Into the Night: Η νέα μετα-αποκαλυπτική σειρά που θα σας καθηλώσει

“Into the Night” (Μέσα στην Νύχτα) είναι ο τίτλος της νέας μίνι σειράς επιστημονικής φαντασίας του Netflix που ήρθε από το Βέλγιο και βασίζεται στο μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Jacek Dukaj, με τίτλο “The Old Axolotl”. Το “Into the Night” είναι η πρώτη Βελγική πρωτότυπη παραγωγή της πλατφόρμας και έχει μόνο 6 καθηλωτικά επεισόδια των 35 λεπτών που θα σας μαγνητίσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η υπόθεση είναι διαφορετική και άκρως ενδιαφέρουσα, αφού ακολουθεί ένα μετα-αποκαλυπτικό σενάριο που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις οθόνες μας. Ένας ταξιδιώτης βρίσκεται στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών και ζητά ένα εισιτήριο για να πετάξει προς τη δύση, γιατί, όπως φαίνεται, το φως του ήλιου είναι θανατηφόρο για όλα τα έμβια όντα. Τελικά, αποφασίζει να πάρει την κατάστασει στα χέρια του και εξαναγκάσει τον πιλότο ενός αεροπλάνου με αρχικό προορισμό την Μόσχα να πετάξει προς το άγνωστο, μακριά από τις θανατηφόρες ακτίνες. Έτσι ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στον ίδιον τον ήλιο καθώς ξεχύνονται μέσα στην νύχτα σε μια προσπάθεια επιβίωσης με κάθε κόστος.

«Η ανατολή θα μας σκοτώσει όλους»

Η κεντρική ιδέα προκαλεί την περιέργεια μας και προδιαθέτει για ένα συναρπαστικό ταξίδι αγωνίας, και λίγο πολύ αυτό που υπόσχεται το προσφέρει, χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και χωρίς να αποφεύγει αρκετές κοινοτοπίες και κάποια κλισέ, τα οποία όμως φέρνει εις πέρας με αρκετή επιτυχία.

Λόγω θέματος και συνειρμών με το δυστοπικό σήμερα της ανθρωπότητας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτυπώνει την ιδέα της Αποκάλυψης που όλοι νιώθουμε πως έχει έρθει. Το θέμα της σειράς μπορεί να μην είναι μια φονική πανδημία, ωστόσο η ιδέα και μόνο ότι ο κόσμος φτάνει στο τέλος του με ακαριαίους θανάτους σε κάθε χώρα του πλανήτη εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας, είναι αρκετά ανατριχιαστική για να αναζητήσει κανείς τις ομοιότητες με τη φρίκη των όσων έχει επιφέρει στη ζωή μας η πανδημία.

Η ιστορία πάντως εστιάζει λιγότερο στο τέλος του κόσμου και περισσότερο στη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αυτήν την αξιοπερίεργη ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που θέλει να επιβιώσει πάση θυσία. Ο Ιταλός που έχει σχέση με το NATO και εισβάλλει στο αεροπλάνο διαπράττοντας αεροπειρατεία προσπαθώντας να πάρει τα ηνία της ηγεσίας. Ο πιλότος, η αεροσυνοδός, ο μηχανικός του αεροπλάνου. Μία πρωην στρατιωτικός πιλοτός ελικοπτέρου που βιώνει μία προσωπική τραγωδία. Μία Αφρικανή νοσοκόμια που δουλεύει για έναν πλούσιο ηλικιωμένο με άνοια. Μια Ρωσίδα μητέρα που πηγαίνει τον γιο της για επείγουσα επέμβαση στη Μόσχα. Ένας Βέλγος μηχανικός τηλεπικοινωνιών που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια και να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Ένας Τούρκος επιχειρηματίας με ένα σκοτεινό μυστικό. Ένας λίγο ρατσιστής μεσήλικας σεκιουριτάς. Ο Άραβας υπάλληλος του αεροδρομίου. Μία Αμερικανίδα influencer με ρίζες από Ιταλία και Γαλλία.

Οι χαρακτήρες είναι αρκετοί ( βέβαια μόνο μερικοί επιβάτες πρόλαβαν να επιβιβαστούν στην πτήση που έφυγε εσπευσμένα από τις Βρυξέλλες) αλλά τους δίνεται ένα επαρκές χρονικό διάστημα από τον δημιουργό της σειράς Τζέισον Τζορτζ (του τηλεοπτικού Narcos και του κινηματογραφικού Vice) να αναπτυχθούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρουσιάζουν όλοι ισότιμο ενδιαφέρον. Ίσως δούμε τις ιστορίες τους να ξεδιπλώνονται περισσόερο στην 2η σεζόν, που όπως φαίνεται από το τέλος της 1ης, θα έρθει σύντομα στο Netflix.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι η πολυπολιτισμικότητα των πρωταγωνιστών, η ποικιλομορφία τους και η διαφορετικότητα τους, που δίνει στην σειρά τον επιθυμητό ρεαλισμό ακόμα και όταν οι ανατροπές είναι υπερβολικές για να γίνουν πιστευτές. Ένα πλήθος γλωσσών (κυρίως Γαλλικά, αλλά και Ιταλικά, Γερμανικά, Αραβικά, Ρώσικα, κλπ) και κουλτούρων προβάλλονται καθόλη την διάρκεια της σειράς και εντάσσονται έξυπνα και με μεγάλη φυσικότητα μέσα στην πλοκή. Επίσης, η σειρά φιλοξενεί αντίστοιχα και ένα καστ από ηθοποιούς διάφορων εθνικοτήτων: Jan Bijvoet, Nabil Mallat, Pauline Etienne, Laurent Capelluto, Stéfano Cassetti, Astrid Whettnall, Vincent Londez, Regina Bikkinina, Alba Gaïa Bellugi, Babetida Sadjo, Mehmet Kurtulus και Ksawery Szlenkier.

Μιλώντας για την ιδέα της σειράς, ο εκτελεστικός παραγωγός Tomek Bagiński σχολίασε: «Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η ιδέα της αναπόφευκτης Αποκάλυψης και ότι μπορείς να τρέξεις μακριά της μέσα σε ένα αεροπλάνο μαζί με άλλους ξένους που δεν μιλούν καν την ίδια γλώσσα»

Πηγές:

https://www.ethnos.gr/politismos/sinema/104264_night-i-diethnis-seira-toy-netflix-problepei-telos-toy-kosmoy

https://www.moveitmag.gr/nea/night-season-1-idaniko-gia-binge-watching/62592

https://www.must.com.cy/gr/culture/entertainment/into-the-night-mia-seira-poy-den-moiazei-me-tis-alles

“Manhunt: Unabomber”: ο τρομοκράτης με PhD που συνελήφθη βάσει της εγκληματολογικής γλωσσολογίας

Αν είστε οπαδοί των πραγματικά καλών αστυνομικών σειρών με serial killers, τότε σίγουρα θα λατρέψετε την σπουδαία πλην όμως κάπως υποτιμημένη σειρά του The Discovery, “Manhunt: Unabomber” (Το Ανθρωποκυνηγητό: Γιουναμπόμπερ). Η σειρά που αποτελείται από 8 επεισόδια και προβάλλεται στο Netflix (θυμίζει μάλιστα σε κάποια σημεία το πολύ πετυχημένο Mindhunter) βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. H σειρά εξιστορεί ένα μικρό κομμάτι της ζωής ενός βομβιστή, του Ted Kaczynski, που συγκλόνισε και τρομοκράτησε την Αμερική με τις βομβιστικές επιθέσεις του από το 1978 εως το 1995. Όπως φανερώνει και ο τίτλος, πρόκειται για ένα ανθρωποκυνηγητό μεταξύ του FBI και του τρομοκράτη, ο οποίος σκότωσε και τραυμάτισε ανυποψίαστους ανθρώπους και τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Ο Unabomber / Ted Kaczynski έδρασε από το 1978 έως και το 1995, ταχυδρομώντας ή παραδίδοντάς ο ίδιος, συνολικά 16 αυτοσχέδιες βόμβες, όπου προκάλεσε πολλούς τραυματισμούς και 3 θανάτους. Οι βόμβες ήταν σχεδιασμένες με τρόπου όπου δεν ήταν ανιχνεύσιμες από αποτυπώματα αλλά και λογική κατασκευής. Τα θύματά του ήταν πάντα πρόσωπα υπεύθυνα της λεγόμενης (κατά το Μανιφέστο του) Βιομηχανικής προόδου που φυλακίζει τον άνθρωπο. Ο Kaczynski από πολύ νεαρός και για λόγους που βλέπουμε ξεκάθαρα στη σειρά, είχε αποκοπεί από τις κοινωνικές συναναστροφές και ήταν υπέρμαχος πως ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φύση και να αποκοπεί από την αστική πρόοδο.

Πράγματι, δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε τρομοκράτης, καθώς επρόκειτο για μια μαθηματική διάνοια που στην ηλικία των 16 ήταν πρωτοετής στο Harvard, και στην ηλικία των 25 απέκτησε το PhD του από το πανεπιστήμιο του Michigan. Στην Αμερική, και ύστερα στους πανεπιστημιακούς κύκλους της Κοινωνιολογίας, έγινε γνωστός λόγω του μανιφέστο του με τίτλο “Industrial Society and Its Future” (Η Βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της), το οποίο ο ίδιος απαίτησε να δημοσιευτεί στους New York Times και The Washington Post, αν η κυβέρνηση ήθελε να σταματήσει τις επιθέσεις του. Φυσικά και δημοσιεύτηκε. Η βασική του θέση στο μανιφέστο είναι η εξής: η διάβρωση της ανθρώπινης ελευθερίας είναι ένα φυσικό επακόλουθο της βιομηχανικής κοινωνίας. Η τεχνολογία αποσταθεροποιεί την κοινωνία, παράγει ανικανοποίητους ανθρώπους, και δημιουργεί ψυχολογικό τραύμα. Για αυτό, ο ίδιος, προτρέπει για την επιστροφή του ανθρώπου στην “άγρια φύση.”

Αξίζει να σημειωθεί ότι, αν και η ακρίβεια σε σειρές ή ταινίες που υποστηρίζουν ότι βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα σπάνια πλησιάζει το 50% των πραγματικών γεγονότων (αφού πάντα χρειάζεται η σκηνοθετημένη δραματουργία, στο Manhunt: Unabomber, όπως σχολιάζει ο πραγματικός πράκτορας Fitzgerald σε συνέντευξή του, το 80% των γεγονότων αποτυπώνεται σωστά.

Στο “Manhunt: Unabomber”, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Jim “Fitz” Fitzgerald (Sam Worthington), έναν FBI profiler, να προσπαθεί, βάσει των γλωσσολογικών ευρημάτων, να συνθέσει ένα ψυχολογικό προφίλ του βομβιστή, έτσι ώστε να μπορέσει μαζί με την υπόλοιπη ομάδα του FBI να τον εντοπίσουν. Οι προσπάθειές τους δείχνουν μάταιες, μέχρι που η προσπάθεια γλωσσολογικής ανάλυσης των γραμμάτων και του μανιφέστου που ο ίδιος ο Kaczynski έστελνε στις εφημερίδες αρχίζουν να βγάζουν νόημα. Τελικά, ήταν ο ίδιος ο αδελφός του βομβιστή που αναγνώρισε τον τρόπο γραφής του αδελφού του – μετά την δημοσίευση του μανιφέστου στην The Washington Post – κάτι που οδήγησε τις αρχές στη σύλληψη του Kaczynski.

Η σύλληψη του Kaczynski στη σειρά…
… και στην πραγματικότητα.

Η σειρά κινείται σε δυο χρόνους, το παρελθοντικό, που ο αναλυτής διώκει τον εγκληματία και στο παρόν που ο εγκληματίας έχει πλέον συλληφθεί και ο αναλυτής πάει να τον συναντήσει για να τον πείσει να δηλώσει την ενοχή του. Βλέπουμε πόσο διαφορετικός είναι πλέον ο πράκτορας του FBI, από χαρούμενος οικογενειάρχης στην αρχή έχει μετατραπεί σε έναν περιθωριακό μοναχικό τύπο. Είναι όμως αυτός ο άνθρωπος που συνέλαβε τον δράστη και ο μόνος στον οποίο δέχεται να μιλήσει.

Η σπουδαιότερη ερμηνεία της σειράς είναι αυτή του Paul Bettany (Κώδικας Ντα Βίντσι, Avengers, Priest), ο οποίος ερμηνεύει ανατριχιαστικά τον δράστη Ted Kaczynski. Ο Bettany κατάφερε να σκιαγραφήσει τον Kaczynski ως έναν άνθρωπο ταλαιπωρημένο λόγω της συνεχούς παρεξήγησής του από τους άλλους, ως έναν άνθρωπο που προτίμησε την μοναξιά και την επιστροφή στον εαυτό του παρά την ανόητη κοινωνική συναναστροφή και την συντροφιά κούφιων ανθρώπων. Ο Bettany παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία, καθώς μπορεί και μας μεταφέρει τον θυμό πίσω από το ήρεμο προσωπείο, την ευτυχία πίσω από τον χορό ανάμεσα στην φύση, την απελπισία πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, αλλά και να κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον που δολοφόνησε αθώους ανθρώπους.

Αυτή είναι η αντίθεση που η σειρά, εξ’ αιτίας του Bettany, καταφέρνει να αναδείξει: η ελευθερία όταν κανείς βρίσκεται ανάμεσα στη φύση και η σκλαβιά όταν βρίσκεται ανάμεσα σε τοίχους. Το “Manhunt: Unabomber” είναι μια σειρά που αξίζει σίγουρα να της ρίξετε μια ματιά!

ΠΗΓΕΣ: https://www.yourate.gr/series/item/5443-manhunt-unabomber-to-anthropokynigito-giounampomper.html , http://cinepivates.gr/manhunt-unabomber-the-next-best-thing-serial-killer-tvseries/ , https://www.moveitmag.gr/news/manhunt-unabomber-enas-tromokratis-me-phd/57237 , https://schoolofrock.gr/manhunt-unabomber-%CE%B7-mini-series-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B5/ , https://cinefreaks.gr/2019/03/manhunt-unabomber-netflix/

«The People v. O.J. Simpson»: Η ιστορία της αθώωσης ενός ενόχου

Η τηλεοπτική σειρά «The People v. O.J. Simpson» είναι μια μυθοπλαστική απεικόνιση της «δίκης του αιώνα» με ένα πολύ ιδιαίτερο καστ: Κούμπα Γκούντινγκ Τζ., Τζον Τραβόλτα, Σάρα Πόλσον και Ντέιβιντ Σουίμερ, στον ρόλο του Ρόμπερτ Καρντάσιαν, δικηγόρου και φίλου του Σίμπσον. Αν και γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι ο Ο. Τζέι στο τέλος αθωώνεται, τα δέκα επεισόδια παρακολουθούνται με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς, πέρα από ένα άψογο δικαστικό θρίλερ, η σειρά επαναφέρει στο προσκήνιο την αίσθηση του μυστηρίου, ότι δηλαδή δεν θα μάθουμε ποτέ αν τελικά ο Σίμπσον ήταν θύμα των περιστάσεων ή ένας δολοφόνος. 

H δίκη του αιώνα

Έχουν περάσει περισσότερα από 25 χρόνια, από τις 13 Ιουνίου 1994, την ημέρα του θάνατου της Νικόλ Μπράουν και του φίλου της Ρον Γκόλντμαν και ακόμα κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν τελικά ο Ο. Τζέι Σίμπσον ορθώς απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες για τη δολοφονία τους. Ο Σίμπσον βέβαια πολύ αργότερα κατέληξε στη φυλακή, για έναν όμως εντελώς διαφορετικό λόγο – το 2008 καταδικάστηκε σε 33 χρόνια για τη συμμετοχή του σε ένοπλη ληστεία σε ξενοδοχείο στο Λας Βέγκας. Εξέτισε τα εννέα και το 2017 άφεθηκε πάλι ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. 

Η καταδίωξη

Οι αστυνομικές αρχές στις 4 π.μ. κατευθύνονται στο σπίτι του OJ για να τον ενημερώσουν. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε μπει στο αεροπλάνο για Σικάγο όπου είχε επαγγελματικές υποχρεώσεις. Όταν τον παίρνουν τηλέφωνο για να τον ενημερώσουν, επιστρέφει.

Φτάνοντας στο σπίτι του και βλέπει δεκάδες αστυνομικούς να το ερευνούν ενώ κάμερες τον περιμένουν απ’ έξω. Ατάραχος συνεργάζεται με τις αρχές οι οποίες τον οδηγούν στο τμήμα για να καταθέσει. Ο detective Tom Lange προσπαθεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και τον ρωτάει από που είχε αποκτήσει την πληγή σε δάχτυλο του αριστερού του χεριού. Μέσα στην μισάωρη ανάκριση άκουσε τρεις διαφορετικές ιστορίες. Του ζητάει να δώσει αίμα για να γίνει ταυτοποίηση. Δεν αρνείται. Οι έρευνες στο σπίτι του είχαν συλλέξει ένα αριστερό γάντι με αίματα, δύο κάλτσες που είχαν επίσης ίχνη αίματος αλλά και κηλίδες σε πολλά σημεία του σπιτιού και του αμαξιού Ford Bronco που άνηκε στον OJ. 


Στις 17 Ιουνίου του 1994 του αποδίδονται κατηγορίες για την δολοφονία της Nicole Brown και του Ronald Goldman και του ζητείται να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα. Μετά από την διαμεσολάβηση των δικηγόρων ανακοινώνεται στην αστυνομία ότι θα παραδοθεί μέχρι τις 11 π.μ. O OJ δεν εμφανίστηκε ποτέ με αποτέλεσμα στις 2 μμ η αστυνομία του Λος Άντζελες να ανακοινώσει ότι τον θεωρεί φυγόδικο και ότι τον αναζητά. Ακολούθησαν και άλλες ανακοινώσεις από τις αστυνομικές και πολιτειακές αρχές ενώ στις 5 μμ ο Robert Kardashian, διάβασε ένα γράμμα του OJ Simpson το οποίο απευθυνόταν σε 24 φίλους του και το οποίο είχε αποχαιρετιστήριο χαρακτήρα.

Όταν η ώρα έδειξε 6:20 μμ ένας πολίτης τηλεφώνησε στην αστυνομία δηλώνοντας ότι είδε τον φυγά OJ μέσα σε ένα αμάξι Ford Bronco. Τελικά η αστυνομία τον εντόπισε σε μια από τις πιο κεντρικές οδούς του LA. Ένας αστυνομικός πλησίασε το αμάξι για να το σταματήσει όμως ο οδηγός του Al Cowlings, συμπαίκτης και φίλος του OJ, του φώναξε λέγοντας του ότι ο “The Juice” στο πίσω κάθισμα κρατάει πιστόλι και απειλεί να αυτοκτονήσει. Εκείνη την στιγμή άρχισε μια χαμηλής ταχύτητας καταδίωξη την οποία κάλυπταν όλα τα εθνικά μέσα με ρεπόρτερ και κάμερες.

Ο κόσμος σταμάταγε, έβγαινε από τα οχήματα του μόνο και μόνο για να δει το λευκό Ford Bronco να περνάει. Μερικοί κρατούσαν και πλακάτ με το όνομα του και ούρλιαζαν. Ήταν σαν να υποδέχονται έναν εθνικό ήρωα αλλά στην πραγματικότητα χαίρονταν με την αποκαθήλωση ενός ήρωα τους. Ήταν ένα πραγματικό τσίρκο που είχε στηθεί και σε ρόλο ελέφαντα βρισκόταν ο OJ Simpson. Την ίδια ώρα από το πίσω κάθισμα του Ford Bronco συνομιλούσε με τον διευθυντή της αστυνομίας ο οποίος προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να τον κρατήσει ζωντανό. Μόνο εγώ αξίζω να πάθω κάτι κακό. Μόνο εγώ. (…) Ήθελα μόνο να είμαι μαζί με την Nicole (…) Έχω ήδη αποχαιρετήσει τα παιδιά μου. Ένας διάλογος γεμάτος ενοχή. Ενοχή που δεν πήγε στην αστυνομία, ενοχή για τις πράξεις που διαπράττει και διέπραξε. Μετά πήρε τηλέφωνο την οικογένεια της Nicole.

Τελικά στις 9 μμ το λευκό Bronco φτάνει στο σπίτι του OJ όπου τον περίμεναν εκατοντάδες δημοσιογράφοι και ρεπόρτερ αλλά και SWAT. Τον ρόλο του διαπραγματευτή αναλαμβάνει ο μέχρι πρότινος οδηγός A.C.. Ο κατηγορούμενος παραμένει στο αμάξι για 45 λεπτά, όταν παίρνει άδεια από την αστυνομία να κατευθυνθεί μέσα στο σπίτι όπου και τον συνέλαβαν. Όπως ανακοινώθηκε λίγο μετά ο OJ ήθελε να πάρει τηλέφωνο την μητέρα του και να πιει ένα ποτήρι χυμό. Όλοι οι δημοσιογράφοι στην αίθουσα γέλασαν. Στην τσέπη του Al Cowlings υπήρχαν 9,000 δολάρια ενώ στο αμάξι βρέθηκαν ένα ψεύτικο μούσι, μουστάκι, σύνεργα μεταμφίεσης, αποδειξεις από ένα beauty shop και το πιστόλι που απειλούσε ο “Juice” ότι θα βάλει τέλος στην ζωή του.

Η δίκη

Στις 20 Ιουνίου 1995 απαγγέλθηκαν κατηγορίες στον Simpson, ο οποίος δήλωσε όχι ένοχος και για τις δύο δολοφονίες. Όπως αναμενόταν, ο προεδρεύων δικαστής διέταξε να κρατηθεί χωρίς εγγύηση. Την επόμενη μέρα, σώμα ενόρκων κλήθηκε να καθορίσει αν θα κατηγορηθεί για τους δύο φόνους. Δύο ημέρες αργότερα, στις 23 Ιουνίου, το σώμα ενόρκων απορρίφθηκε λόγω εκτεταμένης κάλυψης των ΜΜΕ. Θεωρήθηκε ότι μπορούσε να επηρεαστεί η ουδετερότητά τους. Η Jill Shively, κάτοικος του Brentwood, κατέθεσε ότι είδε τον Simpson, τη νύχτα των φόνων, να φεύγει από το σημείο οδηγώντας με ταχύτητα. Μάλιστα, το αυτοκίνητό του παραλίγο να συγκρουστεί με ένα Nissan στη διασταύρωση Bundy και San Vicente. Άλλος μάρτυρας, ο Jose Camacho, πωλητής μαχαιριών στο Ross Cutlery, ισχυρίστηκε ότι πούλησε στον Simpson γερμανικό μαχαίρι 15 ιντσών, παρόμοιο με το όργανο του εγκλήματος, τρεις εβδομάδες πριν τις δολοφονίες. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίες αποσύρθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, αφού πούλησαν τις ιστορίες τους σε κίτρινου τύπου μέσα. Η Shively μίλησε για πέντε χιλιάδες δολάρια στο τηλεοπτικό σόου «Hard Copy» και ο Camacho πούλησε την ιστορία του στο «National Enquirer» για 12.500 δολάρια.

Αντί να γίνει ακρόαση ενώπιον ενόρκων, ο Simpson οδηγήθηκε σε ακρόαση πιθανής αιτίας (probable cause). Αυτή θα αποφάσιζε αν θα πάει δική με κατηγορίες διπλής δολοφονίας. Αυτό ήταν μια μικρή νίκη για την ομάδα δικηγόρων του Simpson, καθώς θα είχαν πρόσβαση σε στοιχεία όπως αυτά παρουσιάζονταν από την κατηγορούσα αρχή. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλιφόρνια αποφάσισε, στις 7 Ιουλίου, ότι υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να δικαστεί ο Simpson για τις δολοφονίες. Στις 29 Ιουλίου όταν ρωτήθηκε τι δηλώνει για τους φόνους, έσπασε την πρακτική του δικαστηρίου που θέλει τον κατηγορούμενο να λέει απλά «ένοχος» «όχι ένοχος», λέγοντας «Απολύτως, εκατό τοις εκατό όχι ένοχος». Μετά την προκαταρκτική ακρόαση, η υπόθεση μεταφέρθηκε από τη Σαν Μόνικα στο ποινικό δικαστήριο του Λος Άντζελες.

Επικεφαλής της έρευνας των φόνων ήταν ο βετεράνος αστυνομικός του τμήματος του Λος Άντζελες Tom Lange. Το 1995, η δίκη μεταδόθηκε τηλεοπτικά για 134 μέρες. Η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να μη ζητήσει θανατική ποινή και να πάει σε ισόβια. Η έκθεση στην TV έκανε διάσημους πολλούς από τους εμπλεκόμενους, συμπεριλαμβανομένου και του προεδρεύων δικαστή Lance Ito. Η Marcia Clark, 40 ετών, αναπληρωτής εισαγγελέας, ορίσθηκε επικεφαλής της κατηγορούσας αρχής. Βοηθός της ο Αφροαμερικανός Christopher A. Darden.

Από τη στιγμή που ο Simpson ήθελε να επισπευσθούν οι διαδικασίες, οι δικηγόροι, τόσο της υπεράσπισης, όσο και οι κατήγοροι, δούλεψαν νυχθημερόν για να προετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Τον Οκτώβριο 1994 ο δικαστής Ito ξεκίνησε την ακρόαση 304 υποψήφιων ενόρκων. Καθένας έπρεπε να συμπληρώσει ερωτηματολόγιο 75 σελίδων. Στις 3 Νοεμβρίου 12 ένορκοι πήραν θέση με αντίστοιχους αναπληρωτές.

Η δική ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 1995 με τηλεοπτική κάλυψη. Ο Christopher A. Darden αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο Simpson σκότωσε την πρώην γυναίκα του λόγω ζήλιας. Η κατηγορούσα αρχή άνοιξε την υπόθεση παίζοντας τηλεφώνημα της Nicole Brown στην Αστυνομία. Η κλήση έγινε την 1η Ιανουαρίου 1989. Εκεί, εξέφραζε τον φόβο της ότι ο Simpson μπορούσε να της κάνει κακό, ενώ ακουγόταν στο βάθος να της φωνάζει. Οι κατήγοροι παρουσίασαν σειρά ειδικών μαρτύρων σχετικά με αποτυπώματα DNA, αίμα και ανάλυση ιχνών παπουτσιών, με σκοπό να αποδείξουν ότι ο Simpson βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος.

Γενικά, επιδίωξη των διωκτών του ήταν να εμφανίσουν πειστικά στοιχεία για σωματική κακοποίηση της Nicole. Ενας από τους δικηγόρους του Simpson διαφώνησε λέγοντας ότι ελάχιστες γυναίκες δολοφονούνται από άντρες που τους κακοποιούν. Μερικές μέρες μετά όσοι παρακολουθούσαν τη δίκη, παρατήρησαν να αναδύεται το εξής μοτίβο: Συνεχείς ενστάσεις και από τις δύο πλευρές και διαβουλεύσεις με τον δικαστή.

Ο Simpson προσέλαβε εφτά δικηγόρους. Αρκετά ισχυρούς και με υψηλό προφίλ στον χώρο. Λέγεται, ότι η αμοιβή τους κόστισε 3-6 εκατομμύρια δολάρια! Η υπερασπιστική γραμμή στηρίχτηκε στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Εκτελεστές προσελήφθησαν από εμπόρους ναρκωτικών για να δολοφονήσουν τα θύματα, διότι η φίλη της Nicole, Faye Fuhrman, δεν είχε πληρώσει για τα ναρκωτικά. Οι αντίδικοι στηρίζονταν σε αποδείξεις DNA. Ισχυρίζονταν ότι ο Simpson πήγε στο σπίτι της Nicole το βράδυ της 12ης Ιουνίου 1994 με σκοπό να τη σκοτώσει.

Η ετυμηγορία

Την τελική απόφαση για την ενοχή του ή όχι θα έπαιρνε το σώμα των ενόρκων. 12 άτομα, 9 έγχρωμοι, 2 λευκοί και ένας λατίνος. Ακόμα και εδώ η υπόθεση είχε παρατυπίες οι οποίες έκριναν το τελικό αποτέλεσμα. Η δίκη έλαβε χώρα στο Los Angeles και όχι στην Santa Monica όπου διέμενε ο OJ Simpson και ήταν η περιοχή του εγκλήματος. Η αιτιολογία από την μεριά του εισαγγελέα ήταν ότι με την δίκη να γίνεται στο πιο κεντρικό LA θα αποφευγόταν οι μετακινήσεις και η μεγάλη διασημότητα στο θέμα. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν συνέβη αλλά οδήγησε σε ένα σώμα ενόρκων που αποτελούνταν κατά μεγάλη πλειοψηφία από έγχρωμους κατοίκους της περιοχής.

Οι ένορκοι κλείστηκαν στις 2 Οκτωβρίου σε ένα δωμάτιο για να βγάλουν απόφαση και βγήκαν μόλις μετά από 3 ώρες για μία δίκη που είχε κρατήσει 133 μέρες. Στις 3 Οκτώβρη του 1995, 10 η ώρα το πρωί, ο γραμματέας του δικαστή Lance Ito πιάνει το μικρόφωνο και ανακοινώνει:

“Εμείς οι ένορκοι στην εν λόγω υπόθεση αποφανθήκαμε ότι ο κατηγορούμενος, Orenthal James Simpson, είναι αθώος για το έγκλημα της δολοφονίας”

Ο Juice χαμογελάει για πρώτη φορά στην δίκη, ο Cochran πανηγυρίζει δίπλα του ενώ οι οικογένειες των δύο θυμάτων ξεσπάνε σε φωνές και κλάματα. Σύμφωνα με συνεντεύξεις που έχουν δώσει μερικοί από τους ενόρκους με το πέρασμα του χρόνου, όταν μπήκαν μέσα και ψήφισαν για πρώτη φορά οι 10 υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος και οι άλλοι δύο ένοχος. Όμως επειδή το σώμα πρέπει να λάβει ομόφωνη απόφαση άλλαξε η γνώμη των δύο και προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν όχι μόνο ο ρατσισμός που χρησιμοποίησε η υπεράσπιση και η πληθώρα στοιχείων που αλληλοεξουδετερώνονταν με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής η ενοχή ή όχι αλλά και η μακρά διάρκεια της δίκης που εξάντλησε τους ενόρκους.

Τελικά, ήταν ένοχος;

Το 2007 ο Ο. Τζέι έγραψε τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα και μαζί μια υποθετική περιγραφή των φόνων. Το βιβλίο λέγεται «Αν εγώ το έκανα», με το «Αν» να βρίσκεται τεχνηέντως κρυμμένο στο επάνω μέρος του εξωφύλλου (η ελληνική έκδοση από το Μεταίχμιο διατηρεί την πρωτότυπη εκδοχή του), με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να διαβάζει «Εγώ το έκανα». Το βιβλίο προκάλεσε αμέτρητες νομικές και ηθικές αντιδράσεις, αλλά τελικά κυκλοφόρησε το 2007 και διαβάστηκε πολύ, ως υστερόγραφο μιας τραγικής ιστορίας που έγινε ποπ φαινόμενο. 

Πηγές

https://www.kathimerini.gr/920778/article/periodiko-k/good-life/o-a8wos-dolofonos

http://longreads.oneman.gr/oj-simpson

https://www.womantoc.gr/men/article/diki-o-j-simpson-mia-ypothesi-erota-kai-i-dolofonia-pou-allakse-to-dikonomiko-systima-ton-ipa

Self Made: Η εμπνευσμένη ιστορία της πρώτης αυτοδημιούργητης μαύρης εκατομμυριούχου της Αμερικής

Η σειρά Self Made: Inspired by the Life of Madam C.J. Walker είναι βασισμένη στη βιογραφία On Her Own Ground της A’Lelia Bundles και μας συστήνει την απίθανη ιστορία της Madam C.J. Walker της πρώτης μαύρης γυναίκας στην Αμερική που κατάφερε να χτίσει από το μηδέν μία αυτοκρατορία και να γίνει εκατομμυριούχος.

Ποια ήταν όμως η Madam C.J. Walker; Η Sarah Breedlove (ή Madam CJ Walker όπως έγινε γνωστή) μέχρι και το 1919 που απεβίωσε, θεωρούνταν η πλουσιότερη αυτοδημιούργητη γυναίκα της Αμερικής. Η περιουσία της δημιουργήθηκε από μια σειρά καλλυντικών για την περιποίηση του δέρματος και των μαλλιών αποκλειστικά για μαύρες γυναίκες, που λάνσαρε μέσω της δικής της εταιρείας, Madam CJ Walker Manufacturing Company. Ορφανή από τα εφτά της, μετακόμισε από τη Λουιζιάνα στο Μισσισσιππή στα δέκα της, μαζί με την αδερφή της και τον ετεροθαλή αδερφό της, όπου ξεκίνησε να δουλεύει σαν οικιακή βοηθός. Για να ξεφύγει από την κακοποίηση του αδερφού της, παντρεύτηκε στα δεκατέσσερα της και απέκτησε μια κόρη, την A’Lelia Walker , η οποία μετέπειτα κληρονόμησε και διεύρυνε την αυτοκρατορία της. Ο τρίτος της γάμος, με τον Charles Joseph Walker, τής χάρισε το ψευδώνυμο με το οποίο έμεινε στην ιστορία. Υπέφερε από έντονη πιτυρίδα, εκτός των άλλων, που προκλήθηκε από δερματικά προβλήματα και αυτή ήταν η έμπνευση της και ο σκοπός της στην δημιουργία ειδικών προϊόντων περιποίησης.

Γύρω στο 1904 εκπροσωπούσε την επιχειρηματία Annie Malone πουλώντας καλλυντικά σε ένα φεστιβάλ στο Σαιντ Λούις. Οι πωλήσεις ήταν οικτρές γιατί τα προϊόντα δεν απευθύνονταν σε μαύρους. Ωστόσο από εκεί ξεκίνησε να αντλεί πληροφορίες έτσι ώστε να δημιουργήσει τη δική της σειρά. Μετά τον γάμο της με τον Walker, πλάσαρε τον εαυτό της ως ανεξάρτητη κομμώτρια και πωλήτρια καλλυντικών, με τον σύζυγό της να βοηθά στον διαφημιστικό τομέα. Ξεκίνησε πουλώντας προϊόντα από πόρτα σε πόρτα, δίνοντας συμβουλές σε μαύρες γυναίκες για το πώς να περιποιηθούν τα μαλλιά τους, και μέχρι τον θάνατό της το 1919 είχε περιουσία γύρω στις 600 χιλιάδες δολλάρια (που σήμερα μεταφράζονται σε σχεδόν 9 εκατομμύρια).

I am a woman who came from the cotton fields of the South. From there I was promoted to the washtub. From there I was promoted to the cook kitchen. And from there I promoted myself into the business of manufacturing hair goods and preparations….I have built my own factory on my own ground.” 

Madam C.J. Walker

Η σειρά λοιπόν επιστρέφει στις αρχές της δεκαετίας του 1900, για να μας αφηγηθεί αυτήν την εξωπραγματική ιστορία της Madam CJ Walker, και το πώς ξεπέρασε τις αντιξοότητες μιας Αμερικής στην αλλαγή του αιώνα, τον φυλετικό και κοινωνικό ρατσισμό, την σεξιστική συμπεριφορά της επιχειρηματικής αγοράς, τρεις αποτυχημένους γάμους και επικές αντιζηλίες για να γίνει η πρώτη αυτοδημιούργητη μαύρη εκατομμυριούχος της Αμερικής.

Tο Self Made βρίθει γυναικείας χειραφέτησης και ειδικά αυτής μέσα στην αφροαμερικάνικη κοινότητα. Η Madam απέκτησε φήμη και χρήματα πουλώντας και κατασκευάζοντας προϊόντα μαλλιών. Ξεκινώντας απο το μηδέν, να πουλά απο πόρτα σε πόρτα, κατάφερε να κατασκευάσει το δικό της εργοστάσιο και σαλόνια ομορφιάς. Τα μαλλιά των μαύρων γυναικών έχουν άμεση σχέση ιστορικά με θέματα ρατσισμού και περηφάνιας ανά τους αιώνες. Έκανε στόχο ζωής να μεταφέρει την εκτίμηση της φροντίδας και ανάδειξης της γυναικείας μαύρης ομορφιάς και κατ΄ επέκταση της δύναμης της. Η χρονική περίοδος λειτουργεί ως υπόβαθρο στον φυλετικό ρατσισμό και την σεξουαλική καταπίεση που αντιμετώπιζαν οι μαύροι στην Αμερική μετά την κατάργηση της δουλείας. Άλλωστε η ίδια ήταν η πρώτη ανάμεσα από έξι αδέρφια που γεννήθηκε ελεύθερη.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Madam C. J. Walker βρίσκεται η Octavia Spencer, η οποία για άλλη μία φορά δίνει μία συγκλονιστική ερμηνεία και κλέβει τις εντυπώσεις, ενώ πρωταγωνιστούν επίσης οι Blair Underwood, Tiffany Haddish, Carmen Ejogo, Garrett Morris, Kevin Carroll και Bill Bellamy.

Το σενάριο της σειράς έχουν γράψει οι Nicole Jefferson Asher και A’Lelia Bundles (η οποία είναι και η δισέγγονη της Madam CJ Walker), ενώ στην σκηνοθεσία βρίσκονται οι Kasi Lemmons  και DeMane Davis.

Η παραγωγή του «Self Made» είχε ξεκινήσει από τον Νοέμβριο του 2016 όταν η Zero Gravity Management εξασφάλισε τα δικαιώματα του βιβλίου της Bundles με σκοπό να μεταφερθεί στην τηλεόραση σαν μίνι σειρά. Παρ’ότι συνάντησε πολλά εμπόδια στην πορεία, η ιδέα παρέμεινε δυνατή και τελικά έλαβε το πράσινο φως από το Netflix για τέσσερα επεισόδια που είναι ήδη διαθέσιμα για θέαση από τις 20 Μαρτίου. Μια καλογυρισμένη βιογραφική σειρά, με υψηλό προφίλ και αξιόλογο cast ότι πρέπει για binge-watching, με γρήγορο ρυθμό που δεν παραβλέπει όμως την ιστορία των χαρακτήρων. 

Για περισσότερες πληροφορίες: http://madamcjwalker.com/

Πηγές:

https://www.must.com.cy/gr/blogs/nakis-antonioy/self-made-mia-synarpastiki-alithini-istoria

https://lordoftheseries.gr/self-made-review/

Πρώτο Trailer Απο Το “Self Made” Του Netflix

http://www.filmboy.gr/2020/02/self-made-trailer-octavia-spencer.html

Unorthodox: Η συγκλονιστικά πανέμορφη ιστορία του να γεννιέσαι ξανά

Τη φυγή μιας κοπέλας που, αν και εύθραυστη, επιδεικνύει τρομερό θάρρος απορρίπτοντας ολόκληρο τον μέχρι τώρα κόσμο της, για να διεκδικήσει την ατομική της ελευθερία μάς παρουσιάζει η νέα μίνι σειρά του Netflix «Unorthodox». Το Unorthodox είναι μια αληθινή ιστορία που δεν γίνεται να μην σε συνταράξει ολόκληρο, βλέποντάς την.

Η σειρά βασίζεται στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Deborah Feldman «Unorthodox: The Scandalous Rejection of My Hasidic Roots», στο οποίο η συγγραφέας παρουσιάζει την προσωπική της ιστορία.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Χασιδιστές στο Μπρούκλιν

Στο Γουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, με θέα το Μανχάταν, ζουν οι πιο σκληροπυρηνικοί Εβραίοι που έχουν φτιάξει ένα γκέτο για τις οικογένειές τους. Πρωτοπήγαν στη Νέα Υόρκη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τα βασικά φύλα της κοινότητας αποτελούνται από Ρουμάνους και Ούγγρους. Η κοινότητα αυτή γεννήθηκε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ως αντίδραση στον εβραϊκό διαφωτισμό (Haskalah) που άνθισε από τα τέλη του 18ου αιώνα και για έναν αιώνα περίπου μέχρι την ανάπτυξη την εβραϊκής εθνικής ιδέας και του Σιωνισμού.

Δημιούργησαν μια κλειστή κοινότητα, ενδεχομένως ως «απάντηση» στο Ολοκαύτωμα και την απειλή της εξαφάνισής τους. Μιλάνε αποκλειστικά τη γλώσσα τους, τα γίντις, και η καθημερινότητά τους ορίζεται από αυστηρούς κανόνες και απαγορεύσεις. Ο Ραβίνος είναι κάτι παραπάνω από πνευματικός τους ηγέτης αλλά η παρέμβασή του μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την καθημερινότητα των μελών της κοινότητας. Ο λόγος του είναι αδιαμφισβήτητος και ουδείς τολμάει να πάει κόντρα στις επιταγές του. Η κοινότητα ενώ ζει στον 21ο αιώνα, στην πραγματικότητα η ζωή των μελών της διέπεται από την ερμηνεία κανόνων που δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία σκέψης και ατομικής βούλησης.

Μεγαλύτερα «θύματα» αυτής της κατάστασης είναι οι γυναίκες. Οι γυναίκες είναι μόνο για να κάνουν παιδιά Οι χασιδιστές του Γουίλιαμσπεργκ ζουν στην Νέα Υόρκη, αλλά είναι κυριολεκτικά απομονωμένοι από τον σύγχρονο κόσμο. Η πρόσβαση στο ίντερνετ και στα «έξυπνα» κινητά απαγορεύονται. Το ίδιο και η πάσης φύσης μόρφωση. Οι άντρες και τα αγόρια ζουν σχεδόν χωριστά από τις γυναίκες και τα κορίτσια. Μελετούν τις γραφές και συμμετέχουν σε δικές τους γιορτές όπου μαθαίνουν τραγούδια και χορεύουν. Βασικό ρητό της κάστας είναι η φράση «τίποτα δεν πρέπει να αλλάξει». Έτσι μιλάνε, τρώνε, ντύνονται και συμπεριφέρονται, όπως οι πρόγονοί τους στην Ευρώπη πριν από 250 χρόνια. Οι άντρες είναι πάντα τα αφεντικά στη δουλειά και το σπίτι, και οι γυναίκες της κοινότητας είναι αποκλεισμένες από κάθε δραστηριότητα. Προορίζονται μόνο για να τεκνοποιούν, χωρίς φυσικά να επιτρέπεται ούτε καν η απόλαυση της γενετήσιας πράξης.

Κάθε Χασιδική οικογένεια του Γουίλιαμσπεργκ έχει μέσο όρο 8 παιδιά. Μόλις παντρευτούν κουρεύονται γουλί και κυκλοφορούν είτε με ομοιόμορφες περούκες είτε με μαντήλια στο κεφάλι τους. Ντύνονται μόνο με μακρυές φούστες και απαγορεύονται να φορούν κοντομάνικα. Η κλειστή κοινότητα των Χασιδιστών παρέμεινε πιστή στις επιταγές της κοινωνικής απομόνωσης και παρά τις αντιδράσεις κατά των Εβραίων, που άλλαζαν τον χαρακτήρα του μικρού και ασφαλούς από εξωγενείς παράγοντες, γκέτο τους, επιμένουν και αυστηροποιούν τους κανόνες για την κοινότητά τους. Ένας στους τέσσερις από τους 561 χιλιάδες κατοίκους του Μπρούκλιν ανήκει στην κάστα των υπέρ-ορθόδοξων Χασιδιστών Εβραίων, και πολύ δύσκολα μπορεί να αποκοπεί από αυτήν. Ενήλικες που έχουν μεγαλώσει αμόρφωτοι και χωρίς καμία εκπαίδευση σε τεχνικές δεξιότητες είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσουν στον πραγματικό κόσμο. Η ίδια η κοινότητα «φροντίζει» ώστε τα απολωλότα μέλη της να περνάνε όσο γίνεται πιο δύσκολα στην σπάνια περίπτωση που τολμήσουν να αφήσουν την αγκαλιά της ομάδας τους.

Παρακολουθώντας το Unorthodox, τη νέα μίνι σειρά που βρέθηκε μεμιάς στο top ten του ελληνικού Νetflix (όχι πως μια θέση σ’ αυτό το βάθρο λέει κάτι για την ποιότητά της, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ευχάριστο το γεγονός ότι βρίσκεται εκεί) οι παύσεις ήταν συχνές και μεγάλες, οι Χασιδικές κοινότητες και οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι είναι ένας κόσμος για τον οποίο οι περισσότεροι μάλλον θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν γνωρίζουμε σχεδόν απολύτως τίποτα.

Και την ιστορία ενός από αυτά τα “απολωλότα μέλη” αφηγείται το Unorthodox.

Μετά τον γάμο μιας γυναίκας στη χασιδική κοινότητα, τα μαλλιά της πρέπει να ξυριστούν, κανείς δεν επιτρέπεται να τα βλέπει.

Η σειρά εστιάζει στη ζωή της Esty Shapiro (Shira Haas), μιας 19χρονης Εβραίας της χασιδικής κοινότητας της Νέας Υόρκης, την οποία, με μία πολύ δυνατή εισαγωγή στην ιστορία, βλέπουμε να δραπετεύει από την ζωή της και να μετακομίζει στη Γερμανία εγκαταλείποντας τον σύζυγο, την οικογένεια και την κλειστή, γεμάτη κανόνες και πρέπει κοινότητα των Υπερορθόδοξων Εβραίων.

Στη σειρά, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα επεισόδια, παρακολουθούμε ίσως για πρώτη φορά με τόσες λεπτομέρειες τις συνήθειες και τα πιστεύω των υπερ-ορθόδοξων Εβραίων της Νέας Υόρκης αλλά και την προσπάθεια της νεαρής να ζήσει ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Πολλές αναδρομές γίνονται στην ανατροφή της από τη γιαγιά και τη θεία της (καθώς η μητέρα της είχε ήδη «αποδράσει» στη Γερμανία, όπου και ζούσε με την σύντροφό της), την προετοιμασία του γάμου από συνοικέσιο και την αγωνιώδη προσπάθεια να μείνει έγκυος, και τη σκανδαλώδη, συχνά απάνθρωπη παρέμβαση της οικογένειας του γαμπρού, με την προσαρμογή στην πρωτεύουσα της Γερμανίας, μια πόλη με βαριές μνήμες αλλά και νέες προοπτικές. Η ιστορία επικεντρώνεται κυρίως στην καταπιεσμένη Esty, η οποία αντιπροσωπεύει κάθε γυναίκα που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ζωή που δεν διάλεξε η ίδια, αφού η κοινότητά της δεν της επιτρέπει να εκφραστεί ελεύθερα.

Η ιστορία της Esty πηγαίνει μπρος πίσω. Τη μια στιγμή βρισκόμαστε στο Γουίλιαμσμπεργκ και την άλλη στο Βερολίνο. Με αυτό το τρόπο φαίνονται και οι αντιθέσεις μεταξύ δύο εξαιρετικά διαφορετικών κόσμων: μιας αυστηρά θρησκευτικής, πατριαρχικής χασιδικής κοινότητας, όπου οι άνθρωποι μιλούν κυρίως Γίντις, και ενός πολυπολιτισμικού και δημιουργικού Βερολίνου.

Ανέκαθεν η Έστι έκλινε προς τη μουσική και δεν είναι τυχαίο που αμέσως κόλλησε με την παρέα φοιτητών μουσικής από όλο τον κόσμο, οι οποίοι την περιέβαλαν με κατανόηση και, κυρίως, έλλειψη προκατάληψης, στο περιθώριο των προβών τους στη Φιλαρμονική του Βερολίνου.

 

Η υπόθεση παίρνει θριλερική τροπή όταν ο άνδρας της Έστι λαμβάνει εντολή, σύμμικτη με τη δική του πρωτοβουλία, να εντοπίσει την εξαφανισμένη σύζυγο, με τη βοήθεια ενός κανονικού «άσωτου υιού», ενός τύπου που εκδιώχθηκε από τους ραβίνους και στη συνέχεια από τη δική του οικογένεια, επειδή παράκουσε την Τορά και ακολούθησε ατραπούς κοσμικότητας και, σύμφωνα με τη στενή οπτική της θρησκευόμενης γειτονιάς, ακολασίας, γι’ αυτό και τιμωρήθηκε, ώσπου να βρει τον δρόμο της λυτρωτικής επιστροφής με ειδική αποστολή εκφοβισμού.

Η Deborah Feldman

Η Deborah Feldman είναι υπαρκτό πρόσωπο το έσκασε στα 19 της από το Μεγάλο Μήλο (που για την ίδια ήταν πολύ μικρό) και κατέφυγε στο Βερολίνο -μοιάζει ειρωνική επιλογή αν να σκεφτεί κανείς ότι έκανε το ανάποδο ταξίδι από αυτό που έκαναν οι πρόγονοί της για να γλιτώσουν τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Στην πόλη που επέλεξε προκειμένου να είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά απ’ όσα την καταπίεζαν έγραψε ένα βιβλίο για την περιπέτειά της, το Unorthodox: The Scandalous Rejection of My Hasidic Roots, bestseller στη λίστα των New York Times και η μαγιά στην οποία βασίζονται τα μόνο τέσσερα επεισόδια της σειράς που έγραψαν οι Anna Winger με την Alexa Karolinski και σκηνοθέτησε η Maria Schrader.  

Σύμφωνα με όσα είπε η Feldman (που ζει σήμερα στο Βερολίνο με τον 14χρονο γιο της) σε πρόσφατη συνέντευξή της για τη σειρά που βασίζεται σε όσα έζησε και έκανε πρεμιέρα εν μέσω μιας παγκόσμιας καραντίνας, η χασιδική ζωή σε προετοιμάζει για μια τέτοια κατάσταση: είναι ένα διαρκές social distancing από την υπόλοιπη κοινωνία, με πολλές ώρες μοναξιάς στο σπίτι και μια αέναη αναμονή για το τέλος το οποίο όπου να’ναι πλησιάζει, όσο ο κόσμος βυθίζεται στην αμαρτία και την ακολασία.

Το πραγματικό, όμως, διαμάντι της σειράς αυτής είναι η πρωταγωνίστριά της, η Ισραηλινή ηθοποιός Shira Haas. Η 24χρονη κοπέλα από το Τελ Αβίβ, μόλις 1,52 ύψους, κλήθηκε να μάθει σε μικρό χρονικό διάστημα Yiddish, τη γλώσσα που επικρατεί στις αυστηρές εβραϊκές κοινότητες της Αμερικής, ένα αρχαϊκό ιδίωμα γερμανικής καθαρεύουσας, εβραϊκής γλώσσας και αρχαίας αραμαϊκής, πολύ συγκεκριμένης και διαδεδομένης.

Η θαυμάσια σειρά δεν θα έφτανε σε ύψη καλλιτεχνικής δόνησης αν δεν είχε στη σύνθεσή της τη Shira Haas και την αδάμαστη αποφασιστικότητά της. Η εικόνα μιας ξυρισμένης, υποτυπωδώς ντυμένης, διακριτικά σκιαγμένης μινιατούρας γυναίκας, που περιδιαβαίνει διστακτικά τη λεωφόρο της μεγάλης ευκαιρίας, αφήνοντας το πλατύ χαμόγελο να ξορκίσει μια ραγισμένη ζωή καταπίεσης και εξευτελισμού, μαζί με τη στεντόρια, ανατριχιαστική φωνή της όταν, με κλειστά μάτια, μοιράστηκε με ένα μικρό, έκθαμβο κοινό, ένα παραδοσιακό τραγούδι, είναι τουλάχιστον καθηλωτική.

“Το Unorthodox δεν αφορά στη θρησκεία και την πίστη αλλά το δικαίωμα της προσωπικής έκφρασης και ελευθερίας” σχολιάζει η Shira Haas.  Η σειρά εκτυλίσσεται μεταφέροντας τον θεατή από τη Νέα Υόρκη στο Βερολίνο μέσα από αναδρομές στη ζωή της Esty. “Νιώθω ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι η Νέα Υόρκη και το δεύτερο το Βερολίνο. Σταδιακά γίνεται και η μετάβαση από τα Γίντις στα Αγγλικά” προσθέτει η Haas.

Συνολικά, το Unorthodox είναι και η ιστορία μιας γυναίκας που βρήκε τη δύναμη να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι σε μια από τις πιο σκληρά οργανωμένες μορφές πατριαρχίας και να ξεφύγει από μια πορεία ζωής που κάποιοι άλλοι είχαν προαποφασίσει γι’αυτήν. Σπεύστε να την απολαύσετε.

H Shira Haas με την Deborah Feldman κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της σειράς Unorthodox

ΠΗΓΕΣ: https://www.fosonline.gr/plus/tileorasi/article/90456/unorthodox-i-koryfaia-seira-toy-netflix-h-istoria-tis-deborah-feldman-kai-oi-xasidistes , https://www.lifo.gr/articles/mediac_articles/277488/unorthodox-pos-i-kathilotiki-ermineia-mias-agnostis-mikroskopikis-israilinis-ithopoioy-apogeionei-oli-ti-seira , https://www.alphafreepress.gr/2020/04/08/lifestyle/koutsogiannopoulos-netflix-i-seira-pou-mas-proteinei-o-kritikos-kinimatografou/ , https://popaganda.gr/art/unorthodox-netflix/ , https://www.maxmag.gr/television/unorthodox-i-nea-syntaraktiki-seira-toy-netflix/

The English Game και η γέννηση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου

Ίσως το γεγονός ότι η σειρά περιστρέφεται γύρω από ένα άθλημα που αν και τόσο αγαπητό από την πλειονότητα του κόσμου, διαθέτει ταυτόχρονα και φανατικούς πολεμίους, να αποθάρρυνε μερικούς να την παρακολουθήσουν. Όσο διστάζουν οι φίλοι του ποδοσφαίρου να αφιερωθούν σε μια ιστορική ανασκόπησή του στον μακρινό 19ο αιώνα, άλλο τόσο οι μη υποστηρικτές του κουράζονται να χαραμίσουν ένα ταξίδι στο χρόνο για να πληροφορηθούν πως γεννήθηκε ένα άθλημα που παρά την αναγνωρισμένη αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει κατηγορηθεί για πολλά κακώς κείμενα. Ωστόσο, και οι δυο αυτές πλευρές μπορούν να ρίξουν νερό στο κρασί τους, όταν πρόκειται για μια, αρκετά πιστή, μεταφορά στην μικρή οθόνη μιας συναρπαστικής ιστορίας που αναδεικνύει τις συνθήκες μιας εποχής μακριά μεν από τη δική μας, με ανθρώπους, όμως που μοιράζονταν παρόμοιες ανάγκες και αξίες.

Το έργο μας μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν κάτι άγνωστο σε εκείνο το σημείο. Το άθλημα είχε πάρει σάρκα και οστά, είχαν οριστεί οι κυριότεροι εκ των κανόνων του, ενώ είχε κιόλας από το 1871 ξεκινήσει η διοργάνωση του FA Cup, της πρώτης διασυλλογικής διοργάνωσης στην ιστορία, στην οποία συμμετείχαν 100 ομάδες. Εξ αυτών, μέχρι το 1884 νικήτριες ήταν οι ομάδες που προέρχονταν από την αστική τάξη. Οι ομάδες αυτές, πλην του γεγονότος ότι λόγω της κοινωνικής θέσης και το εισοδήματός τους διέθεταν περισσότερους πόρους και χρόνο για να αφιερώσουν στην προπόνηση, κατείχαν καίριες θέσεις στις αθλητικές επιτροπές της εποχής εκείνης. Ήταν, με λίγα λόγια, εκείνοι που όριζαν τόσο τους κανόνες της αγοράς όσο και τους κανόνες του ποδοσφαίρου. Το τελευταίο ήταν για αυτούς μια απόλαυση που τους συνέδεε με τα κολεγιακά τους χρόνια, όχι ένα άθλημα για τις κατώτερες τάξεις. Υιοθετούσαν μια ελιτιστική προσέγγιση και κατέκριναν τα ταπεινά ένστικτα της μάζας, την τυφλή και παρωπιδική προσήλωσή τους στο ποδόσφαιρο, πόσο μάλλον το γεγονός ότι κάποιες φορές λάμβαναν αμοιβή για να παίζουν.

Από την άλλη πλευρά, στέκονταν νέες ομάδες που προέβαλαν από εργοστάσια, βιοτεχνίες και νηματουργεία, στις οποίες συμμετείχαν ως επί το πλείστον αφιλοκερδώς οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές. Και εδώ ξεκινά η ιστορία μας, πίσω από λίγο βαμβάκι και την ευφυή ιδέα ενός αφεντικού νηματουργείου στο Ντάργουεν να φέρει δυο εργάτες- παίκτες από την Γλασκώβη να δουλέψουν για αυτόν και να παίξουν ποδόσφαιρο στην ομάδα της επιχείρησής του. Οι παίκτες αυτή που έμελε να μείνουν χαραγμένοι στις σελίδες του ποδοσφαίρου ήταν ο Φέργκους Σκούτερ και ο Τζέιμι Λοβ. Αυτοί και η ομάδα τους καλούνται να συναγωνιστούν τους έμπειρους και πλούσιους Ολντ Ετόνιανς. Από εκεί και έπειτα, η σειρά αποτυπώνει με τον ευαγέστερο τρόπο την Αγγλία της ύστερης Βικτωριανής περιόδου που πάλλεται, την κοινωνική ανισότητα Βορρά και Νότου, τις εργατικές κινητοποιήσεις. Συγχρόνως όμως, τρυπώνουν και οι ιστορίες ζωής των ηρώων. Μια από αυτές είναι και εκείνη του Άρθουρ Κίνερντ, ποδοσφαιριστή στους Ολντ Ετόνιανς, γιο τραπεζίτη και πρωτοπόρο του αθλήματος, ο οποίος αποτέλεσε τον μακροβιότερο Πρόεδρο στην ιστορία της Αγγλικής Ομοσπονδίας.

Μια κοινωνία σε παρακμή που συνεχίζει όμως να ελπίσει, η αντιπαράθεση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, οι σχέσεις των δύο φύλων, η θέση της γυναίκας, η σημασία του ποδοσφαίρου στη ζωή των απλών ανθρώπων, είναι η κύρια θεματική ενός σήριαλ που μιλά πολύ πέρα από το ποδόσφαιρο, που μας μεταδίδει υπό τον ήχο της σφυρίχτρας τον σφυγμό μιας ολόκληρης εποχής και μιας Αγγλίας που σταδιακά μεταβαλλόταν, εισερχόμενη στον 20ο αιώνα. Τα προσωπικά δράματα τον πρωταγωνιστών, οι αγωνίες που νιώθουν, οι ανησυχίες, η πίστη τους στην σωτηρία τους από την άθλια αυτή πραγματικότητα μέσω της πρόσκαιρης “νάρκωσης” που τους χάριζε η παρακολούθηση ενός αγώνα και η στιγμιαία αλλά βαθιά ικανοποίηση με τη δικαίωση της ομάδας τους δεν ανήκουν τόσο στο παρελθόν όσο θα θέλαμε να φανταζόμαστε, αλλά υφίστανται και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με αυτή, κατά την γνώμη μας, του Φέργκους Σκούτερ, τον οποίο υποδύεται ο Κέβιν Γκούτρι, να ξεχωρίζει. Ο τρόπος με τον οποίο ο ηθοποιός απέδωσε την φλόγα και το πάθος του πρώτου επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ιστορία ήταν καθηλωτικός. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα εύσημα που αποδίδονται στον σκηνοθέτη Τζούλιαν Φέλλοους που μάστερ στα έργα εποχής ήδη από τον Πύργο του Ντάουταουν, κατόρθωσε με αριστοτεχνικό τρόπο να μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου οι παίκτες φορούσαν αλλόκοτες στολές, έπαιζαν τεράστιες δερμάτινες μπάλες, τέρματα με μόνο κάθετα δοκάρια και μια κλωστή, πολύ ψηλά, αντί για οριζόντια, έκαναν σκληρά μαρκαρίσματα και έδιναν τα πάντα για μια νίκη.

Παράλληλα, στην σειρά αναδεικνύονται και κάποια μελανά σημεία που από τότε αναδύθηκαν στο ποδόσφαιρο. Πέρα από την επιθετικότητα και την έλλειψη σεβασμού μεταξύ των παικτών, τον παραμερισμό των αξιών τους στο βωμό των μεγαλύτερων χρηματικών απολαβών και της μεταξύ τους ανταγωνιστικότητα, θίγει σε αδρές μεν γραμμές τον φανατισμό και τον χουλιγκανισμό. Τον αποδοκιμάζει, σαφώς, αλλά δείχνει πως τότε είχε ίσως ταξικές καταβολές, κάτι που στις μέρες μας, όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά είναι και σαν σκέψη αποδοκιμαστέα.

Για όσους λοιπόν αγαπάτε το ποδόσφαιρο, για όσους τρελαίνεστε με την ιστορία και για όσους είστε λάτρεις των ταινιών εποχής, η συγκεκριμένη σειρά έχει πολλά να σας προσφέρει. Σε μόλις 6 επεισόδια θα σας ταξιδέψει στην Βικτωριανή Αγγλία, στα γήπεδα της εποχής αλλά και στην ζωή των ηρώων της με έναν τρόπο συναρπαστικό. Για όσους προλάβατε να την δείτε, παραθέτουμε την πραγματική ιστορία των ομάδων και των πρωταγωνιστών, απαλλαγμένη από τους καλλωπισμούς του έργου.

Το 1879, πράγματι, η Ντάργουεν έπαιξε την Ολντ Ετόνιανς «στα ίσα», όταν οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στον τέταρτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας. Αλλά, δεν κατάφερε να την αποκλείσει. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά ο Κινέρτ και οι συμπαίκτες του κατέκτησαν το τρόπαιο. Το πρώτο ματς έληξε ισόπαλο 5-5, αν και οι εργάτες είχαν βρεθεί να χάνουν με 5-1. Οι Ολντ Ετόνιανς αρνήθηκαν να παίξουν παράταση, και ο επαναληπτικός έπρεπε να διεξαχθεί στο γήπεδο της Ντάργουεν. Εκείνη, όμως, δέχτηκε να ταξιδέψει ξανά στο Λονδίνο, με αντάλλαγμα 25 λίρες. Ούτε το δεύτερο παιχνίδι έβγαλε νικητή (2-2). Και στο τρίτο, πάλι στην έδρα της Ολντ Ετόνιανς, ηττήθηκε με 1-0. Η Ολντ Ετόνιανς, όντως, έχασε το Κύπελλο του 1883. Αλλά, όχι από την Ντάργουεν. Από την Ολίμπικ του Μπλάκμπερν (2-1). Αυτή ήταν η πρώτη ομάδα της εργατικής τάξης που κατέκτησε τον τίτλο, και δεν είχε τον Σούτερ στη σύνθεσή της. Ο Σκωτσέζος αποχώρησε από την Ντάργουεν το 1880, όμως πήγε στη Ρόβερς (του Μπλάκμπερν), όχι στην Ολίμπικ. Η Ρόβερς αναμετρήθηκε με τους Ολντ Ετόνιανς σε τελικό (1882), με τον Σούτερ στην ενδεκάδα, όμως δεν νίκησε. Ηττήθηκε από τους αριστοκράτες με 1-0. Ο Σούτερ ευτύχησε, τελικώς, να σηκώσει το Κύπελλο (τρεις φορές, μάλιστα), αλλά ποτέ εναντίον των Ολντ Ετόνιανς. Οταν ο Σούτερ πήγε στην Ντάργουεν, δεν πήρε μαζί του τον Λαβ. Τον βρήκε εκεί. Κι όταν έφυγε (1880), δεν το έκανε επειδή η Ρόβερς του προσέφερε περισσότερα χρήματα. Είχε αφήσει έγκυο μια γυναίκα και, λίγο πριν από τη γέννηση του παιδιού, εξαφανίστηκε από την πόλη για να γλιτώσει το σκάνδαλο. Ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1888 (στα 28), κι άνοιξε παμπ στο Μπλάκμπερν. Ο Λαβ (ήταν εξαιρετικός σκόρερ) δεν ακολούθησε τον Σούτερ στο Μπλάκμπερν. Κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και πέθανε, πολύ νέος, από ξαφνική ασθένεια στην Αίγυπτο. Ο Κινέρτ, ο αρχηγός των Ολντ Ετόνιανς, ήταν… «τσεκούρι» από τα λίγα. Κι ας τον έλεγαν «Λόρδο». Υπήρξε ρέκορντμαν συμμετοχών σε τελικό Κυπέλλου Αγγλίας. Οταν αποσύρθηκε από τη δράση, έγινε πρόεδρος της αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Κατείχε τη θέση αυτή επί 33 χρόνια (1890-1923). Πέθανε τη χρονιά που εγκαινιάστηκε το «Ουέμπλεϊ».

Πηγή: Protagon.gr

“Peaky Blinders”: η συμμορία από το Μπέρμιγχαμ που κατέκτησε το παγκόσμιο κοινό

Οι εγκληματικές οικογένειες μπορεί να μην είναι κάτι που θα ήθελες να συναντήσεις στην πραγματική σου ζωή, αλλά είναι αλήθεια πως κάνουν καλό σινεμά και τηλεόραση. Ίσως γιατί οι βίαιες ιστορίες σκηνοθετημένες σωστά έχουν όλα τα υλικά που μπορούν να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα σε σπουδαία δραματουργία: συγκρούσεις και αντιμαχίες, παιχνίδια δύναμης κι εξουσίας, αγωνία και θέαμα.

Στο «Peaky Blinders» συναντάμε όλα τα παραπάνω και με το έξτρα bonus μιας μυθοπλασίας που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, κάτι που την κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική.

To «Peaky Blinders» του BBC είναι ένα καλοφτιαγμένο period drama του BBC που προέβαλε το πρώτο του επεισόδιο το 2013. Η σειρά, που, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αναφέρεται στην τσιγγάνικης καταγωγής οικογένεια των Shelby που προσπαθεί να εξελιχθεί από μια μικρή νόμιμη εταιρεία στοιχημάτων ιπποδρόμου σε βαρόνους του Βρετανικού υποκόσμου. Ο δρόμος, όμως, μόνο στρωμένος με ροδοπέταλα δεν είναι. Από τη μία, η  κυβέρνηση με υπουργό Δικαιοσύνης τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, επιθυμεί ησυχία, τάξη και ασφάλεια, καθώς ο IRA περιμένει στα σοκάκια του Μπέλφαστ για να αρχίσει την εξέγερση. Από την άλλη, το μέχρι τότε εδραιωμένο σύστημα των εγκληματικών οργανώσεων σε καμία περίπτωση δεν επιθυμεί να παραχωρήσει μερίδιο εξουσίας σε μία οικογένεια τσιγγάνων του Μπέρμιγχαμ.

Έτσι, λοιπόν, στις ταραγμένες κοινωνικά και πολιτικά μέρες μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρύτερη οικογένεια των Shelby, με τα πολλά αδέλφια, ξαδέλφια και θείους, συνθέτει τη σφοδρότερη συμμορία της πόλης, τους Peaky Blinders. Έχοντας πάρει την ονομασία τους από την πρακτική να ράβουν λεπίδες ξυραφιού στις κορυφές των καπέλων τους, οι Peaky Blinders βγάζουν χρήματα με κάθε παράνομο τρόπο: από αγώνες παράνομου στοιχήματος ως την παροχή προστασίας και τις ληστείες.

Ο Cillian Murphy στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Thomas Shelby είναι καθηλωτικός. Ο ηγέτης και προστάτης της οικογενείας των Shelby ελίσσεται εκπληκτικά μεταξύ εγκλήματος και νομιμότητας, καταφέρνει να καταλαγιάσει μέσα του τα αισθήματα μίσους και πόνου που έχει μετά το τέλος και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στον οποίο συμμετείχε, ενώ μέσα από εσωτερικές αναταραχές και παιχνίδια του μυαλού ανάμεσα στην σχιζοφρένεια και τη λογική, οραματίζεται ένα μέλλον για αυτόν και την οικογένεια του απαλλαγμένο από παρανομίες  και φόβους. Η ηγεσία όμως του Thomas ή Tommy Shelby θα τεθεί σε δοκιμασία, καθώς η δράση της συμμορίας μπαίνει στην 1η σεζόν στο στόχαστρο του επιθεωρητή Chester Campbell (Sam Neill).  Στο πλευρό του, βέβαια, ο Thomas έχει τα δύο αδέρφια – εκτελεστές του, τον Arthur Shelby (Paul Anderson) και τον John Shelby (Joe Cole), που σε συνδυασμό με την θεία Polly (Helen McCrory) αποτελούν τα χαλινάρια του Thomas όταν οι καταστάσεις ξεφεύγουν. Ένας από τους πιο συμπαθητικούς ρόλους της σειράς είναι, κατά γενική ομολογία, και ο Arthur Selby. Η βαριά αγγλική προφορά του, η ψυχούλα που κρύβει μέσα του, αλλά και τα βίαια ξεσπάσματά του είναι μερικά από τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν.

Ιδιαίτερα ξεχωρίζει και η guest εμφάνιση του φοβερού Tom Hardy. Η διαπεραστική – λες και βγαίνει από τα έγκατα του κόσμου – φωνή του ταιριάζει γάντι στον ύπουλο και υποχθόνιο ρόλο του μεγαλολαθρέμπορου Ιταλοεβραίου που υποδύεται και, αν μη τι άλλο, η παρουσία του στη σειρά προσδίδει μια ιδιαίτερη αίγλη. Φυσικά, σε επόμενες σεζόν προστίθενται αρκετοί ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως ο μικρότερος ξάδερφος των Peaky Blinders και γιος της θείας Polly, Michael (Finn Cole).

Γραμμένο από τον Στίβεν Νάιτ, σεναριογράφο για την τηλεόραση αλλά και για φιλμ όπως το «Βρώμικα, Ομορφα Πράγματα» του Στίβεν Φίαρς και το «Επικίνδυνες Υποσχέσεις» του Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ, το «Peaky Blinders» είναι μια αληθινά εντυπωσιακή παραγωγή του BBC, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Κίλιαν Μέρφι, Τομ Χάρντι, Σαμ Νιλ, Νόα Τέιλορ και μια σειρά ακόμη εξαιρετικοί ηθοποιοί. Το σενάριο σύμφωνα με τον Νάιτ «είναι βασισμένο σε οικογενειακούς μύθους και ιστορικά γεγονότα, τα οποία έχουν μπλεχτεί με έναν αληθινό ιστορικό ιστό, σε ένα τοπίο που είναι απόλυτα κινηματογραφικό, αλλά που για πολλούς λόγους δεν είχε ξεφύγει μέχρι σήμερα από τα ιστορικά βιβλία».

Ωστόσο, ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της σπουδαίας σειράς, το οποίο την ξεχωρίζει χωρίς υπερβολή από όλες τις υπόλοιπες, είναι η μοναδική της μουσική. Είναι η μόνη σειρά που συμπρωταγωνιστής με τους ηθοποιούς είναι η μουσική. Υπάρχει παντού, υπάρχει πάντα και είναι πάντα η κατάλληλη. White Stripes, Arctic Monkeys, Radiohead, Kasabian, The Kills, Queens of the Stone Age, Johnny Cash, PJ Harvey είναι μερικοί, μόνο, από τους καλλιτέχνες που χαρίζουν τις μουσικές τους. Φυσικά, δεν μπορεί να μην γίνει ξεχωριστή αναφορά και στον Nick Cave και τους Bad Seeds και στο μοναδικό soundtrack της σειράς, “Red Right Hand”. Η παραγωγή επένδυσε, καθώς φαίνεται, πολλά λεφτά πάνω σε αυτό το κομμάτι, κάτι το οποίο σίγουρα φαίνεται και σίγουρα αποτελεί βασικό στοιχείο της επιτυχίας αυτής της σειράς.

Παρακάτω, συγκεντρώσαμε και σας παρουσιάζουμε 9 ενδιαφέρουσες πληροφορίες που ενδεχομένως να μην γνώριζες για αυτήν την τόσο αγαπημένη σειρά:

Η πραγματική συμμορία Peaky Blinders κατά πάσα πιθανότητα δε χρησιμοποιούσε ξυράφια.

Πράγματι, ο μύθος που έχει δημιουργηθεί γύρω τους και λέει ότι ονομάζονταν έτσι γιατί έκρυβαν ξυράφια στις τραγιάσκες τους για να τραυματίζουν τους εχθρούς τους, δε στηρίζεται από τους περισσότερους ιστορικούς. Κατά πάσα πιθανότητα, το όνομά τους προέρχεται από το ίδιο το σχήμα των καπέλων που φορούσαν. Όσο για τα όπλα τους, αυτά ήταν οι μεταλλικές μύτες των παπουτσιών τους, οι αγκράφες από τις ζώνες τους και τα μαχαίρια που κουβαλούσαν.

Ο σεναριογράφος πήρε την ιδέα από μια ιστορία του πατέρα του

Ο Steven Knight, δημιουργός της σειράς και υποψήφιος για Όσκαρ Σεναρίου για το ‘Dirty Pretty Things’, πήρε την ιδέα για τη συμμορία από ένα περιστατικό που του εξιστόρησε ο πατέρας του για τα παιδικά του χρόνια. “Είπαν στον μπαμπά μου να πάει και να παραδώσει ένα μήνυμα, οπότε έτρεξε στους δρόμους ξυπόλητος, χτύπησε την πόρτα, η πόρτα άνοιξε και είδε ένα τραπέζι με οκτώ άντρες γύρω του, άψογα ντυμένους, που φορούσαν καπέλα και είχαν όπλα στις τσέπες τους. Το τραπέζι ήταν καλυμμένο με χρήματα σε μια εποχή που κανείς δεν είχε δεκάρα και έπιναν μπύρα από βάζα για μαρμελάδα, γιατί αυτοί οι άντρες δε θα ξόδευαν λεφτά σε ποτήρια και κούπες. Αυτή η εικόνα – καπνός, αλκοόλ και αυτοί οι άψογα ντυμένοι άντρες σε μια τρώγλη του Birmingham – σκέφτηκα, αυτή είναι η μυθολογία, αυτή είναι η ιστορία και αυτή είναι η πρώτη εικόνα πάνω στην οποία άρχισα να δουλεύω.”

Η Helen McCrory χρειάστηκε λίγη βοήθεια από τους Black Sabbath

Η Βρετανίδα ηθοποιός που συχνά κλέβει την παράσταση υποδυόμενη τη σκληρή θεία της οικογένειας, Polly Shelby, στην προσπάθειά της να τελειοποιήσει την προφορά του Birmingham, είδε άπειρα βιντεάκια με τον Ozzy Osbourne, τον πιο διάσημο σταρ που έχει βγάλει η περιοχή.

Ο Sam Neill πάλι, χρειάστηκε βοήθεια από τον Liam Neeson

Ο Αμερικανός ηθοποιός που υποδύεται τον ντετέκτιβ και άσπονδο εχθρό των Peaky Blinders, χρειάστηκε να μάθει την προφορά της Βόρειας Ιρλανδίας απ’ όπου κατάγεται ο χαρακτήρας του. Και ο ίδιος κατάγεται από εκεί κανονικά, αλλά καθώς μετακόμισε μικρός στη Νέα Ζηλανδία, δεν είχε ίχνος της σωστής προφοράς πια. Τελικά ζήτησε τη βοήθεια του Liam Neeson και του James Nesbitt και όλα πήγαν καλά.

Κάθε σεζόν καπνίζονται περίπου 3.000 τσιγάρα

Ο Cillian Murphy δεν είναι καπνιστής στην πραγματική του ζωή, αλλά για τις ανάγκες της σειράς καταναλώνει περίπου 3.000 τσιγάρα φτιαγμένα από τριαντάφυλλο, μιας και ο χαρακτήρας του, Tommy, είναι μανιώδης καπνιστής.

Η σειρά δε γυρίζεται στο Birmingham, αλλά στο Liverpool

Το Birmingham έχει αλλάξει δραματικά απ’ όταν γύριζαν στους δρόμους του οι αληθινοί Peaky Blinders, οπότε η παραγωγή έπρεπε να βρει ένα μέρος που θα μπορούσε να αναπαραστήσει την πόλη του ‘19. Η τυχερή πόλη τελικά ήταν το Toxteth στο Liverpool, ενώ κάποιες σκηνές γυρίζονται και στο Λονδίνο. Το ίδιο το Birmingham πάντως δε μένει τελείως παραπονεμένο, αφού υπάρχουν και σκηνές που γυρίζονται στο Black Country Museum.

Ο Jason Statham θα μπορούσε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές

Ο Knight συνεργάστηκε με τον Jason Statham στην ταινία του 2013 «Redemption» και περίμενε την ώρα που θα μπορούσαν να συνεργαστούν ξανά. Τελικά του έκανε την πρόταση για το «Peaky Blinders», αλλά ο ηθοποιός αναγκάστηκε να αρνηθεί λόγω των υπόλοιπων επαγγελματικών του υποχρεώσεων.

Η σειρά έχει διάσημους θαυμαστές

Το άλμπουμ «Blackstar» του David Bowie ακούστηκε στη σειρά πριν καν μαθευτεί ότι υπήρχε, γιατί ο γνωστός δημιουργός ήταν φανατικός της τηλεθεατής. Άλλος διάσημος θαυμαστής της σειράς είναι ο ράπερ Snoop Dogg, ο οποίος μάλιστα κανόνισε ένα meeting με τον Knight σ’ ένα ξενοδοχείο για να μιλήσουν για τη σειρά. Επί τρεις ώρες!

Ξέρουμε ήδη το τέλος της σειράς

Μπορεί να μη γνωρίζουμε το ταξίδι μέχρι εκεί, αλλά το τέλος της σειράς θα λάβει χώρα όταν θα βρισκόμαστε χρονολογικά στις αρχές του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, μιας και ο Knight θέλει να αναπτύξει τους Shelby και τις σχέσεις τους όπως αυτές θα μπορούσαν να διαμορφωθούν ανάμεσα σε δύο πολέμους. Ήδη, η τελευταία – μέχρις στιγμής – 5η σεζόν της σειράς, ξεκινά με το κραχ του 1929 στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και αφήνει τους πρωταγωνιστές μας στην σκοτεινή για την Ευρώπη εποχή της ανάδυσης του ναζισμού.

Συνολικά, το «Peaky Blinders» ξαναγράφει μια ιστορία με τον τρόπο της παλιάς εξαιρετικής τηλεόρασης και φτιάχνει μια σειρά που χωρά στα επεισόδιά του κάτι από την πιο μεγαλοπρεπή παράδοση του κινηματογραφικού και τηλεοπτικού εγκλήματος και την σχεδόν υπαρξιακή δύναμη ενός μύθου που θα μπορούσε να βρει την θέση του σε κάθε εποχή, από την αρχαία ελληνική τραγωδία μέχρι τον «Νονό» του Κόπολα.

ΠΗΓΕΣ: http://www.breakroom.gr/news/cinema-and-tv-news/item/3729-to-peaky-blinders-einai-i-seira-pou-prepei-n-akouseis , https://www.oneman.gr/entertainment/h-5h-sezon-toy-peaky-blinders-tha-soy-ferei-dakrya-sta-matia/ , https://flix.gr/news/peaky-blinders-season-one.html , https://www.athinorama.gr/tv/article/to_peaky_blinders_einai_i_pio_sunarpastiki_seira_epoxis_pou_exeis_dei-2527329.html , https://www.huffingtonpost.gr/2016/12/13/eidiseis-cosmote-pragmata-pou-den-ksereis-gia-to-peaky-blinders_n_13577432.html

Russian Doll: Ποιο είναι πραγματικά το νόημα της ζωής;

Το «Russian Doll». πρόκειται για μία μαύρη κωμωδία του Netflix με φιλοσοφικές αναζητήσεις που αποτελείται από οκτώ επεισόδια , πολλαπλές ανατροπές και ένα απρόσμενο φινάλε. Άρχισε να προβάλλεται στην δημοφιλή πλατφόρμα από πέρσυ τον Φεβρουάριο και οι κριτικές που δέχτηκε ήταν διθυραμβικές. Μέχρι και σήμερα παραμένει μία από της καλύτερες σειρές που προσφέρει η streaming υπηρεσία.

Η Νάντια (Natasha Lyonne) δεν μπορεί να σταματήσει να πεθαίνει. Είναι παγιδευμένη σε μια λούπα, ξαναζώντας κάθε φορά την μέρα που πέθανε, την νύχτα 37ων γενεθλίων της στο σπίτι της φίλης της Μαξίν (Greta Lee). Πεθαίνει συνέχεια, με διαφορετικούς τρόπους, πέφτει σε φρεάτια, παθαίνει έμφραγμα, κατρακυλάει στις σκάλες, την χτυπάει αυτοκίνητο και καταλήγει πάντα στο ίδιο σημείο. Και κάπου στη μέση της σεζόν, έρχεται ο δεύτερος πρωταγωνιστής της σειράς, ο Άλαν (Charlie Barnett). Ένας εκκεντρικός, ψυχαναγκαστικός, περίεργος χαρακτήρας που ζει και αυτός την ίδια λούπα. Ζει και πεθαίνει, πεθαίνει και ζει. Κι εκεί βρίσκεται το νόημα της ιστορίας. Η Νάντια και ο Άλαν πεθαίνουν ακριβώς την ίδια στιγμή. Και ψάχνουν να ξετυλίξουν το κουβάρι αυτού του του υπερφυσικού μοτίβου.

Οι δημιουργοί της σειράς Λέσλι Χέντλαντ, Νατάσα Λιόνε και Έιμι Πόλερ έχουν καταφέρει να πλάσουν μια περσόνα που μοιάζει και συμπεριφέρεται σαν ροκ σταρ των 80’s, χωρίς όμως να γίνεται γραφική. Η Νάντια κάνει κάθε είδους κατάχρηση, πίνει και καπνίζει μανιωδώς, τρώει με λαιμαργία και στη ζωή της κυριαρχεί το χάος. Ο Άλαν από την άλλη είναι εκ διαμέτρου αντίθετος ως χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που φροντίζει ώστε η ζωή του να βρίσκεται συνεχώς σε τάξη. Είναι εμμονικά προσκολλημένος στη ρουτίνα του, στην κοπέλα με την οποία έχει σχέση εδώ και εννιά χρόνια και στη ψευδαίσθηση της ασφάλειας που του προσφέρουν αυτά τα δύο.

Δεν είναι μόνο το κεντρικό μυστήριο της ρωσικής κούκλας που είναι ενδιαφέρον. Η ίδια η υπόθεση μοιάζει με παζλ. Είναι σκοτεινή και περίεργη, μεταφορική και συνεχώς μεταβαλλόμενη. Άλλωστε, και η ρωσική κούκλα, ονόματι ματριόσκα, αυτό είναι. Μια σειρά από ξύλινες κούκλες διαστάσεων που μειώνονται και τοποθετούνται η μια μέσα στην άλλη. Μια σειρά από θάνατοι που τοποθετούνται στη ζωή της Νάντια.

Με κάθε θάνατο και επιστροφή στην ίδια ημέρα η πραγματικότητα σταδιακά αλλοιώνεται, ξεφλουδίζεται. Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουν και οι πρωταγωνιστές προκειμένου να κατανοήσουν τα αίτια για τα οποία είναι εγκλωβισμένοι και να ανακαλύψουν τον τρόπο να διαφύγουν. Καθώς εξελίσσεται η σειρά καλούνται να μάθουν ο ένας από τον άλλο και να επανεξετάσουν όσα θεωρούσαν δεδομένα για τη ζωή τους, να αγγίξουν και  να θεραπεύσουν πληγές του παρελθόντος που ήταν πάντα εκεί όσο κι αν τις αγνοούσαν πεισματικά.

Αυτό είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο που υπογραμμίζει η σειρά, πως όσο παράξενοι και μόνοι κι αν αισθάνονται οι πρωταγωνιστές εξαιτίας αυτού που τους συμβαίνει, καταφέρνουν τελικά και βρίσκουν ο ένας τον άλλον και η μοναξιά τους μαλακώνει. Συνδέονται από τα κοινά τους βιώματα του παρελθόντος, οδυνηρές εμπειρίες που σημάδεψαν την παιδική ηλικία, τραύματα καλά κρυμμένα και ένα πληγωμένο παιδί μέσα τους που διώχνουν ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλά μέσα από αυτό το υπερφυσικό συμβάν βρίσκουν επιτέλους έναν φίλο, ένα στήριγμα που πραγματικά χρειάζονται.

Ακόμα και η μουσική πλαισίωση της σειράς έχει νόημα. Ο Νίλσον έγραψε το «Gotta Get Up» στα 30, ενώ ήδη αντιμετώπιζε προβλήματα εθισμού με ναρκωτικά και αλκοόλ. Η Λιόνε έχει το δικό της κεφάλαιο πόνου, έχοντας περάσει χρόνια εθισμών, μεγάλων προβλημάτων υγείας και φτάνοντας μέχρι και μια εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς πριν μια δεκαετία. Η Λιόνε είναι ταυτόχρονα συν-δημιουργός, παραγωγός, σεναριογράφος, και σκηνοθέτης του εξαιρετικού τελευταίου επεισοδίου. Είναι προφανές πως η σειρά είναι πολύ σημαντική γι’ αυτήν, κατί περισσότερο από απλή ψυχαγωγία, κάτι εξαιρετικά προσωπικό, καθώς γράφει ένα κομμάτι της αυτοβιογραφίας της, τη βαθύτερη κατάθεση της ψυχής της.

«Θέλαμε να συνδέσουμε το ηρωικό τραγούδι της Νάντια με κάποιον που θα ήξερες πως είναι ένας άνθρωπος που έχει δυσκολευτεί για πολύ καιρό προσπαθώντας να συμφιλιώσει την αναζήτηση μιας ουσιαστικής ζωής με το ότι βαθύτερα είναι ραγισμένος», λέει η Λιόνε.

Χωρίς ίχνος διδακτισμού και απαισιοδοξίας η σειρά μιλάει για το νόημα της ύπαρξης, για όλα αυτά που είμαστε και για αυτά που νομίζουμε ότι είμαστε, για όσα επιλέγουμε να μη βλέπουμε και για τους φραγμούς που θέτουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Η σειρά έχει ανανεωθεί για 2η σεζόν αλλά επίσημη ημερομηνία δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα. Η Lyonne, δήλωσε ότι έχει προγραμματιστεί και τρίτος κύκλος, ο οποίος όμως θα είναι και ο τελευταίος.

Πηγές:

Russian Doll: Η εκκεντρική σειρά του Netflix που πεθαίνεις να δεις

https://www.huffingtonpost.gr/entry/russian-doll-yiati-aete-e-seira-einai-to-neo-diamanti-toe-netflix_gr_5c5c2133e4b00187b558cace

https://flix.gr/news/russian-doll-review.html

https://www.psychologynow.gr/psyxologia-texni/tainies/8069-russian-doll-seira-tou-netflix.html

Russian Doll: H σειρά θα έχει και τρίτη σεζόν

Mindhunter: Στο μυαλό ενός serial killer

Σειρές αστυνομικού περιεχομένου που σου δείχνουν πως γίνεται το πορτραίτο ενός εγκληματία, έχουν υπάρξει πολλές. Και θα υπάρξουν ακόμα περισσότερες. Η εγκληματολογία άλλωστε είναι το πιο γοητευτικά σκοτεινό μονοπάτι. Το Mindhunter είναι από τις πιο σπουδαίες εκδοχές που υπάρχουν αυτήν την στιγμή, ειδικά μετά το άδοξο τέλος του πρωτοπόρου Criminal Minds.

Το «Mindhunter» μας μεταφέρει στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές του ’80, όπου δύο πράκτορες του FBI διευρύνουν την επιστήμη της εγκληματολογίας εμβαθύνοντας στην ψυχολογία του φόνου και πλησιάζοντας αληθινά «τέρατα». Το τέλος της αθωότητας της αμερικανικής κοινωνίας, οι σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης που συνδέονται άρρηκτα με αρχέγονα ένστικτα και πάνω από όλα η βία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο DNA μας, βρίσκονται όλα εδώ, σε αυτά τα δέκα επεισόδια της πρώτης σεζον. 

Ο Χόλντεν Φορντ και ο Μπιλ Τεντς, οι δύο ειδικοί πράκτορες του FBI και τα ιδρυτικά μέλη του νεοσύστατου Τμήματος Ανάλυσης Συμπεριφοράς. Ο Χόλντεν είναι ένας ιδιαίτερα χαρισματικός πράκτορας που θέλει να ξεφύγει από το κομμάτι της διαμεσολάβησης και να βάλει το όνομα του σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για το έργο των συναδέλφων του και κατ΄επέκταση για την κοινωνία. Μαζί με τον Μπιλ ξεκινούν συνεδριάσεις με διαβόητους δολοφόνους, που δεν χρησιμοποίησαν απλές μεθόδους στα θύματα τους. Ήταν βίαιοι, ήταν κυριαρχικοί, ήθελαν να επιβάλλουν την εξουσία τους και έκαναν προβολές χαρακτηριστικών της μητέρας τους ή ενός προσώπου που τους καταπίεζε, σε άλλους. Το ερώτημα “ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται;” τίθεται στο πρώτο κιόλας επεισόδιο και η εύρεση απάντησης μοιάζει βασανιστική για τους πρωταγωνιστές μας. Η γυναίκα της σειράς είναι η ψυχολόγος της μονάδας και ακαδημαϊκός, Wendy Carr, μία πολύ εύστροφη και καταρτισμένη επαγγελματίας, χωρίς την οποία η μονάδα αυτή δεν θα μπορούσε να συντονιστεί. Προσδίδει επιστημονικό κύρος, αναλύει και στοιχειωθετεί την έρευνα που θα αποτελέσει την απαρχεί της σύγχρονης εγκληματολογίας και του ψυχολογικού profiling των serial killers.

Στην δεύτερη σεζόν οι δύο συνεργάτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πολύπλοκη υπόθεση. Ενώ η Γούεντι αναλαμβάνει τα ηνία των συνεντεύξεων, εκείνοι πρέπει να επιλύσουν μία υπόθεση που περιλαμβάνει περισσότερους του ενός serial killers. Οι δολοφονίες είναι καθημερινό φαινόμενο στην δική τους δουλειά και αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ένα μοτίβο. Ένα μοτίβο που δεν ακολουθείται απαραίτητα από έναν θύτη. Η εμπλοκή με τόσα ιδιάζοντα μυαλά, που έχουν εναγκαλιστεί με περιοχές της νόησης τις οποίες οι κοινωνίες έχουν περιθωριοποιήσει, θα τους φέρει ενώπιον των δικών τους αδυναμιών. Αυτό είναι το Mindhunter.

 Τοποθετημένο το 1977 και έπειτα, το τηλεοπτικό μανιφέστο του Ντέιβιντ Φίντσερ παρουσιάζει μια κοινωνία (από την αστυνομία μέχρι την πανεπιστημιακή κοινότητα) που προσπαθεί να χωνέψει και να κατανοήσει τις αλλαγές που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και να κατανοήσει το «έγκλημα χωρίς αιτία». Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα του Τσαρλς Μάνσον ακούγεται αρκετές φορές στη σειρά και η φωτογραφία του κρέμεται από τοίχους και προβάλλεται σε σλάιντς. Ο φόβος, η οργή, η έλξη, ο θαυμασμός, η αηδία, η παράνοια συγκεντρώνεται στα πρόσωπα ορισμένων ανθρώπων που διέπραξαν τα πιο αποτρόπαια και απάνθρωπα εγκλήματα. Και η πιο σημαντική ερώτηση είναι Γιατί; Η δύσκολη αυτή ερώτηση διερευνάται στο Mindhunter, στην πρώτη προσπάθεια εύρεσης μίας απτής, επεξηγηματικής απάντησης με βαθύτερο νόημα απο το “εν βρασμώ ψυχής”.

«Ο κόσμος μοιάζει πια να μη βγάζει κανένα νόημα, και κατά συνέπεια, ούτε κι αυτά τα εγκλήματα που στη θέση του κίνητρου υπάρχει μόνο ένα κενό που χάσκει, μια μαύρη τρύπα»

Βασισμένο στο βιβλίο του 1996 Mind Hunter: Inside the FBI’s Elite Serial Crime Unit των Τζον Ντάγκλας και Μαρκ Ολσάνκερ, τοφιλόδοξο αυτό πρότζεκτ επιχειρεί να αναμορφώσει ένα αφήγημα των σύγχρονων τεχνών. Ένα αφήγημα που εσχάτως ιντριγκάρει σε μεγάλο βαθμό δημιουργούς και παραλήπτες. Το “Mindhunter” δεν θέλει να δώσει έμφαση στο δέος που αισθανόμαστε μπροστά σε serial killers γιατί τους θαυμάζουμε. Επιδιώκει να εξηγήσει τον τρόμο του καθενός από εμάς απέναντί τους. Οτι δεν κατανοούμε, το φοβόμαστε. Πόσο μάλλον δολοφόνους όπως αυτοί.

Μαζί με τον Ντέιβιντ Φίντσερ στην παραγωγή βρίσκεται και η Σαρλίζ Θερόν, ενώ μέρος σε αυτό το κομμάτι έχουν και οι δύο σεναριογράφοι, ο Τζο Πένχολ και ο Σκοτ Μπακ (Dexter). Ο Τζόναθαν Γκροφ (Glee, The Normal Heart) και ο Χολτ ΜακΚάλανι (Fight Club) είναι το αστυνομικό ντουέτο, ενώ η Άννα Τορβ (Fringe) έχει το ρόλο της ψυχολόγου του FBI. Ο Γκροφ απεικονίζει με ακρίβεια τον ορθολογισμό, την εσωστρέφεια και την εκκνετρική προσωπικότητα του Χόλντεν, ενώ ο Μακάλανι ερμηνεύει υποδειγματικά τον λιγότερο τολμηρό, αλλά περισσότερο πραγματιστή παρτενέρ του. Η Άννα Γκρος προσφέρει το ιδανικό, θηλυκό αντίβαρο σε αυτήν την εξίσωση, αποτελώντας την επιστήμων που τους μυεί στα μυστικά της ψυχανάλυσης, που αναγκάζεται να συνεργαστεί με το FBI για να ξεφύγει από τη θεωρητική προσέγγιση των πραγμάτων και έρχεται αντιμέτωπη με την άγρια πραγματικότητα της αμερικανικής κοινωνίας.

Ο Φίντσερ επέστρεψε δριμύτερος παρουσιάζοντας μια σειρά που περιλαμβάνει όλες τις δημιουργικές του εμμονές: βία, ψυχολογία, αντι-ήρωες και μια λεπτομερή αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής. To “Mindhunter” είναι μια σπουδαία σειρά, γιατί συνεχώς θέτει ερωτήματα. Δεν επιδιώκει εύκολες απαντήσεις, δεν υπερβάλει, στηρίζεται στην έρευνα και στα ίδια τα γεγονότα. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το αναμενόμενο, είτε θα σε δικαιώσει, είτε θα σε εκνευρίσει, ή το πιο σύνηθες, να σου αφήσει μία γλυκόπικρη επίγευση.

Οι δύο πρώτες σεζόν βρίσκονται στο Netflix, ενώ η παραγωγή της 3ης σεζόν έχει παγώσει μέχρι ο Ντέιβιντ Φίντσερ να ολοκληρώσει τις υπόλοιπες δημιουργίες για λογαριασμό της streaming υπηρεσίας.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/10_logoi_pou_kanoun_to_mindhunter_mia_apo_tis_kaluteres_seires_pou_exoume_dei_pote_-2527615.html

https://menshouse.gr/sires-tenies/42630/mindhunter-ola-osa-prepi-na-xeris-gia-ti-nea-sira-tou-netflix

https://menshouse.gr/sires-tenies/62161/mindhunter-criminal-profiling-stin-kalyteri-tou-ekdochi

Mindhunter: μία ψυχολογική σειρά του Netflix

https://www.moveitmag.gr/nea/mindhunter-season-2-kill-em-all/61163

https://www.lifo.gr/articles/tv-series/165313

https://esquire.com.gr/culture/tv/6762/ta-alithina-prosopa-tou-mindhunter

Bodyguard: Το πολιτικό θρίλερ που αναστάτωσε τους Βρετανούς

Ττα πολιτικά θρίλερ αποτελούν μία ιδιαίτερη και, όπως έχουμε παρατηρήσει, επιτυχημένη κατηγόρια της τηλεόρασης και των streaming υπηρεσιών. Homeland, House of Cards, Edge of Darkness είναι μερικές από της πιο επιτυχημένες σειρές των τελευταίων ετών που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Όμως όσο αγαπημένα κι αν είναι τα ποικίλα πολιτικά θρίλερ που κυκλοφορούν στην αμερικανική και την βρετανική τηλεόραση όλα τα σενάρια καταρρίπτονται όταν οι παραγωγές αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν τα απαραίτητα κλισέ που έχουν όλες αυτές οι σειρές: τον ήρωα που θα σώσει την ημέρα. Η μίνι – σειρά του ΒΒC Bodyguard φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα με τους καλογραμμένους χαρακτήρες της, τις ανατροπές της και το συναρπαστικό της φινάλε που μπορεί να μην παρεκκλίνει τόσο από την γνώριμη συνταγή αλλά δίνει μία νέα προοπτική στον ορισμό του “ήρωα”.

Ο David Budd έχει επιστρέψει από τον πόλεμο του Αφγανιστάν και πλέον δουλεύει στην υπηρεσία προστασία της λονδρέζικης αστυνομίας, ενώ παράλληλα (και αναμενόμενα) παλεύει το PTSD και με την καταρρέουσα οικογενειακή του ζωή. Όταν, λοιπόν, του ανατίθεται η θέση της προστασίας της φιλόδοξης υπουργού εσωτερικών, Julia Montague, τότε στο παιχνίδι μπαίνει συνολικά η πολιτική υποστήριξης του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Η Julia είναι μία γυναίκα με ιδεώδη που ο ίδιος απεχθάνεται, και έτσι βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον, τα πιστεύω του, αλλά και τα προσωπικά του συναισθήματα γι’αυτήν.Τελικά είναι ιδανικός για την προστασία της ή η μεγαλύτερη απειλή της;

Η Julia Montague ενσαρκώνεται από την εξαιρετική Keely Hawes, που έχει ξεχωρίσει στο The Missing και το Line of Duty. Ο Richard Madden, ο Robb Stark του Game of Thrones, με μια εκπληκτική ερμηνεία απεικονίζει έναν κατεστραμμένο άνθρωπο, που όμως αγαπάει τη δουλειά του και τα παιδιά του. Υποφέρει από μετατραυματικό στρες και γνωρίζει ότι έχει προβλήματα, αλλά αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει εκείνη τη στιγμή.

Ένα πολιτικό δράμα / θρίλερ που παρουσιάζει μία τρομερή απεικόνιση ενός ανθρώπου που παλεύει με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς του δαίμονες αλλά και μια παρασκηνιακή ματιά στο τι συμβαίνει στην πολιτική και μια απεικόνιση της τρομοκρατίας στις μέρες μας, χωρίς κραυγές και μισαλλοδοξία. Η πολιτική του προσέγγιση δεν έχει την πολυπλοκότητα που θα μπερδέψει το κοινό, ούτε φέρνει κάτι καινούργιο, αλλά εστιάζει στο θέμα της τρομοκρατίας και στην σύνδεση του με τα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα μιας χώρας. Οι ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές ενώ δεν λείπουν οι στιγμές έντασης και αγωνίας, ειδικά στο 6ο επεισοδιο που θα κρατάς την ανάσα σου από την αρχή μέχρι και το τέλος.

Ακολουθώντας το κλασικό Βρετανικό μοτίβο των 6 επεισοδίων, η σειρά ακροβατεί μοναδικά στο αστυνομικό theme και τα πολιτικά παιχνίδια, για να θυμίσει πως οι μεγαλύτερες μάχες των ανθρώπων που η κοινωνία θεωρεί ήρωες, είναι αυτές που δίνουν με τον ίδιο τους τον εαυτό.  Δεν υπάρχουν χαζο-ηρωισμοί σε αυτή τη σειρά, αλλά μία απλή καθημερινότητα που κλονίζεται από μικρά ή μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουν τους χαρακτήρες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην αληθινή ζωή. Υπάρχει η απαραίτητη ποσότητα περιπέτειας, ώστε να τονίζεται το δραματικό στοιχείο της σειράς: οι ανθρώπινες ζωές που καταστρέφονται από τις αποφάσεις των υψηλά ιστάμενων, είτε αυτοί ανήκουν στο ένα στρατόπεδο, είτε στο άλλο. 

Η σειρά προβλήθηκε αρχικά από το BBC One και έκανε στην πρεμιέρα της τα μεγαλύτερα νούμερα τηλεθέασης που έχουν καταγραφεί σε όλα τα δίκτυα του Ηνωμένου Βασιλείου από το 2006 – πάνω από 10 εκατομμύρια, με το τελευταίο επεισόδιο να παρακολουθούν 17 εκατομμύρια κόσμος (το 47.9% της τηλεθέασης), αποκαθηλώνοντας το Downtown Abbey. Ολόκληρη η πρώτη σεζόν είναι διαθέσιμη στο Netflix από τον Οκτώβριο του 2019.

Πηγές:

https://www.ratpack.gr/culture/story/8596/bodyguard-seira-netflix-david-budd-bbc-parousiasi?u=22590

https://luben.tv/nerdcult/series/165802

https://www.moveitmag.gr/news/bodyguard-season-1-sovaro-kai-sfihtodemeno/59767

https://www.oneman.gr/entertainment/to-bodyguard-me-ton-richard-madden-einai-h-vretanikh-seira-ths-dekaetias/