«Μυστικός Δείπνος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Άλλο δεν επιθύμησα – μονάχα
τα κουρασμένα πόδια σου να πλύνω.
Να ’ναι η κάμαρα ζεστή, κι απ’ τις κουρτίνες
να πέφτει η αντηλιά του δειλινού.
Ευλαβικά τις αρβύλες θα σου βγάλω,
τις λασπωμένες, και ζεστό νερό θα φέρω
μες σε βαθιά λεκάνη, και θα σκύψω
να σε υπηρετήσω ταπεινά.

Μα όταν, σηκώνοντας τα βρώμικα απονέρια,
γεμάτα απ’ την αγάπη μου, αντικριστούμε,
μες στην ανατριχίλα των ματιών μου δε θα βρεις
αυτό που τα απονέρια ετούτα μαρτυρούνε.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μυστικός Δείπνος» (από τη συλλογή “Ξένα γόνατα”, πρώτη έκδοση, 1954), κυκλοφορεί στην συλλογή “ΠΟΙΗΜΑΤΑ” (σελίδα 36), ένατη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2020, από τις εκδόσεις Ιανός

Ακούστε το εδώ:

«Μεγάλη Τρίτη» του Νίκου Γκάτσου

Μεγάλη Τρίτη

Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Continue reading “«Μεγάλη Τρίτη» του Νίκου Γκάτσου”

“Η Μάνα του Χριστού”, Κώστας Βάρναλης

Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μάβρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Continue reading ““Η Μάνα του Χριστού”, Κώστας Βάρναλης”

Των Βαΐων του Βαγγέλη Δρόσου

Continue reading “Των Βαΐων του Βαγγέλη Δρόσου”

«Του Λαζάρου» της Κικής Δημουλά

«Του Λαζάρου»

Nεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Kάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Kαλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Eίχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Continue reading “«Του Λαζάρου» της Κικής Δημουλά”

«Όπως πεθαίνουν» της Κατίνας Μέτσιου

Όπως πεθαίνουν

Οι ποιητές θα πεθαίνουν μόνοι
σε ένα δωμάτιο από κερί που καίγεται.
Καταπίνουν τους καπνούς
και φτύνουν την λησμονιά του κόσμου.
Το οξυγόνο το λειψό
θα το δώσουν στον βαρκάρη.
Έτσι, εκείνος μένει αθάνατος.
Οι ποιητές πεθαίνουν τελευταίοι.
Σαν τελευταία χάρη
από τον αγιάτρευτο τον Θάνατο.
Ξεπλένουν τις πληγές του και μοσχοβολούν.
Φτάνει στα σπίτια των γειτόνων η ευωδιά,
στις αγκαλιές των εραστών προπάντων
ανεξάντλητη.
Οι ποιητές πεθαίνουν από έρωτα. Τέρμα.
Οι διαγνώσεις όλες θετικές
και οι ελπίδες φρούδες.
Κυλάει αξόδευτος ο ιδρώτας του στα μάτια τους
και βλέπουν έτσι τις συμφορές πριν από όλους.
Μια συμφορά οι ίδιοι γίνονται
και στριφογυρνούν για να τους πιάσεις.
Οι ποιητές πεθαίνουν τώρα.
Ανάμεσα στα χέρια σου και το ξημέρωμα.

Κατίνα Μέτσιου, «Όπως πεθαίνουν» (από την ποιητική συλλογή «Το τίποτα που πλέει ευτυχισμένο»), εκδόσεις Φίλντισι, Αθήνα, 2020

Ακούστε το εδώ:

“Κάθε μέρα παίρνω άλλο μονοπάτι…” του Φρήντριχ Χαίλντερλιν

Κάθε μέρα παίρνω άλλο μονοπάτι, στα δέντρα

Μέσα του δάσους πηγαίνω, στις πηγές μετά,

Στα βράχια όπου ανθίζουν τριαντάφυλλα

Κι απ’ τον λόφο ψηλά κοιτάζω κάτω τον τόπο,

Continue reading ““Κάθε μέρα παίρνω άλλο μονοπάτι…” του Φρήντριχ Χαίλντερλιν”

“Οι σαλευτές” της Τζουλιάνας Ντότσι-Ντέλεϊ

Οι σαλευτές

Τις νύχτες
Εμείς οι αιώνιοι σαλευτές
Τις γιορτάζουμε με λέξεις
Γερές δόσεις ονείρων
Απάλευτες επιθυμίες
Απ’ όλου του κόσμου τις τρικυμίες

Τις νύχτες
Εμείς οι σαλευτές
Παιδιά ξιπασμένων ψυχών
Πεθαμένων παιδικών χρόνων
Τις αγαπάμε μία μία
Γιατί σωπαίνουν όταν κλαίμε

Continue reading ““Οι σαλευτές” της Τζουλιάνας Ντότσι-Ντέλεϊ”

“Γιατί οι άνθρωποι είναι αδύναμοι…” της Λυγερής Ζωχιού

«Και τώρα κι από πάντα
Του αυτονόητου ο αέναος αγώνας
κόντρα στο βολικό συνηθισμένο μας
Μέρα τη μέρα
αρχαία σκουριά
απ’ τη συνήθεια που σέρνεται»


Γιατί οι άνθρωποι είναι αδύναμοι…

Continue reading ““Γιατί οι άνθρωποι είναι αδύναμοι…” της Λυγερής Ζωχιού”

Το Ελληνόπουλο του Βίκτορος Ουγκώ

Τοῦρκοι διαβῆκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ὡς πέρα.
῾Η Χίο, τ’ ὁλόμορφο νησί, μαύρη ἀπομένει ξέρα,
μὲ τὰ κρασιά, μὲ τὰ δεντρά
τ’ ἀρχοντονήσι, ποὺ βουνὰ καὶ σπίτια καὶ λαγκάδια
καὶ στὸ χορὸ τὶς λυγερὲς καμιὰ φορὰ τὰ βράδια
καθρέφτιζε μέσ’ στὰ νερά.

Continue reading “Το Ελληνόπουλο του Βίκτορος Ουγκώ”