως έχουν δίκιο και με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ουσιαστικά υπάρχουν δύο παράγοντες που καθιστούν δύσκολη την επιβίωση του σινεμά: Ο καθαρά οικονομικός και οι streaming υπηρεσίες.

Ξεκινώντας από τον οικονομικό παράγοντα, το σίγουρο είναι ότι πολλά τοπικά σινεμαδάκια θα κλείσουν. Τα σινεμά αυτά έχουν μια συγκεκριμένη μερίδα κόσμου, που τα κρατάει ζωντανά τόσα χρόνια και αυτή η μερίδα κόσμου είναι όσοι διαμένουν στις περιοχές όπου αυτά έχουν κτιστεί. Ναι, δεν είχαν χρήματα να φέρουν όλες τις ταινίες και ίσως τις έφερναν και καθυστερημένα. Ωστόσο ήταν μια πολύ καλή επιλογή εάν κάποιος δεν ήθελε να κάνει τεράστια απόσταση για να απολαύσει τις ανέσεις της αίθουσας. Το εισόδημά τους προφανώς και δεν ήταν τεράστιο, ήταν όμως το απαραίτητο για να μπορούν να λειτουργήσουν. Τους τελευταίους μήνες όμως τα έσοδα τους έχουν μειωθεί δραματικά και η πανδημία δεν έχει ακόμα τελειώσει. Όχι μόνο δεν βγαίνουν νέες ταινίες που θα προσέλκυαν κόσμο, αλλά και ο φόβος και τα περιοριστικά μέσα κάνουν δύσκολη τη πρόσβαση και την διασκέδαση που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει από τον χώρο. Ουσιαστικά, εάν δεν δοθεί οικονομική ενίσχυση, δεν βλέπω πως θα μπορέσουν να μείνουν ενεργοί αυτοί οι κινηματογράφοι.

Από την άλλη, τα μεγάλα σινεμά που αποτελούν αλυσίδες, είναι σχεδόν βέβαιο –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- πως θα τα καταφέρουν. Ωστόσο εδώ έρχεται ο παράγοντας νούμερο δύο, δηλαδή οι streaming υπηρεσίες.

«Αν θες να το δεις υπάρχει στο Netflix»· Πόσες φορές άραγε χρησιμοποιούμε τη λέξη Netflix καθημερινά, πόσο συχνά μπαίνουμε στη πλατφόρμα να παρακολουθήσουμε κάτι; Η ερώτηση είναι σαφώς ρητορική, μιας και η απάντηση είναι αυτονόητη. Ήδη πριν από την έξαρση του κορονοϊού, οι streaming υπηρεσίες είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος με την τρομερή απήχηση του κοινού που προσέλκυαν· Τεράστιο περιεχόμενο σε ταινίες και σειρές, νέες αφίξεις, χαμηλές τιμές. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που βγάζουν εκατομμύρια κάθε χρόνο. Το Netflix, μάλιστα, είχε τέτοια επιτυχία, που κάθε μεγάλη εταιρεία ξεκίνησε να ανοίγει ανάλογες υπηρεσίες. Μερικά παραδείγματα είναι η Amazon, η Apple, η Disney κ.α. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, έχουν επενδύσει και επενδύουν πολλά στο marketing, στην ποιότητα των προγραμμάτων τους και στη δυναμική τους, ώστε να αποκτήσουν κοινό. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα πάνε πολύ καλά. Διέκριναν ότι το μέλλον κρύβεται σε αυτές τις πλατφόρμες και έκαναν τις επενδύσεις τους. Πλέον, όμως, και ειδικά τον τελευταίο χρόνο, δεν υπάρχει απλά τεράστιο περιεχόμενο, αλλά και μεγάλη ποιότητα. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί κλείνουν συνεχώς συμφωνίες να προβάλλουν τις ταινίες τους σε αυτές τις υπηρεσίες και να κάνουν περιορισμένη διανομή στους κινηματογράφους. Μέχρι και ο Scorsese έκλεισε συμφωνίες με το Netflix και την Apple TV, ενώ σιγά σιγά βλέπουμε και άλλα μεγάλα ονόματα να κάνουν συμβόλαια, όπως ο Aaron Sorkin, ο Chris Evans, ο Ryan Reynolds, ο Jake Gyllenhaal, ο David Fincher και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Σε αυτές τις εξελίξεις, όμως, δεν ευθύνεται ο κορονοϊός, αλλά περισσότερο η δύναμη του streaming και οι προτιμήσεις του κοινού. Από τη μία, οι πλατφόρμες αυτές δίνουν το πάτημα σε λαμπρούς δημιουργούς να δείξουν τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν indie διαμαντάκια στο ρεπερτόριό τους, ενώ ταυτόχρονα έχει αλλάξει και η αντίληψη του θεατή, που δεν θεωρεί πως είναι ανάγκη να δει κάτι στο σινεμά και να πληρώσει 8 ευρώ, εάν αυτό το κάτι δεν έχει πολύ εφέ, εκρήξεις και επικές μάχες. Δεν θεωρεί ότι αξίζει να πληρώσει για να δει ένα δράμα, αφού οπτικά δεν πιστεύει πως μπορεί να του προσφέρει περισσότερα από μια καλή τηλεόραση. Φυσικά δεν παραβλέπουμε και τα τεράστια χρηματικά οφέλη που προσφέρουν οι συνδρομητικές υπηρεσίες στις μέρες μας στον κάθε δημιουργό.

Θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως η εξουσία που έχει επιβάλλει το streaming και η απογοήτευση των δημιουργών από τη μονομέρεια των προτιμήσεων των θεατών, έχουν ήδη ρίξει μια βαριά σκιά πάνω από τον κινηματογράφο.

Συμπεράσματα

Πρέπει να αρχίσουμε να παίρνουμε απόφαση πως βιώνουμε ήδη τον αργό και βασανιστικό θάνατο του κινηματογράφου. Το μέσο βρίσκεται ήδη στο χείλος του γκρεμού και μέχρι το τέλος της πανδημίας η κατάσταση μπορεί να μην δύναται να διορθωθεί. Εκείνο που πολλοί δεν λαμβάνουν υπόψη τους είναι πως αν τελικά υπάρξει μια ολοκληρωτική στροφή προς το streaming, δεν θα αλλάξει μόνο ο τρόπος που απολαμβάνουμε τις ταινίες. Θα αλλάξει και το περιεχόμενο, οι αφηγήσεις και ο τρόπος παραγωγής τους εν γένει. Δεν θα έχουμε την ίδια εμπειρία ως προς αυτό που βλέπουμε.

Όλοι όσοι έχουν πάει σινεμά γνωρίζουν πως σαφώς η παρακολούθηση μιας ταινίας εκεί είναι μια ολοκληρωτικά διαφορετική εμπειρία όσον αφορά τη ποιότητα. Η έξοδος στο σινεμά όμως δεν ήταν ποτέ μόνο κάτι που ταυτιζόταν με την ποιότητα παρακολούθησης. Ήταν κάτι που ταυτιζόταν με την ατμόσφαιρα, την αίσθηση του μεγαλείου, το στοιχείο του ρομαντικού και το στοιχείο του συναισθήματος που σου προσφέρει η τέχνη. Ήταν η έξοδος με τους φίλους σου, την οικογένειά σου, την κοπέλα σου ή το αγόρι σου. Ήταν η παρέα. Αλλά ακόμα και αν πήγαινες μόνος σου, ήταν η ηρεμία, η χαλάρωση, η αλλαγή παραστάσεων, η απόλαυση και η πιο αποτελεσματική βύθιση σε έναν άλλο κόσμο (μη ξεχνάμε ότι κάποιες ταινίες είναι καλύτερο να τις βιώσεις μόνος σου). Όλο αυτό άλλαξε τώρα που η ασφάλεια και η υγεία απειλούνται. Το σινεμά δεν είναι διασκέδαση. Είναι ένας τόπος εχθρικός, ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν που χάνει ό,τι πρόσφερε.

Δεν θέλω καν να φαντάζομαι έναν κόσμο που η τέχνη χάνει έναν από τους πιο ουσιώδεις τρόπους έκφρασής της. Σε κάτι τέτοιες στιγμές μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Γερμανού σκηνοθέτη Wolfgang Petersen και διατηρώ μια ελπίδα ότι αυτή η πανέμορφη εμπειρία θα συνεχίζει να υπάρχει και με αυτά θα ήθελα να κλείσω· «Τα σινεμά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για πάντα και θα τα πηγαίνουν καλά. Με τους υπολογιστές και την τεχνολογία, γινόμαστε όλο και περισσότερο απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον. Ο κινηματογράφος, λοιπόν, είναι ένα από τα τελευταία μέρη, όπου ακόμα μπορούμε να μαζευόμαστε και να βιώνουμε κάτι μαζί. Δεν νομίζω ότι η επιθυμία για αυτού του είδους τη μαγεία θα μας αποχαιρετίσει ποτέ».

Βαγγέλης Φραγκούλης

“Το δέρμα που κατοικώ” : ένα θρίλερ με τον τρόπο του Αλμοδόβαρ

“Το δέρμα που κατοικώ” (ισπανικός τίτλος: La piel que habito), η ταινία αγωνίας που προβλήθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2011, σε σκηνοθεσία και σενάριο του σπουδαίου σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια από τις πιο αμφιλέγομενες ταινίες του…

Πλοκή

Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα Tarantula του Τιερί Ζονκέ.

Απ’ όταν η γυναίκα του κάηκε σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, ο γιατρός Ρομπέρ Λεντγκάρντ, ειδικός στην πλαστική χειρουργική, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό δέρμα που θα μπορούσε να την είχε σώσει. Μετά από δώδεκα χρόνια, κατορθώνει να κατασκευάσει ένα τέτοιο δέρμα που μπορεί να είναι ασπίδα απέναντι σε κάθε επίθεση. Εκτός από τα χρόνια που ξοδεύει στην έρευνα και τα πειράματά του, ο Ρομπέρ χρειάζεται τρία ακόμη πράγματα: καμιά ηθική αναστολή, έναν βοηθό, κι ένα ανθρώπινο πειραματόζωο. Οι ηθικές αναστολές δεν υπήρξαν πρόβλημα, ενώ η Μαρίλια, η γυναίκα που τον φρόντιζε απ την μέρα που γεννήθηκε είναι η πιο πιστή συνεργός. Όσο για το ανθρώπινο πειραματόζωο…

Ένα θρίλερ αλά Αλμοδόβαρ

Ο Αλμοδόβαρ  είναι ένας δημιουργός, ο οποίος εδώ και χρόνια έχει πορευτεί με μια συγκεκριμένη θεματολογία. Στα αριστουργήματά του πρωταγωνιστούν ήρωες χτυπημένοι από την τραγική τους μοίρα, άνδρες και γυναίκες με προβληματικές σεξουαλικές σχέσεις, ενώ περιγράφονται ιστορίες πάθους, μίσους, υποταγής και εκδίκησης. Στο Δέρμα που Κατοικώ ο Αλμοδοβάρ επαναφέρει κινηματογραφικά όλες αυτές τις προσωπικές του εμμονές, δίνοντας όμως ιδιαίτερη έμφαση σε έναν νοηματικό και ψυχολογικό άξονα: την έννοια του εγκλωβισμού και της απόδρασης.

Ο εγκλωβισμός της Βέρα από τον Ρόμπερτ λειτουργεί ως πολύπλευρη αλληγορία. Το ίδιο ισχύει και για το κεντρικό θέμα της ταινίας, δηλαδή την προσπάθεια ενός γιατρού να δημιουργήσει το τέλειο δέρμα. Το δέρμα αποτελεί σημειολογικά το μέσο διαχωρισμού του εσωτερικού από τον εξωτερικό κόσμο. Συγκεκριμένα για τον Ρόμπερτ, όσο σκληρότερο και ανθεκτικότερο είναι, τόσο αποτελεσματικότερα διαχωρίζει τους εσωτερικούς δαίμονες του καθενός από την εξωτερίκευση τους. Όμως ,όπως ευφυώς καταλήγει στον επίλογο του ο Αλμοδοβάρ , το δέρμα δεν είναι αυτό που καθορίζει την ταυτότητα κάποιου. Από την άλλη μπορεί η Βέρα να βιώνει τον εγκλωβισμό, όμως, όπως θα φανεί και από τις αποκαλύψεις κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο χαρακτήρας της και τα όσα υπομένει αποτελούν έναν οξύ αντικατοπτρισμό όσων εγκλωβίζουν και βασανίζουν ψυχικά τον ίδιο της τον θύτη, δηλαδή τον Ρόμπερτ.

Ο Αλμοδόβαρ διανθίζει την βασική αυτή ιστορία με τις αναφορές στο τραυματικό παρελθόν του Ρόμπερτ, στην τραγική απώλεια της γυναίκας του, στον μοιραίο θάνατο της κόρης του και στην σχέση του ήρωα με την μητρική φιγούρα της πιστής Μαρίλια που βρίσκεται διαρκώς δίπλα του. Όλες αυτές οι αμιγώς «αλμοδοβαρικές» πινελιές έρχονται να συμπληρώσουν το παζλ της διαστροφικής ψυχοπαθολογικής διάρθρωσης των ηρώων. Από τον Ρόμπερτ που μάταια εναποθέτει στην επιστήμη την αναγέννηση του παρελθόντος του, μέχρι την εγκλωβισμένη Βέρα που προσπαθεί να απελευθερωθεί και κάθε μέρα υπομένει “τη νέα της ζωή”. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στην οποία η εγκλωβισμένη Βέρα μαθαίνει την τέχνη της γιόγκα ακούγοντας την βασική αρχή: «Πάντα υπάρχει ένα καταφύγιο: Ένα κομμάτι μέσα μας στο οποίο κανείς δεν έχει πρόσβαση και κανείς δεν μπορεί να καταστρέψει». Ο Αλμοδόβαρ παρουσιάζει τους ήρωες του συναισθηματικά και σεξουαλικά παγιδευμένους.

Το Δέρμα που Κατοικώ αποτελεί μια ταινία την οποία κανείς είναι δύσκολο να εντάξει με ακρίβεια σε κάποια φιλμική κατηγορία. Από τη μία ο Αλμοδοβάρ χρησιμοποιεί συχνά τεχνικές που παραπέμπουν σε κλασσικό ψυχολογικό θρίλερ. Από την άλλη, θα ήταν αδόκιμο να χαρακτηρίζαμε το Δέρμα που Κατοικώ ως ένα καθαρόαιμο θρίλερ, καθώς ούτε το σασπένς, ούτε η αγωνία αποτελούν προτεραιότητες του έργου. Κρίνοντας από την συνολική αισθητική και την ατμόσφαιρα θα οδηγούμασταν στο συμπέρασμα ότι το Δέρμα που Κατοικώ πρόκειται για ένα «θρίλερ αλά Αλμοδοβάρ». Δηλαδή μια ταινία με τα χαρακτηριστικά ενός θρίλερ προσαρμοσμένα πλήρως στις ιδιαιτερότητες και στις αισθητικές αιχμές του Ισπανού μαέστρου

Αναφερόμενος στο Δέρμα που Κατοικώ, ο Αλμοδόβαρ έχει δηλώσει ότι πρόκειται για μια ταινία με έντονο πολιτικό υπόβαθρο, καθώς πραγματεύεται αλληγορικά τις σχέσεις εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου. Παράλληλα όταν ρωτήθηκε αν το Δέρμα που κατοικώ είναι ένα θρίλερ ή μια ταινία τρόμου o ίδιος αποκρίθηκε ότι «δεν πρόκειται για μια ταινία τρόμου όπως αυτά του Χόλιγουντ με splatter και αίματα, αλλά μάλλον για μια ταινία τρόμου με τον δικό του τρόπο».

Είναι ακόμη γνωστό ότι ο Αλμοδόβαρ δουλεύει με ηθοποιούς τους οποίους γνωρίζει και εμπιστεύεται. Έτσι και στο Δέρμα που κατοικώ τόσο ο Banderas όσο και η  Anaya έχουν συνεργαστεί κι άλλες φορές με τον σπουδαίο δημιουργό. Μάλιστα ο Banderas στην πρεμιέρα της ταινίας εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του στον Αλμοδοβάρ. Η Anaya από την πλευρά της έχει σταθεί σε δηλώσεις της στην έμφαση που δίνει ο Αλμοδοβάρ στην λεπτομέρεια, καθώς και στο πόσο τελειομανής είναι. Μάλιστα αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό, όπου ο Αλμοδοβάρ κατέγραψε αναλυτικές οδηγίες 10 σελίδων, έτσι ώστε η Anaya να αποδώσει ιδανικά μια μικρή σκηνή. Η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση της, πάντως, αποτελεί και μια πετυχημένη απόπειρα ανάλυσης του έργου: «όλοι οι ήρωες του Αλμοδοβάρ μοιάζουν με προέκταση του ίδιου τού του εαυτού».

Πηγές

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩ

Το Δέρμα που Κατοικώ: Η Μεγάλη Απόδραση του Αλμοδοβάρ

Τα “Φτερά του έρωτα” (1987) του Wim Wenders

Τα Φτερά του Έρωτα (πρωτότυπος τίτλος: Der Himmel über Berlin) είναι ρομαντική ταινία φαντασίας του 1987, από τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία, σε σκηνοθεσία Βιμ Βέντερς, ο οποίος συμμετείχε και στο σενάριο και στην παραγωγή. Πρωταγωνιστούν οι Μπρούνο Γκαντς, Σόλβεϊ Ντόμαρτικ και Όττο Σάντερ.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία αθάνατων και αόρατων αγγέλων, οι οποίοι ακούν και ησυχάζουν τις επιθυμίες των Βερολινέζων. Ένας από αυτούς του αγγέλους, ερωτεύεται μία όμορφη χορεύτρια, και εξ αιτίας της θυσιάζει την αθανασία του, για να μπορέσει να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση. Γίνεται άνθρωπος και απλά πράγματα τον συνεπαίρνουν. Νιώθοντας τη γεύση του φαγητού, το άγγιγμα των αγαπημένων του. Στη νέα του ζωή, έχει βοηθό έναν Αμερικάνο ηθοποιό, ο οποίος επίσης υπήρξε Άγγελος.

Η σύλληψη της ιστορίας έγινε από τους αγγέλους που απεικονίζονται στη Δυτική Γερμανία στο Τείχος του Βερολίνου. Οι εμπνευστές των εικόνων αυτών, ήταν οι Βέντερες και o βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Χάντκε, που μαζί με τον Ρίχαρντ Ράιτενγκερ, έγραψαν το σενάριο. Τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο Γάλλος κινηματογραφιστής Χενρί Αλεκάν, ο οποίος τη γύρισε και με χρώμα και χωρίς. Οι ασπρόμαυρες σκηνές, γυρίστηκαν για να προσδώσουν τη σκοπιά του αγγέλου, που έτσι έβλεπε τον κόσμο. Η παραγωγή της ταινίας έγινα με συμπαραγωγή Γαλλίας και Δυτική Γερμανίας. Η ταινία, γενικά, είναι ένα αποκύημα συμβολισμών και διαφορετικών καλλιτεχνικών εκφράσεων, ούσα εμπνευσμένη από τη μουσική του Νικ Κέιβ, έως και τη λυρική ποίηση του Ράινερ Μαρία Ρίλκε.Η ταινία γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες του Βερολίνου, όπως για παράδειγμα στη Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου.Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 17 Μαΐου του 1987, στις Κάννες. Ήδη από την εποχή της κυκλοφορίας της απέσπασε θετικές κριτικές ενώ σήμερα θεωρείται- και όχι άδικα- μία από τις σπουδαιότερες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου και όχι μόνο. Γενικότερα, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του 1980. Επίσης υπήρξε υποψήφια στο Φεστιβάλ Καννών και για το Βραβεία Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, με τον Βέντερες να κερδίζει και στα δύο το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Το 1993, κυκλοφόρησε κι ένα σίκουελ της ταινίας, το Faraway, So Close!, από τον ίδιο τον Βέντερς. Το 1998, κυκλοφόρησε και αμερικανική διασκευή της ταινίας, ονόματι Η Πόλη των Αγγέλων, του Μπραντ Σίλμπερλινγκ.

Ο Βιμ Βέντερς αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και δίνει στον έρωτα και τη ζωή τέτοια διάσταση και σημασία, που μπροστά τους η αθανασία ωχριά. τις αιτίες του έρωτα που παρασύρει τους αγγέλους στο γήινο κόσμο μας. Ο Ανρί Αλεκάν φωτογραφίζει εκπληκτικά ένα ασπρόμαυρο Βερολίνο που πνίγεται μέσα στους ήχους των ανθρώπινων σκέψεων. Το εγκόσμιο πέρασμα γίνεται φαντεζίστικα έγχρωμο, αλλά το τοπίο παραμένει θλιβερό. Όπως τα ψεύτικα φτερά της αιωρούμενης ακροβάτισσας του τσίρκου, ίσως, τελικά, και ο έρωτας να είναι ένα μαγικό ψέμα. Η πιο μεγάλη ανθρώπινη προδοσία,Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν….

«Συνέβη μία φορά. Μόνο μία, και γι’ αυτό, για πάντα», αναφέραται μέσα στην ταινία… Και σίγουρα αυτή η κινηματογραφική εμπειρία είναι μοναδική …

18 διάσημοι καλλιτέχνες που έπασχαν από ψυχικές διαταραχές

Ο Edvard Munch είχε πει ότι: «Ο φόβος για τη ζωή μου είναι απαραίτητος για μένα, όπως είναι και η ασθένειά μου. Χωρίς το άγχος και τις ασθένειες μου, είμαι ένα πλοίο χωρίς πηδάλιο. Τα βάσανα μου είναι μέρος του εαυτού μου και της τέχνης μου. Αυτά είναι δυσδιάκριτα από μένα και η απομόνωσή τους θα μπορούσε να ζημιώσει την τέχνη μου. Θέλω να διατηρήσω αυτά τα βάσανα. Η θεραπεία των μη ισορροπημένων μυαλών των καλλιτεχνών, θα σήμαινε την εξαφάνιση της επιτυχίας τους ως καλλιτέχνες».

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, που έχει καθιερωθεί, στις 10 Οκτωβρίου συγκεντρώσαμε 18 διάσημους καλλιτέχνες που έπασχαν από ψυχικές διαταραχές. 

1.Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι

Ο Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, γνωστός περισσότερο ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Ένα από τα πιο διαδεδομένα έργα του, παγκοσμίως, είναι η οροφή της Καπέλα Σιστίνα που βρίσκεται στο Βατικανό. Πολλόι αναλυτές αποδίδουν τη μελαγχολία των έργων του σε πιθανή μανιοκατάθλιψη.

2. Χουάν Μιρό

Ο  Ισπανός ζωγράφος και γλύπτης Joan Miró θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές του 20ού αιώνα.Ήταν γνωστό ότι ο Miró ταλαιπωρούνταν από χρόνια κατάθλιψη, η οποία μάλιστα τον οδήγησε σε μία ζωή με ψυχοπάθεια, εναλλαγές της διάθεσης του με περιόδους επιτυχημένης παραγωγικότητας αλλά και αμετάκλητης αδράνειας. Οι δύσκολες καταστάσεις που βίωσε όταν ήταν μικρός θεωρούνται ότι τον οδήγησαν σε ακραία θλίψη και απόγνωση, όπως για παράδειγμα το ότι ο πατέρας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την τέχνη για να εργαστεί σε ένα φαρμακείο.Ο Miró διέθετε μία ξεχωριστή αντίληψη που του επέτρεπε να φεύγει απ’ την πραγματικότητα και να  αιχμαλωτίζει μέσα στους πίνακες του τα συναισθήματά του, που σε πολλές περιπτώσεις, χαρακτηρίζονται έντονα από μία ατελείωτη αγωνία. Το έργο του «To Καρναβάλι του Αρλεκίνου» είναι μια σουρεαλιστική ελαιογραφία σε καμβά διαστάσεων 66×90.5 εκ. και θεωρείται από τα πιο σημαντικά έργα που δημιούργησε ο Miró. Τον συνέθεσε μεταξύ 1924 και 1925, σήμερα φυλάσσεται στην Πινακοθήκη Albright-Knox του Buffalo ενώ η λέκη «καρναβάλι» στον τίτλο του πίνακα παραπέμπει στο Mardi Gras, την γιορτή των Καθολικών που λαμβάνει χώρα πριν από την έναρξη της νηστείας της Σαρακοστής.

3. Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ

Η Θάλασσα από πάγο είναι ένας αριστουργηματικός πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ ο οποίος φιλοξενείται στην Αίθουσα Τέχνης Αμβούργου. Ο πίνακας ζωγραφίστηκε το έτος 1823-1824, μετά από παραγγελία. Ο συλλέκτης Γιόχαν Γκόττλομπ φον Κβαντ ανάθεσε την σύνθεση δύο έργων με θέμα τον Νότο και τον Βορρά αντίστοιχα. Το πρώτο θέμα ανέλαβε ο ζωγράφος Γιόχαν Μάρτιν φον Ρόντεν, ενώ ο Φρίντριχ ζωγράφισε τον Βορρά. Βαθιά επηρεασμένος από τον θάνατο του μικρότερού του αδελφού (σε ηλικία 13 ετών τον είδε να πνίγεται όταν έσπασε ο πάγος σε μια παγωμένη λίμνη όπου είχαν πάει μαζί) ο Φρίντριχ ζωγραφίζει σπασμένους πάγους και κάπου στην άκρη τοποθετεί και το ναυάγιο. Μελετητές λένε ότι η τοποθέτηση των πάγων σε πρώτο πλάνο δείχνει ότι ο  Φρίντριχ δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την εικόνα που χάραξε την παιδική ψυχή του. Το 1835 μένει παράλυτος και δεν μπορεί να ζωγραφίσει μέχρι τον θάνατο του το 1840.

4. Yayoi Kusama

Μια πιο σύγχρονη καλλιτέχνιδα είναι η Ιαπωνίδα Kusama. Μεγάλωσε σ’ ένα εξαιρετικά συντηρητικό περιβάλλον. Οι ψευδαισθήσεις την επισκέφτηκαν για πρώτη φορά στην εφηβική της ηλικία. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως “ψυχαναγκαστικό καλλιτέχνη”, αφού από νεαρή ηλικία και μέχρι σήμερα ζωγραφίζει το περιεχόμενο των παραισθήσεων της, που όπως φαίνεται και από τα έργα της, δεν είναι άλλο από τις βούλες. Επιπλέον, εκκεντρικές θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τις εκθέσεις της που περιλαμβάνουν καθρέφτες και ηλεκτρικούς λαμπτήρες.

5. Έντβαρτ Μουνκ

Το πιο διάσημο έργο του Νορβηγού καλλιτέχνη Edvard Munch είναι «Η Κραυγή» στο οποίο απεικονίζει μια αγωνιούσα μορφή με φόντο ουρανό σε χρώμα κόκκινο του αίματος. Θεωρείται από μερικούς πως συμβολίζει το ανθρώπινο είδος κάτω από τη συντριβή του υπαρξιακού τρόμου ενώ αρκετοί «βλέπουν» τα διάφορα συναισθήματα που μάστιζαν το μυαλό του καλλιτέχνη, όπως η ανεξέλεγκτη μελαγχολία, η αφόρητη κούραση και η απελπισία εξαιτίας του φόβου που βίωνε.Ο Edvard Munch πιθανολογείται ότι έπασχε από σχιζοφρένεια, αλλά στην πραγματικότητα έπασχε από κατάθλιψη που τροφοδοτούνταν από την εσωστρεφή φύση του, τον αλκοολισμό και την εμπειρία του με το θάνατο, καθώς υπήρξε μάρτυρας των θανάτων της μητέρας του και των αδελφών του.

6. Μαρκ Ρόθκο

Ο Mark Rothko ήταν γνωστός από την αρχή της καριέρας του ως αφηρημένος εξπρεσιονιστής. Ήταν ένας καλλιτέχνης, του οποίου η φήμη μεγάλωσε παράλληλα με την κατάθλιψη του, την έναρξη της οποίας πολλοί εντοπίζουν από το διαζύγιό του και το δεύτερο γάμο του. Μέσω της χειραγώγησης χρωμάτων σε μεγάλη κλίμακα, παίζει με ζωηρά χρώματα και απαλές ανοιχτόχρωμες βαφές και καθώς η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται, τα έργα του άρχισαν αργότερα να κλίνουν προς ένα απύθμενο σκοτάδι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα έργα του άρχισαν να γίνονται σκοτεινότερα, και η παρουσία του γκρι, του μπλε, του μαύρου και του καφέ ήταν παρούσα σχεδόν σε κάθε έργο του.

7. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Ο Ολλανδός Vincent van Gogh είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς καλλιτέχνες σ’ όλο τον κόσμο το έργο του οποίου αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του. Η αγωνία μήπως μια «βίαιη κρίση του στερήσει για πάντα την ικανότητα να ζωγραφίζει» τον έκανε να εργάζεται μανιακά τις περιόδους της διαύγειάς του. Η ψυχική του νόσος δεν έχει διασαφηνιστεί απόλυτα μέχρι και σήμερα. Παρά το γεγονός ότι η επιληψία παραμένει η πιο πιθανή εκδοχή, η πολύ πιο αόριστη έννοια της τρέλας κυριαρχεί στην εικόνα που έχει το ευρύ κοινό για τον Van Gogh. Οι μεταθανάτιες διαγνώσεις συνεχίζονται και αναφέρουν διπολική διαταραχή που επιδεινωνόταν από καταχρήσεις ουσιών και συναισθηματική φόρτιση. Αξίζει να αναφερθεί ότι η γοητεία του καλλιτέχνη απεικονίζεται στα έργα που δημιούργησε στις οξείες φάσεις της ασθένειάς του, ενώ νοσηλευόταν στο ινστιτούτο ψυχικής υγείας του Saint-Rémy. Λόγω της ασταθούς ψυχικής του υγείας, ο βαν Γκογκ και μετά από μια έντονη διαφωνία με τον ζωγράφο Γκωγκέν κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού καταλήγοντας στο νοσοκομείο της περιοχής. Υπάρχουν ισχυρισμοί πως ο βαν Γκογκ είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν και προέβη στο κόψιμο του αυτιού του αναζητώντας ένα είδος κάθαρσης από τις τύψεις του. Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στομάχι στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο «Ο κήπος του Ντωμπινύ» ή για τον πίνακα «Σιτοχώραφο» με κοράκια.

8. Γιαννούλης Χαλεπάς

Ο Χαλεπάς γεννήθηκε στον Πύργο της Τήνου το 1851 και μεγάλωσε σε οικογένεια φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο ίδιος θα αγαπήσει το μάρμαρο, όχι σαν το μέσο που θα του αποφέρει χρήματα, αλλά σαν το υλικό που πάνω του θα λαξέψει τις ζωηρές εικόνες του μυαλού του. Τα έργα του είναι εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία και την αρχαιότητα και από εκεί εμπνέεται σπουδαία έργα όπως το «Παραμύθι της Πεντάμορφης» και «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα». Το 1876 άνοιξε στην Αθήνα το δικό του εργαστήριο και σε πολύ λίγες μέρες είχε ήδη δεχθεί παραγγελίες για έργα, ένα από τα οποία ήταν «η Κοιμωμένη» που θα σκέπαζε τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών (σήμερα βρίσκεται στην Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης, στο ‘Αλσος Στρατού). Εκείνη η εποχή ήταν κομβική για τον Γιαννούλη Χαλεπά, ο οποίος είχε γνωρίσει μια συγχωριανή του στην Τήνο, τη Μαριγώ Χριστοδούλου και τη ζήτησε σε γάμο από τους γονείς της. Αυτοί αρνήθηκαν και ο σπουδαίος γλύπτης άρχισε να κλονίζεται ψυχικά. Αρκετοί σήμερα πιστεύουν ότι αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας ήταν η αρχή της κατάρρευσης του. Το 1878 αρχίζει να δείχνει σημάδια ψυχικής ασθένειας καταστρέφοντας τα γλυπτά που δημιουργούσε. Για ένα διάστημα και με την προτροπή της οικογένειάς του, θα βρεθεί στην Ιταλία. Η κατάστασή του όμως δεν θα βελτιωθεί και θα επιστρέψει στην Τήνο 10 χρόνια μετά. Το 1888 και μετά από αρκετές κρίσεις και απόπειρες αυτοκτονίας ο γλύπτης θα εγκλεισθεί στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας. Η διάγνωση ήταν άνοια.Το 1901 πεθαίνει ο πατέρας του και η μητέρα του λίγο αργότερα τον έβγαλε από το ψυχιατρείο και ανέλαβε την κηδεμονία του. Θεωρώντας ότι όλα τα δεινά προήλθαν από την ενασχόλησή του με την τέχνη, έκρυβε τα υλικά ή κατέστρεφε καθε νέα προσπάθεια που ξεκινούσε ο γιός της. Για τους συγχωριανούς ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα γίνει ο “τρελός του χωριού”. Καθημερινότητά του πλέον ήταν η βοσκή των ζώων και οι δουλειές στους αγρούς. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γίνεται μια απόκοσμη μορφή, ένας άνθρωπος σκιά του εαυτού του, εντελώς αποκομμένος από αυτό που αγαπούσε. Την γλυπτική. Με το θάνατο της μητέρας του το 1916, ο γλύπτης αφοσιώνεται και πάλι στην τέχνη, αλλά τίποτα δεν θυμίζει τα πρώτα του έργα. Το ύφος του εκείνη την εποχή, όπως αναφέρει η Εθνική Πινακοθήκη, εμφανίζεται ελεύθερο, αυθόρμητο και πηγαίο και επικεντρώνεται στην ουσία των συνθέσεων και όχι στη λεπτομερή επεξεργασία της επιφάνειας, την εκλέπτυνση ή την ωραιοποίηση. Το 1930, η ανιψιά του Ειρήνη Χαλεπά τον προτρέπει να εγκατασταθεί στο σπίτι της και ο ιδιοφυής γλύπτης θα βρεθεί στην Αθήνα όπου θα εργαστεί εντατικά. Aγαπημένα θέματα που επαναλαμβάνει είναι η ”Μήδεια”, ο ”Σάτυρος και ο Έρως”, το ”Παραμύθι της Πεντάμορφης”. Τα επόμενα 8 χρόνια έζησε τη δόξα  και αναγνωρίστηκε ως ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης. Μια ημιπληγία θα νεκρώσει το δεξί του χέρι και λίγο καιρό αργότερα, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1938, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα αφήσει την τελευταία του πνοή.

9. Λέο Τολστόι

Ο Τολστόι έγραψε ένα βιβλίο στο οποίο διερευνά τη δική του τάση προς την κατάθλιψη που ονομάζεται “ομολογία”. Καθώς έφτασε στη μέση ηλικία, η κατάθλιψη του φαινόταν να επιδεινώνεται, άρχισε να ανησυχεί υπερβολικά για την επιτυχία του και έδινε τα προσωπικά του αντικείμενα. Αργότερα έγινε επικριτικός με τον εαυτό του μη έχοντας το θάρρος να αυτοκτονήσει.

10. Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ

Ο Hemingway αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς που βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Λέγεται πως έπασχε από κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, ενώ είχε οριακή και ναρκισσιστικη συμπεριφορά και αργότερα στη ζωή του έπασχε από ψύχωση. Για αυτό το λόγο, κατέφυγε στο αλκοόλ και αυτοκτόνησε με ένα κυνηγετικό όπλο το 1961

11. Σύλβια Πλαθ

Ο θάνατος ήταν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στα ποιήματά της Πλαθ. Μερικές φορές σηματοδοτούσε την αναγέννηση, άλλες πάλι φορές έγραψε το θάνατο ως τέλος, ενώ φοιτούσε ακόμα στο Κολλέγιο αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει αρκετές φορές. Το 1963 αυτοκτόνησε τοποθετώντας το κεφάλι της μέσα σε φούρνο.

12. Έζρα Πάουντ

Ο Τ.Σ Έλιοτ έγραψε για τον Pound, πως ήταν ο ποιητής που ήταν υπεύθυνος για την Επανάσταση του 20ού αιώνα στην ποίηση. Ήταν ένας λαμπρός ποιητής και ένας σφοδρός επικριτής της πολιτικής των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη σύλληψή του το 1945 για προδοσία, εισήχθη σε ένα νοσοκομείο για παράφρονες εγκληματίες. Κατά τη διάρκεια των δεκατριών χρόνων παραμονής του εκεί πίστευαν πως έπασχε από ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Σε άλλο σημείο στη ζωή του, είχε επίσης διαγνωστεί με σχιζοφρένεια.

13. Φραντς Κάφκα

Με τα έργα του ο Κάφκα εξερευνούσε υπαρξιακές ιδέες για τη ζωή. Η “Δίκη” και η “Μεταμόρφωση” είναι δύο τα γνωστότερα έργα του. Ήταν μοναχικός, μία ιδιοφυΐα που έπασχε από κοινωνικό άγχος και κατάθλιψη. Η κατάθλιψη του αποδίδεται στο γεγονός ότι πολύ λίγα από τα έργα του δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης υπέφερε από ημικρανίες και αϋπνία που προκαλούνταν από το άγχος της σκληρής δουλειάς.

14. Φίλιπ Ντικ

Ο Ντικ είναι ίσως ο πιο οραματιστής συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας του περασμένου αιώνα. Τα έργα του αποτελούν τα πιο κλασικά επιστημονικής φαντασίας και αγαπήθηκαν από την έβδομη τέχνη ως έφηβος. Ο Ντικ έπασχε από ίλιγγο και καθώς μεγάλωνε υπήρχαν σημάδια σχιζοφρένειας συμπεριλαμβανομένων οπτικών και ακουστικών ψευδαισθήσεων. Εισήχθη σε νοσοκομείο αλλά με κάποιο τρόπο κατάφερε να συνεχίσει να γράφει. Κάποια στιγμή σύμφωνα με τον ίδιο, ένιωθε να υπήρχε μία δέσμη από “ροζ φως”, που μεταδίδονται απευθείας στη συνείδηση του.

15. Βιρτζίνια Γουλφ

Η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν επιρρεπής σε νευρικούς κλονισμούς στα 20 της χρόνια, κάτι για το οποίο πίστευαν πως είχε προέλθει από το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης της στην παιδική της ηλικία. Αφού ολοκλήρωσε το τελευταίο μυθιστόρημα της, η Γουλφ έπεσε σε σοβαρή κατάθλιψη. Η απώλεια του σπιτιού της στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επιδείνωσε την κατάστασή της. Το 1941 γεμίσε τις τσέπες της με πέτρες και πνίγηκε σε ένα ποτάμι κοντά στο σπίτι της.

16. Τενεσί Ουίλιαμς

Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ θεατρικός συγγραφέας υπέφερε από κλινική κατάθλιψη πολύ πριν συμβούν τα δύο καθοριστικά γεγονότα που θα τον «έριχναν» ακόμα περισσότερο, ψάχνοντας παρηγοριά στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Η οικογένειά του είχε άλλωστε μεγάλο ιστορικό σε ψυχικές νόσους. Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, η σχιζοφρενής αδερφή του υπέστη λοβοτομή, ενώ το 1961 ο μακροχρόνιος σύντροφός του πέθανε, βυθίζοντάς τον ακόμα περισσότερο στη νόσο. Παρά τις πολυάριθμες απόπειρες να «καθαρίσει», η χρόνια κατάθλιψη και η κατάχρηση ουσιών δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ…

17. Έντγκαρ Άλαν Πόε

Γνωστός για τις ιστορίες τρόμου και τα «σκοτεινά» γραπτά του, ο Πόε είχε ανέκαθεν μια ιδιαίτερη έφεση στην ψυχολογία: η γοητεία που του ασκούσαν εξάλλου οι τρελοί και τα παιχνίδια του νου είναι έκδηλη στο έργο του. Ήταν ωστόσο και ο ίδιος τρελός; Ο φημισμένος αντίπαλός του Rufus Griswold ισχυριζόταν ότι πράγματι ήταν στους πολυάριθμους λιβέλους που δημοσίευσε για τον περίφημο συγγραφέα! Ακόμα κι αν δεν τον πιστέψουμε, ο Πόε πρέπει να έπασχε από διπολική διαταραχή, την ίδια στιγμή που παραδεχόταν στις επιστολές του τον αυτοκτονικό ιδεασμό του. Όσο για το πρόβλημα αλκοολισμού, ο ίδιος το απέδιδε στον δονούμενο ψυχισμό του

18. Μπετόβεν

Ο περίφημος συνθέτης έπασχε από διπολική διαταραχή. Και όπως πολλές από τις δημιουργικές μεγαλοφυΐες που χτυπήθηκαν από την ψυχική αυτή νόσο, τα σφοδρά ξεσπάσματα μανιακής ενέργειας και δημιουργικότητας εξισορροπούνταν από περιόδους «μαυρίλας», μοναξιάς και μελαγχολίας. Ο Μπετόβεν αναγνώριζε το πρόβλημά του και προσπαθούσε να αυτο-θεραπευτεί με ναρκωτικά (όπιο) και αλκοόλ…

Πηγές

 Οι εκπληκτικοί «τρελοί» της Ιστορίας – iPaidia.gr

 7 διάσημοι εικαστικοί που έπασχαν από ψυχικές διαταραχές (ανάμεσά τους κι ένας Έλληνας)

 https://frapress.gr/2018/01/kallitechnes-ke-psychikes-diataraches/

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος»: ακροβατώντας στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος. Από τη στιγμή που θα εμφανιστεί αυτή η σκέψη, παραμένει. Κολλάει. Αντέχει στον χρόνο. Κυριαρχεί. Ως προς αυτό, δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Πιστέψτε με. Δεν φεύγει. Είναι εκεί, άσχετα αν μ’ αρέσει ή όχι. Είναι εκεί όταν τρώω. Όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι. Είναι εκεί όταν κοιμάμαι. Εκεί κι όταν ξυπνάω. Είναι εκεί διαρκώς. Διαρκώς.»

To «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» είναι η καινούργια δημιουργία του Τσάρλι Κάουφμαν που ξεκίνησε να προβάλλεται πριν λίγο διάστημα και στο ελληνικό Netflix. Η ταινία βασίζεται στο ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ του Ίαν Ριντ. Με συνεχείς ανατροπές κι ένα τέλος που σου κόβει την ανάσα, ο Ριντ σε αυτό το έργο του διερευνά την έννοια της ταυτότητας, βουτά στην άβυσσο του ανθρώπινου ψυχισμού και θέτει ερωτήματα για την ελεύθερη βούληση, την αξία των σχέσεων, τον φόβο και τα όρια της μοναξιάς.

Η υπόθεση της ταινίας αφορά μια νεαρή γυναίκα, την Λούσι, που σκέφτεται να τερματίσει την σχέση της με τον φίλο της, τον Τζέικ, ωστόσο τον συνοδεύει για πρώτη φορά σε μια επίσκεψη στους γονείς του. Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη ουσιαστικά, το road trip προς την φάρμα που μένουν οι γονείς του, την σύντομη διαμονή τους με το γεύμα με τους γονείς εκεί και την επιστροφή. Και τα δύο ταξίδια, με έντονη χιονόπτωση.

Αρχικά, η ταινία ακολουθεί την πρώτη εντύπωση που μας δίνει, ώσπου στην σκηνή στο σπίτι, ο Κάουφμαν αποφασίζει να μας βυθίσει σε ένα επαναλαμβανόμενο σκηνικό (βλέπουμε την ίδια σκηνή με μικρές αλλαγές κάθε φορά). Εκεί, πρωταγωνιστεί ο Τζέικ, ο οποίος φαίνεται να φροντίζει στοργικά τους γονείς του και παράλληλα να ασφυκτιά στην συνύπαρξή του μαζί τους και γενικότερα να δυσανασχετεί με την παρουσία του στο πατρικό του. Στην επιστροφή, η συζήτηση του ζευγαριού μπαίνει σε βαθύτερα νερά, με πολλές φιλοσοφικές αναφορές, εξερευνώντας την ηλικία, τον χρόνο, τις επιλογές, την φιλοδοξία, με τρόπο που οι περισσότεροι ίσως δεν έχουμε σκεφτεί. «Φαίνεται απελπιστικό. Σαν να νιώθεις γέρος, το σώμα σου φθίνει, η ακοή σου, η όραση σου, δεν μπορείς να δεις, είσαι αόρατος, πήρες πολλές λάθος στροφές. Το όλο ψέμα, ότι κάτι θα βελτιωθεί, ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι ο Θεός έχει ένα πλάνο για σένα, ότι η ηλικία είναι ένας αριθμός, ότι το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή, ότι ουδέν κακό αμιγές καλού». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμα και τα μέλη του καστ εξακολουθούν να μελετούν τα αινίγματα και τις βαθύτερες έννοιες της ταινίας, την οποία ο Kaufman σχεδίασε σκόπιμα για να ανταμείψει τις επαναλαμβανόμενες προβολές. «Ξέρω τι σήμαινε για μένα ενώ γυρνούσαμε τις σκηνές, αλλά ήταν διαφορετική εμπειρία να το παρακολουθώ», λέει ο Τζέσε Πλέμονς. «Με κλόνισε πραγματικά που το παρακολούθησα. Είναι ακόμα μυστηριώδες». «Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τόσες πολλές, ανθρώπινες εμπειρίες και συναισθήματα που μπορεί να είναι ό,τι θέλετε», λέει η Κολέτ. «Δεν χειραγωγεί το κοινό. Και ο Τσάρλι… του αρέσει έτσι. Είναι απλώς μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία, πολύ όμορφα περίπλοκη. Υπάρχει μια απλή αφήγηση για να προσκολληθούμε σε αυτή, και υπάρχει κι αυτό που αφορά πραγματικά αυτή η ταινία». Η ταινία διερευνά θέματα μηδενισμού, υπαρξισμού και ηδονισμού σε πολλές σκηνές. Οδηγώντας μας προς το τέλος της ταινίας, ο Κάουφμαν προσδίδει μια έντονη δόση λυρικότητας στις ως τότε φιλοσοφικές αναζητήσεις, με αναφορές στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Όσον αφορά το τέλος, η ταινία δείχνει δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ζωή θα μπορούσε να έχει κυλήσει για τον Τζέικ. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις. Ειδικά αν είναι η μητέρα σου. Στην παράσταση της ζωής του Τζέικ, ο πατέρας του βρίσκεται μεν στην πρώτη θέση, αλλά η μητέρα του είναι πάνω στην σκηνή. Ίσως να δένει έτσι, την προσπάθεια απενοχοποίησης της μητέρας κάποια στιγμή στο αυτοκίνητο.

«Δεν συμμερίζομαι ότι η μητέρα είναι η αιτία όλων των ψυχολογικών προβλημάτων και αηδίες. Είναι μισογυνιστικές μπούρδες. Φροϋδικές μαλακίες. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις, όμως. Που νιώθεις κάπως, που είσαι κάπως. Ένα άτομο, ένας ενήλικας, πρέπει σε κάποια φάση να αναλάβει την ευθύνη για το ποιος είναι. Οι μητέρες είναι άνθρωποι με τον δικό τους πόνο. Την δική τους ιστορία παραμέλησης και κακοποίησης. Όμως τον 20ο αιώνα τις κατηγόρησαν για κάθε γαμημένο παιδικό θέμα». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμη κι αν δεν κατάλαβες τι ήθελε να πει ο Κάουφμαν, σίγουρα αντιλήφθηκες το υποκριτικό μεγαλείο των δυο γυναικείων ρόλων της ταινίας του Netflix. Ο Τζέσι Πλέμονς μπορεί να μην είναι Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Και ερμηνευτικά είναι μάλλον άλλοι οι δρόμοι τους. Αλλά χρόνο με τον χρόνο, ερμηνεία την ερμηνεία, ξεχωρίζει όλο και πιο πολύ, αφήνει το αποτύπωμά του όλο και πιο βαθιά. Η φυσικότητα που βγάζει στον ρόλο του Τζέικ, ο ανεπιτήδευτος τρόπος με τον οποίο παίζει, αυτό το «μη παίξιμο» παίξιμό του, αυτή η τεράστια υποκριτική του δύναμη που εκδηλώνεται με τα ελάχιστα, με το σχεδόν τίποτα, είναι εντελώς συγκινητική. Πολύ μεγάλος ηθοποιός. Δίπλα του η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι αποκάλυψη. Στις σκηνές που θυμίζουν θεατρική παράσταση (στο αυτοκίνητο μέσα στην χιονοθύελλα) η ερμηνεία της είναι δοσμένη χωρίς καμία ατέλεια. Ο Κάουφμαν τους σκηνοθετεί με μεγάλη τρυφερότητα και οι δυο τους συνθέτουν ένα ζευγάρι ηρώων, στο οποίο θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια, όσο οδηγούν μέσα στο χιόνι, με τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαίνουν πέρα δώθε, κάνοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο, συνοδεύοντας τα λόγια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους και τα λόγια που παραμένουν στο μυαλό τους ως σκέψεις. Ακόμη, η Τόνι Κολέτ στο ρόλο της πιο εκκεντρικής, κάπως πειραγμένης μητέρας αξίζει Όσκαρ. Είναι ανατριχιαστική σε όλες τις εκδοχές της μητέρας. Είναι άλλωστε πάντοτε εξαιρετική σε πληθωρικούς ρόλους.

Όποια κι αν είναι η ταυτότητά σου, είτε είσαι ο Τζέικ, είτε η Λούσι, είτε θα δοθεί ένα τέλος στη σχέση σας, είτε όχι και θα ζήσετε μια ζωή μαζί σαν καρικατούρες σαν τους γονείς του Τζέικ, είτε θα ζήσετε μια ζωή ολομόναχοι σαν τον επιστάτη του σχολείου, όποιος κι αν είναι ο επιστάτης του σχολείου, η υπαρξιακή άβυσσος ή εν πάση περιπτώσει η ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης είναι εκεί. Αλλά εκεί είναι και το νόημα των πραγμάτων. Και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο όσων λέει ο Κάουφμαν, περισσότερη σημασία ίσως κι από αυτά, έχει ο τρόπος που τα κινηματογραφεί, στην τρίτη σκηνοθετική του δουλειά. Ό,τι κι αν σκέφτεται και αν θέλει να πει ο Τσάρλι Κάουφμαν (διασκευάζοντας και κάνοντας τελείως δικό του υλικό άλλου, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίαν Ριντ που γράφτηκε πριν λίγα χρόνια), το δείχνει πάντως με έναν τρόπο εντελώς αγαπησιάρικο και τρυφερό. Δεν ξέρουμε αν αυτό είναι που θα ήθελε να ακούσει ο ίδιος ως έπαινο, πιθανότατα όχι. Όπως και να ‘χει όμως, στο «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, μοντάζ, ντεκόρ, ηθοποιοί, εφέ, σενάριο, όλα μαζί συνθέτουν ένα τελικό αποτέλεσμα κατάφασης στη ζωή και όχι απόγνωσης· ομορφιάς και όχι απελπισίας.

ΠΗΓΕΣ: https://www.politeianet.gr/books/9789601687568-reid-iain-patakis-skeftomai-na-balo-ena-telos-311481, https://www.elculture.gr/blog/article/skeftome-na-valo-ena-telos-tou-tsarli-kaoufman-ypnotistika-yparxiako-road-trip-sto-chioni/, https://provocateur.gr/femme/19348/skeftomai-na-balw-ena-telos-bathia-ypoklish-sth-toni-kolet-kai-th-tzesi-mpakle , https://www.andro.gr/empneusi/%CE%99m-thinking-of-ending-things-review/

Freedom Writers: Η καταλυτική δύναμη της ανθρώπινης θέλησης

Βρισκόμαστε στο 1994, στο Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνιας, όπου η 24χρονη φιλόλογος Erin Gruwell θα διδάξει για πρώτη της φορά στην Γ’ Γυμνασίου στο Woodrow Wilson High School, στο οποίο ξεκίνησε πρόσφατα να υλοποιείται ένα πρόγραμμα εθελοντικής ένταξης. Η τάξη που αναλαμβάνει θεωρείται ‘χαμένη’ υπόθεση. Αποτελείται από 15χρονους “περιθωριακούς” μαθητές, με καθόλου καλές σχολικές επιδόσεις, κάποιοι από τους οποίους έχουν κάνει φυλακή, άλλοι είναι έξω με αναστολή, ενώ οι περισσότεροι είναι και μέλη συμμοριών. Ο πόλεμος μεταξύ αυτών των φυλετικών συμμοριών είναι καθημερινός και ασταμάτητος και μεταφέρεται φυσικά και μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας “203”.

Σε ένα σχολείο που η ρατσιστική αντιμετώπιση και τα περιστατικά βίας αποτελούν καθημερινότητα, Η Erin με μοναδικό της όπλο την πίστη στη δουλειά της ρίχνεται στη μάχη της εκπαίδευσης και της ένταξης αυτών των εφήβων στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς να έχει στο πλευρό της κανέναν σύμμαχο. Οι συνάδελφοί της δεν έχουν καμία διάθεση να την βοηθήσουν. Ο σύζυγός της κάνει απλά υπομονή (χωρίς να πολυπιστεύει το εγχείρημα) ενώ ακόμη και ο πατέρας της εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις. Από την άλλη πλευρά, οι μαθητές της δεν την αποδέχονται, είναι εριστικοί μαζί της και για αδιαφορούν για το μάθημα. Όμως εκείνη, με επιμονή και υπομονή, έψαξε παρ ’όλες τις διαφορές τους και τις διαφωνίες τους να βρει τα κοινά τους ενδιαφέροντα, τα κοινά τους βιώματα και εμπειρίες ώστε να τους βοηθήσει να καταλάβουν ότι είναι όλοι άνθρωποι, είναι μία και μόνο ομάδα.  Με επικοινωνία και  κατανόηση, το μάθημα θα μετατραπεί σταδιακά σε ζήτημα ζωής και οι «ανεπίδεκτοι μαθήσεως» έφηβοι, θα ανακαλύψουν την αξία της ανοχής και θα προσπαθήσουν να φτιάξουν τις κατεστραμμένες ζωές τους, αλλάζοντας ολοκληρωτικά τον κόσμο τους. 

Ο Richard LaGravenese δημιούργησε μία ταινία για τα θύματα του υπερβάλοντος εθνικιστικού ζήλου σε σχέση με την φυλή και την ανθρωπολογική ιδιαιτερότητα που δεν μεταφράζεται παρά Ρατσισμός. Η Αμερική ξέρει καλά τι σημασία της λέξης αφού είναι η μοναδική χώρα που με τόσο ζήλο τον ενισχύει συνειδητά διαιωνίζοντας ξανά και ξανά ότι θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί μέχρι σήμερα. Έδειξε όμως πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει αν δεν το θέλει ο ίδιος και πως η εκπαίδευση συμβάλλει στην αλλαγή αυτή, με την εμπιστοσύνη και την στήριξη του εκαπιδευτικού ως το πιο δυνατό εργαλείο. Η βραβεύμενη Χίλαρι Σουάν έδωσε μία συγκλονιστική ερμηνεία που απογείωσε το μήνυμα της ταινίας με την βοήθεια πολλών ταλαντούχων ηθοποιών ακόμα

Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι πρόκειται για την αληθινή ιστορία της καθηγήτριας Αγγλικής Φιλολογίας Erin Gruwell. Η ταινία είναι βασισμένη στο μπεστ-σέλερ “The Freedom Writers Diary”. Το βιβλίο απαρτίζεται από συγγράμματα των ίδιων των μαθητών για το πώς βλέπουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Οι “χαμένοι” μαθητές της αποφοίτησαν όλοι, ενώ πολλοί από αυτούς προχώρησαν και σε κολέγια. Οι “Συγγραφείς της Ελευθερίας”, όπως ονομάστηκαν, δημιούργησαν το ομώνυμο ίδρυμα με σκοπό την επανάληψη του επιτυχημένου εγχειρήματος της “Αίθουσας 203” σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια. Γιατί υπάρχουν πάντα ανάμεσα μας εκείνοι που θα βρουν νόημα και ελπίδα εκεί που για τους άλλους η μάχη έχει χαθεί.

Πηγές:

http://akivernitos.blogspot.com/2014/03/freedom-writers-2007.html

https://m.myfilm.gr/1682

http://www.anemosnaftilos.gr/2008/03/freedom-writers.html

Die Welle (Το κύμα): Το πιο τρομακτικό πείραμα της μεγάλης οθόνης

Πλοκή

Ένα πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι άγριο και βίαιο. Ο Ράινερ Βένγκερ, καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της πολιτικής θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναυπάρξει φασισμός, σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων: Ο ίδιος αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις ανάγκες του «ρόλου». Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν την μικρή κοινωνία τους «Το κύμα», φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα, μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, όπου όλοι είναι ίσοι με όλους. Ο Μάρκο, γιος διαλυμένης οικογένειας, είναι ίσος επιτέλους με τον πλούσιο συμμαθητή του. Η ντροπαλή, συνεσταλμένη Λϊζα είναι ίση επιτέλους με τα άλλα, δημοφιλή κορίτσια. Ο Τιμ, που βρισκόταν πάντα στο περιθώριο και κινούνταν καμιά φορά και εκτός νόμου, μπαίνει επιτέλους στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αισθάνεται χρήσιμος. Ο Ντένις, που ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και αναζητά διαρκώς το νόημα, διοχετεύει επιτέλους κάπου το πάθος του. Ένας μαθητής Τούρκικης καταγωγής είναι ίσος με τον Γερμανό. Μόνο που αν για τα μέλη της ομάδας όλα φαίνονται σωστά, όσοι βρίσκονται στην απ’ έξω δείχνουν την δυσπιστία, αν όχι την αγωνία τους. Πρώτες πρώτες, η σύζυγος του Ράινερ, και αυτή καθηγήτρια στο ίδιο σχολείο, αλλά και η νεαρή Κάρο, το κορίτσι του Μάρκο που βρέθηκε στην ομάδα, εξοστρακίστηκε γιατί αρνήθηκε να φορέσει το ίδιο λευκό πουκάμισο με τους υπόλοιπους και παλεύει να δείξει στους υπόλοιπους το πόσο επικίνδυνες είναι οι νέες ιδέες του. Κανείς όμως δεν μπορεί να σταματήσει το «Κύμα» και την καταστροφή που φέρνει μαζί του…

Το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία

Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Martin Rhue (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Todd Strasser), υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε πολλά σχολεία της Γερμανίας, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία. Το 1967, ένας καθηγητής ιστορίας στο Λύκειο Cubberley του Πάλο Άλτο με το όνομα Ron Jones εφάρμοσε ένα αντίστοιχο πείραμα στους μαθητές του. Όταν, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος όπου δίδασκε για τον Εθνικό Σοσιαλισμό, ένας μαθητής του τον ρώτησε για το πώς θα μπορούσε ο λαός της Γερμανίας να αγνοεί για τη σφαγή του Εβραϊκού πληθυσμού, ο καθηγητής δεν μπόρεσε να απαντήσει. Αντ’ αυτού όμως, αποφάσισε να δώσει μια μικρή γεύση από τις συνθήκες της εποχής που μελετούσαν. Έτσι, οργάνωσε την τάξη σε μια ομάδα (με το κάθε άλλο παρά αθώο όνομα «το Τρίτο Κύμα», μια άμεση αναφορά στο Τρίτο Ράιχ), πρότεινε σκληρά κανονιστικά μέτρα και εφάρμοσε σε λίγη ώρα ένα μικρό πρόγραμμα αυστηρής πειθαρχίας μέσα στην τάξη, έκπληκτος με την προθυμία με την οποία τον υπάκουαν οι μαθητές του. Το όλο εγχείρημα, που θα κρατούσε μία μόλις μέρα, εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο το σχολείο, όσοι είχαν αντίθετη γνώμη γνώριζαν έναν άτυπο αποκλεισμό, τα μέλη της πρώτης ομάδας άρχιζαν να κατασκοπεύουν το ένα το άλλο, και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν έπεφταν θύματα βίας. Ο Jones κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη μετά από πέντε μέρες. Και τα κατάφερε.

Το πείραμα

Οι λεπτομέρειες του “πειράματος” αυτού δεν έγιναν γνωστές για αρκετά χρόνια, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον του. Το 1972 ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα διήγημα όπου περιέγραφε ορισμένες λεπτομέρειες, και το 1981 διασκευάστηκε σε ταινία (κερδίζοντας βραβείο Έμμυ). ο συγγραφέας Τοντ Στράσσερ, με το ψευδώνυμο Μόρτον Ρου, έγραψε το μυθιστόρημα “Το Κύμα”, βασισμένο πάνω στην ταινία αλλά και τη διήγηση του Τζόουνς. Το βιβλίο γνώρισε επιτυχία, και στη Γερμανία προτεινόταν σαν ανάγνωσμα στα σχολεία. Διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Αργότερα, ο Τζόουνς αποκάλυψε την πλήρη δική του εκδοχή της ιστορίας, ορισμένες λεπτομέρειες από την οποία αμφισβητήθηκαν, κυρίως για το μέγεθος που απέκτησε το φαινόμενο μέσα στο σχολείο, αλλά και το κατά πόσον οι μαθητές μέλη του Κύματος συμμετείχαν όλοι σοβαρά. Το πείραμα προσέλκυσε το ενδιαφέρον του ψυχολόγου Φίλιπ Ζιμπάρντο, που αρκετά αργότερα διεξήγαγε το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ, που και αυτό αφορούσε συνθήκες υπακοής/καταπίεσης.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης Ντένις Γκάνζελ είχε σχολιάσει για την ταινία του: «Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο “Wave” η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;… Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του ’60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του ’80 και του ’90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».

Η ταινία αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες όλων των εποχών. Αυτό διότι, αποδεικνύει πώς γίνεται μια ομάδα ανθρώπων να χειραγωγηθεί, να ομογενοποιηθεί, να γίνει φερέφωνο μιας ιδεολογίας, που δε σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ετερότητα. Ακόμη περισσότερο, υπογραμμίζεται ο καθοριστικός ρόλος της εκπαίδευσης, ως αντίδοτο σε κάθε ακραία ιδεολογία. Η ταινία δίνει την απάντηση σε ερωτήσεις όπως : “Υπάρχει ακόμη φασισμός;” Οι τίτλοι τέλους του ναζισμού δεν ήρθαν με το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως άλλωστε ο Γερμανός ποιητής και συγγραφέας, Μπέρτολτ Μπρεχτ είχε πει: “Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό.”

Πηγές

ΤΟ ΚΥΜΑ του Ντένις Γκάνσελ (DIE WELLE) (2008)

“Spirited Away”: Το πρώτο οσκαρικό Anime

Η πλοκή

Η δεκάχρονη Τσιχίρο Όγκινο και οι γονείς της μετακομίζουν με το αυτοκίνητο στο νέο τους σπίτι. Ο πατέρας της όμως παίρνει μια λάθος στροφή και έτσι καταλήγουν έξω από ένα τούνελ. Από περιέργεια οι γονείς της αποφασίζουν να δουν που οδηγεί. Καταλήγουν σε μια έρημη πόλη γεμάτη εστιατόρια, η οποία φαίνεται τελικά ότι είναι ένας κόσμος όπου κυριαρχεί η μαγεία. Οι γονείς της Τσιχίρο πιστεύουν ότι μάλλον βρίσκονται σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο, και αρχίζουν να τρώνε σα γουρούνια από ένα πάγκο γεμάτο φαγητά. Παράλληλα, η κόρη τους περνά μια γέφυρα και ανακαλύπτει μια επιχείρηση εξαιρετικών λουτρών, όπου ένα νεαρό αγόρι, ο Χακού, την προειδοποιεί να φύγει πριν το επικείμενο ηλιοβασίλεμα. Σαν τρελή, η Τσιχίρο επιστρέφει στους γονείς της, μόνο και μόνο για να δει ότι έχουν κυριολεκτικά μεταμορφωθεί σε γουρούνια. Προσπαθεί να φύγει από την πόλη, αλλά το σημείο απ’όπου ήρθε έχει εξαφανιστεί και βυθιστεί στη θάλασσα.

Μόνη και τρομαγμένη, παρατηρεί τον κόσμο που αποκαλύπτεται ότι είναι ένα πολυτελές μέρος όπου αναζωογονούνται τα πνεύματα. Τελικά τη βρίσκει ο Χακούκαι την προτρέπει να βρει τον Καμάτζι, τον υπεύθυνο της θέρμανσης του νερού των λουτρών, και να απαιτήσει δουλειά από αυτόν. Ο Καμάτζι αποκαλύπτεται ότι είναι ένα αραχνοειδές πλάσμα που αναλαμβάνει τις προετοιμασίες για τις θεραπείες των επισκεπτών. Ο Καμάτζι και η Λιν, μία από τους υπαλλήλους εκεί, στέλνουν την Τσιχίρο στη Γιουμπάμπα, την κακή και τυραννική ιδιοκτήτρια των λουτρών, ώστε να βρει δουλειά. Αρχικά, αυτή αρνείται να βρει δουλειά της Τσιχίρο αλλά τελικά δέχεται, και την προσλαμβάνει με ένα μαγικό συμβόλαιο, με αντάλλαγμα το όνομά της. Το νέο όνομα της Τσιχίρο είναι Σεν.

Ο Χακού την πηγαίνει στο στάβλο όπου βρίσκονται πια οι γονείς της, και της επιστρέφει τα ρούχα της. Μέσα στα ρούχα της βρίσκει την αποχαιρετιστήρια κάρτα της όπου είναι γραμμένο το πραγματικό της όνομα, Τσιχίρο. Ο Χακού της αποκαλύπτει ότι η μάγισσα Γιουμπάμπα ελέγχει τους ανθρώπους παίρνοντας το όνομά τους και πως αν η ίδια ξεχάσει το όνομά της, θα παγιδευτεί στον κόσμο των πνευμάτων, όπως έπαθε και αυτός.

Την ώρα της δουλειάς, η Σεν αφήνει να μπει στα λουτρά ένα σιωπηλό μασκαρεμένο πλάσμα με το όνομα Απρόσωπος, νομίζοντας πως είναι πελάτης. Έπειτα καταφτάνει ένα “πνεύμα βρώμας” και οι αηδιασμένοι ανώτεροι της Σεν αναθέτουν σ’αυτή την φροντίδα του. Η Σεν ανακαλύπτει πως στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ισχυρό πνεύμα-προστάτη ενός μολυσμένου ποταμού. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης που τον καθάρισε, το πνεύμα δίνει στη Σεν ένα μαγικό πιτάκι και οι συνεργάτες της τής δίνουν συγχαρητήρια. Αργότερα, όταν οι περισσότεροι υπάλληλοι κοιμούνται, ο Απρόσωπος παραπλανεί έναν εργάτη με χρυσάφι. Αυτός πιάνει το δόλωμα και τότε τον καταπίνει ολόκληρο. Μεταλλάσσεται και το μόνο που αποζητά είναι φαγητό, και το παίρνει παραπλανώντας το αφελές προσωπικό με ψεύτικο χρυσάφι. Όταν οι εργάτες τον περικυκλώνουν έχοντας ελπίδες να πάρουν χρυσό, αυτός καταπίνει άλλους δύο και μεγαλώνει.

Η Σεν βλέπει ένα σμήνος χάρτινων πλασμάτων να επιτίθενται σε ένα δράκο, και καταλαβαίνει πως ο δράκος είναι ο Χακού μεταμορφωμένος. Ένα από τα πλάσματα μένει μαζί της. Ο βαριά πληγωμένος Χακού πέφτει στο ρετιρέ της Γιουμπάμπα και η Σεν τον ακολουθεί. Το πλάσμα που κρύφτηκε πάνω της αποκαλύπτεται ότι είναι η Ζενίμπα, δίδυμη αδερφή της Γιουμπάμπα. Μεταφορφώνει τον Μπο -το μωρό της Γιουμπάμπα- σε ποντίκι, το πουλί της -Γιου- σε ένα μικροσκοπικό πουλί, και τα τρία κεφάλια σε ένα ψεύτικο Μπο. Η Ζενίμπα λέει στη Σεν ότι ο Χακού της έκλεψε μια μαγική χρυσή σφραγίδα και την προειδοποιεί ότι κουβαλά μια θανατηφόρα κατάρα. Η Σεν του δίνει με το ζόρι να φάει λίγο από το πιτάκι που της έδωσε το πνεύμα-φύλακας και αυτός κάνει εμετό, βγάζοντας τη σφραγίδα και ένα μαύρο γυμνοσάλιαγκα, τον οποίο η Σεν πατάει με το πόδι της σκοτώνοντάς τον.

Όσο ο Χακού είναι αναίσθητος, η Σεν επιστρέφει τη σφραγίδα στην μάγισσα και ζητά συγγνώμη από μέρους του. Πριν φύγει από τα λουτρά, η Σεν συναντά τον τεράστιο πια Απρόσωπο και τον ταΐζει με το υπόλοιπο πιτάκι. Αυτό την κυνηγά έξω από τα λουτρά, συνεχώς ξερνώντας όσους είχε φάει, με αποτέλεσμα να γυρίσει στην αρχική του μορφή. Η Σεν, ο Απρόσωπος, ο Μπο και ο Γιου ταξιδεύουν με το τραίνο για να βρουν τη Ζενίμπα. Η Γιουμπάμπα κατηγορεί τη Σεν για τις ζημιές που προκάλεσε ο Απρόσωπος, επειδή εξ αρχής τον προσκάλεσε να μπει στο κτήριο και δίνει διαταγή να σφαχτούν τα γουρούνια-γονείς της. Όταν ο Χακού της αποκαλύπτει ότι ο Μπο εξαφανίστηκε, υπόσχεσαι να τον βρει, με αντάλλαγμα να ελευθερώσει τη Σεν και τους γονείς της.

Η Σεν, ο Απρόσωπος, ο Μπο και ο Γιου φτάνουν στο σπίτι της πλέον καλοσυνάτης Ζενίμπα. Αυτή αποκαλύπτει ότι η αγάπη της Σεν για τον Χακού έσπασε την κατάρα της και πως ο μαύρος γυμνοσάλιαγκας που σκότωσε η Σεν ήταν ο τρόπος της Γιουμπάμπα να ελέγχει τον Χακού. Καταφθάνει ο Χακού ως δράκος και γυρίζει στα λουτρά της Σεν, τον Μπο και το Γιου. Ο Απρόσωπος μένει πίσω και γίνεται βοηθός της Ζενίμπα. Στο δρόμο της επιστροφής, η Σεν θυμάται μία ανάμνηση από τα παιδικά της χρόνια: είχε πέσει στον ποταμό Κοχάκου προσπαθώντας να πάρει το παπούτσι της που είχε πέσει μέσα, και την έσυρε ο ποταμός στη στεριά απαλά και με ασφάλεια. Μαντεύοντας ότι στην πραγματικότητα ο Χακού είναι το πνεύμα του ποταμού Κοχάκου και έτσι αποκαλύπτοντάς του το πραγματικό του όνομα, ο Χακού είναι πλέον ελεύθερος από τον έλεγχο της Γιουμπάμπα.

Όταν φτάνουν στα λουτρά η Γιουμπάμπα λέει στη Σεν ότι για να σπάσει την κατάρα των γονιών της, πρέπει να τους αναγνωρίσει ανάμεσα σε μια ομάδα γουρουνιών. Η Σεν λέει πως οι γονείς της δεν είναι κανένα από τα γουρούνια που ήταν εκεί, σπάζοντας την κατάρα τους και το συμβόλαιό της μαζί της. Ο Χακού την οδηγεί στην είσοδο της πόλης και της υπόσχεται πως θα τη δει ξανά στο μέλλον. Η Τσιχίρο ξαναβρίσκει τους γονείς της, οι οποίοι δεν θυμούνται τίποτε απ’ όσα συνέβησαν. Όλοι μαζί επιστρέφουν στο αυτοκίνητό τους, καλυμμένο πια με φύλλα δέντρων και σκόνη, και ξεκινούν πάλι για το νέο τους σπίτι.

Νοήματα πίσω από την ταινία

Πολλοί χρήστες της ιαπωνικής γλώσσας έχουν επισημάνει ότι υπάρχουν οπτικές ενδείξεις στην ταινία που δεν γίνονται κατανοητές από όσους δεν μιλούν ιαπωνικά. Όταν οι πρωταγωνιστές πλησιάζουν το καταραμένο πάρκο με την αγορά στην αρχή της ταινίας, σε ένα καρέ βλέπουμε τον ιαπωνικό χαρακτήρα-κάντζι狗, που σημαίνει σκυλί, ο οποίος, όμως, παραπέμπει και στο ομόηχο «kuniku», το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει πικρό κρέας και σηματοδοτεί κάτι που απαιτεί προσωπική θυσία. Ένας άλλος χαρακτήρας που σημαίνει «κόκαλο» μοιάζει να κάνει μια αναφορά στην ιδιωματική φράση «hone-nashi», που σημαίνει «κάποιος που στερείται ηθικού σθένους». Όταν ο πατέρας βαδίζει λαίμαργα κάτω από μια αψίδα, ένας Ιάπωνας θεατής θα πρόσεχε ότι κάποιοι από τους χαρακτήρες είναι γραμμένοι ανάποδα, κάτι που επιβεβαιώνει την ανησυχία της Chihiro. Μερικοί θεατές έχουν τονίσει την επανάληψη των χαρακτήρων «yu» και «me» στην ταινία, καθώς η λέξη «yume» σημαίνει όνειρο στα ιαπωνικά.

Τα ονόματα από μόνα τους λειτουργούν ως σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας σε όλη την ταινία. Το όνομα της Chihiro σημαίνει στην κυριολεξία «χίλια», αλλά και «κάνω ερωτήσεις» και «ψάχνω/αναζητώ». Όταν η Yu-baaba δανείζεται ένα χαρακτήρα από το όνομα της Chihiro για να αλλάξει βάναυσα το όνομά της και να τη βάλει να υπογράψει το συμβόλαιο που δηλώνει ότι το κορίτσι της ανήκει, το νέο όνομα της Chihiro, Sen, σημαίνει απλώς «χίλια». Της στερεί τις υπόλοιπες σημασίες κι έτσι η Chihiro είναι μεν ο εαυτός της, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι του απουσιάζει. Και τα υπόλοιπα ονόματα των χαρακτήρων έχουν συνεκδοχικές έννοιες. Boh σημαίνει «μικρό αγόρι» ή «γιος», Kamaji σημαίνει «γέρος θερμαντήρας νερού», Yu-baaba σημαίνει «λουτρά», «γριά γυναίκα» ή «μάγισσα» και Zeniiba σημαίνει «μάγισσα των χρημάτων».

Όπως με κάθε ταινία που αποκτά φανατικό κοινό, μπορεί κανείς να μπλεχτεί σε ένα λαβύρινθο με θεωρίες για το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων. Κάποιος ισχυρίζεται ότι όλη η ταινία είναι μια αλληγορία για την παιδική πορνεία, προσδίδοντας στα λουτρά σκοτεινά υπονοούμενα. Ο Miyazaki κάποτε είχε πράγματι πει ότι η ιαπωνική κοινωνία είχε μετατραπεί σε βιομηχανία του σεξ. Μια άλλη ανάγνωση είναι ότι ο κόσμος των πνευμάτων αντιπροσωπεύει την παλιά Ιαπωνία˙ μια Ιαπωνία που αγκομαχάει πλάι στη νέα, τον «πραγματικό» δηλαδή κόσμο της Chihiro και της οικογένειάς της. Σε αυτή την περίπτωση, το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι, όπως και η Chihiro, η Ιαπωνία πρέπει να μάθει ότι μπορεί να συνυπάρξει ο κόσμος του παρελθόντος με εκείνον του παρόντος, όμως θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή και αλλαγή. Κάποιοι διακρίνουν τις αντίθετες δυνάμεις του καπιταλισμού και της πνευματικότητας στην ταινία. Η Chihiro μετακομίζει σε άλλη πόλη γιατί ο πατέρας της βρήκε καινούργια δουλειά. Όταν πλησιάζουν το θεματικό πάρκο, ο μπαμπάς της σχολιάζει ότι επρόκειτο να έβαζαν ένα ποτάμι εκεί, όμως τελικά δεν το έκαναν – αντ’ αυτού επένδυσαν σε ένα αποτυχημένο εγχείρημα με την ελπίδα να τους επιφέρει χρήματα. Τις προάλλες κάποιος ρώτησε με ένα tweet το Studio Ghibli ποιος ήταν ο συσχετισμός ανάμεσα στους γονείς της Chihiro και τα γουρούνια στα οποία μεταμορφώθηκαν. Απάντησαν ότι η μεταμόρφωση αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μετατράπηκαν σε γουρούνια στα χρόνια της οικονομικής φούσκας της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980, τα οποία ακολούθησε το κραχ του 1991. Είπαν πως όταν κάποιος γίνεται γουρούνι, αποκτά σταδιακά «το σώμα και την ψυχή ενός γουρουνιού», το οποίο δεν είναι κάτι που «ισχύει μόνο στον κόσμο του φανταστικού».

Αυτό που πρέπει να μείνει από το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, ανεξάρτητα από την ηλικία του, είναι η σημασία της ισορροπίας. Δεν υπάρχει κάποιος κακός χαρακτήρας, παρόλο που υπάρχουν δόλια κίνητρα. Όλοι έχουν και μια καλή πλευρά ή την προοπτική να γίνουν καλοί – ακόμα και η Yu-baaba, όπως απεικονίζεται μέσω της δίδυμης αδερφής της. Το τέρας της λάσπης δεν είναι τελικά κακό, αλλά ένα kama no kami: ένας θεός του ποταμού. Το αντίθετο της ισορροπίας είναι η υπερβολή και, όπως αποδεικνύεται με τους γονείς που καταβροχθίζουν τα πάντα ώσπου γίνονται γουρούνια και με την απληστία και τον πλούτο που επιδεικνύεται στα λουτρά, τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από αυτή.

Αυτά τα ευαίσθητα, πνευματικά και συναισθηματικά μηνύματα που περνάει το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων το έκαναν την ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις στην ιστορία της Ιαπωνίας. Κέρδισε βραβεία σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου ενός Όσκαρ – μια εκδήλωση στην οποία ο Miyazaki αρνήθηκε ευγενικά να συμμετάσχει γιατί ήταν ενάντια στη συμμετοχή της Αμερικής στον πόλεμο του Ιράκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η ταινία μύησε χιλιάδες ανθρώπους στις ταινίες του Studio Ghibli, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν ανακαλύψει αυτό τον οίκο του animation σε διαφορετική περίπτωση.

Τι είναι όμως εν τέλει το Spirited Away; Το Spirited Away είναι περισσότερα από μια ταινία anime. Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει τον ηθικοπλαστικό της χαρακτήρα, τα συναισθήματα που προκαλεί στον θεατή, την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων της, με τα πάθη τους και τα χαρίσματά τους… Πολλοί λάτρεις του Studio Ghibli αναφέρουν συχνά: «Οι ταινίες της Disney αγγίζουν την καρδιά, όμως οι ταινίες του Studio Ghibli αγγίζουν την ψυχή». Και έχουν δίκιο…. Και το Spirited Away είναι η απόδειξη…

Πηγές

Το Νόημα Πίσω από το «Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων»

21 αυτόχειρες καλλιτέχνες

“Ξέρεις, μερικές φορές νιώθω ότι οι καλλιτέχνες είναι σαν κυνηγοί μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρουν ποιος είναι ο στόχος τους και δεν ξέρουν αν τον έχουν πετύχει”.

Τόμας Μαν, Θάνατος στη Βενετία

1. Κώστας Καρυωτάκης

Πρώτος στη λίστα μας δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τον αγαπημένο μας ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Ο ίδιος υπήρξε ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες, ενώ είναι επίσης γνωστός για τον θυελλώδη έρωτά του με την επίσης ποιήτρια, Μαρία Πολυδούρη. Στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

2. Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ

Από τη λίστα δε θα μπορούσε να λείπει φυσικά και ο βραβευμένος με βραβείο Πούλιτζερ και Νόμπελ, ο συγγραφέας των βιβλίων “ο Γέρος και θάλασσα”, “Αποχαιρετισμός στα όπλα” και “Για ποιόν χτυπά η καμπάνα”, Έρνεστ Χέμινγκουεΐ. Ο διάσημος Αμερικάνος συγγραφέας έζησε μια ζωή πολυτάραχη, ταξίδεψε, αγάπησε με πάθος το κυνήγι, τις ταυρομαχίες και τις γυναίκες, ωστόσο τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήρθε αντιμέτωπος με την κατάθλιψη και τον αλκοολισμό.Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την άνοιξη του 1961, και τελικά στις 2 Ιουλίου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Κέτσαμ.

3. Νικόλας Άσιμος

Μόλις σε ηλικία 38 ετών, η φωνή του αντισυμβατικού καλλιτέχνη σώπασε για πάντα. Στις 17 Μαρτίου 1988 ο Νικόλας Άσιμος Κρεμάστηκε από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας» όπως αποκαλούσε το τελευταίο μαγαζόσπιτό του στην οδό Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια.

4. Μαρκ Ρόθκο

Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Φεβρουαρίου 1975 όταν ο Λετονός ζωγράφος Μαρκ Ρόθκο έδωσε τέλος στη ζωή του. “Έφυγε έχοντας υπάρξει ένας από τους βασικότερους εκφραστές στο ρεύμα αφηρημένης εξπρεσιονιστικής ζωγραφικής αν και ο ίδιος πάντοτε αρνήθηκε οποιαδήποτε σχετική κατάταξη.

5.Κατερίνα Γώγου

Το 1991 η ποιήτρια και ηθοποιός, Κατερίνα Γώγου πάλευε ήδη με τους δαίμονές της. Όπως έκαναν νωρίτερα και οι άλλοι δύο «άγιοι των Εξαρχείων», όπως τους αποκαλούν, Νικόλας Άσιμος και Παύλος Σιδηρόπουλος. Εκείνη τη χρονιά η Κατερίνα είχε πει σε συνέντευξή της: «Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζήσασα, εγώ». Όχι όμως για πολύ. Στις 3 Οκτωβρίου του 1993 η Κατερίνα Γώγου βρέθηκε νεκρή στο παλιό διαμέρισμα της μητέρας της, όπου είχε αποσυρθεί. Η αιτία του θανάτου της ήταν ένα «κοκτέιλ» χαπιών και αλκοόλ.

6. Σύλβια Πλαθ

Έγραψε το πρώτο της ποιήμα σε ηλικία μόλις 8 ετών, ενώ τα μυθιστορήματά της αγαπήθηκαν από κοινό και κριτικούς. Ο λόγος για την αμερικανίδα Σύλβια Πλαθ. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, πάσχοντας από κατάθλιψη και άπορη, η Πλαθ αυτοκτόνησε εισπνέοντας φυσικό αέριο από τον φούρνο, αφού έκλεισε πρώτα όλες τις χαραμάδες της κουζίνας με ταινία. Προτού πεθάνει, είχε ετοιμάσει φαγητό και γάλα στα παιδιά της και το είχε αφήσει δίπλα στα κρεβατάκια τους. Είναι θαμμένη στο νεκροταφείο στο Χεπτονστάλλ, στο Γουέστ Γιορκσάιρ.

7. Στέφαν Τσβάιχ

Ο Αυστριακός Συγγραφέας που με τα έργα του αποτέλεσε έναν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς όλου του κόσμου, ο Στέφαν Τσβάιχ, στις 23 Φεβρουαρίου 1942, αυτοκτόνησε μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του, Lotte, απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της.

8. Αττίκ

Τα τραγούδια του αποπνέουν μια μελαγχολία και έναν πόνο ψυχής. Γιατί και ποιος δεν έχει νιώσει ένα σφύξιμο στην καρδιά ακούγοντας το “Ζητάτε να σας πω”; Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, Αττίκ αυτοκτόνησε το 1944, παίρνοντας υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών. Ένα επεισόδιο με ένα Γερμανό στρατιώτη που τον χτύπησε καθώς οδηγούσε το ποδήλατό του φαίνεται πως στάθηκε η αφορμή για μια προαναγγελθείσα αυτοκτονία, αποτέλεσμα κατάθλιψης στην οποία είχε περιπέσει.

9. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Υπήρξε ο ζωγράφος της “Έναστρης Νύχτας“, της “Αμυγδαλιάς“, των “Ιριδών” και των “Ηλιοτροπίων“. Ήταν ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Η ζωή του και το έργο του λίγο-πολύ γνωστό σε όλους, το ίδιο και το τέλος του. Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.

10. Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν ποιητής, που άκμασε κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ένας από τους «καταραμένους» και «ιδανικούς αυτόχειρες» της λογοτεχνίας μας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Έχοντας εξανεμίσει την οικογενειακή περιουσία και εξουθενωμένος από τις στερήσεις της Κατοχής, αυτοκτόνησε στις 7 Ιανουαρίου του 1944 στο σπίτι του στα Εξάρχεια (στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, κάτω από το λόφο του Στρέφη). Η κηδεία του έγινε τέσσερεις ημέρες αργότερα με έρανο των φίλων του.

11. Σάρα Κέιν

Η Σάρα Κέιν, η γνωστή Βρετανίδα συγγραφέας ήταν μόνη, χωρίς κάποιος να την ελέγχει για περισσότερα από 90 λεπτά πριν κρεμαστεί σε μια τουαλέτα νοσοκομείου, παρά τη διάγνωση των ψυχιάτρων ότι ήταν αυτοκτονική και η κατάστασή της απαιτούσε  συνεχή παρακολούθηση.Η Κέιν βρέθηκε νεκρή μόλις στα 28 της χρόνια στο νοσοκομείο King College στις 20 Φεβρουαρίου, όπου νοσηλευόταν μετά την προειδοποίηση των γιατρών ότι ήθελε να αυτοκτονήσει. Η θεατρική συγγραφέας βρέθηκε εκεί, μετά την αποτυχημένη απόπειρα να δώσει τέλος στη ζωή της παίρνοντας υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών λίγες ημέρες νωρίτερα. Οι ψυχίατροι είχαν διαγνώσει ότι η αμφιλεγόμενη συγγραφέας των έργων Blasted, Cleansed και Crave, έπρεπε να βρίσκεται σε “συνεχή παρακολούθηση” και διέταξαν να νοσηλευτεί (βάσει του νόμου) στην ψυχιατρική κλινική, αν προσπαθούσε να φύγει από το νοσοκομείο. Παρά τη δόξα και την αναγνώριση που απολάμβανε η νεαρή θεατρική συγγραφέας, είχε μεγάλο ιστορικό σοβαρής κατάθλιψης και δύο χρόνια πριν από το θάνατό της, μπαινόβγαινε συχνά σε ψυχιατρικές κλινικές και έπαιρνε αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Στις 17 Φεβρουαρίου είχε κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας καταπίνοντας σχεδόν 150 αντικαταθλιπτικά και 50 υπνωτικά χάπια. Πίσω της άφησε σπουδαίο έργο.

12. Πηνελόπη Δέλτα

Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, υπήρξε όμως επίσης, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Γνωστή ήταν η σχέση της με τον πολιτικό και συγγραφέα Ίωνα Δραγούμη, που όμως δολοφονήθηκε. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH

13. Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι

Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, 1930, ο σπουδάιος Ρώσος ποιητής και Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε. Το ημιτελές κείμενο του ποιήματος της αυτοκτονίας του σημείωνε, μεταξύ άλλων: “Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών.”

14. Περικλής Γιαννόπουλος

Στις 8 Απριλίου 1910, ο λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, Περικλής Γιαννόπουλος, όπως είχε προσχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια πολύ καιρό πριν, στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στη θάλασσα του Σκαραμαγκά. Εκεί αυτοκτόνησε με μία σφαίρα στο κεφάλι. Προηγουμένως είχε κάψει πολλά ανέκδοτα έργα του (κατά μαρτυρίες μια εργασία περί της αρχιτεκτονικής, καθώς και διηγήματα φαντασίας), σημειώνοντας ότι αφού η «Ελληνική Φύσις» τα ενέπνευσε στον ίδιο, θα τα ενέπνεε και σε άλλους στο μέλλον. Το νεκρό σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην στεριά δέκα μέρες μετά. Πριν ταφεί, δύο άγνωστες κυρίες στόλισαν τον νεκρό με λουλούδια. Ο θάνατος, ο τρόπος μάλιστα του θανάτου του Περικλή Γιαννόπουλου συγκλόνισε την κοινωνία και τον τύπο της εποχής περισσότερο σπό ότι τα έργα του όσο ζούσε. Για πολλές ημέρες δημοσιεύονταν λεπτομέρειες για τον τρόπο του θανάτου του, ενώ ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Μαλακάσης και η Μυρτιώτισσα του αφιέρωσαν ποιήματα. Ο Ίων Δραγούμης υπέθεσε πως ο Γιαννόπουλος, ως λάτρης του ωραίου, δεν ήθελε να γεράσει. Ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Πέτρος Χαρτοκόλλης θεωρεί πως ο Γιαννόπουλος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία εξαιτίας όλων μαζί των παρακάτω παραγόντων: Ένιωσε ότι έφθανε στην εξάντληση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, ότι δεν είχε άλλο τίποτε πια να προσφέρει πια, ούτε μπορούσε να αναμορφώσει την ελληνική κοινωνία, απογοητεύθηκε από τη μη ευόδωση με γάμο της ερωτικής σχέσης του με την Σοφία Λασκαρίδου, ζωγράφο και χειραφετημένη γυναίκα της εποχής και, τέλος, ως ρομαντικός, του ασκούσε έλξη ο θάνατος.

15.Τσέζαρε Παβέζε

“Όσο περισσότερο προσδιορισμένος και σαφής είναι ο πόνος,
τόσο περισσότερο παλεύει το ένστικτο της ζωής
και καταρρέει η ιδέα της αυτοκτονίας.
Έμοιαζε εύκολο να το συλλογίζεσαι.
Ακόμα και γυναικούλες 
το έχουν κάνει.
Χρειάζεται ταπεινότητα, όχι αλαζονεία.
Όλα αυτά με αηδιάζουν.
Όχι λόγια. Μια χειρονομία. Δεν θα ξαναγράψω πια.”

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Ιταλού ποιητή, Τσέζαρε Παβέζε στο ημερολόγιό του. Μια ερωτική απογοήτευση και η πολιτική απομυθοποίηση, μόλις στα 42 του χρόνια, τον οδήγησαν στην αυτοκτονία, από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών. Έφυγε από τη ζωή στις 27 Αυγούστου 1950, διαλέγοντας ένα δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Τορίνο, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, θέλοντας να πεθάνει στην πόλη του, σαν ένας ξένος… 

16. Παύλος Σιδηρόπουλος

Το μεσημέρι της 6ης Δεκεμβρίου ο Σιδηρόπουλος βρέθηκε στο σπίτι μιας άλλης φίλης του στο Νέο Κόσμο σε κωματώδη κατάσταση λόγω υπερβολικής δόσης ηρωίνης και λίγο μετά ξεψύχησε στο ασθενοφόρο καθοδόν προς το νοσοκομείο Ευαγγελισμός.Κηδεύτηκε στον Κόκκινο Μύλο. O Αλέκος Αράπης, μπασίστας των Απροσάρμοστων, έχει εκφράσει την υπόθεση πως ο Σιδηρόπουλος πήρε εσκεμμένα υπερβολική δόση με σκοπό να αυτοκτονήσει λόγω των προβλημάτων με το χέρι του, με βάση μια συζήτηση που είχαν λίγους μήνες πριν από το θάνατο του.

17. Βιρτζίνια Γουλφ

Στις 28 Μαρτίου 1941 η σπουδαία Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος και συγγραφέας του έργου, “η κυρία Ντάλαγουεϊ“, Βιρτζίνια Γουλφ εγκατέλειψε το σπίτι της προς άγνωστη κατεύθυνση αφήνοντας δυο σημειώματα, ένα για την αδερφή της και ένα για τον σύζυγό της. Αν και στο σημείωμα έγραφε ότι είχε σκοπό να αυτοκτονήσει, ωστόσο αγνοούνταν για 3 εβδομάδες, μέχρι να βρεθεί πρώτα το καπέλο της και το μπαστούνι της σε μια όχθη του ποταμού Ουζ (Ouse) και αργότερα τρία μικρά παιδιά να ανακαλύψουν το πτώμα της στις 19 Απριλίου του 1941.Το πτώμα της αποτεφρώνεται την επόμενη μέρα και τα υπολείματα θάβονται στο σπίτι στο Μονκς, κάτω απο μια φτελιά.

18.Μαρία Πολυδούρη

Υπήρξε Ελληνίδα ποιήτρια και εκπρόσωπος του νεορομαντικού κινήματος στην Ελλάδα. Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που της πέρασε ένας φίλος της στην Κλινική Καραμάνη. Η Πολυδούρη άφησε πίσω της δύο ποιητικές συλλογές: Οι τρίλλιες που σβήνουν και Ηχώ στο χάος, ακόμη δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. 

19. Ανν Σάξτον

Η Ανν Σέξτον, γεννημένη ως Ανν Γκρέυ Χάρβεϊ, ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας. Έδωσε τέλος στη ζωή της

20.Γιασουνάρι Καβαμπάτα

Ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα, γνωστός για τα βιβλία: “Χορεύτρια του Ίζου”, “Η χώρα του χιονιού” (1956) και το “Χιλιάδες γερανοί” (1959). Το 1968 βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στα γραπτά του συνδυάζει με μοναδικό τρόπο τη μυθιστορηματική φόρμα και εκείνη της ποίησης χαϊκού. Εκτός από συγγραφέας υπήρξε και κριτικός λογοτεχνίας και ανέδειξε συγγραφείς όπως Γιούκιο Μπισίμα. Αυτοκτόνησε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανόν με υγραέριο στις 16 Απριλίου του 1972, ενώ το οικογενειακό του περιβάλλον επέμενε πως ήταν ατύχημα.

21. Ρόμπιν Γουίλιαμς

Last but not least, στη λίστα μας ο αγαπημένος κωμικός που έδωσε τέλος στη ζωή του το 2014, ο πολυβραβευμένος Ρόμπιν Γουίλιαμς.