Οι ‘χολιγουντιανοί’ Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ

Oι ‘Αθλιοι γράφτηκαν για όλα τα έθνη. Δεν ξέρω αν θα διαβαστούν απ’ όλους, όμως εγώ για όλους τούς έγραψα. (…)». Όπου ο άνθρωπος ζει αμόρφωτος και απελπισμένος, όπου η γυναίκα πουλάει το κορμί της για μια μπουκιά ψωμί, όπου το παιδί υποφέρει από αγραμματοσύνη κι από έλλειψη παιδείας, το βιβλίο των Αθλίων χτυπά την πόρτα φωνάζοντας δυνατά: » -Ανοίξτε μου! Έρχομαι για σας!». Στο σκοτεινό σημείο όπου βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άθλιος ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που αγωνιά κάτω απ’ όλα τα κλίματα και τα καθεστώτα, που στενάζει σ’ όλες τις γλώσσες είχε δηλώσει ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Οι Άθλιοι (1862), το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Πραγματεύεται τις ζωές πολιτών της Γαλλίας, οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, για μια περίοδο άνω των είκοσι ετών, που περιλαμβάνει τους ναπολεόντειους πολέμους, αλλά και τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Το έργο εστιάζει στις προσπάθειες του πρωταγωνιστή Γιάννη Αγιάννη, ενός πρώην καταδίκου, γνωστού στη φυλακή με τον αριθμό 24601, ο οποίος προσπαθεί να επανεντάξει τον εαυτό του στην κοινωνία, και επιπλέον μελετά την επίδραση των πράξεων του ήρωα για χάρη της κοινωνικής αναγνώρισης. Στο μυθιστόρημα εξετάζεται η φύση του καλού και του κακού και ο νόμος σε μία εκτεταμένη ιστορία που περιλαμβάνει θέματα όπως την ιστορία της Γαλλίας, την αρχιτεκτονική του Παρισιού, την πολιτική, την ηθική φιλοσοφία, το νόμο, τη θρησκεία και τα είδη και τη φύση του έρωτα και της οικογενειακής αγάπης. Οι Άθλιοι είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό κυρίως μέσω της πληθώρας των θεατρικών και κινηματογραφικών τους μεταφορών, με διασημότερη το ομώνυμο μιούζικαλ, το οποίο είναι ευρέως γνωστό ως «Λε Μιζ» (Les Miz).

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μιούζικαλ των Αλέν Μπουμπλίλ, Κλοντ-Μισέλ Σόνμπεργκ (οι οποίοι έγραψαν και ένα τραγούδι αποκλειστικά και μόνο για την κινηματογραφική μεταφορά-Suddenly) και Χέρμπερτ Κρέτζμερ (που υπογράφει τους στίχους), το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ. Η ιστορία του μιούζικαλ ξεκίνησε το 1978, με τους συνθέτες να ξεκινούν τη μουσική προσαρμογή του έργου του Ουγκώ, που ανέβηκε πρώτη φορά το 1980 στα γαλλικά. Το πρώτο μεγάλο θεατρικό ανέβασμα του μιούζικαλ, που σηματοδοτεί και τυπικά την έναρξη της πολύχρονης πετυχημένης θεατρικής πορείας του-που ξεπέρασε ακόμα και το ρεκόρ που μέχρι πρότινος κατείχε το μιούζικαλ Cats, έλαβε χώρα το 1985 στο Λονδίνο.

Τη σκηνοθεσία της ταινίας υπογράφει ο βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χούπερ και στο κινηματογραφικό σενάριο βρίσκουμε μαζί με τους Μπουμπλίλ, Σόνμπεργκ (που υπογράφει και τη μουσική) και Κρέτζμερ και τον δύο φορές υποψήφιο για Όσκαρ Γουίλιαμ Νίκολσον (Gladiator, Shadowlands), που ανέλαβε να προσδώσει τον απαιτούμενο ρεαλισμό στο κινηματογραφικό σενάριο, διατηρώντας το DNA του σόου. Στην παραγωγή της ταινίας εκτός του Κάμερον Μάκιντος που υπογράφει και τη θεατρική παραγωγή, βρίσκουμε τους Τιμ Μπίβαν και Έρικ Φέλνερ (Working Title Films) και την Ντέμπρα Χέιγουορντ. Σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Μάκιντος αναφορικά με την επιτυχία – φαινόμενο του μιούζικαλ «Οι Άθλιοι είναι από τα καλύτερα κοινωνικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο Ουγκώ δημιούργησε χαρακτήρες και έγραψε για καταστάσεις διαχρονικές και παγκόσμιες. Αν σε αυτό προσθέσεις τη δύναμη της μουσικής του Σόνμπεργκ, την ευφυΐα των πρωτότυπων, γαλλικών στίχων του Μπουμπλίλ και τη διαχρονική γραφή του Κρέτζμερ, μπορεί κανείς να καταλάβει την τεράστια επιτυχία της παράστασης». Μάλιστα, ο Μάκιντος πολλές φορές είχε δεχτεί προτάσεις για τη μεταφορά του μιούζικαλ στη μεγάλη οθόνη και πολλές ακυρώσεις και αναβολές στο ενδιάμεσο, μέχρι που εμφανίστηκαν οι δύο παραγωγοί της εταιρείας Working Title Films.

Σχολιάζει ο σκηνοθέτης Τομ Χούπερ «Είναι μια κολοσσιαία προσπάθεια. Ήμουν ευτυχής που ανέτρεχα συχνά στο βιβλίο για να προχωρήσω στην προσαρμογή του έργου. Όλοι από την αρχή ήθελαν να δημιουργήσω ένα, τηρουμένων των αναλογιών, αυτόνομο έργο κι όχι ένα κινηματογραφικό μιούζικαλ. Η μουσική είναι έξοχη και οι στίχοι τόσο δυνατοί που σου επιτρέπουν, όπως κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο να το προσεγγίσεις και να το αποκωδικοποιήσεις «παίζοντας» με τα νοήματα και το ρυθμό.» Μάλιστα, αναφορικά με τον τρόπο που γυρίστηκε η ταινία (με τους ηθοποιούς να τραγουδάνε ζωντανά την ώρα των γυρισμάτων) σχολιάζει ο σκηνοθέτης «Ήθελα να δημιουργήσω μια εναλλακτική πραγματικότητα στην ταινία, με τους ηθοποιούς να επικοινωνούν μεταξύ τους τραγουδώντας. Έτσι, όλη η δημιουργική ομάδα του μιούζικαλ ενεπλάκη και στην ταινία, και μάλιστα κάποιοι στίχοι γράφτηκαν εκ νέου, με βάση το κείμενο που είχε γράψει ο Νίκολσον. Πήρα ένα μεγάλο ρίσκο επιλέγοντας να βάλω τους ηθοποιούς να τραγουδούν ζωντανά, καθώς δεν ήθελα να φαίνεται τίποτα ψεύτικο, πράγμα αναπόφευκτο αν τραγουδάνε playback, όσο καλός κι αν είναι ο συγχρονισμός τους.» Το όλο εγχείρημα επικρότησε και ο σκηνοθέτης του μιούζικαλ Στίβεν Μπρούκερ.

Για ένα τέτοιο εγχείρημα, ο σκηνοθέτης ήθελε μονάχα τους καλύτερους γι’ αυτό κι έγινε κανονική ακρόαση. Ήδη, εννιά μήνες πριν ξεκινήσει η ταινία, ο Χούπερ κάθισε πάνω από 3 ώρες με τον βραβευμένο με Τόνι και Emmy ηθοποιό Χιου Τζάκμαν να δοκιμάσουν, με το σκηνοθέτη να καταλήγει «Ήταν η πιο συναρπαστική ακρόαση που έχω κάνει. Η υποκριτική του Χιου μέσα από το τραγούδι είναι απαράμιλλη. Βγάζει τέτοιο συναίσθημα, τραγουδώντας που ίσως δε θα έβγαινε αν ακολουθούσε ένα κείμενο. Είναι τόσο άνετος και άψογος όταν τραγουδάει που πιστεύεις πως το τραγούδι είναι το πρωταρχικό μέσο επικοινωνίας του.» …. Πάνω σε αυτό ο Χιου Τζάκμαν δήλωσε ότι θα του φαινόταν πιο δύσκολο να τραγουδήσει στα ψεύτικα παρά να τραγουδάει live με τη δική του φωνή, ενώ συμπληρώνει «Ήταν ο πλέον απαιτητικός, σωματικά και συναισθηματικά ρόλος της καριέρας μου, μέχρι σήμερα. Ο ρόλος απαιτούσε να εφαρμόσω το σύνολο των πραγμάτων που έχω μάθει αναφορικά με την κινηματογραφική και θεατρική υποκριτική. Είναι ρόλος ζωής.» Μάλιστα, για να είναι ρεαλιστικός, ο ηθοποιός έχασε πάνω από 15 κιλά, ώστε να είναι πειστικός ως εξαθλιωμένος φυλακισμένος και για το λόγο αυτό τρεφόταν πολύ περιορισμένα, κάνοντας ταυτόχρονα εντατική γυμναστική γιατί ο Αγιάννης είναι παροιμιώδης για τη ρώμη του, ενώ 36 ώρες πριν το γύρισμα αποφάσισε να κόψει και το νερό για να είναι ρεαλιστικά αφυδατωμένος και οστεοποιημένος.

Αφού είχε βρεθεί ο Αγιάννης, ήταν η σειρά του Ιαβέρη να πάρει σάρκα κι οστά στο πρόσωπο του Ράσελ Κρόου, ο οποίος μάλιστα ξεκίνησε και την καριέρα του σε μιούζικαλ –κάτι που αγνοούσε αρχικά ο σκηνοθέτης. Αν συνυπολογίσει κανείς πως ο Κρόου είναι και στη ζωή του πολύ καλός μουσικός και τραγουδιστής, και πως ήθελε διακαώς να κάνει και πάλι μιούζικαλ, η απόφαση να ενσαρκώσει εκείνος τον Ιαβέρη, έναν αστυνομικό με μια πολύ συγκεκριμένη ηθική και κατανόηση του τι είναι καλό και τι κακό, φαντάζει ιδανική.

Στο ρόλο της Φαντίν βρίσκουμε την εξαϋλωμένη (έχασε πάνω από 10 κιλά για το ρόλο και κουρεύτηκε και γουλί σχεδόν για να είναι και εικονικά η μάρτυρας που είναι η Φαντίν) Αν Χάθαγουεϊ, παλιά «γνώριμη» του συγκεκριμένου μιούζικαλ, καθώς σε ηλικία 7 ετών η μητέρα της είχε πάρει εργάτριας ρόλο στο μιούζικαλ και κατόπιν ενσάρκωσε και την Φαντίν. Επομένως, η Αν ήξερε από τη μητέρα της τι απαιτούσε ο ρόλος. Όπως κι ο Τζάκμαν, η Χάθαγουεϊ παίζει τραγουδώντας και αυτό φαντάζει τελείως φυσικό, με τα κοντινά πλάνα, ιδίως στο σπαραχτικό I Dreamed A Dream, να παρασύρουν το θεατή στο πάθος της. Ο σκηνοθέτης της ταινίας μίλησε για αυτήν την ερμηνεία με τα καλύτερα λόγια: “Η Αν ήταν μια εξαιρετική ερμηνεύτρια ακόμα και σε live. Το τραγούδι αυτό σε αφήνει άφωνο. Είναι τόσο ωμό και ειλικρινές. Έγινε έτσι γιατί ποτέ δε θα μπορούσε να ακουστεί σαν playback”.

Στο ρόλο της Κοζέτ (πηγή φωτός, ελπίδας και αγάπης) βρίσκουμε την Αμάντα Σέιφριντ, γνωστή από την ταινία Mamma Mia!, η οποία στα 15 της είχε υποδυθεί την Κοζέτ και σε σχολική παράσταση, ενώ το Μάριο ενσαρκώνει ο Έντι Ρέντμαϊν που είχε συνεργαστεί με τον Χούπερ στην τηλεοπτική σειρά Elizabeth I.

Στο ρόλο της Επονίν βλέπουμε την ταλαντούχα Αγγλίδα ηθοποιό Σαμάνθα Μπαρκς, στην πρώτη της κινηματογραφική ταινία, που ενσάρκωσε τον ίδιο ρόλο και στο Λονδίνο και η οποία αποτελεί προσωπική επιλογή του παραγωγού της παραγωγού του μιούζικαλ.

Την κωμική νότα στην ταινία δίνουν η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και ο Σάσα Μπάρον Κοέν στο ρόλο των Θεναρντιέ, με το τραγούδι Master of the House, χάρη στην ερμηνεία τους, να απογειώνεται.

Το καστ συμπληρώνουν οι Άαρον Τβάιτ, Ίζαμπελ Άλεν (που παίζει και στο θέατρο τη μικρή Κοζέτ), Ντάνιελ Χάτελστοουν (που έπαιξε το ρόλο και στην ομώνυμη παράσταση στο West End), και Νατάλια Ουάλας (η μικρή Επονίνα) ενώ πολλά μέλη της αυθεντικής παραγωγής του Μπρόντγουεϊ εμφανίζονται στην ταινία. Ειδικότερα, η βραβευμένη με Τόνι για την ερμηνεία της ως Επονίν Φράνσις Ρουφέλ που στην ουσία δημιούργησε το ρόλο στην παραγωγή του 1985 του Barbican Centre, ενσαρκώνει το ρόλο μιας πόρνης στο τραγούδι των Lovely Ladies, ο υποψήφιος για Τόνι Κολμ Γουίλκινσον, ο Γιάννης Αγιάννης και συμπρωταγωνιστής της Ρουφέλ στην ίδια παράσταση υποδύεται τον Επίσκοπο της Ντιν, από τον οποίο ο Γιάννης Αγιάννης κλέβει τα ασημένια κηροπήγια και οι Μπέρτι Καρβέλ, Μάικλ Τζίμπσον, Ντάνιελ Έβανς, Κέιτι Σεκόμπ, Κίλλιαν Ντόνελι, Φρα Φι, Κάρολιν Σιν, Κέιτι Φλίτγουντ, Χάνα Γουάντινχαμ και Έιντριαν Σκάρμποροου.

Τα γυρίσματα κράτησαν 12 βδομάδες, με γυρίσματα εξωτερικά σε Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (Β΄γυναικείου ρόλου, make up, κομμώσεων), τρεις Χρυσές Σφαίρες (α΄ ανδρικού ρόλου, β΄γυναικείου ρόλου, καλύτερου μιούζικαλ) και τέσσερα βραβεία BAFTA (β΄γυναικείου ρόλου, παραγωγής, ήχου, make up).

Μοναδικό στοιχείο του έργου: τα γεμάτα νόημα και μελωδία οπερικής υφής τραγούδια της που αποδόθηκαν όμορφα και προσεγμένα από τους συντελεστές. Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποια εξ αυτών:

https://www.youtube.com/watch?v=eqqSa9n2ZQk&fbclid=IwAR3NktsyxIcmgfqvDqiAMnZi9ZPvwHLPlb0elrQSuJPI7KkIV2LLMV1vycg

Πηγές:

https://camerastyloonline.wordpress.com/2013/02/14/les-miserables-by-tom-hooper/

“Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ” δια χειρός Κλιντ Ίστγουντ

«Βρέθηκε βόμβα. Έχετε τριάντα λεπτά». Ο κόσμος γνώρισε τον Ρίτσαρντ Τζούελ ως τον φύλακα που ανακάλυψε ένα βομβιστικό μηχανισμό και ενημέρωσε άμεσα τις αρχές κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα το 1996. Χάρη στην ακαριαία δράση του, μετατράπηκε σε ήρωα και έσωσε πολλές ζωές. Μέσα σε λίγες μέρες, όμως, έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος του FBI και κατηγορήθηκε από τον Τύπο και το κοινό, χωρίς βάσιμες αποδείξεις. Από τότε η ζωή του άλλαξε δραματικά και αμετάκλητα.

Στις 16 Ιανουαρίου 2020 κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες η ταινία «Η μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» σε σκηνοθεσία Κλιντ Ίστγουντ. Η ταινία η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία σχετικά με την βομβιστική επίθεση στην διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα το 1996. Στις 27 Ιουλίου 1996, μια βόμβα εξερράγη στο “Ολυμπιακό Πάρκο”, την ώρα που 50.000 επισκέπτες παρακολουθούσαν μια συναυλία, με αποτέλεσμα δυο άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και να τραυματιστούν 111. Το πάρκο της εκατονταετηρίδας από την αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων βάφτηκε με αίμα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να τραυματιστεί μια και καλή το κύρος και η ασφάλεια των Αγώνων, διότι πλέον κανείς δεν αισθανόταν σιγουριά για τον διπλανό του.

Η ταινία στρέφεται γύρω από την αληθινή ιστορία ενός σεκιουριτά, ο οποίος παρά το γεγονός ότι λειτούργησε πιο επαγγελματικά από τους κανονικούς αστυνομικούς (και ομοσπονδιακούς πράκτορες) και έσωσε πάνω από 1.000 ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας μουσικής συναυλίας το 1996 στην Ατλάντα (στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων) πρώτα ανακηρύχθηκε ήρωας από τα media και ύστερα κατηγορήθηκε από τα ίδια και από το FBI ως ύποπτος για τη φονική έκρηξη που επακολούθησε από έναν εκρηκτικό μηχανισμό που ο ίδιος είχε ανακαλύψει και ειδοποιήσει έγκαιρα τους αστυνομικούς. 

Ο Ρίτσαρντ Τζούελ είναι ένας τυπικός και διαβασμένος σεκιουριτάς, του καθήκοντος, που ενεργεί πάντοτε με βάση το πρωτόκολλο. Ταυτόχρονα, έχει τη φιλοδοξία να καταταγεί στο Σώμα, παρά το γεγονός ότι πολλοί τον ειρωνεύονται επειδή είναι πολύ παχύς. Σε μια υπαίθρια μουσική εκδήλωση, που παρευρίσκονται χιλιάδες άτομα, ανακαλύπτει μια τσάντα με εκρηκτικά. Αρχικά δεν πιστεύει στα μάτια του, αλλά εδραιώνοντας την πεποίθησή του ότι περιέχει εκρηκτικά, κινητοποιεί τους υπεύθυνους οι οποίοι δεν σταματούν να διασκεδάζουν μαζί του, λόγω της εμφάνισής του. Μόνον όταν γίνεται η έκρηξη και ενώ έχουν απομακρυνθεί αρκετοί από την επιμονή του, κάποιος θα του πει «δεν πρόκειται να σου ξανακάνω πλάκα φίλε μου». Από το σημείο όμως αυτό και ύστερα αρχίζει ο Γολγοθάς του Ρίτσαρντ Τζούελ.  Ένας βλάκας ομοσπονδιακός (Τζον Χαμ) θα εκμυστηρευτεί σε μια αδίστακτη ρεπόρτερ (Ολίβια Γουάιλντ) ότι τον παρακολουθούν ως ύποπτο, επειδή είχε τη φιλοδοξία να γίνει αστυνομικός και τοποθέτησε τη βόμβα σκόπιμα για να γίνει ήρωας μετά την έκρηξη και να καταταγεί στο Σώμα. Η ρεπόρτερ θα κάνει πρωτοσέλιδο θέμα το μυστικό του ομοσπονδιακού. Θα πλακώσουν και τα υπόλοιπα αδηφάγα media, που προηγουμένως τον είχαν ηρωοποιήσει και μαζί με τους ομοσπονδιακούς θα κάνουν φύλλο και φτερό την ιδιωτική ζωή του Τζούελ και της μητέρας του, η οποία αισθανόταν υπερήφανη για τον ήρωά της. Μεγάλη αναστάτωση. Ένας μόνον, παλιός του φίλος θα αντιμετωπίσει ψύχραιμα την όλη κατάσταση και θα αναλάβει την υπεράσπισή του.

Αναφορικά με τον δράστη της αιματηρής επίθεσης, στην πραγματικότητα αυτός ήταν ο Έρικ Ρόμπερτ Ρούντολφ, ο οποίος πιάστηκε από τις Αρχές επτά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 31 Μαΐου 2003. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσαν οι αστυνομικές αρχές της πολιτείας της Βόρειας Καρολίνας, ο 36χρονος κατεζητείτο από το FBI εδώ και πολλά χρόνια και κατηγορήθηκε για σωρεία βομβιστικών επιθέσεων, εκτός από εκείνη της Ατλάντα.

«Συχνά βλέπουμε ιστορίες για ισχυρούς ανθρώπους που τους κατηγορούν για κάτι, αλλά έχουν χρήματα, παίρνουν τον σωστό δικηγόρο και ξεφεύγουν» λέει ο Κλιντ Ίστγουντ. «Με ενδιέφερε η ιστορία του Ρίτσαρντ Τζούελ γιατί είναι ένας κοινός άντρας, ένας μέσος άνθρωπος. Δεν του ασκήθηκε ποτέ δίωξη, αλλά παρενοχλήθηκε με κάθε τρόπο. Όλοι έσπευσαν να τον κατηγορήσουν, δεν είχε την εξουσία να ξεφύγει και ήταν για καιρό αφελώς ιδεαλιστής για να καταλάβει ότι έπρεπε να σώσει τον εαυτό του. Γι΄αυτό ήθελα να κάνω αυτή την ταινία» συνεχίζει «για να αποκαταστήσω τη μνήμη του Ρίτσαρντ. Γιατί είναι ένας απλός άνθρωπος -που θέλει να είναι αστυνομικός και να αφοσιωθεί στην ασφάλεια των ανθρώπων- που κάνει κάτι ηρωικό και μετά πληρώνει ένα μεγάλο τίμημα. Τον ρίχνουν στους λύκους».

Στα 89 του χρόνια ο Κλιντ Ίστγουντ δεν σταματάει να γυρίζει ταινίες που βρίσκονται στο πλευρό των απλών ανθρώπων και των αδικημένων και να καταγγέλλει το σύστημα, όπως αυτό εκφράζεται από την κεντρική εξουσία και τα Μέσα Ενημέρωσης.

Ο Κλιντ Ίστγουντ κτίζει με μαεστρία και χωρίς μελοδραματισμούς την ιστορία, κορυφώνοντας σταδιακά την αγωνία του θεατή μέχρι το φινάλε στηριζόμενος σε τρεις –βασικά- έξοχες ερμηνείες: του Πολ Γουόλτερ Χάουζερ που υποδύεται συγκλονιστικά τον αφοσιωμένο στη δουλειά του σεκουριτά, αλλά αφελή που επιμένει «ανήκω κι εγώ στις δυνάμεις ασφαλείας» διότι κανείς δεν του το αναγνωρίζει, της Κάθι Μπέιτς η οποία υποδύεται την τραγική μητέρα του που βλέπει τη ζωή της να καταρρέει (και πάει για Όσκαρ Β’ Γυναικείου 2020) και τέλος, του Σαμ Ρόκγουελ ο οποίος είναι στην κυριολεξία απολαυστικός ως δικηγόρος του καταβάλλοντας απέλπιδες προσπάθειες να συνετίσει τον Τζούελ ώστε να μιλάει λιγότερο μπροστά στις Αρχές και ειδικά στα Μέσα Ενημέρωσης που (αντίθετα με το επικρατούν δίκαιο) θεωρούν κάποιον ένοχο μέχρι να αποδείξει την αθωότητά του. 

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/cinema/richard-jewell-review.html , https://fragilemag.gr/the-ballad-of-richard-jewell/ , https://aggelospolidoros.blogspot.com/2020/01/richard-jewell.html , https://www.sport24.gr/Files/oi-matwmenoi-olympiakoi-agwnes-ths-atlanta.5272131.html

1917: Το συγκλονιστικό πολεμικό δράμα του Σαμ Μέντες που θα αφήσει εποχή

Το “1917”, η ταινία που βραβεύτηκε με 2 Χρυσές Σφαίρες στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας και έχει πλέον μπει δυναμικά στα στοιχήματα των Χρυσών Αγαλματίδιων, έρχεται στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, αύριο, Πέμπτη 9 Ιανουυαρίου.

Στην καρδιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο αφού ο θάνατος παραφυλάει σε κάθε χαράκωμα, σε κάθε πόλη φάντασμα, και η αίσθηση του χρόνου χάνεται, δύο νεαροί Βρετανοί στρατιώτες, ο Σκόφιλντ (Τζορτζ Μακέι) και ο Μπλέικ (Ντιν-Τσαρλς Τσάπμαν) αναλαμβάνουν μια δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή. Σε μια μάχη ενάντια στον χρόνο, πρέπει να περάσουν στα εδάφη του αντιπάλου και να παραδώσουν ένα μήνυμα που θα σταματήσει μια θανάσιμη επίθεση σε εκατοντάδες στρατιώτες. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο αδερφός του Μπλέικ. 

Ο ήδη με ένα Όσκαρ βραβευμένος σκηνοθέτης Σαμ Μέντες (American Beauty, 1999) γράφει και σκηνοθετεί ένα αντιπολεμικό αριστούργημα και ήρθε να αποδείξει πως μπορεί με μια απλή κάμερα να κάνει θαύματα. Η απόφαση του Μέντες να γυρίσει όλη την ταινία με μια κάμερα, σε μονοπλάνο, που στην κυριολεξία ακολουθεί κατά πόδας τους ήρωες, σε κάνει να λαχανιάζεις, να τινάζεσαι, να φοβάσαι, να βιώνεις κάθε συναίσθημα σαν να βρίσκεσαι πραγματικά εκεί. Αυτές οι μεγάλες σε διάρκεια λήψεις χωρίς διακοπή, δίνουν μεγαλύτερη ώθηση στην πλοκή, χωρίς να γίνονται κουραστικές. Παρουσιάζεται όλη η φρίκη του πολέμου χωρίς εξιδανικεύσεις και ιδεαισμούς. Βλέπουμε πως μπορεί αλλοιώσει έναν άνθρωπο, πως μπορεί να ακυρώσει κάθε είδους ηθική, να κλέψει κάθε ελπίδα. Σε συνεργασία με τον επίσης βραβευμένο με Όσκαρ διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς, αποδίδεται ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα.  Η αφήγηση της ιστορίας μέσα από τις εικόνες του είναι μοναδική. Τα καδραρισματά του έχουν ρόλο ενεργό. Λειτουργούν ως ανεξάρτητο πρόσωπο στην ταινία. Οι φωτισμοί είναι τόσο εύστοχοι που έχεις την εντύπωση πως βρίσκεσαι σε φυσικό περιβάλλον και όχι σε σκοτεινή αίθουσα. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρείται φαβορί για ένα ακόμη Οσκαρ Φωτογραφίας.

Οι ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές. Ο Ντιν-Τσαρλς Τσάπμαν και ο Τζορτζ ΜακΚέι μας μεταφέρουν το πανικό που νιώθει ένας στρατιώτης στα χαρακώματα, όταν με τρόμο συνειδητοποιεί πόσο αναλώσιμος είναι. Τους πλαισιώνουν σε δευτερεύοντες ρόλους οι Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Μαρκ Στρονγκ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Κόλιν Φερθ, Άντριου Σκοτ και πολλοί άλλοι.

Η ταινία είναι βασισμένη στις προσωπικές εμπειρίες του Άλφρεντ Μέντες, του παππού του σκηνοθέτη. Μάλιστα, στο τέλος της ταινίας, στους τίτλους υπάρχει και η αντίστοιχη αφιέρωση. Ο Βρετανός κινηματογραφιστής ήθελε να αποδώσει όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται την έννοια ενός πολέμου, χωρίς ηρωισμούς και λάβαρα, αλλά μέσα από τις εμπειρίες των ίδιων των στρατιωτών. Αλληλεγγύη, νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα, ηρωικές πράξεις που προκύπτουν μέσα από την ανάγκη της επιβίωσης και συναισθήματα, άφθονα συναισθήματα μέσα στις πιο σκληρές, ωμές, στιγμές ενός εφιάλτη.

Το 1917 είναι μία επική πολεμική ταινία που υπόσχεται να αφήσει το στίγμα της και να μείνει κλασική.  Ήδη συγκρίνεται με το «Σταυροί στο Μέτωπο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», του Στίβεν Σπίλμπεργκ και τη «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν και θεωρείται ήδη ένα φιλμ που θα πάρει τη θέση του ανάμεσα στις καλύτερες πολεμικές/αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών.

Πηγές:

Κριτική: 1917 | Ο Σαμ Μέντες με τα long take πλάνα του κερδίζει το στοίχημα της καλύτερης ταινίας!

https://www.cnn.gr/style/psyxagogia/story/186587/1917-h-nea-tainia-toy-sam-mentes-isos-einai-to-kalytero-polemiko-drama-olon-ton-epoxon-trailer

https://www.protothema.gr/blogs/dimitris-danikas/article/962292/oposdipote-1917/

10 ταινίες βασισμένες σε βιβλία που αγαπήσαμε την δεκαετία που πέρασε

Είναι αλήθεια πως από την αρχή της ζωής του κινηματογράφου αυτός συνδέθηκε στενά με τη λογοτεχνία αφού έδωσε χρώμα, ήχο και εικόνα σε σελίδες αγαπημένων βιβλίων και ψυχή σε ήρωες που μέχρι τότε ζούσαν μόνο μέσα στο μυαλό του κοινού. Αυτή η δεκαετία υπήρξε αρκετά παραγωγική “φέρνοντας στη ζωή” αμέτρητους χαρακτήρες της πιο σύγχρονης θα μπορούσαμε να πούμε λογοτεχνίας. Ωστόσο, κάποια κλασσικά διαμάντια έλαμψαν τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη οθόνη. Αυτό μας δυσκόλεψε να ξεχώρισουμε 10 αγαπημένες, μια για κάθε χρόνο ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία. Κάποιες χρονιές υπήρχε σοβαρή έλλειψη, ενώ κάποιες άλλες δεν αποφασίζαμε ποια να πρωτοδιαλέξουμε. Εστίασαμε σε ταινίες που ήταν βασισμένες σε εξαιρετικά βιβλία και που αποδόθηκαν με όμορφο τρόπο. Δείτε παρακάτω την λίστα μας, πείτε μας αν συμφωνείτε, αν διαφωνείτε, ποια παραλείψαμε και ποια κατά τη γνώμη σας ήταν ο καλύτερος συνδυασμός καλής μεταφοράς και ενός αξιόλογου έργου. Αναμένουμε τη δική μας γνώμη.

1. Inception (2010)

Το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν είναι από τις ταινίες που μπορεί να δεις και να μην καταλάβεις πολλά, αλλά δεν την ξεχνάς ποτέ. Αυτό το συνεχές πέρα-δώθε ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα και η βύθιση σε όνειρο-μέσα σε όνειρο-μέσα σε όνειο ήταν εντυπωσιακό αλλά άφησε πολύ κόσμο μπερδεμένο.Δεν είναι η μοναδική ταινία με το τέλος της να χωρά πολλές αναγνώσεις, αλλά σίγουρα αποτελεί την «επιτομή» του διφορούμενου κινηματογραφικού φινάλε, με επίκεντρο μια σβούρα. Το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν, μια σκοτεινή ταινία με αστυνομική και ψυχολογική πλοκή, αγαπήθηκε για το σενάριο, τα πρωτοποριακά εφέ, αλλά και την αίσθηση του «ανολοκλήρωτου» που άφηνε μόλις άναβαν τα φώτα στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα που μισθώνει τις υπηρεσίες της σε όσους θέλουν να αποσπάσουν κάθε είδους πληροφορίες. Η μέθοδος της ομάδας είναι να παραβιάζει τα όνειρα των στόχων ώστε να εισβάλλει στο υποσυνείδητο και να κλέψει τα στοιχεία.

Ωστόσο, επειδή το «ταξίδι» στο υποσυνείδητο, πολύ περισσότερο ενός άλλου ανθρώπου, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, κάθε μέλος της ομάδας έχει έναν δικό του τρόπο να μην μπερδεύει το όνειρο με την πραγματικότητα. Ο ήρωας της ταινίας, τον οποίο ερμηνεύει ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, χρησιμοποιεί μία σβούρα την οποία γυρνάει. Αν η σβούρα πέσει, τότε βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Στην τελευταία σκηνή ο ήρωας επιστρέφει το σπίτι και στα παιδιά του. Για να καταλάβει αν το ζει όντως αυτό,, γυρίζει την σβούρα και τρέχει να αγκαλιάσει τα παιδιά του. Η ταινία τελειώνει, χωρίς να μάθουμε αν έπεσε ή όχι.

Το μυστικό άντεξε οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, ο διάσημος ηθοποιός Μάικλ Κέιν, ο οποίος έπαιξε στην ταινία, αποκάλυψε το πραγματικό τέλος, με έναν μάλλον παράδοξο τρόπο. Μιλώντας στο κοινό μια πρόσφατη προβολή της ταινίας, ο Κέιν είπε πως όταν διάβασε το σενάριο ήταν πολύ μπερδεμένος, διότι δεν καταλάβαινε ποιες σκηνές ήταν το όνειρο. Ο Νόλαν του είπε: «’Οποτε είσαι στη σκηνή είναι και η πραγματικότητα». «Οπότε καταλαβαίνετε: εάν είμαι μέσα, είναι η πραγματικότητα. Εάν δεν είμαι στη σκηνή, τότε είναι όνειρο». Στην τελευταία σκηνή βρίσκεται και ο Κέιν.

2. Το άλογο του πολέμου (2011)

Ο Αλμπερτ είναι δεκατεσσάρων χρόνων. Ζει σε μια φάρμα με τη βιοπαλαιστή μητέρα του και τον μέθυσο, επιπόλαιο πατέρα του. Οταν ο πατέρας του Αλμπερτ αγοράσει ένα πανάκριβο, υπέροχο πουλάρι, ο Αλμπερτ θ’ αναλάβει να το εκπαιδεύσει αλλά και να βρει τρόπο ώστε το ζώο να βοηθήσει στο βιοπορισμό τους. Το άλογο, ο Τζόι και ο Αλμπερτ θα γίνουν αχώριστοι φίλοι. Μόνο που όταν η σοδειά της οικογένειας αγροτών πάει κατά διαβόλου και ο Πρώτος Παγκόσμιος ξεσπάσει, ο πατέρας του Αλμπερτ θα πουλήσει το άλογο στο Βρετανικό Στρατό. Κι εκεί θα ξεκινήσει μια οδύσσεια για τον Τζόι που θ’ αλλάξει χέρια και χώρες και στρατόπεδα, αλλά θα κρατήσει σταθερή την αγάπη του για τον Αλμπερτ, σταθερότερη από την αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Η ιστορία του «War Horse» ξεκίνησε ως δημοφιλές παιδικό βιβλίο, έγινε θεατρικός θρίαμβος και συνεχίζει την πορεία του, στα χέρια του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Εκεί μεταμορφώνεται σε μια ωδή στο βιοπαλαιστή, στις απλές αξίες της ανθρωπιάς, της πίστης και της αγάπης, με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ βρίσκεται στο έδαφός του, δημιουργώντας, στην ουσία, την τέλεια ταινία που θα ήθελε ο ίδιος να δει. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία ταυτόχρονα παιδική και ενήλικη. Το κεντρικό θέμα είναι απόλυτα ανθρωπιστικό, περισσότερο από αντιπολεμικό: ο άνθρωπος βγάζει τον καλύτερό του εαυτό όταν εμμένει στα βασικά του ένστικτα, την επιβίωση, την αλληλοβοήθεια, την αγάπη, την προστασία. Και μπορεί όλα να τα καταστρέψει όταν παραδοθεί στη φιλαργυρία, τον ανταγωνισμό, την εκδίκηση, την πλεονεξία, τον πόλεμο. Κι αυτά όλα η ταινία τα παρουσιάζει όχι διδακτικά, αλλά με τον πιο απλό, όμορφο, άμεσο τρόπο.

Ταυτόχρονα, ο Σπίλμπεργκ κάνει μια ταινία-μεταφορά των αγαπημένων του ταινιών της χρυσής αμερικανικής εποχής του Τζον Φορντ. Ολόκληρη η ουσία και η μορφή τους βρίσκεται στο «Αλογο του Πολέμου». Η αλώβητη ηθική, οι απλοί, σταράτοι άνθρωποι της γης, τα ανοιχτά τοπία με τον πλατύ ορίζοντα, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και με τον άνθρωπο, τα μαγικά ηλιοβασιλέματα που νομίζεις ότι έχουν χρωματιστεί με Technicolor. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία του Τζον Φορντ, που έχει σκηνοθετήσει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Είναι επίσης μια κλασική ταινία – της Disney, συγκεκριμένα – όπου ο κεντρικός ήρωας είναι το άλογο, το ζώο και ο άνθρωπος περνά σε δεύτερη μοίρα, όπως ακριβώς στην αγαπημένη της παιδικής μας ηλικίας «Μαύρη Καλλονή».

Η αθωότητα του ανθρώπου και η αθωότητα του κινηματογράφου είναι οι δυο άξονες στους οποίους κινείται ο Σπίλμπεργκ και, ως σκηνοθέτης – μάγος, παραθέτει μαγικές σκηνές, με κορύφωση το τρέξιμο του Τζόι, του όμορφου αλόγου, μέσα από τα στρατόπεδα των κρυμμένων στα χαρακώματα αντιπάλων, προς την ελευθερία ή το θάνατο. Ωστόσο, ο Σπίλμπεργκ δεν προσθέτει κάτι στο είδος του σινεμά που επιλέγει να μιμηθεί – τι να προσθέσεις, άλλωστε, στο «Searchers»; – δε μεταμορφώνει την ταινία σε δική του, απλώς την ξανακάνει, κατά κάποιον τρόπο, με μεγαλειώδη ακρίβεια, αλλά χωρίς προσωπική προσθήκη. Το «Αλογο του Πολέμου», δηλαδή, δεν είναι καν μια μεταμοντέρνα ταινία, ή ένας φόρος τιμής: είναι η απόδειξη ότι ο Σπίλμπεργκ μπορεί να κάνει σινεμά όπως οι σπουδαιότεροι σκηνοθέτες της Αμερικής του ’50. Οπότε θα μπορούσε κανείς και να ισχυριστεί, ότι εάν είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε κατά παραγγελία στη μεγάλη οθόνη τις ταινίες του Τζον Φορντ, το «Αλογο του Πολέμου» δεν έχει λόγο ύπαρξης.

Παρόλ’ αυτά κι αν κάποιος αποσυνδεθεί εντελώς από την κινηματογραφική ιστορία, το «Αλογο του Πολέμου» συγκινεί βαθειά το θεατή και τον προστατεύει μ’ ένα περιτύλιγμα παλιομοδίτικης σιγουριάς στην ανθρώπινη δύναμη και την παιδική ψυχή. Το να καταφέρεις ν’ αναπαράγεις τα κάδρα του Τζον Φορντ δεν είναι μικρό επίτευγμα, όπως και το να μπορέσεις με την πιο απλή, τετριμμένη ιδέα να κάνεις έναν ενήλικα να κλαίει για μία ώρα τουλάχιστον. Ετσι, το «Αλογο του Πολέμου» σε κάνει να εύχεσαι να είχες ένα οκτάχρονο ή δεκάχρονο παιδί για να του δείξεις τι σημαίνει σινεμά, ή να ζούσες στη δεκαετία του ’50, ή τα πράγματα να ήταν παντού πιο όμορφα, πιο καλά και πιο αισιόδοξα. Σαν κλασική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

3. Η ζωή του Πι (2012)

Ένα αριστούργημα εφέ, υπαρξισμού και εσωτερικής πάλης και αναζήτησης δεν υπήρξε εξαρχής τόσο καλοδεχούμενο όσο υπήρξε στο τέλος. Ο Γιαν Μαρτέλ το πρότεινε σε πέντε εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι το απέρριψαν μετά πολλών επαίνων, βρίσκοντάς το «υπερβολικά παράξενο για να συγκινήσει τους αναγνώστες». Και για να είμαστε ειλικρινείς, εύκολα κανείς να βρει ελαφρυντικά για την κρίση τους. Ένα βιβλίο που διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε μια βάρκα και περιγράφει τη σχέση ενός νεαρού με μια τίγρη, είναι κάτι μάλλον ασυνήθιστο…

Ο Μαρτέλ δεν το έβαλε κάτω και τελικά ο έκτος -και πραγματικά τυχερός- δέχτηκε να το εκδώσει. Η συνέχεια είναι γνωστή: Περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα, ένα βραβείο Μπούκερ και …πέντε εκδότες σε κατάσταση νευρικής κρίσης. Στην Ελλάδα, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μπελίκας Κουμπαρέλη και βρίσκεται αισίως στην ένατη ανατύπωση.

Η κινηματογραφική μεταφορά πέρασε και αυτή από σαράντα κύματα. Οι προσπάθειες ξεκίνησαν το 2003, αλλά χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να συναντηθεί η ταινία με το κοινό. Πριν από τον Ανγκ Λι, το σενάριο το πήραν στα χέρια τους άλλοι τρεις σκηνοθέτες -οι Νάιτ Σιάμαλαν («Έκτη Αίσθηση») Αλφόνσο Κουαρόν («Τα Παιδιά των Ανθρώπων») και «Ζαν Πιερ Ζενέ («Αμελί»)- οι οποίοι βλέποντας τις οπτικοακουστικές δυσκολίες που παρουσίαζε το εγχείρημα, προτίμησαν να αποσυρθούν. Όμως τα χρόνια πέρασαν και η ψηφιακή τεχνολογία εξελίχθηκε τόσο ώστε να μπορεί «λύσει τα χέρια» του σκηνοθέτη που θα αναλάμβανε μια τόσο απαιτητική παραγωγή.

Το σενάριο μένει αρκετά πιστό στο βιβλίο, σεβόμενο όμως και τις διαφορετικές ανάγκες που έχει ένας θεατής από έναν αναγνώστη. Έτσι, κάποια γεγονότα υποβαθμίζονται, ενώ εφευρίσκονται άλλα που βοηθούν την κινηματογραφική αφήγηση να προχωρήσει απρόσκοπτα.

Το πνεύμα του βιβλίου, πάντως, είναι παρόν στην οθόνη. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του ήρωα δίνονται με σαφήνεια και αφηγηματική οικονομία, ενώ η σχέση του μεΗ Ζωή του Πι_Photoτην τίγρη κλιμακώνεται μαστορικά και ολοκληρώνεται σε κλίμα έντονης συγκίνησης. Παρούσα στην οθόνη είναι και η διαρκής πάλη του Πι με τον εαυτό του, καθώς και η διελκυστίνδα πνεύματος και ύλης πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο.

Ο Ανγκ Λι χειρίστηκε την ψηφιακή τεχνολογία με σύνεση. Χρησιμοποίησε όλες τις δυνατότητές της για να δώσει ένα ξεκάθαρο και άκρως εντυπωσιακό αισθητικό στίγμα, απαγορεύοντάς της όμως να καπελώσει την ιστορία –ένα ελάττωμα που συναντάμε συχνά στο σύγχρονο σινεμά. Η 3D εκδοχή μάγεψε το κοινό στις αίθουσες, αλλά η ταινία λειτουργεί εξίσου καλά και στη «συμβατική» προβολή της.

Η καλλιτεχνική επιτυχία αντανακλάται και στα βραβεία Όσκαρ. «Η ζωή του Πι» κέρδισε τέσσερα αγαλματάκια με σημαντικότερο όλων αυτό της σκηνοθεσίας. Βραβεύτηκαν ακόμη η μουσική, τα οπτικά εφέ και, βέβαια, η σπάνιας εικαστικής αξίας φωτογραφία του Κλαούντιο Μιράντα, γνωστού και για τη δουλειά του στην «Παράξενη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον».

4. 12 Χρόνια Σκλάβος (2013)

Στο «12 Years a Slave» βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Σόλομον Νόρθαπ, του ανθρώπου που έγινε υπόδειγμα και σύμβολο του αγώνα για ανεξαρτησία των Αφροαμερικανών στην Αμερική του 1850. το προ-εμφυλιακό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο Νεοϋορκέζος Σόλομον Νόρθαπ (Τσιούιτελ Ιτζίοφορ) ζει ως ελεύθερος Αμερικανός πολίτης. Παρότι καλλιεργημένος οικογενειάρχης και ταλαντούχος μουσικός, ο Σόλομον έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Το χρώμα του δέρματός του δεν είναι συμβατό με εκείνο της καθεστηκυίας τάξης…

Λόγω αυτού λοιπόν, η μοίρα του επιφυλάσσει μια αρκετά απρόβλεπτη, όσο και δυσάρεστη έκπληξη. Ο Νόρθαπ απάγεται και πωλείται ως σκλάβος στον οπισθοδρομικό Νότο, αντιμετωπίζοντας τη βιαιότητα μιας πολωμένης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που παρουσιάζεται προσωποποιημένη μέσα από τα μάτια ενός σκληρού, δυνάστη σωματέμπορου, τον οποίον υποδύεται πειστικότατα ο Μάικλ Φασμπέντερ.

Διατηρώντας την πίστη του στην ανθρωπιά και στην εγγενή καλοσύνη του κόσμου, ο Σόλομον δεν χάνει ποτέ την ελπίδα και το κουράγιο του για δικαιοσύνη. Παρόλο που η μοίρα του μοιάζει απόλυτα καταδικασμένη, ο ίδιος κοιμάται και ξυπνά αναζητώντας το άρωμα της χαμένης ελευθερίας.

Μέσα από την ευτυχή συγκυρία της γνωριμίας του με έναν φιλάνθρωπο Καναδό (Μπραντ Πιτ), ρεφορμιστή και πολέμιο της θανατικής καταδίκης, ο Σόλομον καταφέρνει εν τέλι όχι μόνο να επιζήσει μέσα σ’ αυτή τη δωδεκαετή κόλαση, αλλά να βγει αλώβητος από την απίστευτη αυτή δοκιμασία, διατηρώντας, στο ακέραιο, το ήθος και την αξιοπρέπειά του.

Το 2013, με αφορμή την επέτειο των 160 χρόνων από τη στιγμή που ο Νόρθαπ ελευθερώθηκε, ο ΜακΚουίν ένιωσε πως η κινηματογραφική απόδοση της ιστορίας του είναι πιο επιτακτική από ποτέ:

«Αυτή η ιστορία αφορά του πάντες. Είναι η πιο σημαντική ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ στη ζωή μου και αφορά ένα εξωπραγματικά μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα μου φαίνεται απίστευτο που δεν γνώριζα για την ύπαρξη της ιστορίας. Πως ήταν δυνατόν; Επίσης οι περισσότεροι Αμερικανοί που ξέρω δεν γνώριζαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης ιστορίας. Είναι για μένα τόσο σημαντική για την Αμερικάνικη Ιστορία, όσο “Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” για την Ευρωπαϊκή Ιστορία – ένα αξιοσημείωτο ταξίδι ενός ανθρώπου στα άδυτα μιας εκπληκτικής αποκτήνωσης!»

Το βιβλίο του Σόλομον Νόρθαπ πάνω στο οποίο βασίζεται το φίλμ, γραμμένο τρία χρόνια πριν την οριστική κατάργηση της δουλείας στην Αμερική, λειτούργησε σαν ένα μανιφέστο και κήρυγμα για το πιο βασικό από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την ισότητα. Ο μέσος θεατής του «12 Χρόνια Σκλάβος» από την άλλη, έχει εκ προοιμίου μια ξεκάθαρη στάση πάνω στο ζήτημα, σφυρηλατημένη από το πέρασμα του χρόνου και τις κοινωνικές αλλαγές που μετέτρεψαν την δουλεία, από κοινή πρακτική σε ένα αποτρόπαιο, ανεξίτηλο λάθος.

Ομως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του φιλμ του ΜακΚουίν, είναι πως δεν παίρνει την στάση των θεατών του ως δεδομένη, δεν διαμονοποιεί εκ προοιμίου τους ανθρώπους της εποχής τους, δεν χρησιμοποιεί την δύναμη του σαν δημιουργός για μια διδακτική καταγγελία, μα αποκαλύπτει στην διάρκεια του φιλμ, το πόσο απόλυτα διαστρεβλωμένη υπήρξε η τότε λογικοί και ηθική, μέσα από μια κινηματογραφική διαλεκτική που μοιάζει αδιανόητα πιο αποτελεσματική από οποιοδήποτε κατηγορώ.

5. The Grand Budapest Hotel (2014)

Μέσω, λοιπόν, ενός βιβλίου για το Grand Budapest Hotel που έχει γραφτεί από ένα δημοσιογράφο μετά την διαμονή του εκεί και την συνάντηση του με τον γερασμένο πια και θρυλικό “Zero Moustafa” ιδιοκτήτη του παρηκμασμένου ξενοδοχείου, μαθαίνουμε όχι ακριβώς την ίδια την ιστορία του GBH αλλά του άλλου θρύλου και προκατόχου του Zero, “μεσιέ Γουστάβ”. Η ταινία είναι η ιστορία της ζωής του Γουστάβου, ενός φινετσάτου μαέστρου της ξενοδοχειακής φιλοξενίας, διηγημένη από τον Zero που στα νιάτα του ήταν ένας αμούστακος σκουρόχρωμος μετανάστης και μαθητευόμενος θαλαμηπόλος, προστατευόμενος του μεσιέ Γουστάβ. Το αλπικό ξενοδοχείο βρίσκεται σε ένα φανταστικό κρατίδιο, διασταύρωση Γερμανίας, Πολωνίας και Τσεχίας, την “Δημοκρατία της Zubrowka”, μια φανταστική ονομασία εμπνευσμένη από όνομα βότκας. Ο Άντερσον βλέπει την Ευρώπη με το κλασσική αμερικάνικη αντίληψη, της Ευρώπης ως ένα πολιτισμικό θεματικό πάρκο, και σε αυτό βρίσκει τον παράδεισο του για ακόμα μια φορά. Με μια ευτράπελη παιδικότητα σε μια ιστορία που γίνεται γρήγορα περιπέτεια με το ένα συμβάν οδηγεί στο άλλο με έρωτα, ζαχαρωτά, φόνους, μυστήριο, καταδιώξεις, απόδραση από την φυλακή, πόλεμο να έρχεται, φασισμό, όπλα και ώριμες ξανθιές κυρίες, το φιλμ έχει ό,τι χρειάζεται μια κωμικοτραγική ιστορία. Δεν πρόκειται όμως απλά για μια τέτοια ιστορία.

Το ξενοδοχείο στην καρδιά της Ευρώπης μαζί με τους μεσιέ Γουστάβ και Ζίρο, ακολουθεί την ιστορία της Ευρώπης μετά τον Ά παγκόσμιο μέχρι την σοβιετική εποχή με τη συμμετρική ματιά του Γουές Άντερσον, το τετραπέρατο χιούμορ του και ένα καστ – πάνθεον γεμάτο από διάσημα ονόματα μέχρι και έναν από τους δίδυμους της οικογένειας Τένενμπαουμ να γίνεται lobby boy. O Willem Dafoe κάνει για ακόμα μια φορά τον κακό, o συμβολαιογράφος Jeff Goldblum μοιάζει απίστευτα με τον Εμπειρίκο και ο Μπίλ Μάρεϊ με μουστάκι αλά Lemmy μοιάζει πάαααρα πολύ με τον Lemmy χωρίς το μαλλί και την κρεατοελιά βεβαίως βεβαίως! Ο Γουές Άντερσον δεν ζητάει απλά από τους ηθοποιούς να ακολουθήσουν το σενάριο και να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό αλλά φτιάχνει μικρούς κόσμους για τον καθένα ξεχωριστά, τους ρίχνει μέσα με μόνο σωσίβιο το ταλέντο τους όπου για να επιβιώσουν με τον καθένα ξεχωριστά και όλοι μαζί βγάζουν αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα. Ο Άντερσον ξέρει να διαχειρίζεται τέτοιους mainstream ηθοποιούς με τον δικό του τρόπο και να τους κάνει να μιλάνε όχι μόνο με την ερμηνεία τους αλλά κυρίως με το δικό του πλούσιο οπτικό λεξιλόγιο. Στην αρχή της ταινίας και όσο πάμε πιο πίσω βλέπουμε το ξενοδοχείο από πρακτικό γκρίζο σοβιετικό οικοδόμημα να μεταμορφώνεται σε ένα jugendstil κομψοτέχνημα -για χάρη πάντα της αφήγησης- και τους χαρακτήρες που διαβάζουν τη τοπική εφημερίδα να βλέπουν τον φασισμό να έρχεται. Μαζί με τον πόλεμο στο κατώφλι τους και μαζί το τέλος του Grand Budapest Hotel, γιατί όπως λέει και ο Zero “με κάθε πόλεμο έρχονται και η πτώση στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις”, κάθε χαρακτήρας πράττει ανάλογα όπως και στην πραγματική ζωή. Άλλος δηλαδή γίνεται απάνθρωπος και ρατσιστής, άλλος παραμένει άνθρωπος με την σωστή, αυθεντική έννοια του όρου και βγάζει στην επιφάνεια τις μεγαλύτερες αρετές του.

Το Grand Budapest Hotel είναι ένα στιλιζαρισμένο παραμύθι με πολιτικές προεκτάσεις και χαριτολογώντας θα αποκαλούσα τον Γουές ως Χανς Κρίστιαν Άντερσον. Εκτός από την ιστορία της φιλίας των δύο ανδρών από διαφορετικούς κόσμους και ηλικίες με μόνο κοινό την στέγη του επικού ξενοδοχείου, το GBH είναι ένα παραμύθι εμπνευσμένο από το έργο του Στέφαν Τσβάϊχ, με το έργο του Τσβάϊχ να είναι γεμάτο πολιτικές προεκτάσεις, αφού έζησε την πιο ταραγμένη περίοδο του περασμένου αιώνα.


Συνδυάζοντας τις απρόβλεπτες περιπέτειες του ήρωα με ένα έκρυθμο περιβάλλον που δηλώνεται ως αφορμή, ο Άντερσον κρατάει το βλέμμα του θεατή καρφωμένο στις δράσεις μιας πληθώρας ατόμων, ο καθένας από τους οποίους αποτελεί ταυτόχρονα έρμαιο των προσωπικών του «φιλοδοξιών», αλλά και των κοινωνικοπολιτικών αναταραχών που αρχίζουν να γίνονται ορατά στον ορίζοντα.

Η ζωηρόχρωμη σκηνοθεσία, η χρήση εντυπωσιακών τεχνικών όπως το stop-motion ή τα cut-out, καθώς και το all-star cast που συγκεντρώνει πάντα ο Άντερσον, καθιστούν το «Ξενοδοχείο Budapest Hotel» ένα υπερθέαμα, με τον Fiennes να δίνει μια υπέροχα ανάλαφρη και γεμάτη ανατροπές ερμηνεία, ηγούμενος ενός «too-much» οπτικοακουστικού συνονθυλεύματος, δύσκολου να του αντισταθείς.

6. Far from the Madding Crowd (2015)

Στην πρώτη του ταινία εποχής και τρίτη αγγλόφωνη, ο Τόμας Βίντερμπεργκ, εδώ πιο Αγγλος και από τους Αγγλους, φέρνει το αριστουργηματικό βιβλίο του Τόμας Χάρντι στο σήμερα, με έναν πανέμορφο, ανεπιτήδευτο και δικό του «αγριεμένο» τρόπο.

Η Μπάθσιμπα Εβερντιν είναι μια ανεξάρτητη και δυναμική νεαρή γυναίκα που κληρονομεί τη φάρμα του θείου της. Οικονομικά αυτόνομη, κάτι σπάνιο στη βικτωριανή εποχή, όμορφη και πεισματάρα, η Μπάθσιμπα προσελκύει τρεις πολύ διαφορετικούς αλλά αποφασισμένους μνηστήρες: τον Γκάμπριελ Οουκ, έναν βοσκό μαγεμένο από την ισχυρογνωμοσύνη της, τον Φρανκ Τρόι , έναν όμορφο και απερίσκεπτο λοχία, και τον Ουίλιαμ Μπόλντγουντ, έναν ευκατάστατο και ώριμο εργένη. Οσο η Μπάθσιμπα περιτριγυρίζεται από τους τρεις άνδρες και πορεύεται ανάμεσα στα δεσμά του πάθους, της εμμονής και της προδοσίας, πρέπει να βρει τον δικό της δρόμο προς την ευτυχία και όλα όσα επιθυμεί.

Οι σκηνοθετικές ικανότητες του Τόμας Βίντερμπεργκ είναι αδιαμφισβήτητες, ακόμη και όταν αυτός πειραματίζεται (όχι πάντα πετυχημένα) με τα είδη και τα στιλ, παραδίδοντας μια μέχρι σήμερα φιλμογραφία που αποτελείται από ασύνδετες εξωτερικά ταινίες μεταξύ τους, όλες όμως με κοινό παρανομαστή όλα όσα συμβαίνουν στο αποπνιχτικό «εσωτερικό» των ανθρώπινων μυστικών, ενοχών και επιθυμιών.

Η επιλογή του να διασκευάσει κινηματογραφικά το «Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος» του Τόμας Χάρντι, μετά το θρυλικό φιλμ του Τζον Σλέσινγκερ του 1967, μπορεί αρχικά να παραξενεύει, αλλά αν κοιτάξει κανείς βαθύτερα μέσα στο έργο του – από το «Festen» μέχρι το «Κυνήγι» – μπορεί να βρει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κάνουν ιδανικό σκηνοθέτη ενός προφεμινιστικού ρομάντζου που μπορεί φαινομενικά να μιλάει για το «τρίλημμα» μια γυναίκας ανάμεσα σε τρεις άντρες, αλλά στην πραγματικότητα εξερευνά μια επώδυνη και συναισθηματικά αμφίρροπη διαδρομή λάθος επιλογών που μοιάζουν απαραίτητες μέχρι να φτάσεις στη σωστή.

Ο Βίντερμπεργκ πατάει σχεδόν ευλαβικά πάνω στις σελίδες του Χάρντι και ταυτόχρονα – με ελάχιστες και ανεπαίσθητες παραλλαγές – πάνω στο φιλμ του Σλέσινγκερ που στην εποχή του εικονογράφησε εξίσου ευλαβικά την πρώτη του ύλη, προσθέτοντάς της μια αύρα έντονης σεξουαλικότητας που οφειλόταν κατά πολύ στην ταιριαστή επιλογή του συμβόλου που ήταν η Τζούλι Κρίστι για τη δεκαετία του ’60, μια εκτός και πάσας εποχής Μπασθίμπα για τα καλοκαίρια της αγάπης που προηγήθηκαν και θα ακολουθούσαν.

Το «Μακριά από το Πλήθος» του Τόμας Βίντερμπεργκ όμως, παρά την ατυχή «παράλειψη» της ελληνικής του μετάφρασης δεν είναι λιγότερο «αγριεμένο» ούτε από αυτό του Χάρντι ούτε από αυτό του Σλέσινγκερ. Με αξιοθαύμαστη μαεστρία, ο Δανός σκηνοθέτης βυθίζεται στην αγγλική επαρχία των τελών του 19ου αιώνα για να αναδείξει ουσιαστικά και όχι περιγραφικά το φανταστικό Γουέσεξ του Χάρντι και μαζί όλη την τριβή μιας ολόκληρης εποχής που φλετράρει διαρκώς με το πένθος, την επιβίωση, τη μοίρα και την αλλαγή για να αναδειχθεί στην αφετηρία του στροβιλίσματος του 20ου αιώνα.

Ξεκινώντας από την κινηματογράφηση των τοπίων, την ερημία των χωραφιών, τη μοναξιά και τα λιγοστά ψελλιστά λόγια των ηρώων του, ο Βίντερμπεργκ μεταφέρεται γρήγορα και αποκλειστικά στο «εσωτερικό» μιας άγριας συναισθηματικής περιπέτειας και απαλλαγμένος από το «δογματικό» φυσικό φως του «Festen» ή το κλινικό σκοτάδι του «Κυνηγιού», αφήνει τη ζεστή απόχρωση ενός καμουφλαρισμένου ρομαντισμού να πλημμυρίσει μια ιστορία ανεξαρτησίας στη μορφή ενός φεμινιστικού μανιφέστου που – με όλη τη βαρύτητα της ελαφρότητας που οφείλει να εμπεριέχει – μοιάζει με μια ρομαντική κομεντί ή δραμεντί του σήμερα.

Χρησιμοποιώντας κάθε όπλο της πρώτης του ύλης, αλλά και της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία του, ο Βίντερμπεργκ κρατάει την ανάσα του κοντά στο αριστουργηματικό κείμενο του Χάρντι και αφήνει τη μόνιμη συνεργάτη του (στο «Submarino» και το «Κυνήγι») Σαρλότ Μπους Κρίστενσεν – όχι τυχαία απόφοιτη της Εθνικής Σχολής Κινηματογράφου της Αγγλίας – να μεγαλουργήσει φωτογραφικά πάνω στην υγρή γη, τα σκοτωμένα χρώματα, τις βίαιες εναλλαγές του καιρού, τα πρόσωπα και τα αισθήματα στο ημίφως. Και σίγουρος πως το εικαστικό αποτέλεσμα θα εγγυηθεί ακόμη και προς τον πιο δύσπιστο πως βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο σύμπαν του Τόμας Χάρντι, ο Βίντερμπεργκ επιστρατεύει την ικανότητά του για να παίξει με τους ήρωες, τις αμφιταλαντεύσεις τους, τη θλίψη τους, τις λάθος επιλογές τους και την ασίγαστη πίστη τους πως κάπου στο τέλος της διαδρομής κρύβεται η ευτυχία.

Τον τόνο δίνει η Κάρι Μάλιγκαν, ένα κορίτσι που θέλει διακαώς να ερωτευτεί αλλά την ίδια στιγμή και μια περήφανη γυναίκα που θα «ήθελε να γίνει νύφη αλλά όχι σύζυγος». Στην ερμηνεία που αποδεικνύει πως μπροστά μας έχουμε όχι μόνο μια ολοκληρωμένη πρωταγωνίστρια, αλλά ένα σπάνιο ταλέντο που μπορεί να κινείται ταυτόχρονα ανάμεσα στη θλίψη και το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα και το εύθραυστο της φύσης της, τον ερωτισμό και την ακυρωσή του ως προ (ή και μετά) φεμινιστική δήλωση, η Μάλιγκαν καταφέρνει σχεδόν να ξεπεράσει την καθηλωτική ομορφιά της Τζούλι Κρίστι και να φτιάξει μια Μπασθίμπα από την αρχή, ακριβώς όπως την ονειρεύτηκε ο Χάρντι, στο όριο μιας σπαραξικάρδιας μοναχικής ψυχής που ενηλικιώνεται μέσα από τις ερωτικές της περιπέτειες – συμπαρασύροντας μαζί της μια ολόκληρη εποχή.

Γύρω της, οι τρεις «μνηστήρες» κρύβουν τις δικές τους αποκαλυπτικές στιγμές. Και όσο και αν ο Ματίας Σένερτς μεταφέρει με όλο του το σώμα σχεδόν αυτούσιο το πνεύμα του Χάρντι, εκτοξεύοντας μέσα από την μελαγχολία του τη σιγουριά ενός ερωτευμένου ανθρώπου, και όσο και αν ο Τομ Στέριτζ, πιο λίγος από τον ήρωά του καταφέρνει να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σε έναν καιροσκόπο – θύμα κι αυτός μιας ιεραρχίας που δύσκολα θα μπορούσε να προδώσει, είναι ο Μάικλ Σιν, στο ρόλο του τραγικού Γουίλιαμ Μπόλντγουντ που στέκεται απέναντι στην Μπασθίμπα της Μάλιγκαν με ίσους όρους. Οι σκηνές των δύο ξεχωρίζουν, ποτισμένες με την βαθιά μελαγχολία της απώλειας – εκείνου για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει να κερδίσει με τα πλούτη του και εκείνης για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει επιλέγοντας το ρίσκο από την ασφάλεια.

Κάπου ανάμεσα στην ηθελημένη αφαίρεση του έντονα κοινωνικού σχολίου, την ευπρόσδεκτη ανεπιτήδευτη ελαφρότητα με την οποία ο Βίντερμπεργκ αντιμετωπίζει ακόμη και τις μεγαλύτερες τραγωδίες (και δεν είναι λίγες όσες θα συμβούν στους ήρωες) και την πλοκή που πυκνώνει στο δεύτερο μέρος, αναγκάζοντάς τον να βιαστεί μάλλον «τηλεοπτικά» για να προλάβει, το «Μακριά από το Πλήθος» παραμένει σε όλη τη διάρκειά του ένα υπόδειγμα κινηματογραφικής μεταφοράς ενός κλασικού βιβλίου από έναν «ξένο» (με τον ίδιο τρόπο που ο Πολάνσκι το έκανε στο «Τες» πάλι του Χάρντι και ο Ανγκ Λι στο «Λογική και Ευαισθησία» της Τζέιν Οστεν) και μαζί μια απόλυτα σημερινή ταινία που έναν αιώνα μετά από την πρωτοπορία του Χάρντι βρίσκει το πλήθος να συνεχίζει να στροβιλίζεται στη δίνη των ίδιων βασανιστικών θέλω, μη και πρέπει, καταδικασμένα αγριεμένο, πριν από οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο, από την ίδια του τη φύση.

7. Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς (2016)

Το «The Light Between Oceans» είναι μια συμπαραγωγή Βρετανίας, Νέας Ζηλανδίας και ΗΠΑ και έκανε πρεμιέρα στο φετινό φεστιβάλ της Βενετίας. Το 1918, ο Tom επιστρέφει από το μέτωπο στη Νέα Ζηλανδία όπου ξεκινά να εργάζεται στο φάρο του νησιού Janus (Ιανός). Εκεί γνωρίζει την Isabel την οποία και παντρεύεται. Οι προσπάθειές τους να αποκτήσουν παιδί αποτυγχάνουν μέχρι που μια μέρα η θάλασσα ξεβράζει στο νησί μια βάρκα με μόνους επιβάτες ένα βρέφος και το σώμα ενός άνδρα. Ο Τom θέλει να αναφέρει το περιστατικό, όμως η Isabel τον πείθει να θάψει τον άτυχο άνδρα και να κρατήσουν το παιδί. Όταν ο Tom συναντά στο νεκροταφείο τη μητέρα του βρέφους, την Hannah, αρχίζει μια σειρά από αλλεπάλληλα ηθικά διλλήματα που βασανίζουν το ζευγάρι και τελικά καταστρέφουν τη σχέση τους.

Ο θεατής ακολουθεί τους δύο πρωταγωνιστές στο συναισθηματικό αυτό ταξίδι που μετατρέπει το όνειρο σε εφιάλτη. Όπως και ο Ιανός, ο θεός με τα δύο πρόσωπα, σύμβολο της μετάβασης από μια κατάσταση σε μία άλλη, έτσι και το ζευγάρι περνά από την απόλυτη ευτυχία στην απόλυτη καταστροφή. Ο Tom επιλέγει να επιστρέψει το, τετράχρονο πλέον, κοριτσάκι στη βιολογική του μητέρα, η Isabel δεν μπορεί να την αποχωριστεί και η μικρή αρνείται να ζήσει με μια γυναίκα που δεν είναι «η μαμά της». Κάθε προσπάθεια των ηρώων να κάνουν το σωστό, καταλήγει τελικά σε ηθικό αδιέξοδο, αφού η συνείδησή τους είναι σημαδεμένη από τα λάθη τους.

Παρά την ακριβή απόδοση των ηθικών συγκρούσεων των ηρώων, η ταινία καταλήγει σε μια τάση εξαγνισμού τους. Στο τέλος, κάθε ένας από τους ήρωες, ακόμη και η μητέρα που στερήθηκε το παιδί της για τέσσερα χρόνια, προβαίνουν σε μια πράξη τόσο ηθική που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια, δίνοντας τους έτσι μια υπέρ-ανθρώπινη διάσταση που δεν συνάδει με τους εύθραυστους χαρακτήρες που παρακολουθούσαμε κατά τη διάρκεια της ταινίας.

8. Hidden Figures (2017)

Το έργο περιγράφει μια αληθινή ιστορία τριών αφροαμερικάνων γυναικών που εργάστηκαν στη NASA την δεκαετία του 1960. Ένα ευχάριστο διάλειμμα που ακολουθεί τις κλασικές νόρμες και στην ουσία δεν προσφέρει κάτι από από την άποψη της δραματουργίας αλλά εκπαιδεύει το κοινό σε μια εκπληκτική πτυχή της αμερικανικής ιστορίας.

Η ταινία αποκαλύπτει μία κρυμμένη ιστορία, που όλοι πρέπει να μάθουν. Ελλείψει ακόμα ηλεκτρονικών υπολογιστών, η NASA χρησιμοποιούσε μαθηματικούς για τους υπολογισμούς της. Το γεγονός που ξαφνιάζει είναι ότι ήταν γυναίκες και μάλιστα μαύρες, σε μία περίοδο που υπήρχε ακόμα στις ΗΠΑ ο διαχωρισμός με βάση το χρώμα του δέρματος σε μαγαζιά, λεωφορεία, κλπ. Δυστυχώς ο διαχωρισμός εφαρμόζονταν και στον επιστημονικό χώρο, με αποτέλεσμα – αν και αυτές οι γυναίκες πρόσφεραν πολύτιμο έργο – έπρεπε λ.χ. να περπατούν αποστάσεις, για να βρουν την τουαλέτα των μαύρων και συνεχώς υποτιμούσαν το μυαλό τους, ενώ οι άντρες συνάδελφοί τους τις κοιτούσαν με αηδία και σιχαίνονταν να χρησιμοποιούν την ίδια καφετιέρα με αυτές. Οι γυναίκες αυτές ξεπέρασαν τους φραγμούς, που τους έθετε το φύλο τους, το χρώμα του δέρματός τους, η επιφύλαξη των συζύγων τους, ο φόβος. Σε μία πολιτική περίοδο που είχαν αναδυθεί τα άστρα των John F. Kennedy και Martin Luther King οι αφανείς ηρωίδες πάλεψαν, για να γίνουν οι πρώτες στον τομέα τους. Αν και αντιμετώπισαν αποκλεισμούς, ήταν αυτές οι προγραμματίστριες, που έμαθαν στους νεοφερμένους υπολογιστές IBM ότι 1+1=2, καταργώντας τον μαυροπίνακα, υπερασπίστηκαν το πνεύμα της ομαδικότητας, διεκδίκησαν μεγαλύτερους μισθούς και διευθυντικά πόστα, κατάφεραν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια για λευκούς, απέκτησαν προσόντα, γκρέμισαν διαχωριστικούς τοίχους, ξεσκέπασαν ρατσιστικές αντιλήψεις ανθρώπων, που κρύβονται πίσω από τσιτάτα του στυλ «έχω φίλους μαύρους, gay, κλπ.», «ο καθένας ας κάνει ότι θέλει στο κρεβάτι του αρκεί να μην με ενοχλεί»,…

Στην ταινία κυριαρχεί ο ζωηρός διάλογος ενώ τα μαθηματικά και η επιστημονική ορολογία παρουσιάζονται κινηματογραφικά και ζωηρά. Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες είναι καλά ολοκληρωμένοι, τρεις ξεχωριστές προσωπικότητες που προσφέρουν διαφορετικά πράγματα. Ωστόσο, παρόλο που ταινία έχει έκταση δυο ωρών, οι ιστορίες τους μοιάζουν στριμωγμένες και δεν τους δίνεται αρκετή ώρα ώστε να ολοκληρωθούν. Ενώ δεν παύει να είναι μια από τις καλύτερες ψυχαγωγικές ταινίες στης χρονιάς, χρησιμοποιεί όλες τις τυπικές νόρμες μιας βιογραφίας, με αποτέλεσμα στο τέλος να μοιάζει λίγο επαναλαμβανόμενη.

Το κύριο όμως χαρακτηριστικό της ταινίας είναι το θέμα που αγγίζει, μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί στην Αμερική του σήμερα. Η ιστορία τριών γυναικών που ξεπέρασαν όλα τα στερεότυπα και κατάφεραν να αποδείξουν την ισότητα στην πράξη σε μια περίοδο κρίσιμη για την έγχρωμη κοινότητα της Αμερικής. Πραγματικά ίσως αυτός είναι ο λόγος για την υποψηφιότητα που έλαβε για Oscar, χωρίς να είναι μια κακή ταινία, απλά το μήνυμα υπερνικά τα όποια ελαττώματα.

9. The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society (2018)

Ένα γλυκήτατο ρομάντζο εποχής, βασισμένο στο best seller διήγημα των Άνι Μπάροους και Μαίρη Αν Σάφερ.Η Τζούλιετ είναι μια πετυχημένη συγγραφέας που ζει στο Μεταπολεμικό Λονδίνο, παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο βιβλίο εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Eτοιμη να δεχθεί την πρόταση γάμου του Αμερικανού στρατιώτη Μαρκ, λαμβάνει ένα γράμμα από έναν αγρότη στο νησί Γκέρνσεϊ , τον Ντόσι Aνταμς. Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τζούλιετ ακολουθεί την παρόρμηση της και πηγαίνει στο νησί , όπου ελπίζει να γράψει για την τοπική λέσχη βιβλίου με το παράξενο όνομα. Η Τζουλιετ γοητεύεται από τα μέλη της λέσχης, την αγάπη τους για την λογοτεχνία και την φιλία που τους συνδέει. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι οι νέοι της φίλοι κρύβουν ένα μυστικό.

Βετεράνος της βρετανικής κομεντί με ταινίες όπως το «Τέσσερις Γάμοι και μια Κηδεία» στο ενεργητικό του, αλλά κι ένας στιβαρός σκηνοθέτης «καθώς πρέπει» ταινιών από την τηλεόραση έως τον Χάρι Πότερ, ο Μάικ Νιούελ ξέρει να κάνει αξιοπρεπέστατο απολαυστικό σινεμά για το κοινό. Κι αυτό ακριβώς κάνει με έναν σαφώς παλιομοδίτικο μα χαριτωμένο τρόπο στην διασκευή αυτού του μπεστ σέλερ που θα σας κάνει να θέλετε να μετακομίσετε στο μικρό νησάκι της Μάγχης όπου διαδραματίζεται.

Ακόμη κι αν η σκιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πέφτει βαριά στους ήρωες και τον τόπο του φιλμ, το «Με Αγάπη, Τζούλιετ» κατορθώνει να βρίσκει τον σωστό τόνο δίχως να ευτελίζει την τραγωδία, αλλά και δίχως να την κάνει να μοιάζει απωθητική στα μάτια των θεατών που εξ΄ορισμού ήρθαν στην αίθουσα για να δουν κατι διαφορετικό.

Ο τρόπος που το φιλμ κοιτάζει τα πάντα, από τα γραφικά σοκάκια του νησιού μέχρι τον θάνατο και τον έρωτα, είναι τρυφερός και στρογγυλεμένος, ως επί το πλείστον ανώδυνος αλλά όχι σαχλός. Ο Νιούελ δίνει στους χαρακτήρες του χώρο να υπάρξουν ακόμη και σε αυτούς που δεν διανύουν μεγάλη διαδρομή στην οθόνη ή την ιστορία και παρ΄ ότι το αρχικό υλικό και η κινηματογραφική του διαχείριση δεν απομακρυνεται καθόλου από τα αναμενόμενα, το αποτέλεσμα δεν γίνεται ποτέ βαρετό ή ενοχλητικό.

Το φιλμ του Νιούελ είναι το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός φαγητού που δεν βαριέσαι ποτέ να τρως και που ήδη από την πρώτη κουταλιά σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, δυο ώρες που σου δίνουν την ευκαιρία να αφήσεις πίσω την καθημερινότητα, δίχως να θυσιάσεις εντελώς την ανάγκη σου για κάποιου είδους πνευματικό ή συναισθηματικό ερέθισμα. Το είδος του σινεμά που πλέον συναντάς όλο και λιγότερο στην μεγάλη οθόνη κι όλο πιο συχνά σε σειρές της μικρής: όχι απολύτως απαραίτητο, μα όταν είναι τοσο καλοφτιαγμενο, πάντα καλοδεχούμενο.

10. Little Women (2019)

Από το «Frances Ha» και το «Afterlife» των Arcade Fire, μέχρι τα «Καταπληκτικές Γυναίκες» και «Lady Bird», η ταλαντούχα ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτις Γκρέτα Γκέργουιγκ βρέθηκε το 2018 να διεκδικεί το Όσκαρ σκηνοθεσίας (μόλις η πέμπτη γυναίκα που το κατάφερε) και το όνομά της να συζητιέται έντονα για την τεράστια επιτυχία. Κάτι που φαίνεται πως θα επαναλάβει και φέτος στην κούρσα των μεγάλων κινηματογραφικών βραβείων.

Οι «Μικρές Κυρίες» έλαβαν θετικές κριτικές και επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες της δημιουργικής ομάδας. Οι περισσότεροι κάνουν λόγο για σίγουρη υποψηφιότητα της Σίρσα Ρόναν στην οσκαρική κατηγορία του Α’ Γυναικείου, εκθειάζουν παράλληλα την ερμηνεία της ταλαντούχας, ανερχόμενης Φλόρενς Πίου («Μεσοκαλόκαιρο», «Η Μικρή Τυμπανίστρια», «Lady Macbeth»), τη μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά και τη φρέσκια, παθιασμένη ματιά της σκηνοθέτιδας που σπάει τολμηρά τη γραμμική αφήγηση του μυθιστορήματος. Να θυμίσουμε πως η ταινία έχει άλλωστε ευνοϊκή, για τα βραβεία, ημερομηνία εξόδου τα προσεχή Χριστούγεννα.

Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο και πασίγνωστο, κλασικό μυθιστόρημα της Λουίζα Μέι Άλκοτ, που πρωτοεκδόθηκε το 1869 και εμπνέεται από την παιδική της ηλικία, με βασικές πρωταγωνίστριες τις αδερφές Τζο, Μπεθ, Μεγκ, Έιμι και τις συναρπαστικές, αισθηματικές και οικογενειακές περιπέτειές τους προς την ενηλικίωση, την περίοδο που ο πατέρας τους λείπει στον πόλεμο. Η Σίρσα Ρόναν υποδύεται την ατίθαση Τζο, η Γουότσον τη γλυκιά Μεγκ και η Πίου τη μικρή Έιμι. Η Στριπ έχει αναλάβει το ρόλο της θείας και ο Σαλαμέ, τον ορφανό γείτονα των κοριτσιών, Λόρι Λόρενς.

Το βιβλίο διασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα (2017) για την τηλεόραση με πρωταγωνίστριες τις Μάγια Χοκ και Έμιλι Γουότσον, οι περισσότεροι όμως θα θυμούνται τη μεταφορά του 1994 σε σκηνοθεσία Τζίλιαν Άρμστρονγκ και πρωταγωνίστριες τις Γουινόνα Ράιντερ, Σούζαν Σαράντον, Κίρστεν Ντανστ και Κλερ Ντέινς.

Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες αρχές 2020 από την Feelgood. Πράγματι την αναμένουμε με μεγάλο ενθουσιασμό.

Πηγές:

https://m.tvxs.gr/mo/i/145093/f/news/sinema/%C2%AB12-xronia-sklabos%C2%BB-otan-i-aksioprepeia-den-kratietai-me-alysides.html

https://flix.gr/cinema/12-years-a-slave.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/270689/f/news/sinema/apokalyfthike-mystirio-me-diforoymeno-finale-toy-inception.html

https://flix.gr/home-cinema/to-alogo-toy-polemoy-1.html

Η Ζωή του Πι

https://m.popaganda.gr/grand-budapest-hotel/

https://cine.gr/film.asp?id=718693&page=4

https://flix.gr/cinema/far-from-the-madding-crowd-review.html

http://filmakias.gr/the-light-between-oceans/

https://www.apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/23142-hidden-figures

https://flix.gr/cinema/the-guernsey-literary-and-potato-peel-pie-society-review.html

http://m.cinemagazine.gr/nea_eidiseis/arthro/greta_gerwig_little_women-130983705/

Οι 10 αγαπημένες μας γιορτινές ταινίες

1. Το πολικό εξπρές (2004)

Ένα αγόρι, που δεν είναι σίγουρο για την ύπαρξη ή όχι του Αϊ-Βασίλη, επιβιβάζεται στο μαγικό Πολικό Εξπρές και ταξιδεύει την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τη χώρα του ήρωα όλων των παιδιών. Πιστή εικονογράφηση ενός παιδικού βιβλίου του Κρις Βαν Όλσμπεργκ με χρησιμοποίηση αληθινών ηθοποιών, όπως ο Τομ Χανκς, που στη συνέχεια υπέστησαν ψηφιακή επεξεργασία.

2. Γκριντς (2000)

Ο Γκρίντς (Jim Carrey), είναι ένα άκαρδο, μεταλλαγμένο πράσινο τριχωτό πλάσμα, που ζει σε μια ορεινή σπηλιά, παρέα με τον σκύλο του. Ο Γκριντς, τρέφεται αποκλειστικά με χορτόζουμο, παρθένο καστορέλαιο και ξινόγαλο! Κάποια στιγμή, ενοχλημένος απο τις ξέφρενες Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις στην γειτονική Whoville, αποφασίζει να ξεγελάσει το πνεύμα των Χριστουγέννων!

3. Αγάπη είναι (2003)

Πώς μπορεί μια γυναίκα να επηρεάσει τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών; Ποια υπόσχεση πρέπει να δώσει ένας ξεπεσμένος τραγουδιστής προκειμένου να πετύχει ένα χριστουγεννιάτικο νούμερο ένα στα charts; Πώς ένα μικρό αγόρι μπορεί να τραβήξει την προσοχή της πιο δημοφιλούς κοπέλας στο σχολείο; Γιατί κάποιος αποφεύγει τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου; Πόσο μακριά χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς προκειμένου να βρει μια, δυο, τρεις, τέσσερις κοπέλες να τον αγαπήσουν; Πώς μπορεί να ευδοκιμήσει μια ερωτική σχέση, όταν το ζευγάρι μιλάει διαφορετικές γλώσσες;

4. Χριστουγεννιάτικη ιστορία (2009)

Ο Εμπενίζερ Σκρουτζ ξεκινά τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές του με τη συνηθισμένη του μιζέρια και μισανθρωπία, βάζοντας τις φωνές στον πιστό βοηθό του και τον χαρωπό ανιψιό του. Αλλά όταν τα πνεύματα των Χριστουγέννων, το Παρελθόν, το Παρόν και το Μέλλον τον οδηγούν σ’ ένα αποκαλυπτικό ταξίδι και τον φέρνουν αντιμέτωπο με αλήθειες που διστάζει να παραδεχτεί, ο Γερο-Σκρουτζ πρέπει ν’ ανοίξει όχι μόνο τα μάτια, αλλά και την καρδιά του και να εξιλεωθεί για τα χρόνια των κακών προθέσεων πριν είναι πολύ αργά.

5. Μόνος στο σπίτι (1990)

Φεύγοντας βιαστικά για το αεροδρόμιο, η οικογένεια του εννιάχρονου Κέβιν τον ξεχνά στο σπίτι. Τον αρχικό του ενθουσιασμό διαδέχεται η νοσταλγία για την οικογένειά του, και καταλήγει να αντιμετωπίσει με ευρηματικό τρόπο δυο γκαφαντζήδες διαρρήκτες που βρίσκουν ευκαιρία να εισβάλλουν στο σπίτι

6. Ο εφιάλτης πριν από τα Χριστούγεννα

H ευφάνταστη ταινία του Τιμ Μπάρτον, που μπλέκει Halloween και Χριστουγέννα, σχετίζεται πιο πολύ με σκελετούς και κρανία, παρά με έλκηθρα, καμπάνες και χιονονιφάδες! Παρόλα αυτά το φιλμ The Nightmare Before Christmas παραμένει μία από τις πιο δημοφιλείς ταινίες του σκηνοθέτη και έχει αποκτήσει τη φήμη του κλασικού μεταξύ των οπαδών του.

7. Jack Frost (1998)

Ο Michael Keaton είναι ένας πατέρας που δεν κρατάει συχνά το λόγο του. Μετά το θάνατό του θα επιστρέψει τα επόμενα Χριστούγεννα ως χιονάνθρωπος για να αποκαταστήσει τη σχέση του με την οικογένεια του. Γλυκανάλατο οικογενειακό δράμα, πιστό στο πνεύμα της μετάνοιας και της συγχώρεσης.

8. New Year’s Eve (2011)

Οι ζωές πολλών ανθρώπων την παραμονή της Πρωτοχρονιάς με φόντο τη Νέα Υόρκη. Πώς οι ζωές διαφορετικών ανθρώπων συνδιάζονται και περιπλέκονται. Η επιτυχημένη συνταγή τπυ love actually επαναλαμβάνεται το 2011 με εντυπωσιακό καστ.

9. Noel (2004)

Σπονδυλωτές ιστορίες ανθρώπων που εκτυλίσσονται τα Χριστούγεννα σε μία άκρως συγκινητική ταινία. 

10. The holiday (2006)

Δύο απογοητευμένες γυναίκες η Κέιτ Γουίνσλετ και η Κάμερον Ντίαζ αποφασίζουν να ανταλλάξουν σπίτια ενόψει Χριστουγέννων έπειτα από ερωτικές απογοητεύσεις που έχουν μόλις βιώσει. 

Knives out: Μία διασκεδαστική και ποιοτική κινηματογραφική έξοδος (ΧΩΡΙΣ SPOILERS)

Το Knives Out (Στα μαχαίρια) είναι ένα αστυνομικό θρίλερ-κωμωδία σε σκηνοθεσία και σενάριο του Rian Johnson. Αυτό το αρκετά φιλόδοξο εγχείρημα, διαθέτει ένα λαμπρό cast, που θα μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά πως είναι ένα από τα καλύτερα –αν όχι το καλύτερο – της χρονιάς.

Πρωταγωνιστής είναι ο Daniel Craig, ο οποίος ενσαρκώνει τον πανέξυπνο, αλλά και αρκετά ιδιόμορφο ντετέκτιβ, Benoit Blanc, που καλείται να λύσει το μυστήριο της έπαυλης της οικογένειας Thrombey. Πιο συγκεκριμένα, ο παππούς της εν λόγω οικογένειας, βρίσκεται στο δωμάτιο του νεκρός, με τον λαιμό κομμένο και ενώ όλα δείχνουν πως πρόκειται για αυτοκτονία, ο ντετέκτιβ Blanc, φαίνεται να έχει άλλη άποψη. Ξεκινάει λοιπόν να ανακρίνει το κάθε μέλος της οικογένειας ξεχωριστά, ώστε να ενώσει τα κομμάτια του puzzle και να φτάσει στην πραγματική αλήθεια.

Όπως μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, πρόκειται για ένα κλασσικό μυστήριο φόνου, ένα «Who Dunnit» που στόχο έχει να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση και να τον κάνει να προσπαθεί να μαντεύει συνεχώς για το ποιος είναι ο ένοχος. Από το trailer και την πλοκή, θυμίζει σε μεγάλο βαθμό Αγκάθα Κρίστι και συγκεκριμένα το And then there were none (10 μικροί νέγροι), ενώ ο Benoit Blanc, ίσως σε πολλούς να φέρνει αναμνήσεις από τον Ηρακλή Πουαρό. Το πολύ θετικό στοιχείο όμως της ταινίας είναι ότι τελικά, ούτε Who Dunnit είναι με τη στενή έννοια του όρου, ούτε επαναλαμβάνει χαρακτήρες της διάσημης συγγραφέως.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καινούργια και φρέσκια οπτική στα θρίλερ μυστηρίου, ακριβώς γιατί από την αρχή του έργου, παίρνεις πολύ περισσότερες πληροφορίες από αυτές που θα περίμενες σε τέτοιες ταινίες. Αντί να τα βλέπεις όλα από τη μεριά του αστυνομικού, βλέπεις και αρκετά πράγματα από τα μάτια του δράστη. Όλη αυτή η κατάσταση σε κάνει διαρκώς να αναρωτιέσαι για την εξέλιξη της πλοκής και σου δίνει το αίσθημα της αγωνίας. Εδώ λοιπόν φαίνεται και η ιδιοφυής πρωτοτυπία του Johnson, όσον αφορά τις ταινίες του.

Που αλλού φαίνεται η ιδιοφυία του, τουλάχιστον στην παρούσα κατάσταση; Δεν μπορείς να αναλύσεις σε βάθος το φιλμ, χωρίς να κάνεις spoil. Ως εκ τούτου, η όποια δυσαρέσκεια υπάρχει, όσον αφορά τις επιλογές στον τομέα της πλοκής, δεν μπορούν να αναλυθούν σε ένα spoiler free review, όπως αυτό εδώ. Επομένως και η προσωπική μου δυσαρέσκεια θα κάνει μια τρύπα στο νερό, ακριβώς επειδή τα σημεία που με ενόχλησαν, έχουν να κάνουν με αποκαλύψεις, τις οποίες εδώ δεν θα μπορέσω να εκθέσω. Που καταλήγει λοιπόν κανείς λόγω τακτικής Rian Johnson; Πρέπει να δει την ταινία.

Οι παραγωγές του Johnson, έχουν όλες τα εξής κοινά σημεία. Είναι εξαιρετικά γυρισμένες, πολύ καλές στον τομέα υποκριτικής και αρκετά έξυπνες. Έτσι και εδώ, η εμπειρία που βιώνει κανείς στο σινεμά, όσον αφορά το οπτικό κομμάτι, είναι πραγματικά απολαυστική. Οι όμορφες λήψεις, οι εστιάσεις της κάμερας σε σημαντικά για την πλοκή σημεία, ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την κάμερα στα flash backs και στις ανακρίσεις, είναι όχι μόνο μαγευτικός στο μάτι, αλλά δημιουργεί και τα κατάλληλα συναισθήματα. Δεν έχει υπερβολές, ούτε αχρείαστα πλάνα. Είναι όλα δουλεμένα στην εντέλεια. Αν σε αυτό προσθέσεις και την εξαιρετική μουσική υπόκρουση, τότε μιλάμε για κάτι must από άποψη τεχνικού τομέα.

Όσον αφορά την υποκριτική, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, έχουμε ένα λαμπρό cast. Καταρχάς ο Daniel Craig, παίζει τόσο καλά, που στην ουσία μας παρουσιάζει έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ντετέκτιβς της δεκαετίας. Είναι έξυπνος, αστείος και σωστός στη διαχείριση των συναισθημάτων του χωρίς υπερβολές. Υπερβολές στις οποίες άλλοι ηθοποιοί ίσως οδηγούνταν. Εδώ πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί η φανταστική προφορά του, η οποία όχι μόνο τον κάνει να ακούγεται σαν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος από ότι τον έχουμε συνηθίσει, αλλά είναι τόσο ωραία στο αυτί, που γίνεται κολλητική. Η πραγματική star της ταινίας όμως είναι η Ana de Armas (Blade Runner 2049). Η ερμηνεία της είναι οσκαρικού επιπέδου και ίσως επισκιάζει και τον ίδιο τον Daniel Craig αρκετές φορές, πολύ απλά γιατί ο ρόλος της απαιτεί πιο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις και διακυμάνσεις. Από εκεί και πέρα, εξαιρετικός είναι και ο Chris Evans, που μας αποδεικνύει πως δεν είναι απλά ένας σούπερ ήρωας της marvel και μακάρι να τον δούμε και σε πολλές άλλες καλές παραγωγές, ενώ όλους αυτούς πλαισιώνουν και οι επίσης φανταστικοί Michael Shannon (Revolutionary Road, Shape of Water), Don Johnson (Django Unchained), Tonni Collete (Hereditary), Christopher Plummer (A Beautiful Mind),  Jamie Lee Curtis ( Scream Queens) και άλλοι.

Γενικά εκείνο που είναι υπέρ της ταινίας εκτός της υποκριτικής, είναι ότι σε επίπεδο χαρακτήρων, είναι τόσο καλογραμμένη, ώστε κανενός ο ρόλος δεν φαντάζει περιττός. Όλοι σχεδόν, ανεξαρτήτως από τον χρόνο παρουσίας τους και τον χρόνο ομιλίας τους, έχουν χτίσει ένα ισχυρό προφίλ, που σε κάνει να τους υποψιάζεσαι και να ενδιαφέρεσαι για αυτούς, πράγμα που είναι και ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους των ταινιών μυστηρίου.

 Μάλιστα, μέσα από τους χαρακτήρες παρουσιάζονται και πολύ σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, όλα με το φίλτρο του χιούμορ και του γέλιου. Ήρεμα, αθόρυβα και συστηματικά φαίνεται η ατέλεια της ανθρώπινης φύσης σε όλο το μεγαλείο της. Η δίψα για κέρδη, ο εγωισμός, η αχαριστία, η ηθική κρίση, η χρησιμοθηρία και η εκμετάλλευση, η έλλειψη αξιοκρατίας, ο ρατσισμός και η φθήνια του ανθρώπου του 21ου αιώνα είναι χαρακτηριστικά δοσμένα. Ίσως εκείνη τη στιγμή να μην το αντιλαμβανόμαστε, αλλά μετά από λίγη σκέψη, ύστερα από το πέρας της προβολής, καταλαβαίνει κανείς πόσο υπόγεια μας πέρασαν τα μηνύματα που ήθελε ο σκηνοθέτης.

Τέλος, ας περάσουμε στην πλοκή, στην ιστορία, την οποία άφησα για το τέλος γιατί εδώ έγκεινται και τα παράπονά μου. Καταρχάς οφείλουμε να δώσουμε εύσημα στον Johnson γιατί έφερε σε πέρας κάτι πολύ δύσκολο. Κατάφερε να κάνει την ταινία αστεία, με αρκετές στιγμές γέλιου, ενώ ταυτόχρονα διατήρησε και το suspense και την αδρεναλίνη στα ύψη. Αυτός ο επιτυχής συνδυασμός κωμωδίας, δράσης, θρίλερ, αλλά και κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας, ήταν πραγματικά αριστουργηματικός. Οι 2 πρώτες πράξεις του έργου ήταν διασκεδαστικές, πρωτότυπες και πολύ ευχάριστες. Μάλιστα. δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή που να νιώθεις ότι η ταινία το τραβάει παραπάνω από όσο πρέπει και καταντάει βαρετή. Ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο.

Η Τρίτη πράξη, ωστόσο, φάνταζε πιο αδύναμη και αυτό είναι κάτι που ίσως οφείλεται σε προσωπική μου ιδιοτροπία, αλλά θεωρώ πως θα βρει απήχηση και σε άλλους. Όταν το έργο τελείωσε, έμεινα με την αίσθηση ότι κάτι με χάλασε, που δεν μπορούσα ακριβώς να το προσδιορίσω. Και όχι… δυστυχώς αυτό δεν οφείλεται στον φίλο της πίσω θέσης που αποφάσισε να κάνει fake spoiler στην κοπέλα του για να την τρολλάρει. Αυτό που με χάλασε βρίσκεται στο συνηθισμένο τέλος του. Ενώ δηλαδή όλη η ταινία ήταν πρωτότυπη και σου έδινε την εντύπωση πως θα τελειώσει και έτσι, τελικά αυτό δεν συνέβη. Το τέλος είχε να κάνει με την συνηθισμένη κλασσική επιφοίτηση του ιδιοφυούς ντετέκτιβ, που σαν ένας άλλος Άινσταιν, ενώνει τα στοιχεία, ακόμα και εκείνα από τα οποία δεν θα έπρεπε να βγάζει κανείς εύκολα νόημα, με τέτοια συνοχή, στην οποία δύσκολα ο ανθρώπινος νους φτάνει. Είναι απαραίτητα κακό αυτό; Όχι, γιατί ο Daniel Craig ήταν απίστευτος και αυτό είναι κάτι που δεν ξενίζει. Ήταν όμως λίγο ξενέρωτο, αν περίμενες κάτι άλλο. Εκτός αυτού, τα plot twists διαδέχθηκαν το ένα μετά το άλλο, τόσο γρήγορα και τόσο ξαφνικά που σε άφηναν άφωνο μεν, αλλά και με την αίσθηση ότι υπήρξε μια μεγάλη βιασύνη. Κάποιοι ίσως πουν και ότι ο δολοφόνος προς το τέλος ήταν λίγο προφανής, ενώ άλλοι ίσως φτάσουν στο συμπέρασμα πως ο Johnson δεν ήταν τελικά και τόσο ιδιοφυής στην έκβαση της ιστορίας του, όσο νόμιζε ότι είναι (γκούχου γκούχου)… το είπα, σταυρώστε με…

 Αυτά όμως δεν είναι αρκετά για να σε κάνουν να μην λατρέψεις αυτή τη ταινία. Ήταν ίσως η πιο διασκεδαστική νύχτα που είδα στο σινεμά φέτος. Υπήρχε μια τόσο ζεστή ατμόσφαιρα, που με κράτησε ευχαριστημένο ως το τέλος (όχι δεν ήταν το air condition ο ένοχος). Όλες οι ταινίες έχουν τα αρνητικά τους εξάλλου και μάλιστα αυτά που αναφέρθηκαν εδώ, μπορεί να περάσουν απαρατήρητα από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού. Αν αφεθείς στη ροή της ταινίας, χωρίς να έχεις στο μυαλό σου ότι πρέπει να κάνεις μια πλήρη κριτική για αυτή την επόμενη ημέρα, δεν θα παρατηρήσεις σφάλματα. Είτε όμως είσαι φαν των ταινιών μυστηρίου είτε όχι, σίγουρα θα γελάσεις, θα αγχωθείς, θα φτάσεις σε υπερένταση και θα περάσεις όμορφα. Είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που βγήκαν φέτος και σίγουρα μπαίνει σφήνα σε αρκετές κατηγορίες των Όσκαρ και δικαίως. Συστήνεται ανεπιφύλακτα στον καθένα.

Βαγγέλης Φραγκούλης

Ιστορία Γάμου, μια ειλικρινής αφήγηση ενός επώδυνου διαζυγίου που κέρδισε κοινό και κριτικούς

Η νέα ταινία του Αμερικανού σκηνοθέτη με τις εξαιρετικές ερμηνείες του Ανταμ Ντράιβερ και της Σκάρλετ Τζοχάνσον που προτάθηκε για 6 Χρυσές σφαίρες αφηγείται μια ιστορία που έχουμε ξαναδεί ή σίγουρα έχουμε ξανακούσει, αλλά ελάχιστα ίσως έχει καταφέρει κάποιος να την αποτυπώσει τόσο συναισθηματικά, τόσο ειλικρινά και τόσο αληθοφανώς.

Είναι αλήθεια πως ειδικά μετά την έξαρση των διαζυγίων στις ΗΠΑ και όχι μόνο και μετά την απελευθερωτική δεκαετία του 80 η (πρόσφατη και μη) κινηματογραφική ιστορία έχει πολλάκις ασχοληθεί με το ζήτημα του διαζυγίου, με την αποσάρθρωση της οικογένειας. Το θέμα του χωρισμού μένει πάντα ζωντανό, επίκαιρο και ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή υπάρχει η άμεση ή έμμεση ταύτιση του θεατή, αλλά κυρίως επειδή η διαδικασία ενός διαζυγίου, επώδυνη και απαιτητική σε ψυχικό σθένος, αποκαλύπτει τις πιο κρυφές πτυχές της προσωπικότητας όλων των εμπλεκομένων, συζύγων και μη.

Ο Νόα Μπόμπακ επιλέγει να τα παρουσιάσει όλα με έναν ρεαλισμό που καταλήγει αφοπλιστικός, με μια απρόσμενη συναισθηματική απλοχεριά επιχειρεί να προσεγγίσει λίγο διαφορετικά αυτό το κινηματογραφικά κοινό θα έλεγε κανείς ζήτημα. Από την αρχή γνωρίζουμε τον Τσάρλι και τη Νικόλ, ένα ζευγάρι καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη των έναν μέσα από τα μάτια του άλλου. Εκείνος είναι αυτοδημιούργητος θεατρικός σκηνοθέτης. Εκείνη είναι ηθοποιός και η πρωταγωίστρια του θιάσου του. Για χάρη του Τσάρλι η Νικόλ άφησε μια αμφίβολης ποιότητας καριέρα ως ηθοποιός νεανικών κομεντί στο Χόλιγουντ για να αφοσιωθεί στις πειραματικές παραστάσεις του συζύγου της. Στο πρόσωπο της Νικόλ ο Τσάρλι βρήκε τη μούσα του. Εχουν μαζί ένα παιδί, τον μικρό Χένρι. Στην εισαγωγή της ταινίας, η χειροκίνητη και αυτοσχεδιαστική κάμερα καταγράφει στιγμές της καθημερινότητάς τους, όσο εκείνοι περιγράφουν τι αγαπούν ο ένας στον άλλο. Αυτός κλαίει στις ταινίες, αυτή σε ακούει και σε κάνει να αισθάνεσαι άνετα ακόμα και με τα πιο ντροπιαστικά πράγματα. Και οι δύο παθιάζονται με τα επιτραπέζια και σε κανέναν δεν αρέσει να χάνει. Όλα αυτά είναι σαν βγαλμένα από μια οικογενειακή βιντεοκασέτα, γεμάτα αγάπη, αθωότητα,στιγμές που θα μείνουν αναλλοίωτες, νοσταλγικές, κατά συνέπεια εξιδανικευμένες μέσα στην θαλπωρή του φιλμ. Ταυτόχρονα όμως, είναι απατηλά.

Γιατί αυτές οι παράλληλες αφηγήσεις δεν είναι εσωτερικοί μονόλογοι ή στοχασμοί, ούτε κάποια δημόσια διακήρυξη της αγάπης τους, αλλά μια άσκηση που τους έχει βάλει από κοινού ο σύμβουλος γάμου τους, ως το πρώτο στάδιο στη διαδικασία του χωρισμού τους. Η απόσταση μεγαλώνει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα πάθη και οι τόνοι κλιμακώνονται αργά και σταθερά. Η φλόγα του έρωτα μετουσιώνεται σταδιακά σε πολεμική φωτιάΓιατί ο Τσάρλι και η Νικόλ έχουν αποφασίσει μετά από δέκα χρόνια γάμου να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους. Εκείνη θεωρεί ότι θυσίασε τη ζωή της για να αφοσιωθεί στο εγωκεντρικό όραμά του και θέλει να επιστρέψει μαζί με το γιο της στο Λος Άντζελες. Εκείνος διαμαρτύρεται ότι εκείνη έπαψε πρώτη να τον αγαπάει και ουσιαστικά έβαλε τέλος στη σχέση τους, οδηγώντας στον στη μοιχεία. Αγαπιούνται ακόμα, ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν, γι’ αυτό θέλουν η διαδικασία να είναι φιλική, χωρίς διαμάχες στις δικαστικές αίθουσες και χωρίς δράματα. Ακόμα δε γνωρίζουν ότι αυτή η νέα φάση της ζωής τους θα βγάλει από αυτούς στην πορεία το χειρότερο εαυτό τους. Μέχρι να αγαπηθούν ξανά. Ή και όχι.

Αυτό που σε κερδίζει πάντα (ή τουλάχιστον πάντα) στις ταινίες του Νόα Μπόμπακ είναι η αμεσότητα και η ομορφιά των διαλόγων του και φυσικά αυτό ισχύει ακέραιο στη νέα του ταινία, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και στα προσωπικά του βιώματα τόσο ως παιδί χωρισμένων γονιών, αλλά και λόγω του δικού του διαζυγίου. Ενώ, όμως, οι προηγούμενες δουλειές του έμοιαζαν να φλερτάρουν λίγο έως πολύ με το δήθεν και το χίπστερ, παρουσιάζοντας πάντα διανοούμενους σε μια μοντέρνα υπαρξιακή κρίση, που γινόταν σε σημεία οριακά αφόρητη, εδώ συστήνει δύο χαρακτήρες ζωντανούς και ανθρώπινους, αντιφατικούς, ανασφαλείς και μετέωρους, σε μια κατεξοχήν άβολη φάση της ζωής τους, στην οποία πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τις χωριστές, πλέον, πορείες τους και να οριοθετήσουν εκ νέου τη σχέση τους, έχοντας πάντα ένα παιδί, το οποίο είναι ο άξονας και, αναπόφευκτα μέσα σε ένα ανταγωνιστικό δικαιικό σύστημα, το τρόπαιο της συμπεριφοράς τους.

Ο δημιουργός πετυχαίνει να μας μεταφέρει την ψυχοσύνθεση και των δύο βασικών πρωταγωνιστών και την σχέση τους με το παιδί τους.Οι εγωισμοί ορθώνονται και γίνονται υπερτροφικοί, οδηγώντας το πρωταγωνιστικό δίδυμο σε ένα συναισθηματικό ξέσπασμα που μας στιγμάτισε, μας στοίχειωσε και θα αποτελεί μέτρο σύγκρισης για μελλοντικά τέτοια εγχειρήματα. Βέβαια, παρά το αρκετά σοβαρό θέμα με το οποίο ασχολείται η ταινία, σε πολλά σημεία έχει έντονα χιουμοριστικό ύφος. Ειδικά στην αρχή της, ο κάθε ρόλος έχει και από μία ατάκα να πει. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό του Baumbach, το οποίο βλέπουμε και σε προηγούμενες δουλειές του, όπως το While We ‘re Young και το Margot at the Wedding. Συνηθίζει, δηλαδή, να παρουσιάζει κάτι το αρκετά σοβαρό και κάπως θλιβερό με κάποια κωμικά στοιχεία.

Σε αντίθεση με την ελεύθερη κάμερα της εισαγωγής, ο Μπόμπακ ανατέμνει τη διάλυση του γάμου με στατικά πλάνα που παραπέμπουν αναπόφευκτα στο εμβληματικό για όλη αυτή τη θεματική «Σκηνές από ένα Γάμο» του Μπέργκμαν. Εστιάζει στα πρόσωπα των ηρώων του καταγράφοντας όλο το φάσμα των αλληλοαντικρουόμενων συναισθημάτων τους, παρακολουθεί τις κινήσεις τους και τη γλώσσα του σώματός τους, όταν είναι χώρια και μαζί, με κάδρα και συνθέσεις παρατηρεί τη συμπεριφορά τους και τις (ανεπ)αισθητες αλλαγες της ανάμεσα σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους και, κυρίως, τους απογυμνώνει μέσα από σχοινοτενείς διαλόγους, σπάνιας (για το αμερικανικό σινεμά τουλάχιστον) εμβρίθειας και οξυδέρκειας, που χωρίς καμία διάσταση εξωραϊσμού ή επιτήδευσης, αποκαλύπτουν μέσα σε 135 λεπτά οτιδήποτε ρητό ή άρρητο υπάρχει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι δέκα χρόνων.

Κι όλα αυτά, όσο ταυτόχρονα η ταινία σκιαγραφεί τις διαφορές στη νοοτροπία μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών σαν να είναι δύο διαφορετικές χώρες που αναζητούν μέσα από την υπό διάλυση οικογένεια της Νικόλ και του Τσάρλι ένα κοινό σημείο αναφοράς, ενώ παράλληλα περιγράφει όλη τη δαπανηρή, ψυχικά και οικονομικά, διαδικασία της έκδοσης ενός αρχικά συναινετικού διαζυγίου στην Αμερική, που δεν αργεί με την υποστήριξη ολόκληρου του συστήματος και (φυσικά) των δικηγόρων που απομυζούν χρήματα από τους πελάτες τους να μετατραπεί σε μια άνευ λόγου αντιδικία.

Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, την οργή και την πίκρα, η ταινία δίνει την ευκαιρία στους δύο πρωταγωνιστές να δώσουν ίσως τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Η Σκάρλετ Τζοχάνσον, με μαλλί μπεργκμανικής ηρωίδας και άβαφη στη μεγαλύτερη διάρκεια, δεν ήταν ποτέ τόσο γήινη, προσιτή και ανθρώπινη, ειδικά στη σκηνή του καυγά που καταρρέει μπροστά την κάμερα, ενώ ο Ανταμ Ντράιβερ καλύπτει όλο το φάσμα του ευαίσθητου αρσενικού ενός κατά βάση εγωκεντρικού καλλιτέχνη που πρέπει να χάσει τον άλλο για να ανακαλύψει την αξία του, όταν έχει ωριμάσει, όμως, κι έχει συνειδητοποιήσει τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον άνευ όρων, είναι πλέον αργά.

Κι όταν όλα θα έχουν ειπωθεί και η ιστορία αυτού του γάμου τυπικά θα έχει τελειώσει, αυτό που θα μείνει στην τελική σκηνή θα είναι μια μικρή χειρονομία από τα παλιά, που θα θυμίσει σε δύο ελεύθερους πλέον ανθρώπους ότι κάποτε είχαν ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Η κάμερα του Μπόμπακ θα τους αφήσει να συνεχίσουν τις ζωές τους, ίσως καλύτερα, ίσως χειρότερα, ο θεατής όμως θα έχει αποκομίσει την αίσθηση ότι ήταν παρών σ’ ολόκληρη αυτή τη διαδρομή. Το σενάριο, η σκηνοθετική ματιά αλλά κυρίως αυτές οι οσκαρικές ερμηνείες επέτρεψαν στην ταινία και δικαίως να προταθεί για 6 χρυσές σφαίρες, αλλά το σημαντικότερο ίσως είναι ότι προσέφεραν στο κοινό μια χιλιοειπωμένη ιστορία μέσα από μια διαφορετική ματιά που δύσκολα θα ξεχαστεί και ακόμα πιο δύσκολα δε θα συγκριθεί με παρόμοια μελλοντικά επιχειρήματα.

Πηγές:

https://flix.gr/cinema/marriage-story-review.html

http://filmakias.gr/marriage-story-kritiki-netflix/

Κριτική / Ιστορία Γάμου (Marriage Story): Όταν φλόγα του έρωτα μετουσιώνεται σταδιακά σε πολεμική φωτιά

Nightcrawler: Όταν τα Όσκαρ σνόμπαραν τον Jake Gyllenhaal

Ο Νυχτερινός Ανταποκριτής είναι μια ταινία του 2014, σε σκηνοθεσία του Dan Gilroy, ο οποίος τότε έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Πρωταγωνιστής είναι ο Jake Gyllenhaal, ο οποίος πλαισιώνεται από ένα τίμιο cast, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι Rene Russo, Riz Ahmed και Bill Paxton.

Η ιστορία ακολουθεί έναν μικροαπατεώνα τον Louis Bloom, ο οποίος ψάχνοντας για δουλειά, αποκτά τυχαία μεγάλο ενδιαφέρον για το άγνωστο μέχρι τότε για αυτόν – ίσως και για εμάς – επάγγελμα του Νυχτερινού Ανταποκριτή, του ανθρώπου δηλαδή που προσπαθεί να φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στις σκηνές του εγκλήματος, ώστε να βιντεοσκοπήσει το συμβάν και στη συνέχεια να το πουλήσει στις ειδήσεις για κάποια αμοιβή. Ξεκινάει όντας πρωτάρης, στη συνέχεια γίνεται αρκετά καλός στη δουλειά του και μετά γίνεται σε σημείο που και ο ίδιος πλέον κάνει εγκλήματα από μόνος του.

Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε το συγκεκριμένο φιλμ στο είδος του νέο-νουάρ. Ωστόσο ακόμα και για όσους δεν αρέσουν πολύ αυτού του είδους οι ταινίες, νομίζω πως η συγκεκριμένη αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση. Η γρήγορη και συναρπαστική στην εξέλιξη της πλοκή με τις κατάλληλα τοποθετημένες ανατροπές, οι πολύ καλογραμμένοι διάλογοι και χαρακτήρες, η απίστευτη σκηνοθεσία και το βαθύ κοινωνικό μήνυμα που αναδύεται, σίγουρα δεν θα αφήσουν κανέναν αδιάφορο και σίγουρα θα αφήσουν στον θεατή ένα αίσθημα πληρότητας. Και αν αυτό δεν σας έπεισε μέχρι τώρα, μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν είναι μόνο μία από τις καλύτερες στην καριέρα του Jake Gyllenhaal, αλλά και μία από τις καλύτερες ερμηνείες της τελευταίας δεκαετίας.

Όταν τελειώνεις λοιπόν μια ταινία, το πόσο καλή και πετυχημένη ήταν, το καταλαβαίνεις από τον αντίκτυπο τον οποίο είχε πάνω σου και από τα συναισθήματα τα οποία σου δημιούργησε, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της, αλλά και αρκετά μετά τους τίτλους τέλους. Το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι κάτι που σε κρατάει σε μια υπερένταση, σου δημιουργεί άγχος, σε κάνει ενεργό μέλος της πλοκής και προκαλεί τις αντιδράσεις σου απέναντι στο κάθε τι που συμβαίνει. Και μετά το πέρας της όμως, σε βάζει σε σκέψεις και σου προκαλεί δέος. Μιλώντας καθαρά υποκειμενικά, βρισκόμουν σε τέτοια εγρήγορση στις 2 ώρες που διήρκησε το όλο σκηνικό και κατάλαβα σε τέτοιο βάθος τον χαρακτήρα, που κάθισα άφωνος για τουλάχιστον 5 λεπτά μετά τη λήξη, κολλημένος στο όλο κλίμα που έζησα.

Όπως προαναφέρθηκε, το Nightcrawler, συνδυάζει το κοινωνικό μήνυμα με την ισχυρή παρουσία του πρωταγωνιστικού του ρόλου. Είναι εξάλλου πλέον κοινώς αποδεκτό, πως ένας ηθοποιός μπορεί να κουβαλήσει μια ταινία σε βαθμό που να τη θεωρούμε αριστούργημα, ακριβώς γιατί είμαστε συνεπαρμένοι από την ερμηνεία του και επειδή έχουμε δεθεί με τον χαρακτήρα του, επειδή τον θεωρούμε ενδιαφέρων. Ο Jake Gyllenhaal λοιπόν πετυχαίνει ακριβώς αυτό. Είναι τόσο απορροφημένος από τον ρόλο του, τον ζει σε τέτοιο βαθμό, ώστε σου δίνει την εντύπωση πως αυτός που βλέπεις στην οθόνη δεν είναι ο 38χρονος ηθοποιός. Θεωρείς πως ο Louis Bloom είναι όντως αληθινό πρόσωπο και από τη στιγμή που αισθάνεσαι έτσι, τότε μιλάς για αριστούργημα στον υποκριτικό τομέα.

Ο Louis Bloom λοιπόν είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα και στην ταινία έχουμε την ευκαιρία να βουτήξουμε στα άδυτα της ψυχής του. Είναι ένας πρωτότυπος χαρακτήρας, μια ισχυρή προσωπικότητα, ίσως και λίγο περίεργη. Ως εκ τούτου κάθε λεπτό μαζί του είναι απολαυστικό. Είναι ένας άνθρωπος με υψηλές φιλοδοξίες και στόχους που κάνει σταθερά και γρήγορα την άνοδό του, μέσα από τους σκοτεινούς και επικίνδυνους δρόμους του νυχτερινού Los Angeles. Είναι ψυχρός, αλλά και γοητευτικός, συμπαθής, αλλά και μισητός, ψυχοπαθής, αλλά βγάζει νόημα αρκετές φορές στη συμπεριφορά του ακριβώς γιατί καταλαβαίνεις τα κίνητρα του. Αυτή η αντιφατικότητα είναι και το στοιχείο εκείνο που σου δημιουργεί μια υπερένταση, γιατί δεν ξέρεις πως να συμπεριφερθείς απέναντι του. Μπορεί να κατακρίνεις τις πράξεις του, να αναπτύσσεις αισθήματα μίσους εναντίον του, ωστόσο διαρκώς ενδιαφέρεσαι για την επιτυχία του και τον υποστηρίζεις, αγχώνεσαι για εκείνον και αντιδράς σε κάθε λεπτό παρουσίας του στην οθόνη. Ενώ θαυμάζεις την εξυπνάδα του και αισθάνεσαι δέος στο πόσο εύκολα χειραγωγεί τους γύρω του για να πάρει αυτό που θέλει, τρομάζεις για το γεγονός πως τα λόγια του έχουν αντίκτυπο στο δικό σου εγώ, για το γεγονός πως ίσως χειραγωγείσαι και εσύ στο να τον συμπαθήσεις. Όλο αυτό το μωσαϊκό συναισθημάτων δημιουργεί μια πανέμορφη εμπειρία, μια εμπειρία που σε αφήνει πλήρη και άφωνο στο τέλος.

Περνώντας στο κοινωνικό μήνυμα, αυτό παρουσιάζεται ωμά, ρεαλιστικά και δίνει τροφή για σκέψη. Ουσιαστικά γίνεται μια περιγραφή του δημοσιογραφικού κόσμου και της δίψας του ανθρώπου για κέρδος, ακόμα και αν αυτό καταπατά την ανθρώπινη συνείδηση και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Ο τρόπος με τον οποίο πέφτουν όλοι σαν αρπακτικά για μερικές φωτογραφίες και εν τέλει για την προβολή της ανθρώπινης δυστυχίας και του θανάτου, απλά και μόνο για νούμερα στην τηλεθέαση και για χρήματα, είναι κάτι που προβάλλεται εδώ με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Δεν προβάλλεται όμως μόνο το γεγονός αλλά και η ψυχρότητα που διακατέχει την όλη διαδικασία. Δεν υπάρχει καμία συγκίνηση. Όλα θεωρούνται φυσιολογικά. Όπως αφήνεται να εννοηθεί και από την ταινία: «Όσο πιο πολύ αίμα, τόσο το καλύτερο».

Επιπλέον παρουσιάζονται και οι επιδράσεις που έχουν η επιθυμία της αναγνώρισης και του χρήματος μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, το πως από αυτά τα 2 παρατηρείται απώλεια ηθικών φραγμών και αδυσώπητη επιδίωξη τους σε βάρος άλλων. Το μόνο θετικό μήνυμα που φαίνεται κάπως αδρά, είναι η πίστη και το πάθος για την επιτυχία έστω και μέσα από τα μάτια ενός ψυχοπαθούς.

Τέλος, όσον αφορά το σκηνοθετικό κομμάτι, μιλάμε για πολύ καλή και στιβαρή δουλειά. Οι δρόμοι του Los Angeles παρουσιάζονται τόσο ζωντανοί και τόσο όμορφοι ακόμα και σε αυτό το διαρκές σκοτάδι. Εκτός αυτού, η αποτύπωση των συναισθημάτων στον φακό, τα κοντινά πλάνα και σωστή εναλλαγή των γωνιών λήψης στις σκηνές δράσης, δουλεύουν στην εντέλεια.

Συμπερασματικά, το Nightcrawler είναι μια ταινία που κάθε φαν του σινεμά πρέπει να παρακολουθήσει. Είναι ένα κρυφό διαμάντι και ίσως αποτελεί το μεγαλύτερο σνομπάρισμα της δεκαετίας, καθώς μένει αδικαιολόγητη η απουσία του Gyllenhaal από τα Όσκαρ, παρά τις διθυραμβικές κριτικές που έλαβε για την ερμηνεία του και τα άλλα βραβεία που πήρε για την προσπάθειά του.

Βαγγέλης Φραγκούλης

Τα Χρόνια της Αθωότητας: ένα έπος του Σκορσέζε για τον αρνούμενο έρωτα

Μια ταινία που πολύ πρόσφατα ανακάλυψα παρά την υψηλή δημοτικότητα της, το αξιόλογο καστ της, το έμπειρο βλέμμα του Σκορσέζε και το γεγονός ότι βασίστηκε σε ένα υπέροχο βιβλίο, είναι “Τα Χρόνια της Αθωότητας”.

Η σκηνοθετική ματιά που όπως πάντα είναι τόσο άρτια που αψηφά κάνεις την καθόλου αμελητέα διάρκεια της ταινίας, τα υπέροχα κουστούμια εποχής, τα αριστοκρατικά σκηνικά αποδίδουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το κλίμα της εποχής και τοποθετούν όμορφα τους πρωταγωνιστές μέσα σε αυτό.

Ίσως η ερμηνεία που ξεχώρισε περισσότερο, διότι απέδωσε το χαρακτήρα όπως θα τον είχε φανταστεί ο αναγνώστης του βιβλίου ήταν η εξαιρετική Ουινόνα Ράιντερ, που υποδύεται την αρραβωνιαστικιά του πρωταγωνιστή Ντάνιελ Ντέι Λούις. Ο τελευταίος παρότι σε κάθε ρόλο που διαδραματίζει είναι μοναδικός σε αυτόν δεν κατάφερε να μας αποδώσει την απόγνωση που ζει ο χαρακτήρες που ενσαρκώνει. Ομοίως και η Μισέλ Φάιφερ που αν και η φυσιογνωμία είναι η καταλληλότερη για την ηρωίδα, η ηθοποιία της δεν είναι τόσο πειστική. Ωστόσο, αυτά είναι αμελητέα μπρος στην γρήγορη πλοκή του έργου, στο συναισθηματικού του υπόβαθρο και στην ηθογραφία των πρωταγωνιστών. Αυτοί μοιάζουν σαν πιόνια μιας σκακιέρα που κινούν άλλοι. Αυτοί οι άλλοι είναι κάποιες φορές οι συγγενείς, κάποιες φορές τα ήθη της εποχής και η κοινωνία που τους πλαισιώνει.

Η υπόθεση

Στο έργο δημιουργείται ένα κατ΄αρχάς χαμηλών τόνων τρίγωνο ερωτευμένων νέων εικοσιδύο έως τριάντα χρόνων και ονομάζει τα χρόνια τους χρόνια αθωότητας θέλοντας να τονίσει την δική τους εκείνη αθωότητα/συμμόρφωση στους τύπους που αποτελούν την βιτρίνα της τάξης τους που αν και πηγάζει από την πιεστικότητα των κανόνων του περίγυρού τους μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση και συμπεριφορές εναρμονισμένες από μιαν άποψη με την καντιανή αισθητική σε βαθμό που αυτή υπαγορεύει καθοριστικά την στάση τους μετατρέποντάς τους σε ήρωες λογοτεχνίας και μέσα στο ίδιο το μυθιστόρημα,χαρακτήρες μέσα σε χαρακτήρες.

Οι χαρακτήρες

Ο Νιούλαντ Άρτσερ,ένας έξυπνος νεαρός δικηγόρος, η τρυφερή και εκπαιδευμένη για αριστοκρατική σύζυγος μα διόλου χαζή μνηστή του Μέι Ουέλαντ και η ξαδέλφη της,η θλιμμένη ζωντοχήρα κόμισσα Έλεν Ολένσκα, είναι χαρακτήρες παρμένοι γενικά από την αριστοκρατία της εποχής αλλά εντός του μυθιστορήματος της Γουόρτον γίνονται απόλυτα εξαρτημένοι από αυτό το ζητούμενο στο οποίο η συγγραφέας σκοπεύει να φτάσει τσαλακώνοντάς τους και ενεργούν σαν να το γνωρίζουν και μάλιστα να είναι υποχρεωμένοι να τερματίσουν την χάρτινη ζωή τους εντός του.

Ο Άρτσερ ερωτεύεται την Ολένσκα μα δεν θα τολμήσει να έρθει σε σύγκρουση όχι με τον περίγυρο αλλά στην πραγματικότητα με τον ίδιο του τον βολεμένο εαυτό και η Ολένσκα αν και έχει ζήσει στην πιο μποέμικη Ευρώπη και αν και θα θελήσει αρχικά να πάρει διαζύγιο (απλό μα εξωφρενικό για όλους αυτούς)και να ξαναχτίσει την ζωή της δεν τον πιέζει αρκετά, θυσιαζόμενη ή μάλλον ηττημένη από τους συμπαγείς κανόνες μιας κοινωνίας προσκολλημένης σ΄έναν υποκριτικό καθωσπρεπισμό.
Ο καημένος είναι τόσο κολλημένος στην ρευστή έννοια του καθήκοντος με την οποία τον έχουν γαλουχήσει που θα προτιμήσει έναν πληκτικό-όπως ομολογεί αργότερα-γάμο που τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά,όταν πια είναι χήρος και θα του δοθεί η ευκαιρία να ξανασυναντήσει αυτήν την γυναίκα, θα πανικοβληθεί και θα στερήσει από τον εαυτό του την πιθανότητα της ευτυχίας ,την χαρά τού να κάνει κάτι που εκείνος θέλει κι όχι ο περίγυρος τού επιτάσσει, για μια ακόμα φορά.

Αν και κάποιοι που θα δουν την ταινία σίγουρα θα σκεφτούν ότι απέχει πολύ από την εποχή μας, ότι πια ο έρωτας εκφράζεται ελεύθερα ανεξαρτήτως θέσης, τάξης, προσωπικής ζωής, αλλά αρκεί να αλλάξει γνώμη αν αναρωτηθεί πόσες φορές έχει αναγκαστεί να καταπιέσει, να κρύψει να θέσει στο περιθώριο τα αληθινά του συναισθήματα; Η διαχρονική αυτή πτυχή του έργου και του βιβλίου στο οποίο βασίζεται είναι το χαρακτηριστικό που το καθιστά αριστούργημα.

Πηγές:

http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2015/06/blog-post_12.html?m=1

Ο Ιρλανδός: Το αριστουργηματικό σινεμά του Σκορσέζε

«Ο Ιρλανδός» λοιπόν, είναι η διάρκειας τρεισήμισι ωρών ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, γυρισμένη για το Netflix μεν, αλλά κάνοντας κι ένα πέρασμα από τις κινηματογραφικές αίθουσες πρώτα. Η ταινία που δημιούργησε μεγάλο θόρυβο τους τελευταίους μήνες και όλοι περίμεναν με μεγάλες προσδοκίες είναι εδώ.

Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Αλ Πατσίνο και ο Τζο Πέσι πρωταγωνιστούν στον «Ιρλανδό» του Μάρτιν Σκορσέζε, μια επική ιστορία για το οργανωμένο έγκλημα στη μεταπολεμική Αμερική, μέσα από τα μάτια του βετεράνου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου Φρανκ Σίραν, ενός απατεώνα και εκτελεστή που συνεργάστηκε με διαβόητες μορφές του 20ού αιώνα. Καλύπτοντας διαφορετικές δεκαετίες, η ταινία παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια της Αμερικανικής Ιστορίας, την εξαφάνιση του θρυλικού ηγέτη του εργατικού συνδικάτου Τζίμι Χόφα, και μας ταξιδεύει με μοναδικό τρόπο στα μυστικά μονοπάτια του οργανωμένου εγκλήματος: τις εσωτερικές διαδικασίες, τις αντιπαλότητες και τις διασυνδέσεις με πολιτικούς.

Ο Φρανκ Σίραν ξεκίνησε να δουλεύει ως φορτηγατζής, αμέσως μόλις επέστρεψε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μία συγκυρία, γνώρισε τον Ράσελ Μπαφαλίνο, ένα καλά δικτυωμένο Αφεντικό της μαφίας της Φιλαδέλφειας κι έγινε το πρωτοπαλίκαρο κι ο εκτελεστής του – γνωστός κι ως «ο Ιρλανδός», λόγω της καταγωγής του. Οι διασυνδέσεις του Μπαφαλίνο τον οδήγησαν μέχρι τον ισχυρό συνδικαλιστή Τζίμι Χόφα, ο οποίος διαβόητα συνέδεσε το οργανωμένο εργατικό κίνημα με το οργανωμένο έγκλημα. Ο Φρανκ ήταν το δεξί χέρι και προσωπικός φίλος του Χόφα για πάνω από 15 χρόνια κι ο άνθρωπος κλειδί για να αποκαλύψει το μεγάλο μυστήριο της εξαφάνισής του. Οπως επίσης μπορεί να μάς κλείσει το μάτι για το ποιος πραγματικά πάτησε τη σκανδάλη στη δολοφονία του JFK. Αυτός είναι που μπορεί να μας βάλει στον κόσμο της μαφίας τον οποίο υπηρέτησε πιστά για 40 χρόνια. Ενα παρακρατικό ισχυρό σύστημα πίσω από το σύστημα – τόσο αδίστακτο και κυνικό, που παραμένει ανίκητο. Ο Μάρτιν Σκορσέζε επιστρέφει σε αυτό που γνωρίζει τόσο καλά – το σκοτεινό, επικίνδυνο κι ανατριχιαστικά γοητευτικό σύμπαν του γκανγκστερικού είδους. 

Μας παρουσιάζει την κινηματογραφική αλήθεια του αντι-ήρωα. Αυτή που μπορεί να διαβαστεί ως μία παραβολή για την ανθρώπινη φύση και να αφορά κι εμάς – τον κάθε ένα προσωπικά- και τις μικρές ζωές μας που δε θα απασχολούσαν ποτέ την μεγάλη οθόνη. Ολοι θα πεθάνουμε – πλούσιοι και φτωχοί, επιτυχημένοι κι αποτυχημένοι, άσημοι και διάσημοι, αμαρτωλοί κι αθώοι. Ο Φρανκ επέζησε της βαρβαρότητας της δουλειάς του. Πιστός, ξηγημένος κι έξυπνος κέρδιζε τις ισορροπίες στα στημένα παιχνίδια και την εμπιστοσύνη των ισχυρών παικτών. Δεν έφαγε σφαίρα, δεν κάηκε ζωντανός, δεν “εξαφανίστηκε”. Ενας άνθρωπος μια ζωή παγερός, ψυχρός κι ανίκανος για συναισθήματα, να μην έχει που αλλού να κρυφτεί από τον θάνατο που πλησιάζει.

Πατώντας πάνω στο βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ («I Heard You Paint Houses» – ευφημισμός για τους εκτελεστές της μαφίας, καθώς το αίμα των θυμάτων τους έβαφε τους τοίχους) και στην κινηματογραφική μεταφορά του από τον Στιβ Ζέλιαν, ο Σκορσέζε στα 77 του χρόνια θέλει να μάς πει διαφορετικά την κακόφημη ιστορία που έχτισε την κινηματογραφική του καριέρα. Μία αμαρτωλή αφήγηση προσωπικής φιλοδοξίας, απληστίας, και απαράμιλλης βίας. Ταυτόχρονα όμως, η ωριμότητα και το καταστάλλαγμα των χρόνων του δημιουργού το μετατρέπει σε κάτι πιο θλιμμένο και σοφό. Μία ελεγειακή παραβολή της ανθρώπινης θνησιμότητας. Μία εξομολόγηση ενοχών, μία τελευταία ανάσα σπαραχτικής μεταμέλειας, μοναξιάς και ματαιότητας. Την πιο σκοτεινή καρδιά δεν την έχει η μαφία, ο καπιταλισμός, η εξουσία. Αλλά ο χρόνος.

«Ο Ιρλανδός» είναι ένα αυτόματα κλασικό αριστούργημα. Μία επική, μεγαλειώδης ταινία που, ταυτόχρονα, βιώνεται ως προσωπικός ψίθυρος. Μία μελαγχολική ωδή για την ερώτηση που μάς περιμένει όλους στο τέλος και πρέπει να έχουμε έτοιμη απαντήση: τι αφήνω πίσω μου; Ο Σκορσέζε μόλις το απάντησε.

Η ταινία, που ήδη κυκλοφορεί στους κινηματογράφους ανά τον κόσμο, θα κάνει την πρεμιέρα της και στο Netflix στις 27 Νοεμβρίου. Άλλο ένα αριστούργημα της streaming υπηρεσίας που κινείται ολοταχώς και δικαίως προς τα Όσκαρ και είναι σιγουρο ότι θα έχει μία λαμπρή πορεία.

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/tainies-evdomadas-o-irlandos-kai-to-thayma-tis-thalassas-ton-sargasson/

https://flix.gr/cinema/the-irishman-review.html

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/597881_o-irlandos

«Ο Ιρλανδός» του Μάρτιν Σκορσέζε: Τα γερασμένα παιδιά