«Κρατικά Μυστικά»: Η πιο υποτιμημένη ταινία της χρονιάς

Τα «Κρατικά Μυστικά» (Official Secrets) είναι μια ταινία σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με χρυσό αγαλματίδιο Gavin Hood (Tsotsi, X-Men Origins: Wolverine). Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ενσαρκώνει η Keira Knightley ( Pirates of the Caribbean, Immitation Game), η οποία πλαισιώνεται από ένα τίμιο cast, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι Matt Smith (Doctor Who), Ralph Fiennes ( Schindler’s List) και Matthew Good ( The Crown).

Η υπόθεση μας εκτυλίσσεται το 2003 επί προεδρίας Bush και ακολουθεί την πραγματική ιστορία μιας υπαλλήλου των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, της Katharine Gunn, η οποία εισήλθε σε έναν δύσκολο δημόσιο και κυρίως προσωπικό αγώνα, όταν αποφάσισε να γνωστοποιήσει το απόρρητο και συγχρόνως παράνομο κατασκοπευτικό σχέδιο της Αμερικανικής και της Βρετανικής κυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, λίγο καιρό πριν την εισβολή των Αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ, θέλησαν να ξεκινήσουν μια επιχείρηση, κατά την οποία θα συγκέντρωναν πληροφορίες από μικρότερα κράτη του ΟΗΕ, με σκοπό να τα εκβιάσουν να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου αν χρειαστεί.

Το Official Secrets στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολιτικό και κατασκοπευτικό θρίλερ, με την δράση να βασίζεται εξ ολοκλήρου στην ένταση των διαλόγων στο μεθοδευμένο και αργό χτίσιμο, στην ίντριγκα και το suspense. Αν μάλιστα δεν γνωρίζετε καθόλου τι συνέβη στην όλη ιστορία, τότε σίγουρα το σύνολο θα σας φανεί ικανοποιητικό και ανατρεπτικό, ειδικά στο τέλος του. Τέτοιου είδους ταινίες, αν και ήταν πολύ συνηθισμένες στη δεκαετία του 1990 και ως ένα βαθμό και στα πρώτα χρόνια του 2000, πλέον σπανίζουν. Για την ακρίβεια, εκλείπουν γενικά τα διαλογικά θρίλερ. Έχουν δώσει τη θέση τους στις μεγάλες παραγωγές με τις απίστευτες σκηνές δράσης και τους χαρακτήρες – υπερανθρώπους. Λόγω του ότι αυτές οι ταινίες είναι πιο εντυπωσιακές στο οπτικό κομμάτι ο κόσμος τις προτιμάει και…δικαίως. Ωστόσο εδώ, βλέπουμε, πως από μια μικρή παραγωγή χωρίς πολύ μεγάλο budget, μπορεί να προκύψει ένα πανέμορφο αποτέλεσμα, πλούσιο σε μηνύματα και δράση. Πρόκειται για ένα συναισθηματικό εν μέρει ταξίδι, που σε κρατάει αρκετές φορές σε αγωνία για το τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Επιστρέφοντας πίσω στον σχολιασμό, θα πρέπει να μιλήσουμε ακριβέστερα για ένα υβριδικό είδος, αφού πέρα από τα καθαρά πολιτικά της συμφραζόμενα, η ταινία είναι και ένα προσωπικό δράμα. Εξετάζει, δηλαδή, τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια επικίνδυνη πράξη στη προσωπική ζωή ενός ανθρώπου. Το Official Secrets θίγει μεταξύ άλλων και πολύ βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με το θέμα της ηθικής. Ερωτήματα που έχουν διαπεράσει σίγουρα το μυαλό του καθενός μας και τα οποία δεν ξέρουμε πάντα πως να τα απαντήσουμε ή πως να τα εκφράσουμε. Ερωτήματα όπως: «Επιτέλεση του ηθικού μας χρέους προς την κοινωνία παρά το όποιο ρίσκο ή αδιαφορία και προστασία της ιδιωτικής και προσωπικής μας ζωής;», «Σιωπή ή άρθρωση λόγου;», «Πίστη στον προσωπικό μας ηθικό κώδικα ή καταπίεση του εγωισμού μας;». Όλα αυτά, ο Gavin Hood, καταφέρνει με έναν πολύ απλό τρόπο να μας τα καταδείξει, σπάζοντας τον 4ο τοίχο και δίνοντας μας ωμή την αλήθεια της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Γενικά, οι ταινίες που καταφέρνουν να συνδυάσουν το κοινωνικό μήνυμα με το ψυχόδραμα και μάλιστα να τα αποδώσουν άριστα, είναι πάρα πολύ λίγες και αυτό το ζητούμενο πραγματώνεται επιτυχώς εδώ.

Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι πρόκειται για ταινία που ευχαριστιέσαι παραπάνω από το αναμενόμενο, μιας που σε γενικές γραμμές η υπόθεση της φαντάζει αρκετά απλή και το trailer την αδικεί σε έναν μεγάλο βαθμό. Σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που βασίζεται κυρίως στα πρωτότυπα σενάρια και στις ακραίες -πολλές φορές- ανατροπές, μια απλή υπόθεση εκφρασμένη μέσα από ένα βαρύ διαλογικό θρίλερ, ίσως ακούγεται βαρετή. Ωστόσο, η ταινία φαίνεται ιδιαίτερα ρεαλιστική και αυτό το καταφέρνει με ποικίλους τρόπους. Από το να δείχνει πραγματικά ντοκουμέντα και συνεντεύξεις μέχρι να αναμιγνύει με έναν πολύ εμφατικό τρόπο τον τύπο. Εκείνο, όμως, το στοιχείο που αναδεικνύει αυτόν τον ρεαλισμό και που κάνει την ταινία από μέτρια, πάρα πολύ καλή,  είναι οι εξαιρετικά δουλεμένοι χαρακτήρες της. Μας δίνεται ένα πορτρέτο ανθρώπων καθημερινών, με τους οποίους ο καθένας μας θα μπορούσε ως έναν βαθμό να ταυτιστεί. Αυτό οφείλεται στο πολύ καλό χτίσιμο που γίνεται. Μπορούμε να διακρίνουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός, τους στόχους και τα κίνητρά τους, τα ελαττώματα και τα προτερήματά τους, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες τους και το πιο σημαντικό είναι ότι μπορούμε να τα νιώσουμε και να τα κατανοήσουμε. Έτσι στη διάρκεια αυτών των 2 ωρών στο σινεμά, δενόμαστε πραγματικά με τον καθέναν από αυτούς.

Όλοι καλοί, όλοι τίμιοι, εκείνη όμως που δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας είναι η Keira Knightley. Ο χαρακτήρας της είναι πολύ ενδιαφέρων, αφού κλείνεται να αντιμετωπίσει πολλά εμπόδια και πραγματικά έχει πολλά να χάσει λόγω της απόφασής της. Ενδεχομένως να πρόκειται για την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της και με βάση τις φετινές ταινίες, είναι άξια μιας υποψηφιότητας για Όσκαρ, πράγμα μάλλον απίθανο βέβαια λόγω της μικρής επιτυχίας της ταινίας. Ο ρόλος της είναι πολύ απαιτητικός, επειδή έχει πολλές συναισθηματικές διακυμάνσεις. Άγχος που φτάνει τα όρια του πανικού, χαρά, θλίψη, φόβος, αποφασιστικότητα, ανακούφιση, δισταγμός, ένταση και θυμός, είναι όλα συναισθηματικά στάδια, που πρέπει να αποδώσει πειστικά σε αυτόν τον δύσκολο ρόλο. Ιδιαίτερα απολαυστικές είναι οι σκηνές της με τον Ralph Fiennes, που υποδύεται τον δικηγόρο της και δίνει πραγματικά και αυτός ρέστα.

Σκηνοθετικά μιλώντας, μην περιμένετε απίστευτα πλάνα και καταπληκτικά εφέ. Να περιμένετε, όμως, σωστή και μετρημένη σκηνοθεσία όπως αρμόζει σε μια τέτοιου είδους ταινία. Γενικά, ο Gavin Hood, επειδή ακριβώς στοχεύει πολύ στη δημιουργία του αισθήματος της αγωνίας, αλλά και της συναισθηματικής σύμπραξης του θεατή σε όλο αυτό, δεν διστάζει να προσθέσει σκηνές όπου επικρατεί σιωπή. Άλλοτε είναι αργός και άλλοτε γρήγορος με συχνές αλλαγές στα πλάνα και έτσι πετυχαίνει αυτό το οποίο θέλει.

Όσο για τις αδυναμίες της ταινίας δεν θα μπορούσε να εκφράσει κανείς πολλά παράπονα. Σε κάποια σημεία είναι υπερβολικά αργό και κάποιες σκηνές είναι πραγματικά βαρετές, ίσως και αχρείαστες, αλλά αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, όταν μιλάμε για πολιτικού χαρακτήρα σενάρια.

Συμπερασματικά, το Official Secrets αναμφισβήτητα μπορεί να χαρακτηριστεί η πιο υποτιμημένη ταινία της χρονιάς. Αυτό φαίνεται από την αντιπαράθεση της ποιότητας που αναπαράχθηκε στις αίθουσες με τα πολύ χαμηλά έσοδα στο Box Office, μόλις 2.000.000. Είναι πραγματικά κρίμα που τέτοιες αξιέπαινες προσπάθειες μένουν χωρίς απήχηση από το κοινό. Παρότι σχετικά απλή, αποτελεί μία από τις καλύτερες ταινίες της σεζόν και θα της άξιζε να την απολαύσει ένα ευρύτερο κοινό.

Βαγγέλης Φραγκούλης

Ο Βασιλιάς: Mία ιδιαίτερη μίξη Netflix, Shakespeare και Timothée Chalamet

Λίγο πριν το πολυαναμενόμενο «Τhe Irishman» του Μάρτιν Σκορσέζε κάνει πρεμιέρα στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Netflix, μία άλλη ταινία με εντυπωσιακό καστ κάνει την εμφάνιση τηςαπό 1η Νοεμβρίου στο ιντερνετικό δίκτυο, «Ο Βασιλιάς» (“The King”) με την σκηνοθετική υπογραφή του Ντέιβιντ Μισό και τον Τιμοτέ/Τίμοθι Σαλαμέ, το νέο αγαπημένο παιδί του παγκόσμιου σινεμά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ένα ατμοσφαιρικό δράμα εποχής βασισμένο φυσικά στο σπουδαίο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ερρίκος Ε’», με λοιπούς πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Πάτινσον, Τζόελ Έτζερτον, Μπεν Μέντελσον και Λίλι-Ρόουζ Ντεπ, το The King μας μεταφέρει στη Βρετανία του 15ου αιώνα. Στην ανάδυση ενός αδίστακτου μονάρχη. Ο Ερρίκος ο Πέμπτος αναλαμβάνει το θρόνο μετά το θάνατο του αδερφού του και του πατέρα του. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με το χάος που του κληρονόμησε ο πατέρας του. Η εξαπάτηση και η διαφθορά κυριαρχούν στο παλάτι και στην κοινωνία. Πολλές θα είναι οι φωνές που θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τον Ερρίκο σε αυτό το μονοπάτι. Εκείνος θα πρέπει να δείξει πυγμή και να γίνει ένας πραγματικός βασιλιάς.

Η ιστορία του Βασιλιά Ερρίκου Ε’ μπορεί έως τώρα να μην έχει καταφέρει να κερδίσει σαν ταινία τους κριτικούς, όμως οι ερμηνείες τόσο των πρωταγωνιστών Τιμοτέ Σαλαμέ και Ρόμπερτ Πάτινσον όσο και του Τζόελ Έτζερτον είναι ικανές να σε κερδίσουν από το πρώτο λεπτό. Στην ταινία παρατηρούμε ένα παιδί που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με το σύστημα εξουσίας του Βασιλιά πατέρα του, να καλείται μέσα σε μια ημέρα να γίνει αρχηγός ενός διχασμένου κράτους. Να αφήσει τα ποτά και τα ξενύχτια και να ορκιστεί Βασιλιάς αντιμετωπίζοντας όλες τις δυσκολίες ενός διαιρεμένου Βασιλείου. Ο “Χαλ” όμως ήταν καλός στο να κάνει λάθη, καλός στο να τα διορθώνει και εν τέλει καλός αν και αυστηρός στο να βασιλεύει. Ο Σαλαμέ κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα ενός ηγέτη που ήθελε να ξεχωρίσει τον 15ο αιώνα.

Η εξουσία για τον Ερρίκο Ε’ είναι μοναχική, καταθλιπτική και βίαιη. Η προσοχή φυσικά επικεντρώνεται στον νεαρό βασιλιά, ο οποίος διαδέχεται τον πατέρα του στον θρόνο σε ηλικία μόλις 27 ετών, αλλά και στις εντάσεις και τις πολιτικές αναταράξεις που συνοδεύουν τον ρόλο του και το μετέωρο βασίλειο του. Ο νέος μονάρχης καλείται πολύ γρήγορα να συγκρουστεί με τον Δελφίνο της Γαλλίας, τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτινσον, ώστε να υπερασπιστεί τον θρόνο του.

Ενδιαφέρθηκα περισσότερο να μεταδώσω μέσα από την ερμηνεία μου την πρόκληση και το βάσανο του Ερρίκου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις εκείνης της εποχής σε τόσο νεαρή ηλικία, παρά να απεικονίσω τα ιδανικά μιας εποχής που δεν έχει σχέση με τη δική μας.

– Timothée Chalamet

Η ταινία έκανε πρώτα πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου, ενώ η πρώτη ημέρα προβολής της στην πλατφόρμα του Netflix ήταν η 1η Νοεμβρίου. Νωρίτερα, μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα, το φιλμ συγκέντρωσε 13 υποψηφιότητες στα βραβεία της Αυστραλέζικης Ακαδημίας κινηματογράφου AACTA, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Σκηνοθέτη. 

Η ταινία λοιπόν έχει πολλαπλή αξία: αφενός μεν αποτελεί ένα συνεπές δείγμα κινηματογραφικού είδους (ιστορικό περιπετειώδες δράμα), αφετέρου αντανακλά τις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες της εποχής μας σχετικά με τον ρόλο του σύγχρονου ηγέτη στη διαμόρφωση της μετα-ιστορίας των κατευθυνόμενων ειδήσεων. Οι παραπάνω αντικατοπτρισμοί όμως – σε καμία περίπτωση – δεν επιβαρύνουν την γνήσια streaming κινηματογραφική ψυχαγωγία, η οποία πλέον μετράται σε views και όχι σε εισιτήρια στο box office. Ο Ντέιβιντ Μισοντ σκηνοθετεί με ψυχραιμία και αυτοέλεγχο το υπέροχο σενάριο που συνέγραψε με τον Τζόελ Έτζερτον, ο οποίος υποδύεται με ευαισθησία και δυναμισμό τον πολύπειρο Τζον Φάλσταφ (ο χαρακτήρας του βασίζεται στην προσωπικότητα του Τζον Ολντκασλ, φίλου και συνεργάτη του Βασιλιά Ερρίκου Ε΄).

Κάτι ανάμεσα σε μια coming of age ιστορία και μια παραβολή για την σαγηνευτική επιρροή της δύναμης, την μοναξιά της κορυφής και την ευθύνη της εξουσίας το «The King» μπορεί να είναι ως επί το πλείστον συμβατικό στην αφήγησή του, όμως έχει μια κάθε άλλο παρά «αραχνιασμένη ματιά» και μια συγκλονιστική κορύφωση στην μάχη του Αζινκούρ που σε κρατά στην άκρη της καρέκλας σου και σε κάνει να νιώθεις την βία, την λάσπη, το αίμα σχεδόν με όλες τις αισθήσεις σου. Μία γνώριμη μα και συναρπαστική ιστορία μεταμορφώνεται σε μια δυνατή ταινία με ορισμένες αφηγηματικές αδυναμίες, που μας προσφέρει όμως εντυπωσιακές ερμηνείες και μία ιδιαίτερη, άκρως διαφορετική εμπειρία.

Πηγές:

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/593310_giati-meta-king-oloi-lene-oti-o-salame-einai-o-neos-nti-kaprio

https://www.womantoc.gr/men/article/dyo-apo-tous-pio-oraious-ithopoious-tou-sinema-o-timote-salame-sygrouetai-me-ton-robert-patinson

http://flix.gr/news/venice-2019-the-king-review.html

http://flix.gr/articles/timothee-chalamet-interview-the-king.html

«Ο Βασιλιάς»: ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ στην εποχή του Netflix…

“Οι Υπηρέτριες” (The Help), μια ταινία για τον φυλετικό ρατσισμό στις ΗΠΑ των ’60

Αμερικανικός Νότος, 1962. Η 22χρονη Σκίτερ επιστρέφει από το κολέγιο, αποφασισμένη να γίνει συγγραφέας, παρά τις αντιδράσεις της μητέρας της, που προτιμά να τη δει παντρεμένη. Σύντομα θα πάρει μια απόφαση, που θα αναστατώσει όχι μόνο τις ζωές των δικών της ανθρώπων, αλλά και ολόκληρη την κωμόπολη Τζάκσον: να πάρει συνεντεύξεις από τις έγχρωμες γυναίκες που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη φροντίδα εύπορων οικογενειών της περιοχής…

Οι Υπηρέτριες (The Help) είναι μια ταινία που έκανε την έκπληξη στην Αμερική μιας και απέφερε άκρως ικανοποιητικές εισπράξεις για δραματική ταινία. Η ιστορία είναι βασισμένη σε βιβλίο, συγκεκριμένα το μυθιστόρημα του 2009 “The Help” της Αμερικανίδας Kathryn Stockett που βρέθηκε για πολύ καιρό στη πρώτη θέση της λίστας των τίτλων-φαινομένων της New York Times. Το βιβλίο αφηγείται πραγματικές ιστορίες απάνθρωπης εκμετάλλευσης αφρο-αμερικανίδων γυναικών σε σπίτια πλούσιων λευκών στις αρχές του 1960. Η δε ταινία, ενώ είναι απλή θεματικά, χειρίζεται ένα δύσκολο θέμα, την κοινωνική αναταραχή στην “παραμυθένια” Αμερική των 60s.

Στο Jackson του Mississipi, λοιπόν, παρακολουθούμε τη ζωή των λευκών ευκατάστατων κυριών και των μαύρων υπηρετριών τους. Τα φαινόμενα ρατσισμού, τα κομπλεξικά σύνδρομα και η υποκρισία δίνουν και παίρνουν, μιας και τους εμπιστεύονται την φροντίδα των λευκών παιδιών τους ενώ την ίδια στιγμή απαγορεύεται να χρησιμοποιούν την ίδια τουαλέτα γιατί είναι μαύρες και…κουβαλάνε αρρώστιες (!) και στην πρώτη ευκαιρία θα της κατηγορήσουν εύκολα για κλέφτρες.

Η Eugenia “Skeeter” Phelan (Emma Stone) διαφέρει απ’ τις υπόλοιπες κοπέλες της ηλικίας της και την κυριλέ κοινωνία, την ενδιαφέρει να ακολουθήσει καριέρα συγγραφέως και όχι να βρει έναν άντρα να μεγαλοπιαστεί, να κάνει παιδιά, να ζει σε σπιταρόνα και να αποτελεί μέλος της ‘καλής’ κοινωνίας. Συν τοις άλλοις έχει μέσα της ζεστή καρδιά, αφού την έχει σημαδέψει η ανατροφή απ΄την δική της μαύρη νταντά και η ‘ξαφνική’ της αποχώρηση.

Τρέφει λοιπόν μια ιδιαίτερη συμπάθεια στις μαύρες υπηρέτριες και εμπνεόμενη απ’τη ζωή τους και αυτά που εκστομίζουν μπροστά οι αφεντικίνες τους, αποφασίζει να τις πιέσει λίγο και να γράψει ένα βιβλίο που να διηγείται τις ιστορίες τους. Σύντομα, λοιπόν, αρχίζει να συγκεντρώνει υλικό με θέμα τις γυναίκες-υπηρέτριες που μεγάλωσαν τις κόρες των πλουσίων της περιοχής. Οι έρευνές της όμως θα την οδηγήσουν σε κάποια σκοτεινά μονοπάτια που, για το καλό της πόλης, θα ήταν καλό να μείνουν απάτητα και ανεξερεύνητα. Ωστόσο, η Έιμπελιν, υπηρέτρια της καλύτερης φίλης της Σκίτερ, έχει ήδη αρχίσει να μιλά, και αυτά που λέει δεν μπορούν πια να αποσιωπηθούν…

Η Σκίτερ, την οποία υποδύεται η Emma Stone, που μεγάλωσε και η ίδια στα χέρια μιας Αφροαμερικανής, θέλησε να πει την ιστορία των “υπηρετριών”, προκαλώντας σάλο στην τοπική κοινωνία, αλλά και σε ολόκληρη την Αμερική.

Η αφήγηση στην ομώνυμη ταινία είναι καθαρά λογοτεχνική, καθώς μια συγγραφέας χρησιμεύει ως καταλύτης για την εξομολόγηση των μαύρων γυναικών που αναγκάστηκαν να δουλέψουν ως πολυτελείς σκλάβες για να μεγαλώσουν τα παιδιά λευκών και κυρίως ανεύθυνων, μητέρων, κάτω από συνθήκες τόσο περιοριστικές, που δεν απείχαν και πολύ από την πραγματική δουλεία. Το «λευκό» μάτι διευκολύνει τον θεατή να μπει στη θέση του προοδευτικού που κατανοεί την ιστορία της άλλης πλευράς.

Η ταινία του σκηνοθέτη Τέιλορ, που είναι παιδικός φίλος της συγγραφέως, επικεντρώνεται στο μικρόκοσμο της ματαιόδοξης κοκέτας του Νότου, με αποκορύφωμα τον εκδικητικό παλιοχαρακτήρα που ενσαρκώνει η Μπράις Ντάλας Χάουαρντ. Στον αντίποδα της βρίσκεται η ευαίσθητη, ενωτική Σκίτερ, η φωνή της συνείδησης και η δύναμη πίσω από τη συμμαχία των υπηρετριών, μια νεαρή, που αδυνατεί να συγχωρήσει τη μητέρα της για την ανεπίτρεπτα προσβλητική συμπεριφορά της απέναντι στη γυναίκα που τη μεγάλωσε- την υποδύεται η θρυλική Σίσιλι Τάισον. Οι Υπηρέτριες βλέπονται με ενδιαφέρον χάρη στη ροή του σεναρίου, και κυρίως επειδή οι αφροαμερικανές ηθοποιοί έχουν κάτι να πουν και κυρίως να δείξουν, πέρα από την επιδερμική και σχηματική προσέγγιση των σουσούδων που τις καταδυνάστευαν.

Την παράσταση φυσικά κλέβουν οι δύο πρωταγωνιστικοί ρόλοι των μαύρων υπηρετριών με το μεγαλύτερο μέρος των διηγήσεων να είναι ειδωμένο απ’τη μεριά της ‘Ειμπελιν. Πρόκειται για μια γυναίκα πληγωμένη απ’το χαμό του γιου της πιστεύοντας φυσικά ότι τον σκότωσαν και υπερβολικά ανεκτική, ερμηνεύεται στιβαρά με συγκρατημένη απελπισία και σοβαρότητα απ’την Viola Davis, ενώ το άλλο άκρο είναι η φωνακλού και εκδικητική Minnie με μια φοβερή ερμηνεία από την Octavia Spencer που τιμήθηκε τελικά και με το βραβείο Oscar.

Η ταινία υπήρξε υποψήφια και για το Όσκαρ α’ γυναικείου ρόλου. Εξάλλου, διακρίθηκε σε μια σειρά από οργανώσεις πέραν της Ακαδημίας Αμερικανικού κινηματογράφου (Χρυσή Σφαίρα, BAFTA, και πλήθος άλλων κινηματογραφικών ενώσεων) και αγαπήθηκε από το κοινό παγκοσμίως ως μια ταινία που αγγίζει ένα κομμάτι της ιστορίας της Αμερικής και μια πραγματικότητα που όσο και αν έχουν προχωρήσει τα πράγματα, δυστυχώς παραμένει στον κοινωνικό πυρήνα.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/guide/cinema/1819 , http://www.filmboy.gr/2011/11/review-help.html , https://www.news247.gr/psixagogia/cinema/oi-ypiretries-to-film-gia-tis-rizes-toy-fyletikoy-ratsismoy-stis-ipa-piso-sti-dekaetia-toy-60.6398695.html

Η Μάχη της Επικράτησης: ο Μεγάλος «Πόλεμος των Ρευμάτων»

Η «Μάχη της Επικράτησης» ή “The Current War”, βασισμένη στα αληθινά γεγονότα, είναι η ιστορία του «Πολέμου των Ρευμάτων» ανάμεσα στον εφευρέτη Τόμας Εντισον και τον επιχειρηματία Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ (με την κομβική παρεμβολή και του Νίκολα Τέσλα) για το ποιος εφηύρε το φως – ή, πιο σωστά, την πατέντα της ηλεκτροδότησης στα τέλη του 19ου αιώνα.

1880. Ο εφευρέτης Τόμας Έντισον (Μπένεντικτ Κάμπερμπατς) και ο επιχειρηματίας Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ (Μάικλ Σάνον) βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας θρυλικής διαμάχης για την ηλεκτροδότηση του κόσμου που θα σηματοδοτούσε την έναρξη μιας νέας εποχής. Ο Έντισον υποστήριζε την παροχή του συνεχούς ρεύματος, ενώ ο Γουέστινγκχαουζ το εναλλασσόμενο, με την υποστήριξη πολλών Ευρωπαίων βιομηχάνων και, φυσικά, με την ανεκτίμητη βοήθεια του Νίκολα Τέσλα (Νίκολας Χουλτ). Η κόντρα δύο πεισμωμένων πρωτοπόρων, σε μία Αμερική που μέσα από τη γέννηση της βιομηχανικής επανάστασης ξυπνούσε και η επιστήμη αλλά κι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός.

 «Από τη μία, ο Γουέστινγκχαουζ, που μένει ανώνυμος και αφήνει έναν καλύτερο κόσμο», εξηγεί ο σκηνοθέτης Αλφόνζο Γκόμεζ-Ρέχον , «και από την άλλη, ο Έντισον, που ήξερε πόσο σπουδαίος ήταν. Έχασε τον «Πόλεμο των Ρευμάτων», αλλά αυτόν θυμόμαστε. Αυτό γεννάει ερωτήματα: έπαρση εναντίον μετριοφροσύνης». Καθώς ξετυλίγεται η ταινία, η ανταγωνιστική του κοσμοθεωρία οδηγεί τον Έντισον σε σκοτεινά τοπία. Η δίψα του για να νικήσει τον Γουέστινγκχαουζ θα τον αναγκάσει να προδώσει τη βασική του αρχή: να μην βοηθήσει κανέναν να αφαιρέσει κάποια ζωή. «Έφτιαξε την ηλεκτρική καρέκλα για να κερδίσει τον “Πόλεμο των Ρευμάτων” και αυτό είναι λυπηρό», περιγράφει ο παραγωγός Μπασίλ Ιυάνικ «Ο Έντισον χάνει την ηθική του νωρίς στην ταινία και χάνει τον δρόμο του».

Ο Έντισον θα ηττηθεί από τον αντίπαλό του, θα πληγωθεί, αλλά θα παραμείνει απτόητος στην επιχειρηματική του πορεία. Θα βοηθήσει, μάλιστα, στην εφεύρεση της βιομηχανίας του κινηματογράφου. «Αυτό που πραγματικά εφηύραν ήταν η ιδέα του να μην παίζεις με τους κανόνες», λέει ο Μίτνικ.

Η πλευρά του Γουέστινγκχαουζ στον «Πόλεμο των Ρευμάτων» είναι σίγουρα πιο ευγενική και σωστή. Σε αντίθεση με τον Έντισον, ο Γουέστινγκχαουζ δεν κυνήγησε την διασημότητα, ούτε προσπάθησε να γίνει φίρμα. «Δεν έβαλε ποτέ το όνομά του σε καμία εφεύρεση», υπογραμμίζει ο παραγωγός Μπασίλ Ιυάνικ, «σε αντίθεση με τον Έντισον που έβαλε το όνομά του σε εφευρέσεις άλλων». Μόνο 13 φωτογραφίες του Γουέστινγκχαουζ έχουν σωθεί και έκαψε όλα του τα χαρτιά πριν το θάνατό του το 1914. «Αυτό που μου είπε ο Αλφόνσο και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον ήταν ότι αυτή δεν είναι μια ταινία που αφορά το παρελθόν, είναι μια ταινία που αφορά το μέλλον», προσθέτει ο Μάικλ Σάνον.

Τον Σέρβο εφευρέτη Νίκολα Τέσλα, που καθόρισε το αποτέλεσμα του «Πολέμου των Ρευμάτων», υποδύεται ο Νίκολας Χουλτ. Ο Τομ Χόλαντ υποδύεται τον Σάμιουελ Ίνσουλλ, τον νεαρό έμπιστο φίλο και προσωπικό γραμματέα του Έντισον. Στο ρόλο της έξυπνης και συμπονετικής συζύγου του Έντισον, Μάρι, βρίσκουμε την Τάπενς Μίντλτον. Ενώ την εξωστρεφή σύζυγο του Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ, Μαργκερίτ, υποδύεται η Κάθριν Γουότερστον.

O Μπένεντικτ Κάμπερμπατς δηλώνει για τον Τέσλα «Ήταν ο πιο ιδιοφυής απ’ όλους. Ενώ ο Έντισον και ο Γουέστινγκχαουζ έβλεπαν 10 χρόνια μπροστά, ο Τέσλα έβλεπε 100».

Η ταινία θα έπρεπε να είναι ένα ηλεκτρισμένο δράμα – γεμάτο ενέργεια κι ένταση. Το γεγονός ότι τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνεύουν δύο από τους πιο αξιόλογους πρωταγωνιστές της εποχής μας, ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς κι ο Μάικλ Σάνον, θα έπρεπε να βάζει φωτιά στην οθόνη.

Το δράμα εποχής του Αλφόνσο Γκόμεζ-Ρεγιόν όμως, αν και το φωτίζει ο διευθυντής φωτογραφίας του Παρκ Τσαν-γουκ, Τσανγκ Τσανγκ-χουν δεν απογειώνεται ποτέ σε κάτι συναρπαστικό. Παραμένει, παραδόξως, κάπως αφηγηματικά αδιάφορο και στα ίδια μονοπάτια που έχουμε συνηθήσει, παρ’ότι αφηγείται μία από τις μεγαλύτερες διαμάχες όλων των εποχών που καθόρισε την μοίρα του σύγχρονου κόσμου.

Ο πάντα ανθρωποκεντρικός Γκόμεζ-Ρεγιόν προσπαθεί να μην σπαταλήσει τόσο ταλέντο και να δώσει ουσία στην ιστορία. Κι έχει ενδιαφέρον το πόσος ναρκισισμός μπορεί κρύβεται στην κόντρα δύο genius ανθρώπων, αλλά αυτό δυστυχώς δεν φτάνει για να ηλεκτροδοτήσει ολόκληρη την ταινία. Μπορεί να φταίει ότι ο σεναριογράφος Μάικλ Μίτνικ που το είχε αρχικά οραματιστεί ως μιούζικαλ (αλά «Χάμιλτον») ή ότι η ταινία μπλέχτηκε στο σκάνδαλο Γουάινστιν και έμεινε σε αναμονή γι 2 ολόκληρα χρόνια. Αυτό που ξέρουμε πάντως είναι ότι το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερο, ίσως άξιο και για μία υποψηφιότητα στα Όσκαρ.

Πηγές:

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/589175_mpenentikt-kampermpats-kai-maikl-sanon-sti-mahi-tis-epikratisis

http://flix.gr/cinema/the-current-war-review.html

“Παράσιτα”: Η λαμπρή άνοδος του Κορεάτικου Κινηματογράφου

Με τον Joker να συνεχίζει τη θριαμβευτική του πορεία, ξεπερνώντας μέσα σε δυο βδομάδες τα 450.000 εισιτήρια και να αναγκάζει τους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων να κάνουν και μεταμεσονύχτιες προβολές, μια νέα σημαντική ταινία παίρνει τη σκυτάλη. Πρόκειται για το σκληρό φιλμ «Παράσιτα», του Μπονγκ Τζουν-Χο, που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο τελευταίο φεστιβάλ στις Κάννες. Είναι ο δεύτερος διαδοχικός Χρυσός Φοίνικας από την Ασία, μετά το περσινό “Shoplifters” του Χιροκάζου Κόρε-Εντα, μία επίσης εκπληκτική ταινία.

Τα τελευταία χρόνια η νοτιοκορεατική (και γενικότερα η ασιατική) κινηματογραφία τείνει να δημιουργήσει μια νέα σχολή, που στον πυρήνα της βρίσκονται οι καθημερινοί άνθρωποι, τα υπαρξιακά αδιέξοδα, οι κοινωνικές αντιθέσεις και αδικίες και πάνω απ’ όλα ο πολιτικός στοχασμός. Ένα φρέσκο σινεμά, που δείχνει ότι η «Έβδομη Τέχνη» μπορεί να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο το έχουν φέρει οι τεχνοκράτες και οι επιλογές τους που προσπαθούν να καλύψουν τα γούστα του μέσου κοινού. Με τα «Παράσιτα» ο Μπονγκ Τζουν-Χο εντυπωσίασε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών και δικαίως κατέκτησε τον «Χρυσό Φοίνικα», καθώς αποφεύγει την ευκολία της καταγγελτικής ρητορικής και σπάζοντας τις φόρμες του συρμού, στήνει μια επίπονη σπουδή πάνω στις ταξικές αντιθέσεις, τις κοινωνικές ανισότητες, τους ανθρώπους των υπογείων και των επαύλεων και αυτή τη νοητή γραμμή που τους συνδέει.

“Στην καπιταλιστική πραγματικότητα οι αντιθέσεις μεταξύ των τάξεων όχι μόνον υφίστανται, αλλά –αντίθετα απ’ ό,τι μας πληροφορούν κυβερνήσεις και μέσα μαζικής ενημέρωσης– σταδιακά οξύνονται παρά αμβλύνονται. Είμαι απαισιόδοξος για τη σύγκλιση των διαφορετικών συμφερόντων και την κατάργηση των διακρίσεων, τουλάχιστον στη δική μας εποχή.”

– Μπονγκ Τζουν-Χο

Είμαστε στην Άπω Ανατολή, συγκεκριμένα στη Σεούλ, και πάντα στη σκιά του ασιατικού οικονομικού θαύματος. Η τετραμελής οικογένεια Κιμ ζει σε ένα μικρό υπόγειο που πλημμυρίζει με την πρώτη ευκαιρία κι επιβιώνει με εφήμερες μικροδουλειές, σχεδιάζοντας φτηνο-κομπίνες κι ελπίζοντας, γενικά κι αόριστα, σε ένα καλύτερο αύριο.

Η ιστορία μας αρχίζει όταν μικρός γιος Κι-γου προσλαμβάνεται ως καθηγητής αγγλικών της μικρής κόρης του κ. Παρκ, έναν εύπορο πατριάρχη μιας –επίσης τετραμελούς– οικογένειας, ιδιοκτήτη μίας διεθνούς εταιρίας πληροφορικής. Ελπίζοντας επιτέλους σε ένα σταθερό εισόδημα και κουβαλώντας τις προσδοκίες όλης του της οικογένειας, πηγαίνει για συνέντευξη στο σπίτι των Παρκ, για να συναντήσει την κυρία του σπιτιού. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινάει ένας χείμαρρος ατυχών συμβάντων. Αφού προσλαμβάνεται, δημιουργεί με ύπουλο τρόπο τις συνθήκες ώστε και οι υπόλοιποι συγγενείς του να μπορέσουν να επωφεληθούν της ευκαιρίας και να “εισβάλουν” στον κόσμο της μεγαλοαστής οικογένειας, δίχως να φαντάζεται, ωστόσο, όσα πρόκειται να συμβούν. Από το πρωτό μέχρι το τελευταίο πλάνο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως τελικά θα καταλήξει η ιστορία των δύο οικογενειώv, που πλέον συνδέονται άρρηκτα, όπως ένας ξενιστής με τα παράσιτα του.

 Με έναν μεθοδικό, φαινομενικά χαλαρό κι ευχάριστο μα στην πραγματικότητα ύπουλο αφηγηματικό τρόπο, ο δοκιμασμένος σε κάθε κινηματογραφικό είδος Μπονγκ Τζουν-χο («Memories of Murder», «Ο Επισκέπτης», «Mother», «Snowpiercer») εναλλάσσει δεξιοτεχνικά την απόσταση που κρατά ο φακός από την κάθε οικογένεια. Τη μία στιγμή οι Κιμ παρουσιάζονται ως άξεστοι οπορτουνιστές και την άλλη γίνονται συμπαθείς ως απόκληροι ενός κόσμου πλαστών ευκαιριών. Οι ατσαλάκωτοι Παρκ μοιάζουν ψυχροί και άσπλαχνοι μέσα στην αποστειρωμένη ευδαιμονία τους, δεν μπορείς όμως να μη σταθείς στο πλευρό τους όταν εξαπατώνται από τους ανθρώπους στους οποίους έχουν δείξει εμπιστοσύνη. Αλλά και πάλι, οι αμφίσημες διαθέσεις θα αλλάξουν άρδην όταν η παράδοξη συμβίωση βγάλει στην επιφάνεια μερικά καλά κρυμμένα μυστικά, ανατρέποντας τα δεδομένα ενός προβλέψιμου κοινωνικού δράματος.

“Μιλάμε πάντα για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, οι οποίοι αγωνίζονται να πετύχουν κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους. Εκεί γεννιέται το αληθινό δράμα κι έρχονται στην επιφάνεια βαθιά, ειλικρινή και περίπλοκα συναισθήματα. Στα «Παράσιτα» προσπάθησα να περιορίσω αυτόν τον αγώνα σε κάτι πιο καθημερινό, σε κάτι που μπορούμε όλοι να αναγνωρίσουμε εύκολα, σε κάτι που αφορά την καθημερινή επιβίωση.”

– Μπονγκ Τζουν-χο

Τα αριστουργηματικά και δίχως να κατατάσσονται αβίαστα σε κάποιο κινηματογραφικό genre  «Παράσιτα»,  τολμούν να δείξουν το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών με ένα ασύλληπτο μείγμα από γκροτέσκο χιούμορ, ψυχολογικό θρίλερ και δράμα χαρακτήρων. Η πάλη μεταξύ Παρκ και Κιμ (τα ονόματα των δύο τετραμελών οικογενειών) δίνεται με τέτοια σκηνοθετική χάρη όπου όλες οι πιθανές ενστάσεις που έχει η βλοσυρή κριτική να σβήνει κάτω από το βάρος της αλήθειας της ταινίας. Τα «Παράσιτα» ως καθρέφτης – άλλοτε παραμορφωτικός, άλλοτε ρεαλιστικός κι άλλοτε σουρεαλιστικός- ενός άδικου και σκληρού κόσμου είναι ένα πολύτιμο κινηματογραφικό μανιφέστο που ανύψωσε ακόμη παραπάνω τον ήδη ανερχόμενο κορεάτικο κινηματογράφο θα μείνει στην ιστορία της μεγάλης οθόνης

Πηγές:

https://www.monopoli.gr/2019/10/17/reviews/oi-tainies-tis-evdomadas/348226/oi-tainies-tis-evdomadas-enas-foinikas-apo-xrysafi/

https://www.athinorama.gr/cinema/article/milisame_me_ton_aprosdokito_nikiti_ton_kanon_mpongk_tzoun_xo-2538191.html

https://www.athinorama.gr/cinema/article/parasita-2538179.html

Ταινίες Πρώτης Προβολής: «Παράσιτα» και… παράσιτα

Από ένα εξαιρετικό βιβλίο σε μία απολαυστική ταινία: «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε»

Την ημέρα της πέμπτης επετείου του γάμου τους, ο Νικ Νταν επιστρέφει σπίτι και ανακαλύπτει ότι η σύζυγός του, η Έιμι, έχει εξαφανιστεί. Η εξαφάνισή της λαμβάνει ισχυρή κάλυψη από τον τύπο και τα μίντια καθώς η Έιμι ήταν η έμπνευση των γνωστών παιδικών βιβλίων Amazing Amy που έγραψαν οι γονείς της. Σύντομα οι υποψίες ότι έχει δολοφονηθεί πέφτουν πάνω στον Νικ και η αμήχανη συμπεριφορά του ερμηνεύεται από τα μίντια ως ψυχοπαθολογική. Οσο η εικόνα του τέλειου ευτυχισμένου ζευγαριού καταρρέει, όσο μυστικά και ψέματα θολώνουν την αντίληψή μας για το αθώο και το ένοχο, ανατριχιαστικές υποψίες στοιχειώνουν τις σκέψεις όλων: Σκότωσε ο Νικ τη γυναίκα του; Που εξαφανίστηκε το κορίτσι;

Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου με τίτλο «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» της Τζίλιαν Φλιν, το οποίο μετά τη δημοσίευσή του, το 2012, δεν άργησε καθόλου να μετατραπεί σε ένα σπουδαίο λογοτεχνικό φαινόμενο – ένα ακραία δημοφιλές, με ασταμάτητη κυκλοφορία, αγωνιώδες μπεστ σέλερ που κρατάει τον θεατή απορροφημένο στις σελίδες του. Επίσης εντελώς άκοπα μετατράπηκε σε απόλυτο θέμα συζήτησης, του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κόσμου, αναγκάζοντας ακόμη και τους μη παραδοσιακούς αναγνώστες να ασχοληθούν με τη μυστηριώδη εξέλιξη της ανθρώπινης, κατά τα άλλα, ιστορίας του.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ντέιβιντ Φίντσερ με πρωταγωνιστή τον βραβευμένο με Όσκαρ Μπεν Άφλεκ και την εκπληκτική Ρόζαμουντ Πάικ.Το σενάριο της ταινίας υπογράφει η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου, η οποία ακολουθεί τρεις διαφορετικές αφηγηματικές γραμμές: ο Νικ μάς εισάγει στο μυστήριο του παρόντος και τον εφιάλτη που βιώνει, το ημερολόγιο της Εϊμι μας επιστρέφει στο παρελθόν, στην αρχή της ειδυλλιακής σχέσης και στη σταδιακή φθορά του γάμου, και, μετά όταν όλα ανατρέπονται, οι δυο φωνές συναντιούνται, ή μάλλον συγκρούονται μετωπικά, επιτρέποντάς μας να δούμε το σύνολο της τρομακτικής εικόνας.

Η Φλιν έχει υφάνει ένα τρομερό αστυνομικό μυστήριο γεμάτο αγωνία, έχει τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια μας με μία ευρηματική ανατροπή, έχει εισάγει κατάμαυρο χιούμορ στην προσέγγιση της διαδικής ευθύνης σ’ ένα γάμο και μάς έχει αφήσει παραζαλισμένους μπροστά σ’ ένα εγκεφαλικό παζλ που ακόμα προσπαθούμε να αποσαφηνίσουμε. Το φιλμ δεν κουράζει παρά τη μεγάλη του διάρκεια και αναδεικνύει τη Ρόζαμουντ Πάικ και το ομολογουμένως κρυμμένο ταλέντο της, σε αντίθεση με την εμφάνιση του Μπεν Άφλεκ. Η ταινία απέσπασε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς και έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία με τα συνολικά έσοδα να φτάνουν τα 368 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Έλαβε τέσσερις υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα, μεταξύ των οποίων για Καλύτερη Σκηνοθεσία και Α’ Γυναικείου Ρόλου – Δράμα για την ερμηνεία της Πάικ, η οποία έλαβε επίσης υποψηφιότητα για BAFTA και Screen Actors Guild Award Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας σε Πρωταγωνιστικό Ρόλο και για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.

 “Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε” αποτελεί ένα απατηλό αστυνομικό θρίλερ που εξελίσσεται  – μεταξύ  άλλων  – πάνω στην ανατομία του γάμου ως θεσμού στη σημερινή δυτική κοινωνία. Σε σχέση με την ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ το βιβλίο πλεονεκτεί στην κατανόηση της «Έιμι». Στο μυθιστόρημα η φωνή της είναι πιο ξεκάθαρη, τα κίνητρα της πιο κατανοητά, η τρέλα της πιο χειροπιαστή. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καλύψει την συγκεκριμένη αδυναμία της ταινίας με ένα πιο οξύ κοινωνικό σχόλιο για τα media και τον κανιβαλισμό τους καθώς και μια απροσδόκητη αλλά τελικά πολύ έξυπνη επένδυση στο μαύρο χιούμορ και τον σαρκασμό. Το «Gone Girl» στον κινηματογράφο αγγίζει τα όρια της σάτιρας  και κατορθώνει έτσι να αναδείξει τη φαρσική συνθήκη του γάμου των πρωταγωνιστών και ταυτόχρονα κάθε γάμου που απαιτεί την «εξαφάνιση» των εμπλεκομένων προσωπικοτήτων προκειμένου να πετύχει.

Όσο οι πτυχές του σεναρίου ξεδιπλώνονται, τόσο ο Φίντσερ δημιουργεί κάτι που ξεπερνά το παιχνίδι του μυαλού και εξελίσσεται σε ανατομία της ανθρώπινης φύσης, μελέτη των κοινωνικών συμβάσεων και ψυχολογική διατριβή: πώς μπορούμε να εξαφανιστούμε σ’ ένα γάμο, πώς μπορούμε να χάσουμε το δρόμο, τον εαυτό μας, την ευτυχία μας; Ο Φίντσερ μεταφέρει στο πανί όλη την αφηγηματική ένταση, την αγωνία και το σκοτεινό, πικρό σαρκασμό απέναντι στο ροζ αμερικανικό όνειρο. Παρ’όλα αυτά, σε ορισμένες στιγμές τραβάει λίγο παραπάνω το σχοινί του σαρκασμού και αγγίζει τα όρια της γελοιότητας στην προσπάθεια του να αποδώσει όλο το λογοτεχνικό μεγαλείο της Φλιν. Σε γενικές γραμμές όμως η ταινία είναι βίαιη, αστεία, απολαυστική και συγχρόνως καθηλωτική καθώς στροβιλίζεται σ’έναν κόσμο βυθισμένο στη ματαιοδοξία, την απληστία και τα ταπεινότερα κίνητρα. τη σύγχρονη Αμερική.

Πηγές:

http://flix.gr/cinema/gone-girl-review.html

https://www.ishow.gr/productionSynopsis.asp?guid=D0A3A524-D5F1-4829-8AC4-9C69C606BB7E

www.lifo.gr

https://www.athinorama.gr/cinema/article/to_koritsi_pou_eksafanistike-2501883.html

https://www.oneman.gr/pop-code/t/cinema/listes/oi-tainies-poy-nikhsan-ta-vivlia.3074025.html

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF_%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9_%CF%80%CE%BF%CF%85_%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BA%CE%B5_(%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1)

Joker: μια ταινία που αλλάζει τα δεδομένα του μαζικού σινεμά

Ξεκινώντας τη στήλη μας αυτή θα παρακάμψουμε την επιθυμία μας να σας προτείνουμε ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία διότι είχαμε την τύχη να δούμε το νέο εγχείρημα της DC να ξεφύγει από την πεπατημένη και σίγουρα πετυχημένη συνταγή του Batman και να εισέλθει στον κόσμο της αντίρροπης δύναμης, του κακού, του Joker.

Βρισκόμαστε λοιπόν το 1981 στο Gotham City. Ο Arthur Fleck ακροβατεί μεταξύ της φτώχειας, της ψυχικής διαταραχής από την οποία πάσχει και την μοναξιά. Ζει σε άσχημες συνθήκες διαβίωσης με την κατάκοιτη μητέρα του, την φροντίδα της οποίας έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου , δουλεύοντας παράλληλα ως κλόουν. Ακολουθεί μια, όχι και τόσο βοητική θα παρατηρούσε κανείς, θεραπεία σε δημόσιο οργανισμό και παίρνει 7 διαφορετικά χάπια για να μην νιώθει «τόσο άσχημα όλη την ώρα».

Όνειρο του είναι να γίνει κωμικός stand up, κάτι που δεν καταφέρνει, αφού δεν είναι σε θέση να καταλάβει, παρά τη διαρκή ενασχόλησή του, την παρατήρηση, τις σημειώσεις του τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους γύρω του να γελάνε, όχι να γελούν προσποιητά όπως πράττει αυτός, αλλά με την ψυχή τους. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν του, η βία στο πρόσωπό του, ο παραγκωνισμός από την κοινωνία και το περιβάλλον του, ο χλευασμός, η αδικία και η ανισότητα που τον θέτουν στο περιθώριο της ζωής, η διακοπή του θεραπευτικού προγράμματος οπλίζουν το χέρι του. Δεν το οπλίζουν όμως με ένα οποιοδήποτε όπλο, αλλά με απογοήτευση, με αγανάκτηση, με μίσος, με κυνισμό, στοιχεία που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε τέρας. Η διαφορετικότητα και η μη αποδοχή της, καταστρέφουν τον εύθραυστο ψυχισμό του, καταρρίπτουν κάθε λογική και κάθε ενοχή ή τύψη.

Σε μια από τις σκηνές όπου ο Arthur πηγαίνει σε έναν κινηματογράφο να συναντήσει αυτόν που πίστευε πως ήταν πατέρας του, στην μεγάλη οθόνη προβάλλεται το ‘’Μοντέρνοι Καιροί’’ το αριστούργημα του Chaplin. Σε μια καθόλου τυχαία αναφορά. Καθώς η εν λόγω βουβή ταινία διαπραγματεύεται μεταξύ άλλων το μεγάλο οικονομικό και χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας, σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων. Η παρηκμασμένη Gotham City δεν απέχει πολύ από αυτή την κατάσταση. Μαστίζεται από άδικο καταμερισμό του πλούτου που οδηγεί σε φτωχοποίηση των πολιτών της. Οι τελευταίοι, χωρίς κανένα έρεισμα σε έναν κόσμο που μοιάζει διαρκώς να τους καταδιώκει, εξαγριώνονται, εξεγείρονται έναντι των κρατούντων και των εχόντων και σύμβολο αυτού του ταξικού αγώνα τους τοποθετούν τον Joker που χωρίς ουδεμία πολιτική ευαισθησία ή επαναστατική διάθεση φαίνεται απλώς να απολαμβάνει το χάος.

Στην ταινία αυτή όπως γίνεται φανερό και από την περιγραφή που σας παραθέσαμε, Joker θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άνθρωπος και όχι απλά ο χαρακτήρας ενός κόμικ. Ίσως βέβαια δίχως αυτό να μην απολάμβανε την παγκόσμια εμβέλεια και προβολή σε τέτοια βαθμό, αλλά σίγουρα το νόημα της ταινίας δεν θα άλλαζε. Γιατί, για πρώτη ίσως φορά σε ταινίες τέτοιου είδους, το νόημα του έργου κρυβόταν πολύ βαθύτερα από την απεικόνιση ενός χαρακτήρα, πολύ βαθύτερα από τα συνταρακτικά εφέ, τη «χολιγουντιανή δράση», τις crowd pleasing σκηνές και τα ευτυχισμένα τέλη. Δεν πρόκειται για ένα δημιούργημα προσφοράς άρτου και θεάματος, αλλά για μια ψυχογραφική αποτύπωση μιας διαταραγμένης προσωπικότητας και μιας ρημαγμένης κοινωνίας που πάλλονται αλλεπάλληλα, που άλλοτε συγκλίνουν, τέμνονται και άλλοτε κινούνται παράλληλα. Μετά τη στιγμή εκείνη όμως της τομής τίποτα δε θα είναι το ίδιο ούτε για τη μεν ούτε για τη δε.

Ο Todd Phillips εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από δύο ταινίες-σταθμούς του θρυλικού σκηνοθέτη. Το ‘’King Of Comedy’’ σε πρώτο λόγο αλλά και τον εμβληματικό αντιήρωα τιμωρό ‘’Ταξιτζή’’. Μάλιστα ο Robert De Niro πρωταγωνιστής στα δυο προαναφερθέντα υποδύεται τον Murray Franklin παρουσιαστή late night εκπομπής με τον οποίο ο Arthur έχει εμμονή και ονειρεύεται να εμφανιστεί στο σόου του ως καλεσμένος για να κάνει stand up. Στο King Of Comedy, ο De Niro έπαιζε έναν εκκολαπτόμενο ψυχοπαθή κωμικό ο οποίος είχε και εκείνος εμμονή με έναν παρουσιαστή και ήθελε διακαώς να εμφανιστεί στην εκπομπή του, αυτό ήταν το βασικό premise το οποίο στο Joker είναι ένα μέρος του σεναρίου όμως οι ομοιότητες και οι επιρροές είναι αρκετές.

Η ταινία είναι μια ατόφια μελέτη του χαρακτήρα που θέτει έστω και στο παρασκήνιο να εντάσσει κοινωνικά ζητήματα και θέματα που σήμερα, στον δικό μας αληθινό κόσμο, μοιάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ, μια πρωτοτυπία που θυμίζει ταινίες όπως V For Vendetta και το Watchmen . Το σκοτεινό αυτών των ταινιών έγκειται, όχι στο κοινώς αποδεκτό τρομακτικό, δεν τοποθετείται στο χώρο του υπερφυσικού ούτε μετριέται με το πόσο αίμα θα χυθεί σε σκηνές βίας, αλλά στην διείσδυση στην ανθρώπινη φύση. Η τελευταία είναι ζοφερή, όπως και η συνειδητοποίηση του τι είναι ικανή να πράξει.

Ένα τέτοιο εγχείρημα, καθόλου δημοφιλές σε μια εποχή που το μεγαλύτερο μέρος του κοινού επιδιώκει μέσω ταινιών τρόμου να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια κατάσταση φόβου, που καταδιώκει την αδρεναλίνη αλλά αναμένει τις ταινίες των σούπερ ηρώων για να απολαύσει τα εφέ και να χειροκροτήσει το happy end, θυμίζει τις κινηματογραφικές δεκαετίες του ’90 και τον Martin Scorsese και σίγουρα αποτελεί ρίσκο. Ωστόσο, είναι σίγουρο ότι θα ικανοποιήσει όλους εκείνους που αγαπούν το σινεμά ακριβώς για το μεγαλείο της υποκριτικής τέχνης που κρύβεται πίσω από αυτό. Και ο Joaquin Phoenix μας χαρίζει μια συγκλονιστική ερμηνεία.

Δεν μας φάνηκε καθόλου περίεργο που στο Φεστιβάλ της Βενετίας το κοινό χειροκροτούσε όρθιο επί οκτώ λεπτά. Η διακύμανση των συναισθημάτων του, ο τρόπος προσέγγισης των δυσχερειών που εμφανίζονται στη ζωή του που σταδιακά σβήνουν κάθε ελπίδα του για λίγη αγάπη, για λίγη αποδοχή, για λίγο φως, η ψυχική διαταραχή και η αντικοινωνικότητα είναι δύσκολο έργο για έναν ηθοποιό, όμως ο Joaquin υπηρετεί την τέχνη του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έχοντας χάσει βάρος για το ρόλο φαίνεται λεπτός, εύθραυστος, πεινασμένος. Οι κινήσεις του είναι ακριβείς: το πώς κινείται, τρέχει, κάθεται, καπνίζει, μαζεύεται. Η συνήθης έντασή του εδώ είναι στο φουλ και είναι μαγευτική, πολλές φορές δυσβάσταχτη. Τέτοιον Joker σίγουρα δεν έχουμε ξαναδεί.

Ο θεατής ανεμπόδιστα, στο έργο μοιάζει να τοποθετείται κοντά στον κακό, να νιώθει για αυτόν συμπάθεια και οίκτο και να αντιλαμβάνεται την σταδιακή μετατροπή του, καθώς παρουσιάζονται με ιδιαίτερη σαφήνεια και γλαφυρότητα όλα εκείνα τα αίτια που οδηγούν τον άνθρωπο στην αυτο(- και όχι μόνο-) καταστροφή. Μέσα από τη διαδικασία της ταύτισης, αφού ο Joker φέρει στοιχεία και σκέψεις που όλοι έχουμε και τρέφουμε οδηγείται κανείς τελικά στην κάθαρση. Η ταινία αμφιταλαντεύεται μεταξύ τρόμου και συμπόνιας, διαταραχής και ειλικρίνειας, φαντασίας και πραγματικότητας. Και σε αυτήν την αμφιταλάντευση έγκειται όλη η μαγεία της που την διαφοροποιεί από τις ταινίες κόμικ και από τους προκατόχους της θα έλεγε κανείς. Ο ψυχογραφικός τόνος, κάτι που ιδιαίτερα εκτιμάμε στην τέχνη, σπάνια χρησιμοποιείται πια στην έβδομη τέχνη, αλλά όταν αυτό συμβαίνει με επιτυχία κάνουμε λόγο για ένα αριστούργημα.

Το μαζικό σινεμά αλλάζει και προχωρά ένα βήμα παρακάτω. Για αυτούς που θέλουν να το ακολουθήσουν, μη χάσετε αυτή την ταινία.

Πηγές: https://schoolofrock.gr/joker-kritiki-tainias/

28 φορές που η ζωγραφική επηρέασε τον κινηματογράφο

Έχετε δει ταινίες με σκηνές, που σας φαίνονται πολύ γνώριμες και σας θυμίζουν κάτι; Στο έργο τέχνης της ημέρας, σας παρουσιάζουμε 28 φορές που τα έργα μεγάλων καλλιτεχνών επηρέασαν τη μεγάλη οθόνη.

1. Dreams (1990), Akira Kurosawa – Wheat Field With Crows (1890), Vincent Van Gogh

2.The Mill and the Cross (2011), Lech Majewski – The Procession to Cavalry (1564), Pieter Bruegel

3. The President (1919), Carl Theodore Dreyer | Whistler’s Mother: Arrangement in Grey and Black (1871)

4. Marie Antoinette (2006), Sophia Coppola | Napoleon Crossing the Alps (1801), Jacques-Louis David

5. Nymphomaniac (2013), Lars von Trier | The Dying Artist (1901), Zygmunt

6. The Adventures of Baron Munchausen (1988), Terry Gilliam | The Birth of Venus (c. 1486), Botticelli

7. Moonrise Kingdom (2012), Wes Anderson | To Prince Edward Island (1965), Alex Colville

8. Jacques-Louis David, La mort de Marat (1793) and Alexander Payne, About Schmidt (2002)

9. Jean-Auguste-Dominique Ingres, La petite baigneuse – Intérieur de harem (1828) and Jean-Luc Godard, Passion (1982)9. Otto Dix, Portrait of the Journalist Sylvia von Harden (1926) and Bob Fosse, Cabaret (1972)

10. Norman Rockwell, Freedom from Fear (1943) and Steven Spielberg, Empire of the Sun (1987)

11. Pieter Bruegel the Elder, The Tower of Babel (1563) and Fritz Lang, Metropolis (1927)

12. Pieter Bruegel the Elder, The Hunters in the Snow (1565) and Andrei Tarkovsky, The Mirror (1975)

13. Jean-Hippolyte Flandrin, Jeune homme nu assis au bord de la mer (1836) and Paul Thomas Anderson, There Will Be Blood (2007)

14. John Constable, Malvern Hall, Warwickshire (1809) and Stanley Kubrick, Barry Lyndon (1975)

15. René Magritte, L’Empire des lumières (1954) and William Friedkin, The Exorcist (1973)

16. Lust For Life (1965) – Le Café De Nuit (1888)

17.Frida (2002) – Frida And Diego Rivera (1931)

18. Movie: The Cell (2000) – Dawn (1989)

19. The Son of Man, René Magritte – The Thomas Crown Affair

20. Shirley: Visions of Reality, Gustav Deutsch — New York Movie, Edward Hopper

21. Moonlight, Barry Jenkins — Evening Dress, René Magritte

22. Sexy Beast, Jonathan Glazer — Over the Town, Marc Chagall

23. Pennies From Heaven, Herbert Ross — Nighthawks, Edward Hopper

24. Forrest Gump, Robert Zemeckis — Christina’s World, Andrew Wyeth

25. Shutter Island, Martin Scorsese — The Kiss, Gustav Klimt

26. The Fifth Element, Luc Besson — The Broken Column, Frida Kahlo

27. Trainspotting, Danny Boyle — The Mysteries of the Horizon, René Magritte

28. Malena, Giuseppe Tornatore— Georgette Magritte, René Magritte

Ο Vincent Van Gogh στον κινηματογράφο


Σήμερα δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην γνωρίζει τον Vincent van Gogh, καθώς θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους όλων των εποχών. Ωστόσο η δόξα ήρθε μετά τον θάνατό του. Πώς ήταν η πραγματική ζωή του; Τι σκεφτόταν; Τι τον βασάνιζε; Εκεί μας μεταφέρουν οι παρακάτω ταινίες, καθώς αφηγούνται την περιπετειώδη και τραυματική ζωή του, την τραγική καταληξή του και το σπουδαίο έργο του.

Van Gogh (1948) 

Λιτή στη δομή της και περισσότερο χρήσιμη ως ιστορικό κειμήλιο σήμερα, η 20λεπτη ταινία του Αλέν Ρενέ απείχε πολύ λιγότερα χρόνια (σε σχέση με σήμερα) από τη στιγμή που το όνομα του Βαν Γκογκ μπήκε στη λίστα των μεγάλων ζωγράφων. Ο Γάλλος σκηνοθέτης παρουσιάζει τους σημαντικότερους πίνακες του καλλιτέχνη με τη συνοδεία μουσικής αλλά και αφήγησης του Κλοντ Ντοφέν. Τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους.

Lust for Life – Η Ζωη ενοσ ανθρωπου(1956)

O Κερκ Ντάγκλας στο ρόλο του Βαν Γκογκ. Η σημαντικότερη χολιγουντιανή παραγωγή για το Βαν Γκογκ βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του Ίρβινγκ Στόουν, είχε δύο σκηνοθέτες και δυο ονόματα όπως οι Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν που δεν δίστασαν να αναμειχθούν σε μια καλλιτεχνική βιογραφία, έχοντας ως τότε προϋπηρεσία σε πιο σκληρούς ρόλους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Ένας από τους ωραιότερους γάμους κινηματογράφου και ζωγραφικής, με κάδρα-κομψοτεχνήματα, χωρίς να υπολείπεται αφηγηματικά της ιστορίας της ταραγμένης προσωπικότητας του ήρωα.

Vincent (1987)

Vincent: Η ζωή και ο θάνατος του Vincent van Gogh είναι μια ταινία ντοκιμαντέρ από τον αυστραλιανό σκηνοθέτη Paul Cox, που εξερευνά τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του καλλιτέχνη. Ο Cox δημιούργησε το έργο λόγω του προσωπικού του θαυμασμού για τον Vincent van Gogh. Η υπόθεση του έργου είναι απλή, ο John Hurt διαβάζει αποσπάσματα από τα γράμματα του Van Gogh, και μια διαδοχική σειρά εικόνων, τοποθεσιών, έργων ζωγραφικής, σχεδίων και σκίτσων του Van Gogh ξετυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Είναι πράγματι συγκινητικό να ακούς τον ίδιο τον Βαν Γκογκ να αναφέρεται στους εσωτερικούς αγώνες του και τις προσπάθειές του να αναπτυχθεί ως καλλιτέχνης, να ακούς τι θεωρούσε ως καλλιτεχνικές επιτυχίες και αποτυχίες του. Αυτή είναι η ταινία που ο Βαν Γκογκ θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος. Έχει τον ίδιο έντονο οπτικό αντίκτυπο με την αντίληψη των έργων του Βαν Γκογκ στην πραγματική ζωή.

Dreams (1990)

Η ανθολογία του Ακίρα Κουροσάβα δεν αφορούσε μόνο τον Βανκ Γκογκ, όμως ένα από τα οκτώ όνειρα του σκηνοθέτη εξερευνούσε το χαοτικό ταξίδι ενός φοιτητή μέσα στους πίνακες του ζωγράφου. Σε αυτούς θα συναντήσει και τον ίδιο, σε μια ερμηνεία-έκπληξη από τον Μάρτιν Σκορσέζε, θα συζητήσουν για το κομμένο αυτί του και θα χαθούν μαγικά μέσα σε σταροχώραφα, σε ένα υπέροχο μείγμα φαντασίας και σύγχρονης (για τότε) τεχνολογίας, με εφέ που δημιουργήθηκαν από την εταιρία του Τζορτζ Λούκας.

Vincent & Theo (1990)

Ο Τιμ Ροθ υποδύθηκε το μεγάλο ζωγράφο στην ταινία του Ρόμπερτ Άλτμαν. Περισσότερο από βιογραφία, η ταινία εξερευνά αποκλειστικά την σχέση του Βίνσεντ με τον αδελφό του Τεό που αύξανε και άλλο τις ανασφάλειες του πρώτου, λόγω της μη αποδοχής του στον χώρο της Τέχνης, πρωτίστως από τον ίδιο του τον αδερφό που εργάζεται ως έμπορος. Τιμ Ροθ και Πολ Ρις πρωταγωνιστούν στους αντίστοιχους ρόλους.

Vincent and Me (1990) 

Ίσως η ιδανικότερη ταινία για να συστήσει κάποιος τον κόσμο του Βαν Γκογκ σε ένα παιδί ήρθε από τον Καναδά και εξιστορεί το μαγικό ταξίδι μιας 13χρονης στην προσπάθειά της να ανακαλύψει μια μυστηριώδη αγορά έργων του Ολλανδού ζωγράφου που περιέργως μοιάζουν με τα δικά της.   Απόδραση, περιπέτεια και ταξίδι στο χρόνο κρατούν το ενδιαφέρον των μικρών και ο Τσέκι Καριό προστίθεται στη λίστα των ηθοποιών που ενσαρκώνουν τον ζωγράφο.

Van Gogh (1991) 

Η ταινία του Μορίς Πιαλά εκτιμήθηκε πολύ τη χρονιά εκείνη και έφτασε να διεκδικεί 12 Σεζάρ κερδίζοντας τελικά μόνο αυτό της ερμηνείας του Ζακ Ντιτρόν. Με χρονικό όριο τους 2 τελευταίους μήνες της ζωής του ζωγράφου, ο Πιαλά εξερεύνησε με υπομονή τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη, φτιάχνοντας το πιο ευαίσθητο προφίλ του στο σινεμά ως σήμερα, αφήνοντας στην άκρη τη δημιουργική σύγχυση που επικρατούσε μέσα του και δίνοντας έμφαση στη σχέση που είχε με τους οικείους του.


Vincent – The Full Story (2004)

Ένα τριμερές ντοκιμαντέρ από τον κριτικό τέχνης Waldemar Januszczak, παρουσίασε τις τοποθεσίες στην Ολλανδία, την Αγγλία και τη Γαλλία, όπου ζούσε και δούλευε ο Van Gogh. Επίσης, ερευνά τις επιρροές των άλλων καλλιτεχνών από τους πίνακες του Van Gogh. Μερικοί ισχυρισμοί είναι ανοιχτοί προς ερμηνεία, αλλά αυτή η σειρά αξίζει σίγουρα αν απολαμβάνετε τους πίνακες του Βαν Γκογκ και θέλετε να μάθετε περισσότερα γι ‘αυτόν. Είναι η «πλήρης» ιστορία, που ασχολείται με όλη τη ζωή του, συμπεριλαμβανομένων των πρώτων χρόνων στο Λονδίνο και την περίοδο που άρχισε να μαθαίνει να σχεδιάζει.

The Eyes of Van Gogh (2005)

Μετά τους καταστροφικούς μήνες που πέρασε με τον Gauguin στο κίτρινο σπίτι της Arles, ο Vincent van Gogh, σε απεγνωσμένη αναζήτηση μιας θεραπείας από τις επιθέσεις που τον μαστίζουν ολοένα και περισσότερο, μπαίνει εθελοντικά σε ένα άσυλο. Γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον Alexander Barnett, είναι μια ιστορία για τους 12 μήνες που πέρασε ο Vincent Van Gogh στο άσυλο στο St. Remy.

Van gogh: Painted with Words – Ζωγραφιζοντασ με τισ λεξεισ(2010)

Τηλεταινία του BBC και άλλη μια ευκαιρία για τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς για επίδειξη των δυνατοτήτων του, το Painted with Words είναι απλό και ξεκάθαρο, έχοντας έναν καθαρά εισαγωγικό ρόλο σε όποιον θέλει να ξέρει λεπτομέρειες για τη ζωή του ζωγράφου.  Ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη δραματοποίηση, ζωγραφίζεται ένα ψυχαναλυτικό δραματοποιημένο πορτρέτο του ζωγράφου, με την ταινία να έχει ως όχημα τα γράμματα του ζωγράφου, όχι μόνο προς τον Τεό, με σκοπό να διηγηθεί σύντομα το βίο του με τις δικές του λέξεις.


Vincent Van Gogh: A New Way of Seeing (2015)

Ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον καλλιτέχνη, η ζωή του Βαν Γκογκ έχει εδώ και καιρό καταλάβει τη φαντασία των αφηγητών. Βουτώντας βαθιά στον συναρπαστικό και μερικές φορές βαθιά προβληματικό κόσμο του, έρχεται αυτό το εξαιρετικό, βραβευμένο ντοκιμαντέρ από τον David Bickerstaff. Παρουσιάζοντας τα εικονικά έργα του Van Gogh όπως ποτέ πριν και παρουσιάζοντας αποκλειστικές συνεντεύξεις με την επιμελητική ομάδα στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ, αυτή η ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΟΘΟΝΗ (EXHIBITION ON SCREEN) δεν είναι σαν καμία άλλη.

LOVING VINCENT (2017)


Απαράμιλλης ομορφιάς θέαμα, για πολλούς σημαντικότερο από κάθε συμβατική βιογραφία καθώς δε στέκεται στις πληροφορίες για τον Βαν Γκογκ αλλά παίρνει ως σημαία τη φράση «μόνο με τους πίνακές μας μπορούμε να μιλάμε» που έγραψε σε ένα από τα τελευταία του γράμματα, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση τού πώς θα ήταν ένα animation φτιαγμένο από τον ίδιο. Tο φιλμ «Loving Vincent» έχει δημιουργηθεί ακολουθώντας τις τεχνικές ζωγραφικής του ίδιου του καλλιτέχνη. 65 χιλιάδες μικρές ελαιογραφίες ενώθηκαν ψηφιακά στο μακράν πιο φιλόδοξο οπτικοακουστικό project που έγινε ποτέ για τον ζωγράφο. Η ζωγραφισμένη στο χέρι ταινία για τη ζωή του Vincent Van Gogh είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης.

At Eternity’s Gate – Στην Πυλη τησ ΑΙωνιοτητασ (2019)

Αμερικανός νεο-εξπρεσιονιστής εικαστικός, που πέρασε με μεγάλη επιτυχία πίσω από την κάμερα κι έφτασε μέχρι την οσκαρική υποψηφιότητα («Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα»), ο Τζούλιαν Σνάμπελ αγαπάει τις καλλιτεχνικές βιογραφίες: «Πριν Πέσει η Νύχτα» για τον ποιητή Ρεϊνάλδο Αρένας και «Basquiat» για τον ζωγράφο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά. Στην πιο φιλόδοξη από αυτές επικεντρώνεται στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του Βαν Γκογκ στην Αρλ και την Οβέρ-σιρ-Ουάζ της Γαλλίας, επιχειρώντας από τη μία να κατανοήσει την εικαστική ιδιοφυΐα του διάσημου Ολλανδού και από την άλλη να εκφράσει, μέσα από τις σκέψεις του ήρωά του, μερικές δικές του απόψεις πάνω στην τέχνη του.
Η σχέση ζωής και τέχνης, φαντασίας και πραγματικότητας, πρωτοπορίας και παράδοσης, ενστίκτου και ορθολογισμού, προσωπικού οράματος και κοινωνικών επιταγών εμφανίζονται σε κάθε βήμα μιας «καταραμένης» προσωπικότητας, πολλές από τις πνευματικές και ψυχολογικές εμμονές της οποίας αποτυπώνει με μια απροσδόκητα εκπληκτική ερμηνεία ο βραβευμένος στη Βενετία και υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα Γουίλεμ Νταφόε.

BONUS 1 – “No Blue Without Yellow”

Χάρις σε αυτό το υπέροχο animation που τιτλοφορείται No Blue Without Yellow και υπογράφει ο Maciek Janicki ταξιδεύουμε μέσα από τα τοπία που ενέπνευσαν τα πιο διάσημα έργα του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

bonus 2 – “Vincent and the Doctor”

Ο “Vincent and the Doctor” είναι το δέκατο επεισόδιο της πέμπτης σειράς βρετανικής τηλεοπτικής σειράς Doctor Who. Ενθουσιασμένος από μια δυσοίωνη φιγούρα στη ζωγραφική του Βίνσεντ Βαν Γκογκ Η εκκλησία στο Auvers, ο γιατρός (Matt Smith) και η σύντροφος Amy Pond (Karen Gillan) ταξιδεύουν στον χρόνο για να γνωρίσουν τον Van Gogh (Tony Curran) και μαθαίνου ότι το
Auvers-sur-Oise μαστίζεται από ένα αόρατο πλάσμα, γνωστό ως Krafayis, το οποίο μόνο ο Van Gogh μπορεί να δει. Ο γιατρός και η Amy συνεργάζονται με τον Van Gogh για να νικήσουν το τέρας και σε αυτήν την προσπάθειά τους βοηθούν τον Βαν Γκογκ να συνειδητοποιήσει την κληρονομιά του, φέρνοντάς τον στο μέλλον.

Πηγές:

https://www.lifo.gr/articles/cinema_articles/222667/o-van-gkogk-stin-othoni-8-tainies-gia-ton-megalo-zografo

https://www.lifo.gr/videos/lifo_picks_arts/218003/oi-pinakes-toy-van-kongk-zontaneyoyn-s-ayto-to-magiko-vinteo

https://www.thoughtco.com/painter-vincent-van-gogh-documentaries-2579151

Όταν ο Μάρλον Μπράντο αρνήθηκε το Όσκαρ

Ο άντρας, ο οποίος έκανε σε άλλους «προσφορές που δεν μπορούσαν να αρνηθούν» κάποτε αρνήθηκε την υψηλότερη τιμή της Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Ο Μάρλον Μπράντο, εκτός από πολύ μεγάλος αστέρας του Χόλιγουντ, υπήρξε κι ένας σπουδαίος άντρας. Υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υποστηρικτής των αυτοχθόνων της Αμερικής, επιφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη στην οργανωτική επιτροπή της Ακαδημίας Κινηματογράφου των ΗΠΑ.

Το 1973, ο Μάρλον Μπράντο απέρριψε το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου για την εντυπωσιακή ερμηνεία του Βίτο Κορλεόνε στο «Νονό». Αντί αυτού εμφανίστηκε σαν σήμερα στις 27 Μαρτίου, η Σατσίν Λιτλφέδερ, μία Ινδιάνα για να παραλάβει το βραβείο για λογαριασμό του Μάρλον Μπράντο και διάβασε μία επιστολή, στην οποία έλεγε ότι “Εκπροσωπώ το Μάρλον Μπράντο απόψε και μου ζήτησε να σας πω… ότι είναι ευγνώμων, αλλά λυπάται που δεν μπορεί να παραλάβει αυτό το γενναιόδωρο βραβείο. Και η αιτία είναι η συμπεριφορά της βιομηχανίας του κινηματογράφου στους Αμερικανούς Ινδιάνους.”

Ο παραγωγός της ταινίας «Νονός», Άλμπερτ Ρούντι, την απείλησε ότι θα συλληφθεί, αν την διαβάσει ολόκληρη ή αν μιλήσει παραπάνω από ένα λεπτό. Η Σατσίν, τελικά ανέβηκε στο πόντιουμ, αλλά αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο από τον έκπληκτο Ρότζερ Μουρ και τη Σουηδέζα συμπαρουσιάστριά του, Λιβ Ούλμαν. Με εξαίρεση μια μικρή μειοψηφία, που την αποδοκίμασε, η Ινδιάνα κέρδισε τη συμπάθεια των παρευρισκόμενων, οι οποίοι την χειροκρότησαν θερμά.

Το 1973, οι ιθαγενείς Αμερικανοί είχαν ελάχιστοι εκπροσώπηση στη βιομηχανία του Κινηματογράφου και οι περισσότεροι σχετικοί ρόλοι δίνονταν σε λευκούς ηθοποιούς.

Την επόμενη της βραδιάς των Όσκαρ, οι New York Times δημοσίευσαν ολόκληρη την επιστολή του Μάρλον Μπράντο, η οποία είχε εν τω μεταξύ ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων.

Ωστόσο, ο σπουδαίος ηθοποιός έδωσε στους Ινδιάνους για πρώτη φορά στην ιστορία τους ένα εντυπωσιακό βήμα για να εκφράσουν τη θέση τους.