“Οι τηλεφωνήτριες” με γυναικεία δύναμη από την Ισπανία

Οι Τηλεφωνήτριες, ή αλλιώς las chicas del cable, σε παραγωγή Netflix.

Η σειρά μας ταξιδεύει στην Ισπανία, την δεκαετία του 1920-1930. Ενώ η χώρα έχει πληγεί από τη γρίπη, λίγα χρόνια πριν την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, οι τηλεφωνικές εταιρίες αρχίζουν να ανατέλλουν, και να δίνουν νόημα σε έναν όρο άγνωστο ακόμη, αυτόν της τηλεφωνικής επικοινωνίας, έτσι ήταν αναγκαία η εύρεση ατόμων, για να μας συνδέουν με την άλλη γραμμή. Συνεπώς εκεί θα συνδεθούμε και εμείς με τις πέντε νεαρές πρωταγωνίστριες μας.

Η Λίδια, μία κυνηγημένη «απατεώνισσα» προσπαθεί να αλλάξει επιτέλους την ζωή της, “η Μάργα μόλις έχει φτάσει στην πόλη, ούσα συνηθισμένη στην επαρχιακή ζωή, είναι τρομοκρατημένη μπροστά στο χάος της μεγαλούπολης και η Καρλότα, μια γυναίκα που δεν φοβάται να πολεμήσει για τα πιστεύω της, καταφθάνουν όλες για τον ίδιο σκοπό, να κερδίσουν μια θέση στο εργατικό δυναμικό, στο άκουσμα της αγγελίας για πρόσληψη ικανών γυναικών ως τηλεφωνητριών, στην εταιρία Θιφουέντες. Εκεί θα συναντήσουν και τις άλλες δυο, την Άνχελες που θα τις καθοδηγήσει στην νέα τους δουλειά ως η εμπειρότερη, και σε εκείνη θα αντικρίσουμε μια δυναμική αλλά παγιδευμένη ψυχή και την προϊστάμενη τους την Σάρα, ένα κορίτσι με χαμένη ταυτότητα.

Τα πράγματα, όμως, δεν θα είναι τόσο ομαλά, μια διεφθαρμένη οικογένεια ως κάτοχος της εταιρείας και γοητευτικοί εργοδότες θα περιπλέξουν ακόμα περισσότερο τις εξελίξεις, με τους τελευταίους να αποτελούν επίσης βασικά πρόσωπα κατά την διάρκεια της πλοκής. Ο Κάρλος και ο Φρανθίσκο, δυο στενοί φίλοι, θα δουν τις ζωές τους να αλλάζουν για πάντα, όταν η αινιγματική Λίδια θα διαβεί το κατώφλι της εταιρίας των γονιών του Κάρλος.

Η δύναμη της φιλίας έχει τον πρωταρχικό ρόλο, πέντε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους γυναίκες θα έρθουν κοντά εξαιτίας ενός φόνου, και από τότε θα γίνουν αχώριστες.

Ωστόσο, κάθε κοπέλα κουβαλάει και τα δικά της βάσανα, χρέη, ενδοοικογενειακή βία, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, πατριαρχική οικογένεια, πρόσωπα του παρελθόντος, και σαν να μην φτάνουν αυτά, όλα διαδραματίζονται σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, όπου οι γυναίκες είναι αποκλεισμένες από βασικά δικαιώματα, έτσι η εταιρία αυτή αποτελεί για την καθεμία μια ξεχωριστή ευκαιρία να αποδείξει την αξία της, να βρει τον εαυτό της και να συμβάλλει στον αγώνα των τότε γυναικών.

Κάτι τέτοιο δεν φαντάζει εύκολο καθώς βρίσκονται αντιμέτωπες με την εξουσία, τα πολιτικά και τα οικονομικά συμφέροντα, καθώς και την ανακάλυψη του τηλεφωνικού θαλάμου, που θα είναι ολέθριο για τις τηλεφωνήτριες…

THE GOOD PLACE: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Το “The Good Place” είναι η απόδειξη ότι ο Μάικ Σουρ, ο άνθρωπος δηλαδή που έχει δημιουργήσει ή βοηθήσει στην παραγωγή τους σειρές όπως το «The Office», το «Parks and Recreation», το «Brooklyn Nine-Nine» και τώρα το «The Good Place», έχει τις πιο πρωτότυπες ιδέες στην αμερικανική τηλεόραση και δεν πρόκειται να μας απογοητεύσει ποτέ. Μάλιστα, η νεότερη κωμική σειρά του, που έκανε πρεμιέρα στο NBC το 2016, είναι ίσως μια από τις πιο έξυπνες και πετυχημένες κωμικές σειρές όλων των εποχών.

Μία πολύ ιδιαίτερη υπόθεση παρουσιάζεται από την πρώτη κιόλας στιγμή της σειράς. Η Κρίστεν Μπελ, σε μία ακόμα εξαιρετική ερμηνεία, ενσαρκώνει την Έλενορ Σέλστροπ, η οποία ξαφνικά πεθαίνει και πηγαίνει στον “Παράδεισο”. Η Έλενορ λοιπόν βρίσκεται στον “Παράδεισο” ή πιο σωστά στο Good Place (Καλό Μέρος), και απέναντί της έχει τον εκπληκτικό Τεντ Ντάνσον, δηλαδή τον αρχιτέκτονα Μάικλ, ο οποίος της εξηγεί πώς λειτουργεί το σύστημα της ζωής. Η Έλενορ κατάφερε να πάει στο Καλό Μέρος επειδή έζησε μια τέλεια ζωή βοηθώντας τους άλλους, και τώρα θα περάσει την αιωνιότητα σε μια τέλεια γειτονιά που μοιάζει να βγήκε από κάποιο τρελό όνειρο. Επίσης, εκεί η Ελενορ συναντά τον Τσίντι, έναν αναποφάσιστο καθηγητή ηθικής και φιλοσοφίας που είναι η αδελφή ψυχή της αφού κάθε άνθρωπος στο Καλό Μέρος έχει την τέλεια αδελφή ψυχή, και μαζί θα ζουν για πάντα, στο τέλειο σπίτι, στην τέλεια γειτονιά, την τέλεια ζωή. Την περίεργη σύσταση των πρωταγωνιστών συμπληρώνουν η Τζάνετ, η βοηθός του Μάικλ (ανώτερη μορφή AI) που ξέρει κάθε πληροφορία στο σύμπαν και είναι προγραμματισμένη να εκτελεί κάθε διαταγή  ο Τζιαν-Γιου, ένας βουδιστής μοναχός που έχει πάρει όρκο σιωπής και η Ταχάνι, μια πλούσια φιλάνθρωπος με τεράστιο κόμπλεξ απέναντι στην ακόμα πιο πλούσια, ακόμα πιο εντυπωσιακή, ακόμα πιο φιλάνθρωπο αδερφή της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι για την Ελενορ η ζωή στο Καλό Μέρος αποτελεί μία κόλαση επειδή δεν είναι αυτή που όλοι νομίζουν αφού στη ζωή της στη Γη ήταν ένας απαίσιος άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς και είχε φρικτή συμπεριφορά απέναντι σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε.

Από την πρώτη στιγμή η σειρά παρουσιάζει ένα πολύ ενδιαφέρον ηθικό δίλημμα σε μορφή κωμωδίας καταστάσεων. Η Ελενορ βλέπει τα πάντα να γκρεμίζονται γύρω της, τον τέλειο κόσμο να βραχυκυκλώνει εξαιτίας της, όσο η ίδια σκέφτεται τι μπορεί να κάνει, ποιες είναι οι επιλογές της. Τα απρόοπτα μπορεί να περιλαμβάνουν από ένα σκηνικό κωμικής καταστροφής, με ένα σμήνος από σφήκες να κατακλύζουν το Καλό Μέρος σπέρνοντας τον πανικό, μέχρι την επίσκεψη των ανθρώπων του Κακού Μέρους που προσπαθούν να βγάλουν άκρη με το γραφειοκρατικό λάθος. Κατά την διάρκεια αυτών των επεισοδίων, το ηθικό αδιέξοδο της Ελενορ εντείνεται. Αν ομολογήσει την αλήθεια για το λάθος που την έφερε στον Παράδεισο, θα έχει διαπράξει μια Καλή Πράξη, μεγαλύτερη από όσο μπορεί να καταφέρει οποιαδήποτε ψυχή στη μετά θάνατον ζωή (επειδή όλες οι άλλες ζουν σε ένα θεωρητικά τέλειο περιβάλλον δίχως δοκιμασίες και περιθώρια λάθους) όμως σαν συνέπεια, θα είναι αναγκασμένη να ζει για πάντα σε μια κόλαση. Είναι μια τρομερά ενδιαφέρουσα θεωρητική προσέγγιση, την οποία η σειρά παίρνει απολύτως σοβαρά κι όχι μόνο ως περιτύλιγμα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία και με την βοήθεια των φιλοσοφικών μαθημάτων του Τσίντι, η Έλενορ αλλάζει σταδιακά, γίνεται άλλος άνθρωπος, αναλογιζόμενη την ύπαρξή της ως ηθικό και κοινωνικό ον, αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις των πράξεων της και πως επηρεάζει την ζωή των άλλων και αποφασίζει να βελτιωθεί και να κάνει καλές πράξεις.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αρχική ιδέα του Σουρ ήταν να συμπεριλάβει στοιχεία από διάφορες θρησκείες αφού πραγματοποίησε μια σχετική έρευνα, αλλά τελικά αποφάσισε να αφήσει στην άκρη αυτό το σχέδιο και να προτάξει απλά την έννοια της πίστης απαλλαγμένη από συγκεκριμένα θρησκευτικά ιδεώδη. Και πραγματικά κανείς δεν πρόκειται να νιώσει προσβεβλημένος από τη σειρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διατηρεί μια βαρετή ουδετερότητα. Η έμφαση δίνεται στην πνευματικότητα και διαπερνά τις όποιες θρησκευτικές διαφορές. Όλους μας απασχολεί ο θάνατος και έχουμε αναρωτηθεί αν υπάρχει κάτι μετά, και το «The Good Place» αφουγκράζεται αυτούς τους στοχασμούς, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα σε ρίξει στη φιλοσοφική εσωστρέφεια, αν και παρουσιάζει πολλαπλά φιλοσοφικά ερωτήματα που σε βάζουν σε σκέψεις.

Η σειρά έχει τρεις κύκλους, οι οποίοι βρίσκονται και στο Netflix, και αποτελεί ίσως ένα από τα καλύτερα μαθήματα ηθικής, μιας και μέσα από τη φαντασία και το χιούμορ αλλά και τις απίστευτες ανατροπές και plot twists που σε αφήνουν σε αγωνία σε κάθε επεισόδιο παρουσιάζει το αιώνιο θέμα των καλών και κακών επιλογών, καθώς και των ευθυνών, αλλά και των συνεπειών που φέρουν αυτές αντίστοιχα. Το “The Good Place” μπορεί να αποτελεί μία κωμωδία με μεταφυσικές υφάνσει αλλά ουσιαστικά μας δείχνει τι μας κάνει καλούς και κακούς, ποια είναι η σημασία της ηθικής και τι κάνει την ανθρώπινη ψυχή ανθρώπινη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μας αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει αν το θέλει πραγματικά. Μας δείχνει με τον πιο ευρηματικό και μοναδικό τρόπο πόσο δύσκολο αλλά και όμορφο είναι όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί πραγματικά να αλλάξει και να γίνει καλύτερος.

Πηγές:

https://flix.gr/news/good-place-review.html

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/85349

https://www.e-daily.gr/popculture/144708/the-good-place-i-sira-pou-prepi-opwsdipote-na-dis-sto-netflix-video

https://threepixelslab.gr/movies-series/series/62989/the-good-place-mia-apo-tis-kalyteres-komikes-seires/

Away: Η σημασία της οικογένειας αποτυπώνεται στην νέα σειρά επιστημονικής φαντασιας με την Χίλαρι Σουάνκ

“Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει” έλεγε ο Αριστοτέλης, δηλαδή είναι στη φύση του ανθρώπου να εξερευνά το άγνωστο. Ειδικά, όταν αυτό το άγνωστο είναι το διάστημα, το οποίο θα αποτελεί πάντα, λόγω της απειρής έκτασής του, το μεγαλύτερο πεδίο εξερεύνησης. Σε αυτό το ένστικτο της εμφυτης ανάγκης για ανακάλυψη απευθύνεται η σειρά Αway του Netflix, που μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι εξερεύνησης και προσπάθειας εποικισμού του πλανήτη Άρη.

Η πλοκή εξελίσσεται στο κοντινό μέλλον οταν ένα επανδρωμένο διαστημόπλοιο της NASA αποστέλλεται στον Άρη. Γι’ αυτήν την πολύ σημαντική αποστολή, έχει συγκεντρωθεί μια ομάδα ελίτ αστροναυτών-κοσμοναυτών από όλο τον κόσμο (Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Κίνα, Ινδία και Μεγάλη Βρετανία). Αν όλα πάνε καλά, θα μείνουν μακριά από την πατρίδα και τους ανθρώπους που αγαπούν τρία χρόνια. Στο διάστημα αυτό, οι σχέσεις τους τόσο στη Γη όσο και στο διάστημα θα δοκιμαστούν, καθώς παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί και σε τροχιά, προσπαθώντας να κατακτήσουν τον πιο σημαντικό στόχο της ανθρωπότητας. 

Το “Away”, με την απροσδόκητα παλιομοδίτικη διάθεση του, δεν θέλει να ακολουθήσει τα βήματα του «Apollo 13» και του «Gravity». Η σειρά 10 επεισοδίων (50 λεπτά το επεισόδιο) δεν προσπαθεί να απεικονίσει με ακρίβεια τις τεχνικές δυσκολίες μίας επανδρωμένης αποστολής στον Άρη, ούτε μετατρέπει τους αστροναύτες σε ήρωες ενός μακρινού κόσμου. Κάθε μέλος της ομάδας σκιαγραφείται με βάση τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, τη σχέση με τα αγαπημένα του πρόσωπα, εξού και η σειρά εστιάζει στη διατήρηση αυτού του ευαίσθητου δεσμού. Και μπορεί η επιτυχία της αποστολής να αποτιμάται με την άφιξη (ή όχι) στον κόκκινο πλανήτη, αλλά η σειρά καθιστά σαφές ότι η πραγματική αποτυχία θα ήταν να διαρραγούν οι δεσμοί της οικογένειας.

Κατα συνέπεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπάρχει στις ευάλωτες στιγμές των πρωταγωνιστών. Η Χίλαρι Σουάνκ ως η κύρια πρωταγωνίστρια, Emma Green, έχει τον περισσότερο τηλεοπτικό χρόνο και οι σχέσεις της με την οικογένεια της βρίσκονται στο προσκήνιο και φυσικά παραδίδει μία εκπληκτική ερμηνεία. Ταυτόχρονα όμως δίνεται χώρος και στους άλλους ηθοποιούς να αναδειχθούν, αφού κάθε επεισόδιο εστιάζει στην ιστορία κάθε μέλους του πληρώματος, με flashbacks. Με κομψό, αλλά διακριτικό τρόπο, φαίνεται η διαφορά του να μεγαλώνει κανείς στις ΗΠΑ, έναντι καθεστώτων όπως η Κίνα και η Ρωσία, με τους Ray Panthaki (Ram), Vivian Wu (Lu), Mark Ivanir (Μisha) και Ato Essandoh (Kwesi), να καταφέρνουν, ο καθένας ξεχωριστά, να σε κάνουν να τους συμπαθήσεις και να σταθούν επάξια δίπλα στην βραβευμένη με δύο Όσκαρ ηθοποιό, χωρίς να δίνουν στιγμή την αίσθηση πως οι ρόλοι τους είναι δευτερεύοντες και υποστηρικτικοί. Ιδιαίτερα η Κινέζα χημικός και αστροναύτης έχει μία πολύ δυνατή ιστορία που ακολουθείται με μία επίσης δυνατή ερμηνεία ενώ και ο κοσμοναύτης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης Μίσα απασχολεί αρκετά την πλοκή με τις περίπλοκες οικογενειακές του σχέσεις και την “διαστημική του τύφλωση”. Από την άλλη ο Josh Charles, ο πιστός και υποστηρηκτικός σύζυγος της Έμα, επίσης αστροναύτης, που άφησε πίσω το δικό του όνειρο να ταξιδέψει στον Άρη εξαιτίας ενός σοβαρού θέματος υγείας, δίνει την διαφορετική οπτική του Χιουστον ως αρχιμηχανικός της NASA. Παρόλο που τα πράγματα ανατρέπονται από το πρώτο κιόλας επεισόδιο, εκείνος δείχνει αποφασισμένος να μη στερήσει το όνειρο στη σύζυγό του και κάνει τα αδύνατα-δυνατά να τη φέρει πίσω ζωντανή και να ενώσει και πάλι την οικογένεια του. Τέλος, η σκηνοθεσία είναι του Ματ Ριβς («The Batman») και το σενάριο του Άντριου Χιντερέικερ.

Γενικά, το Αway αποτελεί σειρά με βαθειά κοινωνικά και άνθρωπινα μηνύματα αλλά και με πολλές στιγμές αγωνίας και αρκετής δράσης, ίσως λίγο λιγότερη απόσο θα θέλαμε από μία περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αλλά και με μερικές στιγμές χαράς, συγκίνησης και ανακούφισης . Θέτει πολλαπλά ερωτήματα για την ζωή μας και την καθημερινότητα μας, με κυριότερη “τι είναι πιο σημαντικό, η οικογένεια ή το καθήκον;”. Εν τέλει, η σειρά δεν είναι πραγματικά για την εξερεύνηση του διαστήματος, αλλά για την ανθρώπινων σχέσεων και τη σημασία του να κυνηγάς τα όνειρά σου, όσο μικρά και μεγάλα και αν είναι, χωρίς ποτέ να χάνεις την ελπίδα σου, που στην προκειμένη αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη. 

 “Τα έθνη είναι μια ιδέα και τα σύνορα δεν υπάρχουν το μόνο που μετράει είναι οι άνθρωποι που αγαπάς”

Πηγές:

www.cineramen.gr/kykloforise-i-seira-fantasias-away-toy-netflix-poy-tha-kathilosei/

https://www.huffingtonpost.gr/entry/away-e-nea-seira-toe-netflix-me-ten-chilari-soeank-den-moiazei-me-to-gravity-kai-to-apollo-13_gr_5f551486c5b6946f3eb3875a

https://mylife.com.cy/good-life/tainies-seires-biblia/giati-na-deis-ti-seira-away-toy-netflix-me-ti-hilary-swank

Away Netflix: Η κριτική του Δημήτριου Ζαπάντη

“Alias Grace”: ένα τρομακτικά επίκαιρο πορτραίτο της πατριαρχικής κοινωνίας

«Τορόντο, 1843. Η δεκαεξάχρονη καμαριέρα Γκρέις Μαρκς δικάζεται για την εν ψυχρώ δολοφονία του αφεντικού της Τόμας Κίνεαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Ο “συνένοχός” της, ο σταβλίτης Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ, οδηγείται στην κρεμάλα κι εκείνη τιμωρείται με ισόβια. Δεκαέξι χρόνια μετά, ο δόκτωρ Σάιμον Τζόρνταν, πρωτοπόρος ψυχίατρος και αυθεντία σε θέματα αμνησίας, οδηγεί βήμα βήμα την Γκρέις σ’ ένα συγκλονιστικό ταξίδι στο παρελθόν: ο δρόμος της ξενιτιάς από την Ιρλανδία στον Καναδά, ο θάνατος της μητέρας της, η σημαδιακή φιλία της με την άτυχη υπηρέτρια Μαίρη Γουίτνι. Και πάνω απ’ όλα, η κρίσιμη ώρα του διπλού φονικού, θαμμένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του μυαλού της. Είναι τελικά μια μοιραία γυναίκα, μια ψυχρή δολοφόνος, η προσωποποίηση του Κακού; Ή μήπως ένα αδύναμο και άβουλο θύμα στα χέρια του αχαλίνωτου Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ;».

Μετά τo “The Handmaid’s Tale” (διαβάστε το αφιέρωμά μας στην αγαπημένη αυτή σειρά εδώ), τη σειρά που βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Margaret Atwood που σάρωσε τα τηλεοπτικά βραβεία Emmy, σειρά έχει το “Alias Grace” (“Το Άλλο Πρόσωπο της Γκρέις”), επίσης της Atwood, το οποίο είναι διαθέσιμο και στο ελληνικό Netflix.

Η σειρά, η οποία είναι παραγωγής του καναλιού CBC (της Καναδικής δημόσιας τηλεόρασης δηλαδή) με συνέταιρο – χορηγό το Netflix που την “στριμάρει” για τον υπόλοιπο πλανήτη, αποτελεί έμπνευση και δημιουργία της σπουδαίας ηθοποιού/ συγγραφέως / σκηνοθέτριας Σάρα Πόλεϊ που έγραψε και το σενάριο, ενώ την σκηνοθεσία υπογράφει η Μαίρη Χάρον, γνωστή για το «I Shot Andy Warhol» και κυρίως για την κινηματογραφική μεταφορά του «American Psycho».

Το “Alias Grace” είναι μια παραγωγή μυστηρίου και γκόθικ τρόμου 6 επεισοδίων από το Netflix, που περιλαμβάνει σφραγίδες της Atwood, όπως η ανισότητα μεταξύ των φύλων και η εκμετάλλευση των κατώτερων τάξεων και των μεταναστών. Με μία όμως βασική διαφορά και μία βασικότερη ομοιότητα από το “The Handmaid’s Tale”.

Εάν το “The Handmaid’s Tale” απεικόνιζε ένα δυστοπικό μέλλον που έχει στερήσει ολοκληρωτικά τα ανθρώπινα δικαιώματα από τις γυναίκες, το “Alias Grace” ταξιδεύει σ’ ένα παρελθόν που τα δικαιώματα αυτά ανήκαν ακόμη στη σφαίρα της φαντασίας. Και οι δύο σειρές ωστόσο, η μία μεταδίδοντας από τη συχνότητα του πριν και η άλλη από του μετά, δεν θα μπορούσαν να έχουν συντονιστεί περισσότερο με το σήμερα.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινά με επίγραμμα το ποίημα υπ’ αριθμόν 69 της Έμιλι Ντίκινσον: «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Θάλαμος – για να είναι στοιχειωμένος / δεν χρειάζεται να είναι Σπίτι / το μυαλό έχει Διαδρόμους – που υπερβαίνουν τον Υλικό Χώρο …».

Είναι μια πρώτη προφανής ένδειξη της κατεύθυνσης του βιβλίου (και της σειράς κατ’ επέκταση) προς μια διαχρονική κριτική και καταγγελία της κατάχρησης εξουσίας (ακόμα και στη γλώσσα) των αντρών εις βάρος των γυναικών καθώς και της έμφυλης (αλλά και της ταξικής) βίας, με φόντο τη βικτωριανή εποχή σε σέπια, μουντές και δυσοίωνες αποχρώσεις.

Λίγες μέρες πριν η νέα σειρά κάνει πρεμιέρα στο Netflix, η Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών περνούσε ένα νομοσχέδιο που περιόριζε τη δυνατότητα έκτρωση. Η ζωή της Grace Marks, κεντρικής ηρωίδας του σόου που ενσαρκώνεται εκπληκτικά από την ανερχόμενη Sarah Gadon, αντηχεί αυτήν την πολιτική εξέλιξη και όχι μόνο. Το ίδιο κάνει και η καταπιεσμένη δική της σιωπή και των υπολοίπων θυμωμένων γυναικών της ιστορίας, τις ίδιες μέρες που τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης στο Χόλιγουντ είναι τόσα που δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στο πιεστήριο.

Η Grace βασίζεται σε μια αληθινή Ιρλανδή μετανάστρια που μετακόμισε ως έφηβη στον Καναδά τον 19ο αιώνα για να εργαστεί ως υπηρέτρια, και αργότερα κατηγορήθηκε μαζί με τον επιστάτη της φάρμας όπου εργαζόταν για τον διπλό φόνο του αφεντικού τους και της οικονόμου. Τα λίγα στοιχεία για τη Grace που επιβιώνουν ως σήμερα – κυρίως βάσει μαρτυριών από τη δίκη της – είναι διφορούμενα. Για κάποιους ήταν ψυχρή και ικανή για το έγκλημα που είχε τότε συγκλονίσει όλη τη χώρα, για άλλους πολύ κουτή για να το έχει διαπράξει.

«Η λέξη ‘φόνισσα’ μοιάζει θαμπή και καταπιεστική όπως τα νεκρά λουλούδια σ’ ένα βάζο, ενώ η λέξη ‘φονιάς’ ακούγεται στεγνά κτηνώδης, σαν τον ήχο σφυριού που χτυπά το μέταλλο. Θα προτιμούσα να είμαι ‘φόνισσα’ παρά ‘φονιάς’ αν αυτές ήταν οι μόνες επιλογές».

Το “Alias Grace” εκμεταλλεύεται όλες αυτές τις περιγραφές, για να συναρμολογήσει τελικά ένα αινιγματικό προφίλ μιας γυναίκας με κενά μνήμης που εξιστορεί τη ζωή της σε έναν ψυχίατρο, χωρίς όμως ποτέ να κερδίζει την εμπιστοσύνη ενός αξιόπιστου αφηγητή. Διέπραξε τους φόνους ή έπεσε θύμα εκμετάλλευσης;

Το κενό αλλά διαπεραστικό της βλέμμα αποκρύβει κάθε απόπειρα διείσδυσης στα τραύματα, τα κίνητρα και τις προθέσεις της, που μοιράζεται μόνο με μας αλλά σπανίως με όσους την αντιμετωπίζουν ως «αντικείμενο νοσηρής περιέργειας.

Και εάν διέπραξε τους φόνους, το έκανε συνειδητά, είχε κυριευθεί από το πνεύμα της νεκρής της φίλης, ή μήπως πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας; Όλα αυτά τα σενάρια παίζουν με ίσες πιθανότητες, αλλά είναι ο έλεγχος της αφήγησής τους από τη Γκρέις που κάνει την εντυπωσιακή μεθοδικότητα της σειράς να συναρπάζει.

Ο κακοποιητικός πατέρας, ο ανειλικρινής εραστής, ο ευγενικός σύζυγος που αντιμετωπίζει τα ψυχολογικά τραύματα σχεδόν ηδονοβλεπτικά, όλοι τους θέλουν να σκαλίσουν τα σωθικά της Grace και των γυναικών που την περιβάλλουν, για να εκθέσουν όλα όσα εκείνες πασχίζουν να κρατήσουν δικά τους σε έναν κόσμο που τις τιμωρεί καθημερινά για το φύλο τους. Όταν το θύμα όμως μάθει να ελίσσεται μέσα στην επιβεβλημένη σιωπή, βρίσκεται τελικά οπλισμένο. Και όταν το όπλο στρέφεται και εναντίον του θεατή, τότε το “Alias Grace” απογειώνεται.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/tv-series/167364 , https://www.oneman.gr/entertainment/alias-grace-netflix-series-review/ , https://www.yourate.gr/series/item/5816-alias-grace.html

«Cobra Kai»: ένας άξιος συνεχιστής των θρυλικών ταινιών «Karate Kid»

Το «Karate Kid» δεν ήταν απλά μια οποιαδήποτε ταινία. Για την ακρίβεια δεν ήταν καν μία ταινία αλλά περισσότερες, μόνο που στην πραγματικότητα, όταν μιλάμε για το «Karate Kid», μιλάμε κυρίως για το πρώτο. Για τον νεαρό Daniel Larusso και τον κύριο Miyaki. Για τον «κακό» Johnny και τον ακόμα πιο κακό δάσκαλό του. Για τα μπονζάι και την «Κλωτσιά του Γερανού». Για το γλυκανάλατο λοβ στόρι, την «καθωσπρεπίλα», τη νίκη του καλού απέναντι στο κακό, για το μπούλινγκ (παρότι δεν υπήρχε καν η έννοια αυτή τότε) και το πώς πρέπει κάποιος να ορθώσει το ανάστημά του στους «νταήδες».

Το «Karate Kid» ήταν βαθιά μέσα στα 80s, στην εποχή της αθωότητας, της πολυχρωμίας, των ωραίων τραγουδιών, των κιτς ντυσιμάτων. Γι’ αυτό και πολλές φορές διάφοροι παραγωγοί έχουν προσπαθήσει να αναβιώσουν με κάποιον τρόπο εκείνη την εποχή, με σειρές και ταινίες που γυρίστηκαν πολλά χρόνια, σε μια προσπάθεια επιστροφής στην «ασφάλεια» εκείνων των χρόνων, κάτι που συχνά οδήγησε σε όχι και τόσο επιτυχημένες απόπειρες.

Αυτό έρχεται να αλλάξει το «Cobra Kai». Το «Cobra Kai» ξεκίνησε να προβάλλεται το 2018 μέσω της πλατφόρμας ροής του Youtube, ενώ πρόσφατα προστέθηκε στην λίστα σειρών και του ελληνικού Netflix. Δεν πρόκειται απλά για μια αναβίωση του «Karate Kid», ούτε μια καινούργια προσέγγιση με νέους πρωταγωνιστές. Είναι οι ήρωες του πρώτου Karate Kid, 35 χρόνια μετά, με εκείνους τους ίδιους πρωταγωνιστές που έπαιξαν στην ταινία και αρκετούς καινούργιους. Είναι η συνέχεια της ιστορίας και της ζωής τους 35 χρόνια μετά, με προσωπικές ιστορίες, δράματα, αποτυχίες και επιτυχίες, διαλυμένες ζωές και φαινομενικά επιτυχημένες οικογένειες, που όμως έχουν θέματα να διαχειριστούν, τα οποία δεν ήξεραν καν ότι υπήρχαν.

Η ιστορία ξεκινάει με Flashback του τελευταίου αγώνα του All Valley Tournament της πρώτης ταινίας και την νίκη του Daniel απέναντι στον Johnny.

Ο Daniel Larusso είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και ευτυχισμένος οικογενειάρχης. Είναι όμως; Ως προς το πρώτο, βεβαίως: έχει αντιπροσωπεία ακριβών αυτοκινήτων, συνδρομή σε λέσχη «μόνο για μέλη», ωραίο σπίτι κι άλλα πολλά. Ως προς το δεύτερο όμως, πίσω από τη βιτρίνα της ευτυχίας αποκαλύπτονται κενά που δεν τα γέμισε ποτέ και προβλήματα που τα χρήματα δεν κατάφεραν ποτέ να λύσουν. Απέναντί του, ο παλιός του αντίπαλος, ο Johnny Lawrence, γεμάτος δαίμονες που τον κυνηγούν, μια διαλυμένη οικογένεια, ένα παιδί που ουσιαστικά δεν το γνώρισε ποτέ και τύψεις για όλα αυτά που έκανε και δεν έκανε στη ζωή του, από εκείνη τη μέρα που έχασε τον αγώνα από τον Daniel-son.

Ο Miguel Diaz (Xolo Maridueña) θα δώσει νέο νόημα στην ζωή του και θα γίνει ο πρώτος του μαθητής στη σχολή που θα ανοίξει και που θα ονομάζεται “Cobra Kai”.  Έτσι ο Johnny από αποτυχημένος μεσήλικας, θα εξελιχθεί σε έναν δάσκαλο με διαφορετικό τρόπο σκέψης από του μέντορά του John Kreese (Martin Kove) και οι nerds μαθητές του σχολείου, θα μάθουν πως  να αντιστέκονται σε όσους τους εκφοβίζουν.

Η σειρά επικεντρώνεται περισσότερο στη ζωή του Johnny Lawrence. Ο ίδιος κάνει ένα δυναμικό come back, συνειδητοποιεί τα λάθη που έκανε νεότερος, και προσπαθεί να τα διορθώσει. Είναι ο χαρακτήρας που έχει την μεγαλύτερη εξέλιξη όχι μόνο από την πρώτη σεζόν, αλλά και από την πρώτη ταινία Karate Kid.

Το σύνθημα Strike First, Strike Hard, No Mercy παίρνει χάρη στον Τζόνι την όμορφη εκδοχή του. Όχι την άσχημη, της πονηριάς που επέβαλλε ο σενσέι Κριζ. Με τον αντίστοιχο Λαρούσο να βρίσκεται αυτή τη φορά στην δική του διδασκαλία. Και το αντίστοιχο βάψιμο τοίχου να είναι το καθάρισμα στρωμάτων και το ξεβούλωμα τουαλέτας.

Δίπλα τους, νέοι μαθητές και προστατευόμενοι, παιδιά και άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σαν παιδιά τους, κόντρες, παρεξηγήσεις, δυο αντίπαλες σχολές καράτε, εφηβικοί έρωτες, μυστικά και ψέματα. Ο πολύ κακός δάσκαλος του «Karate Kid» εμφανίζεται όταν πρέπει, οι σκηνές δράσης είναι χορογραφίες υψηλού επιπέδου, οι ρετρό πινελιές (με πλάνα από το παρελθόν, μουσικές, αυτοκίνητα, μπλουζάκια κ.ά) είναι συγκινητικές. Και όλα, με κάποιον τρόπο, «στοιχειώνονται» από την τεράστια απουσία του συγχωρεμένου Pat Morita, του κυρίου Miyagi, στον οποίον η σειρά αποτίει με απέραντο σεβασμό φόρο τιμής.

Είναι ένα πραγματικό αριστούργημα το «Cobra Kai», που δεν περίμενες ότι θα δεις. Ίσως να περίμενες μια σειρά που θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί το ένδοξο παρελθόν. Και καταλήγεις να δεις ένα έπος, επεισόδια γύρω στο μισάωρο που δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις, χαρακτήρες που επιτέλους ξεδιπλώνονται διότι στην ταινία τότε δεν «πρόλαβαν», μια διαρκή μάχη ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό», μόνο που δεν ξέρεις τελικά ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός» – και δεν μιλάμε μόνο για τους δυο κεντρικούς ήρωες.

Είναι μια σειρά γεμάτη από όλες εκείνες τις αναμνήσεις που μας σημάδεψαν εμάς τους μεγαλύτερους, αλλά και με «πατήματα» για τους νεότερους, ώστε να γνωρίσουν και να αγαπήσουν την μαγική εποχή των 80s και την κληρονομιά του Karate Kid. Το «Cobra Kai» σου ξυπνάει όμορφα συναισθήματα από εκείνη την εποχή, ενώ ταυτόχρονα σου δίνει την κατάλληλη δόση νοσταλγίας. Σπεύστε να το απολαύσετε!

ΠΗΓΕΣ: https://luben.tv/nerdcult/series/152658 , https://www.ratpack.gr/buzz/features/story/19232/cobra-kai-kati-perissotero-apo-mia-seira , https://lordoftheseries.gr/cobra-kai-review/ , https://menshouse.gr/sires-tenies/83032/cobra-kai-i-istoria-tou-karate-kid-opos-tha-eprepe-na-ipothi-ex-archis

The Great: Η απολαυστική ιστορική σάτιρα για την Μεγάλη Αικατερίνη

Την ιστορία ενός πολύ γνωστού νεαρού κοριτσιού που το 1744, σε ηλικία 15 χρονών, προσκλήθηκε στην Ρωσία για να γίνει η σύζυγος του διαδόχου του θρόνου, Πέτρου, διηγείται η νέα σειρά του Hulu, The Great. Μία ιστορική σάτιρα που εστιάζει στην Μεγάλη Αικατερίνη και τις σχέσεις της με τον σύζυγο της και την αυλή του στη Ρωσία του 18ου αιώνα έρχεται στις οθόνες μας και συγκαταλέγεται στις καλύτερες σειρές του 2020. Το σενάριο και την σκηνοθεσία υπογράφει ο Τόνι ΜακΝαμάρα, o Αυστραλός σεναριογράφος της “Ευνοούμενης”, με πρωταγωνιστές την Ελ Φάνινγκ και τον Νίκολας Χουλτ.

Μέσα από 10 επεισόδια, το «The Great» θα αφηγηθεί την πορεία της Μεγάλης Αικατερίνης έως την κατάκτηση του θρόνου και την πολυετή παραμονή της σε αυτόν, εστιάζοντας στα ερωτικά σκάνδαλα και τις δολοπλοκίες της αυτοκρατορικής αυλής. Ο αυτοκράτορας Πέτρος αλλά και η ζωή στο αχανές ανάκτορο στην αρχή μοιάζει με εφιάλτη. Το γαμήλιο δώρο που της προσφέρει είναι μια αρκούδα, στην πρώτη τους νύχτα το ενδιαφέρον του μονοπωλείται από…πάπιες, ενώ η συνειδητοποίηση για το πόσο επικίνδυνος πέρα από παράξενος και αδιάφορος είναι έρχεται σαν γροθιά στο στομάχι. Όταν κάθε απόπειρα διαφυγής της αποτυγχάνει, αποφασίζει να σταθεί στα πόδια της και να αναλάβει δράση. Θα κάνει τα πάντα για να διεκδικήσει το καλύτερο μέλλον που πιστεύει ότι αξίζει τόσο η ίδια όσο και η νέα της πατρίδα. Ο θρόνος πρέπει να γίνει δικός της, και μάλιστα άμεσα, προτού κυοφορήσει τον διάδοχο. Πως θα τα καταφέρει;

«Η Ρωσία κι εγώ είμαστε παντρεμένες με τον ίδιο άντρα» 

Ο ΜακΝαμάρα ξεδιπλώνει στα δέκα αυτά επεισόδια την ψυχικότητα της Μεγάλης Αυτοκράτειρας ενώ ταυτόχρονα περιορίζει όλη τη δράση, όλο το δράμα και τις συνομωσίες, στους ατελείωτους διαδρόμους και στα αμέτρητα δωμάτια των ανακτόρων και ξαναγράφει την ιστορία με ένα καυστικό χιούμορ που τσακίζει κόκκαλα, παραδίδοντας έτσι μια καθαρόαιμη και σύγχρονη μαύρη κωμωδία, με τους πρωταγωνιστές Ελ Φάνινγκ και Νίκολας Χουλτ στους καλύτερους ρόλους της καριέρας τους.

Η αλήθεια είναι ότι η σειρα είναι γεμάτη ιστορικές ανακρίβειες. Μάλιστα, στους τίτλους αρχής της σειράς ένας αστερίσκος σε ενημερώνει ότι το «The Great» αφορά μια ιστορία που, ενίοτε, θα μπορούσε να είναι αληθινή.  Στην πραγματικότητα η ζωή της Αικατερίνης στο ρωσικό παλάτι μετά τον γάμο της με τον Πέτρο Γ’ ήταν όντως γεμάτη δυσκολίες, όμως το «The Great» είναι κάθε άλλο παρά μια τυπική δραματική βιογραφική σειρά.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι από τις πιο λαμπερές λεπτομέρειες που κάνουν το The Great να ξεχωρίζει. Τα δράματα της βασιλικής αυλής του 18ου αιώνα συνοδεύονται από τις απαραίτητες αισθητικές λεπτομέρειες, από τα κοστούμια, τα μαλλιά και το μακιγιάζ έως τις δεξιώσεις, τα παλάτια και τους κήπους, το The Great είναι πραγματικά εντυπωσιακό και πομπώδες. Στα θετικα επίσης προστίθονται οι πρωτοποριακές του πολιτικές απόψεις. Η Αικατερίνη η Μεγάλη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προοδευτικότητα της Ρωσίας η πεφωτισμένη δεσποτεία της πυροδότησε πολλαπλές επαναστάσεις ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Βέβαια, η πολιτική της Αικατερίνης στην σειρά, ακόμη και όταν διαπραγματεύεται τις συνέπειες της εξουσίας της, είναι πιο μοντέρνα και φεμινιστική από ό, τι πιθανώς ήταν. Σε αντίθεση με τα περισσότερα δράματα της εποχής, το The Great δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα πραγματικά δημογραφικά στοιχεία της Ρωσίας του 1745. Από τους συμβούλους του Πέτρου και της Αικατερίνης έως τους κομπάρσους στις σκηνές πάρτι, οι έγχρωμοι ήρωες είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα σε μια αυλή, που εκτός του αυτοκρατορικού ζεύγους,είναι γεμάτη με μυθοπλαστικούς χαρακτήρες.

Εν τέλει, το «The Great» υπόσχεται μια «αληθινά μοντέρνα ιστορία για το παρελθόν» και μοιάζει να μεταμορφώνει μια από τις σημαντικότερες περιόδους της ιστορίας της χώρας σε μια αφήγηση γεμάτη ανατροπές, χιούμορ κι ενδιαφέροντες αναχρονισμούς. Ένα σίγουρα εντυπωσιακό και απολαυστικό θέαμα γεμάτο δράμα και γέλιο για το ευρύ κοινό.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/the_great_mipos_i_el_faningk_kai_o_nikolas_xoult_einai_oi_neoi_autokratores_tis_mauris_komodias-2541365.html

https://lordoftheseries.gr/the-great-review-choris-spoilers/

https://flix.gr/news/the-great-elle-fanning.html

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/media/great-seira-aikaterini-rosias-cosmote-tv

Κριτική στο “The Great” Του Hulu

Η Ώρα της Πτώσης: Η διαφορετική πλευρά των serial killers

To «The Fall» ή μεταφρασμένο “Η ‘Ωρα της Πτώσης” είναι η σειρά του Αλαν Κάμπιτ για το Ιρλανδικό κανάλι RTÉ One και το BBC δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πιο μακριά από το τηλεοπτικό συνηθισμένο φαινόμενο που τείνει να γίνει ο κανόνας στον τρόπο που απεικονίζεται ένας serial killer στην οθόνη. Η σειρά ξεκίνησε το 2013 με την πρώτη σεζόν να αποτελείται από 5 επεισόδια και τις δυο επόμενες να έχουν από 6 επεισόδια η κάθεμια.

Η σειρά πραγματεύεται μια κούρσα ενάντια στο χρόνο μεταξύ δύο κυνηγών στις αντίθετες πλευρές του νόμου. Η Gillian Anderson(Great Expectations, The X Files) είναι η DSI Gibson, που φτάνει στο Μπέλφαστ, για να προβεί σε εξέταση μιας υπόθεσης δολοφονίας υψηλού προφίλ, όπου η αστυνομία δεν μπορεί να εξακριβώσει. Εκείνη συνειδητοποιεί γρήγορα ότι η υπόθεση συνδέεται με άλλους φόνους και ότι υπάρχει ένας θανάσιμος κατά συρροή δολοφόνος. Ο Jamie Dornan(Once Upon a Time, Shadows in the Sun) είναι ο κατά συρροή δολοφόνος, Paul Spector, ο οποίος παραμονεύει τα θύματα του τυχαία μέσα και γύρω από το Μπέλφαστ. Ένα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ, που ακολουθεί την αστυνομική έρευνα, αποκαλύπτοντας την περίπλοκη ιστορία από τη ζωή, τόσο του δολοφόνου, όσο και της ντεντέκτιβ και των οικογενειών των θυμάτων.

Το concept είναι απλό και τετριμμένο, αλλά παρουσιάζεται τόσο υπέροχα από το πρωταγωνιστικό δίδυμο που το κάνει και ξεχωρίζει. Σε αυτό βοηθάει και το σκηνικό του ίδιου του Belfast, μιας σκοτεινής και ανεξερεύνητης πόλη που δεν συναντούμε συχνά σε αντίστοιχα τηλεοπτικά προγράμματα και δεν την γνωρίζουμε, οπότε δεν μπορούμε να προβλέψουμε τίποτα από αυτά που συμβαίνουν εκεί. Ο θεατής ξέρει από την αρχή ποιος είναι ο δολοφόνος και αυτό που παρακολουθείς είναι ξεκάθαρα ένα κυνηγητό σαν αυτό της γάτας με το ποντίκι. Το θέμα είναι όμως, ότι δεν ξέρεις ποιος είναι η γάτα και ποιος το ποντίκι. Οι ρόλοι αντιστρέφονται διαρκώς, και τίποτα δεν είναι βέβαιο. Η σειρά άλλωστε δεν έκρυψε ποτέ πως το γεγονός ότι οι δύο βασικοί χαρακτήρες, η ντετέκτιβ Γκίμπσον (Τζίλιαν Άντερσον) και ο serial killer Σπέκτορ (Τζέιμι Ντόρναν), είναι ουσιαστικά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Το ψυχολογικό τους πορτρέτο μοιάζει να είναι το ακριβές αντίστροφο της τυπικής ψυχολογίας δύο τέτοιων χαρακτήρων. Ο Πολ είναι ένας σύμβουλος για ανθρώπους που πενθούν, παντρεμένος οικογενειάρχης, τρυφερός πατέρας το πρωί, που επιστρέφοντας σπίτι μετά από κάθε έγκλημα κρύβει τα σουβενίρ και τα πειστήρια του στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι της μικρής του κόρης. Η Στέλα από την άλλη, είναι μια δυναμική έξυπνη γυναίκα υπερβολικά βασισμένη στον εαυτό της, ψυχρή αλλά γοητευτική με μια ζωή που την έχει μάθει να παίρνει αυτό που θέλει ακόμη κι αν μερικές φορές το κάνει με τον πιο ωμό τρόπο. Οπως το να δίνει τον αριθμό του δωματίου της στο ξενοδοχείο όπου μένει σε έναν συνάδελφό της που μόλις έχει δει για πρώτη φορά. Και να τον διώχνει από αυτό με την ίδια ευκολία λίγη ώρα μετά. Παρόλο που ο Σπέκτορ είναι ο δολοφόνος, ο ανθρώπινος χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Dornan με μεγάλη δεξιοτεχνία δημιουργεί μία αίσθηση συμπάθειας προς το πρόσωπο του, ενώ ο αποστασιοποιημένος και κρύος χαρακτήρας της Στέλλα, όπως τον παρουσιάζει εξαιρετικά η Anderson, δεν σου δίνει περιθώρια να ταυτιστείς μαζί της. Μέχρι που το νόμισμα γυρνάει και οι δύο πρωταγωνιστές ανταλάσσουν προσωπεία για να μας δείξουν την ανατριχιαστικά βίαιη και σκληρή φύση που κρύβει ο Σπέκτορ και την καμουφλαρισμένη ευαισθησία που νιώθει η ντεντέκτιβ Γκίμπσον. Μεταξύ τους μαίνεται μία μάχη που γίνεται ολότελα προσωπική και μετωπική σαν αυτές που θα ζήλευαν τα μεγαλύτερα δράματα του σινεμά. 

Η σειρά του BBC είχε αποθεωθεί από όλους για τη μαεστρία με την οποία είναι φτιαγμένη, τον ακριβέστατο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τις αστυνομικές και ιατρικές διαδικασίες και τον τρόπο που εξυφαίνει το μυστήριό της. Απόλυτα αληθοφανές, κολλημένο στην πραγματικότητα, τοποθετημένο στο Μπέλφαστ το οποίο με τον τρόπο του καθορίζει τους χαρακτήρες και την συμπεριφορά τους, κατοικημένο από χαρακτήρες που δεν μοιάζουν απλά με αποκυήματα μιας δημιουργικής φαντασίας, το «The Fall» δεν κάνει σχεδόν τίποτα με τον τρόπο που θα περίμενες.

Οι δύο πρώτες σεζον της σειράς βρίσκονται στο Netflix.

Πηγές:

https://flix.gr/news/the-fall-oxi-mia-akomh-serial-killer-series.html

https://www.themoviedb.org/tv/49010-the-fall?language=el-GR

https://www.newsbeast.gr/entertainment/arthro/6329567/netflix-i-spoydaia-astynomiki-seira-tis-tzilian-anterson-poy-mallon-den-echeis-dei

The Durrells: H βρετανική σειρά που μας ταξιδεύει στην Κέρκυρα

Εισαγωγή

To «The Durrells» είναι βρετανική σειρά εποχής βασισμένη στην τριλογία της Κέρκυρας του Ντάρελ που αποτελείται από τα βιβλία «My Family and Other Animals», «Birds, Beasts and Relatives» και «The Garden of the Gods», που ανάμεσα σε άλλα εξιστορεί και την ιστορία της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στο νησί της Κέρκυρας το 1935, όταν η μητέρα των Ντάρελ, Λουίζα αποφάσισε ότι η ζωή της χρειαζόταν επειγόντως μια αλλαγή.

Με τον σύζυγό της να έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και τα οικογενειακά χρήματα να πλησιάζουν στο τέλος τους, η Λουίζα «πακετάρει» τα τέσσερα παιδιά της και εγκαταλείπει την χώρα. Ο μεγαλύτερος Λάρι φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας (φυσικά έγινε κι έγραψε μερικά υπέροχα βιβλία όπως το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», ο Τζέρι είναι 11 και το σχολείο του ετοιμάζεται να τον αποβάλλει ενώ τα δύο μεσαία τέκνα της οικογένειας, βιώνουν με τον χειρότερο τρόπο την «φρίκη της εφηβείας».

Οταν τους ανακοινώνει ότι μετακομίζουν στην Κέρκυρα, κανείς δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα, πόσο μάλλον όταν ανακαλύπτουν ότι στο νησί δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, όμως η ιδέα ενός φτηνού, ζεστού νησιού με υπέροχο καιρό ακούγεται σαν ένα ιδανικό μέρος στο μυαλό της Λουίζα.

Τα πρόσωπα

Γνωρίστε τα μέλη της οικογένειας Ντάρελ και τους πιο κοντινούς τους «φίλους», μια μικρογραφία μιας κοινωνίας που άφησε το δικό της σημάδια σε όλα όσα θεωρούμε σήμερα ως «Ελλάδα» που ανήκει σε όλους.

Η Λουίζα Ντάρελ είναι χήρα εδώ και οκτώ χρόνια, ένα αμάγαλμα των προσωπικοτήτων των παιδιών της, διανοητικά ανήσυχη αλλά όχι και επιτηδευμένη, πεισματάρα αλλά γεμάτη από τη χαρά της ζωής. Φιλόδοξη για ευτυχία, για την ίδια και την οικογένειά της. Περήφανη για τα παιδιά της και συνεχώς τσαντισμένη μαζί τους. Την γνωρίζουμε όταν είναι έτοιμη να αφήσει πίσω της το θάνατο του συζύγου της και να αναζητήσει μια νέα ζωή και ένα νέο άντρα. Την υποδύεται η Κίλι Χόους του «Line of Duty».

Ο Λάρι, αστείος αλλά συχνά και σκληρός είναι 21 ετών. Ο Λάρι νομίζει ότι ξέρει τα πάντα και θέλει να ελέγχει τη ζωή όλων ή όπως το περιγράφει η μαμά του, σαν να βάζεις έναν τρελό υπεύθυνο ενός ασύλου. Στην προσπάθειά του να γίνει ένας ιδιοφυής συγγραφέας (θα γίνει…), ο Λάρι πιστεύει ότι περιτριγυρίζεται από ανόητους. Μιλάει πολύ για το σεξ και είναι αφοσιωμένος στο κορίτσι του, τη Νάνσι με την οποία συνεχώς χωρίζει αλλά δεν μπορεί να ζήσει και μακριά της. Τον υποδύεται ο ανερχόμενος Τζος Ο’ Κόνορ με μικρούς ρόλους στο τηλεοπτικό «Doctor Who», στη «Σταχτοπούτα» του Κένεθ Μπράνα και στο «Florence Foster Jenkins» του Στίβεν Φρίαρς.

Ο Λέσλι Ντάρελ είναι 18 ετών, απροσάρμοστος, εμμονικός με τα όπλα. Μιλάει λίγο, είναι πιο ευτυχισμένος όταν είναι στη θάλασσα ή όταν πυροβολεί στο κενό. Αντιτίθεται σε κάθε δεσμό που μοιάζει να οργανώνει η μητέρα του. Κακοποιείται διανοητικά από τον Λάρι και μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκρηκτικός και μελαγχολικός. Πιστεύει ότι τον κυνηγάει η κακή τύχη και μετά την απώλεια της πρώτης του φιλενάδας επιλέγει να ζει στο σκοτάδι. Τον υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Κάλουμ Γουντχάουζ.

Η Μάργκο Ντάρελ στα 17 της, είναι ήδη νευρωτική με την εξωτερική της εμφάνιση και τη θέση της στον κόσμο αλλά ταυτόχρονα και ένας ζωντανός μαγνήτης για τους μάτσο άντρες του νησιού. Η μητέρα της προσπαθεί να την καθοδηγήσει προς μια πιο παραδοσιακή λογική της κοπέλας που περιμένει τον άντρα που θα παντρευτεί, μόνο η Μάργκο γνωρίζει το φεμινισμό τις στιγμές που δεν είναι ερωτευμένη και εντελώς κατεστραμμένη. Την υποδύεται η πρωτοεμφανιζόμενη (με μικρές μόνο συμμετοχές σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές) Ντέιζι Γούοτερστοουν.

Ο 11χρόνος Τζέραλντ είναι ο μικρότερος γιος της Λούιζα, αλλά και ο πιο ώριμος. Τον ενδιαφέρουν περισσότερο τα ζώα από τους ανθρώπους και το πάθος του για τη Φύση είναι η μόνιμη ανησυχία της μητέρας του. Περνάει ώρες χαζεύοντας τα έντομα και έχει μετατρέψει το δωμάτιο του σε ζωολογικό κήπο. Ο πιο οξυδερκής παρατηρήτης όλων των αδυναμιών των μελών της οικογένειάς του. Φυσικά και είναι ο Μίλο Πάρκερ – ο μικρός Ρότζερ στο «Ο Κύριος Χολμς».

Ο Κύριος Χαλκιόπουλος ή σκέτο Σπύρος φτιάχνει ό,τι κι αν έχει χαλάσει σε όλη την Κέρκυρα. Αγαπάει τους Αγγλους, έχει ζήσει πολλά χρόνια στο Σικάγο και επειδή στην πραγματικότητα δουλεύει ως ταξιτζής γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα στο νησί. Γενναιόδωρος με το χρόνο του με την οικογένεια των Ντάρελ και ειδικά με την Λουίζα, είναι ανύπαντρος και μάλλον ιδανικό φλερτ για τη χήρα που θέλει να βάλει τέλος στη μοναξιά της. Τον υποδύεται ο Αλέξης Γεωργούλης, εξαργυρώνοντας την προσπάθεια του για μια διεθνή καριέρα, γοητευτικός ακόμη και τώρα που μεγαλώνει τόσο όμορφα.

Ο Τεό (Θεόδωρος) Στεφανίδης ξέρει τα πάντα. Και τους πάντες. Μια σοφή φωνή ακαδημαϊκου, βιολόγου και εραστή της φύσης. Ιδανικός σύντροφος στις εξορμήσεις του μικρού Τζέραλντ, ο Τεό είναι μοναχικός, αφού αντί να αναζητάει κάποιο σύντροφο προτιμά να μελετά τον κόσμο γύρω του. Τον υποδύεται ο Γιώργος Καραμίχος.

Τα βιβλία πίσω από την σειρά

Στο «Άσπρο Σπίτι» ο Λόρενς φιλοξένησε τον Χένρι Μίλερ το 1939, ο οποίος το 1941 έγραψε το βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», στο οποίο περιγράφει τις εμπειρίες του από την παραμονή του στην Ελλάδα. Τη ζωή του στο νησί ο Λόρενς Ντάρελ θα την αφηγηθεί το 1945 στο ταξιδιωτικό του βιβλίο «Η σπηλιά του Πρόσπερου», όπου περιγράφει την Κέρκυρα ως «αυτό το λαμπερό κομματάκι νησιού στο Ιόνιο» με νερά «σαν τον χτύπο της καρδιάς του ίδιου του κόσμου». Συγκρίνοντας τα βιβλία που έγραψαν τα δύο αδέλφια για τη ζωή τους στην Κέρκυρα, εντοπίζει κανείς αρκετές διαφορές. Ο Τζέραλντ δεν κάνει καμία αναφορά στη σύζυγο του Λόρενς, Νάνσυ, ενώ ο Λόρενς δεν αναφέρει την παρουσία της μητέρας του στο νησί – όσο για τα αδέλφια του, μιλά μόνο για ένα από αυτά, τον Λέσλι. Υπάρχουν, ωστόσο, πρόσωπα στα οποία αναφέρονται και οι δύο, όπως ο Θεόδωρος Στεφανίδης και ο Κερκυραίος ταξιτζής Σπύρος Αμερικάνος. Στο «Η οικογένειά μου κι άλλα ζώα» που κυκλοφόρησε το 1956 ο Τζέραλντ Ντάρελ περιγράφει τον Αμερικάνο ως έναν «μεγάλο, καφέ, άσχημο άγγελο». Ο ταξιτζής είναι αυτός που θα πάρει κάτω από τις φτερούγες του την οικογένεια και θα σταθεί οδηγός, μεταφραστής, προστάτης και φίλος – θα καταφέρει να τους βρει ακόμη και σπίτι με αποχωρητήριο, που για την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη πολυτέλεια.

Το ελληνικό τοπίο

Η σειρά έκανε το μεγάλο βήμα και γυρίστηκε στο μέρος που όντως λαμβάνουν χώρα όλα τα γεγονότα των βιβλίων, στην πανέμορφη Κέρκυρα. Το ελληνικό τοπίο δεσπόζει καθ’ όλη την διάρκεια της σειράς, καθώς και οι άνθρωποι του νησιού, με τις παραξενιές και τις ιδιαιτερότητές τους.

Η κοσμοπολίτικη πόλη της Κέρκυρας, με τα πλακόστρωτα σοκάκια και τα πολύχρωμα κτίρια με ενετικές, γαλλικές και βρετανικές επιρροές, είναι μία από τις τοποθεσίες γυρισμάτων της σειράς. Νότια της πόλης βρίσκεται η έπαυλη που κτίστηκε την περίοδο της Αγγλικής κυριαρχίας από τον Ύπατο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων Sir Frederick Adam και στη σειρά αποτελεί την κατοικία της Κόμισσας Μαυροδάκη. Η έπαυλη, η οποία από το 2001 στεγάζει το Μουσείο Παλαιόπολης- Mon Repos, άνηκε για έναν αιώνα περίπου στην πρώην βασιλική οικογένεια της Ελλάδας και είναι ο τόπος γέννησης του πρίγκηπα Φίλιππου, Δούκα του Εδιμβούργου και συζύγου της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της Αγγλίας.

Στα βόρεια της πόλης της Κέρκυρας, στη Γουβιά, βρίσκεται η έπαυλη που στη σειρά αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Ντάρελ. Καθώς το εσωτερικό της έχει υποστεί ανεπανόρθωτες φθορές στο πέρασμα των χρόνων, στη σειρά εμφανίζεται μόνο το εξωτερικό της και τα εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιούνται στο Λονδίνο. Δίπλα στην έπαυλη βρίσκεται η Βίλα Ανεμογιάννη, το πραγματικό σπίτι των Ντάρελ, το οποίο παραδόξως δεν χρησιμοποιήθηκε ως τόπος γυρισμάτων.

Ακόμα μία τοποθεσία που εμφανίζεται συχνά στη σειρά είναι το χωριό Δανίλια, γνωστό και ως χωριό του Μπούα, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη τοποθεσία, καθώς τη δεκαετία του ‘70 ένας εκ των αδελφών Μπουά αποφάσισε να ανακατασκευάσει το χωριό, δημιουργώντας ένα παραδοσιακό θεματικό πάρκο. Εκτός από τη σειρά The Durrells, το χωριό Δανίλια έχει εμφανιστεί και στην ταινία Τζέιμς Μποντ: Για τα μάτια σου μόνο που γυρίστηκε το 1981.

Επίσης, εμφανίζονται τα λιμανάκια Ερημίτης και Άγιος Στέφανος, τα οποία είναι προσβάσιμα μόνο με τα πόδια ή από τη θάλασσα και ήταν αγαπημένες τοποθεσίες όχι μόνο του Τζέραλντ Ντάρελ αλλά και του συγγραφέα Έντουαρντ Ληρ. Το σπίτι όπου ο Λόρενς, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας Ντάρελ, έμενε με τη σύζυγό του Νάνσι και βρισκόταν στον παραθαλάσσιο οικισμό Καλάμι στη σειρά εμφανίζεται βορειότερα, στην περιοχή της Κουλούρας. Εκεί, η μικρή ταβέρνα με θαλασσινά θα φιλοξενήσει το πικ νικ της τηλεοπτικής οικογένειας των Ντάρελ και των φίλων τους. Στη συνέχεια της σεζόν εμφανίζονται οι ακτές Μπουκάρη και Χαλικούνας και οι περιοχές Σιναράδες και Κουραμάδες.

Η πραγματική ιστορία (μετά την Κέρκυρα)

Η μητέρα, μετά την περιπέτεια της Κέρκυρας, εγκαταστάθηκε στο Bournemouth μέχρι το τέλος της ζωής της το 1964, έζησε στην ίδια πόλη με την κόρη της Μαργαρίτα.

Ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν έξυπνος με έναν ανήσυχο χαρακτήρα, ήταν σπουδαίος λογοτέχνης, έγινε διπλωμάτης και σπουδαίος συγγραφέας, τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια επιτυχία, ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και έμεινε σε πολλά μέρη, επίσης παντρεύτηκε 4 φορές και πέθανε στο Sommières της Γαλλίας το 1990.

Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα.

Ο δεύτερος μεγαλύτερος αδελφός και το λιγότερο γνωστό μέλος της οικογένειας, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τα όπλα, το κυνήγι και την ιστιοπλοΐα, αλλά και τη ζωγραφική, έκανε αρκετές επιχειρηματικές προσπάθειες, μία από αυτές ήταν να οργανώσει ένα αγρόκτημα στην Κένυα, αλλά όλες οι απόπειρες ήταν αποτυχημένες, είχε έναν γιο με την Κερκυραία Μαρία Κοντού που τον ακολούθησε στην Αγγλία.

Η Μάργκαρετ, γνωστή ως Margo, έφυγε με τον πιλότο της RAF Jack Breeze στην Νότιο Αφρική, τον παντρεύτηκε το 1940 και έμειναν στη Νότιο Αφρική μέχρι το τέλος του πολέμου και έκαναν μαζί δύο παιδιά, στη συνέχεια μετακόμισαν στο Bournemouth και σύντομα χώρισαν.

Μετά το διαζύγιο πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στο Bournemouth μέχρι το θάνατό της το 2007, ήταν επίσης συγγραφέας και το 1950 έγραψε το βιβλίο “Τι συνέβη στη Margo;” με αναμνήσεις από την εμπειρία της στην Κέρκυρα, το βιβλίο δημοσιεύθηκε 40 χρόνια μετά τη συγγραφή του, μόλις το 1995. Η Μάργκο ήταν πολύ αγαπητή, ευγενική, και ενδιαφέρονταν πολύ για τη μόδα και το σχεδιασμό της. Ήταν όμως και πολύ ανεξάρτητη και δυναμική, μετά το χωρισμό με τον πιλότο μεγάλωσε μόνη της τα δύο της παιδιά.

Ο Τζέραλντ, ο νεότερος αδελφός έγινε πολύ επιτυχημένος, ήταν ένας δημοφιλής φυσιοδίφης, οικονομολόγος, τηλεοπτικός παρουσιαστής και συγγραφέας, με το έργο του επαναπροσδιόρισε τον ρόλο και το πρότυπο του σύγχρονου ζωολογικού κήπου. Επίσης διέθετε πολύ χιούμορ, όταν κάποτε τον ρώτησαν ποιο ζώο του αρέσει περισσότερο απάντησε: “εννοείτε, εκτός από τη γυναίκα μου;”

Λάτρευε τα ζώα που από μικρός του άρεσε να τα μελετάει και να τα προστατεύει, στο τέλος ίδρυσε το Κέντρο Προστασίας Άγριας Ζωής στο Τζέρσεϊ, που το διευθύνει μέχρι σήμερα η τελευταία του σύζυγος, η Λι Ντάρελ. Η τελευταία έχει επισκεφτεί πολλές φορές την Κέρκυρα και μάλιστα έχει τοποθετηθεί με δηλώσεις και παρεμβάσεις της και σε διεθνείς οργανισμούς, εναντίον της εκποίησης του Ερημίτη από το ΤΑΥΠΕΔ που θα έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή αυτού του πολύτιμου οικοσυστήματος, αυτό το κάνει όπως λέει σαν φόρο τιμής στη μνήμη του αείμνηστου Τζέρυ.

Επίλογος

Μαγευτικά τοπία, εξαιρετικές ερμηνείες και μια πολύ γλυκιά ιστορία ενηλικίωσης, επιβίωσης και γνωριμίας διαφορετικών κουλτούρων ξετυλίγονται μέσα από αυτό το τηλεοπτικό εγχείρημα που λάτρεψαν οι Βρετανοί και που πρέπει να γνωρίσουμε οι Έλληνες! Πέρα από το σκηνικό της Κέρκυρας που κρύβεται σε κάθε γωνιά του έργου, θα αγαπήσετε σίγουρα τους μοναδικούς και αληθοφανείς χαρακτήρες και την ενδιαφέρουσα ζωή τους που κυλά παράλληλα με την ιστορία της Κέρκυρας. Ένας ύμνος στην ομορφιά της φύσης, των ανθρώπων και της διαφορετικότητας!

Πηγές:

https://flix.gr/news/the-durrels-family.html

https://www.lifo.gr/articles/tv_articles/96460

ΕΙΚΟΝΕΣ: Η βρετανική σειρά The Durrells μας ξεναγεί στο νησί της Κέρκυρας

Είναι το “Chernobyl” η καλύτερη μίνι σειρά όλων των εποχών;

Το ημερολόγιο δείχνει 26 Απριλίου 1986, ξημερώματα Σαββάτου στο Τσέρνομπιλ της σημερινής Ουκρανίας και πρώην σοβιετικής ένωσης, όταν σημειώθηκε έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα 4 του Πυρηνικού Σταθμού Παραγωγής Ενέργειας της πόλης. Ένα ατύχημα που έμελε να προκαλέσει τον θάνατο δεκάδων ανθρώπων και να επηρεάσει τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων.

Με αυτό το τραγικό γεγονός ήρθαν αντιμέτωποι οι τηλεθεατές της HBO, όταν τον Μάιο του 2019 προβλήθηκε στις ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία η μίνι σειρά 5 επεισοδίων, πουπου δημιουργήθηκε και γράφτηκε από τον Γκρεγκ Μάζιν και σκηνοθετήθηκε από τον Γιόχαν Ρενκ, “Τσέρνομπιλ”, που γρήγορα αγαπήθηκε από κριτικούς και κοινό.

Η σειρά ακολουθεί τα γεγονότα από την ώρα της έκρηξης (01:26 ώρα Μόσχας), από την οποία διασκορπίζονται στο έδαφος υπέρθερμα κομμάτια γραφίτη και απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα μεγάλες ποσότητες ραδιενεργών ουσιών. Λίγα χιλιόμετρα μακριά βρίσκεται η πόλη Pripyat με δεκάδες ανθρώπους να παρακολουθούν εντυπωσιασμένοι τον πολύχρωμο ουρανό, χωρίς να γνωρίζουν πως τα εντυπωσιακά αυτά χρώματα προέρχονται από ιονίζουσα ακτινοβολία, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα απλό ατύχημα, εύκολα διαχειρίσιμοτην πυρκαγιά που έχει ξεσπάσει λίγο μετά τον κρότο της έκρηξης. Η άγνοια αυτή παραμένει για αρκετές ημέρες, καθώς η κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει το ατύχημα και να μην εκθέσει το μέγεθος του προβλήματος.

Υπεύθυνοι στην αντιμετώπιση της καταστροφής ορίζονται ο επιστήμονας και επικεφαλής της επιτροπής, Valery Legasov (Jared Harris) και ο Boris Shcherbina (Stellan Skarsgård), αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου. Στην επιτροπή συμμετέχει και μια ακόμη επιστήμονας πυρηνικής φυσικής η Ulana Khomyuk (Emily Watson). Ο χαρακτήρας της Khomyuk είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας από τους τρεις στη σειρά, καθώς δημιουργήθηκε για να εκπροσωπήσει όλους τους επιστήμονες που δούλεψαν και συνεργάστηκαν, ώστε να δοθούν λύσεις στο πρόβλημα αλλά και να αποφευχθεί μια χειρότερη καταστροφή. Στην αποκατάσταση της περιοχής βοηθούν άντρες που χρειάστηκε να βουτήξουν σε ραδιενεργά ύδατα, ανθρακωρύχοι και πολλοί εθελοντές ώστε να καλυφθεί ο πυρήνας και να σταματήσουν τα πυρηνικά υλικά να βρίσκονται εκτεθειμένα. Λίγο μετά την καταστροφή εφαρμόζεται η ζώνη αποκλεισμού του Chernobyl, με την πιο επικίνδυνη ζώνη να έχει ακτίνα 30 χιλιομέτρων και περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, έχοντας υπόψιν ότι πρόκειται για ένα προληπτικό μέτρο και θα μπορούσαν να επιστρέψουν μετά το πέρας λίγων ωρών.

Παράλληλα, παρακολουθούμε και την ιστορία του Vasily Ignatenko (Adam Nagaitis) ενός πυροσβέστη που εργάζονταν εκείνο το βράδυ στην κατάσβεση της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο του Chernobyl, αλλά και της εγκυμονούσας γυναίκας του Lyudmilla (Jessie Buckley). Οι δυο τους αποτελούν πραγματικό ζευγάρι. Ο Ignatesko αποτελούσε έναν από τους 18 πυροσβέστες που υπέφεραν και έχασαν τη ζωή τους, εξαιτίας της έκθεσής τους στα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας.

Και κάυω από όλες αυτές τις συνθήκες, η σειρά αποπειράται να αναζητήσει τους αληθινούς υπαίτιους εκείνης της βραδιάς, που κατέληξε σε παγκόσμια τραγωδία.

Το «Chernobyl» δεν μας υπενθυμίζει απλώς ότι ο κίνδυνος του πυρηνικού ολέθρου είναι πάντα εδώ, σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια μετά το χειρότερο πυρηνικό ατύχημα της ιστορίας. Ούτε στιγματίζει αδρά μονάχα τις πολιτικές ευθύνες και τα παιχνίδια εξουσίας σε βάρος των ανθρώπων από τους ισχυρούς της γης. Το «Chernobyl» εγγράφεται στο συλλογικό υποσυνείδητο ως το σημείο αναφοράς για τη διαρκή επαγρύπνηση που απαιτείται, για να μην επαναληφθεί κάτι παρόμοιο. Είναι ακόμη, ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην χειραγώγηση της αλήθειας από την εξουσία. Δεν αποτελεί απλώς ένα τηλεοπτικό αριστούργημα, που ήδη έχει καταταχτεί στο κορυφαίο σίριαλ από καταβολής της τηλεόρασης. Είναι μια σειρά που διδάσκει ευθύνη και ανθρωπιά.

Πηγές

Η αριστουργηματική σειρά «Chernobyl» σε 650 λέξεις

And then there were none ή αλλιώς 10 μικροί νέγροι της Agatha Christie

Τα θαυμάσια μυθιστορήματα συχνά μετατρέπονται σε κατώτερες τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, πολλές φορές έχουν μικρές ομοιότητες με το αρχικό υλικό. Το μυθιστόρημα μυστήριου της Agatha Christie “And Then There Were None” του 1939 έχει μετατραπεί σε ένα κλασικό κωμικό θρίλερ, σε μια αναποτελεσματική αδιάφορη διασκευή, σε μια κιτς εξεζητημένη ταινία τρόμου και σε ένα αρκετά ευχάριστο musical του Bollywood. Ωστόσο, μόνο η εκπληκτική ρωσική εκδοχή σκιαγράφησε τον σκοτεινό και μελαγχολικό τόνο του μυθιστορήματος, αν και για να είμαστε δίκαιοι, ορισμένες προσαρμογές μιμούνται τον ελαφρύτερο τόνο της θεατρικής παραγωγής της Christie.

Η πρόσφατη προσαρμογή του BBC για το “And Then There Were None” ήταν η πλησιέστερη εκδοχή στο αρχικό βιβλίο της Christie στην αγγλική γλώσσα. Διατηρεί ακόμη και το αρχικό τέλος του μυθιστορήματος, ενώ οι περισσότερες μεταφορές έχουν κρατήσει το φινάλε της θεατρικής προσαρμογής της Christie. Η παραγωγή είναι σκοτεινή, εστιάζοντας στους χαρακτήρες και τις διαστρεβλωμένες ψυχές τους, και είναι γενικά ένα εξαιρετικό miniseries. Οι αναδρομές είναι αξιοσημείωτα αποτελεσματικές. Η παραγωγή παίρνει την υπεροχή αυτή ιδέα της Christie – στην οποία δέκα άτομα προσκαλούνται σε ένα απομονωμένο νησί, όπου ο καθένας κατηγορείται για δολοφονία και ο ένας μετά τον άλλο, δολοφονούνται – και καταφέρνει να τη δικαιώσει, κάτι που δεν είναι εύκολο.

Δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα, προσκαλούνται σε ένα απομακρυσμένο νησί προς υπηρεσία του ζευγαριού που ζει εκεί, των Owen. Το πρώτο βράδυ, καθώς απολαμβάνουν τη φιλοξενία περιμένοντας τους οικοδεσπότες τους, μία μυστηριώδης ηχογράφηση αντηχεί σε όλο το σπίτι. Η ακέφαλη φωνή κατηγορεί τον καθένα από τους καλεσμένους για σκοτεινά εγκλήματα του παρελθόντος. Όχι πολύ αργότερα, ο πρώτος από αυτούς πέφτει νεκρός, ξεκινώντας μία σειρά από μυστήριους θανάτους χωρίς εκτελεστή που φαίνεται να είναι εμπνευσμένοι από ένα παλιό παιδικό ποίημα που κοσμεί κάθε δωμάτιο της έπαυλης.

Το κλασσικό και πολυδιασκευασμένο αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι μεταφέρεται αυτή τη φορά για την μικρή οθόνη από το BBC1 σε μία μίνι σειρά τριών μονόωρων επεισοδίων για να αποτελέσει ίσως την πιο καλοφτιαγμένη διασκευή του έργου μέχρι σήμερα. Όπως συμβαίνει πάντα όταν πρόκειται για μία κινηματογραφική (ή εν προκειμένω τηλεοπτική) μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου τίθεται ένα καίριο ζήτημα: κατά πόσο καταφέρνει το νέο μέσο να μεταδώσει την ατμόσφαιρα και τον χαρακτήρα με πιστότητα και σεβασμό στο πρωτότυπο. Και στην περίπτωση του And Then There Were None, το στοίχημα για τη βρετανική τηλεόραση, και τους κατά τα άλλα άγνωστους συντελεστές της σειράς, ήταν διπλό. Αφενός, να καταφέρει να μεταφέρει το κλίμα της εποχής, καθώς η ιστορία είναι τοποθετημένη στη δεκαετία του ’30 και αφετέρου να μετατρέψει την ένταση και τον τρόμο των γραπτών της Αγκάθα Κρίστι σε τηλεοπτική προϊόν, που είναι σε θέση να ικανοποιήσει και το απαιτητικό, εκπαιδευμένο στον τρόμο, σημερινό κοινό. Και από τα πρώτα είκοσι περίπου λεπτά του πρώτου επεισοδίου είναι πια βέβαιο πως το στοίχημα αυτό έχει κερδηθεί.

Από τα ρούχα, τα μαλλιά και τα αυτοκίνητα των πρωταγωνιστών μέχρι τους κοινωνικούς ρόλους, τις ιστορίες και τους διαλόγους τους, τα πάντα είναι επιλεγμένα με φροντίδα στη πιστότητα και την ιστορική ακρίβεια. Το σκηνικό, που αποτελεί και αυτό από μόνο του τον ενδέκατο πρωταγωνιστή της σειράς, είναι όσο αινιγματικό και επιβλητικό θα έπρεπε να είναι. Η αφιλόξενη ακτή του Soldier Island και το βαρύ και επιμελώς διακοσμημένο αρχοντικό συνθέτουν το κατάλληλο σκηνικό και μας προετοιμάζουν άριστα για τη μυστηριώδη συνέχεια. Τα πανέμορφα ατμοσφαιρικά πλάνα τόσο του εξωτερικού τοπίου όσο και των εσωτερικών χώρων σε συνδυασμό με τη δυσοίωνη μουσική συνθέτουν από την αρχή μία ατμόσφαιρα που σε μεταφέρει αβίαστα στην εποχή και ομολογουμένως σου μένει για μέρες.

Στο πρωτότυπο κείμενο λοιπόν διαδραματίζονται δέκα φόνοι. Η αρχική μου εύλογη απορία ήταν: Μα καλά, δέκα φόνοι σε τρία μόνο επεισόδια; Κι όμως! Η πλοκή ξεκινάει από πολύ νωρίς να ξετυλίγεται γύρω από τους χαρακτήρες και να τους εμπλέκει σε ένα παιχνίδι ρόλων όπου ο καθένας θα μπορούσε να είναι ο ένοχος και το επόμενο θύμα. Παρόλο που δεν έχεις τον απαραίτητο χρόνο στην διάθεσή σου να γνωρίσεις τους χαρακτήρες, μέσα από άριστα εναρμονισμένες αναδρομές η σειρά σου δίνει τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να ξέρεις για τον καθένα. Κάποιοι από τους χαρακτήρες είναι παντελώς αναλώσιμοι και κάποιοι άλλοι καταλήγουν να είναι το κέντρο του μυστηρίου και τελικά της λύσης του, όμως όλοι τους είναι τόσο καλογραμμένοι (τα εύσημα στην κυρία Christie) και τόσο καλά εκτελεσμένοι (τα εύσημα στο BBC και το υπέροχο καστ) που η άνιση εξέλιξη των χαρακτήρων δεν ενοχλεί.

Το And Then There Were None έχει δύο βασικά προτερήματα. Αφενός είναι μία άριστη διασκευή ενός κλασσικού μυστηρίου, με σεβασμό στο πρωτότυπο και σύγχρονες προσθήκες εκεί που πρέπει, τώρα που δεν υπάρχουν οι κοινωνικοί περιορισμοί που είχε η συγγραφέας τότε. Αφετέρου, αποτελεί ένα δελεαστικό αντίδοτο στις σειρές με αφήγηση που τεντώνεται σε πολλές απλά-για-να-βγαίνει σεζόν, με συμπυκνωμένο δράμα, ένταση σε μεγάλες δόσεις και μικρή, βολική διάρκεια. Το binge-watching είναι μονόδρομος!

Στο μυθιστόρημα της Christie, η δολοφονία που ο καθένας κατηγορείται ότι έκανε, είναι ένα είδος μη αιματηρής δολοφονίας κατά κάποιο τρόπο, μια δολοφονία εκτός του νόμου. Το ότι δεν κατηγορήθηκαν – ή δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν ή να τιμωρηθούν με άλλο τρόπο – για τις πράξεις τους, είναι αυτό που παρακινεί κάθε δολοφόνο να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του.

Ένας στρατηγός στέλνει τον στρατιώτη και εραστή της γυναίκας του σε μια αποστολή, στην οποία ήταν σίγουρος ο θάνατος του. Ένας αστυνομικός υποβάλλει ψευδή στοιχεία για να καταδικάσει έναν αθώο άνθρωπο σε ισόβια φυλάκιση που τον σκοτώνει. Ένας μισθοφόρος εγκαταλείπει τους οδηγούς του χωρίς φαγητό και νερό. “Υποθέτω, κατά κάποιο τρόπο, ήταν δολοφονία“, λέει ένας χαρακτήρας. “Αλλά δεν φαινόταν έτσι εκείνη τη στιγμή.” Οι ισχυρισμοί εναντίον αυτών των χαρακτήρων είναι αναμφίβολα ηθικά κακοί, αλλά δεν είναι δολοφονίες με την νομική έννοια του όρου.

Στο miniseries οι δολοφονίες είναι σχεδόν ομοιόμορφα αιματηρές, βίαιες και άμεσες. Ο στρατηγός πυροβολεί τον στρατιώτη του στο κεφάλι. Ο αστυνομικός χτυπά τον αιχμάλωτο μέχρι τον θάνατό του. Ο μισθοφόρος σφαγιάζει τους οδηγούς του. Η αίσθηση της αφαίρεσης που επιτρέπει στους χαρακτήρες της Christie να εμφανιστούν ως αθώοι έχει φύγει. Αντ’ αυτού, μένουμε με χαρακτήρες που ξέρουν αναμφισβήτητα ότι είναι δολοφόνοι και μας δείχνουν τις δολοφονίες με τρομερές λεπτομέρειες. Το κίνητρο του δολοφόνου του νησιού, εν τω μεταξύ, γίνεται πολύ πιο αδιαφανές. Σίγουρα αυτά τα θύματα δεν είναι πέρα ​​από το νόμο;

Είναι μια αλλαγή και μιλάει για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του υλικού προέλευσης και της σειράς. Το “And Then There Were None” της Christie είναι διακριτό για την ατμόσφαιρα και την πολυπλοκότητα του. Η συγγραφέας δεν έχει χρόνο να χάσει για την εγκαθίδρυση ενός σκοτεινού και γοτθικού σπιτιού, όταν μπορεί απλά να πει ότι το σπίτι είναι απόλυτα φυσιολογικό και να δουλέψει με την τοποθέτηση ενδείξεων. Δεν διαβάζετε την Christie για να τρομάξετε, διαβάζετε τη Christie για να επεξεργαστείτε μια σειρά λογικών προβλημάτων. Το “And Then There Were None” της Agatha Christie είναι ένα μυστήριο, ένα παζλ με μια πολύπλοκη πλοκή και δολοφονίες, τόσο απομακρυσμένες και τόσο μη αιματηρές, που μόλις καταγράφονται ως δολοφονίες.

Να πω ακόμα ότι η προσαρμογή της Sarah Phelps δείχνει πραγματικό σεβασμό για το υλικό της Agatha Christie. Το cast είναι όλο καταπληκτικό, ειδικά η Maeve Dermody, ο Charles Dance, ο Toby Stephens, ο Aidan Turner και ο Sam Neill. Αισθητικά το miniseries λάμπει. Αν δεν είναι μια τέλεια προσαρμογή ενός κάλου βιβλίου, είναι τουλάχιστον ένας προάγγελος των καλών παραγώγων που έρχονται. Με τουλάχιστον επτά ακόμη τηλεοπτικές προσαρμογές της Christie προγραμματισμένες για το BBC, το “And Then There Were None” έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη για της μελλοντικές παραγωγές που έρχονται.

Πηγές:

www.maxmag.gr

https://www.moveitmag.gr/news/eidame-tileoptiko-and-then-there-were-none/55621