“Οι τέσσερις εποχές” του Γιάννη Τσαρούχη

Ο πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη, «Οι Τέσσερις Εποχές» είναι λάδι σε πανί, 160 Χ 300 εκ., εν έτει 1969 και ανήκει στη συλλογή του Κ. Δοξιάδη.

Στο έργο του Γιάννη Τσαρούχη “Οι τέσσερις εποχές” παρουσιάζονται οι τέσσερις εποχές με ανθρώπινες μορφές. Είναι γνωστό πως ο Τσαρούχης χρησιμοποιούσε ως μοντέλα για τα έργα του, ανθρώπους απλούς, καθημερινούς, ενώ υπήρξε εμφανώς επηρεασμένος από τη βυζαντινή τέχνη και τεχνοτροπία.

Η Άνοιξη είναι μια κοπέλα με ροδαλό πρόσωπο και μακριά μαλλιά που φορά ένα μπλε φόρεμα και στο αριστερό της χέρι κρατάει ένα ροζ τριαντάφυλλο. Πάνω στο τραπέζι που βρίσκεται μπροστά της, βρίσκονται φρούτα και λουλούδια ενώ ψηλά στη γωνία είναι κρεμασμένο ένα στεφάνι με τριαντάφυλλα που θυμίζει αυτό της Πρωτομαγιάς.

Το Καλοκαίρι είναι ένας ημίγυμνος γεροδεμένος άντρας με μαύρα μαλλιά, στεφανωμένος με κόκκινα λουλούδια. Στο αριστερό του χέρι κρατά στάχυα και στο δεξί ένα δρεπάνι. Μπροστά του πάνω στο τραπέζι είναι κομμένο ένα καρπούζι, φρούτο καλοκαιρινό και μια φέτα πεπόνι.

Το Φθινόπωρο είναι μια γυναίκα που φορά σκούρο καφέ μαντήλι στο κεφάλι, κόκκινο φόρεμα και κρατάει με τ’ ακροδάχτυλά της μια άσπρη μαντήλα γεμάτη με μαύρα και ξανθά σταφύλια.

Ο Χειμώνας είναι ένας άντρας με μαύρα πυκνά μαλλιά που έχει ένα πανωφόρι ριγμένο στην πλάτη του, ανοιχτό μπροστά στο στήθος και το κρατάει με τα δυο του χέρια. Στο τραπέζι μπροστά του βρίσκονται πορτοκάλια, λίγα καρύδια και ένα ανθοδοχείο με λευκά κρίνα. Πίσω του είναι μια κόκκινη διπλωμένη φλοκάτη κόκκινη και ψηλά στη γωνία ένα άσπρο σύννεφο πυκνό.

Καθώς τα περισσότερα μοντέλα των έργων του δεν ήταν κοντινά του πρόσωπα, αλλά άνθρωποι που γνώριζε στο δρόμο είναι αδύνατο να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια είναι η πραγματική ταυτότητα των εικονιζόμενων προσώπων. Τους περισσότερους μάλιστα γνώριζε μόνο με το μικρό τους όνομα. Το μόνο γνωστό πρόσωπο στο έργο του αυτό, είναι ο Ντομινίκ, το καλοκαίρι. Ήταν μαραγκός από τη Σαρτρ. Ήταν κατά γενική ομολογία ευειδής, όμως ο Τσαρούχης τον ανήγαγε στη σφαίρα του θείου.
«Είχε έρθει και στην Ελλάδα όταν είχε γίνει έκθεση των σχεδίων του Τσαρούχη στην γκαλερί «Ζυγός» το 1978. Όλες οι κοπέλες έτρεχαν από πίσω του καταγοητευμένες έτσι όπως τον έβλεπαν μέσα από τη ζωγραφική του Τσαρούχη. Ο Ντομινίκ ήταν πανευτυχής».

Το παρακάτω απόσπασμα είναι μια μικρή ιστορία σχετική με τις Τέσσερις Εποχές, από το βιβλίο του Αλέξιου Σαββάκη, «Ιωάννης Τσαρούχης» (εκδόσεις Καστανιώτη).

«(…) Μια άλλη Αθηναία συλλέκτρια του ζητούσε φορτικά να ζωγραφίσει τα μέλη της οικογένειάς της ως τις τέσσερις εποχές. Εκείνη ως φθινόπωρο, το σύζυγό της ως χειμώνα και τις κόρες της ως καλοκαίρι και άνοιξη. Μια μέρα, που υπήρχε αρκετή αναστάτωση στο Μαρούσι, επειδή θα ταξιδεύαμε (όταν επρόκειτο να ταξιδέψει, ο Τσαρούχης, κυριευόταν από άγχος) χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι ήταν αυτή. Ρωτούσε αν ο κύριος Τσαρούχης είχε αποφασίσει για τη σύνθεση. “Είναι η κυρία…”, είπα, “και ρωτά τι κάνατε με την ιδέα των εποχών. Ρωτά αν θα τη ζωγραφίσετε ως φθινόπωρο”.“Πες της ότι αυτή μόνο ως θεομηνία μπορώ να την κάνω”.»

Τα πρώτα βήματα

Στο έργο τέχνης της ημέρας σήμερα “Τα πρώτα βήματα”, μια ελαιογραφία του Έλληνα ζωγράφου Γιώργου Ιακωβίδη.

Τα πρώτα βήματα, Γ. Ιακωβίδης, 1893

Ο Γιώργος Ιακωβίδης είναι ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους του κινήματος του Μονάχου στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Λέσβο και φοίτησε στην Ευαγγελικη σχολή Σμύρνης. Οι καλλιτεχνικες του ανησυχίες και το ενδιαφέρον του για τη γλυπτική τον οδήγησαν αρχικά στη Μενεμένη και αργότερα στο σχολείο των τεχνών (Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας, όπου σπούδασε κοντά στο Νικηφόρο Λύτρα και το Λεωνίδα Δρόση. Αποφοίτησε με άριστα και συνέχισε τις σπουδές -και την αριστεία- ως υπότροφος στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Διακρίθηκε πολλές φορές σε εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στη χώρα μας υπήρξε ο πρώτος διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, διετέλεσε διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και ακόμη ήταν ένα από τα πρώτα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών.

Το ύφος του Ιακωβίδη αντικατοπτρίζει την τεχνοτροπία της γερμανικής “Σχολής του Μονάχου”, που ήταν ένας ακαδημαϊκός νατουραλισμός. Το φως και η ζωντάνια, στοιχεία ελληνικότητας στη ζωγραφική του, συνδυάζονται με τη θεατρική και αυστηρή διάθεση του ακαδημαϊκού. Η θεματολογία του μπορεί να χωριστεί σε δυο περιόδους. Στην πρώτη, όσο ο καλλιτέχνης ζούσε στη Γερμανία, κυριαρχουν σκηνές από την καθημερινότητα, ιδίως συνθέσεις με παιδιά, εσωτερικά σπιτιών, νεκρές φύσεις και λουλούδια. Στη δεύτερη, όταν ο Ιακωβίδης είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, επικρατεί η προσωπογραφία. Εξάλλου ο ζωγράφους θεωρείται ισως και ο κορυφαίος στο είδος αυτό στη χώρα μας.

Ο πίνακας “Τα πρώτα βήματα” απεικονίζει μια τρυφερή οικογενειακή στιγμή: τα πρώτα βήματα ενός παιδιού. Στην πραγματικότητα ο Ιακωβίδης δημιούργησε δυο τέτοιους πίνακες. Ο πρώτος, έργο του 1889, παριστάνει τον παππού της οικογένειας να καθοδηγεί τη μικρή εγγονή του καθώς εκείνη περπατά για πρώτη φορά, ενώ στον δεύτερο, τον πιο γνωστό, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η γιαγιά του παιδιού.

Τα πρώτα βήματα, 1889, πρώτη εκδοχή του πίνακα

Το σκηνικό διαδραματίζεται στο εσωτερικό ενός βαυαρικού σπιτιού, ίσως αστικού. Η γιαγιά, έχει αφήσει στην άκρη το πλεκτό της και κρατά επιδέξια την εγγονή της, ένα ξανθό βρέφος, βοηθώντας τη να διατηρήσει την ισορροπία της και να περπατήσει πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Απέναντι τους (με την πλάτη στον παρατηρητή) κάθεται η μεγαλύτερη αδελφή του μωρού, η οποία ανοίγει προστατευτικά τα χέρια της, τεντωμένα ως τις άκρες των δακτύλων, σε μια χειρονομία που φαίνεται να ενθαρρύνει τη μικρή αδελφή να πλησιάσει. Το βρέφος φαίνεται χαρούμενο, έτοιμο να αφήσει την ασφάλεια της αγκαλιάς και να περπατήσει μόνο του. Η γιαγιά του το κοιτάζει με τρυφερότητα, αγάπη και σιγουριά. Την ξεγνοιασιά, την απλότητα μιας τόσο όμορφης και ευτυχισμένης οικογενειακής στιγμής πλαισιώνει η χρήση του φωτός από το ζωγράφο, που κάνει τη μικρή εγγονή να ακτινοβολεί σχεδόν και φωτίζει τα πρόσωπα του βρέφους και της γιαγιάς, αναδεικνύοντας τις εκφράσεις τους.

Το ζωγραφικό ταλέντο του Ιακωβίδη αναγνωρίστηκε από νωρίς στην καριέρα του. Ο πίνακας “Τα πρώτα βήματα” μεταφέρει ένα συναίσθημα διαχρονικό, την οικογενειακή αγάπη, με άρτια τεχνική και τρόπο ρεαλιστικό, ώστε “η εικόνα να μιλάει από μόνη της”.

Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος

Σαν σήμερα το 1900 πεθαίνει η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος, η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, η γυναίκα που μεταμφιέστηκε σε άντρα προκειμένου να κάνει σπουδές στη ζωγραφική και η οποία ενέπνευσε το μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη, “Ελένη ή ο κανένας” (1998).

Αυτοπορτραίτο της Μπούκουρα-Αλταμούρα

Η Ελένη Μπούκουρα, η μητέρα του Ιωάννη Αλταμούρα, ήταν η πρώτη γνωστή Ελληνίδα ζωγράφος με επίσημες ακαδημαϊκές σπουδές στη ζωγραφική, η οποία ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη ζωγραφική. Γεννήθηκε το 1821 στις Σπέτσες, σ’ ένα από τα νησιά που είχε σημαντική συμβολή στο ελληνικό επαναστατικό κίνημα. Ο πατέρας της ήταν ο αρβανίτης Ιωάννης Μπούκουρης ή Μπούκουρας, εύπορος πλοιοκτήτης και μέλος της Φιλικής Εταιρείας που συμμετείχε στην ελληνική επανάσταση και θυσίασε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στον ελληνικό αγώνα. Πρωτοπόρος για την εποχή του, είχε φθάσει για εμπορικούς λόγους ως την Αμερική και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετέφερε την οικογένειά του από τις Σπέτσες στην Αθήνα και έγινε το 1844 ο θεατρώνης του πρώτου θεάτρου της ελληνικής πρωτεύουσας, του γνωστού ως “Θέατρο Μπούκουρα” ή “Θέατρο των Αθηνών”. Η Ελένη πήγε αρχικά στο Σχολείο Θηλέων μιας Γαλλίδας δασκάλας στο Ναύπλιο και στη συνέχεια, όταν η οικογένειά της μετακινήθηκε στην Αθήνα, παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Χιλλ. Ο φιλομαθής, αν και ήταν τυπικά αμόρφωτος, πατέρας της προσέλαβε καθηγητές για να παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του. Έτσι, η Ελένη παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, αρχαίων ελληνικών και ζωγραφικής στο σπίτι. Γνώριζε γαλλικά, ιταλικά, αγγλικά, αρχαία ελληνικά και αγαπούσε τη μητρική προφορική της γλώσσα, τα αρβανίτικα. Ο Ιταλός ζωγράφος Ραφαέλο Τσέκολι, ο οποίος ζούσε στην Αθήνα, δίδαξε στην Ελένη μαθήματα ζωγραφικής. Φαίνεται ότι με δικές του συστάσεις και με την υποστήριξη του προοδευτικού πατέρα της έφυγε από την Ελλάδα για σπουδές ζωγραφικής στην Ιταλία. Ο πατέρας της τη συνόδευσε και στο πρώτο της ταξίδι το 1848 στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Νάπολη.
Τελικά, η Ελένη σπούδασε για δύο χρόνια ζωγραφική στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων στη Ρώμη που είχε ιδρυθεί από τον καθολικό ζωγράφο Φρ. Όβερμπεκ στο μοναστήρι του Αγ. Ισιδώρου της Ρώμης. Η αυστηρή ζωγραφική των Ναζαρηνών στηριζόταν στην προραφαηλιτική ζωγραφική, δηλαδή στην πρώιμη αναγέννηση. Οι σπουδαστές ζούσαν εσωτερικοί μέσα στη Σχολή-Μοναστήρι. Για να σπουδάσει σ’ αυτή τη Σχολή, λοιπόν, η Ελένη αναγκάστηκε να κόψει κοντά τα μαλλιά της και να φορέσει ανδρικά ρούχα. Διασώζεται μια φωτογραφία της, γύρω στα 1850, ντυμένη ως “άνδρας ζωγράφος”.

Η συναρπαστική ιστορία ζωής της Ελένης Μπούκουρα ενέπνευσε το μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη με τίτλο “Ελένη ή ο Κανένας”. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (εκδ. Άγρα) του 1998 είναι η φωτογραφία της Ελένης με κοντά μαλλιά και ντυμένης ως άνδρας.

Μπούκουρα-Αλταμούρα, Απελπισία, ελαιογραφία, χωρίς χρονολογία

Μετά τις σπουδές της στη Ρώμη, η Ελένη συνέχισε τις καλλιτεχνικές της αναζητήσεις στη Φλωρεντία όπου συνδέθηκε ερωτικά με τον γνωστό Ιταλό ζωγράφο και Γαριβαλδινό επαναστάτη Σαβέριο Αλταμούρα που φαίνεται ότι είχε για πρώτη φορά συναντήσει κατά το ταξίδι μαζί με τον πατέρα της στη Νάπολη. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο. Όταν το 1857 ο άντρας της την εγκαταλείπει για μία Αγγλίδα ζωγράφο, η Ελένη παίρνει τα δύο παιδιά τους, τον Ιωάννη και τη Σοφία, και επιστρέφει στην οικογένειά της στην Αθήνα. Ο μικρότερος γιος Αλέξανδρος μένει με τον πατέρα του Σαβέριο. Στην Αθήνα η Ελένη αναγκάζεται να εργασθεί ως ζωγράφος για να μπορέσει να ζήσει η ίδια και τα παιδιά της, ενώ λαμβάνει και ένα μικρό χρηματικό βοήθημα από τον αδελφό της (ο πατέρας της είχε πεθάνει). Θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της στις Σπέτσες, στο εξοχικό σπίτι της οικογένειάς της, απομονωμένη και βυθισμένη σε μεγάλη θλίψη και οδύνη λόγω του πρόωρου θανάτου των δυο παιδιών της, της Σοφίας και του Ιωάννη Αλταμούρα, ο οποίος είχε κληρονομήσει το ταλέντο ζωγραφικής του πατέρα και της μητέρας του. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι και ο Αλέξανδρος, ο μικρότερος γιος της Ελένης, έγινε ζωγράφος στην Ιταλία.

Λέγεται ότι καθώς περνούν τα χρόνια, η Ελένη βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κατάθλιψη και βασανίζεται από ψυχικές μεταπτώσεις. Σε μία μάλιστα στιγμή παράκρουσης είναι πιθανό να έβαλε φωτιά και να κατέστρεψε όσα έργα της είχαν απομείνει. Πεθαίνει σε απόλυτη μοναξιά το 1900 στις Σπέτσες. Η ανιψιά της Νίνα, κόρη του αδελφού της Αναστάση Μπούκουρα, κατέγραψε και διέσωσε όσα προσωπικά αντικείμενα, χαρτιά και ενθύμια, καθώς και τα λίγα δικά της έργα και του Ιωάννη που βρέθηκαν στην κατοχή της οικογένειας.

Το φιλί του Άγιετς: ένα παθιασμένο φιλί ή μια πολιτική δήλωση;

Το Φιλί είναι ένας ζωγραφικός πίνακας του 1859 από τον Ιταλό καλλιτέχνη Φραντσέσκο Άγιετς. Αποτελεί ίσως το πιο γνωστό έργο του. Αυτός ο πίνακας εκφράζει τα κύρια χαρακτηριστικά του ιταλικού Ρομαντισμού και αντιπροσωπεύει το πνεύμα του Risorgimento. Παραγγέλθηκε από τον Alfonso Maria Visconti di Saliceto, ο οποίος τον κληροδότησε στην Πινακοθήκη Μπρέρα.

Ο Φραντσέσκο Άγιετς

Στον πίνακα απεικονίζεται ένα ζευγάρι από το Μεσαίωνα, που αγκαλιάζεται τρυφερά ενώ φιλούν ο ένας τον άλλο. Είναι από τις πιο παθιασμένες και έντονες αναπαραστάσεις ενός φιλιού στην ιστορία της Δυτικής τέχνης. Η κοπέλα γέρνει προς τα πίσω, ενώ ο άνδρας λυγίζει το αριστερό του πόδι, έτσι ώστε να την στηρίζει, τοποθετώντας ταυτόχρονα το ένα πόδι στο σκαλοπάτι δίπλα του σαν να ετοιμάζεται να φύγει ανά πάσα στιγμή. Το ζευγάρι, αν και στο κέντρο του πίνακα, δεν είναι αναγνωρίσιμο, καθώς ο Άγιετς ήθελε το κέντρο της σύνθεσης να είναι η ενέργεια του φιλιού. Στο αριστερό μέρος του καμβά σκιώδεις μορφές παραμονεύουν στη γωνία για να δώσουν την εντύπωση της συνωμοσίας και του κινδύνου.

Αυτός ο πίνακας έχει θεωρηθεί ως σύμβολο του ιταλικού Ρομαντισμού. Σε ένα πιο επιφανειακό επίπεδο, ο πίνακας είναι η αναπαράσταση ενός παθιασμένου φιλιού, το οποίο τον θέτει σύμφωνο με τις αρχές του Ρομαντισμού. Ως εκ τούτου, τονίζει βαθιά συναισθήματα παρά την ορθολογική σκέψη, και παρουσιάζει μια νέα ερμηνεία και αξιολόγηση του Μεσαίωνα, σε ένα πατριωτικό και νοσταλγικό τόνο. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ο πίνακας έχει ως στόχο να απεικονίσει το πνεύμα του Risorgimento (δηλαδή «Η αναβίωση». Η ιταλική ενοποίηση ήταν το πολιτικό και κοινωνικό κίνημα κατά το οποίο συσσωματώθηκαν διαφορετικά κράτη της ιταλικής χερσονήσου στο ενιαίο κράτος της Ιταλίας στην διάρκεια του 19ου αιώνα) . Το ανοιχτό μπλε φόρεμα της κοπέλας συμβολίζει τη Γαλλία, που το 1859 (το έτος που ζωγραφίστηκε ο πίνακας) έκανε μια συμμαχία με το Βασίλειο του Πεδεμοντίου και της Σαρδηνίας, που θα του επέτρεπε να ενοποιήσει τα πολλά μέρη της ιταλικής χερσονήσου, στο νέο βασίλειο της Ιταλίας.

Το Φιλί απεικονίζεται στον πίνακα που κρέμεται στον τοίχο. Gerolamo Induno Sadness 1862 Ο πίνακας είναι αξιοσημείωτος για τα έντονα χρώματα και υφές, και ιδίως το μπλε φόρεμα, το οποίο φαίνεται να είναι ένα όμορφο μεταξωτό που λαμπυρίζει μπροστά στα μάτια του θεατή.

Το Φιλί έχει απολαύσει την εκτεταμένη δημοτικότητα από την έκθεσή του και έπειτα, ιδιαίτερα στην Ιταλία, και έχει γίνει αντικείμενο πολλών σχολίων. Το 1920 ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Perugina, ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές σοκολάτας στην Ιταλία, αναθεώρησε την εικόνα του πίνακα και δημιούργησε το τυπικό μπλε κουτί με τα δημοφιλή σοκολατάκια Baci με την εικόνα των δύο εραστών. Το 1954 ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι εμπνεύστηκε από τον πίνακα για μια από τις κορυφαίες σκηνές της αριστουργηματικής ταινίας του Έτσι Τελείωσε Μια Μεγάλη Αγάπη.

Κωνσταντίνος Βολανάκης: “ο πατέρας της ελληνικής θαλασσογραφίας”

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1837 ο Κωνσταντίνος Βολανάκης ή Βολονάκης (Ηράκλειο Κρήτης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα. Θεωρείται από πολλούς ο «πατέρας της ελληνικής θαλασσογραφίας».

Η ζωή του

Οι γονείς του Βολανάκη κατάγονταν από την Βολάνη, ένα μικρό χωριό της περιοχής του Ρεθύμνου. Σπούδασε στο Γυμνάσιο της Σύρου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1856. Την ίδια χρονιά, με παρότρυνση των μεγαλύτερων αδελφών του, πήγε στην Τεργέστη για να δουλέψει ως λογιστής κοντά στον μεγάλο οίκο εμπορίας ζαχάρεως Αφεντούλη. Ο Αφεντούλης εκτίμησε τις καλλιτεχνικές ικανότητες του νεαρού Βολανάκη από τα πάμπολλα σκαριφήματα με βάρκες, πλοία και λιμάνια που ο τελευταίος έφτιαχνε μέσα στις σελίδες των λογιστικών βιβλίων. Έτσι, αντί να απολύσει τον άτακτο λογιστή, ο Αφεντούλης ανέλαβε να τον στείλει στην Βαυαρία για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Καρλ φον Πιλότυ το 1860. Μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία του Μονάχου, ο Βολανάκης εργάστηκε στο Μόναχο, την Βιέννη και την Τεργέστη. Το 1883 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Σε αυτό συνετέλεσε και η πίεση της γυναίκας του, «η οποία δεν άντεχε τον κρύο χειμώνα του Μονάχου». Όμως, ο κουμπάρος του Νικόλαος Γύζης τον απέτρεψε από το να γυρίσει στήν Αθήνα, λέγοντάς του ότι «ἐκεῖ [στὴν Ἀθήνα] οἱ πίνακες ζωγραφικῆς πωλοῦνται ἐξευτελιστικῶς εἰς τὸν Κῆπο τῶν Τιτάνων». Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 1903 δίδαξε στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας, αρχικά το μάθημα της Στοιχειώδους Γραφής και αργότερα το μάθημα της Αγαλματογραφίας. Λόγω τόσο της πολυμελούς οικογένειάς του όσο και των χαμηλών τιμών πωλήσεως των πινάκων του, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του φτωχός. Είναι χαρακτηριστικό, ότι λόγω της πενίας αντέστρεψε το σύνηθες, και αντί να αγοράζουν τους πίνακές του και μετά οι πελάτες να πηγαίνουν στον κορνιζά, αυτός συνεργάσθηκε με τον κορνιζά Λούτσο στον Πειραιά, και ζωγράφιζε πίνακες που να ταιριάζουν σε μέγεθος με τις ξυλόγλυπτες κορνίζες του. Ταλαιπωρημένος πέθανε στον Πειραιά το 1907. «Στην κηδεία του παρευρέθησαν μόνο 5-6 άτομα».

Το έργο

Η θάλασσα, τα πλοία και τα λιμάνια ήταν η μόνιμη πηγή έμπνευσης του Βολανάκη. Μαζί με τον Θεόδωρο Βρυζάκη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Νικόλαο Γύζη και τον Γεώργιο Ιακωβίδη, θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Ωστόσο τα ιδιαιτέρως φωτεινά έργα του — όπως π.χ. το γνωστό Πανηγύρι του Μονάχου — δείχνουν κάποιες ιμπρεσιονιστικές τάσεις. Οι θαλασσογραφίες του κοσμούν τις επισημότερες αίθουσες της Αυστρίας και της Ελλάδας, ακόμη και του σταθμού του μετρό στον Πειραιά, ενώ κάποιοι άλλοι πίνακές του πωλήθηκαν σε διεθνείς δημοπρασίες σε πάρα πολύ υψηλές τιμές. Σύμφωνα με την επίσημη γραμμή της Ακαδημίας Μονάχου, τότε που σπούδαζε ο Βολανάκης, οι καθηγητές συνιστούσαν «αποφυγή της τοπιογραφίας, γιατί αποτελεί την παρακμή της ζωγραφικής» και ενασχόληση με την προσωπογραφία. Φαίνεται ότι ο Βολανάκης δεν είχε ταλέντο στην προσωπογραφία, όπως ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ή ο Νικόλαος Γύζης. Έτσι προσπέρασε αυτή την απαγόρευση ενασχολούμενος με το αγαπημένο του θέμα, τη θαλασσογραφία. Το ταλέντο του αναγνωρίσθηκε νωρίς, αλλά στάθηκε τυχερός ύστερα από ένα ιστορικό γεγονός. Το 1866 έλαβε χώρα στην Αδριατική θάλασσα, κοντά στις Δαλματικές ακτές, η Ναυμαχία της Λίσσας μεταξύ των στόλων της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ιταλίας. Νίκησε η Αυστρία. Ο Αυτοκράτορας τότε προκήρυξε ένα διαγωνισμό ζωγραφικής για την απεικόνιση αυτού του σημαντικού γεγονότος. Ο Βολανάκης κέρδισε το διαγωνισμό αυτό και έλαβε ως έπαθλο 1000 χρυσά φιορίνια και δωρεάν ταξίδια-κρουαζιέρες με το Πολεμικό Ναυτικό της Αυστρίας για 3 χρόνια. Εκμεταλλευόμενος αυτά τα ταξίδια ζωγράφισε μια δεκάδα περίπου άλλους πίνακες σχετικούς με πλοία και θάλασσα, όπως Το Πλοίο Kaiser κ.ά. Σήμερα, ο πίνακας του Κ. Βολανάκη Η Ναυμαχία της Λίσσας βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης.

Εξέχουσα θέση ανάμεσα στα έργα του Βολανάκη έχει η «Ναυμαχία της Σαλαμίνας» που ανήκει στο Αρχηγείο Ναυτικού και κατά παράδοση κοσμεί το πρωθυπουργικό γραφείο (ο Βολανάκης είχε παρουσιάσει το έργο αυτό στα Ανάκτορα το 1883). «Ο σπουδαίος αυτός πίνακας τεκμηριώθηκε από τον καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μανόλη Βλάχο, που απέδειξε το 1974 με τη διδακτορική του διατριβή ότι πρόκειται για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και όχι για τη Ναυμαχία του Ακτίου, όπως λανθασμένα είχε θεωρηθεί», γράφει στον κατάλογο ο Τάκης Μαυρωτάς. Ο Μανόλης Βλάχος, κατεξοχήν μελετητής του Κωνσταντίνου Βολανάκη και ερευνητής του υποβάθρου αλλά και των συνιστωσών της ελληνικής τέχνης του 19ου αιώνα, υπογράφει ένα νέο, μεγάλο κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης, πλέον του ογκώδους τόμου για τον Βολανάκη που πρόσφατα εξέδωσε με τις εκδόσεις Peak.

Ζεύγος στο κρεβάτι, το μυστηριώδες αριστούργημα του Τουλούζ Λωτρέκ


Γεννήθηκε στο Αμπλί, προάστιο του Παρισιού, γιος του Κόμη Αλφόνσου και της Κόμισσας Αντέλ ντε Τουλούζ-Λωτρέκ (Adèle de Toulouse-Lautrec), γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία ωστόσο την περίοδο της γέννησης του, είχε ήδη χάσει μέρος του παλαιότερου κύρους της. Οι γονείς του ήταν πρώτα ξαδέλφια , πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. Το γεγονός αυτό ωστόσο οδηγούσε σε γενετικές ανωμαλίες, όπως και στην περίπτωση του Λωτρέκ, του οποίου τα πόδια σταμάτησαν να αναπτύσσονται φυσιολογικά, μετά από ρήξεις που υπέστη στο αριστερό και δεξί του πόδι, σε ηλικία 12 και 14 ετών αντίστοιχα. Το ύψος του Λωτρέκ έφθανε μόλις το 1,5 μέτρο ενώ σε αντίθεση με τα πόδια του, το υπόλοιπο σώμα του είχε φυσιολογική ανάπτυξη.
Εξαιτίας αυτής της ανωμαλίας στη σωματική του διάπλαση, αδυνατούσε να ακολουθήσει μία συμβατική κοινωνική ζωή, γεγονός που πιθανά λειτούργησε καταλυτικά στο να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Αποτέλεσε σημαντικό καλλιτέχνη του μετα-ιμπρεσιονισμού ενώ θεωρείται από πολλούς και ο επίσημος εικονογράφος της νυχτερινής ζωής εκείνης της εποχής – της λεγόμενης Μπελ Επόκ (belle epoque) – στα καμπαρέ του Παρισιού. Οι πίνακές του χαρακτηρίζονταν από έντονα χρώματα και ανθρώπινες παρουσίες. Θεωρείται επιπλέον ένας από τους πρωτοπόρους στην τέχνη της αφίσας, γνωστός κυρίως για τις αφίσες που φιλοτέχνησε για το καμπαρέΜουλέν Ρουζ (Moulin Rouge). Ασχολήθηκε ακόμα με την τεχνική της λιθογραφίας, επηρεασμένος από την ιαπωνική τέχνη και τα ιαπωνικά χαρακτικά.
Έζησε κυρίως στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντιμετώπισε πρόβλημα αλκοολισμού και πέθανε σε ηλικία 37 ετών, έχοντας προσβληθεί από σύφιλη.

Ο Τουλούζ Λωτρέκ είναι εκείνος ο καλλιτέχνης που έζησε τη ζωή του με το πάθος, ξεπέρασε το όποιο εμπόδιο που θα μπορούσε να του στερήσει τη διάθεση για έργο και δημιουργία, καταφέρνοντας να μείνει στην Ιστορία ως ένας από τους καλύτερους και πιο ταλαντούχους ζωγράφους όλων των εποχών. Είναι ο δημιουργός της αφίσας του διασημότερου καμπαρέ όλων των εποχών, του Moulin Rouge, εκείνος που χωρίς ταμπού και αναστολές, ζωγράφισε τον έρωτα, το πάθος, τη συντροφικότητα.

Η εποχή που έζησε, εκείνο το Παρίσι που το χαρακτήριζε η ελευθερία και η έλλειψη ταμπού ή συστολής, ώθησε τον ίδιο να αποτυπώσει, χωρίς να κρύψει κάτι, από την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος και των διάφορων ενεργειών του. Εκεί μέσα στους οίκους ανοχής, γνώρισε γυναίκες και γνώρισε τον τρόπο ζωής τους, έμαθε περισσότερα για τις γυναίκες εκείνες που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο. Η ομορφιά του γυναικείου σώματος, ο αυθόρμητος ερωτισμός, η έκδηλη σεξουαλικότητα και η απενοχοποίηση της ευχαρίστησης, η έντονη νυχτερινή ζωή, όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο έργο του.

Η σφριγηλότητα του γυναικείου σώματος, το ερωτικός πάθος και η επιθυμία, σίγουρα έχουν γίνει αντιληπτά από τους γνώστες της τέχνης του. Αναμφίβολα, παραμένει ένας καλλιτέχνης που μπόρεσε να ισορροπήσει σωστά ανάμεσα στον μετά-ιμπρεσιονισμό και την ιαπωνική τέχνη, από την οποία υπήρξε βαθύτατα επηρεασμένος.

Αυτός ο πίνακας απεικονίζει δύο ανθρώπους που βρίσκονται στο κρεβάτι δίπλα ο ένας στον άλλο ενώ κοιτάζονται. Ο ένας είναι στα αριστερά ενώ ο άλλος στα δεξιά. Κουβέρτες μέχρι το μάγουλο και τη μύτη καλύπτουν το πρόσωπο του ενός . Το πρόσωπο του δεύτερου καλύπτεται μέχρι το πηγούνι του. Και οι δύο βρίσκονται σε μαξιλάρια που βλέπουν το ένα προς το άλλο. Τα φύλλα και τα μαξιλάρια είναι λευκά ενώ το κεφαλάρι πίσω από αυτά είναι καφέ. Υπάρχει επίσης μια κόκκινη κουβέρτα πάνω από τα φύλλα που φαίνεται στο κάτω μέρος της ζωγραφικής.

Προς το τέλος του 1892 ο Λωτρέκ ανατέθηκε να διακοσμήσει τα τοιχώματα του σπιτιού του ομοσπονδιακού οίκου Rue d’Amboise και αποφάσισε να σχεδιάσει 16 πίνακες στο ύφος του Louis XV, από τους οποίους ο καθένας να κεντράρεται σε ένα ωοειδές πορτρέτο ενός από τα κορίτσια. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ο Λωτρέκ είχε την ευκαιρία να μελετήσει τον τρόπο ζωής τους σε στενούς χώρους.

Ήταν γοητευμένος από την ανακάλυψη ότι πολλοί από τα κορίτσια αυτά ήταν βαθιά ερωτευμένα το ένα με το άλλο, και συχνά έκανε τα ζευγάρια αυτά τα θέματα των έργων του. Κατάφερε λοιπόν να απεικονίσει το γνήσιο βάθος αυτών των λεσβιακών σχέσεων χωρίς να εκθέσει την ευαισθησία και την αδυναμία των κοριτσιών.

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ένα σχεδόν πανομοιότυπο καμβά με τίτλο Το φιλί, στο οποίο οι δύο χαρακτήρες προφανώς φιλιούνται. Πέρα από την πρώτη εντύπωση, αυτά τα έργα ζωγραφικής δεν αντικατοπτρίζουν μια λεσβιακή σχέση μεταξύ των γυναικών. Τα κορίτσια που εργάζονταν στα καμπαρέ συνήθως κοιμούνται στο τέλος της νύχτας, επειδή δεν υπήρχε χώρος για μεμονωμένα κρεβάτια. Ήταν συνηθισμένο ότι ο δεσμός που ανέπτυξαν ήταν πιο αδελφικός από το σεξουαλικό, αν και αυτό δεν μπορεί να γενικευτεί. Το κρεβάτι αυτό όμως δεν φαίνεται να αφορά ερωτική επιθυμία. Δείχνει απλώς μια τρυφερή σκηνή όπου οι γυναίκες καταφύγουν μαζί προστατεύοντας τους εαυτούς τους από έναν εχθρικό ή τουλάχιστον αδιάφορο κόσμο.

“Η προσμονή και το φίλημα”, δύο πίνακες του Ν. Λύτρα που αγαπήθηκαν

Ο Νικηφόρος Λύτρας, γεννήθηκε στο Πύργο της Τήνου το 1832 και πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου το 1904, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους και δασκάλους της ζωγραφικής κατά τον 19ο αιώνα.

Στο πλούσιο και απέραντο έργο του Νικηφόρου Λύτρα, από τα πρώτα παιδικά σχεδιαγράμματά του μέχρι τον τελευταίο του πίνακα, βλέπει κανείς μια διαρκή εξέλιξη. Συνεχώς ανεβαίνει, προσπαθώντας να φτάσει στην ιδανική τελειότητα. Κατά την περίοδο που ήταν μαθητής του Πιλότυ στο Μόναχο, ο Λύτρας ασχολήθηκε με την λεγόμενη «ιστορική ζωγραφική» με θέματα παρμένα από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική ιστορία. Στην περίοδο του Μονάχου συγκαταλέγονται οι πίνακές του: Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, Η Πηνελόπη διαλύει τον ιστό της, Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη.

Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου και πρωτοπόρος στην διαμόρφωση της διδασκαλίας των Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. Η πολυσήμαντη τέχνη του καλύπτει τα τρία τέταρτα του πρώτου αιώνα της ελληνικής Αναγέννησης.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, άρχισε να ασχολείται με προσωπογραφίες. Ο καταξιωμένος Λύτρας ήταν από τα πιο δημοφιλή πρόσωπα στους αθηναϊκούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Ως επίσημος προσωπογράφος της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας φιλοτέχνησε ολόσωμα μνημειακά πορτρέτα μελών των οικογενειών Σερπιέρη, Καυτατζόγλου, διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας και άλλων επιφανών Αθηναίων που συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά δείγματα της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αι. Στην πραγματικότητα, όμως, οι βιοτικές ανάγκες ήταν που υποχρέωσαν τον Νικηφόρο Λύτρα να ζωγραφίζει προσωπογραφίες εξεχόντων προσώπων. Έτσι, μολονότι είναι αριστουργηματικές, δεν ήταν αυτές στις οποίες ο Λύτρας έκλεινε μέσα τη ψυχή του.

Η καλλιτεχνική δύναμη του Νικηφόρου Λύτρα βρίσκεται μέσα στους ηθογραφικούς του πίνακες, στις εκπληκτικές εκείνες συνθέσεις, με θέματα της ζωής στο χωριό και την πόλη, που ακτινοβολούν ολόκληρη τη θέρμη και τη φωτεινή του αγάπη για την ελληνική ζωή και το αγνό ελληνικό σπίτι. Τα γραφικά έθιμα και τα στιγμιότυπα ενέπνευσαν μερικά από τα πλέον γνωστά ηθογραφικά έργα του: Ψαριανό μοιρολόι, Παιδί που στρίβει τσιγάρο, Η αναμονή, Ο κακός έγγονος, Η κλεμμένη, το Μετά την πειρατείαν, Η αρραβωνιασμένη, Το λιβάνισμα, Η ορφανή, Τα άνθη του επιταφίου, Ο όρθρος, Ο γαλατάς, Το φίλημα, Το αυγό του Πάσχα, Ο μάγκας και κυρίως Τα κάλαντα αποτελούν τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του Λύτρα.

Οι ηθογραφίες του Λύτρα, είδος στο οποίο θεωρείται εισηγητής, ανταποκρίνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης της εποχής και στο γενικό αίτημα για την απόδειξη της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων.

Τα ταξίδια του στη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο πλούτισαν τους πίνακές του με αραπάκια, φελάχες, χότζες και άλλα στοιχεία του της προσφιλούς στην Δύση μυστηριακής Ανατολής. Τα έργα των τελευταίων του χρόνων διαπνέονται από την μελαγχολία των γηρατειών, από θρησκευτικές ανησυχίες και μηνύματα θανάτου. Προς το τέλος της ζωής του, ασκητικές και μαυροντυμένες υπάρξεις με κέρινα πρόσωπα πήραν την θέση των λυγερόκορμων κοριτσιών.

Η πολύχρονη θητεία του ως καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Αν και προσκολλημένος πάντα στις αρχές του ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου και ανεπηρέαστος από το ρεύμα των ιμπρεσιονιστών, εντούτοις προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να είναι ανοιχτοί στις νέες τάσεις.

Το φίλημα απεικονίζει μια κοπέλα και ένα νεαρό να ανταλλάσσουν ένα φιλί στα κρυφά. Είναι ασφαλώς μία σκηνή ηθογραφίας. Η σκηνή είναι ερωτική και τολμηρή για την εποχή της, αφού απεικονίζει ερωτικό φιλί.
Μία νεαρή κοπέλα τεντώνεται για να φθάσει να φιλήσει το νεαρό αγόρι, το κεφάλι του οποίου προβάλλει μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Η σκηνή πρέπει να διαδραματίζεται στην εσωτερική αυλή ενός αγροτικού σπιτιού. Σκόρδα κρέμονται από ένα δοκάρι του ταβανιού, διακρίνουμε γλάστρες, ρούχα στοιβαγμένα, μία παντόφλα της ξυπόλητης κοπέλας στο δάπεδο. Η γλάστρα με τον ψηλόκορμο μίσχο του λευκού κρίνου βρίσκεται προφανώς σε άμεση αντιστοιχία με τη λυγερόκορμη κοπέλα και συμβολίζει την αγνότητά της. Η εικόνα μας ταξιδεύει σε εκείνο το σπίτι, βιώνουμε το πάθος των νεαρών παιδιών και ταυτόχρονα τα ζεστά χρώματα αποπνέουν μια άφατη ηρεμία, μια γαλήνη που διατρέχει όλο τον πίνακα.

Με αυτό το έργο μοιάζει και η Προσμονή του ιδίου. Πίνακας που σηματοδοτεί βαθιά συναισθήματα και σκέψεις. Ποιος μπορεί να μιλήσει για αυτές; Ο πίνακας αποτυπώνει ό,τι ο κάθε αποδέκτης έχει ανάγκη να βρει σε αυτόν. Στην Τέχνη υπάρχουν μόνο ζύγια που βαραίνουν στην παλάντζα της ψυχής μας. Βλέπουμε σε αυτόν μια κοπέλα να ατενίζει τον κόσμο πέρα από το παράθυρο με εγκαρτέρηση στο βλέμμα αλλά όλο της το σώμα από τα δάχτυλα των άκρων μέχρι την τεντωμένη μέση και τον ανυψωμένο λαιμό.

Πηγή: https://iporta.gr/i-anamoni-tou-nikiforou-lytra/

Αλληγορία της σωφροσύνης, Τιτσιάνο: το έργο και οι συμβολισμοί πίσω από αυτό

O Τιτσιάνο Βετσέλλιο, ευρύτερα γνωστός και ως Τισιανός ή Τιτσιάνο, ήταν Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης. Ανήκει στη σχολή της Βενετίας και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της, του οποίου το έργο αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την παράδοση του 15ου αιώνα στην τεχνοτροπία που υιοθετήθηκε κατά τον 16ο.

Το έργο του “Αλληγορία της σωφροσύνης” που φιλοτεχνήθηκε ανάμεσα στο 1565 και 1570 κρύβει ένα συμβολισμό. Το έργο του αναπαριστά τρεις ανδρικές μορφές, διαφορετικών ηλικιών, που η καθεμιά κοιτά προς άλλη κατεύθυνση και στο κάτω μέρος του πίνακα τρία ζώα, ένα λιοντάρι, ένα λύκο και ένα σκύλο. Σύμφωνα μεπαραδόσεις τα ζώα συμβολίζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ιστορικοί υποστηρίζουν πως το έργο απεικονίζει στα αριστερά τον ίδιο τον Τιτσιάνο, ηλικιωμένο, ο οποίος συμβολίζει το παρελθόν. Στο κέντρο του πίνακα πιθανώς βρίσκεται ο γιος του Τιτσιάνου, ο Οράτσιο ενώ στα δεξιά, σε νεαρή ηλικία, ο ξάδελφος του Μάρκο Βετσέλλιο που όπως και ο Οράτσιο δούλεψαν μαζί με τον Τιτσιάνο.

Στο πάνω μέρος του πίνακα υπάρχειη επιγραφή: EX PRAETERITO/PRAESENS PRUDENTER AGIT/NE FUTURA ACTIONẼ DETURPET (δηλαδή από την εμπειρία του παρελθόντος, το παρόν δρά με σύνεση, ώστε να μην σημαδέψει τις δράσεις του μέλλοντος).

Σύμφωνα με τον Έργουιν Πανόφσκι είναι πιθανό να απεικονίζονται οι κληρονόμοι του Τιτσιάνο. Αδιαμφισβήτητα ο Τιτσάνο με το έργο του αυτό ακολουθεί την πεποίθηση του ότι με την εμπειρία και τον χρόνο κατακτάται η φρόνηση και η σύνεση. Το παρελθόν είναι ένας αέναος δάσκαλος που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις του παρόντος. Το παρόν λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα του παρελθόντος αποσκοπεί σε ένα καλύτερο μέλλον.

Το Παρίσι μέσα από το παράθυρό μου

Το σημερινό έργο τέχνης της ημέρας είναι ένας πίνακας του Μαρκ Σαγκάλ, «Το Παρίσι μέσα από το παράθυρο μου».

Το Παρίσι μέσα από το παράθυρό μου

Ο Σαγκάλ γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία τον Ιούλιο του 1887, από Εβραίους γονείς. Από μικρός ασχολήθηκε με το σχέδιο όπως και με τη μουσική και οι πρώτες του σπουδές στη ζωγραφική ήταν στη σχολή του Γεχούντα Πεν (Επίσης σημερινή Λευκορωσία). Στα 21 του έτη εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του στην ζωγραφική, αφού κατάφερε να πάρει υποτροφία στη γνωστή σχολή Svanseva. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μαρκ Σαγκάλ ταξίδεψε στο Παρίσι. Το ταξίδι αυτό πρέπει να υπήρξε καθοριστικό για την διαμόρφωση του ιδιαίτερου ύφους του ζωγράφου. Η πόλη αυτή έγινε η δεύτερη πατρίδα του, με πολλούς από τους πίνακές του να αντλούν έμπνευση από εκεί.

Το πατρικό σπίτι του Σαγκάλ


Η σταδιοδρομία του Σαγκάλ συνεχίστηκε στην Ρωσία, εξαιτίας της έναρξης του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ωστόσο η υποχρηματοδότηση συνέβαλε στην μετακόμισή του στο Βερολίνο αρχικά και κατόπιν στο Παρίσι λίγο αργότερα. Την περίοδο αυτή η καριέρα του απογειώθηκε. Η έναρξη ωστόσο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ανάγκασε το ζωγράφο να διαφύγει με την οικογένεια του στις ΗΠΑ για να γλιτώσει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επέστρεψε ξανά στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 και η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται. Ως το τέλος της ζωής του είχε πραγματοποιήσει πλήθος διεθνών εκθέσεων και είχε λάβει διακρίσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια εκτός από πίνακες δημιούργησε σπουδαίες τοιχογραφίες, ψηφιδωτά και υαλογραφήματα. Ο Μαρκ Σαγκάλ πέθανε στη νότια Γαλλία, στην κοινότητα του Αγίου Παύλου σε ηλικία 97 ετών, το 1985.

Ο Μαρκ Σαγκάλ


Η ζωγραφική του Σαγκάλ, είναι κατά κύριο λόγο εξπρεσσιονιστική, ωστοσο το ιδιαίτερο στυλ του είναι αποτέλεσμα ποικίλων επιρροών. Αρχικά, στη σχολή όπου φοίτησε ο Σαγκάλ στην Αγία Πετρούπολη δίδασκε ο συμβολιστής ζωγράφος Λέον Μπάκστ. Όταν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει ζωγράφους όπως ο Γκωγκέν, ο Ματίς και ο Βαν Γκογκ και να έρθει σε επαφή με το κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Επίσης, φαίνεται πως ο Σαγκάλ αξιοποίησε στους πίνακες του και το κυβιστικό στυλ, επηρεαζόμενος από τον Ρομπέρ Ντελωναί κατά κύριο λόγο. Ακόμη, από την ζωγραφική του Μαρκ Σαγκάλ δε λείπουν στοιχεία ρωσικού φολκλόρ και εβραϊκής παράδοσης, ενώ κατά την ύστερη περίοδο της δημιουργίας του, ο ζωγράφους χρησιμοποίησε θέματα αρχαιοελληνικής μυθολογίας, καθώς και εικόνες από την καθημερινή ζωή.

Ο πίνακας «Το Παρίσι μέσα από το παράθυρό μου» μαρτυρεί πλήθος στοιχείων για το καλλιτεχνικό ύφος του Σαγκάλ . Είναι μία ελαιογραφία που χρονολογείται στα 1913 και αναπαριστά ένα τοπίο: το Παρίσι όπως φαίνεται μέσα από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Τα επίπεδα του πίνακα είναι τρία: Σε πρώτο πλάνο φαίνεται μία καρέκλα και ένα βάζο με λουλούδια, βασικά στοιχεία της διακόσμησης ενός δωματίου. Υπάρχει επίσης ένας άνθρωπος στα δεξιά, που έχει δύο πρόσωπα: ένα λευκό, χαρούμενο και ένα σε αποχρώσεις του μπλε, θλιμμένο. Κρατάει μια μικρή καρδιά, γεγονός που υποδηλώνει ότι είναι ερωτευμένος. Ο πίνακας σταδιακά αρχίζει να παίρνει μία εξωπραγματική διάσταση, αφού το συναίσθημα περιπλέκεται με την πραγματικότητα.

Η αίσθηση του παραλόγου εντείνεται στο δεύτερο επίπεδο του πίνακα, όπου διακρίνουμε μία γάτα με ανθρώπινο πρόσωπο, πιθανό σύμβολο του ψυχισμού του ζωγράφου. Η ταύτιση ανθρώπων και ζώων, ως συγγενικών όντων, είναι ένα σήμα κατατεθέν του Σαγκάλ. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, που διακρίνουμε στον πίνακα είναι ο αυθορμητισμός και η παιδικότητα, συνδυασμένα με ένα ονειρικό στοιχείο. Η γάτα παρακολουθεί εκστασιασμένη, όπως ακριβώς ένα μικρό παιδί, όσα διαδραματίζονται στο τρίτο επίπεδο του πίνακα.

Λεπτομερεια:ο άνθρωπος με το αλεξίπτωτο

Στον ορίζοντα λοιπόν διακρίνεται ένα τρένο να τρέχει ανάποδα, κι ένα ζευγάρι που ίπταται, με τον άντρα σχεδόν να συγκρούεται με τη γυναίκα, στη βάση του Πύργου του Άιφελ. Παράλληλα ένας άλλος άντρας πετάει με αλεξίπτωτο σε κοντινή απόσταση. Οι παραστάσεις αυτές μπορούν να πάρουν συμβολική σημασία, λμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο ο Σαγκάλ σχεδίαζε να επιστρέψει στη Ρωσία προκειμένου να παντρευτεί την αγαπημένη του. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι η εξωλογική διάσταση του πίνακα ολοκληρώνεται με τη χρήση των χρωμάτων. Τα χρώματα είναι έντονα , θερμα και ψυχρά και εντάσσονται σε γεωμετρικές επιφάνειες (κυβισμός). Το σκηνικό είναι σουρεαλιστικό, καθώς η πραγματικότητα διαστρεβλώνεται, δημιουργώντας ένα κλίμα συγκεχυμένο και ασαφές.

Όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο παρατηρητής, ο Μαρκ Σαγκάλ είναι ένας καλλιτέχνης με ευρείς ορίζοντες και αστείρευτο πειραματισμό. Αξιοποιεί την παράδοση και τη νεωτερικοτητα για να τελειοποιήσει την έκφραση του. Κυρίαρχο είναι το παραμυθικό στοιχείο, η αναπαράσταση ενός κόσμου ονειρικού, που φτάνει πέρα από το συνειδητό και το υλικό. Γι’ αυτό και κάθε πίνακας του Σαγκάλ μοιάζει να λέει τη δίκη του ιστορία και εντάσσει τον παρατηρητή σε έναν κόσμο συναισθημάτων που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί με λόγια. Το Παρίσι μέσα από το παράθυρό….του είναι ένα αντιπροσωπευτικότατο δείγμα τέτοιου είδους τέχνης!

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BA_%CE%A3%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB

http://www.toperiodiko.gr/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA-%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB-%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9/#.XIhDh7LQCf1

https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemid=spg1705

http://peritexnisologos.blogspot.com/2016/07/marc-chagall-1887-1985.html

https://www.tripadvisor.com.gr/Attraction_Review-g297310-d1219748-Reviews-Marc_Chagall_Home-Vitebsk_Vitebsk_Region.html

https://www.lifo.gr/articles/arts_articles/167667

“Τα σκαλοπάτια της ζωής” του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ

Τα σκαλοπάτια της ζωής (γερμ. Die Lebensstufen) είναι αριστουργηματικός πίνακας του 1835 του Γερμανού ζωγράφου Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ.

Πρόκειται για μια ελαιογραφία σε καμβά διαστάσεων 72,5 x 94 εκατοστά. Παρουσιάζει μια ειδυλλιακή σκηνή στην Βαλτική. Στην θάλασσα αρμενίζουν δύο ιστιοφόρα πλοία που επιστρέφουν στο λιμάνι. Ένα άλλο πλοίο έχει αγκυροβολήσει στο λιμάνι και μαζεύει τα πανιά. Δύο άλλα μικρά πλοιάρια φτάνουν στην αποβάθρα. Τα πέντε πλοία “αντικατοπτρίζονται” στη ξεριά από πέντε ανθρώπους που βρίσκονται στο λιμάνι. Στην μέση ένα μικρό αγοράκι κρατάει στον αέρα ένα χάρτινο σημαιάκι, ενώ ένα μικρό κοριτσάκι θέλει να του το πάρει. Δεξιά τους κάθεται μια νεαρή κυρία, η οποία προσέχει τα δύο παιδιά. Προς τα αριστερά βρίσκεται ένας νεαρός άνδρας που απευθύνεται σε έναν γηραιότερο με μακρύ επίσημο παλτό, καπέλο και μπαστούνι. Καθώς ο πίνακας χρονολογείται στα τελευταία χρόνια της ζωής του Φρίντριχ, αρκετοί μελετητές υποθέτουν ότι ο γηραιός άντρας είναι ένα αυτοπορτραίτο του ίδιου του καλλιτέχνη, ενώ ότι ο νεαρότερος είναι ο ανιψιός του καλλιτέχνη με τα τρία παιδιά του.

Αυτός ο πίνακας είναι ένα από τα τελευταία έργα του καλλιτέχνη, προτού πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια τον αποτρέψουν να δουλεύει ελαιογραφίες. Πρόκειται για αλληγορικό έργο για το πέρασμα του χρόνου και το ταξίδι της ζωής. Πέντε καράβια και πέντε άνθρωποι παριστάνουν τα τρία σκαλοπάτια της ζωής (νεότητα, μέση ηλικία, γηρατειά) των δύο φύλων. Οι νέοι και τα παιδιά είναι ντυμένοι με καλοκαιρινά ενδύματα, ενώ ο γέρος φοράει βαρύ παλτό και γούνινο καπέλο. Έχει γυρισμένη την πλάτη στον θεατή, και βαδίζει, σαν να απομακρύνεται από κοντά μας. Όπως συνηθιζόταν στους πίνακες του Φρίντριχ, ο ουρανός κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος του καμβά, αλλάζοντας από αποχρώσεις του μπλε σε έντονες αποχρώσεις του πορτοκαλί και του κίτρινου στο κέντρο, κάτι πού τοποθετεί την απεικονιζόμενη σκηνή κατά το σούρουπο. Καθώς ο ήλιος δύει και τα πλοία ανοίγονται στη θάλασσα, υπάρχει μια αίσθηση γαλήνης και τελειότητας.

ΠΗΓΕΣ: https://www.theartstory.org/artist-friedrich-caspar-david-artworks.htm , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B1_%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CF%89%CE%AE%CF%82