Πουαρώ της Αγκάθα Κρίστι

Η σειρά Poirot (επίσης γνωστή και ως Poirot της Agatha Christie) είναι ένα βρετανικό τηλεοπτικό πρόγραμμα μυστηρίου που προβλήθηκε στο ITV από τις 8 Ιανουαρίου 1989 έως τις 13 Νοεμβρίου 2013. Ο David Suchet πρωταγωνιστεί ως ο επώνυμος ντετέκτιβ, ο φανταστικός Hercule Poirot της Agatha Christie. Αρχικά η σειρά παράχθηκε από την LWT, αργότερα κατασκευάστηκε από ITV Studios. Η σειρά προβλήθηκε επίσης στο VisionTV στον Καναδά και στο PBS και το A&E στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το πρόγραμμα έτρεξε για 13 σειρές και συνολικά 70 επεισόδια. Κάθε επεισόδιο δημιουργήθηκε από κάποιο μυθιστόρημα ή κάποια σύντομη ιστορία από την Christie. Σε κάθε επεισόδιο ο Poirot είναι και ο κύριος ντετέκτιβ που είναι υπεύθυνος για τη διερεύνηση ενός εγκλήματος (συνήθως δολοφονίας).

Με τη βοήθεια του επιθεωρητή της Σκότλαντ Γιάρντ, επιθεωρητή Japp, του επιστήθιου φίλου του Arthur Hastings, της φίλης του και συγγραφέος Ariadne Oliver και τηε γραμματέας του Miss Lemon, ο διάσημος Βέλγος ντετέκτιβ, με το ωοειδές κεφάλι, το αυστηρό στρατιωτικό μουστάκι και το περήφανο βήματ του καταφέρνει πάντα να δώσει λύση στα πιο διάσημα μυθιστορήματα αστυνομικής λογοτεχνίας.

Ανάμεσα στα 70 επεισόδια που αριθμεί η σειρά, κανείς μπορεί να βρει τις αγαπημένες υποθέσεις της Αγκάθα Κρίστι, όπως:

Η Μυστηριώδης Υπόθεση Στάιλς

Ποιος Σκότωσε τον Ακρόυντ

Οι Μεγάλοι Τέσσερις

Σφήκα σε Ψάθινο Καπέλο

Στοίχημα με το Διάβολο

Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές

Για Γάμο ή για Κηδεία

Η Υπογραφή του Δολοφόνου

Ο Μπαλαντέρ του Θανάτου

Σιωπηλός Μάρτυρας

Έγκλημα στον Νείλο

Ραντεβού με το Θάνατο

Πέντε Μικρά Γουρουνάκια

Οι Άθλοι του Ηρακλή

Το Πάρτυ

Οι Ελέφαντες Θυμούνται

Αυλαία

Ο Πουαρώ

Πώς εμπνεύστηκε η Αγκάθα Κρίστι τον χαρακτήρα;

Το όνομα Ηρακλής Πουαρό (Hercule Poirot) προέρχεται από δύο άλλους πλασματικούς ντετέκτιβ, τον Hercule Popeau της Marie Belloc Lowndes και τον Monsieur Poire του Frank Howel Evans.Προφανής επιρροή στις ιστορίες του Πουαρό έχει ασκηθεί και από το φανταστικό ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς του συγγραφέα Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και από τον επιθεωρητή Hanaud, του συγγραφέα A. E. W. Mason.Η Αγκάθα Κρίστι ζούσε στη νοτιοδυτική Αγγλία και πιο συγκεκριμένα στο Ντέβον και εμπνεύστηκε τον ήρωα της από τους Βέλγους πρόσφυγες κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ο Πουαρό είναι Βέλγος ερευνητής, εγκατεστημένος στο Λονδίνο έπειτα από τη Γερμανική εισβολή στο Βέλγιο.

Πρώτη και τελευταία εμφάνιση

Η πρώτη εμφάνιση του Πουαρό ήταν στο αστυνομικό μυθιστόρημα Η μυστηριώδης υπόθεση Στάιλς, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1920, ενώ είχε ήδη ολοκληρωθεί από το 1916. Μέσα στην πρώτη δεκαετία των ιστοριών του Πουαρό, η Αγκάθα Κρίστι άρχισε να αντιπαθεί τον ήρωα της και για πολλά έτη στην πορεία, τον θεωρούσε αφόρητο, εγωκεντρικό και ενοχλητικό. Ωστόσο, λόγω της αγάπης που είχε το κοινό στο πρόσωπο του Πουαρό, αποφάσισε να μην τον σκοτώσει τόσο σύντομα όσο η ίδια επιθυμούσε και έτσι ο Πουαρό έκανε την τελευταία του εμφάνιση το 1975 στο μυθιστόρημα Αυλαία, το οποίο είχε ήδη γραφτεί μέσα στη δεκαετία του 1940. Μάλιστα, η εφημερίδα The New York Times έκρινε ιδιαίτερα σημαντικό το τέλος του Πουαρό, γράφοντας νεκρολογία στην πρώτη σελίδα της. Τα αντίστοιχα επεισόδια της σειράς προβήθηκαν στην τρίτη σεζόν, το 1990 και στην τελευταία, το 2013.

Εξωτερική Εμφάνιση

Ο Πουαρό σύμφωνα με την περιγραφή του συνεταίρου του Κάπτεν Άρθουρ Χέιστινγκς:

Ήταν ελάχιστα ψηλότερος από 1,62 αλλά στεκόταν με μεγάλη αξιοπρέπεια. Το κεφάλι του είχε ακριβώς το σχήμα ενός αυγού και ήταν πάντα λίγο γυρτό προς το πλάι. Το μουστάκι του ήταν πολύ δύσκαμπτο και στρατιωτικό. Ακόμα και όλα στο πρόσωπο του ήταν καλυμμένα, οι άκρες από το μουστάκι του και η ροζ του μύτη θα ήταν ορατές. Η καθαριότητα των ρούχων του ήταν σχεδόν απίστευτη. Πιστεύω ότι ένας κόκκος σκόνης θα του είχε προκαλέσει περισσότερο πόνο από ένα τραύμα από σφαίρα.

Η Αγκάθα Κρίστι στο μυθιστόρημα Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές περιγράφει τον Πουαρό ως εξής:

Με το βήμα που οδηγεί στην κλινάμαξες στάθηκε ένα νεαρός Γάλλος υπολοχαγός, περίλαμπρος με τη στολή, να συνομιλεί με ένα μικρόσωμο άνθρωπο [Ηρακλή Πουαρό] κουκουλωμένο μέχρι τα αυτιά, του οποίου δε φαινόταν τίποτα πέρα από μια ροζ μύτη και δύο άκρες από ένα γυρισμένο προς τα πάνω μουστάκι.

Στα μεταγενέστερα βιβλία, δεν αναφέρεται ότι κουτσαίνει, γεγονός που υποδηλώνει ότι μάλλον ήταν ένας προσωρινός τραυματισμός από τον πόλεμο. Δίνει μεγάλη σημασία στο μουστάκι του, το οποίο λαδώνει με κερί. Ο Πουαρό έχει πράσινα μάτια, τα οποία επανειλημμένα περιγράφονται να λάμπουν σαν της γάτας. Τα μαλλιά του είναι σκούρα και στη συνέχεια της ζωής του, όπως ανακαλύπτει ο Χέιστινγκς, τα βάφει. Ωστόσο, σε πολλές τηλεοπτικές ενσαρκώσεις είναι φαλακρός. Συχνές αναφορές γίνονται στα παπούτσια του, που είναι από λουστρίνι και τυχόν ζημιά σε αυτά, αποτελεί για τον ίδιο πηγή δυστυχίας, ενώ για τον αναγνώστη πηγή γέλιου. Στο ξεκίνημα της καριέρας του, ο τρόπος ντυσίματος του θεωρήθηκε ιδιαίτερα προσεγμένος. Στην πορεία θεωρήθηκε εκτός της μόδας.

Προσωπικότητα

Ο Πουαρό αρέσκεται στην άνετη ζωή και στα χρήματα. Επιθυμεί την τάξη και τη συμμετρία και πιστεύει πως όλοι είναι γνώστες του ονόματος του. Απεχθάνεται τη σκόνη και όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χέιστινγκς «ένας κόκκος σκόνης θα του είχε προκαλέσει περισσότερο πόνο από ένα τραύμα από σφαίρα». Επίσης, διακρίνεται για την ευαισθησία στο στομάχι του και υποφέρει από ναυτίες. Όπως αναφέρεται στην Αυλαία, είναι λάτρης της κλασσικής μουσικής, ιδίως του Μότσαρτ και του Μπαχ.

Μεθοδικότητα

Ο Πουαρό κατά την εξιχνίαση εγκλημάτων, απαξιώνει μεθόδους όπως αυτή της χρήσης μεγεθυντικού φακού ή της συλλογής αποτυπωμάτων ή στάχτης ενός τσιγάρου και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα φαιά κύτταρα του εγκεφάλου. Θεωρεί πως κάθε έγκλημα μπορεί να λυθεί, αρκεί να καθίσεις σε μια πολυθρόνα και να προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό του δολοφόνου, αφού κατά την κρίση του «συγκεκριμένοι άνθρωποι κάνουν συγκεκριμένα εγκλήματα». Δίνει μεγάλη έμφαση στη λεπτομέρεια και δρα μεθοδικά, χωρίς να προβαίνει σε βιαστικά συμπεράσματα. Συχνά παρέχει ψευδείς πληροφορίες για το άτομο του, με σκοπό ο ένοχος να τον θεωρήσει υπεράνω πάσης υποψίας και να του αποκαλύψει χρήσιμα για την υπόθεση στοιχεία.

Ζωή

Ο Πουαρό έχει μεγαλώσει κοντά στην πόλη Σπα, στο Βέλγιο και είναι Ρωμαιοκαθολικός. Η Αγκάθα Κρίστι παρέχει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την παιδική ηλικία του Πουαρό, με αναφορές κυρίως στο μυθιστόρημα Η Υπογραφή του Δολοφόνου που φαίνεται να προέρχεται από μια μεγάλη οικογένεια με λίγο πλούτο και να έχει τουλάχιστον μία μικρότερη αδελφή. Εισήχθη στο αστυνομικό σώμα των Βρυξελλών το 1893 και μέχρι που αναγκάστηκε να φύγει ως πρόσφυγας στην Αγγλία λόγω του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Μετά τον πόλεμο έγινε ιδιωτικός ντετέκτιβ αστικών υποθέσεων, για την επίλυση των οποίων, ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, την Ασία και στο ήμισυ της Νότιας Αμερικής.

Θάνατος

Ο Πουαρό πεθαίνει το 1949 στο μυθιστόρημα Αυλαία, όπου γίνεται και ο ίδιος δολοφόνος. Ερευνώντας μια υπόθεση πολλαπλών δολοφονιών, θεωρεί ότι ο ίδιος πρέπει να σκοτώσει τον δολοφόνο, μιας και αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τον αποτρέψει από το να διαπράξει το επόμενο του έγκλημα. Ο Πουαρό αντιμετωπίζει πρόβλημα με την καρδιά του και για αυτό παίρνει χάπια. Όμως αυτή τη φορά (ίσως λόγω ενοχής) δεν παίρνει το χάπι του και έτσι κάνει την τελευταία του εμφάνιση. Τα τελευταία του λόγια τα απηύθυνε στον Χέιστινγκς προσφωνώντας τον «αγαπητέ φίλε». Ο Πουαρό θάφτηκε στο Στάιλς και την κηδεία ανέλαβαν ο Χέιστινγκς και η μία του κόρη. Πάντως δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Χέιστινγκς παρευρέθη στην κηδεία του Πουαρό, αφού στο μυθιστόρημα Οι Μεγάλοι Τέσσερις ο Πουαρό σκηνοθετεί τη δήθεν κηδεία του στην προσπάθεια του να αιφνιδιάσει τους υπόπτους.

Άλλοι χαρακτήρες

Άρθουρ Χέιστινγκς

Ο Χέιστινγκς είναι πρώην αξιωματικός του Βρετανικού Στρατού. Γίνεται ο δια βίου φίλος του Πουαρό και εμφανίζεται σε πολλές περιπτώσεις. Ο Πουαρό δεν τον θεωρεί ιδιαίτερα καλό ντετέκτιβ ούτε και έξυπνο, ωστόσο θεωρεί χρήσιμη τη συνεισφορά του, αφού σκέφτεται όπως ο μέσος άνθρωπος. Οι δυο τους αποτελούν μία δυνατή ομάδα μέχρι που ο Χέιστινγκς νυμφεύεται και αποκτά τέσσερα παιδιά (δύο γιους και δύο κόρες). Τελικά μεταναστεύει στην Αργεντινή, ενώ ξανασυναντά τον Πουαρό για τελευταία φορά στην Αυλαία. Τον Χέιστινγκς υποδύεται ο Hugh Fraser.

Αριάδνη Όλιβερ

Την Αριάδνη Όλιβερ ενσάρκωσε η ηθοποιός, Zoë Wanamaker. Πρόκειται για συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών, που στην πραγματικότητα είναι η χιουμοριστική αυτο-καρικατούρα της Αγκάθα Κρίστι. Η Αριάδνη Όλιβερ μισεί το αλκοόλ και τις δημόσιες εμφανίσεις ενώ τρέφει μεγάλη αγάπη για τα μήλα. Είναι παντρεμένη και έχει την τάση να αλλάζει συχνά τα μαλλιά της. Η πρώτη της συνάντηση με τον Πουαρό έγινε στο μυθιστόρημα Ο Μπαλαντέρ του Θανάτου όπου και άρχισε να τον ενοχλεί.

Φελίσιτι Λέμον

Είναι η γραμματέας του Πουαρό που υποδύεαι η Pauline Moran. και έχει λίγες ανθρώπινες αδυναμίες. Τα μόνα λάθη που έχει κάνει είναι ένα τυπογραφικό και ένα που αφορούσε ένα λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Ο Πουαρό την είχε χαρακτηρίσει “Απίστευτα άσχημη και απίστευτα αποτελεσματική. Ό,τι θεωρούσε άξιο προσοχής, ήταν όντως άξιο προσοχής”. Είναι ειδική σχεδόν σε όλα και προσπαθεί να δημιουργήσει το τέλειο σύστημα αρχειοθέτησης.

Αρχιεπιθεωρητής Τζαπ

Ο Τζέιμς Τζαπ είναι ο αρχιεπιθεωρητής της Σκότλαντ Γιαρντ και ερευνά αρκετές από τις υποθέσεις τις οποίες έχει αναλάβει ο Πουαρό. Οι δυο τους για πρώτη φορά συναντήθηκαν το 1904 στο Βέλγιο. Ορισμένες φορές βοηθούν ο ένας τον άλλον στην επίλυση κάποιου μυστηρίου, ενώ άλλες συνεργάζονται για την εξιχνίαση της ίδιας υπόθεσης. Τον Τζαπ έχει κυρίως υποδυθεί στη σειρά, ο Φίλιπ Τζάκσον, ενώ το 1985 στην ταινία Δεκατρείς σε δείπνο τον ρόλο του Τζαπ ενσάρκωσε ο Ντέιβιντ Σουσέι.

«Η υπέροχη φίλη μου»: ένας ύμνος για τις φιλίες που μας καθορίζουν

Η συναρπαστική σειρά «Η υπέροχη φίλη μου» (My Brilliant Friend/L’ Amica Geniale), βασισμένη στο ομότιτλο μπεστ σέλερ μυθιστόρημα της Ιταλίδας συγγραφέως Έλενα Φεράντε, είναι η νέα σειρά που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στην online πλατφόρμα της ΕΡΤ, ΕΡΤFLIX. Η δεύτερη σεζόν της δημοφιλούς σειράς προβλήθηκε από την COSMOTE TV.

«Η υπέροχη φίλη μου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της «Τετραλογίας της Νάπολης» και αφηγείται την ιστορία δύο γυναικών, της Έλενα και της Ραφαέλα, με φόντο τις φτωχογειτονιές της Νάπολης, ξεκινώντας από την παιδική τους ηλικία, τη δεκαετία του ’50.

Όταν η πιο σημαντική φίλη της ζωής της εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη, η Έλενα Γκρέκο, μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζει σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, ανοίγει τον υπολογιστή της και αρχίζει να γράφει τη δική της ιστορία και αυτήν της Ραφαέλα, που ανέκαθεν φώναζε Λίλα. Διηγείται την ιστορία της φιλίας τους, που άρχισε στο σχολείο τη δεκαετία του 1950 σε μια επικίνδυνη αλλά γοητευτική Νάπολη, και της ζωής τους επί εξήντα χρόνια. Μια ιστορία που ξεδιπλώνει το μυστήριο που καλύπτει τη Λίλα, την καλύτερη φίλη και, ταυτόχρονα, την χειρότερη εχθρό της Έλενα.

Η οικογένεια του τσαγκάρη, του θυρωρού, της τρελής χήρας, του μαραγκού, του δον Ακίλλε… Στους τίτλους αρχής, με την εξαιρετική μουσική υπόκρουση του Μαξ Ρίχτερ, οι κάρτες μας συστήνουν τις οικογένειες της σειράς σαν ένα νοσταλγικό view master χαρακτήρων. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μέσα από τα πρόσωπα, την ενδυματολογική επιμέλεια και το σκηνογραφικό φόντο τη σκληράδα, αλλά και τις τρυφερές συγγένειες των μελών, κάνοντας σαφές πως οι δυναμικές που θα αναπτύξουν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες αποτελούν το υπόστρωμα της πλοκής. Παράλληλα, δίνουν πρόσωπο σε μία εποχή και συνδέουν τις φτωχογειτονιές της Νάπολης της δεκαετίας του ‘50 με συγκεκριμένες σχέσεις.

Οι μικρές Ελίζα Ντελ Τζένιο και Λουντοβίκα Νάστι στους ρόλους των Έλενα Γκρέκο και Λίλα Τσερούλλο χτίζουν άμεσα χημεία και αποτελούν οπτικά ένα πολύ ενδιαφέρον δίπολο. Η ξανθιά, ήσυχη Έλενα που προσπαθεί για το καλύτερο και η μελαχρινή, ατίθαση Λίλα, που τα καταφέρνει αβίαστα. Και οι δυο όμως είναι ανήλικα κορίτσια σε έναν κόσμο που δεν τις υπολογίζει. Οι σκηνές που οι μικρές φίλες εκπαιδεύονται με τις «Μικρές Κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ, το γοερό κλάμα της χήρας καθώς διαλύει το σπίτι της όταν η οικογένεια του εραστή της αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη, η θαρραλέα παράκληση των δυο κοριτσιών στο κατώφλι του δον Ακίλλε, είναι μερικά από τα highlights του πρώτου επεισοδίου που φιλτράρονται μέσα από την αυθεντικότητα της ναπολιτάνικης διαλέκτου κι αφήνουν μακριά το μελόδραμα και τους συναισθηματισμούς.

Μόνο η πιστότητα, που φαίνεται να θαυμάζει το «υπέροχο» μυθιστόρημα σαν ευαγγέλιο, και δεν αφήνει δημιουργικές ελευθερίες φαντάζει μέχρι τώρα μειονέκτημα στη σειρά που θέλει περισσότερο να ικανοποιήσει, κι όχι να εκπλήσσει με όραμα. Ακόμα και σε σκηνές που το voice over – μόνιμη υπενθύμιση της λογοτεχνικής πηγής – δεν κρίνεται απαραίτητο, από τη στιγμή που οι εικόνες μπορούν να «μιλήσουν» με αυτάρκεια.

Η συγγραφέας Έλενα Φερράντε εμπλέκεται στο σενάριο της σειράς, που το συνυπογράφει με τον Φραντσέσκο Πίκολο («Το Ανθρώπινο Κεφάλαιο»), τη Λάουρα Παολούτσι (παραγωγό του «Γόμορρα) και τον σκηνοθέτη, ενώ στην παραγωγή φιγουράρει το όνομα του Πάολο Σορεντίνο («Η Τέλεια Ομορφιά»).

Η τηλεοπτική μεταφορά των βιβλίων σπάει πολλούς κανόνες κι αυτό είναι που την κάνει να ξεχωρίζει. Η τετραλογία της Elena Ferrante έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση, αρχικά στην Ιταλία και μετά παγκοσμίως ώστε να τραβήξουν την προσοχή του HBO. Αυτή είναι και η πρώτη παράδοση που σπάει, αφού αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά για τα ιταλικά τηλεοπτικά δεδομένα. Ο αγώνας των γυναικών για τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία στον ιταλικό νότο της εποχής διαγράφεται με μαεστρία μέσα από το καλογραμμένο σενάριο. Κι το σπάσιμο των κανόνων συνεχίζεται. Οι ηθοποιοί της σειράς Elisa Del Genio / Margherita Mazzucco σαν παιδιά και Ludovica Nasti / Gaia Girace  σαν έφηβες, είναι πραγματικά καλοί. Αν και για τις δύο μικρές είναι η πρώτη τηλεοπτική εμφάνιση. Ένας ακόμα κανόνας που κάνει τη διαφορά είναι η αποφυγή των στερεότυπων που αφορούν τη μαφία και την εγκληματικότητα της εποχής στη Νάπολη.

Με μία πιο προσεκτική ματιά η σειρά τελικά αφορά πολλά περισσότερα πράγματα από την τρυφερή ιστορία δύο κοριτσιών. Αριστερή πολιτική, έμφυλη βία, υπέροχα παπούτσια. Στρατιωτική δύναμη της πατριαρχίας, γυναικεία δημιουργικότητα. Μία δυνατή φωνή για το ταξίδι-άλμα τη ζωής που μας χαρίζεται μέσω της εκπαίδευσης και για την πρόσβαση της εύπορης τάξης στην τέχνη και στα γράμματα.

Παρά την ποιότητα της σειράς τα δημοσιεύματα στη γειτονική χώρα περιγράφουν την τεράστια προκατάληψη που επικρατεί. H σειρά προβάλλεται από το κανάλι Rai 1. Στην Ιταλία υπάρχει μία κοινή πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν ‘πραγματικές’ τηλεοπτικές σειρές αλλά μόνο σαπουνόπερες. Οι Millenials και οι διανοούμενοι σνομπάρουν τη μυθοπλασία που παράγεται στη χώρα τους.  Όσο καλή κι αν είναι η παραγωγή για τους επιλεκτικούς παραμένει μία προβολή στο Rai 1 άρα και ‘επαρχιακή’. Όσο κι αν αναβοσβήνει το λογότυπο του HBO στους τίτλους, όσο κι αν η φωτογραφία είναι αντάξια μεγάλων παραγωγών, όσο κι αν οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, μία μερίδα Ιταλών την απορρίπτουν πριν καν τη δουν κι έτσι η σειρά βρίσκει αναγνώριση κυρίως εκτός των Ιταλικών συνόρων.

Ένας ύμνος για τις φιλίες που μας καθορίζουν, ακόμα κι αν οι δεσμοί τους δεν παραμείνουν άρρηκτοι με τα χρόνια, την ζήλεια και τη λατρεία που τροφοδοτεί την άμιλλα, «Η υπέροχη φίλη μου» ξεδιπλώνει την ιστορία μιας φιλίας, μιας γειτονιάς κι εντέλει ενός έθνους που βιώνει κοσμοϊστορικές αλλαγές με το πέρασμα των δεκαετιών. Γήινο και τρυφερό, μία αναλογία του μικρόκοσμου που παρατηρούμε ως παιδιά και μας προετοιμάζει ως ενήλικες, η τηλεοπτική «Υπέροχη Φίλη μου» ξεκινά παράλληλα με πολλές υποσχέσεις. Σας προτρέπουμε να σπεύσετε να το απολαύσετε!

ΠΗΓΕΣ: https://www.ert.gr/radiotileorasi/politismos-radiotileorasi/technes-radiotileorasi/i-yperochi-fili-moy-i-synarpastiki-dramatiki-seira-stin-ert2/ , http://cinemagazine.gr/nea/arthro/my_brilliant_friend_review-130993288/ , https://www.savoirville.gr/i-iperoxi-fili-mou/ , https://www.ladylike.gr/life/savvato-i-iperochi-fili-mou-ine-i-sira-pou-eprepe-na-echis-idi-di/

Stateless: η λεπτή γραμμή που χωρίζει την ελευθερία από την σκλαβιά

Το Stateless είναι η νέα αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά βασιζόμενη σε πραγματικά γεγονότα, την οποία παρακολουθήσαμε πρόσφατα και στο ελληνικό Netflix. Το Stateless είναι μια δυνατή και επίκαιρη σειρά για τέσσερις ξένους, των οποίων οι ζωές συγκρούονται σε ένα κέντρο κράτησης μεταναστών, που βρίσκεται στη μέση της αυστραλιανής ερήμου: μια αεροσυνοδός που τρέχει να γλυτώσει από μια επικίνδυνη αίρεση, ένας Αφγανός πρόσφυγας και η οικογένειά του που διώκονται, ένας νεαρός πατέρας που δραπετεύει από το αδιέξοδο και μια φιλόδοξη γραφειοκράτης που προσπαθεί να συγκαλύψει ένα εθνικό σκάνδαλο.

Το προσφυγικό δράμα δεν είναι μία μακρινή ανάμνηση από άλλες πιο σκληρές εποχές. Δυστυχώς, παίρνει σάρκα και οστά στα σύνορα όλου του κόσμου, καθώς η απελπισία σπρώχνει τους ανθρώπους να φύγουν μακριά από τον τόπο τους μόνο και μόνο για να βρεθούν φυλακισμένοι σε άλλες γωνιές του πλανήτη. Η Αυστραλία είναι μία χώρα που κτίστηκε πάνω σε πρόσφυγες και μετανάστες, οι τακτικές όμως απέναντι σε αυτό το πολύ λεπτό ζήτημα είναι πολύ συχνά απάνθρωπες,  όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο Stateless.

Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της δραματικής σειράς είναι, δίχως αμφιβολία, η Sofie Werner – μία λευκή Αυστραλίδα που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Η ιστορία του χαρακτήρα που υποδύεται εξαιρετικά η Yvonne Strahovski (πιο γνωστή από το επίσης εξαιρετικό Handmaid’s Tale – την κριτική μας γι’ αυτό μπορείς να την διαβάσεις εδώ) είναι βασισμένη στην πραγματική “οδύσσεια” που βίωσε η Cornelia Rau, ένα αληθινό πρόσωπο που η μοίρα της έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Ή μάλλον ένα άσχημο παιχνίδι που θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα για τον καθένα μας. Αρκεί να βρισκόμασταν χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά στο έδαφος της Αυστραλίας.

Η απομακρυσμένη χώρα του Νότιου Ημισφαιρίου τηρεί αυστηρή έως απάνθρωπη στάση απέναντι σε όλους όσους βρεθούν να μη διαθέτουν τις κατάλληλες διαπιστεύσεις. Είτε είναι μετανάστες, είτε είναι πρόσφυγες, είτε -όπως στην περίπτωση της Cornerlia Rau- είναι άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος μέρος της λάθος στιγμή. Ο μόνος δρόμος είναι τα κέντρα κράτησης που ελάχιστη διαφορά έχουν από φυλακές.

Η Rau εργαζόταν στα τέλη των 90s ως αεροσυνοδός στην Qantas, τη μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία της Αυστραλίας. H ευαίσθητη ψυχολογία της την οδήγησε να γίνει μέλος μίας αίρεσης με το όνομα KENJA. Σχετικά γρήγορα, εκείνο που ένιωσε ως κάλεσμα μεταμορφώθηκε σε εφιάλτη: Η ηγεσία της αίρεσης την ταπείνωνε, την εκμεταλλευόταν, έφτασε στο σημείο να της επιτεθεί σεξουαλικά και με λίγα λόγια διέλυε σιγά σιγά τις άμυνές της. Όταν, τελικά, η Rau προσπάθησε να ξεφύγει ήταν μάλλον αργά. Η διπολισμός και η σχιζοφρένεια είχαν κάνει ήδη την εμφάνισή τους.

Μετά από διάφορες νοσηλείες σε νοσοκομεία, η άτυχη κοπέλα βρέθηκε κάποια στιγμή το 2004 να περιπλανιέται χαμένη και αποπροσανατολισμένη στις ερημιές της Αυστραλίας. Εκεί, αντί να λυτρωθεί, βρέθηκε να ζει έναν δεύτερο Γολγοθά, καθώς όταν οι αρχές τη βρήκαν χωρίς χαρτιά, την έστειλαν κατευθείαν στα κέντρα κράτησης μεταναστών και προσφύγων. Το Stateless αφηγείται την ιστορία της – και μαζί με αυτήν την πιο παλιά ιστορία του κόσμου, για το πώς δηλαδή ακόμα και στον 21ο αιώνα μία λεπτή κόκκινη γραμμή χωρίζει την ελευθερία από τη σκλαβιά.

Την αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά 6 επεισοδίων συνοπογράφουν η Κέιτ Μπλάνσετ (ως παραγωγός και πρωταγωνίστρια), η Ελίζ ΜακΚρίντι και ο Τόνι Εϊρς. Η σειρά έκανε την πρεμιέρα της την 1η Μαρτίου στο ABC της Αυστραλίας και κατόπιν αγοράστηκε από το Netflix που αναλαμβάνει την παγκόσμια διανομή του σε όλο τον κόσμο. Όπως εξηγούν στην κοινή τους δήλωση, «Το “Stateless” αποτελεί τον καρπό της δουλειάς και της αγάπης μας πολλών ετών κι είμαστε ενθουσιασμένοι που θα το δει το παγκόσμιο κοινό στο Netflix. Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η σειρά αφορούν όλο τον πλανήτη αλλά σκεπάζονται με σιωπή και μπερδεύονται με το φόβο και την παραπληροφόρηση. Ελπίδα μας είναι το “Stateless” να πυροδοτήσει μια παγκόσμια συζήτηση σχετικά με τα σύνορα, τα κρατικά συστήματα και το πώς αυτά επηρεάζουν τον ανθρωπισμό μας.»

Στη σειρά συμπρωταγωνιστούν, μαζί με την Κέιτ Μπλάνσετ, οι Τζέι Κόρτνεϊ, Άσερ Κέντι, Φεϊσάλ Μπάζι, Ντόμινικ Γουέστ, η πρωτοεμφανιζόμενη Σοράγια Χεϊνταρί και, φυσικά, η γι’ άλλη μια φορά συγκλονιστική Ιβόν Στραχόφσκι που μας καθηλώνει όλο και περισσότερο με κάθε νέα της δουλειά και ερμηνεία.

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/news/cate-blanchett-stateless-goes-to-netflix.html , https://esquire.com.gr/culture/tv/10561/to-stateless-tou-netflix-rixnei-fos-sta-apanthropa-kentra-kratisis-tis-australias , https://lordoftheseries.gr/stateless-h-nea-seira-tis-cate-blanchett-erchetai-sto-netflix/ , https://dromospoihshs.home.blog/2019/10/12/the-handmaids-tale-margaret-atwood/

Έμμα, μια κωμική ηρωίδα της Τζέην Ώστεν

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες το βρετανικό BBC υπήρξε υπεύθυνο για πολλές πετυχημένες τηλεοπτικές παραγωγές οι οποίες βασίστηκαν σε διάσημα λογοτεχνικά έργα Άγγλων συγγραφέων. Μια απ’ αυτές τις παραγωγές που αγαπήθηκαν πολύ ήταν το “Έμμα” βασισμένο στο βιβλίο της σπουδαίας Τζέιν Ώστεν. Βγήκε στον αέρα το 2009 με πρωταγωνίστρια την Romola Garai (την οποία σίγουρα θυμάστε από ταινίες όπως “Εξιλέωση” και “Dirty Dancing 2”) και συμπρωταγωνιστή της – μεταξύ άλλων – τον Jonny Lee Miller. Πρόκειται για μια ακόμη αξιοπρόσεκτη, καλά οργανωμένη παραγωγή του BBC.

Η “Έμμα” η πρωταγωνίστρια της Τζέιν Ώστεν θυμίζει τις γνωστές ηρωίδες της σε άλλα βιβλία (“Περηφάνια και Προκατάληψη”, “Λογική κι Ευαισθησία”) αλλά ταυτόχρονα έχει τη δική της λάμψη και τις μοναδικές τις ιδιαιτερότητες. Η πιο μεγάλη εξ αυτών είναι η μανία της να “ζευγαρώνει” τους πάντες γύρω της. Διακατέχεται απ’ τη βαθιά πεποίθηση πως μπορεί ν’ αναγνωρίσει το

επιτυχημένο ταίριασμα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους και τη μελλοντική ευτυχή ή ατυχή κατάληξη της όποιας γνωριμίας. Χωρίς να το καταλαβαίνει παρά-παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, επιχειρεί να δώσει συμβουλές και να καθοδηγήσει τους γύρω της μα γρήγορα οι εκπλήξεις της ζωής θα την κάνουν να εγκαταλείψει το ιδιαίτερο “χόμπι” της.

Η Έμμα Γούντχαουζ φαίνεται να τα έχει όλα: έναν αξιαγάπητο πατέρα για τον οποίο νοιάζεται, φίλους, καθώς και ένα σπιτικό. Αλλά η Έμα έχει μία τρομερή συνήθεια: το προξενιό. Δεν μπορεί ν’ αντισταθεί να βρίσκει ταίρια στους γνωστούς της, προκαλώντας όμως αναστάτωση και κυρίως, παραμελώντας τα δικά της αισθήματα.

Η πλούσια, ανεξάρτητη και καλοπροαίρετη Έμμα Γούντχαουζ δεν αισθάνεται την ανάγκη να παντρευτεί η ίδια, αλλά τίποτα δεν την ευχαριστεί περισσότερο από το να προξενεύει τους γύρω της. Από τη στιγμή που πάντρεψε τις στενές της φίλες, ασχολείται με την όμορφη Χάριετ Σμιθ, με σκοπό να την κάνει συμπαίκτρια και σύμμαχό της. Πείθει τη Χάριετ ότι παραείναι καλή για το μνηστήρα της, τον κτηματία Ρόμπερτ Μάρτιν και την ενθαρρύνει να κοιτάξει πιο ψηλά. Αλλά ο στενός οικογενειακός φίλος κ. Νάιτλι προειδοποιεί την Έμμα ότι αυτές οι παρεμβάσεις της θα προκαλέσουν μεγάλα βάσανα -και στον Ρόμπερτ και στη Χάριετ. Η Έμμα αρνείται να ακούσει και ο κ. Νάιτλι γίνεται έξαλλος με το πείσμα της.

Η Έμμα συνεχίζει τις απόπειρές της να παντρέψει τη Χάριετ με τον κ. Έλτον, εφημέριο του Χάιμπερι. Παρόλο που η ίδια δεν ενδιαφέρεται για γάμο, της κινεί το ενδιαφέρον ο μυστηριώδης και απόμακρος Φρανκ Τσόρτσιλ, τον οποίο ελπίζει να γνωρίσει για πρώτη φορά στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του χωριού. Ο Φρανκ δεν εμφανίζεται και αντ’ αυτού η Έμμα υφίσταται το ενοχλητικό και ανεπιθύμητο φλερτ του κ. Έλτον. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το κουτσομπολιό του χωριού επικεντρώνεται στην άφιξη της νεαρής Τζέιν Φέρφαξ και ενός μεγάλου πιάνο που της έστειλε κάποιος κρυφός θαυμαστής. Η Έμμα αρνείται να πιστέψει ότι ο κ. Νάιτλι θα μπορούσε να είναι ο κρυφός θαυμαστής.

Η Έμμα πειράζει τον κ. Νάιτλι για την Τζέιν, αλλά δεν του παίρνει κουβέντα! Στο μεταξύ, ο Φρανκ και η Έμμα οργανώνουν χορό και η Έμμα αναρωτιέται μήπως είναι ερωτευμένη μαζί του. Παρόλο που πέρασε υπέροχα στο χορό του χωριού, αποφασίζει πως όχι. Έχοντας οριστικά εγκαταλείψει τα προξενιά, η Έμμα αισθάνεται εγκλωβισμένη και βαριεστημένη. Ο κ. Νάιτλι προτείνει ημερήσια εκδρομή στο Μποξ Χιλ για αλλαγή σκηνικού και προσωρινή απόδραση. Λέει επίσης στην Έμμα ότι υποψιάζεται πως ο Φρανκ και η Τζέιν είναι ερωτευμένοι κρυφά. Η Έμμα απορρίπτει την ιδέα –μπορεί προσωπικά να εγγυηθεί για την αδιαφορία του Φρανκ προς την Τζέιν– και αυτό πληγώνει τον Νάιτλι, με την αδιαφορία της Έμμα προς τον ίδιο.

Έπειτα από μια καταστρεπτική μέρα στο Μποξ Χιλ, όλοι αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν ζητήματα της καρδιάς. Αυτό που ξεκίνησε ως ημέρα διασκέδασης εξελίσσεται σε ημέρα πόνου για όλους στην εκδρομή στο Μποξ Χιλ. Τα πράγματα χειροτερεύουν δραματικά όταν, ενοχλημένη από τον Φρανκ, η Έμμα συμπεριφέρεται πολύ άσχημα και προσβάλλει τη δεσποινίδα Μπέιτς. Την κατσαδιάζει ο Νάιτλι και συνειδητοποιεί ότι η συμπεριφορά της ήταν επαίσχυντη. Προσπαθεί να τα μπαλώσει με την Τζέιν και τη δεσποινίδα Μπέιτς, αλλά η Τζέιν δεν θέλει να τη δει, παρόλο που η δεσποινίς Μπέιτς της λέει ότι η Τζέιν δέχτηκε τη δουλειά της γκουβερνάντας και έκλαιγε όλη νύχτα. Στο μεταξύ, ο Νάιτλι πηγαίνει να μείνει με τον αδερφό του στο Λονδίνο –θα λείπει για λίγο. Όταν πεθαίνει η αυταρχική θεία του Φρανκ, οι Γουέστον περιμένουν ότι θα κάνει πρόταση γάμου στην Έμμα, αλλά οι πράξεις του πυροδοτούν μια σειρά από γεγονότα που σοκάρουν την Έμμα και την κάνουν να συνειδητοποιήσει κάτι που ήταν ολοφάνερο από καιρό…

Μια ακόμη ανεξάρτητη ηρωίδα που περιφρονεί τον γάμο που σχετίζεται με το οικονομικό συμφέρον και δε σκέφτεται να παντρευτεί παρά μόνο αν ερωτευτεί τρελά. Η Τζέιν Ώστεν ειδικευόταν στο να γράφει για γυναίκες που δεν αναζητούσαν τη σύμβαση αλλά το ξεχωριστό στοιχείο στις σχέσεις τους, ακόμη και σε μια βαθιά συντηρητική εποχή. Η “Έμμα” για την εποχή της είναι μια φεμινιστική, χειραφετημένη, με το θάρρος της άποψης της παρουσία. Όσοι τη γνωρίζουν γοητεύονται απ’ τον ευχάριστο χαρακτήρα της, το χιούμορ της και την ανάγκη της να πει τα πράγματα όπως έχουν, δίχως μισόλογα. Αυτό όμως που ίσως δεν υποψιάζονται οι περισσότεροι είναι πως η βαθιά καλοσύνη κι ανάγκη της “Έμμα” να τους δει όλους ευτυχισμένους κρύβει τη δική της έλλειψη πείρας κι αυτογνωσίας που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν στην αληθινή ευτυχία. Ίσως γι’ αυτό και η Τζέιν Ώστεν βάζει την “Έμμα” να πει κάποια στιγμή πως: “Ήμουν τόσο απασχολημένη ν’ ασχολούμαι με τις καρδιές όλων κι έφτασα να μην ξέρω τη δικιά μου”. Πόσοι άραγε από εμάς λίγες ή περισσότερες φορές στη ζωή μας δεν έχουμε κοιτάξει παραπέρα, έξω από εμάς ώστε για καιρό ν’ αποφύγουμε να κοιτάξουμε μέσα μας; Έτσι κι η “Έμμα” έστω κι αργά συνειδητοποιεί πως αν θέλει κάποτε να γίνει ευτυχισμένη πρέπει ν’ αφήσει τους άλλους να ζήσουν τις ζωές τους και πρέπει να φροντίσει κι η ίδια να ζήσει αληθινά τη δική της.

Τέσσερα ωριαία επεισόδια θα σας μεταφέρουν γι’ ακόμη μια φορά στην Αγγλία των περασμένων αιώνων, τότε που ο έρωτας ξεκινούσε από τα μάτια, συνέχιζε μ’ ένα χαμόγελο κι έναν χορό και τελικά – αν ένα ζευγάρι φαινόταν τυχερό – κατέληγε σε όρκους αιώνιας αγάπης. Τόσο διαφορετικές οι ανάγκες των ανθρώπων τότε κι όμως στη βάση τους τόσο ίδιες.

Πηγές: https://tisfanistisfanikeoraio.wordpress.com/2016/02/23/%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC-%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B1/

«Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές»: η ανατριχιαστική αστυνομική σειρά διεθνών προδιαγραφών με άρωμα ελληνικής μυθολογίας

Το «Έτερος Εγώ» και ο εκκεντρικός καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (κατά κόσμον Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) δεν χρειάζονται πλέον συστάσεις στο ελληνικό – και όχι μόνο – κοινό.

Το 2016 απολαύσαμε στις κινηματογραφικές αίθουσες το υπέροχο αστυνομικό θρίλερ «Έτερος Εγώ» του Σωτήρη Τσαφούλια που κέρδισε το Βραβείο Κοινού στα Διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, LAGFF και LIEGE. Η ταινία χειροκροτήθηκε και αγαπήθηκε όσο λίγες ελληνικές παραγωγές και μόλις πέρσι, το 2019, ακολούθησε η – άτυπη – συνέχειά της, η τηλεοπτική σειρά «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» (βασισμένο σε μια ιδέα των Σωτήρη Τσαφούλια και Παναγιώτη Ιωσηφέλλη και σε σενάριο του Σωτήρη Τσαφούλια με την Κατερίνα Φιλιώτου).

Η πλοκή ξεκινάει, όταν μια σειρά δολοφονιών θορυβεί τις αστυνομικές αρχές, καθώς άγνωστα σύμβολα εντοπίζονται στον τόπο κάθε εγκλήματος. Όταν όλα τα στοιχεία των ερευνών γύρω από τον δράστη σκιαγραφούν το προφίλ ενός serial killer, επιστρατεύεται – για ακόμα μία φορά – ο εκκεντρικός, πλην όμως χαρισματικός καθηγητής εγκληματολογίας, Δημήτρης Λαΐνης που τον υποδύεται κι εδώ όπως και στην ταινία ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης. Ο καθηγητής καλείται να βρει τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις συνεχόμενες δολοφονίες, να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία των συμβόλων και να λύσει ακόμα ένα μυστήριο.

Χωρισμένο σε οκτώ επεισόδια και δοσμένο σαν θρίλερ μοντέρνας γραφής με στρωτή αφήγηση και πλοκή που καταφέρνει να χτίζει το σασπένς επεισόδιο το επεισόδιο με αποκορύφωμα ένα φινάλε απίστευτα ανατρεπτικό, το «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» – σε παραγωγή της Cosmote Tv – δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ξένες παραγωγές διεθνών προδιαγραφών.

Αυτή τη φορά, οι δολοφονίες ακολουθούν τους άθλους του Θησέα, και ο ιδιοφυής καθηγητής μαζί με τους αστυνομικούς Απόστολο Μπαρασόπουλο (Μάνος Βακούσης) και Παντελή Σκλαβή (Πέτρος Λαγούτης) θα πρέπει να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία των συμβόλων του Θησέα και να προβλέψει την επόμενη κίνηση του δολοφόνου. Χωρίς να σας προδώσουμε περισσότερα σας παραθέτουμε παρακάτω 10 στοιχεία που θα σας βοηθήσουν να φτάσετε πρώτοι… στον δολοφόνο!

Τα γεγονότα της σειράς «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» εξελίσσονται 2 χρόνια μετά από τα όσα συνέβησαν στην κινηματογραφική ταινία.

Πρωταγωνιστής είναι και ο εδώ ο εκκεντρικός καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (που τον υποδύεται κι εδώ όπως και στην ταινία ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης), οποίος έρχεται αντιμέτωπος με έναν ακόμη ιδιόρρυθμο serial killer, ο οποίος δολοφονεί τα θύματά του με βάση τους άθλους του Θησέα.

Η υπόθεση φτάνει στον Λαΐνη μετά από ένα περίεργο δέμα που λαμβάνει, ενώ αυτή την φορά ο καθηγητής συνεργάζεται πιο στενά με την Αστυνομία και τον προϊστάμενο του τμήματος ανθρωποκτονιών Απόστολο Μπαρασόπουλο (Μάνος Βακούσης), ο οποίος βρίσκεται λίγους μήνες πριν την σύνταξή του.

Η πρώτη δολοφονία εξελίσσεται σε ένα ψυχιατρείο, ενώ η σειρά παίζει για άλλη μια φορά με την ηθική του πόσο πραγματικά μπορεί κάποιος να θεωρείται «κακός» αν δολοφονεί μόνο άλλους δολοφόνους και βιαστές.

Οι δολοφονίες εστιάζουν αρκετά στο gore, με τα τρία πρώτα θύματά του να είναι το ένα πιο άγρια δολοφονημένο από το προηγούμενο.

Οι ύποπτοι μέχρι στιγμής αρκετοί: ο διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής Φίλιππος Λαζαρίδης (Ακης Σακελλαρίου) φαίνεται πως γνωρίζει περισσότερα πράγματα από όσα λέει, ένας από τους νοσοκόμους του ψυχιατρείου (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) κρύβει αρκετά μυστικά, αλλά και ο συνάδελφος του Λαΐνη στο πανεπιστήμιο (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) με τις υπερβολικά «καλές» γνώσεις του για τους άθλους του Θησέα.

Ο Λαϊνης προσπαθεί να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τα όσα συνέβησαν στο φινάλε της ταινίας, ενώ είναι φανερό πως είναι ευάλωτος, μετέωρος και μόνος.

Στην υπόθεση μπλέκεται και η δημοσιογράφος Χριστίνα Στεργίου (Βίκυ Παπαδοπούλου) η οποία προσπαθεί να λύσει κι αυτή, με τις δικές της μεθόδους, το μυστήριο πίσω από τις δολοφονίες, αλλά μέχρι στιγμής δεν την έχουμε δει να συνεργάζεται με τον Λαΐνη.

Love is in the air. Πέρα από το αίμα και το gore, ένα καινούργιο ειδύλλιο φαίνεται πως ξεκινά τόσο για τον ίδιο τον Λαΐνη με την καινούργια του γειτόνισσα, όσο και για τον Μπαρασόπουλο με μια μοριακή βιολόγο που δουλεύει στο τμήμα και την υποδύεται η Κατερίνα Διδασκάλου.

Στη σειρά πρωταγωνιστεί επίσης και μια γλυκύτατη γάτα η οποία καταφέρνει να τρυπώνει, από το δίπλα μπαλκόνι, στο διαμέρισμα του Λαΐνη με κάθε πρώτη ευκαιρία.

Πλάι στους πρωταγωνιστές της πρώτης ταινίας (Δαδακαρίδης, Βακούσης) προστίθεται σε βασικό ρόλο ο Πέτρος Λαγούτης που μας εξιστόρησε τον τρόπο που βρέθηκε στη σειρά: «Το έχω πει και άλλες φορές, είχα βρεθεί σχεδόν με το ζόρι, μετά από παράκληση μιας φίλης, στην πρεμιέρα του «Έτερος Εγώ» γιατί είχα αμφιβολίες για το ενδιαφέρον που μπορεί να είχε μια ελληνική αστυνομική ταινία. Όταν η ταινία τελείωσε, αγκάλιασα τον σκηνοθέτη, τον οποίο δεν γνώριζα ως εκείνη τη μέρα, και του είπα πως ότι κάνει στο μέλλον θα ήθελα να συμμετέχω. Έτσι γνωριστήκαμε και όταν μου πρότεινε το ρόλο για τη συνέχεια δεν το σκέφτηκα καθόλου. Είμαι ευτυχής και τυχερός που βρίσκομαι εδώ.»

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, το μυαλό πίσω από όλα, επιστρέφει στη σύγκρουση νόμιμου και ηθικού, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Έτερος Εγώ». «Το αιώνιο βάσανο του Έλληνα να προσπαθεί να δώσει μια ηθική ερμηνεία στο νόμο με βάση κάποιες άλλες αξίες, βασανίζει τους ήρωες και εδώ όπως βασανίζει και όλους μας στην καθημερινότητα». Σε ό,τι αφορά την ιδέα του σίκουελ, συμπλήρωσε: «Η ταινία έχτισε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο και αρχικά δεν ήθελα να προδώσω αυτή τη σχέση, γι’ αυτό και δεν υπήρχε κάποια ιδέα για σίκουελ στη λογική ότι οι συνέχειες είναι συνήθως κατώτερες της πρώτης ταινίας. Όταν προέκυψε η ιδέα για τη σειρά και η συνεργασία με την COSMOTE TV, που διασφάλισε ότι θα υπάρχει production value και διατήρηση μιας κινηματογραφικής αισθητικής, για μένα ήταν κάτι τρυφερό και ιντριγκαδόρικο το ότι θα ξανασυναντούσα αυτούς τους χαρακτήρες. Πολλά πράγματα μας δυσκόλεψαν πολύ κατά τη διάρκεια της παραγωγής, ενώ το να φτιάξεις χρονικά κάτι που ισοδυναμεί με 4 ταινίες μέσα σε 55 μέρες, δε θα γίνονταν ποτέ χωρίς την υποστήριξη της παραγωγής».

Μπορείτε να παρακολουθήσετε δωρεάν την ταινία «Έτερος Εγώ» στο Youtube (κάνοντας κλικ εδώ).

Μετά την πρώτη σεζόν της σειράς, στο νέο κύκλο επεισοδίων μία νέα σειρά δολοφονιών με θύματα φοιτήτριες έρχεται να ταράξει τους πανεπιστημιακούς κύκλους. Ο καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) έρχεται αντιμέτωπος με τις αστυνομικές αρχές, καθώς βασικός ύποπτος θεωρείται ο υποψήφιος Πρύτανης, συνεργάτης και φίλος του, Ηλίας Βελισσαράτος, τον οποίο υποδύεται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Όσο η ιστορία εκτυλίσσεται, οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη και μία καλοστημένη πλεκτάνη που συνδέει όλες τις υποθέσεις αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια. Το σενάριο είναι μία ιδέα του Σωτήρη Τσαφούλια, το οποίο υπογράφει σε συνεργασία με την Κατερίνα Φιλιώτου. Η σειρά, η οποία πραγματοποιεί γυρίσματα αυτό το διάστημα σε περιοχές της Αττικής, αναμένεται να έρθει σύντομα στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/news/the-other-me-lost-souls-preview.html , https://www.athinorama.gr/tv/article/to_eteros_ego_xamenes_psuxes_kanei_premiera_sto_star_-2540160.html , https://www.cosmote.gr/portal/eteros-ego , https://www.youtube.com/watch?v=y3zho2aV2bs , https://sputniknews.gr/tileorasi/202002256468902-eteros-ego-neos-kyklos/ , https://www.cnn.gr/style/psyxagogia/story/209923/erxetai-o-deyteros-kyklos-toy-eteros-ego , https://www.cosmote.gr/portal/eteros-ego

Dear White People: Η πραγματικότητα του φυλετικού ρατσισμού στην “μετά-ρατσιστική” Αμερική

Το “Dear White People” έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις καλύτερες σειρές του Netflix στην Αμερική και μπορούμε να καταλάβουμε γιατί. Μπορεί το πολιτικό παράσκηνιο και οι κοινωνικές εντάσεις να έχουν άλλη χροιά στην Ελλάδα, αλλά το κομμάτι της Αφροαμερικανικής κουλτούρας της Αμερικής είναι παγκοσμίως γνωστό, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο με την δικαιολογημένη έξαρση του κινήματος Black Lives Matter.

Η ιστορία μας εξελίσσεται σε ένα Ivy League Πανεπιστήμιο της Αμερικής, το Winchester University, το οποίο έχει κατ’εξοχήν προνομιούχους λευκούς, αλλά είναι διάσημο για την μικρή Αφροαμερικανική κοινότητά του. Εκεί συναντάμε την Sam White, η οποία έχει μία εκπομπή ονόματι Dear White People, στην οποία σχολιάζει τα τεκταινόμενα της σχολής. Με αφορμή ένα blackface party, η Sam και οι φίλοι της προσπαθούν να βρούν ένα τρόπο για να καταδικάσουν τον ρατσισμό. Τα πράγματα όμως γίνονται όλο και χειρότερα και οι εντάσεις αυξάνονται ολό ένα και περισσότερο, καθώς εξερευνούν ένα διαφορετικό τοπίο κοινωνικής αδικίας, πολιτισμικής προκατάληψης και πολιτικής ορθότητας (ή την έλλειψή τους) και τον ενίοτε παραπλανητικό ακτιβισμό στη σύγχρονη εποχή. Υπό το πρίσμα του παραλογισμού, το Dear White People αποτυπώνει, με καυστική ειρωνεία, αυτοκριτική διάθεση και, ορισμένες φορές, με ωμή ειλικρίνεια, τα προβλήματα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία, προκαλώντας παράλληλα άφθονο γέλιο.

Η σειρά βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του 2014, αλλά ο δημιουργός της, Justin Simien, αναδυκνύει το ταλέντο του κυρίως στη σειρά γιατί εκεί βρίσκει τον χώρο να χτίσει τις ιστορίες του κάθε χαρακτήρα και να εμβαθύνει στην υπόθεση. Στην πρώτη σεζόν, είχε την εξαιρετική ιδέα να εξετάζει κάποιο συγκεκριμένο συμβάν από διαφορετικές οπτικές γωνίες: για αυτό και κάθε επεισόδιο είναι και ένα κεφάλαιο κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα. Στη δεύτερη σεζόν, επιχείρησε ιστορικές αναδρομές, έτσι ώστε να αναδείξει πώς η καταπίεση των Αφροαμερικανών συνεχίζεται εως σήμερα. Με τον Giancarlo Esposito για αφηγητή της σειράς, κάθε επεισόδιο ανοίγει με έναν διαφορετικό τρόπο και μας προσκαλεί να ακούσουμε προσεκτικά.

Στη βάση της, η σειρά ασχολείται με τον φυλετικό ρατσισμό. Παρ’όλα αυτά, εμβαθύνει πολύ περισσότερο καθώς αποτελεί έναν στοχασμό, όχι μόνο του δημιουργού Simien αλλά και όλων των σκηνοθετών και σεναριογράφων της σειράς, για την έννοια της προσωπικής ταυτότητας, η οποία συνεχώς σφυρηλατείται από τις κοινωνικές αλλά και πολιτικές συνθήκες του περιβάλλοντός μας. Οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μία μάχη με τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους και μονίμως αναγκάζονται να αποδείξουν πως είναι κάτι συγκεκριμένο παρά κάτι άλλο. Όλοι τους είναι εξίσου σημαντικοί και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, που τελικά το προσωπείο που παρουσιάζουν δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό εαυτό τους. Κάποιοι από αυτούς έχουν δύναμη, άλλοι όχι, όμως κάπου εκεί στη μέση βρίσκονται και οι άνθρωποι που δεν συνειδητοποιούν την δύναμη που κατέχουν λόγω του χρώματός τους, και την μεταχειρίζονται για καλούς ή κακούς σκοπούς εν αγνοία τους. Το Dear White People δεν σχολιάζει μόνο το κοινωνικό παρασκήνιο και τις άνισες σχέσεις δύναμης, αλλά καταφέρνει να επιμορφώσει τον θεατή σε διαφορετικές πτυχές του ρατσισμού που ίσως να μην γνώριζε.

Στην σειρά πρωταγωνιστούν οι Λόγκαν Μπράουνιγκ, Μπράντον Π. Μπελ, ΝτιΡόν Χόρτον, Αντουανέτ Ρόμπερτσον και πολλοί άλλοι, όλοι τους με εξαιρετικές ερμηνείες. Μέχρι τώρα έχουν βγει 3 σεζόν (με 10 επεισόδια η κάθε μία), ενώ η τέταρτη και τελευταία σεζόν θα κυκλοφορήσει στο Netflix to φθινόπωρο του 2020.

Πηγές:

https://www.moveitmag.gr/news/dear-white-people-valte-stin-watchlist-sas/58127

https://www.yourate.gr/series/item/5218.html

https://www.vulture.com/2017/04/netflix-dear-white-people-review.html

Άλλη μια “Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ”

Με σιγουριά δεν υπάρχει είδος πιο αξιόπιστο για την τηλεοπτική επιτυχία από τις σειρές εποχής; Οι κορσέδες, οι περούκες και τα άβολα παπούτσια που αναγκάζονται να φορούν οι πρωταγωνιστές, παρέχουν στο κοινό μικρή απόλαυση για όσους αγαπούν να ξεκλέβουν λίγα λεπτά από τη σύγχρονη καθημερινότητα για να ασχοληθούν με τα πάθη και τις αμαρτίες καιρών περασμένων.

Μια τέτοια σειρά είναι και η μεταφορά του ‘Howards End’ στη μικρή οθόνη με βάση το ομώνυμο κλασικό βιβλίο του E.M. Forster.

Δύο οικογένειες της Εδουαρδιανής Αγγλίας, οι Wilcox και οι Schlegel, αντιπροσωπεύουν τις δύο πλευρές της ανώτερης τάξης. Οι πρώτοι συντηρητικοί και μετρημένοι. Οι δεύτεροι που εκπροσωπούνται μαζί με αδελφό τους από δύο προοδευτικές, αγαπημένες αδελφές σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άντρες, είναι αντισυμβατικοί και ιδεαλιστές. Η ψήφος της γυναίκας και η στάση τους απέναντι στην εργατική τάξη, θα ήταν δύο μόνο από τα σημεία τριβής τους όταν θα βρίσκονταν να περνούν παρέα τον καιρό τους.

Η υποσημείωση που θα γινόταν τελικά σταθμός για τις ζωές τους, θα ήταν η γνωριμία με τον Leonard Bast. Έναν εκλεπτυσμένο πλην όμως φτωχό νεαρό λογιστή που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη σύζυγό του, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από το περιβάλλον του. Χωρίς να γίνει ακριβώς σαφές, υπονοείται πως εκτός από το χαμηλό στάτους της γυναίκας του ως πρώην πόρνη, ρόλο στον αποκλεισμό τους παίζει και το γεγονός ότι είναι μαύρη.

Η Jacky δεν είναι ο μοναδικός μαύρος χαρακτήρας στη σειρά ωστόσο, υπάρχει και μια υπηρέτρια των Schlegel ίδιου χρώματος που το υπόλοιπο προσωπικό αντιμετωπίζει διαφορετικά. Σπάνια μετατροπή η συμμετοχή μη λευκών ηθοποιών από τη σελίδα στην οθόνη όσον αφορά τις σειρές εποχής, αλλά πάντοτε ευπρόσδεκτη.

Από το εκλεκτό καστ ξεχωρίζουν και οι βετεράνοι Matthew Macfadyen και Hayley Atwell – κι όμως, είχε περισσέψει ακόμη ένας μουντρούχος εποχής μέσα στον Macfadyen – και οι ανερχόμενοι Philippa Coulthard (Annabelle: Creation) και Alex Lawther (The End of the F**ing World, Black Mirror), ενώ η σκηνοθεσία της Hettie MacDonald απομακρύνει τη σειρά από τις συγκρατημένες συνήθως ερμηνείες του είδους και της δίνει την καθαρή παλέτα που είδαμε στο ‘Fortitude’. Το γερό χαρτί του ‘Howards End’ όμως είναι ο οσκαρικός σεναριογράφος Kenneth Lonergan (Manchester By the Sea, Margaret) που γράφει ρεαλιστικούς διαλόγους και αποφεύγει το γλυκερό τέλος. Ο Lonergan πάντα ενδιαφερόταν για τους οικογενειακούς δεσμούς και τα προνόμια ως θεματικές, οπότε εδώ έχει την ευκαιρία να τα εξετάσει υπό το πρίσμα το κλασικού.

Η συνάντηση και οι δυναμικές μεταξύ των τριών κόσμων που ενορχηστρώνει θα αλλάξει τη ζωή όλων με τρόπο μη αναμενόμενο, την ίδια στιγμή που το αιώνιο ερώτημα του Forster θα ριζώνει στον πυρήνα της σειράς. Μετά από την περίοδο των εντάσεων και της τεκτονικής σχεδόν μεταβολής των παραδοσιακών αξιών και της οικονομίας, ποια τάξη θα κληρονομήσει την Αγγλία τελικά;

Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσε εύκολα να ανακύψει και τώρα σχετικά με την Ευρώπη, έχοντας μάλιστα και μια νέα λεπτομέρεια υπόψιν. Σήμερα ο πάμπτωχος Leonard, δεν θα είχε καν την πολυτέλεια να μένει στο Λονδίνο.

Αγαπημένο μυθιστόρημα στους βιβλιοφιλικούς κύκλους και όχι μόνο, ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας εξαιρετικά διαχρονικό λόγω της διορατικότητας και της οξυδέρκειας με την οποία ο συγγραφέας Έντουαρντ Φόρστερ παρατήρησε τις τάξεις στην Αγγλία του εικοστού αιώνα αναπλάθεται για την μικρή οθόνη σε μία συμπαραγωγή του BBC One και του τηλεοπτικού δικτύου Starz, που αν και σύντομο περικλείει τον κόσμο του συγγραφέα στο βέλτιστο. Περίπου 30 χρόνια μετά την αξεπέραστη «Επιστροφή στο Χάουαρντς Έντ» του James Ivory, οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν οι Emmna Tomson, Antony Hopkins και Helen Bonam Carter αλλάζουν χέρια και αυτήν την φορά καταφέρνουν σε τέσσερα επεισόδια να μας ξεναγήσουν στον κόσμο του χρήματος και της διανόησης αλλά κυρίως στις σχέσεις που κατευθύνουν αυτές οι δύο έννοιες και τις συνέπειες που βαραίνουν τους ανθρώπους.

Τέτοια σφαιρικότητα της σκέψης φυσικά βρίσκουμε και σε πολλά κλασσικά αριστουργήματα και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η προσέγγισή τους, είτε κινηματογραφική είτε τηλεοπτική, χαίρει πάντα ιδιαίτερου σεβασμού ως προς το πρωτότυπο. Διότι, φαινομενικά το “Howards End” προσφέρει ίντριγκα με τα δράματα των αριστοκρατών ή την βιοπάλη των μικροαστών, όπως γίνεται και στις μέρες μας, όμως κάτω από την επιφάνεια τα εργαλεία των συγκρίσεων και των παραλληλισμών που χρησιμοποιεί η σειρά αντικατοπτρίζουν την μαεστρία του συγγραφέα και υπαινίσσονται την χιλιοειπωμένη ατάκα περί “μικρογραφίας της κοινωνίας”, που να είστε σίγουροι ότι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.

Πηγή:https://www.oneman.gr/entertainment/howards-end-mini-series-review/

https://www.moveitmag.gr/news/howards-end-s01-me-sevasmo-sto-prototypo/58502&amp

The Man In the High Castle: Τι θα γινόταν αν επικρατούσε ο Χίτλερ;

Η σειρά «The Man in the High Castle» («Ο Άνθρωπος στο Ψηλό Κάστρο») είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα που έγραψε το 1962 ο γνωστός Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Philip K. Dick. Το εν λόγω έργο αποτέλεσε και την πρώτη μεγάλη συγγραφική του επιτυχία, με την οποία κέρδισε το βραβείο Hugo (το πιο υψηλό βραβείο της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας) και κατάφερε μάλιστα να προσελκύσει το ενδιαφέρον του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού στον ιδιαίτερο εκείνο κλάδο της επιστημονικής φαντασίας που περιγράφει και εξερευνά εναλλακτικές πραγματικότητες. 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα εναλλακτικό παρελθόν, σε μια δυστοπική Αμερική η οποία συγκλονίζεται από τη δολοφονία του Φ.Ρούσβελτ και πλέον ταλαντεύεται μεταξύ αδύναμων κυβερνήσεων που προσπαθούν να την βγάλουν από την ύφεση, χωρίς αποτέλεσμα, και με ένα εν εξελίξει Β’ ΠΠ. Με την Αμερική απομονωμένη, η Βρετανία αδυνατεί να αντισταθεί στη Ναζιστική Γερμανία και έχοντας τη Σοβιετική Ένωση υποταγμένη ήδη από το 41′ η κατάληψη της Ευρώπης από τις δυνάμεις του Άξονα είναι προ των πυλών. Οι Ναζί προλαβαίνουν να ρίξουν την ατομική βόμβα στην Ουάσιγκτον, επικρατούν κατα κράτος και χωρίζουν τον κόσμο σε κατεχόμενα εδάφη,το Γερμανικό, το Ιαπωνικό και το Ιταλικό. Η σειρά πραγματεύεται τη ζωή στις κατεχόμενες Η.Π.Α – οι οποίες δεν είναι και τόσο Ηνωμένες πλέον-που έχουν χωριστεί σε σφαίρες επιρροής, το ανατολικό κομμάτι καταλαμβάνεται από τη ναζιστική Γερμανία, το  δυτικό από την αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, ενώ υπάρχει και ένα τρίτο το οποίο ορίζεται ως ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Εκεί πέρα έχουν καταφύγει οι ελάχιστοι επιζώντες του πολέμου οι οποίοι καταδιώκονται ανηλεώς από Γερμανούς πράκτορες και κυνηγούς επικυρηγμένων που δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν ωμή βία προκειμένου να εξοντώσουν τα θηράματά τους. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα.

Βρισκόμαστε στο έτος 1962, όταν ο παγκόσμιος επικυρίαρχος Αδόλφος Χίτλερ είναι γερασμένος και άρρωστος και οι διάδοχοί του περιμένουν με ανυπομονησία τη στιγμή που θα πεθάνει προκειμένου να αρχίσουν να ερίζουν για την παγκόσμια επικυριαρχία. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια ριζοσπαστική φραξιά αξιωματούχων που επιθυμεί να εδραιώσει τελεσίδικα το χιλιόχρονο Ράιχ μέσω της εξουδετέρωσης του μοναδικού κύριου αντιπάλου του, της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας η οποία ενστερνίζεται μια πιο παραδοσιακή και λιγότερο τεχνοκρατική κουλτούρα, με αποτέλεσμα να υστερεί τεχνολογικά σε σύγκριση με τους πανίσχυρους Γερμανούς. Η συγκεκριμένη φραξιά σχεδιάζει τον πυρηνικό βομβαρδισμό όλων των Δυτικών Πολιτειών της Αμερικής προκειμένου η Ιαπωνική επιρροή να εξανεμιστεί και ολόκληρη η Ήπειρος, ή μάλλον ότι θα έχει απομείνει από αυτήν, να πέσει επιτέλους στα χέρια τους.

Παράλληλα όμως, κάτω από το βάρος των δυσοίωνων εκείνων προοπτικών, κάτι πολύ παράξενο αρχίσει και συμβαίνει. Ένα γεγονός που ανατρέπει την ίδια τη φύση της εναλλακτικής αυτής πραγματικότητας. Από χέρι σε χέρι κυκλοφορούν ορισμένες μυστηριώδεις μπομπίνες που περιέχουν κινηματογραφικά δελτία ειδήσεων τα οποία απεικονίζουν τον κόσμο  όπως είναι στο δικό μας σύμπαν, δηλαδή με την Ναζιστική Γερμανία ηττημένη και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παγκόσμιους κυρίαρχους. Σύμφωνα με τις διαδόσεις που ψιθυρίζονται από στόμα σε στόμα, αυτά τα αλλόκοτα φιλμ παράγονται από έναν πολύ παράξενο άνθρωπο, τον σκιώδη αρχηγό του κινήματος της αντίστασης κατά της Ναζιστικής κυριαρχίας, ο οποίος έχει υιοθετήσει το ψευδώνυμο «Ο άνθρωπος στο Ψηλό κάστρο.» Η Γερμανική μυστική αστυνομία, θορυβημένη από την ύπαρξη αυτών των ταινιών, τον αναζητά ενδελεχώς. 

Στην Αμερική του 1962 λοιπόν, ο Τζο Μπλέικ (Luke Kleintank) ζει στο ανατολικό μέρος εκεί όπου οι Αμερικανοί θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, η δουλεία έχει νομιμοποιηθεί ξανά, ενώ οι ελάχιστοι Εβραίοι που κυκλοφορούν κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα. Κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη σε τίποτε. Ο Τζο είναι εν δυνάμει μέλος της αντίστασης που έχει δημιουργηθεί με αποστολή να μεταφέρει ένα φορτίο ύποπτο για τις αρχές προς το Canon City- στην ουδέτερη ζώνη. Στην άλλη μεριά του Ειρηνικού βρίσκεται η γοητευτική Τζούλιαν Κρέιν (Alexa Davalos), μαζί με τον άνδρα της (Rupert Evans) όπου ζουν μια ζοφερή ρουτίνα καθημερινότητας σε ένα σκοτεινό υπόγειο . Σε αντίθεση με το ναζιστικό μέρος στις Ιαπωνικές Πολιτείες του Ειρηνικού ο εργαζόμενος τιμάται, δεν παύει όμως να αποτελεί ένα μέσο προς έναν σκοπό. Η ζωή της Τζούλιαν ταράσσεται όταν η αδερφή της, που είναι μέλος της Αντίστασης, της δίνει ένα φιλμ που περιγράφει μια διαφορετική έκδοση της ιστορίας, ενώ λίγα λεπτά αργότερα δολοφονείται μπροστά στα μάτια της από την χωροφυλακή. Η Τζούλιαν, αν και διστακτική στην αρχή, πείθεται να ενταχθεί στην Αντίσταση αναζητώντας χαραμάδες ελπίδας για έναν καλύτερο κόσμο.

Από την πρώτη στιγμή το The Man In The High Castle επιβάλλει στον θεατή μια δική του ατμόσφαιρα σχεδόν σαγηνευτική. Η σειρά, πέρα από την εκπληκτική σκοτεινή ατμόσφαιρα της, βρίθει καλών ερμηνειών τόσο από την Αlexa Davalos και τον Luke Kleintank όσο και από τους δύο ανώτατους επιθεωρητές (Τζον Σμιθ, Κίντο) οι οποίοι παραδίδουν ρεσιτάλ, παρουσιάζοντας μας δύο χαρακτήρες χωρίς ηθικούς φραγμούς που είναι ικανοί για τα πάντα. Είναι πραγματικά δύσκολο σε μια ιστορία με φαινομενικά ευδιάκριτους «καλούς» και «κακούς» να θολώσεις τα όρια μεταξύ τους, χωρίς να ξεπέσεις στην καρικατούρα. Και όμως η σειρά το καταφέρνει και με το παραπάνω, ακόμη κι αν μετριάζει κάπως το ανορθόδοξο. Όταν θίγει ηθικά, υπαρξιακά και λοιπά ζητήματα, καταφέρνει να το κάνει τις περισσότερες φορές με έναν μετρημένο, εύστοχο, σχεδόν χειρουργικό και κάποιες φορές αρκετά έντονο τρόπο μέσα από τα γεγονότα της. Ταυτόχρονα, η δράση , οι συνωμοσίες όσο και τα πισώπλατα χτυπήματα που αλλάζουν το ρου της ιστορίας κάθε στιγμή σε κρατάνε σε εγρήγορση.

Καλό θα ήταν να πούμε βέβαια πως ο σεναριογράφος Frank Spotnitz (X–Files) έχει αλλάξει αρκετά πράγματα σε σχέση με το βιβλίο όπως ότι ο Χίτλερ  είναι ακόμα ζωντανός (ενώ το βιβλίο ξεκινάει με τον νεκρό Χίτλερ από σύφιλη) αλλά ίσως πιο σημαντική διαφορά είναι ότι ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο δεν συλλέγει ταινίες μιας εναλλακτικής ιστορίας αλλά είναι αυτός που έχει γράψει ένα βιβλίο ονόματι «Η Ακρίδα Κείτεται Βαριά» (The Grasshopper Lies Heavy) το οποίο περιγράφει μια εναλλακτική ιστορία στην οποία οι δυνάμεις του Άξονα χάνουν τον πόλεμο.

To «The Man in the High Castle» ήταν η πιο δημοφιλής σειρά σε streaming του Amazon για το 2015. Η σειρά έχει 4 σεζόν, η τελευταία προβλήθηκε το Νοέμβριο 2019. Θεωρείται μία από τις καλύτερες σειρές της δεκαετίας με ένα αμφιλεγόμενο τέλος.

«Φοβάμαι την εξουσία, αλλά συγχρόνως αισθάνομαι δυσαρέσκεια απέναντί της –απέναντί της και απέναντι στον φόβο μου– κι έτσι επαναστατώ. Και το να γράφεις επιστημονική φαντασία είναι ένας τρόπος να επαναστατείς.»

Philip K. Dick

Πηγές:

https://smassingculture.wordpress.com/2015/12/12/the-man-in-the-high-castle%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D/

mindhack.gr/the-man-in-the-high-castle/

https://www.kathimerini.gr/843934/article/politismos/thleorash/h-istoria-ws-8riler-fantasias

Αποχαιρετώντας το The Man In The High Castle (spoiler free series review)

Poldark, μια τηλεοπτική επιτυχία εποχής

Φαίνεται πως οι Βρετανοί εξακολουθούν να αγαπούν πολύ τα δράματα εποχής, μιας και το «Poldark» μας γυρνάει σε ένα προβικτωριανό τοπίο της πανέμορφης Κορνουάλης, με τοπία και μουσική που μας υποβάλλει και με μια υπόθεση ιστορικά ενδιαφέρουσα, ολίγον αργή σε κάποια σημεία.

Μια τέτοια, κινηματογραφικών προδιαγραφών, είναι και το «Poldark» που ήρωα έχει τον ωραίο και μοιραίο Έινταν Τέρνερ, που υποδύεται τον Ρος Πόλνταρκ. Αυτός επιστρέφει στην πατρίδα του την Κορνουάλη, από τον πόλεμο της αμερικανικής ανεξαρτησίας μετά από χρόνια, και μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν ζει πια, η περιουσία του έχει σχεδόν εξανεμιστεί και, κυρίως, η αγαπημένη του Ελίζαμπεθ είναι πια γυναίκα τού εξαδέλφου του! Το κλίμα από πλευράς των συμπολιτών του είναι περίεργο για τον ίδιο, το διάστημα της απουσίας ήταν μεγάλο, οι δεσμοί και οι συγγενικές του σχέσεις δεν βρίσκονται στο σημείο που τις άφησε. Αποφασίζει, όμως, να μη φύγει και να ενεργοποιήσει ξανά τα οικογενειακά ορυχεία και – δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο, όμως – η αγάπη του για την Ελίζαμπεθ (αλλά και εκείνης) φαίνεται ότι ακόμη σιγοκαίει. Η πρώτη σεζόν αναλώνεται περισσότερο στις συστάσεις αλλά και στη λαογραφική γνωριμία με την Κορνουάλη, που είναι χωρίς άλλο πανέμορφη και ιδανική τοπική «ταπετσαρία» για μια τέτοια ιστορία και όσο εξελίσσεται μπαίνει πιο δυναμικά στον κεντρικό έρωτα και είναι γεμάτο μικρές συναντήσεις, βλέμματα και υπονοούμενα της αγάπης που δεν πέθανε ποτέ με τον χρόνο. Οι έρωτες ανά καιρούς θα αλλάξουν στο βάθος του χρόνου και καθώς η σειρά προχωρά. Αναμφίβολα, με κάποιες εξαιρέσεις οι δημιουργοί της σειράς προφανώς λόγω του ίδιου το βιβλίου δεν εξιδανίκευσαν το ερωτικό κομμάτι. Ίσα ίσα το έκαναν πιο ήρεμο, πιο ανθρώπινο, με όλα τα λάθη και τα ελαττώματα που προκύπτουν στις ανθρώπινες σχέσεις του σήμερα και του τότε. Καθώς αναπτύσσεται η πλοκή δημιουργούνται ενίοτε κενά. Μπορεί σε άλλα σημεία να κυλά αρκετά αργά και αψυχολόγητα. Ωστόσο, στο σύνολο της είναι ενδιαφέρουσα και από ιστορικής απόψεως, διότι βλέπει κανείς πως λειτουργούσε η αγγλική επαρχία αυτού του αιώνα σε αδρές γραμμές, παίρνει μια ιδέα από την Αποικιοκρατία και από τον τρόπο λειτουργίας του αγγλικού πολιτεύματος.

Η σειρά έχει συνολικά έξι μέρη, ως συνήθως, και εύλογο απορίας είναι γιατί ξανά ένα remake μιας μεγάλης τηλε-επιτυχίας του 1975 (βασισμένα και τα δύο στη λογοτεχνική σειρά δώδεκα βιβλίων του Γουίνστον Γκράχαμ); Δημιουργήθηκαν έτσι πέντε σεζόν, ορισμένες εξαιρετικές και άλλες τουλάχιστον ανεκτές. Σαν σύνολο πάντως το έργο σου αφήνει μια πολύ ωραία αίσθηση και δεν ξέρουμε αν για αυτό ευθύνεται η μουσική, η Κορνουάλη ή ο Τέρνερ ή όλα αυτά μαζί!

Ο Ρος είναι περιζήτητος εργένης μέχρι να γνωρίσει την Ντεμέλζα και να ξεκινήσει το δεύτερο ρομάντζο της σειράς! Αναμφίβολα, είναι ένας πολύ δημοφιλής ήρωας της βρετανικής λογοτεχνίας, έχει πάρα πολλούς fans στη χώρα του, και το βάρος στις πλάτες τού Έινταν Τέρνερ και των δημιουργών ήταν πολύ μεγάλο για προφανείς λόγους. Επαναστάτης, με έντονη αίσθηση της ευθύνης του και της κοινωνικής δικαιοσύνης και πάνω από όλα μια ρομαντική φιγούρα, βρίσκει έναν άξιο εκπρόσωπο στον Τέρνερ, ο οποίος δεν μπορεί να κάνει υπερβάσεις (και λόγω του επαναλαμβανόμενου του ρόλου), όμως χτίζει έναν δικό του ήρωα, όχι ιδιαιτέρως επαναστατικό ή αντισυμβατικό όπως ίσως ήταν ο Ρόμπιν Έλις του original, αλλά με κάτι ξεκάθαρα δικό του. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν δεν φέρουν ανάλογο βάρος. Πλην της υποβλητικής Ντεμέλζα και του Τζορτζ Ουέλινγκτον, οι υπόλοιποι φαντάζουν μάλλον λίγο αδιάφοροι.

Επί της ουσίας, το «Poldark» έχει όλα τα σχηματικά συστατικά μιας όμορφης ρομαντζάδας που απευθύνεται προς ευρεία κατανάλωση και είναι από αυτά τα πράγματα που εκλείπουν από τη μικρή οθόνη. Δίχως να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για εμβάθυνση των χαρακτήρων, πράγμα που διευκολύνεται όπως πάντα από τα ήθη και τις συμπεριφορικές συμβάσεις των εποχών, αλλά ούτε και για τους δεσμούς των προσώπων, έχουμε να κάνουμε με γνήσια ψυχαγωγική τηλεόραση που βαδίζει μια πεπατημένη επιτυχή, η οποία ποντάρει και στην ομορφιά του τοπίου και των ηρώων της.

Αν έχετε χρόνο και όρεξη για ένα προσεγμένο δράμα εποχής χωρίς εξάρσεις (ούτε χαράς ούτε λύπης) τότε το Poldark είναι η σειρά για εσάς!! Δοκιμάστε την και δε θα σας απογοητεύσει!

Πηγές: https://freecinema.gr/tv/poldark-an-old-fashioned-romance-in-cornwall/

«Απάνθρωποι Πόροι»: το απάνθρωπο πρόσωπο της ανεργίας

Oι «Απάνθρωποι Πόροι» (Dérapages ή Ιnhuman Resources) είναι μια νέα – άκρως επιτυχημένη – γαλλική μίνι σειρά έξι επεισοδίων που από τις 15 Μαΐου έγινε διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix και ήδη γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Τα μεγάλα ατού της είναι δύο: αφενός το ότι ένα ψυχαγωγικό προϊόν ασχολείται με σοβαρότητα με το μεγαλύτερο ίσως κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, την ανεργία, και αφετέρου ότι πρωταγωνιστής της σειράς είναι ένας πρώην σταρ –για την ακρίβεια «βασιλιάς»– του ποδοσφαίρου, ο Ερίκ Καντονά, που ανταποκρίνεται θαυμάσια σε αυτόν το ρόλο. Επιπλέον, καθώς η πανδημία δικαιολόγησε και επιτάχυνε δεκάδες εκατομμύρια απολύσεις σε όλο τον κόσμο, η σειρά αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.

Η σειρά βασίζεται στο μυθιστόρημα Cadres Noirs του βραβευμένου με Γκονκούρ Πιέρ Λεμέτρ, του οποίου επτά βιβλία έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα κι έχουν αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο 57χρονος Αλέν Ντελάμπρ, πρώην στέλεχος επιχειρήσεων, ειδικευμένος στους «ανθρώπινους πόρους», δηλαδή στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, είναι εδώ κι 7 χρόνια άνεργος, καθώς η εταιρεία του προχώρησε σε περικοπές. Συντηρείται χάρη στο μισθό της γυναίκας του, κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του και εργάζεται προσωρινά σε μια αποθήκη για 560 ευρώ το μήνα μικτά. Μια μέρα, του προσφέρεται μια ευκαιρία να προσληφθεί σε έναν βιομηχανικό κολοσσό. Προκειμένου να την κερδίσει, όμως, οι υποψήφιοι εργοδότες θα θελήσουν να δοκιμάσουν αυτόν και τους ανταγωνιστές του. Η δοκιμασία περιλαμβάνει ένα “παιχνίδι ρόλων”, μια υποθετική κατάσταση ομηρείας, στην οποία τέσσερα ανώτερα στελέχη της επιχείρησης θα πρέπει να περάσουν από ανάκριση. Στόχος είναι να δείξουν οι υποψήφιοι τις ικανότητές τους στην διαχείριση κρίσεων, όπως η προβλεπόμενη απόλυση 1.500 εργαζομένων της εταιρείας από ένα εργοστάσιό της (αυτό είναι και το πρώτο που πρόκειται να αναθέσει η εταιρεία σε όποιον κερδίσει την θέση).

Ο Αλέν είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να βρει μια δουλειά, οπότε και αποφασίζει να συμμετάσχει στην διαδικασία. Όταν όμως ανακαλύπτει ότι ο ίδιος είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι που τον υπερβαίνει, θα γίνει από θύμα θύτης, θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει τους δικούς του κανόνες. «Η ανεργία είναι βία», θα πει αργότερα και «όποιος ψάχνει για δουλειά, είναι σε πόλεμο, οι νικητές επιβιώνουν, οι άλλοι ψοφάνε».

Ιδιαίτερα θετικά μας εκπλήσσει ο πρωταγωνιστής της σειράς που δεν είναι άλλος από τον «βασιλιά» Ερίκ Καντονά, μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες μορφές του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και της Manchester United. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ερίκ Καντονά ασχολείται με την υποκριτική, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές άλλες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές στο παρελθόν. Η παρουσία του στη συγκεκριμένη σειρά κρίνεται άκρως ταιριαστή και ο ίδιος προσφέρει μια πραγματικά αξιόλογη ερμηνεία.

Από επεισόδιο σε επεισόδιο, οι «Απάνθρωποι Πόροι» μεταλλάσσονται: από κοινωνικό και υπαρξιακό δράμα σε εταιρικό θρίλερ, σε οικογενειακό δράμα, σε θρίλερ φυλακής και τέλος σε δικαστικό θρίλερ και αντικαπιταλιστικό μανιφέστο, ικανοποιώντας τα γούστα κάθε θεατή.

Η σειρά προσπαθεί και καταφέρνει να συνδυάσει με επιτυχία την αγωνία και την ένταση με την υπόθεση (ώστε να μην αφήσει κάποιον παραπονεμένο), ενώ προσπαθεί με επιτυχία να ξεφύγει από τα κλισέ του θέματος, κάνοντας και ένα κοινωνικό σχόλιο.

Τα 6 επεισόδιά της είναι πράγματι καθηλωτικά· οι «Απάνθρωποι Πόροι» έχουν αποθεωθεί από κοινό και κριτικούς. Στην καρδιά τους κρύβονται άβολα ζητήματα, όπως το γεγονός ότι άνθρωποι απολύονται εξαιτίας της ηλικίας τους και μόνο. Ή ότι οι κολοσσοί δεν έχουν κανένα ανθρώπινο συναίσθημα. Αξίζει να την απολαύσετε άμεσα!

ΠΗΓΕΣ: https://prin.gr/?p=31406 , https://www.ieidiseis.gr/eidiseis/politismos/item/45894-netflix-o-erik-kantona-protagonistei-sti-nea-seira-apanthropoi-poroi , http://www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-seira-quot-apanthropoi-poroi-quot/ , https://www.athensvoice.gr/culture/tv/649881_netflix-8-synarpastikes-seires-apo-ti-gallia-kai-velgio , https://www.newsbeast.gr/entertainment/cinema/arthro/6295464/netflix-i-nea-dramatiki-seira-me-ton-erik-kantona-poy-apotheonoyn-oloi